Κυριακή, 26 Αυγούστου 2012

Σπίτια, αγιασμός, κεντήματα

στις γυναίκες 

Λίγοι από όσους με θεωρούν οξυδερκή έχουν αντιληφθεί ότι η όποια οξυδέρκειά μου δε διαθέτει σπουδαία περιφερειακή όραση. Δηλαδή, βλέπω καλά εκεί όπου κοιτάζω αλλά δεν πιάνω και πάρα πολλά από όσα συμβαίνουν γύρω μου.

Αυτό αλλάζει κάπως όταν μπαίνω στα σπίτια των ανθρώπων. Αμέσως ανοίγει το εύρος του οπτικού μου πεδίου και σαρώνω τον χώρο -- εντελώς άθελά μου: καταχωρίζω τη χαρακτηριστική μυρωδιά κάθε σπιτιού, δημιουργώ μια εντύπωση συγκεχυμένη των χρωμάτων που επικρατούν, παρατηρώ τα έπιπλα, την παρουσία βιβλίων και δίσκων και κάδρων, την ισορροπία τάξης-καθαριότητας και καταγράφω μπιμπελό και διακοσμητικά (θα επανέρθω σε αυτά). Στο τέλος δε θυμάμαι πολλά εκτός από μια γενική αίσθηση και κάποιες λεπτομέρειες που μου μένουν -- για χρόνια συνήθως.

Η πρώτη φορά που ανακάλυψα την αξιοσημείωτη για τα μέτρα μου παρατηρητικότητα σχετικά με τους χώρους όπου εκτυλίσσονται οι ζωές των άλλων ήτανε στα 12 ή στα 13 μου. Ο παπάς της ενορίας μας, ένας πολύτεκνος αποστεωμένος και καλογερίστικα αλαφροΐσκιωτος γέροντας (αν και δε θα ήταν τότε πάνω από 55 με 60) ζήτησε δειλά από τους δικούς μου να τον βοηθήσω στον αγιασμό πριν τα Φώτα: θα γυρνούσαμε τη γειτονιά και θα μπαίναμε στα σπίτια και θα ραντίζαμε τα δωμάτια των ανθρώπων με αγιασμό. Θυμάμαι ότι είχα αναρωτηθεί τότε πόσος κόσμος θα ήθελε να μπει ένας παπάς με αγιασμό στο σπίτι του και πώς θα καλύπταμε την τεράστια αστική ενορία. Αναρωτήθηκα επίσης γιατί δεν έκαναν αυτή τη δουλειά τα παπαδάκια.

Η τελευταία ερώτηση απαντήθηκε πρώτη: ποδαρόδρομος. Πολύς ποδαρόδρομος. Και ναι, δε θα καλύπταμε ολόκληρη την ενορία, το ξεκαθάρισε ο πάτερ, αλλά όντως πάρα πολύς κόσμος ήθελε να του ραντίσουνε το σπίτι με αγιασμό. Υπήρχε κόσμος που μας σταμάταγε στον δρόμο και ζήταγε να πάμε να τον αγιάσουμε -- εντάξει, γριούλες κυρίως.

Μπαίναμε σε πολυκατοικίες, παίρναμε το ασανσέρ και χτυπάγαμε κουδούνια στη σειρά. Ως εδώ, αυτό θύμιζε εφηβικές ζαβολιές (πάτα κουδούνια και βαλ' το στα πόδια) που έτσι κι αλλιώς κάναμε. Όμως ο κόσμος μάς άνοιγε και μας καλωσόριζε. Μετά το δεύτερο ή το τρίτο διαμέρισμα άρχισα να παρατηρώ πορσελάνινα μπιμπελό, κεντήματα σε κορνίζες, πίνακες από το κορνιζάδικο της γειτονιάς σε βαριά ξύλινα κάδρα, πόσες επιφάνειες ήτανε καλυμμένες με σεμεδάκια ή φλοκάτες, κάποια "μοντέρνα" έπιπλα, χώρους σα μαυσωλεία με έπιπλα βαριά και κουρτίνες αυλαίες θεάτρου, μυρωδιές φαγητού, κλεισούρας, μπαγιατίλας, γκλέιντ, τσιγάρου. Μπήκαμε και σε ένα φοιτητικό διαμέρισμα, μινιμαλιστικό πριν την εποχή του μινιμαλισμού με έπιπλα από σουηδικό ξύλο.

