Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 2011

Πώς πέρασα σήμερα

στην Πράγα οι Τσέχοι το 1968  φώναζαν το σύνθημα "αυτή η άνοιξη μπορεί να κρατήσει για πάντατης πήρε 21 χρόνια αλλά η άνοιξη έφτασε

Ξύπνησα στις 7 και μετά το μπάνιο άνοιξα ΝΕΤ. Ένας εκπρόσωπος μικροεπιχειρηματιών εξηγούσε πώς τους πνίγει η ύφεση, ο Αρβανίτης εξαγριωμένος ρωτούσε κάποιον υφυπουργό από πού κι ως πού οι τράπεζες παρακρατούν λεφτά  από λογαριασμούς μισθοδοσίας. Η Ξενογιαννακοπούλου μάς έλεγε γλυκά ότι είμαστε δημοκρατία άρα ότι μπορούν οι δημόσιοι υπάλληλοι να υποδεχτούν την τρόικα με καταλήψεις, αρκεί να είναι συμβολικές. Ένας φοροτεχνικός εξηγούσε αγανακτισμένος πραγματική περίπτωση συνταξιούχου που παίρνει 8.000 σύνταξη ΙΚΑ και που του υπολογίστηκε τεκμαρτό εισόδημα 14.500 (από ένα διαμέρισμα κι ένα αμάξι 1600άρι). Κι όλα αυτά στη ΝΕΤ, όχι σε κανα όργανο της παλαβής Αριστεράς. Αλλά πάλιωσαν πια οι κορώνες του κάθε Πάσχου. Η χώρα πλέον είναι υποτελής και μάλιστα σε δυνάμεις ανεύθυνες, άβουλες και ασυνάρτητες. Η υπαγωγή στην τρόικα είναι (πολύ) μακροπρόθεσμα ιδέα με συνέπειες και αποτελέσματα συγκρίσιμα με αυτά της ύπαρξης εγγυητριών δυνάμεων στην Κύπρο.

Άλλαξα κανάλι. Νόμος και Τάξη, σαιζόν 11 ή 12. Κάπου εκεί. Έτρωγα πρωινό αφηρημένος. Σκεφτόμουνα μια φίλη μου που μου έλεγε τις προάλλες πόσα και από πού έκοψε για να αναπληρωθεί η μείωση που υπέστη στον μισθό της. Αισθάνομαι αλληλέγγυος μαζί της και λόγω τυπικών προσόντων της, αισθάνομαι ότι είναι ο άνθρωπος που είναι πιο κοντά στο πού θα ήμουν εγώ αν ζούσα και δούλευα στην Ελλάδα τώρα. Της έστειλα μια καλημέρα -- μεγάλη συνεισφορά εκ μέρους μου δηλαδή.

Μετά έπεσα με τα μούτρα στη δουλειά, ή μάλλον έπεσε η δουλειά με τα μούτρα να με φάει. Το μεσημέρι, ετοιμάζοντας να φάω κι εγώ, σκεφτόμουν ότι είναι μεγάλη αλήθεια αυτό που μου είπαν: η αγάπη μου για την Αθήνα, το μεράκι μου και η λαχτάρα μου γι' αυτή την πόλη είναι εν μέρει μνήμη του πώς ήταν η πόλη, εν μέρει τα σημεία ευτυχίας που είναι σκορπισμένα σαν καρφίτσες με μεγάλο κόκκινο κεφάλι πάνω στον χάρτη της, εν μέρει η χαρά να γυρνάς στην Αθήνα χωρίς αμάξι (μένω στο κέντρο και είμαι περήφανος γι' αυτό) και για λίγο κάθε φορά. Αυτό που κορόιδευα για την Ιταλία ("από την Ιταλία λ.χ. έρχεσαι πάντα ανανεωμένος, αρκεί να μην παραμείνεις εκεί παραπάνω από 3 εβδομάδες μάξιμουμ") το κάνω εγώ στην Αθήνα. Αυτό που κουβαλάω μέσα μου δεν είναι η Αθήνα του Σεπτεμβρίου του 2011, είναι η ζωή μου στην Αθήνα, είναι η Αθήνα του για λίγο, είναι η Αθήνα από το σπίτι μου κι από την καθημερινή διαδρομή μου προς το κέντρο, που δύσκολα αρρωσταίνει.

