Τετάρτη, 25 Ιουλίου 2012

Χαίρε, ω ΧΑΙΡΕ, Γιάννη Αγγελάκα (και Ντίνο Σαδίκη)

στον επίτιμο Κρητικό ΔΛ


Έχω να σηκωθώ στις πεντέμιση. Αλλ΄ουκ εά με καθεύδειν κτλ.

Ήμουν κολλημένος με τις Τρύπες από τα 'Εννιά πληρωμένα τραγούδια' μέχρι και τη 'Νύχτα των άλλων'. Στην κηδεία μου, σε καμμιά εξηνταριά χρόνια κατά το κορακοζώητο σόι μου, θα παίξουν την ακουστική και μετά την ηλεκτρική βερσιόν της 'Ταξιδιάρας ψυχής', μετά θα γίνει πάρτυ και μετά θα χαράξουν "προσδοκώ ανάστασιν νεκρών" όπου θα τα χαράζουν τότε, τζάμπα τα γαλόνια Ορθοδοξία; άλλωστε και οι νεκροί κάτι πρέπει να προσδοκούν κι αυτοί. Τον Αγγελάκα τον άκουσα ζωντανά στην Κύπρο το δύο χιλιάδες δε-θυμάμαι, ο χρόνος στην Κύπρο είναι πολτός από τον οποίο αναδύομαι για να ταξιδέψω ή για να ζήσω στην Αθήνα. Η εμφάνιση του Αγγελάκα στην Κύπρο, με τα έγχορδα και τα όλα της, ήτανε πάρα πολύ ενδιαφέρουσα, αυτό. Μόλις είχε κάνει τους Λύκους με τον Βελιώτη.

Η αποψινή εμφάνιση του Αγγελάκα στο Βεάκειο ήταν απεναντίας μια από τις συναυλίες της ζωής μου. Μου μίλησε με απρόσμενη ευθύτητα και -- νομίζω -- μιλάει ευρύτερα στην Ελλάδα της υποτέλειας και της νέας φτώχειας όσο κανείς. Αλλά δεν είναι γι' αυτό μια από τις συναυλίες της ζωής μου. Είναι γιατί συνδύαζε διασκέδαση, πηγαίο κέφι και μουσική ιδιοφυία, συνθετικά, ερμηνευτικά και ενορχηστρωτικά, με τρόπο που ξανάζησα μόνο στον Λένυ Κράβιτς το 2009.

Ο Αγγελάκας έχει ωριμάσει εντυπωσιακά, μεσουρανεί ξεκάθαρα. Το συνθετικό πρόγραμμα του μεγάλου Νίκου Παπάζογλου το πάει με τόλμη και χωρίς υποκρισία τρεις με τέσσερις στάσεις πιο μακριά: ρεμπέτικο, ντιτζεϊλίδικα μπλιμπλίκια, κρητικά, πανκ, θρας σε ένα νέο είδος μεικτό αλλά νόμιμο. Κανένας ποιητισμός, κανένας τεχνικός ακκισμός. Πράγματα που νομίζεις ότι ξέρεις, τα κάνει να σε ξαφνιάζουν. Μονοπάτια που ξέρεις κι εμπιστεύεσαι σε βγάζανε αλλού γι' αλλού. Ακούστε π.χ. τη 'Δικαιοσύνη' του. Η ηλεκτρική αντικαταστάθηκε σε αυτή τη συναυλία από τον εντελώς μέταλ μπαγλαμά του Ντίνου Σαδίκη. Παλιά τραγούδια ξαναδουλεύτηκαν. Διασκευάστηκε Βαμβακάρης. Η ιδιότυπη, αλλά δουλεμένη πια, ερμηνεία του Αγγελάκα αναδείκνυε όλο το υλικό του, από το παλιότερο έως το πιο πρόσφατο, σαν να αποτελούσε μια αδιάσπαστη ενότητα.