Αυτό που δε θα ξεχάσω ήταν ένα κόκκινο διαμέρισμα. Ερωτικό σκίρτημα. Κόκκινες παχειές φλοκάτες, κόκκινα λαμπατέρ, φούξια κουρτίνες, απαλή μυρωδιά από κάτι που ήταν άρωμα αλλά όχι γκλέιντ και που μου θύμιζε το πώς μύριζε το σπίτι της αμερικάνας ξαδέρφης μου. Και το κορίτσι που έμενε εκεί. Μόνο του, με μόνο το μικρό της όνομα στο κουδούνι. Που μας ζήτησε να ραντίσουμε όλα τα δωμάτια με αγιασμό. Και το διαμερισμά της ήτανε διαμπερές και πίσω από τις φούξια κουρτίνες έμπαινε λοξό το φως του Γενάρη, η κρεβατοκάμαρά της είχε ένα μεγάλο κρεβάτι από άσπρο ξύλο και την απαραίτητη υπερμεγέθη βεντάλια στον τοίχο πάνω από το κεφαλάρι. Παντού μέσα στο διαμέρισμα τα παντοφλέ ταλαιπωρημένα παπούτσια του πάτερ και τα καφέ τα δικά μου (δεν μπορούσα να δέσω κορδόνια παπουτσιών τότε) βούλιαζαν στις φλοκάτες. Μόνον η κουζίνα, με τον μαρμάρινο νεροχύτη και τα μαζικής παραγωγής ντουλάπια των αθηναϊκών διαμερισμάτων, έμοιαζε να είναι γνώριμη. Μύριζε καφέ. Και δεν υπήρχανε πουθενά στο διαμέρισμα κεντήματα κορνιζαρισμένα στους τοίχους.

Είμαι αρκετά μεγάλος για να θυμάμαι γυναίκες και κορίτσια να κεντάνε. Όχι από χόμπυ, παρά γιατί αυτό κάνουν -- λέει -- οι γυναίκες και τα κορίτσια τον ελεύθερο χρόνο τους. Ατέλειωτες ώρες. Τις παρακολουθούσα πιτσιρικάς όλο απορία. Οι πιο επιδέξιες κεντούσαν μετρητά, με το μάτι, δημιουργώντας τα σχέδια μετρώντας με το βελόνι και κεντώντας πάνω σε ένα λευκό ύφασμα χωρίς στάμπα, χωρίς πατρόν, χωρίς ίχνη. Όλες οι υπόλοιπες κεντούσαν το αντίστοιχο του colour by numbers: πάνω σε ένα ύφασμα τραχύ λίγο σαν φτιαγμένο από λινάτσα, λίγο σαν από λεπτές ίνες κάνναβης, ήταν σταμπωμένη κάποια εικόνα και οι κεντήστρες γέμιζαν τις επιφάνειες με κεντημένο χρώμα, ακολουθώντας τον οδηγό με τα χρώματα των κλωστών DMC (ντεμισέ) ή Πεταλούδας.

Ατέλειωτες ώρες δουλειάς για να παραγάγουν ένα κακοχυμένο σχέδιο: μια κεφαλή ελαφιού αλλήθωρου, ένα δασικό τοπίο αβάσταχτης βορειοευρωπαϊκής κοινοτοπίας, κάποια αναπαραγωγή πίνακα σαν με πολύ χοντρό πίξελ, μια γυμνή γυναικεία σιλουέτα από χρυσή ή ασημένια κλωστή σε μαύρο φόντο για τις πιο μοντέρνες. Χρόνια μετά, συγκινούμαι όταν βλέπω αυτά τα κορνιζαρισμένα κεντήματα που αποστέργουμε πια, κάτι κεντημένα ίχνη κακογουστιάς που θα διακοσμούσαν τοίχους, θα εικονογραφούσαν προκοπή και νοικοκυροσύνη -- αλλά στην πραγματικότητα απλώς κρατούσαν τα κορίτσια και τις γυναίκες στη θέση τους: μέσα στο σπίτι. Κοιτάζω αυτά τα κεντήματα και βλέπω ώρες ατέλειωτες από τη ζωή γυναικών που ξέρω ή που δεν ξέρω, που δεν είναι πια εν ζωή οι περισσότερες.