Μετά δουλειά πάλι, μετά μια στιγμή φωτισμού και επιφάνειας εκεί την ώρα που πέφτει ο ήλιος: θυμήθηκα έναν ωραίο πλάτανο στην Κρήτη, μέσα σε έναν τόπο γαλήνης, έναν πλάτανο που είχα να θυμηθώ από το 1993, όταν τον είδα για λίγο μέσα από τζάμι ενός ΚΤΕΛ που έκανε στάση. Το ίδιο 1993, όταν μέρες πριν έβλεπα τη Σούδα να πλησιάζει μέσα στην νύχτα από το κατάστρωμα του Άπτερα (νομίζω) και έλεγα πως βλέπω τον Κάνωπο χαμηλά στον ορίζοντα στα νότια πλάτη, αλλά μάλλον πλανήτης ήταν. Ένιωσα τότε μια αίσθηση πεπρωμένου, μια αίσθηση που έσβησε αλλά ξανάζησε. Εκεί λοιπόν που θυμήθηκα τον πλάτανο, καπως σαν να ξανάρθε μια τέτοια αίσθηση, λίγο σαν αστραπή: ακατάληπτα αλλά ξεκάθαρα. Αλλάζει μέσα μου η ζωή γενναία αλλά λεπτά και αδιόρατα, όμως εξωτερικά δε φαίνεται τίποτα, δε βλέπει τίποτα κανένας.

Μετά ο ήλιος κάπως πασαλείφτηκε κάτι σύννεφα, έρχεται επιτέλους η εποχή που μπορώ να ανασαίνω, η εποχή που νιώθω δυνατός και σε εγρήγορση, που η νύχτα κρατάει πολύ. Έρχεται, επιτέλους ρε γαμώτο, έρχεται. Στο κομμάτι του δρόμου όπου μου είχε σερβιριστεί το So Young, ποιος ξερει πόσες ζωές πριν, την ημέρα των χιλιάδων δακρυγόνων, το iPod έριξε κάτι Cocteau Twins. Χαμογέλασα. Ανάσανα βαθιά. Λίγο πικρά, αλλά χωρίς φόβο: βαθιά. Λίγο με προσμονή αλλά ξέροντας πια: Μόνον ομορφιά, ρε: καμμιά μιζέρια. Έστω και μετανάστες.



GatheRate

Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2011

Οι τεχνίτες της απόκρυψης, μέρος Β': η Νύστα

Ήδη σχεδόν κοιμάμαι. Ούτε πείνα, ούτε αλκοόλ, ούτε επιθυμία ερωτική. Νύστα και μόνο νύστα, διαυγής νύστα. Άυπνη νύχτα, μετά μέρα όλο δουλειά και παράλληλη κούραση. Κατάφερα να βγω μόνο μια βόλτα με το σαραβαλάκι μου να πετάξω τα ανακυκλώσιμα. Οι δρόμοι ήταν άδειοι, ο ουρανός συννεφιασμένος επιτέλους. Από τις εννιά νυστάζω.

Ανελέητη βδομάδα μπροστά μου. Μου το λένε συνεχώς πια οι δικοί μου άνθρωποι, το λέω κι εγώ στον εαυτό μου: σκάσε, έχεις δουλειά, τώρα θα παρακαλούσες για ιδιαίτερα. Που σιγά που θα έπαιρναν εμένα για ιδιαίτερα: μια κυρία στη Νέα Ιωνία μού είπε ήδη από το '95 ότι ακόμα και για τα ψιλά που ζητούσα δεν κατάφερα να ανεβάσω αρκετά τους βαθμούς του γιου της.

Στέκομαι εδώ, σε αυτή την ηλικία που δεν είναι πουθενά, ούτε στη νεότητα, ούτε στην ωριμότητα. Ζω πραγματικότητες που δεν κατανοώ αλλά αλίμονο κι αν ζούσαμε μόνον όσα καταλαβαίναμε. Έρχονται θαύματα, και μετά έρχεται κι η κούραση, αλλά πάνω που πάω να γκρινιάξω (κατά το συνήθειο μου), μου λέει ο εαυτός μου: ρε μαλάκα (μου έχει θάρρος ο εαυτός μου) κοίτα λίγο το θαύμα. Μόλις σηκώσω το βλέμμα και δω το θαύμα, αυτό ήταν -- πάνε όλα. Καμμιά μιζέρια δεν πιάνει.

