Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2005

Η ποίηση ως υπερβατική συνάρτηση

Έχω γράψει και παλιότερα για το πώς η ποίηση (με την ευρύτερη έννοια) καταφέρνει να υπερβαίνει τις ιδεολογικές καταβολές και αφορμές της, μεταμορφώνοντάς τες. Κάπως έτσι είναι και ο έρωτας, αφού υπερβαίνει τις προϋποθέσεις και καταβολές του, δηλαδή τον πόθο και το φιστίκωμα, μεταμορφώνοντάς τα.

Έτσι είναι και ο Μπολιβάρ του Εγγονόπουλου, "ένα ελληνικό ποίημα". Ξεκινάει με τον ελληνοκεντρισμό και το αντικατοχικό παράπονό του και μας πάει, νομίζω, πολύ μακριά. Είμαι πολύ χαρούμενος που το λινκ που σας δίνω βγάζει σε ολόκληρο το ποίημα, μήνες τώρα το ψάχνω ονλάιν για να σας το προσφέρω.

Το παράδειγμα που θέλω να σας δώσω είναι το εξής.

Πρώτον, πάρτε το κάτωθι εθνόσημο (της Λιβερίας):



Δεύτερον, δώστε το στον Εγγονόπουλο.

Τρίτον, παρατηρήστε τι προκύπτει: από τους πιο δυνατούς στίχους που έχουνε γραφτεί στα ελληνικά:
αντιστροφή
(the love of liberty brought us here)

τ' άροτρα στων φοινικιών τις ρίζες κι' ο ήλιος
που λαμπρός ανατέλλει
σε τρόπαι' ανάμεσα
και πουλιά
και κοντάρια
θ' αναγγείλη ως εκεί που κυλάει το δάκρυ
και το παίρνει ο αέρας στης
θαλάσσης
τα βάθη
τον φριχτότατον όρκο
το φρικτότερο σκότος
το φριχτό παραμύθι :

L i b e r t a d

GatheRate

Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2005

Ένα ποίημα, καλησπέρα

Αναδημοσιεύω, κατόπιν αδείας, το ποιητικό σχόλιο του thas στο προηγούμενο ποστάκι:


Τα καημένα τα ποστάκια

Κρύο βαρύ, χειμώνας όξω,
τρέμουν οι φωτιές στα τζάκια,
τώρα ποιος τα συλλογιέται
τα καημένα τα ποστάκια!

Τα ποστάκια είναι στα δένδρα,
τα ποστάκια είναι στα δάση,
τα ποστάκια θα τα πάρει
ο βοριάς που θα περάσει,

η βροχή και το χαλάζι
κι ο βοριάς που θα περάσει,
και το χιόνι που το παίρνουν
στις αυλές με το φαράσι...

Κι αν η νύχτα είναι μεγάλη,
κι έρχεται γιομάτη τρόμους,
κι αν ο θάνατος απόψε,
φέρνει γύρα μες τους δρόμους,

κι αν η παγωνιά θερίζει
κι είναι δίχως ρουχαλάκια,
δε βαριέσαι, ποιος θυμάται
τα καημένα τα ποστάκια...

Στα παιδάκια είναι τα χάδια,
στα παιδάκια τα φιλάκια,
τώρα ποιος τα συλλογιέται
τα καημένα τα ποστάκια!

Κι όταν γίνει, πάλι, βράδυ
κι όλοι πάνε να πλαγιάσουν,
να χωθούν μες τα κρεβάτια,
μην τυχόν και ξεπαγιάσουν,

τα ποστάκια τα καημένα,
τα ποστάκια, τώρα, πέρα
θα χαθούν χωρίς ελπίδα
να φανούν την άλλη μέρα...