Πολλές φορές αυτά τα κεντήματα αντιμετωπίζονται έτσι κι αλλιώς, διαισθητικά, σαν κειμήλια, σαν κομμάτια κόπου και ζωής αγαπημένων γυναικών. Με τη δυσβάσταχτη κακογουστιά τους, την προχειρότητα με την οποία σταμπώθηκαν οι εικόνες για να ιχνηλατηθούν από γυναικεία χέρια και χεράκια, παίρνουνε τη θέση τους δίπλα σε κακοχυμένα σουβενίρ που κάποιο αγαπημένο πρόσωπο έφερε από μακριά ή και από τα ξένα, δίπλα σε φτηνά μπιμπελό μαζικής παραγωγής, δίπλα σε κάποιο πήλινο που ο μισομεθυσμένος-νταγκλαρισμένος γιος αγόρασε από κάποιο κυκλαδονήσι και που γράφει επάνω "ενθύμιο" ή "για να με θυμάσαι", δίπλα σε ένα σταυρουδάκι "διαβασμένο" παραγωγής κάποιας βιοτεχνίας στους Αγίους Τόπους και που είναι κειμήλιο ιερότατο. Δίπλα σε μια χάρτινη εικονίτσα από την Τήνο και το Άγιον Όρος. Κι αυτά τα φρικτά κακόγουστα κεντήματα, τα μνημεία της τυραννίας που το τέρας, το ανελέητο κι ακατάβλητο τέρας, της πατριαρχίας ασκεί πάνω στις ζωές εκατομμυρίων γυναικών, φτάνουνε να παραδειγματίσουν την απλή μα δύσκολη αλήθεια: ότι οι άνθρωποι δίνουνε νόημα στα πράγματα και μόνο και ότι όλα τα άλλα είναι Μαλακία και Καπιταλισμός.



GatheRate

Πέμπτη, 16 Αυγούστου 2012

Ανακατώνομαι: το παραλήρημα ενός τέως ξένου


"Στη Γροιλανδία που δούλευε ο Πιερ, τον χειμώνα πέφτει η θερμοκρασία στους -47. Η κυκλοφορία έξω απαγορεύεται: αν βγεις έξω σε περιμένει ακαριαίος θάνατος."
"Α, να μια ωραία λύση: να πέσουν -47 στην Αθήνα, να πάνε περίπατο μαύροι, άσπροι, κόκκινοι -- όλοι αυτοί."

Αυτοί οι άνθρωποι έστειλαν παιδιά να ζήσουνε ξένοι. Τα παιδιά τους έζησαν ξένοι και το μόνο που τους προστάτευε από τη ρατσιστική βία, τη χλεύη, την περιφρόνηση ήταν το όνομα "Έλληνας". Όχι επειδή ήτανε καλά παιδιά και λαμπροί νέοι -- είμαι σίγουρος ότι κάποια από τα ξένα παιδιά που σφάζουνε στην Αθήνα ήτανε καλά παιδιά και λαμπροί νέοι. Ούτε γιατί τα παιδιά τους ήτανε καλύτερα από των Ιρακινών, Κούρδων, Ιρανών, Πακιστανών γονιών τους...

Πάντοτε το πίστευα, και το έγραφα: η Ελλάδα που τόσο πονεμένα αγαπάμε, είναι ιστορικό προϊόν από τη μια μοχθηρών πουριτανών αγροτοποιμένων και από την άλλη εντελώς άπονων αστών. Δεν έχουμε άλλη Παιδεία από την υπερφίαλη χωριατιά του τάχα μου πολιτισμικά ανώτερου ελληνορθόδοξου, ενός δόγματος που εδώ και 500 χρόνια ορίζεται αντιστικτικά και εναντιωματικά απέναντι σε μια λαμπρά επιτυχημένη Δύση. Μισαλλοδοξία και περιχαράκωση και κομπλεξική αντιπαράθεση με κάποιον άλλο που μας μισεί αλλά που είναι χειρότερος μας (αλλά συνήθως δυνατότερός μας) είναι το παρελθόν και το παρόν μας.

