Παρασκευή, 28 Αυγούστου 2009

Ένα μεγάλο φωτεινό καλοκαίρι

εξαπτέρυγα, πολυόμματα, μετάρσια, πτερωτά



Διακοπεύοντας στα νησιά και βολτάροντας στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου με τη Μικρή Ολλανδέζα, μου έλεγε πόσο πολύ την εντυπωσιάζει το κοφτερό, καθαρό και κάποτε συντριπτικό μεσογειακό φως. Εγώ, ως γνωστόν, προτιμώ το λοξό και διαυγές φως της πατρίδας της, ή μάλλον των ζωγράφων της πατρίδας της, που διασώζει κι αναδεικνύει τα χρώματα. Τέλος πάντων, δείχνοντάς της την Αθήνα και το νησί, είχαμε πολλές ευκαιρίες να τυφλωθούμε από το φως. Όταν τυφλώνεσαι από το φως, καμμιά φορά τα βλέπεις όλα μαύρα (άλλωστε έτσι ξεκινάει κι ο Ήλιος του θανάτου του Πρεβελάκη), καμμιά φορά βλέπεις κύκλους και σχήματα άυλα ή σιλουέτες ασώματες. Σαν αγγέλους δηλαδή, αλλά όχι τους άφυλους νεαρούληδες αγγέλους της δυτικής εικονογραφίας, παρά όντα όπως τα Σεραφείμ και τα Χερουβείμ: εξαπτέρυγα, πολυόμματα, μετάρσια, πτερωτά -- κι ελάχιστα ανθρωπόμορφα. Όπως οι Θρόνοι, άγγελοι πολυόμματοι με μορφή πύρινων φτερωτών τροχών στο όραμα του Ιεζεκιήλ.

*

Ρε, Λα, Σι ύφεση, Λα

Όταν είσαι σπίτι σου ακούς αυτό που θες. Όταν βγαίνεις στις καλοκαιρινές εξόδους ακούς αυτά που θέλει κάθε άσχετος που νομίζει ότι είναι ντιτζέι. Τουλάχιστον, αντίθετα με τους άσχετους που αυτοπροσδιορίζονται ως μπάρμαν αλλά δεν ξέρουν ούτε σφηνάκια τεκίλας να βάλουν, από τους ατζαμοντιτζέι δεν κινδυνεύεις. Συνήθως.

Φέτος ακούσαμε πολύ αυτό



που είναι καλύτερο από αυτό. Επίσης, ένας (καλός) ντιτζέι στο μπαρ Μύλος μας υπενθύμισε ότι η γενιά μας γνώρισε πρώτα την παρακάτω εκδοχή του Passenger, πριν από αυτή του Iggy Pop.



Στο σπίτι ακούγαμε κι αυτό.

*

Μουσείο, μουσείο, μουσείοοοο

The most obvious shot

(Διαβάστε πρώτα αυτό).

Το νέο μουσείο με ενθουσίασε. Είδα την κόμη των Καρυάτιδων. Είδα τα αγάλματα να αιωρούνται (όπως το είχε θέσει ο Αθήναιος), να μετεωρίζονται, να μεταρσιώνονται. Είδα έναν υπέροχο χώρο (κι εδώ διαφωνώ με τον Rakasha), έναν εσωτερικό χώρο συνεπή και συναρπαστικό, ελεύθερο και χωρίς αυστηρές διαδρομές, που οσμώνεται ιδανικά με την πόλη και το έξω (χάρη στα πλεξιγκλάς και το γυαλί). Είδα στην αίθουσα του Παρθενώνα το μέγεθος και τη φύση της λεηλασίας της ζωφόρου, αντεπιχείρημα σε όσα έλεγα πριν λίγο καιρό, αν και συμφωνώ με τον Rakasha (και τον εαυτό μου στο εν λόγω ποστάκι) ότι "τα μάρμαρα, Ελγίνεια και μη, θα είχαν νόημα μόνο πάνω στον Παρθενώνα - χωρισμένα από το σώμα του, διάσπαρτα στο χώρο ,δεν προσφέρουν στον επισκέπτη ούτε καν μια αποσπασματική εικόνα του όλου: είναι παντελώς ακατανόητα." Πρόκειται πάντως για ένα πραγματικά μεγάλο και, επίσης, όμορφο μουσείο.

