Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2010

Το μικρό καλάθι, τα μπλογκ, οι εφημερίδες και η ανακάλυψη της Αμερικής από τους Τούρκους



Γίνεται πολύς λόγος για τη "διάβρωση" των μπλογκ από τη συμβατική δημοσιογραφία. Δεν το έχω μελετήσει πραγματικά το θέμα, οπότε δεν ξέρω τι να πω. Θα σας πω όμως τι συνέβη αυτό το σαββατοκύριακο, μάλλον ένα από τα πολλά που συνέβησαν αυτό το σαββατοκύριακο.

Για πρώτη φορά μετά από πολλά χρονια αγόρασα και κυριακάτικη Καθημερινή (το σαββατόβραδο) και το κυριακάτικο Βήμα (την Κυριακή). Ενδίδοντας στο βιογραφισμό για μια στιγμή, να σας πω ότι έμαθα να διαβάζω στα πέντε μου από εφημερίδες, οι οποίες κυκλοφορούσαν στο σπίτι μας άφθονες, με την πράσινη μουτζούρα πάνω δεξιά. Με έλεγαν εφημεριδοφάγο (και "το παιδί του γέλιου", επίσης, όχι "γελαστό παιδί"). Η Καθημερινή έμπαινε καθημερινά σπίτι μας για χρόνια, μέχρι που την πήρε ο Κοσκωτάς (για το οποίο ποτέ δε συγχώρησε τη Θείτσα Ελενίτσα Βλάχου ο πατέρας μου). Μεγάλωσα περιφρονώντας την Απογευματινή και τις "παρόμοιες φυλλάδες". Έπρεπε όμως να σέβομαι και την Ελευθεροτυπία διότι α) εκεί έγραφε ο Φρέντυ Γερμανός β) τη διάβαζε ο παππούς (επειδή εκεί έγραφε ο Φρέντυ Γερμανός) -- και μετά την έκοβε λωρίδες για την τουαλέτα, για τους ξένους υπήρχε και χαρτί υγείας γ) περιείχε τη δύσκολη λέξη "αδέσμευτος" στον υπότιτλό της.

Πλατειάζω πάλι. Η Καθημερινή λοιπόν με έκανε να νιώθω ότι επήλθε το Finis Graeciae, το προρρηθέν παρά του ξέρετε-ποιου. Λες κι ήταν συντονισμένοι όλοι οι συντάκτες να σε κάνουν να θες να κλαις μετά την ανάγνωση του φύλλου. Οι Έλληνες γίνονται πιο ξενόφοβοι. Επίκειται κηδεμονία. Αδιέξοδο. Τρώγονται στην κυβέρνηση. Δανεικά τέρμα. Και άλλα που απώθησα μετά από έναν 9ωρο ύπνο. Πρόκειται για τη νέα γραμμή της Κ; Δεν ξέρω. Ούτε λέω ότι καρυωτακίζει ή ότι κινδυνολογεί. Απλώς, δεν το περίμενα. Αυτό.

Το Βήμα σήμερα με κατέπληξε επίσης. Στα δύο περιοδικά αλλά και στην ίδια την εφημερίδα (την οποία είχα να ανοίξω καιρό) διάβαζα κείμενα επιπέδου, ποιότητας και ύφους (κυρίως ύφους) μπλογκ! Καλών μπλογκ, αλλά μπλογκ. Μπλογκ. Χωρίς πλάκα. Έμεινα κατάπληκτος: όλα τα περιεχόμενα της σακούλας (εκτός από την Εισαγωγή στην Ψυχανάλυση, Τόμος Α') ήτανε σαν γραμμένα από μπλογκάδες για τα μπλογκ τους (κι όχι, λ.χ. για κάποιο έντυπο που τους έκανε την τιμή, την τιμή, λέγω, να τους ζητήσει να γράψουν γι' αυτό). Ο ένας παραπονιόταν ότι δε θέλει να ακούει γνώμες, θέλει να του λένε ποια η πληροφορία και ποιο το σχόλιο. Ο Χωμενίδης γράφει ένα κείμενο που μας μιλάει για τη μεγάλη πλειοψηφία, το 95%, για τη "ραχοκοκκαλιά" της Ελλάδος, που δε βλέπει Στρέλλα και Κυνόδοντα, που δε διαβάζει, που βλέπει τηλεόραση και που ψάχνει το σεξ εκτός του γάμου (χμμμ...). Ο Βίδος πάλι μας λέει για την πορνογραφία..., αλλά, ώπα, εντάξει, ο Βίδος μπλόγκαρε πριν τα μπλογκ: άκυρο. Σαν τον Διόδωρο.

Η πολιτική αρθρογραφία του Βήματος έμοιαζε κι αυτή με μπλογκ καλών δημοσιογράφων (δε λέω ποιων, μην ξεχάσω κανέναν και πέσουνε να με φάνε ότι αποφάσισα να λιμοκτονήσω και να λοιδωρούμαι συστηματικά ψάχνοντας δια της κολακείας δουλειά σε κανα ένθετο). Η συνέντευξη του Τσίπρα (ο οποίος πόζαρε σαν Λένιν -- εντάξει, σε αντιπαθήσαμε, δε χρειάζεται να προσπαθείς άλλο) θα μπορούσε να έχει παρθεί από μπλογκά (βεβαίως εδώ μπορεί να φταίει και ο Τσίπρας). Μια συντάκτρια ξεμπρόστιαζε θαρρετά και α λα μπλογκ τα παιδάκια που κέρδισαν τα σώου ταλέντων κι εξαφανίστηκαν. Υπήρχε κι ένα ανάλαφρο ρεπορτάζ (εδώ πρέπει να έπεσε τρελό ψαλίδι) για τη ζωή μιας "στρίπερ".

Λέτε η κάθοδος των δημοσιογράφων στον μπλογκόκοσμο από τον Όλυμπο της έντυπης δημοσιογραφίας να ανέβασε το επίπεδό μας εδώ χάμω στα μπλογκ τόσο ώστε πια να διαβάζουμε Βήμα και να το βρίσκουμε απαράλλαχτο με τα αναβαθμισμένα πλέον μπλογκ;

Υπάρχει βεβαίως κι άλλο ενδεχόμενο. Δηλαδή, υπάρχουν πάρα πολλά ενδεχόμενα, αλλά πρέπει να φτιάξω μια μακαρονάδα του ψαρά και να μαζέψω στο σουβενιρόκουτο κάτι εισιτήρια από τη Λισσαβώνα, γαλλικές τηλεκάρτες που έληξαν το 2005 (!) κι άλλα παρόμοια, οπότε βιάζομαι λές και έχω να παραδώσω κομμάτι πριν κλείσει το σαλόνι. Ας εικονογραφήσω το ενδεχόμενο αυτό:



Ο old boy (με αφορμή το πολύκροτο, βαθύ και αποκαλυπτικό -- με όρους Βήματος τουλάχιστον -- ποστ μου 'Πουτάνες κι ερωμένες'), μου έστειλε αυτό. Διαβάστε το προσεκτικά. Προσέξτε ύφος αλλά, κυρίως, το περιεχόμενο, λ.χ. τη φω κατάπληξη που αναδίδει και το πασπάλισμά του κειμένου με το "για τη φουκαριάρα την καύλα μου, που είμαι άσχημος και με ειδικές ανάγκες". Ευτυχώς δηλαδή υπάρχει και η δήλωση περί μπουφέ στο τέλος κι έρχεται να παλαντζάρει κάπως. Έμεινα πάντως κι εγώ κατάπληκτος με το πόσο δίκιο είχα όταν σάρκαζα λέγοντας "θα μιλήσουμε για κάτι που ποτέ μα ποτέ δε σας πέρασε από το μυαλό: την πορνεία και τις εργαζόμενες στον κλάδο της πορνείας". Να το πω κι ανοιχτά: το άρθρο μού φάνηκε σαν να το έγραψε άρτι ξεμαντρωθέν εσώκλειστο στην Ελβετία του 1892, ή σαν να απευθυνόταν σε αναγνώστες από τον πλανήτη Σάικρα. Περιμένω τώρα άρθρο με τίτλο "γιατί αγοράζουμε αυτοκίνητο", "το φαινόμενο των ντελίβερυ", "όλο και περισσότεροι Έλληνες ταξιδεύουν στο εξωτερικό", "γκουρμεδιά: έχει γίνει μόδα", "βαρέα μέταλλα στο ψάρι!" κτλ. Η δημοσιογραφία φαίνεται να αφιερώνεται πια στην ανακάλυψη της Αμερικής από τους Τούρκους, δηλαδή, όπως έλεγε κι ο προμηθέας, ένας παλιός μπλογκάς.