Αλλά αυτό που ζούμε από το Μακεδονικό και μετά είναι πια εμετός. Αρχικά το μίσος και η μοχθηρία και η μισαλλοδοξία κόχλαζε κάπως ήμερα και οχυρωνόταν πίσω από το περιφραγμένο από δόντια ελληνικό χαμόγελο. Μετά χτύπησε η φτώχεια και έλειψαν τα προσχήματα: αίμα, τιμή, Χρυσή Αυγή. Και πάλι λίγο είναι το 7% τους.

Από την άλλη, η Κανέλλη στο Ανφόλλοου λέει ότι το ΚΚΕ δεν μπορούσε να ασχοληθεί με το μεγαλειώδες πλήθος της 12ης Φεβρουρίου, η αντίσταση του οποίου στο μέλλον θα τιμάται με κάποιου είδους εθνική εορτή αν εξακολουθήσουμε να είμαστε ελεύθερο έθνος, αφού όλοι αυτοί δεν ανήκαν στην εργατική τάξη αλλά ήτανε κυρίως άνθρωποι που θίχτηκαν τα εισοδήματά τους. Και πολύ σας πέφτει το 5%, τραγικά ανεύθυνα αγκυλωμένα ζώα του σταλινικού ολοκληρωτισμού, βιτσιόζοι φετιχιστές της φαντασιακής εργατικής τάξης: σας είδαμε και στη Χαλυβουργία.

Άντε στον διάολο, συνέλληνες. Άντε στον διάολο, φοβισμένοι ψηφοφόροι.

Είδα ειδήσεις απόψε. Ξένιος Ζευς. Ένας στους πέντε παράνομος. Μετά είδα εικόνες από την Αμυγδαλέζα. Στην αρχή, αλήθεια, δεν καταλάβαινα τι έβλεπα. Ανακατεύτηκα. Αυτό το μιαρό αίσχος, αυτό το μαντρί ανθρώπων, αυτό το βδέλλυγμα και άγος υπάρχει εδώ και μήνες αλλά δεν έχει γίνει καμμιά πορεία εναντίον του. Όλα καλά. Έχουμε και κρίση.

Αναγούλιασα και θύμωσα. Ένιωσα ότι έπρεπε να είχα βγάλει βρετανικό διαβατήριο όταν μπορούσα: τουλάχιστον θα ήμουν υπήκοος μιας εν γνώσει μου σκατοχώρας, χωρίς να έχω ψευδαισθήσεις. Δε θα πίστευα τόσα χρόνια σα μαλάκας ότι η αβασίλευτη δημοκρατία μας είναι αγνότερη κι ανώτερη από τη σκοταδιστική νεοφιλελέ μοναρχία τους. Ο μαλάκας.

Από την αυτομεμψία με έβγαλε το θέαμα των νέων φρικτών εγκλημάτων του Άσσαντ (βομβάρδισε αεροπορικώς μια συνοικία, βογκούσαν άνθρωποι εγκλωβισμένοι κάτω από τα σπασμένα μπετά, μισοσφαγμένα παιδιά στα νοσοκομεία), του Άσσαντ, του φίλου της Ρωσίας και της Κίνας, που τον υποστηρίζουν ακόμα κάτι αριστεροί σε σύγχυση. Ζαλίστηκα. Δεν έχω τίποτε καλό να πω απόψε. Τίποτε.

GatheRate

Σάββατο, 11 Αυγούστου 2012

Δωμάτια

πολύ μικρές καλοκαιρινές ερωτικές ιστορίες παραγγελιά (σχεδόν) του ΚΚ Μοίρη

Ακούμπησε γυμνός με τον ώμο πάνω στο αλουμινένιο κούφωμα κοιτώντας έξω. Αν κάπνιζε, θα κάπνιζε τώρα. Ο δρόμος και από την άλλη μεριά του δρόμου η θάλασσα. Η νύχτα δεν ήτανε μαύρη, η νύχτα είναι μπλε. Δεν κάπνιζε. Δε λαχταρούσε τη θάλασσα. Γύρισε πίσω και την είδε να τον κοιτάζει.
 