Ναπολέων Λαπαθιώτης

GatheRate

Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2005

Δεν έχει (;) σίδερα η καρδιά σου να με κλείσει

Ασχολούμαι ερασιτεχνικά με το Κυπριακό από 15 χρονών, ενώ εδώ και κάμποσα χρόνια κατέληξα και να πηγαινοέρχομαι στην Κύπρο. Οι εμπειρίες μου από τη Μεγαλόνησο (συνήθως χαρακτηριζόμενη και ως "μαρτυρική" από τους εξ Ελλάδος) θα συμπυκνωθούν κάποτε σε έναν πολυτελή τόμο, τον οποίο όλο και κάποιος θα μου φέρει στο κεφάλι (να ένας κίνδυνος που δε διατρέχουμε μπλογκάροντας).

Όσοι έχουν περάσει από την ελληνική κοινωνία (μέγα σχολείο, η ελληνική κοινωνία, κάτι σαν το ορφανοτροφείο του Όλιβερ Τουίστ), γνωρίζουν τη στάση και τα στερεότυπά της απέναντι στους (Ελληνο)Κύπριους. Όσοι Καλαμαράδες έχουνε ζήσει στην Κύπρο, έχουνε ζήσει την αντιφατική στάση των (Ελληνο)Κυπρίων απέναντι στον Ελλαδίτη / Καλαμαρά / εξ Ελλάδος / Αδελφό / Πουστοκαλαμαρά. Δε θα σταθώ σε αυτά. Να επισημάνω μόνο πως η Κύπρος μαζεύει (δυσανάλογα;) μεγάλο ποσοστό αλιτήριων Ελλαδιτών, καιροσκόπων και υπερφίαλων νεοαποικιοκρατών που βρίζουν, χλευάζουν κι ασχημονούν και λένε μεγάλα λόγια, αφού αισθάνονται άρχοντες και βεζύρηδες στο νησί σε σχέση με την Κυψέλη, την Τριανδρία, την Κοζάνη και το Ληξούρι, απ' όπου κουβαλήθηκαν φοροφυγαδες, φυγόστρατοι, φυγόδικοι -- ή τι στην ευχή. Φυσικά υπάρχουν και καλοί Ελλαδίτες στην Κύπρο (πρέπει να κάνω τέτοιες ρητές επισημάνσεις, μη μου βγει και τ' όνομα πως μισώ τους ομοίους μου...).

Ξέρετε πως οι Έλληνες στην Αίγυπτο (όπως καταγράφει και μαρτυρεί και ο Τσίρκας στην Αριάγνη), στο Κογκό, στη Νότια Αφρική αλλά και στην πατρογονική μου Πόλη έσπευδαν να συντάσσονται με τους αποικιοκράτες. Είμαστε απαρηγόρητοι που δε μας δόθηκαν αποικίες. Κι έτσι συμπεριφερόμαστε προς την Κύπρο, ως μία αποικία, όπου έχουμε στρατό και αεροπορία και μια κυβέρνηση που μας κοιτά στα μάτια σαν κακοποιημένος πιτσιρικάς μουρμουρίζοντας τον δικό μας εθνικό ύμνο, την ιταλιάνικη μάρτσια ενός κόντε. Κι έτσι, πότε τους αναγορεύουμε ακρίτες υπερέλληνες, πότε μιξο-ανατολίτες μπάσταρδους τουρκόσπορους. Πότε τους βαφτίζουμε βρετανόμουτρα διαβρωμένα με τους αγγλισμούς τους, πότε ανατολίτικες σκυλόφατσες με τα τουρκόφωνα (τάχα μου) ch και dzh και mba και ndou, πότε καθαρούς και ιδανικούς Αχαιούς με τις αρχαίες λέξεις και τα διπλά τους σύμφωνα. Πότε συνθέτουμε παιάνες και θρήνους για τη φτώχεια, την καρτερία, την απλότητα και την καθαρή καρδιά και ματιά τους ριγώντας μπροστά στη φρικτή προσφυγιά, πότε τους φτύνουμε σαρκάζοντας για τα λεφτά, τα ρούχα, τα αυτοκίνητα και τα διαμερίσματα. Άλλοτε σιχτιρίζουμε την Ευρώπη που παραγνωρίζει τα δίκια τους, άλλοτε τους κακίζουμε που ήρθαν στην Ελλάδα και μας πήραν τις δουλειές, τις μπίζνες και τα πάλκα.

