Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2012

Σχολική Φυσική

Υπάρχουνε στιγμές στη ζωή όπου φτάνεις, ή νιώθεις ότι φτάνεις, σε μια κατάσταση ισορροπίας. Όλα είναι ακίνητα και ασάλευτα μέσα σου, γύρω σου. Στη σχολική Φυσική δύο πράγματα με είχαν εντυπωσιάσει πολύ: ότι η ισορροπία έρχεται όταν αλληλοεξουδετερώνονται όλες οι δυνάμεις πάνω σε ένα σώμα, ενώ εγώ και απόψε θα έλεγα ότι η ισορροπία προκύπτει πιο βουδιστικά: από την απουσία δυνάμεων. Το άλλο που με είχε εντυπωσιάσει είναι ότι κατά την ελεύθερη πτώση βρίσκεσαι σε συνθήκες μηδενικής βαρύτητας, κι ας επιταχύνεσαι. Αφού η δύναμη της βαρύτητας δε συναντάει καμμιά αντίσταση.

Μεταφορές είναι αυτά; Ναι. Αλλά δεν παύουν να είναι και συνέπειες νόμων της φύσης.

Υπάρχουνε λοιπόν στιγμές στη ζωή όπου φτάνεις σε μια κατάσταση ισορροπίας. Όλα αιωρούνται γύρω σου, ή τουλάχιστον έτσι φαίνεται. Όλα ακινητούν, ή έτσι νομίζεις, αφού κινείστε όλοι μαζί, παρατηρητής και σώματα, μέσα στο σύστημα αναφοράς σου, προς κάποια κατεύθυνση. Αυτό που λέμε αταραξία είναι προϊόν όχι του να μην κινείται τίποτε γύρω σου παρά του να προσηλώνεις το βλέμμα σε κάτι που κινείται μαζί σου, με τον ίδιο τρόπο και προς την ίδια κατεύθυνση. Συνήθως ευθύγραμμα κι ομαλά.

Μεταφορές κι αυτά; Ναι. Αλλά οι νόμοι της φύσης είναι αναπόδραστοι.

Υπάρχουνε στιγμές που η αδράνεια είναι αυτή που είναι. Αδράνεια δεν έχουνε μόνον όσα σώματα ακινητούν αλλά και αυτά που κινούνται. Στην αργκό των μεγάλων όταν ήμουν μικρός αδράνεια ήταν η ακηδία, η νωθρότητα, η ραστώνη. Άλλοι με έλεγαν "σκέτη αδράνεια" κι άλλοι "κλασσικό τεμπέλη". Μετά όμως έμαθα ότι ακόμα κι αν είσαι σε αδράνεια μπορεί κάπου να πηγαίνεις. Ευθύγραμμα κι ομαλά.

Μεταφορές, οπωσδήποτε. Αλλά στη βάση όλων πρέπει να βρίσκονται κάποιοι απλοί νόμοι, κομψές εξισώσεις.

Υπάρχουνε στιγμές που αιωρείσαι. Μπορεί και να πέφτεις. Μπορεί απλώς να αιωρείσαι. Αν όντως αιωρείσαι, ποιος ξέρει πόσο θα κρατήσει η στιγμή. Ήμουν οχτώ χρονών και περπάταγα σε έναν δρόμο στη Λάρισα κι ο ξάδερφός μου είχε βαλθεί να μου εξηγήσει ότι η ταχύτητα του φωτός είναι το όριο των ταχυτήτων στο σύμπαν. Μετά μου εξηγούσε ότι αδράνεια, μάζα, κίνηση, βαρύτητα, επιτάχυνση και το φως σχετίζονται. Δεν καταλάβαινα καλά, μα μου άρεσε να ακούω. Όμως μου χάλαγε την εικόνα αυτό που άκουγα, που το άκουγα όπως μου έμαθαν αργότερα πως πρέπει να ακούω ποιήματα, χωρίς να πασχίζω να κατανοήσω, αυτό που άκουγα με την υπόθεση του φωτός. Τι γυρεύει το φως εκεί που μιλάμε για σώματα;

Μεταφορές σχεδόν ολοφάνερες, αλλά το φως παραμένει το όριο σε κάθε περίπτωση.