Κάθε φορά που εργάστηκα κι εγώ προς την κατεύθυνση του να γίνω λίγο πιο κυνικός κι εγώ επιτέλους, λίγο πιο παίκτης, προς την κατεύθυνση του να αφήσω την τάχα μου άτρωτη πανοπλία (αστείρευτη πηγή αντιπάθειας, ενόχλησης και καχυποψίας) να με διαβρώσει λιγάκι προς τα μέσα, ερχόταν η ζωή και μου έβγαζε τη γλώσσα, μου έλεγε ότι οι κυνισμοί και οι αγερωχιές, τα κοφ'-το-σβέρκο-σου και τα δε-με-νοιάζει-κι-άει-πηδήσου είναι για άλλους, λεβέντη μου (με τη ζωή δεν έχουμε τόσο θάρρος μεταξύ μας), για όσους δε δένονται με ανθρώπους, για όσους δεν αγαπούν έτσι. Το έμαθα κι εγώ το μάθημά μου, κι έτσι έπαψα να προσπαθώ να μαθητεύσω στο πώς να χειρίζομαι τους ανθρώπους, να τους κάνω περιουσία μου. Όμως στο μεταξύ οι άνθρωποί μου έγιναν ο μόνος μου πλούτος.

Ούτε μπόρεσα να κινηθώ έξυπνα και να μπω σε ρόλους, να είμαι σωστός: νταξ, πέρασα όλα τα έως τώρα ορόσημα στη ζωή του ανδρός (και ακόμα πιο πολλά) εξωτερικά με τρόπο συμβατικό κι αναγνωρίσιμο, αλλά εσωτερικά κάθε ορόσημο απλώς σηματοδοτεί έναν και συγκεκριμένο άνθρωπο. Παράδειγμα: όταν συμβίωσα για πρώτη φορά, εγώ που ακόμα και τώρα αποφεύγω τη συμβίωση, ο μοναχικός και μονόχνωτος, δεν μπόρεσα να σκεφτώ "α, θα συμβιώσω, να ένα καινούργιο στάδιο, ω ρε συ θα αλλάξει η ζωή μου", μόνο τον άνθρωπο με τον οποίο θα μοιραζόμουν το δωμάτιο και το κρεβάτι μου σκεφτόμουν. Κι αφέθηκα. Και πάει λέγοντας έκτοτε: μόνον οι άνθρωποι με απασχολούν τελικά. Κι αφήνομαι.

"Και τι μας τα λες αυτά;" θα ρωτήσετε ευγενικά όσοι δε μου πολυέχετε θάρρος. Δεν ξέρω. Νυστάζω. Πάω για ύπνο, ναι, από τις δέκα και.




GatheRate

Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2011

Η πτώση

Εδώ και είκοσι λεπτά προσπαθώ να ξεκινήσω να γράφω για το τι γίνεται στην Ελλάδα, όπου κάθε μέρα μας ξημερώνει ακόμα μια έκπληξη, ακόμα μια πιο δυσάρεστη έκπληξη. Δεν ξέρω τι να πω που να μην είναι μπλαζέ, μελό ή εξυπνάδα. Δεν ξέρω από πού να το πιάσω το κουβάρι.

Για να αυτοσαρκαστώ λιγάκι, μετά από 6μισυ χρόνια για πρώτη φορά δεν εχω τι να πω.

Κι όχι, δε με απασχολούν όσοι θα χάσουν το Audi και θα πρέπει να παίρνουνε συγκοινωνία, με απασχολεί αν θα υπάρχουν συγκοινωνίες. Ούτε λυπάμαι κάποιους που θα εγκαταλείψουν το οροφοδιαμέρισμα στα Βριλήσσια και θα επιστρέψουν στο τριαράκι που τους έγραψε η γιαγιά στα Πατήσια, με προβληματίζει αν έχουν όλοι γιαγιά με διαμέρισμα και αν μπορείς να μεγαλώσεις πια παιδί στα Πατήσια. Και τα νοσοκομεία. Και τα σχολεία. Και άνθρωποι αγαπημένοι που θέλουνε να φύγουνε για Αυστραλία και Καναδά.

Και στο κάτω-κάτω, ποιος με χέζει εμένα: εγώ παριστάνω τον Ποιητή που κάθεται μάλλον ασφαλής σε κάποιο νησί κι αγναντεύει το Μεσολόγγι απέναντι να πέφτει. Βεβαίως, το μόνο κοινό μου με τον Ποιητή είναι το σουλάτσο εδώ γύρω ενός στόλου υπό την Ημισέληνο, εκεί σταματούν οι ομοιότητες.

