Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2011

Μακάριοι οι πενθούντες, ότι αυτοί παρακληθήσονται

στον Ν.Ξ., απόψε

Όχι νεκρολογία
Έφτασα νωρίς το πρωί για το μνημόσυνο, είχα χρόνο να σκεφτώ και να αντιδράσω. Περνούσα μέσα από την Κυψέλη της αγάπης: οδός Σπετσών, πλατεία Κυψέλης, οδός Κύπρου. Ο εκλιπών ήταν άνθρωπος παλαιού τύπου, προοδευτικός και ανοιχτόμυαλος με έναν τρόπο που δεν μπορούμε πια να κουβεντιάσουμε καν. Παντρεμένος 60 χρόνια, αγαπημένος με τη γυναίκα του με έναν τρόπο που δεν μπορούμε να εντάξουμε πια στα στεγνά και στεγανά μας μέτρα, στον μονολιθισμό του καθωσπρέπει μας. Η κόρη του ήταν ο πρώτος μου έρωτας, όσο μπορεί να πει κανείς έρωτα τον απεριόριστο θαυμασμό και προσκόλληση ενός γητεμένου εντεκάχρονου για μια γυναίκα όμορφη, ευφυή, ψαγμένη και είκοσι χρόνια μεγαλύτερή του. Ο εκλιπών την έχασε με τον πιο σπαρακτικό τρόπο που μπορεί να φοβηθεί κανείς και έζησε άλλα 25 χρόνια δυνατός από πείσμα και αγέρωχος σαν πρωτότοκος, αλλά με μια τεράστια τρυπα να χάσκει μέσα του, μια τρύπα που φρόντιζε να στολίζει με κομψές γραβάτες.

Οι πενθούντες
Στα σαράντα του λοιπόν κοιτούσα τους πενθούντες. Συνήθως οι πενθούντες με κάνουν να δακρύσω. Κοιτούσα λ.χ. τη γυναίκα του εκλιπόντος το πρωί. Τι πράγμα, να χάσεις έναν άνθρωπο με τον οποίο έζησες πρόθυμα 60 χρόνια. Η γυναίκα του με έχει σαν τον γιο που δεν έχει. Αφού πέθανε ο άντρας της, με πήρε στην κουζίνα, καθήσαμε μαζί. Μου έσφιξε το χέρι. Μου μίλησε για τις τελευταίες μέρες του. Κάποια στιγμή σταμάτησε και μου είπε: Πάει ο θείος σου, έγινε παραμύθι. Και μετά συνέχισε να αφηγείται.
Οι Μακαρισμοί είναι τόσο σωματικό κήρυγμα, τόσο γήινο, τόσο ταπεινό, τόσο ανθρώπινο που κομπλάρει ερμηνευτές και θεολόγους επί 20 αιώνες. Θυμάμαι ταρζανικές ερμηνείες του Μακάριοι οι πενθούντες ότι αυτοί παρακληθήσονται. Ότι και καλά οι πενθούντες δεν είναι όλοι μας όσοι χάσαμε και θα χάσουμε τους αγαπημένους μας, αλλά -- ξέρω γω -- οι μάρτυρες του Χριστού, οι μοναχοί, όσοι πολεμήθηκαν στο όνομά Του κτλ. Ντάξει, δεν ξέρω. Νιώθω πάντως ότι αν οι Μακαρισμοί δεν είναι κουβέντες ενός ραββίνου μιας εποχής τουρλού σαν τη δική μας (όταν η γνώση καθιζάνει, η ελευθερία γίνεται προσχηματική ηρωδιάδα και η ανθρώπινη ζωή και το ανθρώπινο σώμα κόβονται οικόπεδα και κηδεμονεύονται από τους πλειοδότες) αλλά, ξέρω γω, ο λόγος του Θεού, τότε Μακάριοι οι πενθούντες σημαίνει "μακάριοι όσοι πενθούν".

Οι διανοούμενοι και το πένθος
Θεολογώ; Ποτέ και με τίποτα. Αλλού το πάω. Οι διανοούμενοι, και δεν εννοώ οργανικούς διανοούμενος αλλά όσους εξετάζουν τον βίο, όσους παράγουν υπεραξία σκέψης, έχουνε μεθοδικά κι επίπονα καταφέρει να επεκτείνουν εντυπωσιακά τα όρια της φούσκας τους, του υποσύνολου του κόσμου που ερμηνεύουν, πάνω στο οποίο τα εργαλεία τους μπορούνε να βγάλουνε δουλειά. Έχουν ακόμα καταφέρει να αγκαλιάσουν "τον πούστη, την πουτάνα και τον κλέφτη", έστω πατερναλιστικά, έστω προσχηματικά, έστω συμβολικά. Αυτό που δεν μπορούν να κουμαντάρουν είναι η αρρώστια και το πένθος. Εκεί η παρηγοριά είναι στα χέρια Αυτού που επικαλείται ο Ραββουνί. Εκεί, στην καλυτερη περίπτωση, είμαστε ακόμα στους Στωικούς και στον Επίκουρο (τέλος πάντων). Εκεί ο λόγος είναι η αμηχανία. Η μεγάλη αμηχανία.

Η Μεγάλη Αμηχανία
Η Μεγάλη Αμηχανία μάς πάει. Είναι η Αμηχανία της εποχής: μια φουρνιά δογματικών και ιδεολόγων αφανίζουν τον πλούτο του κόσμου, συσσωρεύοντάς τον υπό το μόδιον, όπως προηγούμενες φουρνιές σφαγίασαν λαούς ολόκληρους. Όσοι το αντιλαμβάνονται είναι αμήχανοι. Είναι αμήχανοι γιατί ίσως είναι διανοούμενοι. Είναι αμήχανοι επειδή, ως διανοούμενοι, δε γνωρίζουν πώς πραγματικά ζουν όσοι γίνονται πραγματικά φτωχοί. Είμαστε (για να μην το παίζω ότι είμαι απόξω) αμήχανοι επειδή βλέπουμε αριθμούς και συλλογικές τάσεις και στάσεις και μάζες και κινήματα και πολιτικές και τους μηχανισμούς της ιστορίας και τις δυναμικές της κοινωνίας αλλά όχι τις εκατομμύρια ατομικότητες, τη μεγάλη συλλογικότητα, που δεν μπορεί να πάψει να μιλάει για τα λεφτά, όπως δεν μπορεί ο στερημένος να πάψει να μιλάει για έρωτα. Και χειρότερα, πολύ χειρότερα: φτύστε αυτή την ανοησία, τη φενάκη του παραλληλισμού, τη μεθοδολογική φαρμακεία της μεταφοράς: "μπορεί να πάψει να μιλάει για τα λεφτά, όπως δεν μπορεί ο στερημένος να πάψει να μιλάει για έρωτα". Μαλακίες. Αυτό που ζουν οι άνθρωποι τους οποίους δημοσιονομικές πολιτικές, το διεθνές εμπόριο και η βαρβαρότητα του κεφαλαίου (όπως η αγριότητα των ιδεολογιών κατά τον εικοστό αιώνα) αφανίζουν αγεληδόν δεν το καταλαβαίνεις εσύ που με διαβάζεις στην οθόνη σου, ούτε εγώ που το γράφω στη δικιά μου. Καταστρέφονται ζωές, κανονικά. Άνθρωποι πεθαίνουν και θα πεθάνουν. Οι αδύναμοι θα εξαχρειωθούν. Αυτό είναι πένθος. Αυτό είναι πόνος, εξαθλίωση (γιατί ο πόνος εξαθλιώνει), αυτό είναι πένθος. Τα υπόλοιπα είναι φτενές ρητορείες. Όπως και αυτή η μαλακία που γράφω τώρα.