Υπάρχουνε στιγμές που ξεκάθαρα βλέπεις μπροστά σου και μέσα σου τις απλές θεμελιώδεις δυνάμεις που δημιουργούν τα πάντα να εκδηλώνονται. Δεν είναι πολλές. Ταυτόχρονα, όλος ευγνωμοσύνη, αναγνωρίζεις ότι η αλληλεπίδρασή τους σου δίνει πολυπλοκότητες και μοναδικότητες, χάη κι ανεπανάληπτες στιγμές και παλαιτιό ανελέητο, αν κι εξαρχής καταδικασμένο, με την εντροπία. Τότε ξεχνάς τις θεμελιώδεις δυνάμεις. Τότε αναγνωρίζεις το μερίδιο του φωτός πάνω στην κίνηση και στα σώματα και σε ό,τι γίνεται. Τότε αφήνεσαι να αδρανήσεις στην ευθύγραμμη κι ομαλή κίνηση ή στην φαινόμενη ακινησία της ελεύθερης πτώσης. Τότε εγκαταλείπεις τις μεταφορές και παύεις να ασχολείσαι με το υπόρρητο σε όλα αυτά αίνιγμα του χρόνου. Και βρίσκεσαι σε ηρεμία, ενώ πάντοτε αντίρροπες δυνάμεις αλληλοεξουδετερώνονται. Τελικά.

GatheRate

Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2012

Κι εγώ

Πριν χρόνια είχε γίνει συζήτηση για το σύνθημα "Είμαστε όλοι μετανάστες". Μια άποψη υποστήριζε ότι συνιστά ιδανική έκφραση αλληλεγγύης προς τους μετανάστες· αλληλεγγύης προς τους μετανάστες που περιορίζεται κυρίως στα λόγια, θα προσέθετα εγώ από το 2012 και έχοντας υπόψη τις απαρατήρητες εξεγέρσεις στα στρατόπεδα συγκέντρωσης ανεπιθύμητων ξένων. Μια διαφορετική άποψη στηλίτευε την εύκολη κι εκ του ασφαλούς φαντασιακή-ηθικολογική ταύτισή μας με τους πραγματικά μη προνομιούχους, μισημένους και κυνηγημένους, ακόμα κι όταν πρόκειται για νόμιμους μετανάστες.

Με αφορμή το πρόσφατο ατόπημα του βουλευτή-συγγραφέα, αναγεννήθηκε από την τέφρα της η συζήτηση για την ντεκλαρέ ομοφοβία αλλά και για τον πνιγηρό σεξισμό της κοινωνίας μας. Βεβαίως, όπως και ο εθνικισμός μας, το ελληνικό αντριλίκι είναι βαθιά ανασφαλές. Όπως είμαστε εθνικιστές με τον διαρκή φόβο ότι είμαστε οι άλλοι να μας παραλύει, έτσι είμαστε και άντρες στρέιτ με παντελόνια με τον διαρκή φόβο μη μας πούνε ή μη φανούμε "αδερφές" να μας τρώει.