Δε θέλω να κάνω συγκρίσεις, αλλά απόψε ο Αγγελάκας  έδειξε ότι είναι πολύ πιο μπροστά από όλους τους άλλους της κλάσης του, όχι μόνο λόγω τόλμης, αμεσότητας και μαεστρίας. Μετέδιδε στο κοινό του, ακόμα και στο λιγότερο φανατικό, ατόφια ενέργεια και αλλεπάλληλες εκπλήξεις. Για να μην πω για τον στίχο του, που ούτε ποιητίζει ούτε μπαχαλεύει, παρά αυτοσαρκάζεται τρυφερά και μιλάει για την πολιτική απονιά και την αντίσταση ή τον αγιάτρευτο πόνο της αγάπης -- χωρίς να σου πετάει στα μούτρα ναύτες της Κροστάνδης, συνθήματα με βρισιές ή διακειμενικές καψούρες και ντέρτια κουλτουριάρικα . Και τέλος πάντων, αν έχει νόημα να μιλάμε για ελληνικό ροκ που δεν βλαχομπογδανεύει και δεν φολκλορίζει, ε, αυτό που κάνει ο Αγγελάκας θα είναι. Έτσι.

Μας μάγεψε, μας έστειλε, μας έψησε και μας έφτιαξε ο μαλάκας. Πάντα τέτοια, πάντα τέτοια.

Η φωτογραφία είναι της murplejane.

GatheRate

Δευτέρα, 23 Ιουλίου 2012

Ψηφιακή σιωπή

Η φωνή του αντιπαθούς καρτούν που μοιάζει σαν να έχουνε μπει τα δαιμονισμένα ντάλεκ του καταναλωτισμού μέσα στη Κατερίνα Γώγου (τίποτε δεν αφήνει ανέγγιχτο η διαφήμιση, που να μην το περάσει ένα χέρι μαλακτικό, ούτε καν το τιμωρό παραλήρημα της αλογόμυγας Γώγου). Η φωνή διαλαλεί την εποχή της τζαμάτης εικόνας κτλ. Την ψηφιακή τηλεόραση.

Το σπίτι μου είναι 500-600 μέτρα από την Ακρόπολη, όπως πετάει το κοτσύφι, από τη μεριά του Υμηττού. Εδώ και μήνες έχω μια χαρά ψηφιακή λήψη, μόνο τα ιδιωτικά κανάλια και τη Βουλή. Από τη μέρα που κόπηκε το αναλογικό σήμα, πιάνω και τα κρατικά ως ψηφιακά. Δεν έχει παράσιτα και παρεμβολές η εικόνα, μόνο που κάθε τόσο διακόπτεται και παγώνει, όταν δεν την κοσμούν τετραγωνάκια στον πάτο της, πράσινα και ματζέντα. Πολλά τετραγωνάκια, και γραμμές. Και ο ήχος τα ίδια: φεύγει κι έρχεται.

Και τι σε νοιάζει, ρε διανοούμενε; θα ρωτήσετε. Με νοιάζει για δύο λόγους. Ούτε το "δικαίωμα των εργαζομένων να εργαστούν στη Χαλυβουργία" και οι καλοκαιρινοί κώλοι του Σταρ μού λείπουν, ούτε ο πολτός των επαναλήψεων στο Μέγκα, ούτε τι παίζει ο Αντέννας, ούτε καν η Παναθηναϊκή Συμμαχία και οι καθαρισμοί κι η προπαγάνδα και το πέρφεκτ τεν σε επαναλήψεις των άλλων. Με αφορά όμως ότι χτες δεν μπορούσα να δω ένα πολύ ενδιαφέρον ντοκυμαντέρ για τον υπολογιστή των Αντικυθήρων στην ΕΤ1. Κυρίως όμως με αφορά περισσότερο ότι οι περισσότεροι ηλικιωμένοι δεν έχουν άλλη διασκέδαση από το χαζοκούτι, ότι θα σκάσουν χρήματα για αποκωδικοποιητή ώστε στο τέλος θα καταλήξουν να μην μπορούν να δουν ούτε τα τρία κανάλια της προκοπής που έχουν απομείνει.

GatheRate

Κυριακή, 15 Ιουλίου 2012

Μια αποσπασματική εικόνα

Η ζέστη στο διαμέρισμα των δικών μου ήταν κάπως παραπάνω από αφόρητη. Βγήκα στο μπαλκόνι τους, ακούμπησα στα κάγκελα και κοίταξα κάτω, στον δρόμο. Την είδα και την αναγνώρισα αμέσως: ήταν ίδια, ακριβώς όπως τον καιρό που άφησα τη γειτονιά των δικών μου πριν 16 χρόνια. Δεν ξέρω το όνομά της. Όταν πριν 25 περίπου χρόνια μετακόμισαμε, ήδη κυκλοφορούσε στη γειτονιά. Μία από τις γνώριμες φιγούρες του ελληνικού χωριού και των ελληνικών γειτονιών: το κάπως ελαφρύ και χαμογελαστό αλλά ντροπαλό κορίτσι που δε θα παντρευτεί κανείς. Το κορίτσι με το βγαλμένο μάτι. Της το έβγαλε, λένε, με μολύβι κάποιος συμμαθητής στο σχολείο. Επειδή ήτανε χαζό, μας έλεγαν τότε.