Στην πόλη τράνζιτ για 6-7 ώρες μόνο. Ημιδιαμονή για ντουζ και μεσημεριανό ύπνο, την ωραία πατρώα συνήθεια. Έτσι έλεγε. Μπήκε στο δωμάτιο, έκανε ντουζ, κάθησε στο γραφείο του δωματίου με το σώβρακο και διάβαζε την αναφορά ενός Εσθονού. Της άνοιξε μόλις άκουσε το χτύπημά της στην πόρτα. Μπήκε χωρίς κουβέντα. Τη σήκωσε ανυπόμονα στα χέρια του, κόλλησε τα ιδρωμένα χείλια της στο στόμα του και την πλάτη της στον τοίχο. Νοσταλγία μύριζε. Φορούσε νάυλον κάλτσες καλοκαιριάτικα.

Στο τραίνο τον πείραζε, τον πιλάτευε, τον έτριβε πάνω από το παντελόνι. Μπροστά στον κόσμο, τάχα μου αμέριμνα. Στο αεροδρόμιο τον τράβηξε μέσα στις τουαλέτες αναπήρων. Έμοιαζαν με κάποιου είδους γιαπωνέζικο δωμάτιο: πάμφωτες, πεντακάθαρες και στιλπνές. Το στόμα της γλυκό. Το χαμόγελό της μετά, όσο πιο πικρό γίνεται να είναι ένα χαμόγελο.

Στην ερώτηση αν θέλουν το δωμάτιο για λίγο απάντησε με την ερώτηση πόσο θα έκανε αν έμεναν όλη τη νύχτα. Η ρεσεψιονίστ διακριτικά μειδιώντας απάντησε έντεκα χιλιάρικα. Τα έδωσε. Να κοιμηθούν μαζί. Ανέβηκαν επάνω. Πίσω από μια πόρτα ακούγονταν κραυγές. Το δωμάτιό τους ήτανε γεμάτο καθρέφτες. Δεν ήθελε να δει τον εαυτό του σε τσόντα, δεν ήθελε το ατροφικό ξανθό χνούδι στο κεφάλι του, η κωμικά φαρδιά λεκάνη του και οι χαλαρά προπετείς κοιλιακοί να παρεμβάλλονται στο οπτικό του πεδίο. Σύντομα ξεχάστηκαν οι καθρέφτες. Ξύπνησε κάθιδρος το πρωί σε ένα κατάκλειστο δωμάτιο χωρίς κλιματισμό. Κατέβασε τα μάτια από το ταβάνι στα δεξιά του. Θα έλεγε κανείς πως είναι αχνά αυτόφωτη.

Στο μικρό τυφλό δωμάτιο δέσποζε ένας μεγάλος αργαλειός. Τα σώματά τους γλυστρούσαν μεταξύ τους κι από τον πολύν ιδρώτα. Κλιματισμός κι ανεμιστήρας πουθενά. Στο στόμα του πικρή η γεύση από το άρωμά της, οι φτέρνες της σέρνονταν πάνω στα φρεσκοστρωμένα ξένα σεντόνια: κάποια άγνωστή του φίλη της τους είχε κάνει μια πολύ μεγάλη χάρη. Τα χέρια του την είχαν αρπάξει γερά κι ερωτευμένα αλλά με άγρια πείνα. Κατάλαβε ότι αυτή την ώρα ποτέ δε θα την ξεχνούσε κι έπαψε να ασχολείται με τον αργαλειό και το μισοϋφασμένο υφαντό μέσα του, με το ποιος θα πλύνει τα σεντόνια, με το τι θα γίνει όταν γυρίσει η φίλη από τη δουλειά. Κι αφοσιώθηκε στο σώμα της τυφλά.