Όπως έγραψα πριν δύο χρόνια
"δεν είναι καθόλου εύκολο να είσαι γκέι (και είναι λίγο χειρότερο να είσαι λεσβία). Στη σημερινή Ελλάδα, νομίζω, το καλύτερο που μπορείς να ελπίζεις είναι να σε αντιμετώπιζουνε στο στυλ "γκέι αλλά δεν κουνιέται", "γκέι αλλά τσακάλι στη δουλειά του (άλλωστε αυτοί διαβάζουνε πολύ)", "λεσβία αλλά όμορφη" κτλ, κτλ, κτλ. Όποιος νομίζει ότι είναι εύκολο να είσαι ομοφυλόφιλος ή ότι όλα πάνε καλά για τους γκέι και τις λεσβίες στην ωραία και ανοιχτή μας κοινωνία, μάλλον πλανάται".
Κι εκείνο και αυτό το σημείωμα το γράφω με αφορμή φίλους και πάλι. Γιατί καλά τα στερεότυπα (κερδίζουμε χρόνο σκεπτόμενοι με στερεότυπα), καλές και οι νευρώσεις ατομικές και συλλογικές και οι ανασφάλειες, αλλά πάνω από όλα αυτά είναι οι άνθρωποι: η ελευθερία, ο αυτοπροσδιορισμός τους και η αξιοπρέπειά τους. Κι έχοντας αδιαλείπτως επίγνωση ότι είμαι προνομιούχος κι ότι μιλάω εκ του ασφαλούς, αφού δεν είμαι πούστης ή γυναίκα (πολλώ μάλλον χειραφετημένη γυναίκα κι ελεύθερη), δηλώνω κι εγώ μαζί με τον Ξυδάκη:

Ακούω για "πούστηδες" και "λεσβίες". Οι καλύτεροι φίλοι μου είναι. Κι εγώ.


GatheRate

Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2012

Για τον επαρχιωτισμό. Ξανά.

Επαρχιωτισμός είναι η αδυναμία (ή άρνηση) να δούμε την δική μας κουλτούρα μέσα σε ευρύτερα συμφραζόμενα (από εδώ). Από αυτήν την άποψη, επαρχιώτικες είναι και κάποιες όψεις της θριαμβεύουσας αμερικάνικης κουλτούρας, μέσα στη ναρκισσιστικά θανατερή εσωστρέφειά της.

Έχω ξαναγράψει ξανά και ξανά για το θέμα. Έχω επανειλημμένως αγανακτήσει με τα κομπλεξικά αντανακλαστικά μας απέναντι "στην Ευρώπη". Όταν πρωτοέβγαλα την αγανάκτηση αυτή στο μπλογκ, ζούσαμε μέσα στη μέθη της φαντασιακής ιδιοσυστασίας μας, στον τρελό χορό της απαράμιλλης ανωτερότητάς μας, στον απόηχο συμβολικών θριάμβων του έθνους κτλ. κτλ. Ζούσαμε μέσα στην ισχυρή νεοαποικιοκρατική Ελλάδα που αγόραζε Βαλκάνια και τούρκικες τράπεζες. Σήμερα βγάζω την αγανάκτησή μου σε συνθήκες εθνικής υποτέλειας, κοινοβουλευτικού ολοκληρωτισμού και καταιγιστικής εξαθλίωσης, ενώ στους δρόμους περιπολούνε συμμορίες ναζί καθώς οι γραφιάδες μας εξισώνουν την ανελέητη μαζική βία των φονικών Σκυθών και το μαχαίρι του φασίστα με το γιαούρτι και τις κατραπακιές.

Είναι αναμενόμενο που οι νοοτροπίες 'Νίκος Δήμου' (στα χειρότερά του) έχουν εκτροχιαστεί. Φταίμε για την κρίση. Φταίμε που δεν είμαστε bourgeois. Προσπαθώ να μην επαναλάβω πόσο κωμικό είναι να συγκρίνεις την Avenue Foch (αφού αυτό ξέρεις από Παρίσι, άντε και το Μαραί) με το Περιστέρι και όχι το γνήσια σκυθρωπό banlieue, την άβατη ζούγκλα της Γλασκώβης και του Μάντσεστερ με το Παλαιό Ψυχικό.