Ήτανε, και είναι, ντυμένη είτε φτωχικά είτε σαν κόρη οικογένειας θρησκευάμενης -- ακόμα δεν ξέρω ποιο από τα δύο, αλλά νομίζω και τα δύο. Τον καιρό που πρωτομετακομίσαμε στη γειτονιά πέρναγε πολλές ώρες στο γωνιακό μαγαζάκι της κυρα-Ελένης (ψυγείο Έβγα, τσιγάρα, αναψυκτικά): όταν πήγαινα για κανα θέλημα την έβρισκα συνήθως εκεί. Δεν ξέρω τι συζητούσε με την κυρα-Ελένη, ίσως απλώς να την άφηνε να κάθεται στο σκαμνάκι κοντά της για παρέα. Δεν ξέρω. Αργότερα έκλεισε το μαγαζάκι της η κυρα-Ελένη, πήρε σύνταξη, και δε βλέπαμε τόσο συχνά το κορίτσι με το βγαλμένο μάτι, συνήθως να περνάει μπροστά από το σπίτι πηγαίνοντας μάλλον στο δικό της. Πρέπει να μένει πολύ κοντά στους δικούς μου. Καμμιά φορά σταματούσε στον καινούργιο μανάβη στη γωνία και ψιλοκουβέντιαζε, στον Αλβανό μανάβη, όπου πολλοί ακόμα δεν πάνε, γιατί είναι Αλβανός. Μετά έφυγα από τη γειτονιά και την ξέχασα τελείως, μέχρι προχτές.

Τον καιρό που έμενα στη γειτονιά αναρωτιόμουν για την ερωτική ζωή αυτού του κοριτσιού. Προχτές σχεδόν βεβαιώθηκα, έτσι όπως την κοίταξα αφ' υψηλού, ότι δεν πρέπει να υπάρχει, τουλάχιστον όχι όπως την ονειρεύονται τα κορίτσια. Είναι ένα με τρία χρόνια μεγαλύτερή μου, αλλά από ψηλά φαινόταν ακριβώς όπως πριν 25 χρόνια. Θυμήθηκα ότι τότε μου θύμιζε εκείνο το εντεκάχρονο παράλυτο κορίτσι στη Σάμο, την ύπαρξη του οποίου οι γονείς της, στενοί φίλοι συγγενών μου, είχανε καταφέρει να κρύψουν από τα μάτια του κόσμου για χρόνια -- την είδαμε τυχαία το 1982, παρκαρισμένη μέσα στο οικογενειακό αμάξι να περιμένει ήσυχα να λήξει μια κοινή οικογενειακή εκδρομή.

Δεν ξέρω τι σημαίνουν αυτά. Τίποτε μάλλον.

GatheRate

Κυριακή, 8 Ιουλίου 2012

Για την ερωτική ελευθερία

Δεν είμαι ιστορικός αλλά υποθέτω ότι όντως είναι βάσιμη η αντίληψη πως, εξαιτίας του Διαφωτισμού και της κληρονομιάς του, ο χώρος της ανθρώπινης ελευθερίας επεκτεινόταν σταδιακά από τη Γαλλική Επανάσταση και την κατάργηση της δουλείας μέχρι και πρόσφατα. Δε θέλω να μπω σε αναλυτική συζήτηση για το κατά πόσο τον τελευταίο καιρό ο χώρος της ελευθερίας απεναντίας συρρικνώνεται ή κατά πόσο, αντί να εδραιώνεται, η ελευθερία πλέον εκφυλίζεται σε φενάκη, καθώς οι δημοκρατικοί θεσμοί αποστεώνονται σε ένα πλέγμα προσχηματικών μηχανισμών, οργάνων και διαδικασιών.

Θέλω να μιλήσω για τον χώρο της ερωτικής ελευθερίας. Αφενός της ελευθερίας της ερωτικής έκφρασης και αφετέρου της ελευθερίας της ερωτικής πρακτικής.