Το πενθος των άλλων
Η Μεγάλη Αμηχανία, η μεγάλη αντάρα, θα σηκωθεί όταν νιώσουμε το πένθος των άλλων. Γιατί οι πενθούντες είναι εξορισμού τσακισμένοι στη μέση και βουβοί.

GatheRate

Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2011

Οι δούλοι δεν έχουνε λίμπιντο

per un amico, il miglior fabbro

Σε τέσσερα σημειώματα. Όσοι έχουν εξουσία δεν ορίζουν τη γλώσσα (όπως λένε κάτι καμένα γαλλάκια), αλλά κουμαντάρουν ονόματα, τίτλους και όρους. Κι αυτό όμως είναι συχνά (υπερ)αρκετό για να πατήσεις κάτω τον αδύναμο και τον υποτελή.

Γεράματα
Με πιάνει φανάρι μπροστά στην ελληνική πρεσβεία. Μπροστά μου πεζή κυρία ηλικιωμένη (θα επάνερθουμε σε αυτό) κουτσοπερνάει τον δρόμο, πολύ αργά. Αρθριτικά, οστεοπόρωση, ίσως και τα δύο, την κάνουνε να δείχνει αυτό που λέμε σκεβρωμένη. Φοράει πλεχτή ζακέτα μηχανής, ακρυλική φούστα μάλλον κινέζικη, τα μαλλιά της είναι γκρίζα και με το γνωστό κοντό κούρεμα της ηλικίας της. Γνωστά πράγματα, τετριμμένα. Το πρόσωπό της δείχνει πάρα πολύ κουρασμένο. Όχι βαριεστημένο, όχι με το βλέμμα αδειανό, που λένε, ούτε ενοχλημένο, ούτε αγχωμένο. Απλώς κουρασμένο. Σκέφτομαι διάφορα, σχεδόν αστραπιαία, για όση ώρα παίρνει να γίνει το φανάρι πράσινο. Ηλικιωμένη. Ποια είναι η ηλικία της; Πόσο χρονών να 'ναι; Εξήντα; Εξηνταπέντε; Όσο δηλαδή ευκατάστατες γυναίκες που δεν εξαρτώνται από τη μεγαλοφροσύνη παιδιών, όπου υπάρχουν, τη μεγαλοθυμία νυφάδων και γαμπρών, την επιβίωση και τη σύνταξη του συζύγου: κάτι καθόλου ηλικιωμένες κυρίες των εξηνταφεύγα και των εβδομήντα, που αλλοιώνουν προς τα πάνω το δείγμα των ερευνών διάφορων ινστιτούτων σεξολογίας σχετικά με το πότε εγκαταλείπει οριστικά την πάλη των κορμιών η "μέση" γυναίκα. Επιστρέφω στην πεζή κυρία, που πια έχει φτάσει στο πεζοδρόμιο και σκέφτομαι τους ωκεανούς πλήξης μέσα στην καθημερινότητά τους, πλήξης που διαχειρίζονται όλες αυτές οι "γιαγιούλες" των εξηντακάτι στήνοντας προσεκτικές ρουτίνες που προέκυψαν με δοκιμή και πλάνη. Αισθάνομαι αόριστη ενοχή.

Πουστάρες
Πίνω καφέ με τη συμβία (αν και δε θέλει να την αποκαλώ έτσι) και συζητάμε για έναν καλό μας φίλο που έχει πολύ υπεύθυνη και υψηλή θέση σε μεγάλη εταιρεία. Είναι επίσης ανοιχτά γκέι. Η συμβία Ζ αναρωτιέται αν θα μπορούσε να χτυπήσει μια παρόμοια θέση σήμερα, αν θα τον προσλάμβανε η εταιρεία του εν έτει 2011. Στην αρχή δεν καταλαβαίνω: "μα έχει όλα τα προσόντα και με το παραπάνω", λέω. Η Ζ αναφέρεται στο ότι είναι ανοιχτά γκέι. "Μα όταν πήρε τη δουλειά οι εποχές ήταν πιο άγριες, άλλωστε πήρε προαγωγή πρόσφατα". "Η προαγωγή ήτανε το λιγότερο: αν ήταν στρέιτ ή κρυφή τώρα θα τον είχανε συνέταιρο κανονικό", λέει. Η αλήθεια είναι ότι δεν ήξερα τι να απαντήσω, και πραγματικά δεν ξέρω ακόμη. Έμαθα πρόσφατα για φίλο φίλου που του έχουνε κόψει εφτά ευκαιρίες προαγωγής γιατί έκανε το λάθος να πει ανοιχτά στον εργασιακό του χώρο (στον ιδιωτικό τομέα) ότι είναι γκέι. Η αλήθεια είναι ότι σε επίπεδο κοινωνίας διακρίνω αποδοχή των γκέι στα λόγια και ενσωμάτωσή τους με αντίτιμο τη γραφικότητα. Ίσως όμως κάνω λάθος.

Πουτάνες κι αγάμητες
(Βλέπετε ότι επιστρέφω στον εμβληματικό στίχο του πελώριου ΦΠ, παραφράζοντάς τον)
Δε θέλω να επαναλάβω αυτά τα πρόσφατα προφανή. Έκανα ναργιλέ (αυτά πίνουμε εδώ στο Μίτολ Ιστ) με τον φίλο μου τον Α., ο οποίος είναι εικαστικών προσανατολισμών και έχει μια κορούλα. Αφού θάψαμε την κοινωνία όλη, μου λέει απότομα και χωρίς εισαγωγή ότι ανησυχεί σε τι κόσμο θα μεγαλώσει το παιδί του. Νόμισα ότι μιλάει για τη φτωχεια που έρχεται και την απευθείας υποδουλωσή μας στο κεφάλαιο (χωρίς τη μεσολάβηση πολιτικής, κρατών, κυβερνήσεων κτλ). Όχι γι' αυτό, μου απαντάει, απλώς συνειδητοποιεί ότι η κοινωνία θα είναι πιο πουριτανική, ακόμα πιο πουριτανική: η γυναίκα θα είναι "ή πουτάνα ή αγάμητη, όπως τον καιρό των γονιών μας". Όταν λέμε πουτάνα ξέρετε τι εννοούμε: "καθ' έξιν" (σύμφωνα με παλιότερο νομικό λεξιλόγιο), όχι "κατ' επάγγελμα". Εννοούμε τον στιγματισμό της γυναίκας που επιδιώκει και χαίρεται τον έρωτα, και μάλιστα έξω από συμφραζόμενα σχέση-συμβίωση-γάμος. Έχει ξαναγίνει αυτή η κουβέντα και δε θέλω να την ξανανοίξω: το θέμα δεν είναι πόσο σεξ κάνεις, το θέμα είναι αν το φχαριστιέσαι. Το θέμα δεν είναι τι κάνεις, το θέμα είναι πόσο δικαιολογημένοι και δικαιωμένοι αισθάνονται οι γύρω σου να σε αξιολογήσουν και να σε κρίνουν με βάση αυτά που κάνεις. Το θέμα δεν είναι αν οι γυναίκες είναι πιο "απελευθερωμένες" (χάχα! ορολογία ΕΓΕ και δεκαετίας ογδόντα: πφφφφ) από τον καιρό που τις πάντρευαν-παντρευόντουσαν, τις γάμαγαν, τις έδερναν, τις γκάστρωναν ανέμελα και τους έβγαζαν το όνομα αν αντιδρούσαν σε κάποιο από τα παραπάνω, το θέμα είναι αν ακόμα οι άντρες την περνάνε ζάχαρη και οι γυναίκες, συγκριτικά μιλώντας, αμμοχάλικο.

