Κυριακή, 28 Σεπτεμβρίου 2008

Μουσική στον δρόμο

Δε μου αρέσει να οδηγάω, όμως αυτό το σαββατοκύριακο έγινα ταξί. Για τις διαδρομές στον αυτοκινητόδρομο πήρα μαζί μου μπόλικη μουσική. Άκουσα ξανά τα χάλκινα πνευστά του τρίτου μέρους της Ποιμενικής, κανονικά ουράνια τεντζερέδια, στον δρόμο για το λάιβ της Ute Lemper. Μετά άκουσα την Πέμπτη του Σούμπερτ, την οποία δεν είχα προσέξει πριν, αφού το ρεπερτόριό μου ως ακροατή δεν έχει επεκταθεί σοβαρά από τον καιρό που άκουγα στη ζούλα τις κλασσικές κασέτες (χρωμίου, παρακαλώ) από τη συλλογή του πατέρα μου. Μόνη, ίσως, εξαίρεση ο Μπαχ.

Σκεφτόμουν αυτούς που λένε ότι ακούνε "κλασσική μουσική" για να χαλαρώσουν και να ηρεμήσουν, μάλιστα αυτή είναι η βασική λειτουργία του βρετανικού σταθμού εθνικής εμβέλειας Classic FM. Σαφώς υπάρχει παλιότερη μουσική που χαλαρώνει κι ηρεμεί, πολλή από αυτή τη μουσική γράφτηκε ακριβώς για να χωνεύει ευχάριστα ο Λουδοβίκος ΙΔ' (Lully), κάτι Βενετσιάνοι (Vivaldi), Εγγλέζοι βασιλέδες (κάποιες παραγγελίες του Haendel), οι Εστερχάζηδες (Haydn), ο Πρίγκηπας-Αρχιεπίσκοπος του Ζάλτσμπουργκ (Mozart, μέχρι που τον μούτζωσε) -- κτλ.

Όμως γιατί να καταφύγω σε 'χαλαρωτική' μουσική 200 και 400 ετών, όταν υπάρχει η Sade και η σύγχρονη αφρώδης ποπ; Πάντοτε πίστευα ότι, άμα κάνεις τον κόπο να εναντιοδρομήσεις μέσα σε τόσους αιώνες μουσική ιστορία, καλά θα κάνει να αξίζει τον κόπο. Για απλή χαλάρωση, η χρήση όπερας του Μοντεβέρντι ή τραγουδιών του Μέντελσον σαν να είναι μουσική ασανσέρ ή παπαριά του Brian Eno δεν νομίζω ότι αξίζει τον κόπο. Υπάρχουν νεώτερες, ευληπτότερες (για εμάς του 2008) και χαλαρωτικότερες μουσικές.

Μετά την παράσταση-ρεσιτάλ-διάλεξη της Ute Lemper και την καλή παρέα μιας φίλης, μπήκα στο αμάξι κατά τις μιάμιση για να κάνω τα 80 χιλιόμετρα μέχρι το σπίτι. Ήξερα ότι θα βαριέμαι, ότι θα είναι άδειος ο αυτοκινητόδορομος, ότι ίσως με πιάσει ένας τόσος δα νυσταγμός, οπότε Μπετόβεν και πάλι, Ενάτη. Χτες ήτανε μια καθαρά γερμανική μέρα, δηλαδή.

Καθώς άκουγα το σκέρτσο ονειροπολούσα. Σκεφτόμουνα σε λάιβ ποιανού συγκροτήματος θα ήθελα να μπορούσα να έχω πάει. Σκέφτηκα τα προφανή: Beatles, Stones (αν και, να 'ναι γεροί οι άνθρωποι, έχουν ακόμα ολόκληρη τη ζωή μπροστά τους), Bowie γύρω στα 1979, λ.χ. (πάντως το 2002 τα εισιτήρια για τη συναυλία του στο δικό του Meltdown στο Λονδίνο εξαντλήθηκαν σε 15 λεπτά).

Πηγαίνοντας ακόμα πιο πίσω, και εν μέρει λόγω και της μουσικής που έπαιζε, σκέφτηκα πως θα ήθελα να είμαι στην πρεμιέρα της Ενάτης. Θα είχα πάει από νωρίς, όπως πάντα. Θα είχα ακούσει όλες τις φήμες και θα τις είχα φιλτράρει, λιγότερο ή περισσότερο προσεκτικά.