Να προσεγγίσουμε το θέμα αποφατικά, να διερευνήσουμε πρώτα πρώτα τι δεν είναι ερωτική ελευθερία. Οπωσδήποτε δεν είναι κυνισμός, ανευθυνότητα ή (για να θυμηθούμε κι έναν όρο εκθεσάδικο) ασυδοσία. Μέχρι εδώ κοινοτοπίες είναι αυτά, οι οποίες έτσι κι αλλιώς ισχύουν όταν μιλάμε για οποιαδήποτε μορφή ελευθερίας. Επίσης, πριν προχωρήσω, θέλω να κάνω την εξίσου κοινότοπη διευκρίνιση ότι άλλο η ίδια η ελευθερία και άλλο οι χρήσεις της. Συνεπώς, η ελευθερία του λόγου είναι, ή θα έπρεπε να είναι, απαραβίαστη και απόλυτη, ασχέτως αν κάποιος τη χρησιμοποιεί για να διαδίδει αστρολογικές προβλέψεις, χυδαιότητες ή και προπαγάνδα.

Εξετάζοντας το θέμα της ερωτικής ελευθερίας σε κοινωνίες στις οποίες υπάρχει ονομαστική ισότητα των φύλων και οριακή ανοχή σε μειονοτικές σεξουαλικές ταυτότητες, θα επιμείνω στην αναλογία με την ελευθερία του λόγου.

Οπωσδήποτε ο καθένας μας είναι ελεύθερος να σκέφτεται ό,τι θέλει. Επίσης είμαστε σχετικά ελεύθεροι να συζητούμε αυτό που σκεφτόμαστε με ανθρώπους εμπιστοσύνης μας, μέσα σ' έναν στενό κύκλο. Το πολιτικό ζήτημα όμως έγκειται στο εάν μπορούμε να συζητήσουμε δημοσία αυτά που σκεφτόμαστε. Εκεί βρίσκεται το κριτήριο της ελευθερίας: της ελευθερίας του λόγου εν προκειμένω.

Αντίστοιχα λοιπόν, ο καθένας μας είναι ελεύθερος να επιθυμεί ό,τι θέλει, όποιον θέλει και όπως θέλει· αυτό μέχρι και η ρωμαιοκαθολική κατήχηση το αναγνωρίζει, αξιώνοντας λ.χ. από τους ομοφυλόφιλους μόνο να επιθυμούν, χωρίς ερωτοπραξία δηλαδή. Επίσης είμαστε σχετικά ελεύθεροι να συζητάμε τις επιθυμίες και τις συνευρέσεις μας με ανθρώπους εμπιστοσύνης μας, μέσα σ' έναν στενό κύκλο. Το πολιτικό ζήτημα εδώ είναι εάν μπορούμε να συζητήσουμε δημοσία τα ερωτικά: εκεί βρίσκεται το κριτήριο της ελευθερίας της ερωτικής έκφρασης.

Επιπλέον, είμαστε ελεύθεροι να συνευρισκόμαστε ερωτικά με ανθρώπους ενός στενού κύκλου, ο οποίος είθισται να αποτελείται από ακριβώς έναν άνθρωπο. Λέω ‘είθισται’ επειδή η πολυγαμία, είτε ταυτόχρονη είτε διαδοχική, αντιμετωπίζεται για τους μεν άγαμους άντρες (κάθε προσανατολισμού) επιδοκιμαστικά, με ανοχή ή, το πολύ, με επιφανειακή αποδοκιμασία ενώ κατά κανόνα αποδοκιμάζεται για τους έγγαμους. Για τις γυναίκες βεβαίως η πολυγαμία, είτε ταυτόχρονη είτε διαδοχική, είναι γενικά κολάσιμη και αιτία στιγματισμού ή και καταδίκης: χαρακτηρίζεται συνοπτικά ως πουτανιά. Επομένως, το ουσιώδες πολιτικό ζήτημα εδώ είναι η αυτοδιάθεση των ερωτικών επιθυμιών μας: το ζήτημα της ελευθερίας της ερωτικής πρακτικής.