Ναι, και;
Είχα το προνόμιο να διαβάσω το πρώτο δοκίμιο συνέντευξης της γνωστής ακτιβίστριας Πάολας Ρεβενιώτη (ναι, της τραβεστί), ξέρετε, της αντεξουσιάστριας που κυνηγούσαν οι ζυθοπότες αντεξουσιαστές άντρες (σχεδόν υπήρξα μάρτυρας μιας τέτοιας φάσης, πήγαινα Γυμνάσιο νομίζω, πάνε και κάτι δεκαετίες). Δε θέλω να πω πολλά για τη συνέντευξη πριν βγει. Απλώς λέω ότι η τύπισσα είναι μεγάλη μορφή. Φαίνεται άνθρωπος "παλαιού τύπου", να το πω κι έτσι: από τους ανθρώπους που έκαναν επανάσταση κι ακτιβισμό γιατί πρωτίστως ήτανε βαθιά φχαριστημένοι αλλά και με τσαγανό. Άνθρωποι με μίνιμουμ απαιτήσεις από τον κόσμο γύρω μας (τον κάλπικο ντουνιά κι έτσι) αλλά με μάξιμουμ διάθεση να περάσουνε καλά, να γλεντήσουν, να το φχαριστηθούν. Άνθρωποι που δεν φοβόντουσαν να φάνε ξύλο (καλή ώρα σαν κι εμάς), γιατί ήξεραν ότι λ.χ. ο ρόλος του μπάτσου εν Ελλάδι είναι να ρίχνει ξύλο κι όχι να πιανει κλέφτες, καταχραστές, φονιάδες. Άνθρωποι που δεν πίστευαν ότι η ζωή τούς χρωστάει και άρα δε θεωρούσαν ότι πρέπει να πέσουν να πεθάνουν και να κλαίγονται στερεοφωνικά εάν η ζωή (που μας χρωστάει, και καλά) δεν πληρώνει τακτικά. Η Πάολα Ρεβενιώτη μου φάνηκε μορφή αξιοπρέπειας, όχι σαν τις ντεκάφ κλαψομαρίες (άντρες, γυναίκες, γκέι, στρέιτ, μπάι, φτωχούς, αριστερούς, διανοούμενους, μη-γαύρους -- για όλους μιλάω) που είμαστε εμείς σήμερα.  Μου φάνηκε τελικά φχαριστημένος άνθρωπος και γι' αυτό γενναίος. Όχι από νεύρωση και ακτιβιλίκι.
Και για να το κάνω φραγκοδίφραγκα: η επάνασταση, η εξέγερση, η αντίσταση, η αντίδραση πιάνουνε καλύτερα τόπο έτσι: όχι όταν πας να διεκδικήσεις "αυτό που σου στέρησαν" (κλαψ-σνιφ) αλλά όταν πας να διεκδικήσεις αυτό που σου αξίζει και δικαιούσαι. Και πάλι, δεν εννοώ το 'δικαιούσαι' σαν καθεστωτικός συνδικαλιστής αλλά σαν άνθρωπος, πολίτης κι εργαζόμενος. Άνθρωπος, πολίτης κι εργαζόμενος που είναι περήφανος και για τα τρία και τα φχαριστιέται το κατά δύναμιν.

GatheRate

Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2011

Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία

Όταν ήμουν μαθητής, επί ανδρεοκρατίας, περιφρονούσα την επέτειο του Πολυτεχνείου. Από αντιπασοκικά αντανακλαστικά: μας έπνιγε από παντού ο Ρίτσος, οι γιγάντιες κονσέρβες με πούλπα ροδάκινου, το γελοίο φολκόρ που μας πούλαγαν για ελληνική παράδοση, τα χυδαία διδακτικά βιβλία που απευθύνονταν σε κρετίνους, οι θρασείς πασόκοι γονείς του συλλόγου γονέων που θεωρούσαν ότι είχε έρθει η σειρά τους να μπουφλίσουνε τη Δεξιά, ο ντεκαφεϊνέ κομμουνισμός της Κλαδικής, οι εορτασμοί του Γοργοπόταμου, οι παραγγελιές για ζωγραφιές στους μαντρότοιχους των σχολείων μας που αναπαριστούσαν την ειρήνη και την αδελφοσύνη αναγνωστικών του Τσαουσέσκου, το μίκυ μάους που από 5 δρχ πήγαινε 9 δρχ και μετά 20 δρχ (κι ας έπαιρνες χαρτζηλίκι 20 και 50 δραχμές τη βδομάδα σταθερά, κι αυτό αν ήσουν "ευκατάστατος"). Το Πολυτεχνείο φάνταζε σαν μια ακόμα αφορμή να δοξάσουμε την Αλλαγή και το ΠΑΣΟΚ ή, χειρότερα, να πληρώσουμε τον ετήσιο φόρο πολιτικής υποτέλειας που απαιτούσαν οι αγέλαστοι, αχτένιστοι, ατσούμπαλοι και ελαφρώς άπλυτοι κομμουνιστές -- οι οποίοι καμωνόντουσαν ότι αυτοί έκαναν το Πολυτεχνείο κι ότι το Πολυτεχνείο ήτανε δικό τους.