Μιλώντας για σεξ, τι έχουνε πάθει τα σοβαρά φύλλα κι ασχολούνται; Με το σεξ; Εσείς λ.χ. το ξέρατε ότι μας κουτσομπολεύουν οι γυναίκες; Ναι, ρε. Αλήθεια. Τα συζητάν "αυτά τα πράματα" (αλλά και το πράμα μας). Δεν είναι τυχαίο που μόλις περάσεις το Sorbonne II (για να το πω ευγενικά) με μία, πέφτουν όλες πάνω σου σα μυωπικές μύγες. Όχι. Σοβαρά. Στο ΒήμαΜΕΝ το διάβασα. Σεξ, ναι. Σας υπενθυμίζω κι αυτό με τη "στρίπερ". Αλλά κι αυτοί το αναγνωστικό κοινό θέλουν να ικανοποιήσουν: όπως λέν κι οι Γάλλοι: "c'est comme la confiture: moins on en a, plus on l'étale" ('είναι σαν τη μαρμελάδα: όσο λιγότερη έχεις, τόσο πιο πολύ την απλώνεις'). Αλλά επειδή -- όπως βλέπω στο γκουγκλ, -- αυτό το λένε για την καλλιέργεια, ερχομαι στο ελληνικό δημώδες με τα πολλά κεράσια και το μικρό καλάθι. Και πάω να φτιάξω να φάμε.

(Η πρώτη φωτογραφία από εδώ.)

GatheRate

Τετάρτη, 27 Ιανουαρίου 2010

ἕνεκεν τούτου καταλείψει ἄνθρωπος τὸν πατέρα αὐτοῦ καὶ τὴν μητέρα

Αυτό το πελώριο τριαξονικό θηρίο που είναι παρκαρισμένο έξω από το σπίτι μου δεν είναι νταλίκα, ο κόκορας είναι. Αυτός που του τα φορτώνω όλα. Κανονικά λοιπόν θα έπρεπε να δουλεύω. Αλλά δε γίνεται.

Ι.



Πρώτα-πρώτα, ένα κείμενο σαν κι αυτό δεν μπορώ να το αφήσω ασχολίαστο. Έτρωγα το βραδυνό μου βλέποντας κάτι ανθρώπους στην τηλεόραση τόσο φτωχούς, ώστε να είναι δυστυχισμένοι. Έχω ξαναπεί ότι έχω υπάρξει φτωχός -- όχι όμως τόσο πολύ.

Με αφορμή το θέαμα της φτώχειας σκεφτόμουν τέλος πάντων ότι δεν κατάλαβα ποτέ τη λογική της χλιδής. Μου προκαλεί κάποια αμηχανία και ίσως και νευρικότητα η επικάλυψη μιας ζωής με απολύτως πανάκριβα (συνήθως υπερτιμολογημένα) πράγματα. Δεν είμαι χίππης ούτε ασκητικός χαρακτήρας. Ίσα-ίσα: υπάρχει λόγος που ο πολιτισμός ξεκίνησε στις πόλεις και, εν πάση περιπτώσει, δεν θέλω να σφάζω εγώ τις κότες που θα μαγειρέψω με κάρυ. Επιπλέον, απολαμβάνω τα εκλεκτά πράγματα: μου αρέσουν τα ακριβά ρούχα, αλλά να έχω ένα ή δύο ανά είδος. Μου αρέσουν οι BMW (κι εμένα) αλλά πάντα με κάνουν να αναρωτιέμαι "και γιατί όχι Toyota". Μου αρέσουν τα ακριβά μαγαζιά αλλά για μια ειδική περίσταση. Τρελαίνομαι για σαμπάνια αλλά όχι κάθε βδομάδα -- γιατί άλλωστε; Η σκέψη ότι όλα μου τα σώβρακα θα κοστίζουν από €30 και πάνω το ένα, ότι όλα μου τα πουκάμισα θα είναι από €200 και πάνω, ότι δε θα έχω παπούτσια κάτω των €70 κτλ. με φρικάρει: για ποιον λόγο; Ακόμα και τα βιβλία (που είναι η ζωή μου) τα αγοράζω αφού σκεφτώ και ξανασκεφτώ αν πράγματι τα χρειάζομαι.

Ανοίγω μετά τον υπολογιστή και διαβάζω το κείμενο του Ξυδάκη λοιπόν και αυτές οι ασυνάρτητες διαθέσεις και τάσεις μπήκανε σε μια ευρύτερη προοπτική.

ΙΙ.



Άλλο σημαντικό κείμενο σήμερα, αυτό του Πετεφρή. Ούτε που θα προσπαθήσω να καταπιαστώ με όσα επώδυνα κι οξυδερκή λέει για τα πολιτικά μας πράγματα. Απλώς πιάνομαι από αυτό που λέει για την "προσήλωση κάθε γενιάς Ελλήνων στην παιδική της ηλικία και στα πρότυπα που διέθετε έως την εφηβεία". Αυτή η προσήλωση είναι ο διάολός μου. Ίσως γιατί μεγάλωσα ανάμεσα σε ανθρώπους (οικογένεια αλλά και φίλους) για τους οποίους αυτή η πανίερη παιδική ηλικία ήταν ή δύσκολη, ή γκροτέσκα ή αποκαρδιωτικά ασυνάρτητη. Προσωπικά αισθάνομαι ότι έγινα άνθρωπος στα 23 μου, όταν πάτησα στο Λονδίνο (καλά, εννοείται ότι δεν πιστώνεται το Λονδίνο με το κατόρθωμα του ότι με έκανε άνθρωπο -- αλίμονο). Μέχρι τότε ήμουνα προνύμφη, ζαγάρι, ούφο -- δεν ξέρω.

Δεν καταλαβαίνω πάντως πώς γίνεται άνθρωποι να θεωρούν την εισαγωγή της όπερας της ζωής τους πιο σημαντική ή όμορφη ή δεν ξέρω τι από το ίδιο το έργο. Ίσως φταίει που παντρεύονται και σταφιδιάζουν ψυχολογικά. Ή που δεν παντρεύονται και τους ζουπάνε στο πατητήρι. Ξέρω γω;

Να το σκεφτώ λίγο. Τι είχε η δική μου παιδική ηλικία; Ντυσίματα εβδομηνταρέικα. Θειες και θειάδες, επισκέψεις, σοκολατάκια, πτιφούρ,κρυστάλινα τασάκια, καναπέδες με κρόσια. ΥΕΝΕΔ. Λάσυ. ΠΑΣΟΚ, ΠΑΣΟΚ, ΠΑΣΟΚ. Σχολείο. Χωριό. Ραδιόφωνο. Ζέστη. Δυναστεία. Μηχανάκια. Ζούμπερι-Αυλάκι-Μουλα Μπραΐμ-κατασκηνώσεις. Στερεοφωνικό. Χάρυ Κλυν. Γιαγιά Ελένη. Πάρκο-Ζάππειο-Εθνικός Κήπος. Παππούς-παστουρμάς με αυγά-εφημερίδες-εφημερίδες-εφημερίδες. Σάββατο στη δουλειά του μπαμπά-κεμπάπ στην Αθηνάς. Σπασμένο χέρι.

Ωραία πράματα. Τα έκανε ωραία η αγάπη (τη γονική αγάπη και τα συναφή μόνον αναδρομικά την αισθάνεσαι). Αλλά πώς να μείνεις εκεί;

ΙΙΙ.



Έχω την εντύπωση, και με τρώει, ότι η προσήλωση στην παιδική ηλικία, στη "γενιά", στην "εποχή της αθωότητός" μας, που έλεγε και ο μιαρός Μαστοράκης, μαρτυρεί πολύ περισσότερα από μια απλή κατάφαση της γονικής αγάπης, της προστασίας με την οποία μας περιέβαλλαν όταν τη χρειαζόμασταν -- κι όχι λ.χ. στα 30 μας, σε αντάλλαγμα δανεικών και σιδερωμένων ρούχων. Νομίζω ότι η προσήλωση αυτή αποτελεί συνέπεια του πώς λειτουργεί η οικογένεια στην ελληνική κοινωνία. Αλλά βαριέμαι να επαναλαμβάνομαι, και σίγουρα το βαριέστε κι εσείς.

(Η τελευταία φωτογραφία από εδώ.)

GatheRate

Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2010

Πουτάνες κι ερωμένες

Ι.

Με αυτόν τον συγκλονιστικό αλλά και περιεκτικό στίχο του ευαίσθητου οραματιστή Φίλιππου Πλιάτσικα θα ανοίξουμε τη συζήτηση για το φλέγον κοινωνικό μας θέμα, αγαπητοί αναγνώστες. Για όσους από εσάς μόλις ανοίξατε τους δέκτες σας· θα μιλήσουμε για κάτι που ποτέ μα ποτέ δε σας πέρασε από το μυαλό: την πορνεία και τις εργαζόμενες στον κλάδο της πορνείας.

Είδα στο Euronews (εδώ στο προκεχωρημένο φυλάκιο του Ελληνισμού είναι από τις καλύτερες πηγές πληροφόρησης, μαζί με το δελτίο της ΝΕΤ, των βρετανικών βάσεων και του ραδιοφώνου του ΡΙΚ) το ρεπορτάζ για τη διαμαρτυρία των εκδιδομένων (μην τις λέτε "ιερόδουλους" σας παρακαλώ: δεν είμαστε ειδωλολάτρες, άσε που η λέξη με κάνει να φαντάζομαι αποστεωμένες φαινομηρίδες καλόγριες και ταράζομαι). Οι περισσότερες ήτανε μπαμπουλωμένες με μαντήλες, για να μην αναγνωρίζονται, με εξαίρεση μια μορφή αρκετά αγέρωχη αλλά μάλλον βετεράνο του επαγγέλματος (και των ήδη από την εποχή που ήταν ο Έβερτ δήμαρχος στην Αθήνα αγώνων).