Να μην επαναλαμβάνομαι. Έζησα έξι χρόνια στην Αγγλία, μόνον η Αθήνα μου μου είναι πιο οικεία από το Λονδίνο. Έκανα τα περάσματά μου κι από αλλού. Στο Λονδίνο με υποδέχτηκε αυτή η εικόνα:
ένα πρωινό Κυριακής με καμπάνες σε μια Λέστερ Σκουέαρ που μύριζε πίσσα, κάτουρα και μπαγιάτικα μπυρόνια, καλυμμένη από λιγδερές λαδόκολλες που σάριζε ο άνεμος, σπαρμένη κομματιασμένα μπουκάλια, ποτισμένη από ξερατά, ξερατά και ξερατά.
Αυτή η εικόνα με τοπικές παραλλαγές (κατά το κουλέρ λοκάλ) θα με ξαναβρεί αμέτρητες φορές από το Πρέστον στο Ίπσουιτς, από το Μάντσεστερ στο Ντόρντρεχτ, από τη Στουτγάρδη στο Παρίσι, από το Άμστερνταμ  στο Γιορκ, από το Τρόντχαϊμ στη Βαρκελώνη, από τη Γλασκώβη στη Ρώμη. Πέραν αυτού, παντού έγινα χωρίς κόπο μάρτυρας συμπεριφορών που όλοι αντιλαμβανόμαστε ως καφρίλες, ασυδοσία, έλλειψη πολιτισμού, πού-είναι-το-κράτος: στα ιταλικά αεροδρόμια, στις αγγλικές πόλεις που πλημμυρίζουν τόσο συστηματικά όσο καίγονται τα δάση μας, σε οδήγηση θανάτου, κτλ κτλ κτλ.

Είπαμε: η φτώχεια και η συνεπακόλουθη έλλειψη παιδείας (ναι, δεν είναι δωρεάν) πάντοτε φαντάζουν ακαλαίσθητες, ε; Εκτός και αν είναι πλαισιωμένες από αρκούντως βουκολικά συμπαρομαρτούντα: εξοχή, καθαρό αέρα, ντόπια τυριά, χωριά και πανηγύρια, αλκοολισμό, τοκογλυφία, βία κατά γυναικών, αιμομιξία, κτλ.

Μία διαφορά βλέπω: η καφρίλα αλλού ντρέπεται συνήθως να ξεμυτίσει στον δημόσιο χώρο -- εκτός και εάν πίνει από τις 3 το μεσημέρι κι έχει πάει 11 παρά, οπότε, ε, τι να σου κάνει κι η καφρίλα. Στην Ελλάδα, ο καθολικά απαξιωμένος δημόσιος χώρος είναι "μια απέραντη χαβούζα και χωματερή, μια νομανσλάνδη όπου ο καθένας αφήνει από γόπες μέχρι μπάζα". Αυτή είναι η διαφορά μας από "τας Ευρώπας", τα υπόλοιπα είναι σουσουδισμός του 21ου.

GatheRate

Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2012

With your opinion which is of no consequence at all

Όταν ήμουν μικρός δεν καταλάβαινα με τίποτα πώς μπορεί να συνδέεται το τι γράφει κανείς κατ' ιδίαν και εν κρυπτώ με τον κόσμο γύρω του και την κοινωνία. Είχα υπόψη μου όλες τις σχετικές θεωρίες: θετικιστές, Ένγκελς, μαρξιστές, φορμαλιστές -- αλλά δεν καταλάβαινα.

Το μόνο που καταλάβαινα ήταν η ανθρώπινη κατάσταση και η ανθρώπινη κατάσταση παραμένει αυτή που είναι είτε ελπίδα μας είναι ο Βοναπάρτης, είτε η Αγγλία, είτε ο Βενιζέλος, είτε ο Στάλιν, είτε το πουλί του Παπαδόπουλου, είτε τα διχτυωτά καλσόν στα εξώφυλλα του Πέτρου Κωστόπουλου, είτε εκείνο το αβάσταχτα λυρικό κορίτσι στο πρώτο ή το δεύτερο τεύχος του 01. Κι εγώ δεν ήθελα να γράφω παρά για την ανθρώπινη κατάσταση.