Η συναυλία θα ξεκινούσε με τη Missa Solemnis. Ο συνθέτης θα έκανε ότι διευθύνει, ενώ στην πραγματικότητα οι μουσικοί και η χορωδία θα ακολουθούσαν τον άλλο μαέστρο. Μετά το Kyrie, που σου πιάνει την ψυχή και σου τη στίβει και την απλώνει στους αναξιόπιστους αέρηδες της αιωνιότητας, δε θα ακολουθούσε το Benedictus και το εξωπραγματικό σόλο βιολί του, που είναι ό,τι πιο κοντινό υπάρχει στον Παράδεισο (αν εξαιρέσεις την Αγάπη): εκείνη τη βραδιά έπαιξαν μόνο τα τρία πρώτα μέρη της Missa.

Μετά θα άρχιζε αυτό το ακατονόητο πράμα, με τις μετρημένες αλλά αψυχολόγητες εκρήξεις του -- κι εκείνο το απροσδόκητο πένθιμο εμβατήριο των 40 δευτερολέπτων στο τέλος του πρώτου μέρους, με το σκέρτσο που νομίζεις πως θα ταλαντώνεται ατέρμονα μεταξύ της περίπτυξης και της ενατένισης -- ώσπου τερματίζει απότομα με ένα κλείσιμο του ματιού, με το λυρικότερο αργό μέρος που έγραψε ποτέ ο Μαέστρο, με την έκπληξη να βλέπεις να ξανασηκώνονται οι τραγουδιστές μετά από πέντε-έξι λεπτά αφού ξεκινήσει το τέταρτο μέρος, για να σου πούνε κάτι που είναι λίγο επαναστατικό τραγουδάκι (λένε ότι αντί για 'Freude, schöner Götterfunken' τραγουδούσαν πολλάκις 'Freiheit, schöner Götterfunken'), λίγο άθρησκος ψαλμός, λίγο παιάνας όλο χαοτικά κοσμογονικές αρμονίες, λίγο τραγουδάκι της τάβλας.

Μετά η αποθέωση. Θα χειροκροτούσα όπως πάντοτε όταν είμαι εκστασιασμένος με τη μουσική: όρθιος, χαμογελώντας κάπως σφιγμένα, με τα χέρια να χειροκροτούν λίγο πιο ψηλά από το ύψος των ματιών και των αυτιών.

GatheRate

Σάββατο, 27 Σεπτεμβρίου 2008

Scapa Flow, στις Ορκάδες



Το ιστορικό της αυτοβύθισης του αιχμάλωτου Γερμανικού Στόλου στο Scapa Flow το 1919. Κάποιες λεπτομέρειες της υπόθεσης είναι τόσο χαρακτηριστικές, που καταντούν σχεδόν επίκαιρες. Υπάρχει κι ένα περσινό ποστάκι του Πετεφρή για το θέμα.

Στην εικόνα, πολλοί άγγελοι (ολόκληρο τάγμα) εκπίπτουν και τα στασίδια τους στον ουρανό μένουν άδεια.

GatheRate

Παρασκευή, 26 Σεπτεμβρίου 2008

Πώς μεγαλώσαμε κι εμείς 2

Βλέποντας αυτό


είπα στη συμβία με ύφος καρδιναλέ, δηλαδή μεταξύ Αθήναιου και dkamen (φθείρουσιν ήθη χρηστά ομιλίαι κακαί):

"Αν ο μπιχεβιορισμός είχε την παραμικρή αξία, με τέτοιες παραστάσεις κι ερεθίσματα, θα έπρεπε όλοι οι άντρες της γενιάς μου να είμαστε γκέι."

Η συμβία σήκωσε με νόημα το βλέμμα πάνω από το καπάκι του λάπιτόπ της

"Γιατί, τι είστε;" είπε.

GatheRate

Πώς μεγαλώσαμε κι εμείς...



Από εδώ.