Νομίζω ότι πολλοί θεωρούν τις πόρνες αναγκαίο κακό, κάτι σαν σκουπιδιαραίους ή ταξιτζήδες. Δικαίωμά τους, φυσικά, αν και ως στάση με βρίσκει αντίθετο. Άλλοι τις προσεγγίζουν σα ναυάγια της ζωής και πονεμένες υπάρξεις. Πολλές είναι. Όπως πολλοί πανεπιστημιακοί είναι δυσλειτουργικοί παλίμπαιδες, συνήθως με χοντρό Άσπερτζερ. Αλλά δεν είναι όλες οι πόρνες θύματα κι ερείπια (μια φωνή εδώ), ούτε όλοι οι πανεπιστημιακοί εγωπαθή αντικοινωνικά κομπλεξάκια (ούτε όλοι οι ταξιτζήδες... κτλ).

Η ενδιαφέρουσα και ισόρροπη σύγκριση είναι πάντως μεταξύ πόρνης και καθαρίστριας: και οι δυο "εύκολες" δουλειές για όχι ιδιαίτερα προνομιούχες γυναίκες. Προσωπικά σέβομαι βαθύτατα και τις μεν, που προσφέρουν το σώμα τους και τη διάθεσή τους για την εκτόνωση, το κέφι, την παρηγοριά, τη φαντασίωση, την εκλεκτική ηδονή του πελάτη, και τις δε, που προσφέρουν το σώμα τους για την υγεία, την καθαριότητα, την τάξη, την ευεξία ή και την ξεκούραση του πελάτη.

Όλα τα παραπάνω βρωμάνε τέλη 19ου αρχές 20ου, σε βαθμό ναυτίας. Ακόμα εκεί βρισκόμαστε: αντί να καταπολεμήσουμε τη διακίνηση ανθρώπων και την εκμετάλλευσή τους, αντί να κινηθούμε προς τη διασφάλιση εργασιακών δικαιωμάτων, ασφάλειας, υγείας κτλ. των πορνών και των συναφών εργαζομένων, είτε κάνουμε το παπί, είτε προσπαθούμε να τις κάνουμε ηρωίδες (μια πολύ φαλλοκρατική στάση, κατά βάθος) ή θύματα-κουρέλια (μια πολύ πατερναλιστική στάση, ακόμα κι επιφανειακά). Δε θέλω να επεκταθώ παραπέρα γιατί δε γνωρίζω πολύ καλά το ζήτημα, αλλά εδώ και είκοσι χρόνια που συζητιέται το πού θα είναι τα σπίτια και πώς θα δουλεύουν και πώς θα διασφαλίζονται οι γυναίκες που εκδίδονται, σπανίως έχω ακούσει τη θέση των ίδιων των εκδιδομένων γυναικών. Η συζήτηση γίνεται συνήθως από άλλους και με αυτόν τον ψευδο-ντεκαντάν λυρισμό της δεκαετίας του '50 και του '60, με όρους του Αστερισμού της Παρθένου κτλ.

Κι έτσι, αυτές οι γυναίκες στις οποίες πάρα πολλοί χρωστούν πάρα πολλά (επαναλαμβάνω, όπως χρωστάμε στις καθαρίστριες, στους ταξιτζήδες, στους εργάτες καθαριότητας και σε μια σχεδόν αμελητέα μερίδα πανεπιστημιακών -- μια και τους μελετήσαμε), δεκαετίες μετά τη λεγόμενη σεξουαλική επανάσταση, κατεβαίνουν σε πορείες μπαμπουλωμένες με μαντήλες για να διεκδικήσουν τα αιτήματά τους. Αντίθετα με όλους τους άλλους.

ΙΙ.

Πριν χρόνια διάβαζα σε περιοδικό ποικίλης ύλης ένα δακρύβρεχτο ρεπορτάζ για την πορνεία όπου ισχυριζόταν η συντάκτρια ότι έχουν κι οι πουτάνες ψυχή, ζωή και οικογένεια -- να τη πάλι η δεκαετία του '60. Όλες οι γυναίκες που φωτογραφίζονταν γι' αυτό το κομμάτι έκρυβαν το πρόσωπό τους. Μία έλεγε (όχι αυτολεξεί) ότι δε θέλει να μάθει το παιδί της ότι γαμιέται. Δίκιο είχε και πολύ καλά έκανε, αφού ξέρουμε σε τι κόσμο ζούμε.

Όμως, θα έκρυβε μια καθαρίστρια (ή μια νοικοκυρά) το πρόσωπό της επειδή δε θα ήθελε το παιδί της να μάθει ότι η μητέρα του καθαρίζει σκάλες και πλένει τουαλέτες; Κάτι δεν πάει καλά εδώ, νομίζω. Αφήστε που, να το πω ωμά, όλες οι μάνες εξορισμού γαμιούνται (πώς αλλιώς βρεθήκαμε σε αυτόν τον ωραίο πλανήτη;), πολλές μάλιστα όχι μόνο με τον μπαμπά μας (συνήθως για καλό). Κάτι δεν πάει καλά.

ΙΙΙ.

Διάβασα το Lost Girls του Alan Moore. Ενδιαφέρον αλλά αποτυχημένο. Φυσικά και δε λειτουργεί ως πορνογράφημα: δεν το αφήνει το πνεύμα του Moore και τα άθλια σχέδια της Gebbie. Ως κόμικ (graphic novel, που λένε) πάει και δεν πάει: εκμεταλλεύεται όσο μπορεί το μέσον, παίζει με την κειμενικότητα, με τη λογοτεχνική σύμβαση, με το χάσμα μεταξύ μυθοπλασίας και ζωής -- κι αποτυγχάνει.

Κάποια ηρωίδα στο κόμικ λέει κάποια στιγμή πώς έχασε την πίστη της στην κοινωνία και τους κανόνες της, αφού συνειδητοποίησε ότι "όλοι έχουνε τέτοια φωτιά ανάμεσα στα σκέλια τους", γνήσιο τέκνο της βικτωριανής εποχής που ζει το ψυχορράγημα της Μπελ Επόκ. Αυτός ο προβληματισμός υπήρχε και στη μεταπολεμική Ελλάδα (αλλά και αλλού -- δείτε το χαζό Rue des Plaisirs, μόνο και μόνο για το πώς αναπαριστά τη μεταπολεμική Γαλλία): "όλοι μα όλοι έχουνε βιτσια, κάποιο κουμπί, άρα η κοινωνία είναι σάπια". Αυτή η πρόταση (πώς αλλιως να την πω;) επανέρχεται κάθε φορά που προκύπτουν αμερικανιζέ σεξουαλικά σκάνδαλα πολιτικών, αν και βεβαίως δε θα έπρεπε εάν δεν τίθεται θέμα υποκρισίας ή κατάχρησης (χρήματος ή εξουσίας). Ακούγεται πολύ: "α, αυτός ήθελε να τον δέρνουν με σφουγγαρίστρα, α αυτή παρτουζωνόταν με συνδικαλιστές ή είναι τεκνατζού, α ο τάδε στα νιάτα του πήρε τον Χ ή την Ψ, α η τάδε λεσβιάζεται μπανίζοντας τον Φούτσι 20 να τρέχει"...

Χωρίς πόζα και πραγματικά χωρίς να το παίζω, ειλικρινά δεν καταλαβαίνω πώς οι προτιμήσεις μας, όταν δεν τίθεται θέμα υποκρισίας ή κατάχρησης (χρήματος ή εξουσίας), παίζουν οποιοδήποτε ρόλο στον δημόσιο βίο. Επειδή μάς κάνουν ευάλωτους στον εκβιασμό και στη διαφθορά; Οκέι, αλλά περισσότερο από την ανάγκη μας λ.χ. για χρήμα ή για αναγνωριση; Κάτι δεν πάει καλά εδώ, νομίζω.

Στο κάτω-κάτω, τα βίτσια μας, όπως και η ανάγκη μας για χρήμα ή για αναγνωριση κι άλλα πολλά, μας κάνουν ανθρώπους. Δεν μπορεί πια, τόσους στοχαστές και τόσα αποτυχημένα κοινωνικά πειράματα μετά, η ηθική να αντιμετωπίζεται άλλο ως άρνηση της ανθρώπινης φύσης.

GatheRate

Πέμπτη, 21 Ιανουαρίου 2010

Εθισμοί, εθνικοί και άλλοι



Άκουγα το πρωί ραδιόφωνο των βρετανικών βάσεων πηγαίνοντας στη δουλειά. Πάλι ξεσηκώθηκαν εκεί διάφοροι ακτιβιστές για το αλκοόλ. Είναι το προαιώνιο βάσανό τους, 250 χρόνια αποτυχημένων πολιτικών κατά του αλκοόλ αυτή η χώρα: π.χ. εριξαν την μπύρα στα μέσα του 19ου αιώνα στην αγορά για να ξεκολλήσει ο λαουτζίκος από το τζιν (μη φαντάζεστε τίποτε Bombay Sapphire, κάτι νέφτια πίνανε). Μετά τους είχε κάτσει αυτό το κλείσιμο των 11 μμ. Τώρα πολλοί Συντηρητικοί ζητούν αστυνομικά μέτρα για να απαγορευτούν διάφορες μορφές κατανάλωσης οινοπνευματωδών (λ.χ. τα 'Πιες όσο θες για 10 λίρες' κτλ.), οι ίδιοι που στηλιτεύανε το απαίσιο 'κράτος-νταντά' που υπαγορεύει στους πολίτες τι να κάνουν και πώς να ζουν.