Βεβαίως οι Έλληνες καλή κουβέντα δεν έχουν για κανένα. Βεβαίως ο ακυρωμένος αποικιακός μας οίστρος δεν αφορά και κανέναν πέραν από εμάς. Βεβαίως διανύουμε μια εποχή κατά την οποία έχουμε άλλα κι άλλα που μας καίνε και επιεικώς χεστήκαμε για την Κύπρο. Όμως, αυτά (και άλλα) που ανθολόγησα παραπάνω, έχουν εσωτερικευθεί από πολύ μεγάλο μέρος των Κυπρίων. Κοινώς, οι Ελλάδα και οι Ελλαδίτες οικειοποιούνται τη φωνή των (Ελληνο)Κυπρίων. Θέλουμε να μιλάμε εκ μέρους τους και αυτοί να ασπάζονται το τι λέμε γι' αυτούς και να το παπαγαλίζουν ευλαβικά.

Μιλάμε εξ ονόματός τους, κοινώς, κι αυτοί ακούνε τι έχουμε να τους πούμε για τη ζωή τους. Μετά το αναπαράγουν άψογα.

Εδώ και δεκαετίες, οι Ελλαδίτες προσπαθούνε να επιβάλλουν στους (Ελληνο)Κύπριους πώς να σκέφτονται, πώς να αισθάνονται, ποιοι να είναι. Ξεκινώντας από την πολιτική ηγεσία, τους διπλωμάτες, τον Σεφέρη, τη διανόηση και κατεβαίνοντας προς τους απλούς Καλαμαράδες (στην Κύπρο αλλά και στην Ελλάδα). Έτσι, όλα τα παραπάνω μεταφράζονται σε, κατά καιρούς αντιφατικές μεταξύ τους, οδηγίες προς τους (Ελληνο)Κύπριους, τις οποίες καλούνται να ενστερνιστούν: "να αισθάνεστε πολύ / λίγο / καθόλου Έλληνες", "να αισθάνεστε πολύ / λίγο / καθόλου Κύπριοι", "είστε ανατολίτες", "είστε Ευρωπαίοι", "να ζήσετε αγκαλίτσα με / να ζήσετε παράλληλα με / να εξοντώσετε τους (Τουρκο)Κύπριους". Και πάει λέγοντας.

Ο δεσποτικός λόγος της Ελλάδας, του εξ ορισμού εθνικού κέντρου των (Ελληνο)Κυπρίων, επελαύνει ανεξέλεγκτος, αναντίλεκτος, αγέρωχος. Ορίζει ποια ντόπια ψελλίσματα είναι προς βρώσιν και ποια ακάθαρτα. Τυποποιεί αναλόγως ιδέες, στάσεις και κινήσεις στο νησί. Απαιτεί την ανεπιφύλακτη υιοθέτησή του από τους ντόπιους. Έρχεται στη νήσο να της τραγουδήσει πώς πρέπει να αντιλαμβάνεται τον εαυτό της. Ο δεσποτικός λόγος της Ελλάδας καθορίζει ακόμα και το πώς πολλά άτομα βλέπουν τον εαυτό τους ως Κυπραίους εδώ στο νησί (το θυμάστε αυτό; υπάρχουν πολλά).

Κι όλα αυτά αναδύονται και μορφοποιούνται μέσα από την απέραντη ασχετοσύνη, άγνοια και άξεστη ιδεοληψία της Ελλάδας περί την Κύπρο, έναν κυκεώνα (τουρλού, καλύτερα) υλικών όπως ψέματα, προπαγάνδα, αποσιωπήσεις. Τουλάχιστον σε αυτό, η συνεργασία μεταξύ (κάποιων) Ελλαδιτών και (κάποιων) (Ελληνο)Κυπρίων ήταν αγαστή και, σχεδόν, ισότιμη.

GatheRate