GatheRate

Πέμπτη, 25 Σεπτεμβρίου 2008

Shadows of the Empire

Αν και δε θα την έλεγα αϋπνία, είχα μια ελαφρά δυσκολία να κοιμηθώ χτες βράδυ. Θυμήθηκα τη νύχτα των Ιμίων. Τη νύχτα κατά την οποία πολλοί πίστευαν ότι έπρεπε να έχει βρυχηθεί η Ελλάδα. Ωστόσο, αντίθετα με διάφορους αετούς, λέοντες, λύκους, αρκούδες, η Ελλάδα ποτέ δεν ταυτίστηκε συμβολικά με κάποιο ζώο, πολύ περισσότερο με ζώο που κρώζει, βρυχάται ή μουγκρίζει.

Τη νύχτα των Ιμίων ήμουνα σε ένα πάρτυ στο σπίτι της (βασικής) πρώην, ήταν ουσιαστικά η τελευταία φορά που συνυπήρξαμε σε κοινωνικά συμφραζόμενα. Η μητέρα της, μια κυρία με μονίμως νοσταλγικό βλέμμα, είχε φτιάξει γαρίδες κοκτέιλ (είμαι σοβαρά γαριδόφιλος), ενώ ο πατέρας της -- που δε με ενέκρινε καθόλου -- εξαφανίστηκε μετά από σύντομη χειραψία.

Ήμουν πάρα πολύ ανήσυχος λόγω της κατάστασης στα Ίμια. Ο τρόπος που συζητούσαμε το ζήτημα (σχεδόν όλοι πρώην συμφοιτητές) εκείνη τη βραδιά ήταν λίγο αποστασιοποιημένα, λίγο ακαδημαϊκά, λίγο ανεδαφικά -- σαν την κάπως ανάξια νεολαία σε μυθιστορήματα τύπου Αργώ και Αστροφεγγιά, που ευαγγελίζεται τη συντριβή του Κεμάλ και την πτώση της Αγκύρας.

Ακόμα πιο ανήσυχος ήμουνα γιατί ένιωθα ότι παρακολουθούσα την τελετή λήξης μιας σχέσης, της δικής μου. Προσπαθούσα να κρατήσω την ισορροπία μου με προσεκτικά δοσολογημένες βότκες.

Η νύχτα προχωρούσε κι εγώ παρακολουθούσα επιθυμώντας την κοπέλα σαν να μην ήταν κάποια με την οποία περάσαμε χρόνια μαζί, παρά σαν κάποια που μόλις είχα γνωρίσει και δε θα αποκτούσα ποτέ. Ήδη δούλευα στις φριτέζες και στον πάγκο παρασκευής κι εκεί είχα γνωρίσει κάποια άλλη -- μόνο η βότκα μ' έκανε εκείνες τις ώρες του πάρτυ να τα βλέπω όλα ναι μεν ξεκάθαρα, αλλά σίγουρα φιλτραρισμένα μέσα από ευσεβείς πόθους.

Περίπου την ώρα που έπεφτε το ελικόπτερο, σε μια κρίση αλκοολογενούς παλιμπαιδισμού, κάποιος πρότεινε Αλήθεια ή Θάρρος. Φυσικά, όλοι διάλεγαν Αλήθεια (θυμηθείτε πού ζούσαμε). Ήρθε κάποτε η σειρά μια κοπέλας από τη Λαμία, ή από κάπου εκεί γύρω, με μεγάλα κατάμαυρα μάτια, μικρό δέμας, λευκό δέρμα και αδιάκοπες σιωπές. Η πρόκληση για αυτήν ήταν να μιλήσει για μια φαντασίωσή της. Περιέγραψε αφηγηματικά ένα τρίο που θα ξεκινούσε ηδονοβλεπτικά και θα κατέληγε συμμετοχικά. Με την πρώην κι εμένα.

Επειδή, να μην επαναλαμβάνομαι, δεν είμαστε παιδιά των λουλουδιών -- ή έστω των ταγαριών -- αυτή η εξόμολογηση διασκόρπισε τους συμμετέχοντες στο πάρτυ, το οποίο βρισκόταν σε ύφεση έτσι κι αλλιώς, αποτελεσματικά και ταχύτατα. Περπάτησα στο σπίτι (έμενα 8 λεπτά από την πρώην) σχεδόν μεθυσμένος και σαστισμένος.

Την πρώην την ξαναείδα για τελευταία φορά το 2004. Μου χάρισε την μπλε μασκώτ των Ολυμπιακών με τα μεγάλα ποδάρια, τον Φοίβο.