Η μαζική τους εθελοτυφλία στο θέμα μού θυμίζει εμάς, αλλά απόψε δε θα πω πάλι για εμάς, άλλωστε νομίζω ότι πιο εύκολα θα καταλάβουμε τι γίνεται με το κάπνισμα στην Ελλάδα, τον δικό μας εθνικό εθισμό, παρά οι Βρετανοί με το αλκοόλ στο Βασίλειό τους. Σε πάρα πολλά πράματα (κι αν σκεφτεί κανείς ότι είναι μεγάλη χώρα κι ότι διατελούσαν κοσμοκράτορες, δημοκρατία και βιομηχανική χώρα), η Βρετανία είναι πολύ πιο τελειωμένη από την Ψωροκώσταινα. Γι' αυτό και δε γύρισα εκεί ποτέ, τελικά.

Μεγάλωσα λοιπόν μέσα σε ένα σπίτι που κάθε πρωί με ξυπνούσε η μπόχα του 22. Ο πατέρας μου κάπνιζε ένα πακέτο σε 3 μέρες αλλά σιχαινόταν τη μυρωδιά του καπνού και (κυρίως) την τσιγαρίλα. Αν και το έχει κόψει εδώ και 20-τόσα χρόνια, του έχει μάλιστα μείνει το κουσούρι κι ανοίγει ορθάνοιχτα πορτοπαράθυρα χειμώνα-καλοκαίρι για να αερίζεται το σπίτι του. Το έκοψε όταν πρωτοαυξήθηκε η τιμή του το '80-κάτι, γιατί δεν ήθελε να δίνει τα ωραία του λεφτά "στον πούστη τον Παπανδρέου" (όχι αυτόν ρε σεις, τον πατέρα του). Το έκοψε μαχαίρι. Κάπνιζε από τα 13 του χρόνια.

Δεν είχα λοιπόν κίνητρα να αρχίσω το κάπνισμα. Δε μου έλεγε τίποτε. Τις συμμαθήτριες τις έκανα να ενδιαφέρονται φακίρικα, μιλώντας τους. Δεν είχα και πολύ χαρτζιλίκι. Μετά γνωρίστηκα με τη ΓΤ. Η οποία κάπνιζε Στύβεζαντ. Η οποία ήταν σέξυ μέχρι λιποθυμίας, μύριζε μόσχο (White Musk του Body Shop, πολύ της μόδας τότε) και καπνό. Με την οποία δεν έγινε τίποτα -- αηδίες και ατολμίες 18ρηδων, φρικτά πράματα: άλλη θες (έχει και γκόμενο), άλλη νομίζεις ότι θες (αλλά πέφτει από τα σύννεφα), άλλη σε θέλει και τη φιλάς εκείνη την άλλη αλλά σου λέει ότι ήταν λάθος (είναι και κολλητή της πρώτης), περνάνε 6 μήνες κι όλοι ξέρουν ότι ήθελες την πρώτη αλλά εσύ ούτε που το παίρνεις χαμπάρι: άθλια χρόνια. Τέλος πάντων, άρχισα να καπνίζω στη χάση και στη φέξη, όπως και σήμερα: έξι με δέκα τσιγάρα τον χρόνο, για παρέα.

Πακέτο αγόρασα αργότερα επί ενός έρωτα νταλκαδιάρικου και απρογραμμάτιστα ταντρικού (με την κακή έννοια). Ήθελα λοιπόν κι εγώ να βαρύνω, να αυτοκαταστραφώ, ρε παιδί μου. Αλλά οι βότκες ήταν ακριβές με τα φραγκοδίφραγκα που έβγαζα (μας έγδερναν και τα είδη δώρων τότε, πολύ ασήμι, φίλοι μου, πολύ ασήμι). Οπότε, τσιγάρο. Τα κάμελ φρίκη, τα μάλμπορο εντελώς δήθεν, αγόρασα κι εγώ ένα πακέτο Στύβεζαντ. Το κάπνιζα στα μπαρ (με μπυρίτσα, 400 με 600 δρχ), πάντα φροντίζοντας να με βλέπει η τρελή κι αδέσποτη. Αυτή ανησυχούσε "γιατί αγόρι μου καπνίζεις;" "γιατί γατούλη το άρχισες;" -- τέτοια. Έτσι έκανα γύρω στο μισό πακέτο. Μετά αυτή έφυγε διακοπές (με την οικογένειά της -- θε μου, σε τι εποχές ζούσαμε: Μεσαίωνας, Μεσαίωνας) και ο Πέτρος μου είπε να βάλω το πακέτο στο ψυγείο να μη χαλάσει, αφού πια δεν υπήρχε λόγος να καπνίζω. Ε, εκεί έμεινε. Μετά έφυγα κι εγώ διακοπές, το ξέχασα. Στο νησί έκανα τράκα μια φορά. Γύρισαν το Σεπτέμβριο οι δικοί μου και βρίσκουν το πακέτο μισογεμάτο δίπλα σε ένα ταγκιασμένο βούτυρο. "Δικό σου είναι;" "Ναι." "Το θες;" "Όχι." "Αυτά έχουνε γίνει χάλια, να τα πετάξω;" (δεν είχαμε αερόψυκτα, παιδιά μου, τότε) "Ε, ναι". Τέλος

Έκτοτε, πότε στρίβω κανά Holborn, πότε κάνω τράκα. Είπαμε, έξι με δέκα τσιγάρα τον χρόνο. Για την παρέα. Αλλά μισώ την καπνίλα, μισώ την τσιγαρίλα, μισώ την μπαγιάτικη αποφορά της τσιγαρίλας, ιδίως πάνω σε ρούχα, ακόμα περισσότερο πάνω σε γυναικεία μαλλιά κι επιδερμίδα.

GatheRate

Τρίτη, 19 Ιανουαρίου 2010

Συνοψίζοντας



Μακροπρόθεσμα:
Το ασφαλιστικό σύστημα πάει για ραδίκια, βλίτα και παρόμοια. Να περιμένετε το "Χαμόγελο του Παππού" τα προσεχή χρόνια.

Ο χύδην εθνικισμός (για τους ευερέθιστους ανάμεσά σας: δεν αναφέρομαι στον υγιή πατριωτισμό, που, τελικά, μας κινεί όλους να ασχολούμαστε) και τα ακροδεξιά αντανακλαστικά γίνονται πολύ της μόδας και -- νομίζω -- θα αποτελέσουν το μπάσσο κοντίνουο (νταξ: ισοκράτημα) πάνω στο οποίο θα συνθέτουν τις πολιτικές τους οι ελληνικές κυβερνήσεις για τις επόμενες δεκαετίες. Θα καούν πολλές δραγώνες και συναγωγές ακόμα -- ή ό,τι απομείνει.

Σύντομα θα δούμε και τα πρώτα αδιαμφισβήτητα συμπτώματα της ερημοποίησης...

Μεσοπρόθεσμα: Η αμηχανία και κανονική σύγχυση της κοινωνίας μας απέναντι λ.χ. στα μέτρα για το κάπνισμα (μιας μεγάλης έκτασης εθισμό που όμως -- αντίθετα με την πρέζα -- δε θεωρείται "κοινωνική μάστιγα", αφού αφορά τον κανονικό κόσμο) μαρτυρεί ότι βρισκόμαστε σε ριζική αδυναμία να συζητήσουμε κοινωνικά προβλήματα σ' αυτή τη χώρα (όπως και σε άλλες στην Ευρώπη, λ.χ. στην Ιταλία και σε πολλές ανατολικοευρωπαϊκές). Η "δεξιά" μας υποκριτικώς ελληνοχριστιανική παιδεία και 30 χρόνια σχεδόν αδιάσπαστης πασοκικής χρηστομάθειας, ("αριστερής") πατριδοκαπηλείας και ηθικολογίας, σε συνδυασμό με το ότι ποτέ δεν ήμασταν της Κριτικής, δείχνουν πια τα αποτελέσματά τους. Ετοιμαστείτε να σας ζητήσουν να διαπραγματευτείτε πολιτικά, ατομικά και -- ίσως -- και ανθρώπινα δικαιώματα.

Η ελληνική οικονομία μπαίνει πια σε φάση κηδεμονίας. Τα λένε τόσοι και τόσοι, τι να επαναλαμβάνω: δεν παράγουμε αλλά σπαταλάμε κτλ., κτλ.

Ο νομικισμός και ο καζουισμός (διαφορετικοί μεταξύ τους αλλά συγκλίνοντες στα δικά μας πολιτικά και κοινωνικά συμφραζόμενα) θα κυριαρχούν στον δημόσιο λόγο.