Στο Λύκειο, στην πρώτη, άλλαξε αυτό το πράγμα. Πήγα στην πορεία, για παρέα, κυνηγήθηκα από τα ΜΑΤ, έφαγα δακρυγόνα (που ήταν απλό μπούκοβο σε σχέση με αυτά που ρίχνουν τώρα), κρύφτηκα τρέχοντας πίσω από την Πινακοθήκη, με την απορία γιατί τα ΜΑΤ να θέλουν να δείρουν τύπους σαν κι εμένα. Σαν φοιτητής, όπου το σπορ μας ήταν να χλευάζουμε δαπίτες και να προσπαθούμε να εντοπίσουμε πασπίτες να τους χλευάσουμε, άρχισα να καταλαβαίνω. Πάντοτε όμως το Πολυτεχνείο ήτανε για μένα μια μουσειακή επέτειος. Βεβαίως πάντα ανατρίχιαζα στη σκέψη του τι έγινε, του τανκ, του αίματος στην Πατησίων, της Βέμπο, της έλλειψης εικόνων από το τι ακριβώς έκαναν στα παιδιά, πάντα σκεφτόμουν ότι εκείνη τη νύχτα είχε πάρει σβάρνα την Αθήνα ο πατέρας μου να βρει διανυκτερεύον που ήμουν άρρωστος, μέναμε στο Μεταξουργείο τότε, και βρέθηκε με τα πόδια στο γνωστό φαρμακείο της Πατησίων, όπου -- κατά τον πάντοτε σιβυλλικό Αμπού Σραόσα -- "γινότανε χαμός, ρε παιδί μου". Όμως πάντα χλεύαζα συνθήματα τύπου "ένα, δύο τρία -- πολλά πολυτεχνεία". Ακόμα και το "Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία" (που μέσα μου όμως ήτανε πάντοτε εκεί ψηλά μαζί με το Liberté, Égalité, Fraternité) μου φαινότανε παρωχημένο, ντεπασέ, ένα σύνθημα για τριχερούς μαλλιάδες, αξύριστα ταγάρια, γραφικούς αγάμητους που διάβαζαν Μαρκούζε μπας και ξεπεράσουν τον διπλό ευνουχισμό τους από τη μικροαστική Ελλάδα και το διεθνιστικό Κόμμα: ψωμί είχαμε (έστω και διατίμησης), η ελευθερία ήταν κατοχυρωμένη, την παιδεία την είχε πάρει και την είχε σηκώσει ο διάολος και γι' αυτό μας έστελνε μαζικά το ΙΚΥ στην Αγγλία να σπουδάσουμε, όπως η Γαλλική Δημοκρατία έσωσε μετεμφυλιακά τον ανθό της ελληνικής νεολαίας με εκείνο το βαπόρι το πώς-το-λένε.

Φλας φόργουορντ: 2011. Ζούμε πια στο μέλλον. Ζούμε σε ένα μέλλον πολύ μετά και από τα πιο τρελά όνειρα του παρελθόντος, λ.χ. Διάστημα 1999, 2000, 2001, 2002 GR, 2010: the year we make contact, κτλ. Και τα γράφω όλα αυτά για να πω:

ήμαρτον.

Ε, ρε Πολυτεχνείο που μας χρειάζεται...

GatheRate

Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2011

Οι Γερμανοί ΕΙΝΑΙ φίλοι μας

... όπως και οι Σλοβένοι, και οι Τατζίκοι, και οι Γκανέζοι, και οι Περουβιανοί κτλ. Δεν το λέω σε στιγμές διεθνιστικής έξαρσης: όποιος έχει ζήσει εκτός Ελλάδος νομίζω ότι ξέρει πόσο αναγνωρίσιμη αλλά και προνομιακή τελικά είναι η ετικέτα "Έλληνας" (μου το έλεγε π.χ. μια συνάδερφός μου Τουρκάλα, για να καταλάβετε).

Επί της ουσίας: οι Γερμανοί μάς έκαναν και μας κάνουν ό,τι θα κάναμε και κάνουμε κι εμείς. Πέρσι πήγα στη Σερβία και την είδα αλωμένη από ελληνικές τράπεζες και άλλες γαλανόλευκες επιχειρήσεις: κατεβαίνοντας στο αεροδρόμιο του Βελιγραδίου δε βλέπεις καν το όνομα του αεροδρομίου από τις πολυάριθμες διαφημίσεις των δύο μεγάλων ιδιωτικών τραπεζών της πατρίδος μας. Σιγά σιγά κατάλαβα έκτοτε ότι η θερμή υποστήριξή μας στις εγκληματικές περιπέτειες των Σέρβων τη δεκαετία του '90 δεν ήτανε μόνο προϊόν ιδεοληψίας: αν μη τι άλλο έκανε τις τράπεζές μας, τον ΟΤΕ και τα παγωτά μας συμπαθή. Παράλληλα, το ότι τους έχουμε δώσει διακριτικά μεν αλλά στεγνά τώρα τελευταία (π.χ. στο θέμα του Κοσσυφοπεδίου), υπενθυμίζοντάς τους παράλληλα πόση ανάγκη την έχουν την ΕΕ άρα και εμάς, προφανώς έχει να κάνει με το ότι δεν έχουμε καμμιά διάθεση να πληγούν οι επενδύσεις μας.

Έτσι λειτουργεί η διεθνής πολιτική (πού να δείτε π.χ. την ελληνική πολιτική στο Μεσανατολικό, μιλήστε με καναν Παλαιστίνιο να δείτε τι δούλεμα αλλά και τι υποτροφίες έχουνε φάει), ακόμα και των μικρών πλην τιμίων κρατών, όπως η Ελλάς. Οι κυβερνήσεις δεν είναι ηθικοί παράγοντες, οι άνθρωποι (μπορούν να) είναι: εναπόκειται στους ανθρώπους να πιέσουν τις κυβερνήσεις τους. Βεβαίως, για να συμβεί αυτό προϋποτίθεται ενημέρωση, αλλά σιγά μην ξεσκεπάσουν τα πουλημένα ελληνικά μέσα (με εξαίρεση λαμπρούς δημοσιογράφους, μάχιμους και γνώμης, που ξέρουμε όλοι, έτσι;) την υπόθεση "ελληνικές αποικιακές μπίζνες στα Βαλκάνια": είναι απασχολημένα με το να μας πείσουν για την αναγκαιότητα να κολοβώσουμε το πολίτευμά μας για να κάνουν τα συμφέροντα (που έχουν ή δεν έχουν πατρίδα, αδιάφορο) τη δουλειά τους κι αυτά.

Άλλωστε, σιγά, ποτέ δεν ήμασταν πολύ της ηθικής.

Συνεπώς, οι Γερμανοί είναι φίλοι μας, οι Σέρβοι δεν είναι αδέρφια μας. Ίσως να είναι κι αυτοί φίλοι μας.

GatheRate

Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2011

Της αντοχής τα υλικά

Ξεκινάμε με τη φτώχεια, με αφορμή αυτό.

Για κάτι παραπάνω από δέκα χρόνια έζησα φτωχικά, μέχρι σχετικά πρόσφατα. Φτωχικά σημαίνει ότι τα φράγκα έφταναν ίσα-ίσα για το μήνα, με πολύ περιορισμένα μέσα, πολλή προσοχή και εγκράτεια που μου έχει μείνει σχεδόν κουσούρι. Φτωχικά σημαίνει ότι είχα 20 ευρώ (και τίποτε άλλο) για τις τελευταίες 10 μέρες του Αυγούστου. Φτωχικά ήτανε που είχα για χρόνια δύο πανωφόρια, που δεν είχα χρήματα να αγοράσω δώρο επετείου, που δεν έπινα ποτέ πάνω από δύο ποτά (μπύρες δηλαδή), που δεν είχα λεφτά να πάρω το τρένο να πάω μέχρι την Οξφόρδη (ποτέ δεν έχω πάει) ή να σε κοροϊδεύουν που είσαι τσιγκούνης γιατί δεν τρως έξω κάθε βδομάδα κτλ. κτλ. Δε μιλάμε για πραγματική φτώχεια, δε μιλάμε για τον εξευτελισμό της φτώχειας, δε μιλάμε να κλαις στον καμπινέ γιατί δεν έχεις να πάρεις δώρα στα παιδιά σου, δε μιλάμε για μενού ζυμαρικών 3 φορές τη βδομάδα, δε μιλάμε για αυτά που έρχονται για τους πολλούς και που οι περισσότεροι που διαβάζουν αυτά που λέω θα περάσουν ξώφαλτσα. Στο σπίτι στην Αθήνα δεν πολυάναβαν τα καλοριφέρ πέρυσι, για οικονομία και γιατί παραπονιόντουσαν οι άλλοι ότι δεν έχουν να πληρώνουνε πετρέλαιο. Τα Χριστούγεννα τουρτουρίζαμε. Ούτε που θέλω να σκεφτώ τι θα γίνει φέτος.