Μιλάω λοιπόν για αυτοδιάθεση των ερωτικών επιθυμιών μας και όχι απλώς για ‘αυτοδιάθεση του σώματός μας’. Η αυτοδιάθεση του σώματός μας, αν και κάθε άλλο παρά κεκτημένο, αποτελεί και στοιχειώδη και θεμελιώδη προϋπόθεση της αυτοδιάθεσης της επιθυμίας. Ταυτόχρονα, η ερωτική επιθυμία είναι υπόθεση που πάει πολύ πιο πέρα από την απλή αυτοδιάθεση του σώματός μας. Ωστόσο, πολλά θέματα που θεωρούνται ζητήματα (σεξουαλικής) ηθικής είναι απόρροια του κατά πόσο είμαστε έτοιμοι να αποδεχθούμε την αυτοδιάθεση του σώματος για όλους ανεξαιρέτως, είτε μιλάμε για το τι και πώς τρώμε, είτε για τη χρήση ναρκωτικών όπως το αλκοόλ και άλλα, για την εθελούσια εκπόρνευση, για το πώς ντυνόμαστε, για τα ερωτικά...

Υπάρχουν οπωσδήποτε ιστορικά, κοινωνικά αλλά και βιολογικά προσκόμματα στην ερωτική ελευθερία και στις δύο εκδοχές της (της έκφρασης και της πρακτικής). Φρονώ ότι δεν είναι παράγοντες ισχυρότεροι ή διαφορετικής φύσης από εκείνους που αντιστρατεύονται κάθε άλλης μορφής ελευθερία: σκεφτείτε λ.χ. το επιχείρημα των δουλοκτητών ότι, σε μια πρωτοβιομηχανική κοινωνία, η χειραφέτηση των δούλων θα ζημίωνε την αγροτική παραγωγή μεγάλης κλίμακας· σκεφτείτε τις αντιστάσεις και τις (βίαιες ενίοτε) αντιδράσεις απέναντι στη θρησκευτική ελευθερία, κ.ο.κ.

Πιο αναλυτικά, τη διάδοση και εδραίωση ουσιαστικής ερωτικής ελευθερίας τη δυσχεραίνουν αιώνες σεξισμού, οι οποίοι δικαιολογούν ή συγκαλύπτουν την αντρική πολυγαμία καταπιέζοντας ταυτόχρονα (με κάθε δυνατό τρόπο, θα έλεγε κανείς) πρώτα και κύρια τη γυναικεία φύση – αλλά και κάθε μειονοτική εκδήλωση της σεξουαλικότητας και της ερωτικής επιθυμίας. Υπάρχουν επίσης τα πολύ συγκεκριμένα και προφανή ζητήματα σεξουαλικής τιμής, κληρονομιάς και γνησιότητας των τέκνων. Υπάρχει και η πανίσχυρη φυσική ροπή της ζήλειας («σαν την αγάπη είσαι τόσο δυνατή»). Στην εποχή μας όμως, εποχή ονομαστικής χειραφέτησης, εύκολης και διαδεδομένης αντισύλληψης αλλά και της ύπαρξης τεστ DNA έχει απομείνει μόνον ένα σοβαρό επιχείρημα υπέρ της επιβεβλημένης ερωτικής αποκλειστικότητας: η ζήλεια.

Δε χλευάζω, δεν παραγνωρίζω και σίγουρα δεν περιφρονώ τη ζήλεια. Είμαστε άνθρωποι, πληγωνόμαστε ποικιλοτρόπως κι εύκολα, αισθανόμαστε αποκλεισμένοι, παραμελημένοι, στην απ’ έξω – ιδιαιτέρως όταν εγείρονται θέματα ερωτικής επάρκειας. Στην εποχή μας μάλιστα, το ιδανικό των ανθρώπινων σχέσεων (ιδίως όπως προβάλλεται από τη βιομηχανία του θεάματος και παρά την καθημερινή εμπειρία) είναι ολιστικό: σε μια ουσιαστική σχέση υποτίθεται ότι ο ένας είναι τα πάντα για τον άλλο. Ωστόσο αγάπη, έρωτας και πόθος είναι τρία διαφορετικά πράγματα: δεν ταυτίζονται, απαντούν σε διάφορους συνδυασμούς και δε συνυπάρχουν απαραίτητα. Ταυτόχρονα, δεν ποθούμε απλή «πλησμονή και κένωση», δεν καυλώνουμε για αφηρημένες κατηγορίες, μεγέθη, υφές, χρώματα, μεμονωμένες φόρμες. Δεν ποθούμε καν σώματα. Ποθούμε ανθρώπους, ακόμα κι όταν εξαρχής τους ποθούμε για μια κι έξω και το ξέρουμε.