Αλλά αυτά που δε διανοείσαι στα 22, σου τα μαθαίνουν οι επόμενες διαδικασίες: αλλ' εκδιδάσκει πανθ' ο γηράσκων χρόνος.

Προχτές λοιπόν κάπου ήμουν όπου ο νους μου ήτανε χαλαρός κι ελεύθερος. Μάλλον οδηγούσα νύχτα. Δε θυμάμαι, σοβαρά. Μπορεί και να περπάταγα στην πόλη και να κοίταγα μια πόλη που δείχνει να ζωντανεύει. Σχεδίασα νοερώς ένα κείμενο που είχε τίτλο "ο Μικρός Ερωτικός", ένας κύκλος από τραγούδια, από κάποιον που δεν ξέρει μουσική. Μετά πήγα σπίτι άνοιξα τον υπολογιστή και είδα τι γίνεται στον κόσμο.

Να χαθώ στην εσωστρέφεια δε θέλω: να γίνονται όσα γίνονται κι εγώ να γράφω για τις μικρές σπουδές, τις στιγμές, κάτι εικόνες που είτε είδες είτε ονειρεύτηκες, τις απροβάριστες κουβέντες και τα ελάχιστα περιστατικά των σωμάτων.

Ούτε πάλι θέλω να αφήσω τον αυταρχισμό, τον ορθολογικοφανή παραλογισμό, την εξαθλίωση και την υποδούλωση να μαράνει τη χαρά της ζωής.

Απλώς δεν έχω φωνή. Αργότερα ίσως. Αύριο, μεθαύριο. Πιο μετά.

GatheRate

Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2012

Το λακανίζειν εστί ψωλοσοφείν

Δε γίνεται να εμπιστευόμαστε την ψυχική μας υγεία, και δη επί χρήμασι, στους λακανικούς που έχουν αναγάγει τις παρετυμολογίες, τις μεταφορές και τα λογοπαίγνια σε τάχα ερευνητικά και ερμηνευτικά εργαλεία. Δε γίνεται να εμπιστευόμαστε τις ελπίδες μας για ανάλυση και θεραπεία σε ψυχαναλυτές (;) που αφορμώνται από αξιώματα όπως "όλος ο ψυχισμός είναι οργανωμένος όπως η γλώσσα", χωρίς να έχουν ιδέα τι είναι γλώσσα, πώς είναι οργανωμένη και ποια είναι η σχέση της με την (υπόλοιπη) νόηση

Εκτός, βεβαίως, κι αν όταν λένε 'γλώσσα' το εννοούν μεταφορικώς. Οπότε καλύτερα να φτιάξουν σχολή οι μπορχεσικοί με τους καθρέφτες τους να μας ψυχαναλύουνε.

GatheRate

Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2012

Καρδιές

στον φίλο μου τον Καρδιολόγο, που ξέρει ότι όλα αυτά είναι παραμύθια ή παραβολές

1.
Vessels of the Heart

2.
Α, δεν είναι τίποτα. Θα του κόψουνε το στέρνο με δισκοπρίονο, θα ανοίξει ο θώρακας σαν κλουβάκι. Μετά θα του βγάλουνε την καρδιά έξω, χωράει στις δυο χούφτες σου, και θα τη σταματήσουν. Ναι, θα έχει παράκαμψη. Ναι, τα ξέρω αυτά από τον θείο. Μετά θα τη φτιάξουνε και θα τη βάλουνε πίσω. Και θα την ξεκινήσουν πάλι. Ναι, σαν μηχανή, μανούλα, σαν μηχανή.