Η γενική αμορφωσιά μας (αφού δεν έχουμε σχολεία και δεν έχουμε πανεπιστήμια, μόνο δασκάλους έχουμε που κολυμπάν ανάμεσα σε κάτι λαμόγια σαρκοβόρα και σε τετράπαχους θαλάσσιους ελέφαντες) θα σημαίνει ότι οι γνώμες και οι συνειδήσεις θα συνεχίσουν να διαμορφώνονται από δραστήριους δεσποτάδες, λαζόπουλους, τηλεοπτικές Λάμιες και Γραίες (ένα μάτι, ένα δόντι) και το τι είπε η κυρα-Νίτσα. Η διάλυση των κατηγοριών (λ.χ. ταύτιση κράτους-έθνους-πατρίδας-λαού-κοινωνίας, έρωτα-γάμου-σχέσης-σεξ-ρομάντζου-δεσμού κτλ. κτλ.) πρέπει πια να θεωρείται δεδομένη.

Συμπέρασμα: ... τη χώρα μας μέσα.

GatheRate

αυτός έφα

Είπεν ο thas:

Ο ευρηματιστής μελικός ραψωδός των μπλογκάδων

ευχαριστεί τα μάλα

και αντεύχεται για την καλήν την υγείαν
την δόξαν
την υψηλή την διάκρισιν
την ευημερία
την ηδονή την απύθμενον
το πάθος
το ήθος το αταλάντευτο
την χαράν.

Αγάπη-Ειρήνη-Βαγγελιώ.
Πίστη-Ελπίδα-Αυτοπεποίθηση.
Σεξ, Πόετρυ και Ρεβολούσιον.

Αμήν.

GatheRate

Παρασκευή, 15 Ιανουαρίου 2010

Στέρεο Νόβα



Γράφω ακούγοντας το 'Μικρό Αγόρι' των Στέρεο Νόβα, που είχα να το ακούσω από τότε που βγήκε (σχεδόν, από το '94 με '95, πριν φύγω από την Ελλάδα). Οι τύποι στιχουργικά έκαναν χιπχόπ πριν το χιπχόπ, αλλά τότε δεν το ξέραμε, όπως οι Cure ήταν emo πολύ πριν τους emo. Και τα λοιπά.

Τους Στέρεο Νόβα μού τους έμαθε ο Σάκης. Και τα κόμιξ. Αγέραστος, φοβερός τύπος. Πρέπει να τα ξαναπούμε.

Η συμβία στο δεύτερο ραντεβού μας με βάζει στο αμάξι και μου λέει "θα σε πάω σε ένα τοπίο Στέρεο Νόβα". Με πήγε στη Δραπετσώνα, τότε μόλις είχαν κλείσει τα Λιπάσματα, ή τι ήτανε, και το τοπίο ήτανε μια κανονική βιομηχανική εγκατάλειψη, σαν αυτά που φωτογραφίζει ο Charles Bodi.



Χρόνια πριν, στο φαστφουντάδικο που δούλευα παρασκευαστής είχα πρωινή βάρδια μέσα στη Μεγάλη Βδομάδα. Ερημιά. Συννεφιά, η μία πρωινή πελάτισσα μόνο, αυτή που ερχόταν κάθε μέρα στις 9.30 με 10 που ανοίγαμε, κόρη παλιάς γειτόνισσας μιας θειας, έπαιρνε έναν καφέ και κοιτούσε την Αλεξάνδρας για ένα τρίωρο. Μέγα Σάββατο ή Μεγάλη Παρασκευή πρωί. Παίζαμε συνήθως κάτι χαμένα σιντί με μεξικάνικα. Λόγω ημέρας η Βούλα, η προϊσταμένη, μου είπε να βάλουμε κάτι άλλο. Πάω στο υπόγειο και φέρνω από το σακίδιό μου το CD single του 'New Life 705' (κι αυτοί διεθνή καριέρα ψάχνανε). Με το που πέφτει το πιανάκι στην αρχή, ορμάει η Βούλα και μου λέει "τι 'ν' αυτό, παιδάκι μου, βγάλ' το αμέσως". Μόνον η ταμίας, η ωραία και ζουμερή Χριστίνα με κοιτούσε επιδοκιμαστικά με τη στιλπνή μαύρη ματιά της.

(Η φωτογραφία από εδώ.)

GatheRate

Τετάρτη, 13 Ιανουαρίου 2010

Εποχές



Παρακολουθώ τις συζητήσεις για το κάπνισμα σε κλειστούς δημόσιους χώρους και νομίζω ότι ξανακούω συζητήσεις του παρελθόντος για όχι και τόσο συναφή θέματα. Στα επιχειρήματα που χρησιμοποιούνται (γιατί στην Ελλάδα τα επιχειρήματα συνήθως χρησιμοποιούνται, όπως χρησιμοποιείς έναν δυνατό φακό για να στραβώσεις προσωρινά τον άλλο στο σκοτάδι -- ποτέ για να του δείξεις κάτι) αναδύονται σαν παλιές οσμές μια σειρά από γνωστά θέματα:

α. Απομόνωση κι εγκλεισμός. Η αίσθηση ότι δεν υπάρχει κόσμος γύρω μας, ότι όλα τα θέματα εδώ πρωτοτέθηκαν κι εδώ θα λυθούν, χωρίς παρατήρηση, χωρίς να βασανίσουμε τη σκέψη μας, χωρίς κάποιες κοινά αποδεκτές αρχές. Ότι, επίσης, όλα εδώ θα λυθούν οριστικά. Είτε είναι ο τρίτος δρόμος για τον σοσιαλισμό, είτε πολιτειακά θέματα, είτε η αντιμετώπιση των σεισμών. Ίσως αυτό να ίσχυε στην Αθήνα του 432 π.Χ. (ίσως), αλλά όχι πια.

β. Επαρχιώτικη εσωστρέφεια και παραισθήσεις μεγαλείου. Είτε αγνοούμε θεαματικά τι κάνει ο υπόλοιπος κόσμος, είτε το περιφρονούμε. Πολλές φορές ξέρουμε καλά τι κάνουν οι άλλοι όμως είμαστε πεπεισμένοι ότι το vécu τους (ναι, φίλοι, η λέξη για το νεορθόδοξο 'βίωμα' είναι κι αυτή μεταφραστικό δάνειο) δεν μπορεί καμμία να έχει σχέση με την νεοελληνική εμπειρία μας. Και από αυτήν την άποψη είμαστε μια ανιστόρητη και προγραμματικά αντιστορική κοινωνία.

γ. Καζουισμός και στρεψοδικία. Ε, πάλι να τα λέω;

Περιμένω να βγει ένας χριστιανός (ή ό,τι άλλο) και να πει: έτσι η απαγόρευση του καπνίσματος στην Ιταλία (βούρδουλας), έτσι στη Γαλλία (δημιουργία από τα μαγαζιά ημιυπαίθριων χώρων καπνιστών στο πεζοδρόμιο), έτσι στην Αμερική (πλήρης απαγόρευση και εξοστρακισμός) -- τι θα προτιμούσατε; Τι θα ήτανε καταλληλότερο στην περίπτωσή μας; Ίσως κάτι άλλο, αλλά με αφετηρία αυτά: τι έχει εφαρμοστεί κτλ. Όχι με αφετηρία "τι είναι ο άνθρωπος; τι θα πει ελευθερία; τι λέει ο Ντεμπόρ για το θέμα; εμένα ο μπάρμπας μου ο Μάντακας κάπνιζε τρία πακέτα σαντέ την ημέρα και πέθανε 96, εμένα ο ξάδερφός μου ο Τζίμης πέθανε στα 42 από καρκίνο του πνεύμονα αλλά τσιγάρο δεν έπινε..."

Καταλαβαίνω ότι οι καταβολές μας είναι φτωχού και περήφανου λαού (η ίδια μου η μητέρα δεν κατάφερε να ολοκληρώσει τις σπουδές της διότι ο παππούς θεωρούσε ότι κανείς δε δίνει υποτροφίες τζάμπα, χωρις να θέλει να μαρκαλέψει τα κορίτσια κτλ...), καταλαβαίνω ότι κάποτε η ημιμάθεια, η καζαντζακική θυμοσοφία και η καζαντζίδικη κλάψα ήταν όλα όσα είχαμε αλλά, ε, πέρασε ο καιρός: ούτε ο υλικός μας ούτε ο πνευματικός μας κόσμος έχει καμμιά σχέση με αυτόν του Καπετάν Μιχάλη, της Μαντουμπάλας και της γιαγιάς που γνέθει και κεντάει γρύπες όταν δε βόσκει πρόβατα.

GatheRate

Τρίτη, 12 Ιανουαρίου 2010

and I thank you for those items that you sent me



Πίνω το καθιερωμένο μαρτίνι μου. Το δεύτερο. Το οποίο φυσικά φτιάχνω μόνος μου. Μόνο στο Galaxy στην Αθήνα και στο Ambulance στην Oranienburgerstrasse του Βερολίνου το φτιάχνουν σύμφωνα με τα γούστα μου -- απ' αυτήν την πλευρά του Ατλαντικού τουλάχιστον. Καθώς έπινα το πρώτο, συνειδητοποίησα ότι τα γούστα μου για το μαρτίνι μου τα διαμόρφωσε εν πολλοίς ο thas με πολύτιμες συμβουλές τω καιρώ εκείνω -- στα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας.