Βεβαίως, η ζήλεια πειθώ δε γνωρίζει. Βεβαίως μας διδάσκουν από νωρίς ότι σε κάθε ερωτική συνεύρεση, έστω και ευκαιριακή, ενυπάρχει η δυνατότητα μιας 'ολιστικής' σχέσης – κάτι που ακόμα και όσοι έχουμε πολύ περιορισμένη περί τα ερωτικά πείρα γνωρίζουμε ότι αποτελεί πλάνη. Ωστόσο η ζήλεια είναι σαν την οργή. Ναι, βεβαίως πρέπει να τη λαμβάνουμε υπόψη μας στις ανθρώπινες σχέσεις. Αλλά ας το δούμε κι έτσι: ο Νόμος αναγνωρίζει ελαφρυντικά στην οργή, αλλά η περί φόνου ηθική μας δεν είναι θεμελιωμένη πάνω στην πραγματικότητα του θυμού, του βρασμού ψυχής. Αντίστοιχα, η ερωτική ελευθερία κατά κανόνα συνοδεύεται από εχεμύθεια, τουλάχιστον ώστε να μην προκαλείται ζήλεια. Όμως η περί έρωτα ηθική μας δεν μπορεί να είναι θεμελιωμένη πάνω στην πραγματικότητα της ζήλειας.

Υπάρχει και άλλη μία οπτική γωνία, ας πούμε λίγο πιο ανθρώπινη: από όλες τις αφορμές για τις οποίες το κάνουν οι άνθρωποι, ποια είναι πιο ευγενής και πιο πολύτιμη από τον πόθο, την καύλα, τη λύσσα για τον άλλο; Κάποιο αντάλλαγμα, λ.χ. χρηματικό; η εξασφάλιση εύνοιας ή εξουσίας; το λεγόμενο συζυγικό καθήκον; το φιλάνθρωπο αλλά συγκαταβατικό χατίρι; Ενδεχομένως να είναι η επιθυμία της τεκνογονίας. Αλλά το αναπαραγωγικό σεξ είναι εξαίρεση για το είδος μας, όπως και για άλλα ανώτερα θηλαστικά. Επιστρέφοντας στην ηθική: αν υπάρχει ένας σοβαρός λόγος να το κάνουμε, είναι ο πόθος, η επιθυμία, η καύλα. Ο έρωτας για τον έρωτα, όχι για πετύχουμε ή να γίνουμε κάτι άλλο.

Εάν λοιπόν είμαστε συνεπείς στην πεποίθησή μας ότι η ερωτική ελευθερία είναι αγαθό, τότε πρέπει να τη θεωρήσουμε δεδομένη. Παράλληλα πρέπει να παραδεχτούμε ότι το ηθικό θέμα της ατιμίας χαρακτηρίζει όχι γυναίκες και άντρες που εξασκούν την ερωτική ελευθερία, παρά γυναίκες και άντρες που ανεύθυνα, αγέρωχα ή κυνικά (δια)χειρίζονται τον πόθο και την ηδονή για να πετύχουν αλλότριους σκοπούς: εξασφάλιση, αποκατάσταση, υλικά αγαθά, κύρος, κ.α. – ακόμα και καθαρά ναρκισσιστική αυτεπιβεβαίωση.

Σε κάθε περίπτωση, ο περιορισμός της ελευθερίας στην ερωτική έκφραση – πέρα από τους στοιχειώδεις περιορισμούς της ευγένειας και της διακριτικότητας – είναι ασύγγνωστος: η αποσιώπηση, η ιατρικοποίηση (π.χ. το τραγελαφικό ‘vagina’ των αμερικανών, που ξεκινάει από την περιποιημένη ή αποψιλωμένη ήβη τους και καταλήγει στις ωοθήκες) καθώς και οι αναίτιοι ευφημισμοί αποτελούν καταστρατήγηση της ελευθερίας στην ερωτική έκφραση, ανεξαρτήτως από το αν είναι και πρακτικές κοινωνικά επιβλαβείς ή και ζημιογόνες.