*

Πυρετός στο Μπουρνάζι



Είχα να πάω στο Μπουρνάζι από το 1991, από το οποίο είχα περάσει με μια κοπέλα από την Πετρούπολη, η οποία το περιφρονούσε. Εμένα, τώρα το 2009, απλώς με σοκάρισε. Νόμιζα ότι ο Κορυδαλλός είναι επαρχία μέσα στο Λεκανοπέδιο. Αν είναι έτσι, τότε η πλατεία με τα κουλομάγαζα στο Μπουρνάζι είναι η λαρισαϊκή εκδοχή του Βέγκας. Του Λας Βέγκας. Ένας κόσμος τόσο ξένος από την Αθήνα που ξέρω, όσο η Πολιτεία από τα Πατήσια. Η αντίφαση, που λέγαμε. Και η Κύπρος ως το όνειρο το μέσου Έλληνα, επίσης.

GatheRate

Δευτέρα, 24 Αυγούστου 2009

Everything burns, everyone screams

Νομίζω ότι τα τελευταία δύο χρόνια (από την Ηλεία και το Βατοπέδι και μετά, μέχρι και την πανελλήνια έκρηξη του Δεκέμβρη) πρέπει να έπεισαν και τους πιο αισιόδοξους ότι δεν υπάρχει περίπτωση συλλογικού κινήματος στην Ελλάδα: αδιαφορούμε εντελώς για τον δημόσιο χώρο και τον δημόσιο βίο πέρα από τα όρια της οικογένειας και του σπιτιού μας, η διαφθορά έχει εκλαϊκευτεί και εξυπηρετεί τους πάντες -- πλην εκείνων των λίγων που δεν έχουν ακόμα μπει στο κόλπο, οι πεποιθήσεις μας (αριστερές και δεξιές) παραμένουν προσκολλημένες στις κάθε λογής νομιμοφροσύνες.

Δυστυχώς, ο Τύπος μας φαίνεται να ζει στη άλλη, την Άνω, την ιδεατή Ελλάδα του Ελύτη. Μιλάνε για τις φετινές φωτιές με όρους οικολογικούς και καλαισθητικούς. Δεν ξέρω πού ζούνε όλοι όσοι τα λένε και τα γράφουν αυτά ή μάλλον δεν ξέρω ποιες νέες αναδυόμενες νομιμοφροσύνες προσπαθούν να υμνολογήσουν: αφού οδήγησαν μια ολόκληρη γενιά στην απαξίωση του αστικού τοπίου ως τσιμεντούπολης, κουτιών και άλλων τετοιων ανοησιών, η συντεχνία των δημοσιογράφων και των συν αυτοίς διανοητών παριστάνουν τώρα τις παρθενομάρτυρες του περιβάλλοντος και του ελληνικού δάσους.

Είναι πασιφανές για όποιον έχει κάποια αντίληψη κι έχει περάσει έστω και 10 μέρες από τη ζωή του έξω από τον Δακτύλιο ότι για τον Έλληνα η γη δε χάνει ποτέ, ότι τα δάση είναι γη μη καλλιεργήσιμη (άρα φύρα) και ότι μπορεί να αποφέρει κέρδος είτε ως καλλιεργήσιμη γη είτε ως φιλέτα για να χτίζει τη σπιταρώνα του ο κάθε λεχρίτης και το εξοχικό του ο κάθε σπιτόλαγνος φτωχομπινές. Άλλωστε, έτσι συμπεριφέρονται και οι δημόσιοι οργανισμοί της χώρας: με τις ευλογίες τους μετατρέπονται οι ανοιχτοί χώροι εντός των πόλεων σε μωλ και βίλατζ κι έτσι 'αξιοποιούν' τους χώρους χτίζοντάς τους.

Να το πω λιανά: η γη για την πλειοψηφία των Ελλήνων δεν είναι περιβάλλον, δεν είναι φυσική ομορφιά, δεν είναι το μέλλον των παιδιών του. Είναι περιουσιακό. Τους εμπρησμούς τους κάνουν οι ντόπιοι, οι τοπικές κοινότητες (και με την ανοχή και τη σιωπή τους). Δείτε έναν χάρτη των εμπρησμών τα τελευταία 20 χρόνια και αναρωτηθείτε: cui prodest? Οι "οικοπεδοφάγοι" του παπανδρεϊκού καταγγελτισμού δεν είναι εξωγήινοι, ούτε Τούρκοι, παρά ντόπιοι που θέλουνε να δώσουν αξία στη γη τους, τη γη που "παράλογα" και "ακατανόητα" το κράτος χαρακτηρίζει δασική περιοχή και δεν τους αφήνει να πλουτίσουν από αυτή.