The mess we are in

Ενώ το κοινοβουλευτικό πραξικόπημα που μας έδωσε αυτό το φαιό και φαιδρό παράνομο κυβερνητικό συνονθύλευμα ήτανε σε εξέλιξη ήμουν κολλημένος στο τουίτερ. Οι περισσότεροι αντιμετώπιζαν τη συνταγματική εκτροπή όπως οι γονείς και οι παππούδες κι οι γιαγιάδες τους τη Χούντα των συνταγματαρχών: με χιουμοράκι, ενίοτε επιθεωρησιακό -- φαρμακερό στις καλύτερες περιπτώσεις. Χρησιμοποιούν δε, όπως τότε, διάφορες σεξουαλικές μεταφορές, λες και το να έχεις φασίστες στο υπουργικό συμβούλιο που προέκυψε άνευ εκλογών είναι το ίδιο λ.χ. με το να το κάνεις a tergo και να ζοριστείς λίγο παραπάνω...

Θα ακουστώ γραφικός στην εποχή του γενικευμένου κυνισμού, της τάχα μου στωικής παραίτησης και της μηντιακής προπαγάνδας επισημαίνοντας δύο πράγματα:

Πρώτον, οι αγορές (το κεφάλαιο, οι πολυεθνικές) είναι εχθρός της δημοκρατίας. Ναι, αυτηνής: της 'αστικής' δημοκρατίας. Τα νεοφιλελεύθερα κουτορνίθια, οι σταλινικά τυφλωμένοι ιδεολόγοι του 21ου αιώνα, είναι (εκόντες-άκοντες) εχθροί της ελευθερίας και της δημοκρατίας. Τελεία. Και μόνον ότι έχουνε μια απάντηση για όλα, και μόνον ότι οι θεωρίες τους και οι υποθέσεις τους δεν επιδέχονται διάψευση (όπως ακριβώς της αστρολογίας ή της καφετζούς), και μόνον ο εκνευρισμός τους για την πραγματικότητα που δεν ακολουθεί τις φαντασιώδεις νομοτέλειές τους, τους καθιστά επικινδυνότερους από τους πιο επικίνδυνους σταλινικούς, αφού αυτοί είναι κατ' επίφαση θιασώτες της ελευθερίας.

Δεύτερον, έχουμε πάλι κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ. Μια κυβέρνηση που όμως δεν προέκυψε από εκλογές, με πρωθυπουργό έναν εξωκοινοβουλευτικό "τεχνοκράτη" (όπως απαιτούσαν σοφοί και βαθιά ψημένοι δημοσιογράφοι), μια κυβέρνηση ενισχυμένη με υπουργούς από ένα υπερδεξιό-καιροσκοπικό κόμμα, το οποίο δεν υπήρχε ανάγκη να συμμετέχει αλλά το προσεταιρίστηκαν για να μαζέψουν την "παλαβή Αριστερά" (κατά τον γνωστό μεταπράτη ημιμάθειας, κοινής λογικής και  αυταρχισμού). Από αυτό το κόμμα συμμετέχουν ένας τραμπούκος για υπουργός και ένας πανθομολογουμένως καραγκιόζης (πώς να περιγράψει κανείς κλινικά κι ακαδημαϊκότερα την περίπτωσή του;) για υφυπουργός αρμόδιος του μεγαλύτερου πλουτοπαραγωγικού τομέα της χώρας. Επίσης υπάρχουνε και κάτι ανύπαρκτοι αναλώσιμοι από τη ΝΔ. Αυτό το καθόλου ευέλικτο και πολυπληθές κυβερνητικό τάγμα  έχει αναλάβει να μας οδηγήσει σε εκλογές (χάχα) ενώ ο κόσμος καίγεται κανονικά. Επόμενος σταθμός: κατάσταση έκτακτης ανάγκης και αναστολή άρθρων του Συντάγματος. Όπως ορίζει και το Σύνταγμα, η απάντηση στο τερατουργηματάκι του οποίου ηγείται ο κύριος Παπαδήμος είναι μία: ο πατριωτισμός των Ελλήνων.

Αγώνες τώρα. Τα υπόλοιπα είναι σαχλίτσες.

Το κάζο της Αριστεράς

Εδώ πια τι να πει κανείς. Ό,τι και να πεις λίγο είναι. Και, Μιχάλη, πες του Αλέξη ότι αυτές οι μαλακίες με τους Μόντυ Πάιθον και οι λοιπές εξυπνάδες που λέει είναι για το μπλογκ του Πιτσιρίκου κτλ., όχι πολιτικός λόγος σε ώρες ανωμαλίας. Επίσης, Θανάση, πες στην Αλέκα ότι μπορούν στον Περισσό κάλλιστα να ξανακηδεμονεύσουν το λαϊκό κίνημα και να μας πατρονάρουν καταπώς ξέρουν καλά αφού ρίξουν αυτή την κυβέρνηση βγάζοντας τον κόσμο στους δρόμους και αφού προκηρυχθούν εκλογές. Μέχρι τότε να κρατήσουν τις παραισθήσεις μεγαλείου κι επανάστασης για πάρτη τους. Τέλος, ανώνυμε αναρχικέ φίλε (που είσαι ανώνυμος γιατί μας διαβάζει και η Ασφάλεια), εξήγησε στους συντρόφους της υπογκρούπας μέσα στην οποία μιλιέστε ακόμα ότι οι κάλπες είναι σκουπιδοντενεκέδες αλλά ότι είναι μάλλον καλύτερες οι εκλογές από την έλλειψή τους και από την ανοχή σε φασίστες υπουργούς και σε μη εκλεγμένες κυβερνήσεις.

Ομορφιά, έρωτας

Όχι, δεν είναι τρόποι να ξεφύγουμε. Τώρα που και η γενιά μας απέκτησε το πολιτικό-εθνικό τραύμα της, το 1922, το 1944, το 1974 της, ξέρουμε ότι κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει από τον αυταρχισμό και τη φτώχεια: το ξέρουν όσοι έχασαν τα νιάτα τους μέσα στην Κατοχή και τον Εμφύλιο, μέσα στην Επταετία, το μαθαίνουμε κι εμείς. Κανείς δε θα γλυτώσει. Όμως η ομορφιά και ο έρωτας θα γίνουν μέρος της αντίστασης και της (πιθανής) ανατροπής: αυτά που θα μας κρατήσουν ανθρώπους. Κι ίσως και να μάθουμε ότι η ομορφιά δεν αγοράζεται, ότι ο έρωτας κάνει ό,τι θέλει και μας ξεπερνάει, ότι η αγάπη δεν έπεται κανενός όρου. Ίσως.