GatheRate

Τρίτη, 13 Σεπτεμβρίου 2011

Je crois entendre encore


Κυρίες και κύριοι, οι ευαισθησίες μας και οι συγκινήσεις μας είναι δικές μας και μόνον δικές μας. Οι σπάνιες πολύτιμες στιγμές στις οποίες τις μοιραζόμαστε με τους άλλους είναι απλώς αυτό: στιγμές.

Ευλογημένα λοιπόν τα πλάσματα που μας συντονίζουνε με τις ευαισθησίες τους. Βλέπουνε την πατρίδα τους να βουλιάζει κωμικοτραγικά κι ανεπιστρεπτί σαν σε ταινία του Γκίλιαμ, αισθάνονται τη ζωή, τη νιότη ή τον έρωτα να περνάει αφήνοντας πίσω αγάπη ή τίποτα, τους χτυπάει κατάστηθα το παιδί τους που μεγάλωσε και φεύγει ή (χειρότερα) που τους φτύνει στα μούτρα, τους μαχαιρώνει ανεπανόρθωτα ο θάνατος φίλου, παιδιού, της αγάπης τους. Και τι κάνουν κυρίες και κύριοι; τα θάβουνε μέσα τους; σε ημερολόγια; Όχι, οι τεχνίτες της απόκρυψης τα εκθέτουν υπαινικτικά μπροστά σας, σε μπλογκ κι άλλα τεχνουργήματα του διαδικτύου. Χαμηλόφωνα, σχεδόν γριφωδώς. Και μάλλον θα τα προσπεράσετε. Αλλά αν όχι, ίσως να συντονιστείτε μαζί τους. Και η στιγμή, η ευαισθησία, η συγκίνησή τους, ίσως και η διάρκεια του πόνου τους θα γίνουνε και δικές σας. Για λίγο.

Δε θέλω να ονομάσω αυτά τα πλάσματα (θα λένε πάλι ότι αβαντάρω τους ίδιους και τους ίδιους). Άλλωστε τον καθένα τον αγγίζουν και διαφορετικά πράγματα.

Από πού έρχονται όλα αυτά; Από τα σκοτεινά βάθη μας, τον σκοτεινό καθρέφτη όπου καθρεφτίζεται η ψυχούλα μας, από πού αλλού; Με ποια αφορμή; Αυτό το κομμάτι που είχα να ακούσω περίπου 30 χρόνια (όχι σε αυτή την εκτέλεση). Ο πατέρας μου, τεχνικός με αγάπη για τη μουσική, έφτιαχνε σιγά-σιγά δισκοθήκη με βινύλια αλλά έτρεμε τη φθορά και τα γρατσουνίσματα. Έτσι, μόλις αγόραζε έναν δίσκο τον έγραφε σε κασέτα αμέσως, σε κασέτα χρωμίου αν ήταν κλασική μουσική και σε χρωμίου-ογδίου (δεν έχω ιδέα τι εννοούσε) αν ήτανε καλή κλασική μουσική. Και ούτε αυτές τις κασέτες με άφηνε να τις παίζω μόνος, γιατί έπρεπε πρώτα να πατήσεις κάτι κουμπάκια στο στέρεο.

Τα χάιλαϊτς από τους "Αλιείς μαργαριταριών" του Μπιζέ ήτανε γραμμένα σε μια κοινή κασέτα Technics, οπότε μπορούσα να την ακούω όσο ήθελα. Δεν την άκουγα συχνά. Όταν όμως έπαιζε το Je crois entendre encore, η ψυχή μου σφιγγόταν ανελλιπώς. Όπως τώρα, σχεδόν 30 χρόνια μετά.

GatheRate

Μαύρη είναι η νύχτα

Μεγάλωσα επί Ανδρεοκρατίας, όταν τα κρατικά μέσα ενημέρωσης μάς τάιζαν το ενδεχόμενο πολέμου με την Τουρκία ή πυρηνικού πολέμου που θα ξεκινούσαν οι ΗΠΑ. Στη φαντασία μου έφτιαχνα σενάρια καταστροφής και αφανισμού, επικά σενάρια, που θα με κυνηγούσανε για χρόνια.