3.
Έχει κάτι καρδιές σάρκινες. Έχει και κάτι άλλες από φωτιά πηχτή, άγριες. Οι πιο πολλές όμως είναι από φαγιάντσα. Είναι σαν πορσελάνη αλλά δεν είναι αληθινή πορσελάνη, το γνήσιο, η φαγιάντσα, κι απ' έξω έχει πάντοτε μια στρώση σα βερνίκι, σα σμάλτο να πούμε. Οι καρδιές από φαγιάντσα σπάνε πολλές φορές, ραγίζουν κι εύκολα. Συνήθως τους φεύγει φλούδες-φλούδες το βερνίκι, ή και κομματάκια ολόκληρα. Κι όταν φύγει το βερνίκι θρύπτονται, τρίβονται. Γίνονται σιγά σιγά σκόνη, κάθε φορά που τις αγγίζεις, σκόνη.

4.
Πώς να το εξηγήσω. Η καρδιά έχει ένα περίβλημα. Σα φλούδα είναι. Ε, ανάμεσα στη φλούδα και στην καρδιά έχει μαζευτεί, λέει, υγρό, κι εμποδίζει την καρδιά. Την κουράζει. Όπως κουράζεσαι πιο γρήγορα να κολυμπάς παρά να περπατάς. Έτσι. Θα του αποφλοιώσουν την καρδιά. Αυτό μου είπαν. "Θα την αποφλοιώσουμε". Και μετά; Αν πετύχει η εγχείριση, που είναι 5 στις 100 να πετύχει, θα ζει με αποφλοιωμένη καρδιά. Θα ζήσει όμως μια χαρά.

5.

6.
"Μια στιγμή, 'μαρμαρυγή' δεν είναι η λάμψη που αρπάζουνε στιγμιαία τα κύματα και τα μέταλα, από τον ήλιο, λόγου χάρη;"
"Δεν ξέρω, πάντως στην περίπτωσή μας είναι ένας άσχημος ψίθυρος, ένα κακό μουρμουρητό, κάτι σαν μπούκωμα."
"Κρίμα, κι ακούγεται ωραίο αυτό το 'κολπική μαρμαρυγή' -- σαν να σφύζει και σαν να σκιρτά, ε, κάτι όμορφο."
"Δεν είναι όμορφη η κολπική μαρμαρυγή, κύριε. Είναι κάτι πολύ πρακτικό, είναι σύμπτωμα."

7.

8.
Δεν άντεχε, έλεγε, να ακούει αυτό το ρυθμικό φλοίσβισμα, αυτό που έλεγαν ότι ήταν ο ήχος της καρδιάς του εμβρύου. Είχε ακούσει πολλές καρδιές αλλά αυτή την καρδιά στο uptempo μιας άλλης μεγαλύτερης καρδιάς μέσα στο ίδιο σώμα, συνδεδεμένες μέσω ενός πλακούντα, ενός οργάνου σαν υφαντού που δεν ανήκει σε κανέναν, όχι, δεν μπορούσε αυτή τη μικρή και γοργή καρδιά να την ακούει. Με τίποτα. Την άκουγε κι έτρεμε, ένιωθε ανασφαλής κι όλο αδημονία.

9.
"καρδιοσπαράχτρα θλίψη" Ανδρέας Εμπειρίκος, Ο Μέγας Ανατολικός κεφ. 53.

10.
Μετά τα δύο εμφράγματα δεν επιθυμώ άλλους έρωτες. Διόλου, αρκεί: εαν μ' εγκαταλείψη η καρδϊά μου την ώρα εκείνη της περιπτύξεως; Δε θέλω. Αντλία είναι η καρδϊά, νεαρέ, και η δική μου έχει υποστή σοβαρά βλάβην.