GatheRate

Παρασκευή, 19 Σεπτεμβρίου 2008

Lovefool



Όταν ήμουν έφηβος, η εικόνα που είχα για τον έρωτα ήταν βγαλμένη από το υπερφωτισμένο πλάνο στους Έρωτες μιας Ξανθιάς όπου η εργάτρια και ο πραγινός συζητούν ήσυχα και αστειεύονται μέσα στην μετοργασμική νωχέλεια, αυτό που στα αγγλικά λένε afterglow, του εφήμερου σμιξίματός τους.

Βεβαίως, μεγαλώνοντας εκεί όπου μεγάλωσα, και την εποχή που μεγάλωσα, οι σχέσεις μου είχαν περισσότερες ομοιότητες με ταινίες του όψιμου Δαλιανίδη: αστείες κομμώσεις, κακός συντονισμός, οπερετικές παρεξηγήσεις και μηχανορραφίες, αυταρχικοί μπαμπάδες και γονείς που (δε) σε θέλαν για γαμπρό, μοχθηροί αντεραστές και ανώνυμα σημειώματα, ραντεβού στη γωνία (παραλίγο να πάω να νοικιάσω στη συγκεκριμένη γωνία) και σε διαμερίσματα φίλων φοιτητών εξ επαρχίας, ζηλιάρες φιλενάδες, πολύτιμα και σπάνια τριήμερα σε Μύκονο και Ύδρα και Ναύπλιο (όπου τη βγάζαμε μπερτολούτσικα και με προϋπολογισμό Κιμώλου).

Όταν κάποτε ρώτησα σαρκαστικά τους γονείς μου αν το κάνουν πού και πού, ο πατέρας κοκκίνισε. Η μητέρα με ρώτησε με πίκα και υπεροψία: "Τι να ξέρετε κι εσείς, βρε κακόμοιρα..."

GatheRate

Πέμπτη, 18 Σεπτεμβρίου 2008

Το Χάος της Αγάπης

Καιρό είχα να πιω Southern. Αυτό το μπασταρδεμένο ουισκάκι πάντοτε κάτι μου κάνει. Άλλοτε μου φέρνει θολές εμπνεύσεις της δουλειάς ή της σχόλης, άλλοτε μου δίνει το χάρισμα της εύθυμης ευφράδειας. Άλλοτε μου θυμίζει πόσο μ' αρέσει να μην έχει το ποτό μου πολλή ζάχαρη, οπότε με κάνει να συνεχίσω με πραγματικά αλκοόλια.

Απόψε το Southern δούλεψε αυτοαναφορικά, ας πούμε. Μου θύμισε την πρώτη συναυλία συγκροτήματος που πήγα στη ζωή μου. Όπου πρωτοήπια Southern Comfort.

Ήμουν ήδη πάρα πολύ μεγάλος για να μην έχω ξαναπάει σε συναυλία. Η βασική αιτία ήταν τα λεφτά, δηλαδή η έλλειψή τους. Τρία και τέσσερα και πέντε χιλιάρικα ήταν μεγάλη υπόθεση για μαθητή τότε.

Όμως όταν έμαθα ότι θα ερχόντουσαν οι House of Love, δεν υπήρχε περίπτωση. Έτρεξα στο Χάπενινγκ και πήρα το εισιτήριο υπ' αριθμόν 0006. Είπα σε όλη την κοινωνία αν ήθελε να έρθει κανείς μαζί μου. Δυστυχώς, οι περισσότεροι ήτανε μεταλάδες. Ο κολλητός (που άκουγε Stone Roses, Inspiral Carpets και Charlatans, οπότε περνούσε τα προκριματικά) δεν είχε τα λεφτά. Έτσι πήγα με τον Π.

Φτάσαμε πάρα πολύ νωρίς. Το Ρόδον (ααααχχχχχχ!!!) ήταν μισοάδειο. Οι House of Love δεν είχανε σαπόρτ (τότε δε διαθέταμε Μπλε, C-Real, Όναρ, Ονειράμα, Ενδελέχεια με δου, Raining Pleasure κι άλλα τέτοια ποιοτικά σχήματα). Διάφορες αέρινες γκόμενες περιφέρονταν στο σκοτάδι. Μέσα σε 10 λεπτά τις ήθελα όλες, αλλά όχι μαζί (από τότε ντροπαλός).