Η γενιά μου είναι στα μέσα και στα έξω πια. Οι άνθρωποι της γενιάς μου είναι έτοιμοι να έρθουνε στα πράγματα: έχουνε οικογένεια κι αμάξι και, μέχρι πρόσφατα, πλήρωναν μια χαρά τις δόσεις του δανείου τους για το ωραίο διαμέρισμά τους. Οι λίγο μεγαλύτεροί μας, που είναι ήδη στα πράγματα, έχουνε χάσει τη μπάλα. Βλέπουν τη λαϊκή ιδεολογία να μετασχηματίζεται αργά από πατριωτικό ελληνορθόδοξο εθνικισμό (που μας έδωσε στιγμές δόξης όπως η Μακεδονική οπερέττα) σε κανονικό ξενοφοβικό φασισμό. Σε απάντηση, οι λόγιοι που προέρχονται από τις τάξεις της γράφουν αστειότητες, εκθέσεις ιδεών. Κυρίως αυτό, γράφουν. Οι λίγο μικρότεροί μας μουτζοκλαίνε ότι δεν τους αξίζουν τα ερείπια στα οποία μετατρέπεται σιγά σιγά η αστραφτερή Ελλάδα του 2004. Παιδιά, κάλμα, μην κάνετε έτσι: θα μπορούσατε να έχετε γεννηθεί μεταξύ 1901 και 1930, ή να έχετε ζήσει τα νιάτα σας επί Χούντας.

Η δική μας γενιά τι κάνει;  Δραστηριοποιείται διαδικτυακά, όπως εγώ καλή ώρα, παρακολουθεί επικροτώντας Λαζόπουλο κττ. (το λαϊκό θέατρο που μας αξίζει, ηθικολογικό, γλυκερό, στερεοτυπικό). Προσπάθησε να διώξει τα λεφτά της στην Κύπρο (ώπα) και στην Ελβετία. Όσοι από τη γενιά μας δηλαδή δε χάνουν τη δουλειά τους κανονικά. Αυτό το καλοκαίρι έμαθα για τόσες απολύσεις που, συνηθισμένος από τη μίρλα της γενιάς μου και της προηγούμενης, νόμιζα στην αρχή ότι πρόκειται απλώς για κλάψα, ότι λ.χ. νόμιζαν όλοι αυτοί οι άνθρωποι ότι απολύθηκαν, όπως κάποτε νόμιζαν ότι τα φέρνουνε βόλτα με το ζόρι (επειδή τους ζόριζε η δόση της μεζονέτας σε συνδυασμό με τα δάνεια δύο αμαξιών και τις διακοπές στη Βιέννη και στην Κοπεγχάγη, που είναι πάρα πολύ ωραία). Μετά με χαστούκισε η πραγματικότητα κι εμένα.

...


Γράφοντας το ποστ, διάβασα αυτό εδώ του Βυτίου. Επειδή τα λέει πολύ καλύτερα και πολύ πιο πηγαία απ' ό,τι θα μπορούσα να τα πω εγώ, αφήνω το δικό μου ποστ ημιτελές και σας παραπέμπω εκεί. Το αφήνω το δικό μου λοιπόν ημιτελές όχι μόνον ως μνημείο στην ευστοχία του Βυτίου αλλά και ως μνημείο της γενικότερης απελπισίας, της παγωμάρας.

GatheRate

Δευτέρα, 12 Σεπτεμβρίου 2011

Μουσική για τη νύχτα

Διοτι, βεβαίως, ου εά με καθεύδειν τα του Θας τρόπαια (ένα εκ των οποίων εδώ)
Οπότε:


MusicPlaylist
Music Playlist at MixPod.com

Καλή ακρόαση,
Sraosha o slow

GatheRate

Τετάρτη, 7 Σεπτεμβρίου 2011

Επιμύθιο στο "παπάρια"

μεταμπλόγκιν ή ξενερέ αυνανισμός

Έμαθα πριν μια βδομάδα ότι ο μπλόγκερ συλλέγει στατιστικές: πόσοι διαβάζουν το μπλογκ, από πού έρχονται, πού κατοικοεδρεύουν. Ήδη από τον Μάιο του 2009.

Αργά χτες τη νύχτα μπήκα κι εγώ να δω τα στατιστικά αυτού του μπλογκ. Έμαθα δύο πράγματα.