11.
Σου υπόσχομαι να σου πω ψέματα που θα μοιάζουν αλήθειες, σου υπόσχομαι να σου πω αλήθειες που θα μοιάζουν με ψέματα. Για το δικό μου το καλό, για τη δική σου την ασφάλεια, ο κλειδάριθμος όσων θα κωδικοποιήσω εδώ θα βρίσκεται παντού και πουθενά, αλλού, μέσα μου, στην ασάλευτη και σκοτεινή καρδιά μου που την περιβάλλουν σφαίρες εμπύρειες, κουβάρια από νήματα επιθυμιών. Θα ξεκινήσεις να διαβάζεις πιστεύοντας ότι εξομολογούμαι όλη την αλήθεια όλων των πολλαπλών ειδώλων μου. Θα καταλήξεις τελικά στο ότι όλα είναι ψέματα. Μετά, ή πριν, θα διστάσεις: θα θεωρήσεις ότι μάλλον η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση και στο μερικό. Αλλά θυμήσου την απάντηση του Ειδικού στο ερώτημα τι δ’ εστί αλήθεια; Σιωπή. Γάμα την αλήθεια, γάμα την αλήθεια, στην καρδιά μου είναι η αλήθεια. Πάρε λοιπόν και διάβαζε. Αναγνώστρια. Που, μα την αλήθεια, ελπίζω να μην υπάρχεις.
Μια καρδιά κρυμμένη, σκοτεινή. Σφαίρες εμπύρειες γύρω της. Νήματα και κουβάρια. Νήματα. Κι ένα κέλυφος γύρω από αυτά, σκληρό, απωθητικό, αηδές, αδιαπέραστο· όπως στα έργα επιστημονικής φαντασίας έχεις κάτι ασπίδες που αποκρούουν ή απορροφούν τα εχθρικά πυρά, πυρά που μοιάζουν με ακτίνες, που μοιάζουν με σπερμάτινοι πίδακες ή ρουκέτες. Ή και όλα μαζί. Και τι υπάρχει κάτω από την πανοπλία; Η καρδιά, τι να υπάρχει. Και τι άλλο παρά ένα κουβάρι εμπύρειο όλο επιθυμίες. Που δεν βγάζει ουράνιες μουσικές καθώς περιστρέφεται, παρά εκείνο το βουητό που είναι το σάουντρακ για τα κβάζαρ στα ντοκυμαντέρ για το σύμπαν: τον χτύπο της καρδιάς, τον παφλασμό του αίματος, το κλείσιμο και το άνοιγμα των βαλβίδων.