Δε χρειάστηκε να σκεφτώ πολύ για να συναχτούν στη σκέψη μου όλοι όσοι γνώρισα μέσα από σύρματα, καλώδια, πληκτρολόγια κι οθόνες. Εννοώ όσους συνάντησα κι όσους δε συνάντησα δια ζώσης κι όσους φέρεστε σαν πραγματικοί φίλοι. Με όσους ανταλλάξαμε δυο κουβεντες κι έμαθα κι εγώ πέντε πράματα. Όσοι μάθατε για μένα όσα ξέρουν λίγοι (όχι από τα ποστάκια μου πάντως), κι όσοι μου ανοίξατε την καρδιά σας. Ξέρετε ποιοι είστε. Έχετε κάνει τη ζωή μου ακόμα πιο όμορφη και είστε ανέλπιστα καταπληκτικοί -- ιδίως άμα σκεφτεί κανείς τι ζουλάπια αλλά και τι βλήματα αέρος-αέρος (ανεδαφικά δηλαδή) κυκλοφορούν μέσα στα τέλια, στα σύρματα, στα καλώδια.

Πίνω λοιπόν το δεύτερο μαρτίνι στην υγειά σας -- και πάω για ύπνο.

GatheRate

Πέμπτη, 7 Ιανουαρίου 2010

Η βαρύτητα κι οι μουσακάδες



Όπως πολλοί άλλοι, έχω μείνει κόκκαλο με την εκπομπή "Μια νύφη για τον γιο μου". Μητέρες και γιοι ψάχνουν αντάμα για συζύγους που θα είναι νοικοκυρές, περιποιητικές κι υπάκουες, θα ψένουν μουσακάδες και θα κάνουν εγγονάκια.

Για να μη σπεύσει κανείς να πει ότι η απέχθειά μου οφείλεται στα εκφυλοαντανακλαστικά μου, σημειώνω ότι παραμονή Πρωτοχρονιάς ο πατέρας μου, ένας καθ' όλα αξιοπρεπής οικογενειάρχης και σιγανοπαπαδιά που πλέον έχει ψηφίσει τους πάντες πλην ΚΚΕ και ΛΑΟΣ, μας έβγαλε 5λεπτο φιλιππικό εκφράζοντας την απογοήτευσή του, την κατάπληξή του καθώς και την απορία του για το πού βαδίζουμε σαν κοινωνία όταν βγαίνουν τέτοιες εκπομπές και μάλιστα όταν βρίσκονται και παίκτες για να συμμετάσχουν σε αυτές.

Κακώς πέφτει από τα σύννεφα όμως. Το σύνθημα της σχωρεμένης της Μαλβίνας Κάραλη καθώς πολεμούσε τον αρχισατανά (δηλαδή τον καλύτερο μεταπολεμικό πρωθυπουργό της Ελλάδας) Κώστα Σημίτη ήταν "απενοχοποιηθείτε" (συνοδευόμενο από κάποια καμπ προσφώνηση που δε θυμάμαι: "χρυσά μου"; "μωρά μου"; "λατρεμένα μου"; "πουλιά μου"; κάτι τέτοιο). Βεβαίως, η Κάραλη μάλλον ευαγγελιζόταν γενικευμένη απενοχοποίηση: για τους θρησκόληπτους αλλά και για τους άθεους, για τις τεκνατζούδες αλλά και για τις γεροντόφιλες, για τους χοντρούς αλλά και για τους ανορεξικούς, για τους καρεκλάδες αλλά και για τους σκυλοτσιφτετελάδες, για τους φαλακρούς αλλά και για τους αφάνες, για τις αναγνώστριες του Φάις αλλά και της Δημουλίδου, για τους σινεφίλ που προσκυνούν τον Τάκη Κανελλόπουλο αλλά και τους βιντεοφίλ που γουστάρουνε Στηβ Ντούζο. Και ούτω καθεξής.

Η ελληνική κοινωνία πάντως άκουσε τη φωνή της προφήτιδος και συμμορφώθηκε. Ή μάλλον, η προφήτις ψυχανεμίστηκε (μόνο έλλειψη διορατικότητας δε θα μπορούσε να της προσάψει κανείς) το αίτημα της ελληνικής κοινωνίας που ήθελε να απενοχοποιηθεί.

Η ελληνική κοινωνία ήθελε να ακούει και να χορεύει σκυλομαλακίες, ήθελε μαιζονέτες και πολυτελείς μονοκατοικίες και διαμερίσματα στα Βριλήσσια και στην Αγία Παρασκευή, ήθελε να διαβάζει Άρλεκιν εγχώριας παραγωγής κι όχι για τις αϋπνίες του Βιζυηνού, ήθελε να βλέπει βιντεοταινίες κι όχι για τη σιωπή του Θεού. Μεγάλωσα σε μια Ελλάδα που η λέξη "κουλτουριάρης" ήταν (όχι αδικαιολόγητα) βρισιά ενώ, ταυτόχρονα, οτιδήποτε αμφισβητούσε τα θέσμια και τα ιερά καταχωρούνταν αμέσως ως "κουλτουριάρικο": από τους χίπηδες μέχρι το ΚΚΕεσ, από τους ειρηνιστές μέχρι όσους έκαναν πολιτικό γάμο, από τον Νίκο Δήμου της δεκαετίας του '80 μέχρι τον Ηλία Πετρόπουλο, από τον Σιδηρόπουλο μέχρι τις φεμινίστριες, από τον Κουν μέχρι τον παπα-Πιρουνάκη.

Η ιδεολογία των Ελλήνων (ιδεολογία μιας μειοψηφίας ίσως, πλην όμως πανίσχυρη):

α. Είναι ιδεολογία οικογενειοκεντρική και οικογενειοκρατική: η οικογένεια παραμένει υπέρτατη αυθεντία και εξουσία και στον ιδιωτικό βίο και στον δημόσιο βίο και στην πολιτική.

β. Είναι αόριστα και συγκεχυμένα φαλλοκρατική-μιλιταριστική: τους Ιταλούς τους κάνουν άντρες οι πουτάνες (ή τίποτα κορίτσια από όχι πολύ καλές οικογένειες), τους Έλληνες ο στρατός. Είναι και συγκρουσιολάγνα: ρητορικώς όλα είναι όπλα, αγώνας, αίμα, πάλη, μάχη, πόλεμος. Όπως έλεγε κι ένας φίλος: "Με τη βοήθεια του θεού, θα τους γαμήσουμ' όλους", που μας φέρνει στο

γ. Είναι θρησκευτική με τη γιανναρική έννοια -- αν και ο ίδιος, χαμένος στις εξιδανικεύσεις του, βεβαίως διαφωνεί. Στον ιδιωτικό βίο ο Έλληνας χρησιμοποιεί το θείο σαν πλούσιο μακροθειό ή σαν επιδεκτικό λαδώματος υπάλληλο. Πέρα από τον Χριστό, την Παναγία και τους αγίους, επικαλείται κομποσχοίνια, φυλακτά, εικονίτσες, ματόχαντρα. Αν είναι φτωχός, μάγια και μάγισσες. Αν είναι πλούσιος, το ταϊβανέζικο χέρι της Φατίμα που αγόρασε στο σουκ στην Τυνησία, ή κανα καβαλιστικό χαϊμαλί. Στον δημόσιο βίο, η θρησκευτικότητα διαπιστεύει την ελληνικότητα, πράγμα σημαντικό αφού

δ. Για την ελληνική ιδεολογία, ο Άλλος είτε ενσωματώνεται, αφού συμμορφωθεί εξωτερικά (ο βαφτισμένος Εβραίος, ο διακριτικός ομοφυλόφιλος, η θρήσκα πόρνη, ο μαύρος που μιλάει άπταιστα ελληνικά, ο γραικομάνος Σλαβομακεδόνας, ο υπερέλληνας Βλάχος / Αρβανίτης, ο Σουηδός που παίζει σάζι και τάβλι, η Αμερικάνα μάνα που είναι υστερικότερη από την εγχώρια), είτε απορρίπτεται. Η συνύπαρξη μαζί με τον Άλλο είναι πάρα πολύ ζόρικη υπόθεση. Από αυτή την άποψη τα σχεδόν ανύπαρκτα αντανακλαστικά της ελληνικής κοινωνίας απέναντι στον αντισημιτισμό είναι μέρος μιας πανοραμικότερης εικόνας μονομανίας, μιας διαρκούς προσπάθειας να επιβληθεί η μονοδιάστατη ταυτότητά της.

Τέλος, η υποκρισία είναι κεντρικό στοιχείο της ελληνικής ιδεολογίας. Ίσως το ισχυρότερο: "κάνε ό,τι θες αλλά μη μας το λες", "μακριά από πάνω μας κι όπου θέλει ας πάει" και -- φυσικά -- όπως είπε ο εθνικός Καραμανλής: "υπάρχουν πράγματα που γίνονται και δε λέγονται και πράγματα που λέγονται και δε γίνονται", ρήση που επίσης συνοψίζει πανέμορφα τη νεώτερη πολιτική μας ιστορία.