Πρώτον, η ηλεκτρονική εκδοχή της Lifo αναδημοσίευσε το προηγούμενο ποστ (αυτό με τα παπάρια), με δική της ψαγμένη εικονογράφηση. Με ρώτησε; Όχι. Με ενημέρωσε εκ των υστέρων; Όχι. Πώς πρέπει να νιώθω; Κολακευμένος και τιμημένος; Πικαρισμένος; Εξαγριωμένος; Τιποτα. Δε βαριέσαι, υπάρχουν κι άλλα πράματα στη ζωή εκτός από "το μεγάλο σοσιαλμηντιακό ίδρυμα", που λέει και μια ψυχή. Δωρεάν ελάβετε, δωρεάν δότε -- κι ο Θεός να λυπηθεί τους μπλοκάκηδες.

Δεύτερον, από τον Μάιο του 2009, το ποστ με τα παπάρια είναι ήδη το δεύτερο πιο δημοφιλές, ελέω και Lifo βεβαίως. Μέσα σε δύο μέρες. Ας το αναλύσουμε αυτό. Το ποστ της Δευτέρας αποτελείται από τρεις ρηχές σημειώσεις. Η πρώτη, που προλογίζεται ως τετριμμένη, εκθέτει α λα παλιό Κλικ με ολίγη από Μαλβινάκι-Θεός-σχωρεσ'το τα κριτήρια του κάθε τρόμπα για το τι κρύβεται πίσω από κάθε επιτυχημένη γυναίκα. Να υπενθυμίσω στους νεώτερους ότι αυτά μας τα έχει πει ο Ρακάσα πολύ καλύτερα πριν 6 χρόνια. Η δεύτερη σημείωση, όπως αγριωπά χώνει και η Niemandsrose, συμπληρώνει την δεύτερη:
"Και τελικά τι θέλαμε να πούμε; Ότι ζούμε σε μια συντηρητική κοινωνία, ο συντηρητισμός της οποίας απλώνεται μέχρι τις παρεούλες των νεοελλήνων διανοουμένων στο Κολωνάκι και τα πέριξ; Πολύ προφανές. Λες και δεν είχαμε καταλάβει τόσο καιρό από τα βιβλία τους για τι παπάρες (μια και ο λόγος) πρόκειται, περιμέναμε να μάθουμε πως κουτσομπολεύουν σα λιγούρια το βίο των ομότεχνών τους."
Η τρίτη σημείωση, καρικατούρα μιας καρικατούρας, μιλάει ξανά για τον κομφορμισμό ως διαδικασία επιλογής του ποια συγγραφέας ανεβαίνει και πουλάει και ποια κάθεται στα αυγά της.

Σε όλο το ποστ δεν υπάρχει ούτε μισό επιχείρημα, ούτε μία πρωτότυπη ματιά: παραδέχεται άλλωστε και το ίδιο ότι λέει τα γνωστά ή αυτονόητα. Το ίδιο ποστ, το δεύτερο πιο δημοφιλές εδώ και δύο χρόνια μέσα σε δύο μέρες, μάζεψε και κάμποσα σχόλια, ούτε που θυμάμαι από πότε έχω να δω τόσα σχόλια.

Ερωτήσεις:

α. Και τι το έγραψες ρε; Ε, μπλογκ είναι, γράφουμε. Οι παππούδες, ανήμποροι, μουτζώνουνε τον ΓΑΠ (παλιότερα μουτζώνανε τους προκατόχους του) στην τηλεόραση. Εγώ γράφω ποστ.

β. Βρίζεις τους αναγνώστες σου, ρε αλαζονικό παπάρι; Όχι, τους λέω να είναι πιο δύσπιστοι και εκλεκτικοί.

γ. Είσαι σχιζοφρενούλης; Όχι, μέμνημαι απιστείν, ακόμα και απέναντι στον εαυτό μου. Άλλωστε όποιος είναι αυστηρός με τους άλλους ("όλο σχεδόν χεστήρια είσαι ρε αδερφέ", μου είπε απόψε ένας φίλος), οφείλει να είναι πρώτα αυστηρός με τον εαυτό του.

Τελείωσα. Καληνύχτα.

P.S.: Διαβάστε αυτό.