GatheRate

Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2011

100.000

Σήμερα, λέει, συμπληρώθηκαν 100.000 χιτ σε αυτές τις σελίδες από τότε που μετράει ο μπλόγκερ (τον Μάιο του 2009).

Ξέρω ότι είναι αμαρτία το μεταμπλόγκιν αλλά θέλω να ευχαριστήσω από καρδιάς όσους διαβάζετε κι όσους ασχολείστε. Ποτέ δε θεωρούσα σπουδαία (άντε, με καμμιά εικοσαριά εξαιρέσεις) αυτά τα στριφνά κι αυστηρά και σολιψίστικα που γράφω εδώ μέσα αλλά -- και πάλι -- σας ευχαριστώ που, ενδεχομένως, διαφωνείτε εν μέρει.

Ελπίζω να αντιλαμβάνεστε ότι το γράφω με κάθε ευθύτητα κι ειλικρίνεια.

Ευχαριστώ. Χιλιάδες φορές ευχαριστώ.

ΥΓ. Κι αυτό είναι, μόλις είδα, το 700στό ποστάκι! Χάχα!

GatheRate

Τρίτη, 8 Νοεμβρίου 2011

Μικρό σημείωμα από τις μέρες της ήπιας ανωμαλίας

στον γιο που δεν έχω

Ο χρόνος θα δείξει αν η πρόταση δημοψηφίσματος -- που, ας το πούμε άλλη μια φορά, έπρεπε να είχε γίνει πριν το Μνημόνιο, το πρώτο -- ήτανε ντρίμπλα του Παπανδρέου του Εσχάτου. Πάντως έβαλε απότομα στην κουβέντα την πιθανή έξοδό μας από το ευρώ, οπότε τα θερμά μου συγχαρητήρια (έτσι, για αλλαγή το λέω μέσα στα τόσα σιχτιρίσματα που ακούει ο ανθρωπάκος).

Αυτό που ξέρουμε καλά πια είναι ότι το τεχνητό βρυκολάκιασμα της παρούσας Βουλής και η προσπάθεια επιβολής ενός κάποιου όποιου να 'ναι πρωθυπουργού είναι ξεκάθαρα κι ολοφάνερα κοινοβουλευτικό πραξικόπημα. Μου κάνει εντύπωση ότι κάτι κεντρώες ψυχές, που λοιδωρούν τις λεγόμενες αποστασίες, επιδοκιμάζουν τη δημιουργία μιας κυβέρνησης ab ovo (ναι, του φιδιού) μεσούσης της θητείας μιας βουλής. Αλλόκοτο. Στο κάτω-κάτω, η κάθε "αποστασία" είναι δικαίωμα του βουλευτή και κανονικά έτσι πέφτουν κυβερνήσεις και γίνονται εκλογές. Εδώ τώρα, τι;

Κι επειδή είμαστε στην Ελλάδα, κάθε συνταγματική εκτροπή κι εκτροπούλα είναι οπερέτα. Ας την πούμε "εκτροπούλα" την παρούσα γιατί τα προσχήματα τηρούνται και, ως γνωστόν, τα προσχήματα στην Ελλάδα είναι ιερά. Πάντα. Θυμηθείτε λοιπόν κάτι δικτατορίες της δεκαετίας του '30. Θυμηθείτε το ελεεινό μπαλέτο που κρατούσε ναρκωμένη τη χώρα από το '67 μέχρι το '73. Δείτε τώρα τον Παπανδρέου τον Γ' και το Παιδί της Μεσσηνίας να μην μπορούνε να βρούνε έναν άνθρωπο να παραστήσει τον πρωθυπουργό για 3 μήνες ή 6 μήνες ή δεν ξέρω πόσο θα διαρκεί η κατάσταση εξαίρεσης: τα μέσα θα μας πούνε για πόσο θα υπάρχει κρίση, ανάγκη και ιδιάζουσες περιστάσεις, τα μέσα που είναι πια βρωμερότερα, βλακωδέστερα και χυδαιότερα κι από την Αυριανή στα πάνω της, ναι, τότε. Κι αν χρειαστεί, ρε αδερφέ, κηρύσσεται και μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης, αναστέλλουμε και μερικά άρθρα αν πάμε για στάση πληρωμών τον Γενάρη. Έχουμε τη δεδηλωμένη και καθόλου τσίπα. Το σκαϊμέγκα θα εξηγήσει στον κόσμο ότι κινδυνεύει η πατρίς, σόρυ, η πατρίδα.

Παρακολουθήστε στωικά την οπερέτα της μερικής κατάλυσης του πολιτεύματος, τον καθορισμό της ζωής μιας Βουλής και μιας κυβέρνησης κατά τα καπρίτσια του Πορφυρογέννητου και κατά το ένστικτο πολιτικής αυτοσυντήρησης γραφικών, συμφεροντολόγων, επικίνδυνων και ανόητων βουλευτών (εδώ κι εδώ). Και προπάντων, Έλληνες πολίτες, παρακολουθήστε μουδιασμένοι, όπως λέτε ότι είστε. Ετοιμαστείτε μοιρολατρικά για εικόνες και παραγματικότητες ανέχειας και φτώχειας. Θα βρεθεί πρωθυπουργός. Προπάντων, ΜΗ βγείτε στους δρόμους. Με τίποτα.

GatheRate

Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2011

Απ' ο,τι κάλλη έχει ο άνθρωπος τα λόγια έχουν τη χάρη / και κάνουσι κάθε καρδιά παρηγοριά να πάρει

Κανονικά τώρα έπρεπε να κλείνω εκκερεμότητες στην υπερσυσσωρευμένη αλληλογραφία μου (της δουλειάς εννοώ) εν όψει της επερχόμενης Δευτέρας. Σήμερα όμως είμαι χαρούμενος. Όταν είμαι χαρούμενος, δεν έχω όρεξη για δουλειά (I just wanna sing, φάλτσα βεβαίως). Όταν είμαι μελαγχολικός, δεν μπορώ να συγκεντρωθώ στη δουλειά. Ασ' τα να πάνε, δηλαδή.