Κάποια στιγμή λέει ο Π. να πιούμε τίποτα. Εγώ μέχρι τότε έπινα μπύρες, αν και ποτέ δε μ' άρεσαν, γιατί ήτανε φτηνές. Ο Π. με κέρασε Southern. Μου φάνηκε πολύ γλυκό αλλά, καθώς ήμουν άμαθος στα ποτά, με έφτιαξε πάραυτα. Μύριζε και μέλι.

Σε λίγο βγήκε ο κλινικά καταθλιπτικός Guy Chadwick και η παρέα του. Από πίσω τους μια προβολή ενός θεόρατου περιστεριού να μετεωρίζεται φτερουγίζοντας σε αργή κίνηση.

GatheRate

Τετάρτη, 17 Σεπτεμβρίου 2008

Μείζων δε τούτων

Όταν ήμουνα πιτσιρικάς δεν ήξερα τι δουλειά ήθελα να κάνω όταν θα μεγάλωνα. Η αμηχανία μου περί τα επαγγελματικά συνεχίζεται: δεν ξέρω ακριβώς τι δουλειά κάνω, παρότι στο πρόσφατο παρελθόν δήλωσα, κάπως παραπειστικά, ότι κάνω πεζοδρόμιο.

Μέσα στον Αύγουστο όμως παρατήρησα την ίδια κοκκαλιάρα κακομοίρα να ξεροσταλιάζει κάνοντας πιάτσα στη στάση του Χημείου επί της Χ. Τρικούπη για τουλάχιστον δέκα νύχτες σερί. Εφόσον εμένα στη δουλειά μού παρέχουνε τουλάχιστον μια καρέκλα να κάθομαι, δε δικαιούμαι δια να ομιλώ.

Δεν ήξερα λοιπόν τι δουλειά ήθελα να κάνω. Έπρεπε όμως κάτι να απαντάω. Οι μεγάλοι ρωτούσανε. Συνέχεια. Επίμονα. Μου άρεσαν πάντως οι χάρτες. Έτσι, όταν ήρθε η μετέπειτα μεγαλοδικηγόρος ξαδέρφη της μάνας μου στο σπίτι (τότε ήταν φοιτήτρια στην Ιταλία) και με ρώτησε, είπα όλο καμάρι "γεωγράφος!" Μου είπε ότι δεν υπάρχει τέτοια δουλειά, και καταντράπηκα. Έτσι βρέθηκα πάλι στη φάση του να μην απαντάω στην ερώτηση "Τι θα κάνεις χρυσό μου όταν μεγαλώσεις;"

Από δουλειά λοιπόν νούκουτου. Είχα όμως ένα βίτσιο: συλλογές. Κι όχι απλές συλλογές: χαρτοσυλλογές. Τι καρτέλες με σημαίες από το Μίκυ Μάους. Τι 'Παιδιά Γεια Χαρά' και 'Ρόδι'. Τι Κλασικά (που έπαιρνα για τον Φάντομ Ντακ και τις περιπέτειες του Σκρουτζ) και Μίκυ (που έπαιρνα για τις χαρτοκοπτικές). Τι άλμπουμ με αυτοκόλλητα: Πουλιά, Δεινόσαυροι, Εσπάνια 82 (κι ας βαριέμαι τη μπάλα). Τι κάρτες με διαστημικά οχήματα από τσίχλες. Τι καρεδάκια από κόμικς Καμπανά, τα οποία έκοβα ή ξεγύριζα. Τι εικονίτσες Κατηχητικού. Τι χαρτάκια: αεροπλάνα, αυτοκίνητα, τραίνα. Τι αφίσες συγκροτημάτων και τραγουδιστών (μέχρι και τη Μαντόνα όπως τη γέννησε η μάνα της είχα, μη ρωτάτε πώς), για τις οποίες αναγκαζόμουν να αγοράζω Μανίνα, την οποία ξεκοίλιαζα και έδινα στην αδερφή μου. Τι Βαβούρα, Μπλεκ και Σπάιντερμαν (και Αγόρι, όταν ο Μπλεκ άρχισε να γίνεται επαναληπτικός). Τι βίους αγίων.