Τις τελευταίες δεκαετίες πάψαμε να υποκρινόμαστε ότι δεν είμαστε υποκριτές. Απενοχοποιήσαμε την υποκρισία, όπως και την ημιμάθεια, τη μεμψιμοιρία-ζοχάδα και τον ατομικό και συλλογικό μας τσαμπουκά-λεονταρισμό. Οι ψυχαναλυτές και οι γεροντάδες θα μείνουν το δίχως άλλο άνεργοι σύντομα, αφού ρέπουμε προς τα εκεί που μας τραβάει η βαρύτητα της ελληνικότητας, "φυσικά" και "αβίαστα".

GatheRate

Δευτέρα, 4 Ιανουαρίου 2010

Το δάσος και η πόλη



στη Σώτη Τριανταφύλλου, επί τη ευκαιρία

Όταν σκέφτομαι όμορφη φύση, σκέφτομαι δέντρα. Ούτε βράχια, ούτε ξεραΐλες, ούτε χορτάρι. Ούτε τη θάλασσα. Δέντρα. Τη χαρά που μου δίνει να περπατάω σε μονοπάτι στο δάσος μου την έχει δώσει μόνο η μουσική.

Τα δάση, αντίθετα με τα λιβάδια, τις ερήμους και τις γυμνές πλαγιές, δεν έχει πολύ νόημα να τις κατοπτεύεις από κάποιο ψηλό σημείο σαν ρομαντικός περιηγητής. Πρέπει να είσαι μέσα στο δάσος: το δάσος είναι τρισδιάστατο. Τα δέντρα δημιουργούν χώρο, δίνουν το ουσιώδες ύψος. Παράλληλα, κρύβουν τον ορίζοντα ή την ορεογραμμή. Διαχέουν το φως και θαμπώνουν τους ήχους.

Ανέβηκα τις προάλλες στο Γκάλαξυ στο Χίλτον, όπου το ποτό έχει τιμή μπριζόλας και προδιαγραφές πάρτυ εικοσάρηδων. Έχει όμως τη συγκλονιστικότερη θέα της Αθήνας: οι Βασιλέως Κωνσταντίνου και Βασιλίσσης Σοφίας εξακτινώνονται φωτεινές και ευθείες μπροστά σου, οι απαλές δομημένες λοφογραμμές λαμπυρίζουν με τα φώτα των σαλονιών τους. Ο Λυκαβηττός και η Ακρόπολη συμπληρώνουν το τοπίο χωρίς όμως να δεσπόζουν.

Κι όμως, όπως και τα δάση, τις πόλεις δεν πρέπει να τις κοιτάζεις από ψηλά. Είναι το λάθος σημείο. Μόνον η Πράγα μοιάζει εξίσου όμορφη από πάνω. Η Νέα Υόρκη επιβλητική και θεαματική, αλλά τίποτε άλλο. Πόλεις όπως η Ρώμη, το Λονδίνο, η Βαρκελώνη, το Βερολίνο και το Παρίσι μοιάζουν με την Αθήνα από ψηλά -- πράγμα που μάλλον τις αδικεί.



Οι πόλεις είναι κι αυτές τρισδιάστατες. Πρέπει να τις βλέπεις από μέσα. Και δεν πρέπει να μένεις στις ευθείες και στις καμπύλες των δρόμων τους ή στις προσόψεις. Μόνο στο Παρίσι (και στους παριζιάνους) οι προσόψεις μπορεί να είναι κάποτε πιο συναρπαστικές από το εσωτερικό των κτιρίων. Αλλά, κατά κανόνα, οι πόλεις είναι οι δαιδαλώδεις εσωτερικοί χώροι τους, οι λαβύρινθοι σπιτιών, διαμερισμάτων, αποθηκών, ορόφων, κλιμακοστασίων, διαδρόμων, υπογείων. Χώρια οι εσωτερικές αυλές, οι στέγες, οι ταράτσες, οι χώροι στάσης, οι πλατείες, οι σπιανάδες. Τα παράθυρα, τα μπαλκόνια, οι διαβάτες, οι ζωές, οι λύπες, οι έρωτες, τα παιδιά, οι δυνατότητες, τα ερείπια, οι φωνές...

Και μετά βέβαια είναι το θέμα του πώς βλέπουμε τις πόλεις. Το Αμβούργο δεν είναι καμμιά κουκλίστικη (ή έστω "ανθρώπινη") πόλη. Με εντυπωσίασε όμως με πόση αγάπη την κινηματογραφεί ο Fatih Akın στο Soul Kitchen. Πολλοί από όσους ζούνε στις πόλεις δεν τις αγαπούν. Αυτό μού είναι ακατανόητο. Έχω ξαναπεί ότι η Αθήνα λ.χ. έχει προβλήματα, που συνοψίζονται ενδεχομένως από το "Όμορφη πόλη αλλά παρατημένη" της συμβίας. Αλλά από εκεί (τα σκουπίδια, τον θόρυβο, το πρόβλημα στάθμευσης) μέχρι τα ανοικονόμητα "τέρας", τα αμετροεπή "φρίκη" ή το αστοιχείωτο "τριτοκοσμική" κτλ. υπάρχει τεράστια απόσταση.

Μέρος της σύγχυσης και της αθηνοφοβίας οφείλεται στην εγγενή πολυπλοκότητα και αντιφατικότητα της μεγαλούπολης. Η Αθήνα είναι μεγαλούπολη. Σε όλες τις μεγαλουπόλεις υπάρχει μαζική στέγαση. Στη μεγαλούπολη έρχεσαι μοιραία αντιμέτωπος με την ποικιλία. Πολλοί αισθάνονται δυσανεξία στην περιορισμένη πολυμορφία που μας επιτρέπει η ανθρώπινη φύση· η μεγάλη πόλη, που την αναδεικνύει αναιδώς και περήφανα, τους φαντάζει χαοτική. Να πάνε στο Λουξεμβούργο ή στη Γενεύη λοιπόν. Είμαι σίγουρος ότι κι εκεί δε θα κολλήσουν, για άλλους λόγους βέβαια.

Μέρος της σύγχυσης και της αθηνοφοβίας οφείλεται στην αδυναμία να δούμε την πόλη στη σωστή κλίμακα και στα σωστά συμφραζόμενα. Είναι σφάλμα να συγκρίνουμε την Αθήνα του 1832 της φτωχής Ελλάδας με το Παρίσι, ή το Λονδίνο, ή τη Βιέννη, πόλεις κέντρα πολυεθνικών αυτοκρατοριών ή πλούσιων χωρών στις οποίες έχουν εισρεύσει αμύθητα πλούτη και -- κυρίως -- που μετράνε ιστορία αιώνων. Είναι κωμικό να ψάχνουμε χάλκινες στέγες στην Αθήνα και ανθισμένα μπαλκόνια στο Αμπερντήν. Είναι αφέλεια να συγκρίνουμε το κέντρο της Ρώμης των παπών με τα Πατήσια, να θαυμάζουμε τις κεντρικές Βρυξέλλες αγνοώντας την αχανή Αχαρνών που κρύβει η βελγική πρωτεύουσα. Και τα λοιπά. Αν θέλουμε να δούμε πώς πάμε, πρέπει να κοιτάξουμε προς τη Λισαβώνα και προς τη νότια Ιταλία, ίσως. Και -- ω φρίκη -- προς τα Βαλκάνια και προς την Ανατολική Ευρώπη επίσης.

Στο μεταξύ, εγώ την αγαπάω αυτήν την πόλη.

GatheRate

Κυριακή, 3 Ιανουαρίου 2010

Το ατελείωτο μελό της ματοβαμμένης ελληνικότητας

Εδώ και χρόνια συζητάμε με τη συμβία ένα ζήτημα, σχεδόν κοάν το έχουμε καταντήσει: κατά πόσον μπορεί να βλάψει ένα μεγάλο κείμενο μια παραστασή του; Είχαμε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τα μεγάλα κείμενα επιβιώνουν και ακτινοβολούν ακόμα και μέσα στις επιχώσεις και τα ιζήματα -- τα κατακάθια ντε. Το κείμενο του Οιδίποδα Τυράννου κατάφερε να επιβιώσει και να συνεπάρει ακόμα και μέσα από τη βερσιόν Κιμούλη-Γαληνέα-Νταλάρα (όχι όμως και από αυτήν της Πατεράκη στην Επίδαυρο το 2008). Το μεγαλείο του Αμαρτήματος της μητρός του Βιζυηνού δεν αμαυρώνεται πολύ από την παράσταση του Θεάτρου Τέχνης με τον Λογοθέτη.

Ξέρουμε επίσης, τουλάχιστον από πέρσι, ότι ένας καλός ηθοποιός μπορεί να σηκώσει μια παράσταση κι ένα μέτριο κείμενο ακόμα και μόνος του. Πέρσι είδαμε τη Νένα Μεντή να βγάζει από έναν μάλλον κουτούτσικο μονόλογο μια πάρα πολύ δυνατή παράσταση χάρη στην ερμηνεία της. Αξιοζήλευτη και κρουστική ερμηνεία στην Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου μιας πολύ δυνατής και μεγάλης ηθοποιού, που ελέγχει το υλικό της και το αναδεικνύει, όσο επιδέχεται ανάδειξη το υλικό.