Είμαι χαρούμενος με πολλά μικρά πράγματα. Ένα από αυτά είναι και το εξής:



Ο τίτλος είναι εν μέρει ακατανόητος. Η ιδέα, ένα ελληνικό We are the World, μάλλον κουτή και σίγουρα ευτελής. Όμως, το αποτέλεσμα είναι πανέμορφο, μου έχει φτιάξει το κέφι. Οι πολλαπλές οπτικές και εκδοχές πάνω σε κάτι οικείο και αγαπημένο, τον Ερωτόκριτο που άκουγα στο ραδιόφωνο μικρός (με τον Ξυλούρη, το ισοδύναμο του δικού μου κοντινού Έλβις κατά την προεφηβική μου ηλικία), είναι από αξιοπρεπείς μέχρι ενδιαφέρουσες μέχρι κα-τα-πλη-κτι-κές. Ο Γιατρός μου, που είναι Κρητικός (συμμορία, συμμορία: γεμάτη η ζωή μου άπο -άκηδες, κρυφούς και φανερούς), τη βρήκε την προσπάθεια "εξωστρεφή". Τέλος πάντων, θα τους αφήσω να αποφασίσουν ζητήματα γνησιότητας-αυθεντικότητας (κατά το "μαρξισμού-λενινισμού") μεταξύ τους, μπας και ξεκινήσουν καμμιά βεντέτα και αλληλοσφαχτούν, αν και κορακοζώητους τους βρίσκω (ζωή να 'χετε, βρε -- πλάκα κάνω).

Βεβαίως, εγώ χαίρομαι διπλά, που βλέπω αγαπημένα σημεία της αγαπημένης πόλης. Από πού να αρχίσω. Από το παγκάκι του Τσακνή, όπου φιλιόμουν με την πρώτη αγάπη μου; Από το σημείο στην Ασκληπιού μισό τσιγαρο κοπάνας δρόμο από το Λύκειό μου; Από τη γέφυρα Μουστοξύδη; Την Κυψέλη; Τα Εξάρχεια; Την ταράτσα στου Γκύζη με θέα τα Τουρκοβούνια; Του Στρέφη; Τη θέα από τον Λυκαβηττό; Τον Εθνικό Κήπο στα ερείπια της ρωμαϊκής έπαυλης; Το σημείο μπροστά από τη ΣΕΘΑ που στέκεται ο Σιόλας (αν και στο φόντο είναι η Ευελπίδων); Το Σούνιο; Τη γέφυρα που στέκεται ο Χαρούλης; Τον Reininger που τα είχε (έχει;) με φίλη φίλης και εμείς ήμασταν στο διακριτικό χαζογουάου; Το σημείο "Πεδίον Άρεως-Μουστοξύδη", εκεί όπου είχε στουκάρει ένα φορτηγό μέσα σε μια πολυκατοικία, απέναντι από το 28ο Δημοτικό Σχολείο (μου); Ε, μέχρι να αρχίσω, τελείωσε το βίντεο.

(Θέλω να ακούσω περισσότερα από τις Σανάδες, μου άρεσαν πολύ.)

Ένας λόγος παραπάνω που χάρηκα και συγκινήθηκα είναι και γιατί δεν είμαι συνηθισμένος να βλέπω οικεία μέρη (και ανθρώπους) μέσα σε κινούμενη εικόνα. Όχι μόνο λόγω ηλικίας αλλά και γιατί κάμερα αγόρασα πέρσι για πρώτη φορά, μια φτηνή, την οποία δεν πολυχρησιμοποιώ. Οπότε, φαντάζεστε τη χαρά μου.

Χτες το βράδυ που πρωτοείδα το βίντεο σκεφτόμουν τα εξής: θα πρέπει να ζήσουμε στην ανέχεια σε σχέση με το πώς ζούσαμε. Ο αυταρχισμός πολεμάει να μας σβερκωθεί (αλλά θα του περάσει; ε, όχι). Τα κοινωνικά μας αντανακλαστικά είναι ελληνικά, συντηρητικά, αθεράπευτα οικογενειοκεντρικά, με μπόλικο πόνο, κλάψα, θρησκεία και μπουκέτο ενοχών. Το σαμάρι της παράδοσης το έχουμε βαριά φορτωμένο έτσι κι αλλιώς (αν και, ξανακούγοντας τον Ερωτόκριτο, αυτό με πείραξε λίγο λιγότερο). Τι άλλο μάς μένει από το να φτιάξουμε ομορφιά, "τέχνη" ρε αδερφέ;

Σκεφτείτε την εποχή που γράφτηκε ο Ερωτόκριτος, ένα κείμενο απολαυστικά τολμηρό. Όχι επειδή είναι αναφανδόν δυτικότροπο, επειδή το έκανε δικό του ο λαός, ή γιατί, ξέρω γω, ενσαρκώνει την ελληνική συνέχεια ή την κρητική λεβεντιά ή δεν ξέρω τι χαζά. Στο κοσμοείδωλο του Ερωτόκριτου δεσπόζει μια καθαρότητα κι ένα πείσμα. Από μέσα του απουσιάζει η καλογεροσύνη (σχεδόν σε βαθμό counterculture) αλλά και ο μάτσο ηρωισμός. Απουσιάζει και η στοχαστική μελαγχολία που βλέπουμε στους σχεδόν σύγχρονους Σαίξπηρ και Θερβάντες. Είναι κείμενο πολλαπλά αναγνωρίσιμο αλλά μοναδικά πρωτότυπο. Σε μια επαρχία της Γαληνοτάτης, από έναν που σήμερα δε θα θεωρούνταν βέρος Κρητικός (αν και το γενετικό υλικό του πρέπει να είναι παντού, κι έτσι καμμιά φορά περπατάς στην Κρήτη και σου απαντούν φάτσες από τις Ιουλιανές Άλπεις). Τέλος πάντων, όλα αυτά μπορεί να τα λέει κι ο Σεφέρης. Σημασία έχει ότι η τέχνη και η ομορφιά γίνονται με τα υλικά της ψυχής μας και με πείσμα. Κι ας μας κόψουνε τις επιχορηγήσεις.

Κι έτσι σήμερα αισθάνθηκα, μέσα σε τόσα άλλα, αισιόδοξος.

Επίμετρο 9.ΧΙ.2011: Ωραίο κείμενο για τον Ερωτόκριτο (Σίμκα!) και το βίντεο εδώ.

GatheRate

Σάββατο, 5 Νοεμβρίου 2011

now the drugs don't work

Βουλή είχα να παρακολουθήσω συστηματικά από το 1990-1991, όταν συζητιόταν το σκάνδαλο Κοσκωτά. Από τότε θυμάμαι την καταπληκτική ως ρητορικό έργο απόλογία του Πέτσου, το κείμενο της οποίας δεν κατάφερα να εντοπίσω ποτέ.

Τις δύο τελευταίες μέρες, μετά από 20 έτη, πέρασα δυο μέρες με Βουλή και κανάλια. Οι περιστάσεις ήταν πολλαπλάσια κρισιμότερες από εκείνεις του '91. Ολοφάνερα οι βουλευτές δεν ήθελαν να προβούν σε πράξεις ή παραλείψεις που θα οδηγούσαν σε διάλυση του Κοινοβουλίου, αφού περίπου 200 από αυτούς θα το ξανάβλεπαν, όπως είπα, μόνον ως ξεναγοί σχολικών εκδρομών.