GatheRate

Δευτέρα, 5 Σεπτεμβρίου 2011

Η σημασία του να έχεις παπάρια



σημειώσεις για τον σεξισμό των Ελλήνων πνευματικών ανθρώπων και της συνοδείας αυτών

Σχεδιάζω αυτό το ποστ καιρό, μετά από σχετικές συζητήσεις με δικούς μου ανθρώπους (Ι., Π., Ε., Κ., Σ. -- ευχαριστώ). Είχα σκοπό να γράψω κάτι ολοκληρωμένο με αρχή, μέση και τέλος και καταλεπτώς καταγγελτικό, με διευθύνσεις, ονόματα και τηλέφωνα (εντάξει, υπερβάλλω).

Αντ' αυτού, σημειώσεις: πάλι βρίσκομαι ανάμεσα στις συμπληγάδες της τρελής δουλειάς και της παραλυτικής βαρεμάρας...

Σημείωση πρώτη: η κρησάρα

Ι.
Ξεκινάμε με τα τετριμμένα: ας πούμε ότι είσαι γυναίκα και πετυχαίνεις υπερβολικά στον πνευματικό χώρο, από σινεμά μέχρι βιβλίο και από ποίηση μέχρι διοργάνωση εκδηλώσεων και θεαμάτων, από θέατρο μέχρι τραγούδι και από σκηνικά-κουστούμια μέχρι ζωγραφική. Η πρώτη αντίδραση όσων σε παρακολουθούν είναι να ψάξουν ποιανού είσι συ: γυναίκα, αδερφή, κόρη, ερωμένη. Φυσικό: ως γυναίκα, πώς αλλιώς θα σου δοθούν ευκαιρίες; Κακά τα ψέματα.

ΙΙ.
Ας πούμε ότι δεν είσαι γυναίκα, κόρη, ερωμένη κανενός. Ποιος να σε πάρει για γκόμενα έτσι που είσαι. Η επόμενη λοιπόν ερώτηση είναι, βεβαίως, "ποιος σε πηδάει", η ίδια που απευθύνουμε και στους πετυχημένους ορατά ή άουτ γκέι άντρες.

ΙΙΙ.
Ας πούμε ότι δε σε πηδάει κάποιος συγκεκριμένος. Το επόμενο ερμηνευτικό εργαλείο είναι αφοριστικό και όχι υπό μορφή ερώτησης: "αυτή έχει πάρει όλη την κοινωνία" (ενδεχομένως κατά το "εικόνα σου είμαι, κοινωνία, και σου μοιάζω"). Η κοινωνία συνήθως ορίζεται ως σύνολο με πληθικό αριθμό μεγαλύτερο ή ίσο του 5. Γιατί όμως; Διότι, ως γνωστόν, για τις γυναίκες το σεξ δεν είναι απόλαυση αλλά μέσο αυτεπιβεβαίωσης, ατραπός τρυφερότητας, ατού στις επιδιώξεις τους. Όθεν, κάποια που έχει πάει με πάνω από 5, άρα με όλη την κοινωνία, είναι αδίστακτη. Ή πουτάνα. Ή αδίστακτη πουτάνα.

IV.
Σε αυτό το σημείο, αν είσαι γυναίκα και πετυχαίνεις υπερβολικά, μάλλον κάπως ήδη έχεις καλυφθεί. Εάν όχι, ε, είναι απλό: είσαι λεσβία.

Σημείωση δεύτερη: σιγή γυναιξί κόσμον φέρει

Η Χ είναι συγγραφέας. Τώρα τελευταία μάς τα έχει χαλάσει, αλλά τουλάχιστον πρόλαβε να ενοχλήσει, να τσαντίσει και να προκαλέσει τον φθόνο συντηρητικών, αριστερών ηθογράφων, οικογενειολατρών, νεκραναστημένων λειψάνων της γενιάς του 30, λεβεντοπροζάτων, ξινών κριτικών. Ωστόσο την πιο εύλογη κριτική για τη Χ δεν την άκουσα για μια σειρά από χαριτωμένα αλλά αδιάφορα βιβλία της, ούτε για άρθρα της που πρέπει να σερβίρονται με αγχολυτικό. Την άκουσα για την πολιτεία της Χ, και είναι χαρακτηριστική του πατριαρχικού-σεξιστικού γραφικού χωριού Κωσταλέξι που είμαστε: Η Χ δεν είναι μάνα, αδερφή, σύζυγος ή κόρη κανενός. Ίσα ίσα, όπως επιγραμματικά μού είπε κάποιος του χώρου, "μεθοκοπάει και τραβολογιέται με γκόμενους στα πάρτυ". Η αξιολόγηση μού έμεινε διότι εκείνη την ώρα ο εν λόγω άνθρωπος του χώρου ήταν ακόμα πιο μεθυσμένος κι από εμένα. Εντάξει, αν ήταν η Χ άντρας, θα ήταν πούστης, κρυφός κατά προτίμηση. Το θέμα δεν είναι εκεί. Το θέμα είναι στην τρίτη σημείωση:

Σημείωση τρίτη: τα βραχιόλια της βροντούν

Ποιες είναι οι ελληνίδες συγγραφείς που όλοι σέβονται; Σύζυγοι, μητέρες, σαλές ποιήτριες της πρόζας. Εντάξει. Είπαμε, πώς αλλιώς να σου δώσει σημασία ο χώρος.

Ποιες ελληνίδες συγγραφείς πουλάνε; Κυρίες με μισό δάχτυλο μέικαπ, βραχιόλια, περιδέραια, χάντρες πολλές, με το μαλλί σε απόχρωση βαφής φούρνου, απόφοιτοι και εργαζόμενες και συνταξιούχοι. Γράφουν για τον έρωτα (what else is there?). Ομαλά, λυρικά, ποιητικά. Με πάθη ωραία, αποστεγνωμένα, της καρδιάς κι όχι των βουβώνων. Τις φαντάζομαι να γράφουνε στον υπολογιστή και τα τζάτζαλα που φοράνε να κροταλίζουν. Από μέσα ακούγονται ο Καπουτζίδης στην τιβί και η Φιλιππινέζα που τραγουδάει χαμηλόφωνα να μην ενοχλεί την κυρία. Άλλες θα γράφουνε με Parker (η Montblanc, δώρο του συζύγου, της Εθνικής Τραπέζης, επί τη ευκαιρία της 46ης χιλιάδας, είναι αποκλειστικά για την υπογραφή αντιτύπων) γιατί είναι αισθαντικότερη η διαδικασία, δεν πατάς κουμπάκια σε ένα άψυχο μηχάνημα παρά σέρνεις πάνω στο παρθενικό χαρτί τον μικρό φαλλό που ξεχειλίζει γαλάζιους χυμούς αφήνοντας πίσω του γραφή. Βεβαίως, μιλάνε τελικά για τα βάσανα της μέσης ελληνίδας που έχει ανοίξει η χοάνη του γάμου και την έχει καταπιεί σχεδόν μέχρι τον λαιμό, σαν κάποιο υποχθόνιο σκάμμα στην κωνική Κολαση του Αλιγκιέρι. Ακόμα και όταν η ιστορία εκτυλίσσεται στα σκλαβοπάζαρα της Ζανζιβάρης και στα αρχοντικά της Βραΐλας. Αλλά όλοι για τα βάσανά μας μιλάνε. Ιδίως λ.χ. τα τούρκικα σήριαλ.

GatheRate

Πέμπτη, 1 Σεπτεμβρίου 2011

Νιόνιο, αγάπη μου

Απόψε θυμήθηκα το Περιβόλι του Σαββόπουλου και πώς πρωτοάκουσα τον δίσκο "Το περιβόλι του τρελλού".

Όταν λοιπόν ήμουν πρώτη ή δευτέρα Γυμνασίου (τω καιρώ εκείνω), τη γιορτή της 25ης Μαρτίου την έκανε ένας μαθηματικός που ήταν ωραίος τύπος και αριστερός (έμοιαζε μάλιστα φατσικώς με τον Τάλω). Αντί λοιπόν για τα γνωστά πατριωτικά τραγούδια και φω τσαμικα, πέφτει και η "Ωδή στον Γεώργιο Καραϊσκάκη", από τη χορωδία του Γυμνασίου υπό τη διεύθυνση μιας θεούσας καθηγήτριας μουσικής (πλην όμως καταπληκτικού ανθρώπου και δασκάλας -- της χρωστάω εν πολλοίς τη Μουσική). Παθαίνω τρελή πλάκα, τρελή όμως, και μετά τη γιορτή πηγαίνω στον μαθηματικό και τον ρωτάω τι είναι αυτό, από ποιον δίσκο κτλ. Μου λέει και πάω και γράφω τον δίσκο σε κασέτα, τον οποίο ακόμα θεωρώ από τους καλύτερους ελληνικούς δίσκους όλων των εποχών.

Μετά κόλλησα με τον Νιόνιο για χρόνια.

GatheRate