Ο πιο ωραίος βίος ήτανε 'Σοφία, Πίστις, Ελπίς, Αγάπη'. Η Σοφία ήτανε Ρωμαία (αυτό μού άρεσε, μου κακοφαινόταν που όλοι οι άλλοι Άγιοι ήταν Έλληνες) μητέρα της Πίστεως, της Ελπίδος και της Αγάπης. Την πίστη, την ελπίδα και την αγάπη (όχι τις αγίες, τις αρετές), τις ήξερα γιατί η γιαγιά είχε μια εικόνα στην κουζίνα (εκεί όπου έφτιαχνε μαντί, ψωμί και αυγά τηγανητά που δε θα μπορέσω ποτέ να μιμηθώ) σα λιθογραφία με τρεις τροφαντές κοράκλες από τη μέση και πάνω: η μια κρατούσε έναν σταυρό (μελαχροινή), η άλλη μιαν άγκυρα (καστανή) και η τρίτη η ξανθή μια φλεγόμενη καρδιά. "Πίστις, Ελπίς, Αγάπη", έλεγε η γιαγιά δείχνοντάς τες.

Οι αγίες Πίστις, Ελπίς, Αγάπη ήτανε διαφορετικές. Πρώτα-πρώτα τις έβλεπες ολόσωμες. Δεύτερον, ήτανε ντυμένες ακριβώς όπως η Παναγία. Ήξερα ότι η Παναγία ήταν Εβραία κι ότι έζησε το 0 προ Χριστού (ποτέ δεν τα κατάφερνα με τις χρονολογίες) ενώ αυτές Ρωμαίες και ζούσανε το 200 μ.Χ. Πώς φορούσαν τα ίδια ρούχα; Δεν το έψαξα. Επίσης, αναρωτιόμουνα γιατί δεν άγιασε και ο πατέρας. Πού είναι ο πατέρας τους; "Εκείνος δε μαρτύρησε." Α, μάλιστα, γι' αυτό. Πάντως δεν το έψαξα.

Εμένα μου άρεσε η Σοφία. Αυτή κι αν έμοιαζε φτυστή η Παναγία. Στο εξώφυλλο του βίου φορούσε ένα βαθύ μπλε μαφόριο. Επειδή είχε τα χέρια της ανοιγμένα πάνω από τις τρεις κόρες της που πόζαραν μπροστά της, εμένα μου θύμιζε τον Μπάτμαν. Ήταν η εποχή που είχα αποφασίσει ότι ο Σούπερμαν είναι τελείως ψεύτικος, και ταλαντευόμουν μεταξύ Μπάτμαν και Σπάιντερμαν. Οπότε η Αγία Σοφία με εντυπωσίασε. Άσε που της είχαν χτίσει κι εκείνη τη μεγάλη εκκλησία στην Πόλη, την οποία, όπως ισχυριζόταν ο παππούς κάθε Κυριακή στις 11 και κάτι, θα έπρεπε να πάρω πίσω εγώ αυτοπροσώπως, αφού ήμουν καραμπουζουκλής.

Σκεφτόμουν την Αγία Σοφία πολύ. Σοφία έλεγαν και την αγαπημένη μου ξαδέρφη που θα ερχόταν σύντομα από τη Βοστώνη, όπου οδηγούσε ένα διαστημικό αυτοκίνητο (σαν αυτό στα χαρτάκια). Μια μέρα αναρωτήθηκα πώς ήξερε η Αγία Σοφία ότι θα κάνει τρεις κόρες, όταν γέννησε την Πίστη και την ονόμασε έτσι. Δεν το έψαξα. Επίσης, αργότερα, μου έκανε εντύπωση ότι μπορούσες να δεις τον βίο και συμβολικά: ότι η Σοφία του Θεού γεννάει πίστη, ελπίδα και αγάπη. Αυτό φυσικά δεν το σκέφτηκα μόνος μου, νομίζω ότι το έλεγε μέσα ο βίος. Ούτε αυτό το έψαξα.

Σοφάκι μου, χρόνια πολλά! Σόφι, καλά κρασιά. Σοφία, και φέτος σε θυμόμαστε.