Οι ελιγμοί που έγιναν με γνώμονα αυτή την κοινή διαπίστωση ήταν αναμενόμενοι, κυνικότατοι και απαξίωσαν τον κοινοβουλευτισμό ακόμα βαθύτερα, και ως προβατώδη συμμόρφωση με εξωτερικά συμφέροντα και με την κομματική πειθαρχία (ομερτά συμμορίας που βάλλεται) και ως ιδρυματική αυτοσυντήρηση αντιπροσώπων που έχουν το ακαταλόγιστο μέχρι τις επόμενες εκλογές. Οι κωλοτούμπες και η υποκρισία και οι θεατρινίστικα γελοίες παλινωδίες (γιατί το να αλλάξεις γνώμη είναι και ανθρώπινο και τίμιο) προκαλούν σε ανθρώπινο επίπεδο οίκτο για το πού σε ρίχνει η εξουσία και το αξίωμα (κατά το "πού σε ρίχνει η πρέζα"), αλλά και ηθική απαξίωση και διάθεση αποκήρυξης των πολιτικών και της πολιτικής όπως ασκείται.

Σε επίπεδο λόγου και ρητορικής το πλήγμα ήταν ακόμα πιο καίριο. Εδώ και δύο χρόνια έχουμε συνηθίσει υπερθετικούς, υπερβολές, μεγαλαυχίες, μεγαλοστομίες, τα 'κανείς', τα 'τίποτα', τα 'όλοι', τα 'πάντα', τα 'ποτέ', τα 'οπωσδήποτε', τα 'απαραιτήτως' και τα 'αναπόφευκτα. Έχουμε ακούσει τόσες φορές για σωτηρία, για γκρεμούς, για συντέλειες και για καταστροφές. Έχουμε λοιπόν οδηγηθεί σε έναν λεξιλογικό και εννοιολογικό μιθριδατισμό: ό,τι κι αν ακούσουμε, όσο γελοίο και εξωφρενικό, όσο υπερβολικό, όσο ανόητο, όσο γελοίο, όσο εξώφθαλμα ψευδολογικό, τερατολογικό, υποκριτικό κι αν είναι, δε χαμπαριάζουμε, δεν καταλαβαίνουμε τίποτα, δε μας πιάνει.

Αυτό όμως δε σημαίνει, ελπίζω, ότι δεν αισθανόμαστε οι περισσότεροι πια βαθύτατη αποστροφή για τη μεγάλη συμμορία που εξακολουθεί να θέλει να είναι στα πράγματα, και δη εις βάρος μας. Το ότι ο καθένας, ο κάθε Παπουτσής, ο κάθε πορφυρογέννητος πρωθυπουργίσκος, η κάθε πασοκοφιγούρα, ο κάθε βλαξ αγράμματος ακροδεξιός, ο κάθε καβαλημένος ημιμαθής αριστερός λέει ό,τι θέλει όπως θέλει και ότι μετά το διανθίζει και με παραθέματα από τις Βέδες, τον Γιώργο Σαραντάρη, τον Ντος Πάσος, το Τρίο Στούτζες και τον Ίψεν δε σημαίνει πως δεν αισθανόμαστε πια οργή και αηδία. Είναι καλό ή κακό αυτό; (όπως με ρωτούσε κάποτε, πολύ παλιά, ένας μαθητής μου). Δεν ξέρω, δεν έχει σημασία: είναι η καινούργια πολιτική πραγματικότητα, εν μέσω διάφορων εκδοχών φτώχειας και διάλυσης ή κατάλυσης του κράτους.

Ακόμα και οι πρώην μετριοπαθείς μισούμε πλέον το ποιόν σας. Σας αποστρεφόμαστε και σας απεχθανόμαστε. Αυτή είναι η νέα πολιτική πραγματικότητα. Είστε ανόητοι, είστε λίγοι, βρεθήκατε καιροσκόποι και λειψοί, όντας αμαθείς και αρπακολλατζήδες -- ή και όλα τα παραπάνω. Είστε ακατάλληλοι και καταστροφικοί, επιτρέψατε (με την ψήφο σας ή με την ανοχή σας ή με την ανικανότητά σας) σε μια ελεεινή κυβέρνηση Παπουτσήδων, Παγκάλων και Βενιζέλων υπό τον Παπανδρέου τον Έσχατο να φύγει (;) εν δόξη και τιμή, παρατείνοντας τη ζωή ενός Κοινοβουλίου που ώλεσε τη χώρα.

Εύχομαι ακόμα να σας πάρει ο διάολος με εκλογές (για το καλό του τόπου)· και ογλήγορα.

GatheRate

Πέμπτη, 3 Νοεμβρίου 2011

Τώρα

Οι δημοσιογράφοι που επινόησαν τον όρο "Κασσάνδρα" για μαντεις κακών (που όμως διαψεύδονται), έπρεπε να έχουν υπόψη τους ότι στη μυθολογία πίσω είχε η Κασσάνδρα την ουρά. Κι ότι δε διαψεύστηκε.

Τώρα ακόμα και οι Κασσάνδρες έχουμε χάσει την μπάλα. Ο γιος κι εγγονός μάς έχει φέρει σε μια κατάσταση την οποία ακόμα κι ένας γκρινιάρης, πεσιμιστής και ολίγον τι curmudgeon όπως εγώ αδυνατούσε να διανοηθεί πριν μόλις ενάμιση χρόνο. Βλέπετε στο προηγούμενο κειμενάκι πώς εκτιμούσα ακόμα ότι ο Γιωργάκης ήταν άβουλος, κουτούτσικος και αδύναμος (αλλά τελικά αυτές οι σιγανοπαπαδιές κάνουνε τα δημοψηφίσματα γιατί θέλουνε να τους αγαπάει όοοολος ο κόσμος: όποιος γαβγίζει δε δαγκώνει, όποιος ΓΑΠίζει μάς σκοτώνει κτλ.) αλλά κατά βάση ικανός και καλοπροαίρετος: είχα μείνει στη σεμνή θητεία του ως υπουργού Παιδείας.

Ο ΓΑΠ δεν είναι πλέον απλώς επικίνδυνος, αυτό ήτανε το καλοκαίρι (Δεύτερο Μνημόνιο-21η Ιουλίου κτλ). Είναι πια καταστροφικός.

Η κυβέρνηση πρέπει να χάσει τη δεδηλωμένη και να πέσει. Τώρα. Πρέπει να προκηρυχθούν εκλογές. Τώρα. Οι κυβερνήσεις εθνικής σωτηρίας είναι φορέας ανωμαλίας και λιπαίνουν την ολίσθηση  προς την εκτροπή.

Όσοι πασόκοι διαβάζετε αυτό το ποστ πάρτε τον βουλευτή σας τώρα τηλέφωνο και τρομοκρατήστε τον: ότι θα τον μαυρίσετε, ότι θα ξαναδεί τη Βουλή από μέσα μόνον ως συνοδός εκδρομής. Εσείς που ρυπαίνατε τον τόπο (γαμώ το κέρατό σας) σπαταλώντας επιχορηγήσεις και μίζες της Ζήμενς σε φυλλάδια με τη μάπα του βουλευτή σας καρπούζι τρουά-καρ, πάρτε τον και χέστε τον. Τώρα. Είμαστε πέρα από τον διασυρμό πια. Στο κάτω-κάτω, αν μίλησε για δημοψήφισμα για να φύγει με το κεφάλι ψηλά, βοηθήστε τον λαοπρόβλητο αρχηγό σας να φύγει με το κεφάλι ψηλά. Τώρα, όμως.

GatheRate