Βγήκα πριν δύο ώρες από το Τρίτο Στεφάνι του Φασουλή. Πήγα γιατί πρόκειται για ένα κείμενο αναφοράς, ένα κείμενο κειμενικό και αρκετά λόγιο ώστε να δημιουργεί αρραγή ψευδαίσθηση αληθοφάνειας (στην ας πούμε νατουραλιστική της εκδοχή). Πήγα γιατί έπαιζε η Μεντή. Πήγα γιατί, στο κάτω-κάτω, το Εθνικό Θέατρο είναι. Αν δε σωθεί το κείμενο, θα σώσει η Μεντή. Κάτι θα σιγοντάρει και η κατάσταση ΕΘ. Κάπως έτσι σκέφτηκα.

Η παράσταση διαρκεί τέσσερις ώρες μαζί με το 20λεπτο διάλειμμα. Λίγο αφού αρχίσει αντιλαμβάνομαι ότι βρίσκομαι στη θεατρική κόλαση των ανούσιων παραστάσεων που μικρότερο με έκαναν να σιχαίνομαι τη θεατρική εμπειρία ως υποκατάστατο της κινηματογραφικής. Ακαθοδήγητοι ηθοποιοί, ανοικονόμητη κινησιολογία, ανεξέλεγκτη άρθρωση και εκφορά, ασυνάρτητα ή άκυρα οργανωμένη σκηνογραφία. Ποιότητες, μανιέρες και χαρακτηριστικά τηλεοπτικού σήριαλ: νόμιζα ότι βλέπω κακό Δαλιανίδη ή Αυθαίρετους / Απαράδεκτους / Μήτσους. Αποφάσισα να φύγω στο διάλειμμα.

Ένα θεμελιώδες λάθος της παράστασης είναι ότι εξουδετερώνει την κειμενικότητα του Τρίτου Στεφανιού. Πράγματι, όπως μου είπε κι ένας φίλος στον οποίο τηλεφώνησα στο διάλειμμα (δεν έφυγα) ενώ η συμβία τράβαγε ως Εκάβη στις Τρωάδες τα μαλλιά της, αν απογυμνώσεις το Τρίτο Στεφάνι από την κειμενικότητα και την "κειμενική πολιτική" του, έχεις απλώς κάτι νοικοκυρές να κουτσομπολεύουνε πάνω από μια σκάφη. Έχεις "κάπως ξεπεσμένες αστές να συμπεριφέρονται σαν πλύστρες", όπως είχε επισημάνει σε ένα γραπτό της η συμβία. Η πλοκή που ξετυλίγεται μπροστά στα κουρασμένα μάτια του κοινού είναι κάτι μεταξύ Βούρτση-Ξανθόπουλου και κακοβαλμένων Παπαθανασίου-Ρέππα.

Βλέπουμε λοιπόν μπροστά στα μάτια μας, ελέω διασκευής και σκηνοθεσίας των Νιάρχου και Φασουλή, το Τρίτο Στεφάνι να μετατρέπεται στο ανιαρό μελό της ελληνικότητας, στην μπασταρδέ ιστορικότητα της νεοελληνικής ηθογραφίας, στον όλο τσιρίδα, μισόλογα και φασκελώματα κόσμο της ελληνικής οικογένειας, στο κουραστικό τηλεοπτικό καμπ ενός κόσμου όπου οι πόρνες συμπεριφέρονται σαν τραβεστί, οι στρέιτ σαν κουρασμένα γερόντια ή πεντάρχιδες μάτσο τορπίλες βαρβατίλας, οι νοικοκυρές σαν ξεφωνημένες αδερφές που μουτζοκλαίνε τη μοίρα τους τη μαύρη -- και ούτω καθεξής.

Ο ηθογραφικός ιστορικισμός της παράστασης βρίσκεται λοιπόν στον αντίποδα προσεγγίσεων όπως αυτή στα Κόκκινα Φανάρια ή κι αυτή στη Στρέλλα.

Μόλις βγήκε η Μεντή-Εκάβη, το πράγμα έφτιαξε, τουλάχιστον ως θέαμα: ενδεχομένως ερήμην της σκηνοθεσίας, ιδανικότερη Εκάβη δε θα μπορούσε να υπάρξει επί σκηνής. Έχω διαβάσει το βιβλίο τρεις φορές και απολάμβανα τώρα τη μεγάλη ηθοποιό να ζωντανεύει έναν από τους πιο σύνθετους χαρακτήρες της νεοελληνικής πεζογραφίας, και μάλιστα μέσα σε ένα εν πολλοίς κενό δραματικό χώρο γύρω της -- χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η Κομνηνού και η Τρύπη δεν έβαλαν τα δυνατά τους, αν και μάλλον χαμένες μέσα στη γενικευμένα ισχνή σκηνοθεσία.

Στο δεύτερο μέρος όμως τα πράγματα δυσκόλεψαν πολύ. Πρώτα-πρώτα, πεθαίνει κάποια στιγμή η Εκάβη. Δεύτερον, η ατσούμπαλη κινησιολογία, τα κραυγαλέα ευρήματα, η όλο λακκούβες άρθρωση και εκφορά, και η πλέον αθλιούτσικη σκηνογραφία συμπληρώνονται από ανακοινωθέντα και προβολές ντοκουμέντων-ζουρνάλ που δίνουν το ιστορικό στίγμα. Χαρακτήρες πάνε κι έρχονται, για λόγους δραματικά ανεξιχνίαστους: Πέτρος, Ειρήνη, κάποιος Άγγλος που δε βλέπουμε, ένας Γερμανός στρατιώτης, μια φράου. Και μετά έρχονται δύο χονδροειδή ευρήματα που απλούστατα καταβαραθρώνουν την παράσταση.

Πρώτον, από ένα μεταπολεμικό σημείο και μετά όλα γίνονται γιορτή. Το θέαμα μετατρέπεται σε ένα προχω-ρετρό μιούζικαλ τύπου 'Δέκα Χρόνια Μέγκα', πλαισιωμένο με ποτ-πουρί επιτυχιών της δεκαετίας του '40 (κι έκτακτη εμφάνιση των Πουπίνι Σίστερς -- αστειεύομαι, χα χα). Κάποιοι ηθοποιοί τραγουδούν, κάποιοι ατυχέστεροι σέρνονται μεταμοντέρνα στο σανίδι και σπαρταρούν σαν να τους έβαλε ο Παπαϊωάννου να κάνουν τον γυμνοσάλιαγκα ή το λαβράκι στη στεριά.

Δεύτερον, λίγο πριν το τέλος εισάγεται εξοβελιστέα και πλεοναστικά (πια) ένα στοιχείο της κειμενικότητας που διατρέχει ολόκληρο το μυθιστόρημα: η Νίνα (alter ego του Κ. Ταχτσή) μιλάει για τη συγγραφή με τον Άκη-Ταχτσή, αφού ο ίδιος της βάλει λόγια στο στόμα της. Σχεδόν αναθαρρείς που βλέπεις τον ήρωα (τη Νίνα) να ξεκινάει να αναμετρηθεί με τον δημιουργό-αφηγητή αλλά και συνήρωά του (τον Άκη-Ταχτσή). Η Νίνα αντιλαμβάνεται ότι ο Άκης-Ταχτσής θα την κατασκευάσει όπως θέλει, αφού όμως ήδη έχει κλεισμένη την ίδια και όλον τον κόσμο της μέσα στο σημειωματάριό του.

Ακολουθεί η τελευταία σκηνή του έργου και η πλήρης άλωσή του. Παραμένοντας στην πολύ αργά ανακαλυφθείσα κειμενική διάσταση του έργου, οι χαρακτήρες του περικυκλώνουν τον Άκη-Ταχτσή που κάθεται μπροστά στη γραφομηχανή. Κι εκεί του ζητούν να πει όσα δεν είπε στο μυθιστόρημα είτε επισημαίνουν τι δεν είπε γι' αυτούς στο μυθιστόρημα. Και μετά προστίθεται και ο σκανδαλοθηρικός βιογραφισμός τύπου Βασίλη Καββαθά στις πολλές αμαρτίες της παράστασης, με τη Νίνα (ή την Εκάβη -- δε θυμάμαι, ήδη μπινελίκωνα και βλαστημούσα ήσυχα) να βάφει τον Άκη-Ταχτσή και να τον ντύνει τραβεστί με μια ρόμπα. Και σαν να μην έφτανε αυτός ο εξευτελισμός έργου, συγγραφέα και παράστασης, ο Άκης-συγγραφέας και οι χαρακτήρες του πασαλείβουν τα χέρια τους με μπόλικο ρουζ και τείνουν τα χέρια ανοιχτά προς το κοινό. Κι έτσι μαθαίνουν και οι νεώτεροι ποιο το ματωμένο τέλος του παρενδυτικού Άκη-Ταχτσή, και, γενικότερα, της ελληνικής ιστορίας.

GatheRate