GatheRate

Σάββατο, 13 Σεπτεμβρίου 2008

Φθινοπωρινή σονάτα

Πέρασα το πρωινό μου αλληλογραφώντας με φίλους, σπάνια απόλαυση πια. Η ελαφριά καρηβαρία από τα χτεσινοβραδινά σαντορινιά κρασιά (ακούστε ωραία ονόματα, κατά σειρά κατανάλωσης: Αθήρι, Ασύρτικο, Νυχτέρι, Βουδόματο, Μαυροτράγανο, Vinsanto) απαλυνόταν από τη συννεφιά έξω, επιτέλους συννεφιά.

Σηκώθηκα να πάω μέσα όταν πήρε το μάτι μου ότι κάποιος αναγνώστης κοίταξε πριν λίγη ώρα τη σελίδα με το "Σονέτο μάλλον απαισιόδοξο" του Εγγονόπουλου. Πρόκειται για ένα διδακτικό ποίημα που, διαβάζοντάς το, μπορεί κανείς σχεδόν να ακούσει τη νωθρή, λίγο υπουργική, λίγο παππουδίστικη φωνή του Εγγονόπουλου.

Από αυτό το ποίημα αφιερώνω μερικούς στίχους στον φίλο Χοιροβοσκό, με τον οποίο χαίρεσαι να διαφωνείς (όταν καταλάβεις ότι διαφωνείς), και τον οποίο ταλαιπωρούν αναίτια και μυκτηρίζουν πολλοί τώρα τελευταία:

να ελπίζης -- να ελπίζης πάντα -- πως ανάμεσα εις τους
ανθρώπους
-- που τους ρημάζει η τρομερή "ευκολία" --
θα συναντήσης απαλές ψυχές με τρόπους

που τους διέπει καλωσύνη -- πόθος ευγένειας -- ηρεμία

Καλό κι ερωτικό φθινόπωρο σε όλους (όταν με το καλό αποφασίσει να μας έρθει).

GatheRate

Τετάρτη, 10 Σεπτεμβρίου 2008

Αηδίες και ξεράσματα

Μαζικότητες, γραφικότητες, αφέλειες. Τρία πειστήρια. Το συλλογικό κιτς ως κατασταλτικό της κριτικής σκέψης (αλλά και της προσωπικής μνήμης, στην περίπτωση του τρίτου βίντεο).

Ενός εθνικού κράτους εν έτει 2008:



Μιας ολοκληρωτικής αυτοκρατορίας εν έτει 1980:



Αυτό το δεύτερο βίντεο είναι σαφώς τρομακτικότερο / εμετικότερο: χιλιάδες αγοράκια καβαλάνε αλογάκια, χιλιάδες κοριτσάκια παίζουνε με κούκλες. Τι στο διάολο είχανε στο μυαλό τους αυτοί οι άνθρωποι;

GatheRate

Τρίτη, 2 Σεπτεμβρίου 2008

Πηγές

α.
Διάβασα πρόσφατα το The meaning of things του καθηγητή φιλοσοφίας A.C. Grayling (τον οποίο έμαθα στο τέλος της δεκαετίας του '90 από τη στήλη του στον Guardian). Το βρήκα εξαιρετικό: καλογραμμένο, στη σωστή πυκνότητα, οργανωμένο σε κεφάλαια που μπορούν να διαβαστούν με ό,τι σειρά θέλει κανείς. Σαν περιεχόμενο, είναι λίγο σαν μπλογκ ευφυούς ανθρώπου: θέματα για διάλογο και προβληματισμό, παρά αφορισμοί και δόγμα. Το συνιστώ ολόψυχα. Δυστυχώς, απ' όσο ξέρω δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά. Δεδομένου όμως ότι έχουμε τόσους μεταφραστές, επιμελητές εκδόσεων και δημοσιογράφους εδώ στη μπλογκοσλαβία, γιατί να μην το προτείνετε σε κάποιον να το βγάλει;

β.
Κάποιες πηγές που καλό είναι να υπάρχουν˙ σημειώστε τες πριν τις ξηλώσουν: Παλιά τοπωνύμια (κυρίως σλαβικά, τούρκικα και βλάχικα) στη Βόρεια Ελλάδα.

Επίσης: ελληνικά τοπωνύμια

Και ευρωπαϊκά τοπωνύμια, γενικώς.

GatheRate