Να το πω κι αλλιώς: ένας λαός με ανύπαρκτη αντίληψη δημόσιου χώρου, που γλείφει τα πατώματά του με χλωρίνες και πετάει τα σαρίδια στη δημοσιά και τα μπάζα στον γιαλό, ένας λαός που αυτοκτονεί από καρκίνο γιατί βάζει πενταπλάσιες δόσεις φυτοφάρμακα (μπας και πάρει και τρίτο αμάξι χωρίς δάνειο), ένας λαός που ψάχνει το κράτος όταν δεν τον ψάχνει το κράτος και ο οποίος διαβιώνει με μαύρα κατάμαυρα λεφτά (γι' αυτό ακόμα δε μας άγγιξε η κρίσ') χέστηκε για τα καημένα τα ελαφάκια, για τη διάβρωση (που θα τον πνίξει), για τα θλιβερά αποκαΐδια και για την επερχόμενη ερημοποίηση.

Εσύ, hypocrite lecteur, mon semblable, mon frère, τι θα προτιμούσες: 50 στρεμματα σκίνα και πουρνάρια ή -- άντε -- πευκάκια με κουνάβια κι αλεπούδες (που σου τρώνε τις κότες) ή 50 οικοπεδούμπες φιλέτο;

GatheRate

Τετάρτη, 19 Αυγούστου 2009

Προσβολή

Η έννοια της προσβολής αποτελεί μια βασική, αν όχι θεμελιώδη, έννοια που κατέχει κομβικό ρόλο στις συζητήσεις για τα κοινά, την κοινωνία και την πολιτική τα τελευταία 30 ή τόσα χρόνια. Οι συζητήσεις περί του τι προσβάλλει ποιους, ιδίως όταν όσοι εισπράττουν την προσβολή ανήκουνε σε μειονότητες, έχουν αποκτήσει κεντρική θέση στη χάραξη πολιτικών σε επίπεδο όχι μόνο κεντρικού σχεδιασμού αλλά και τοπικό. Αφήνω λοιπόν εδώ στην άκρη μικροπολιτικές ποτεμκιανές κωμικότητες όπως το θρυλούμενο κουκούλωμα του αγάλματος του Κολοκοτρώνη μπροστά από την Παλιά Βουλή όταν επισκέφτηκε την Αθήνα ο Ινονού ή ο Μεντερές ή δεν ξέρω ποιος Τούρκος πρωθυπουργός.

Στο θέμα μας: έχουμε ακούσει λ.χ. για λαϊκό εορτασμό των Χριστουγέννων επειδή η φάτνη προσβάλλει τους άθεους ή τους μουσουλμάνους ή τους ισραηλίτες. Έχουμε γίνει μάρτυρες ενεργειών περιστολής της ελευθεροτυπίας και της ελευθερίας του λόγου γιατί προσβλήθηκαν μειονότητες εθνικές, θρησκευτικές ή φυλετικές.

Η απορία μου, γνήσια απορία με την οποία θέλω να ξεκινήσω έναν κάποιο διάλογο, είναι η εξής. Δεδομένου ότι οτιδήποτε είναι δυνατόν να προσβάλει κάποιον, δε θα ήταν σκόπιμο η προσβολή να καταγγέλλεται (και να διώκεται ενδεχομένως) μόνον όταν υπάρχει πρόθεση προσβολής; Η πρόθεση προσβολής δεν είναι τόσο δύσκολο να διαπιστωθεί όσο θα νόμιζε κανείς (σε πολλές χώρες υπάρχει το νομικό πλαίσιο για να καταθέτουν οι πραγματολόγοι στα δικαστήρια σε τέτοιες υποθέσεις). Και στο κάτω-κάτω, σε κάθε άλλη περίπτωση, η πρόθεση (ή η απουσία της) μπορεί να ξεχωρίσει την ηθικά μεμπτή από την ηθικά ουδέτερη πράξη.

Αυτές οι λίγες και απλές σκέψεις, περισσότερο απορίες, δηλαδή.

GatheRate

Τρίτη, 18 Αυγούστου 2009

Ο Sraosha πάει στις μαργαρίτες

Δε γίνεται να είσαι και ευαίσθητος και κουλ. Αυτό για αργότερα.