Επιστρέφοντας στην ελευθερία της ερωτικής πρακτικής, θεωρώ αδιανόητο να προβάλλονται ως πρότυπα αρετής γυναίκες που π.χ. μαράθηκαν πρόωρα από την αγαμία, που επέβαλαν στον εαυτό τους αναφροδισία για να μην παραφρονήσουν από στέρηση ή παραμελημένες νοικοκυρές που καρτερούν υπομονετικά σώσματα συζυγικής σχεδόν διέγερσης – όλα στο όνομα της μονογαμίας, της σεμνότητας ή της συζυγικής πίστης. Παρομοίως, μου φαίνεται στρεβλό και το εξής: η βιομηχανία του θεάματος συστηματικά προβάλλει τη διάλυση του γάμου ως (τη μία) ηθική λύση όταν ένας από τους δύο συζύγους μοιχεύσει. Βεβαίως πρόκειται για μια απόφαση που πολλοί από εμάς θα πάρουμε, ο καθένας για τους δικούς του λόγους. Βεβαίως ακόμη περισσότεροι είμαστε πρόθυμοι επί της αρχής να αποταχθούμε την ερωτική ελευθερία στο όνομα της σεμνότητας, του έρωτα ή της αγάπης. Όμως δεν είναι δυνατόν η απόφαση της κοινής συμβίωσης, της συντροφικότητας και της συζυγίας – και της αγάπης ενίοτε – να βρίσκεται υπό την αίρεση της επιθυμίας.

Αν υπάρχει κάποιου είδους ‘ιερότητα’ στη μακροχρόνια δέσμευση, στη συζυγία, στον γάμο, αυτή έγκειται στην ελεύθερη και πρόθυμη απόφαση να μοιραστείς κάποια χρόνια από τη ζωή σου με έναν άνθρωπο· ενδεχομένως γιατί τον αγαπάς, αλλά όχι απαραιτήτως. Αυτή η απόφαση (πρέπει να) εμπεριέχει την επίγνωση ότι θα συμβιώσουμε ή θα συζευχθούμε έναν ελεύθερο άνθρωπο με τον οποίο θα επικοινωνούμε έστω και στοιχειωδώς. Αυτό είναι το ηθικό ζήτημα και μόνο.

Ναι, σαφέστατα, η παρουσία ενός τρίτου ή περισσότερων τρίτων θα οδηγήσει κάποιους από εμάς να λύσουμε αυτή τη δέσμευση. Ωστόσο είναι βάρβαρο και τελικά βαθιά ανήθικο να θεωρούμε ότι είναι a priori ηθικό να λύνονται αυτοδικαίως οι σχέσεις λόγω ‘απιστίας’. Και πάλι παραλληλίζοντας: πολλοί θα εγκαταλείψουν την εργασία τους επειδή δεν μπορούν να συνυπάρξουν με τους συναδέρφους τους. Αυτό είναι ανθρώπινο αλλά όχι αυτομάτως ηθικό.

Τελικά, στα ζητήματα ερωτικής ελευθερίας φαίνεται ότι η ('υψηλή' λεγόμενη) λογοτεχνία και ο (λεγόμενος 'καλός') κινηματογράφος έχουνε πληρέστερη και λεπτοφυέστερη αντίληψη του προβλήματος από ό,τι η ποπ κουλτούρα ή τα προϊόντα της βιομηχανίας του θεάματος. Αν μη τι άλλο, υπάρχουν ταινίες και βιβλία που με επιτυχία διαχωρίζουν τα θέματα της καρδιάς (μόνωση, δειλία, μοναξιά, αιδημοσύνη, ζήλεια, νοσταλγία, καημός, παραφορά, λαχτάρα για έρωτα και ζωή, γερατειά) από τα θέματα ουσιαστικής ηθικής (σε αντιδιαστολή με την κατά Καβάφη ‘τρεχάμενη ηθική’). Γιατί ναι μεν η ελευθερία είναι εξ ορισμού ηθική, αν όχι ένα από τα θεμέλια της ηθικής, αλλά δεν παύουμε να είμαστε ζωντανοί άνθρωποι. Από αυτήν την άποψη, η Στέλλα του Κακογιάννη ή το Brief Encounter (για να μη μιλήσω καν για βιβλία) μας λένε περισσότερες και βαθύτερες αλήθειες από όλα τα δράματα σχέσεων κι όλες τις αισθηματικές κομεντί και όλους τους συμβούλους σχέσεων μαζί.

Η φωτογραφία είναι της Lina Scheynius.

GatheRate