Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου 2007

Κάγκελα Παντού -- Ήχος πλάγιος του β'

Την άποψή μου για τη μουσική παιδεία στην Ελλάδα και τα μουσικά αντανακλαστικά μας την έχω γράψει εδώ. Απόψε σκέφτηκα τους στίχους των ελληνικών τραγουδιών ακούγοντας στον Μελωδία την εκτέλεση του 'Κάγκελα Παντού' με τον Αλκίνοο Ιωαννίδη. Η αντίδρασή μου ήταν αυθόρμητο και καταιγιστικό γέλιο (δεν το ξέρετε, αλλά το γέλιο μου παγώνει το αίμα -- όμως αυτό είναι μια άλλη κουβέντα, τι χρωστάτε τώρα κι εσείς να σας ζαλίζω με παρενθέσεις): η επικά αριστερή ψαλτική φωνή του Κύπριου αδερφού Ιωαννίδη έκανε τη συγκεκριμένη ερμηνεία να ακούγεται σαν παρωδία. Δηλαδή κάτι σαν τις εκτελέσεις του 'Μόνοι πάνω στη γη' από τον ίδιο τον Πανούση.

Κι επειδή τα γέλια σταματημό δεν είχαν, είπα να διαλογιστώ πάνω στον στίχο του 'Κάγκελα Παντού' για να καλμάρω και να βγάλω τον σκασμό. Έτσι αντιλήφθηκα ότι είναι από τα λίγα ελληνικά τραγούδια των οποίων ο στίχος πρωτοτυπεί όσον αφορά τη διάθεση. Δηλαδή: αν απογυμνώσετε από τη μουσική του το σύγχρονο ελληνικό τραγούδι (ό,τι έχει πάθει δηλαδή η αρχαία λυρική ποίηση), και αν εξαιρέσουμε τη μελοποιημένη ποίηση, κάτι μουρλομπγιόρκ τύπου Μ. Κριεζή / Λένα Πλάτωνος, κάτι σεμνολετριστές όπως η Νικολακοπούλου καθώς και τους Σαββόπουλους & υιούς, Τρύπες & υιούς ή τον Σωκράτη Μάλαμα, θα βρεθείτε μπροστά σε μια θαυμαστή ομοιογένεια διάθεσης: αυτή του κλαψοκλάματος, του κλαψονταλκά και της κλαψοκλάψας. Πολλή κλάψα. Πολύ κλάμα. Δυστυχία. Χωρισμός. Πόνος. Ανείπωτος.

Ενώ το σκεφτόμουν αυτό μεταφέρθηκα στα 1978. Όχι σωματικώς. Το καλοκαίρι του '78 (αλλά και κατόπιν) πηγαίναμε στο Αυλάκι για μπάνια με εκδρομικό. Στο εκδρομικό πάντα η ίδια κασέτα, του Πάριου. Πάντα. Βαριόμουνα στη διαδρομή, βαριόμουνα και τον Πάριο. Ήξερα όμως ότι ανάμεσα στα λυπητερά τραγούδια όπως 'λυπήσου με', 'μη φεύγεις μη', 'θα με θυμηθείς', βρέχει, κρυώνω, πεθαίνω, σβήνω, λιγώνομαι υπήρχε και ένα χαρούμενο προς το τέλος: το 'Τώρα τέρμα στα λάθη'. Ήξερα ότι όταν θα ακουγόταν αυτό το ένα χαρούμενο τραγούδι, θα πλησιάζαμε σπίτι πια (πράγματι, το 'Τώρα τέρμα στα λάθη' έπεφτε εκεί κοντά στο Πεντάγωνο).

Μετά μεταφέρθηκα στα 1996, νοερά πάντα. Είχε έρθει στην Ελλάδα η ελληνοελβετή ξαδέρφη μου, η Θέα. Πήγαμε στην παραλιακή: ήθελε ελληνικό κλάμπιν η κοπέλα. Τότε, παιδιά μου, είχαν ήδη αρχίσει (όχι και τόσο) δειλά-δειλά να μπασταρδεύουνε με σκυλοπόπ τα προγράμματα στα χορευτάδικα. Κι επειδή ο ρυθμός του τσιφτετελιού βγάζει από μέσα μας τον δεν-ξέρω-ποιον στον καθένα, όταν τελείωσε ο τραγουδιάρης τον αμανέ και η Θέα το λίκνισμά της, με ρωτάει (η Θέα) τι έλεγε το τραγούδι. Της εξήγησα ("πονάω, βογγάω, χτυπιέμαι και σέρνομαι") και το βρήκε 'διασκεδαστικό, όλο πόνο και χωρισμούς, δηλαδή, όπως τα ιταλικά τραγούδια'.