Σκόνη και ζέστη. Πολλή σκόνη. Το πατζούρι έτρεμε και χτυπούσε υπόκωφα κόντρα στον αέρα. Ένα σπίτι γεμάτο ζευγάρια, όλα στρωματσάδα πλην ενός, ένα ζευγάρι σε κάθε δωμάτιο του διαμερίσματος. Μετά από ολονύχτιο ταξίδι. "Ποιανού είναι το σπίτι;" Ήταν του αδερφού της συναδέρφου. Έπεσαν στην κουρελού πάνω στο στρώμα θαλάσσης που επέπλεε πάνω στο παρκέ και κοιμήθηκαν όπως ήταν. Μύριζαν ιδρώτα και ταξίδι και από πάνω σκόνη. Μπήκε μέσα αντηλιά αργά το απόγευμα. Καθώς ξύπναγε έλυσε τη ζώνη του μηχανικά, έσπρωξε λίγο το τζιν προς τα κάτω και με κάποιον ευτελή ελιγμό μπήκε μέσα της. Αφού τελείωσαν τον χαστούκισε με νάζι και συνειδητοποίησε πού ήταν, ότι το προφυλακτικό ήταν ακόμα στην τσέπη σφραγισμένο και ότι είχανε στήσει όλους τους υπόλοιπους, που τους περίμεναν. Κράτησε την ανάσα του και αφουγκράστηκε γαμικά βογκητά από τουλάχιστον δύο μεριές, πίσω από τοίχους και πόρτες καπλαμαδένιες. Διπλώθηκαν όρθιοι από γέλια νευρικά.

Τώρα ανάσαινε κανονικά. Στα μάτια του ήρθε φως απ' έξω: κυανό, τεχνητό, της καλοκαιρινής νύχτας στην πόλη. Δίψαγε και δεν τον ένοιαζε. Την κοίταξε όπως ήτανε ξαπλωμένη στο πλάι και τον κοίταγε κι εκείνη, την κοίταξε όπως ατενίζεις τοπία. Όντως η γραμμή από το κεφάλι στον ώμο στον αγκώνα στη μέση στον γοφό στο τέλειωμα των ποδιών έμοιαζε με σιλουέτα νησιού στο φεγγαρόφωτο. Το δικό του κοντινό, ζωντανό νησί, ένα νησί που μπορείς να αγκαλιάσεις και να του κάνεις έρωτα χωρίς ψευτιές και λυρισμούς, παρά σαν ζωντανός άνθρωπος.

GatheRate

Τετάρτη, 8 Αυγούστου 2012

Αυγουστιάτικα

Άνοιξα τον υπολογιστή μετά από μέρες (τον είχα ανοίξει και λίγο χτες) για να γράψω ένα ποστ παραγγελιά (σχεδόν) του ΚΚ Μοίρη, ένα καλοκαιρινό ερωτικό κείμενο.

Διαβάζοντας όμως όσα γίνονται, λέω ότι σίγουρα μπορεί το καλοκαιρινό κείμενο να περιμένει. Σίγουρα. Η φρίκη υπερισχύει.

Δε θα μας προκύψει κανένας Εμφύλιος, αφού η πλειονότητα των Ελλήνων, όσο εντωμεταξύ ξεπουλιέται κι εξαθλιώνεται κι εξανδραποδίζεται, με ομοψυχία συμβολικά και πραγματικά (πραγματικότατα) θα λυντσάρει και θα βασανίσει και θα μακελέψει τον βρωμερό ξένο.

Το λείμμα λοιπόν, η μειοψηφία, πρέπει να οργανωθούμε και να αντισταθούμε στην αχαλίνωτη αποθηρίωση που ξεκίνησε. Να οργανωθούμε πραγματικά, όχι συμβολικά, όχι μέσα από το facebook. Όσοι έχουμε υπάρξει ξένοι, όσοι έχουμε παιδιά, όσοι είμαστε άνθρωποι.

GatheRate

Πέμπτη, 2 Αυγούστου 2012

Μικρός οδηγός για να μη χάνεστε στα σοσιαλμήντια


Γραμμένος από δεινόσαυρο, σε 16 σημεία. Πάμε:

Ι.
 Στα σοσιαλμήντια μπαίνεις:
1. γιατί την έχεις δει γραφιάς-ποιητής-συγγραφέας-δοκιμιογράφος-φωτογράφος...
2. γιατί θες να γνωρίσεις κόσμο
3. γιατί είσαι ψυχ
4. για οποιονδήποτε από τους ως άνω 3!+1=7 συνδυασμούς

ΙΙ.
Ο ψευδώνυμος σοσιαλμηντιακός χρήστης
1. Αν επιμένει ότι είναι άντρας, είναι γυναίκα.
2. Αν επιμένει ότι είναι γυναίκα, είναι γκέι άντρας.
3. Αν επιμένει ότι είναι γκέι άντρας, είναι γκέι άντρας.
4. Αν δεν επιμένει, καλή τύχη.