Αγαπώ πολύ τη Δυτική Ελλάδα. Γύριζα πάλι από εκεί και κοιτούσα έξω: εγκαταλελειμμένοι σιδηρόδρομοι, εγκαταλελειμμένες αποθήκες, εγκαταλελειμμένες (;) σήραγγες, εγκαταλελειμμένα εργοτάξια, εγκαταλελειμμένα χωριά: χρήματα του ελληνικού λαού πεταμένα. Ωραίες ανεμογεννήτριες, όλο χάρη, από τα όμορφα πράγματα που η τεχνική μας θα αφήσει στα τοπία του μέλλοντος. Διοχέτευση κυκλοφορίας μέσα από δρόμους χωριών. Κάποια νέα έργα. Οι προκλητικές πινακίδες που προειδοποιούν για επικινδυνότητα στο κομμάτι Κιάτο-Ρίο της κατάπτυστα στενής αλλά πανάκριβης "εθνικής" οδού, αν και άρχισαν κάποια έργα κι εκεί. Ορδές Σαλονικιών παντού λόγω της Εγνατίας: πολύ μεγάλο έργο, εκτός αν είσαι αρκούδα στα βουνά. Τσιγγάνοι και χαζογκομένια αμφότερων φύλων με σινιέ γιαλούμπες. Ασυνάρτητα ΚΤΕΛ και χρόνια έλλειψη σιδηροδρόμου. Η αντίφαση -- όχι η 'αντίθεση' -- ως η ουσία της Ελληνικής 'εμπειρίας'. Και πολλών άλλων 'εμπειριών', βεβαίως.



Με πολλούς από εσάς έχω γίνει οικογένεια σχεδόν. Μέχρι και το μυστηριώδες καρχαριοειδές, τον Κύριο Φώλιο, γνώρισα. Λαμπρός κι εξαίρετος νέος, μακάρι να ήμουνα σαν κι αυτόν στα νιάτα μου. Σ' εσάς που ρωτάτε είτε γιατί δε γράφω είτε γιατί σας έγραψα, υπενθυμίζω: γράφω μπλογκ κυρίως για αναψυχή, για να ξεσκάσω. Όπως το ψυλλιάστηκε κάποτε ο πατέρας μου: "όσο πιο πολλή δουλειά έχεις, τόσο πιο πολύ χαζεύεις, ε;" Όσο για τους φίλους μου, προτιμώ να τους βλέπω παρά να τους γράφω. Οπότε, πολλές φορές νομίζουν ότι τους γράφω γιατί, λ.χ., τσαντίστηκα ή πικαρίστηκα ή δεν ξέρω τι. Καμμία σχέση.



Το καλοκαίρι για μένα είναι η εποχή που έρχομαι αντιμέτωπος με τους φόβους μου. Φέτος το καλοκαίρι δούλεψα περισσότερο από άλλες φορές, οπότε οι αναμετρήσεις ήταν εντονότερες και πιο ποδοσφαιρικές. Κάποτε έβλεπα μέχρι και όνειρα ότι δικαιωνόμουνα σε πολυετείς διενέξεις: ξέρετε τι ονειρεύεται ο πεινασμένος.



Όσο πιο πολύ μεγαλώνω, τόσο περισσότερο παραδίνομαι στη συμπόνοια (για τους ανθρώπους) και στην κόπωση (από τους ανθρώπους), σχεδόν ντοστογιεφσκικά. Αντιφατικά. Συμπόνοια: μου είναι πια πολύ δύσκολο να πω "τα 'θελε ο κώλος του", "ας πρόσεχε", "ωχ μωρέ καημένε", "μεγάλο παιδί είναι, 61 χρονών γυναίκα" κτλ. Κόπωση: μου είναι πια πολύ δύσκολο να κάνω χατήρια δεξιά κι αριστερά, να οχυρώνομαι πίσω από τη θρυλική καρτερία μου (ναι, στο μπλογκ βγάζω το άχτι μου και ψυχοθεραπεύομαι) για την κάθε μαλακία του κάθε κακομαθημένου. Δεν είμαι κουλ. Με νιάζουν οι άλλοι, κι όχι μόνο ως προς το ποια είναι η γνώμη τους για μένα. Με νιάζει αν είναι καλά, αν έκανα ό,τι περνούσε από το χέρι μου γι' αυτούς. Αν ήμουνα γιατρός (αν), θα πήγαινα γοργά στα θυμαράκια.

Δε γίνεται να είσαι κουλ και να είσαι και ευαίσθητος. Δε γίνεται να είσαι ακέραιος και να είσαι μόνο ηδονιστής. Αυτό σάς το λέει ένας ηδονιστής.

GatheRate