Να αφεθούμε λοιπόν μοιρολατρικά στη μεσογειακή μας ταυτότητα ως καθοριστική της θεματολογίας και της διάθεσης των τραγουδιών μας; Όχι: δείτε τα δημοτικά τραγούδια ή τα ρεμπέτικα ή ακόμα και το ελαφρύ τραγούδι (ξέρετε: 'εγώ θα σ' αγαπώ και μη σε νιάζει', 'μόνο κοντά σου', 'να το πάρεις το κορίτσι' κτλ.).

Αν το ψάξετε λίγο θα δείτε ότι γενικά υπάρχει ένα 'συμβολικό' έλλειμμα χαράς (ή, αν θέλετε, ποπ διάθεσης) στην ελληνική κοινωνία. Αυτό στο τραγούδι εκφράζεται κυρίως με δύο τρόπους: πρώτον, με την αλγολαγνική εμμονή σε θέματα πόνου, θλίψης, χωρισμού. Σύμβολο αυτής της εμμονής, ο κακόφωνος βάρδος, το ελληνικό τοτέμ, ο πτωχοαλαζόνας (όπως τον αποκάλεσε ο Φάις) Καζαντζίδης, και μάλιστα ο Καζαντζίδης της περιόδου εκείνης που οίμωζε τουρκοκαραμουζάτα κι αβάσταχτα για ξενιτειές και βάσανα, μανούλες, δυστυχίες -- την ώρα που του κόλλαγαν πεντακοσάρικα και χιλιάρικα διάφοροι που ούτε να ξενιτευτούν αναγκάστηκαν, ούτε βάσανα ένιωσαν πέρα από την απόρριψη της κονσοματζούς. Μιλάω για τη συγκεκριμένη φάση, γιατί ο Καζαντζίδης, με μια κιθάρα στο χέρι, είπε και πολλά από τα λεγόμενα 'ελαφρολαϊκά', αδίκως επισκιάζοντας τον καημένο τον Γαβαλά (ο οποίος μάλλον ήτανε πολύ κυριλέ για τους κιμπάρηδες καυλοκαμένους μαμάκηδες) ή και τον πάρα πολύ μεγάλο Ζαμπέτα...

Δεύτερον, τα βικτωριανά μας ήθη. Άσκηση: πιάστε ένα οποιοδήποτε τραγούδι, λ.χ. αυτά εδώ, κάτι ποιητικό και δυστυχισμένο από τους Πυξ-Λαξ ή και το ωραιότατο 'το πλοίο θα σαλπάρει'. Μεταφράστε τα στα αγγλικά. Βάλτε θαυμαστικό στο τέλος κάθε στίχου. Σαν τι μοιάζει; Σαν ελάσσονα βικτωριανά ποιηματάκια. Νοσταλγίες και πόνοι, θλίψεις και χωρισμοί, πάθη σεμνά χωρίς κορμιά, υγρά και τσαχπινιές. Θυμάμαι (πάλι) ότι όταν μάθαινα αγγλικά και μετέφραζα στίχους τραγουδιών από το Μουσικόραμα για τους φιλοπερίεργους γονείς μου είχα μεγάλο πρόβλημα: όλο για σεξ και χασίσια μιλάγανε (οι στίχοι, όχι οι γονείς). Σύμβολο της σεμνοτυφίας μας: η (μάνα της ΑΕΚ πλέον) Δέσποινα Βανδή και το τραγούδι 'Σεξ', πιο συγκεκριμένα. Τι λέει εκεί ο μουσηγέτης Φοίβος; ότι η Δέσποινα φαντασιώνεται, τρίβεται, τεντώνεται, σέρνεται, χαϊδεύεται. Αυτά. Τέλος. Αυτό είναι το στιχουργικό σεξ στο ελληνικό τραγούδι: άιντε το πολύ μαλακία. Και βεβαίως δεν είμαστε σε αυτό το μπλογκ κατά της μαλακίας, όμως από μόνη της δε φτάνει. Υπάρχουνε κι άλλα.

Τελικά δεν είναι τυχαίο που για χρόνια κυκλοφορούσε τόσος πολύς μεταφρασμένος στίχος στο ελληνικό πεντάγραμμο.

Επίμετρο: Ο Καρράς (που κάνει τον Καζαντζίδη να ακούγεται μπελ κάντο) και 'οι άλλοι', ένα δυνατό κείμενο του βυτίου.

Από την άλλη, επανερχόμενος σε αυτά που έλεγα πιο πάνω για τα πεντακοσάρικα και τα χιλιάρικα, πάντοτε αναρωτιόμουνα πού τα βρίσκουν τόσα λεφτά όσοι τα τρώνε στη 'νύχτα', γιατί η 'νύχτα' είναι ακριβή. Από κάποιον τα στερούν, ε; όπως ο σχωρεμένος ο ξάδερφός μου. Ενώ εγώ, λ.χ., και να 'θελα να ζήσω την παρακμή, δεν τα έχω, μανούλα μου...

GatheRate