ΙΙΙ.
Φυλές:
1. Οι σοβαροί άνθρωποι έχουνε tumblr. Ή οι πορνογράφοι.
2. Οι πολυλογάδες έχουνε μπλογκ. Κι οι αιβέσθυτοι.
3. Οι εξυπνάκηδες κι οι πεφτάκηδες έχουν twitter.
4. Όλοι έχουνε facebook.
5. Τα υπόλοιπα είναι του Οξαποδώ και της CIA.

ΙV.
Στα σοσιαλμήντια, όλοι είναι τρολ. Εκτός από τον talos. Μάθετε να ζείτε με τα τρολ ή παίχτε το καμπόσος, ώστε να μάθετε να ζείτε με τα τρολ.

V.
Στα σοσιαλμήντια, η μεγαλοσύνη δε μετριέται με τα λάικ και τα ριτουή επειδή στα σοσιαλμήντια δεν υπάρχει μεγαλοσύνη. Μόνο μεγάλες ανατομίες, συνήθως όμως virtual κι αυτές. 

VI.
Οι lurker είναι φίλοι σου. Οι φίλοι σου είναι lurker.

VΙI.
Όσοι γράφουν, έχουνε το facebook και το twitter σαν τα παλιά φιλολογικά σαλόνια όπου ποιητές και άλλοι διάβαζαν δουλειά τους για να τεστάρουν το ιδανικό κοινό τους. Άρα, ακόμα και αν σας φλομώνουνε στα λάικ, δεν είστε Μπόρχες.

VIΙI.
Στα σοσιαλμήντια, nobody can hear you scream.

IX.
Στα σοσιαλμήντια δεν υπάρχει ειλικρίνεια, μπορεί ωστόσο να υπάρξει φιλαλήθεια.

Χ.
Αν είστε πάρα πολύ δημοφιλής στα σοσιαλμήντια
1. είτε λέτε αυτό που όλοι θέλουν να ακούσουν
2. είτε τη σπάτε σε πάρα πολύ κόσμο.

XI.
Αν είστε σχετικά δημοφιλής,
1. είτε κάνετε κάτι καλά,
2. είτε βγάζετε στα σοσιαλμήντια το καλό σας προφίλ.
Αν βγάζετε στα σοσιαλμήντια το καλό σας προφίλ, φροντίστε να το βγάλετε και στην πραγματική ζωή. Αν έχετε.

XII.
Στα σοσιαλμήντια δεν υπάρχει πρωτοτυπία. Υπάρχουν όμως πολλά κουτάβια, γατάκια, άρρωστα παιδιά, κορίτσια με καυτά σορτς, ημίγυμνα αγόρια και βίντεο που εικονογραφούν λέξη-λέξη στίχους τραγουδιών.

ΧΙII.
Όταν σας διαβάζει η μάνα σας και συμφωνεί και χαίρεται με όλα όσα γράφετε, κάτι κάνετε λάθος.

ΧΙV.
Μην απελπίζεστε: και μέσα στην κοπριά, τα διαμάντια είναι διαμάντια. Εκτός κι αν δεν είναι διαμάντια.

ΧV.
Τα σοσιαλμήντια, ό,τι κι αν σας πούνε, είναι υποκατάστατο της κοινωνικής ζωής. Απλώς είναι ενίοτε πιο ενδιαφέροντα ή και συναρπαστικά από οποιαδήποτε κοινωνική ζωή. Κάτι σαν ντραγκς, δηλαδή.

XVI.
Τέλος: τα σοσιαλμήντια, ό,τι κι αν σας πούνε, είναι υποκατάστατο του σεξ. Μάλλον αδύναμο.

GatheRate