GatheRate

Σάββατο, 10 Νοεμβρίου 2012

Emotional landscapes


Γκύζη-Φιξ, μια τετραετία δρόμος. Με τα πόδια. Πάντα. Yeats's Grave. Had they courage equal to desire. Η μίζερη μα δημοφιλής ποίηση της αυτολύπησης. "Αυτολύπηση = ευαισθησία": παραμύθια στο πάτερο. Μισές κουβέντες, κομμένες. Περαστικά ψαρεμένες, καθώς περνάς από δίπλα τους. Σαν Voyager που εκσφενδονίζεται στο διάστημα. Μισές κουβέντες, καθεμιά και μια ιστορία: "όμως Η ουροδόχος κύστη της γυναίκας...", "υπάρχει μια ασπρόμαυρη φωτογραφία όπου κρατάει μια φωτογραφική μηχανή", "η Ξάνθη, η πόλη της Ξάνθης", "ναι, ρεεεεεε μαλάκαααα". Περνάς την Αλεξάνδρας, αριστερά η παράταξη των αμαξιών. Περιμένεις στο φανάρι. Πώς έλεγες για αυτές που ποθούσες; terribilis ut acies castrorum ordinata. Terribilis. Ut acies. Στη νησίδα. Τρέχοντας απέναντι. Ποταμός τα αμάξια από Πατησίων. Από Εξάρχεια. Καθημερινή διαδρομή. Νύστα, για το σχολείο. Ιπποκράτους. Φιλόξενα πεζοδρόμια, προστατευμένα από βροχές. Ααβόρα. Αδελφότης Θεολόγων "η Ζωή". Αυτή η βιτρίνα: ήταν δισκάδικο. Εδώ λιγουρευτηκα το Alive and kicking. Χρυσό-καφέ εξώφυλλο. Παιδί ήμουν, μάξι σινγκλ. Μετά έγινε αφισάδικο. Τώρα βιβλιοχαρτοπωλείο. Οδός Θεσσαλού: Μάρκος Μπαρδάς και Σήφης Σουρώδης. Αναμνήσεις, συνειρμοί, έρχονται, χάνονται. Αφήνουν κάτι; ή είναι οι πορδές του μυαλού; "Ωραία διαδρομή η Ιπποκράτους". Βλέπω τους πύργους της Défense. Στέρεο Νόβα, τα ταξί τρέχουν. Αυτά προ φασισμού. Οθόνες στα σουβλατζίδικα. Μπάλα. Όλοι κοιτάνε ψηλά. Περνάω από δίπλα τους. Σχεδόν Ντόπλερ. Δεν τελειώνει ο δρόμος. Κατεβαίνουν οι αριθμοί: 106, 104. Αρ νουβώ το 104, ο αριθμός. Μέσα στα Cartwright Gardens. Εξακρίβωση στοιχείων: "τι κάνεις εδώ νεαρέ;". Ανηφόρι-κατηφόρι. Το σύνορο της Καλλιδρομίου. Απο εδώ έκλεψα την πινακίδα. Από εδώ πιο κάτω σου αγόρασα δώρο. Κοραής και Πύρινος Κόσμος. Γιατί ανήκω εδώ; Γιατί εδώ είμαι ελεύθερος; Ποδηλάτισσες στην Ακαδημίας, ταξιτζήδες κοιτούν αργόσχολα. Η ησυχία της Πανεπιστημίου, λίγο πριν το μποτιλιάρισμα. Μέσα από τη γραμμή, μετα πάλι έξω: εδώ άρχιζε το Άσυλο. Run with me, baby, now. Κι εδώ σε φίλησα. Και πιο κάτω. Σκιές της Κοραή. Κλαυθμώνος. Δεν υπάρχει αυτή η πλατεία. Μόνο συστάδες δέντρων. Καρύτση. Να σταθώ εδώ; Να πιω κάτι; Να διασταυρώσω το βλέμμα μου; Να πιω κάτι; Να πάω πιο πέρα. Λέκκα, Καραγεώργη Σερβίας, δηλαδή έρωτας. Στοές. Πάμφωτες, σκοτεινές, φραγμένες με καγκελόπορτες. Να φάω στο Έβερεστ; Να φάω στα κωλομακντόναλντς; Ερμού. Απλώς πεζόδρομος. Κόσμος περιμένει έξω από το Furin Kazan. Έχω φωτογραφία του υπό βροχή. Να πας πιο πέρα. Indian Kitchen. Παραγγέλνω. Νιώσε το: η οίηση είναι ανασφάλεια. Μπακλαβάδες πολίτικοι. Όμορφα πλήθη και επαρχιώτες επισκέπτες. Πίσω στο Kitchen. Δεν είναι το εγγλέζικο μπιριάνι που ξέρεις. Δεν είναι λιπαρό και βαρύ. Τα μυαλά σου είναι 23, άντε 26 χρονών. Η ηλικία σου όχι. Σκούφου. Ησυχία. Κιμωλία. Πόσες φορές έχω περάσει από εδώ; Τώρα το βλέπω. Αν είχα παρέα θα καθόμουν. Κι αλλού. Και εδώ. Κυδαθηναίων. Μου έμαθε να χαμογελάω. Σιγά σιγά το έμαθα: οι άλλοι θέλουν τη συναναστροφή μου. Δεν το ήξερα πριν. Χρόνια στην φτώχεια. Φτώχεια σημαίνει όχι πολλά πολλά. Το πολλά πολλά κοστίζουν λεφτά. Happiness -- bang bang, shoot shoot. Τουρίστες. Ξένος τύπος. Λυσικράτης. Αρεοπαγίτου. Κάθε σαββατόβραδο μέσα ήταν ήττα. Αλλά μπα, μου αρέσει ο καναπές μου. Μου αρέσει το σπίτι μου. Περπατάω γρήγορα. Ο στρωτός ακύμαντος φλοίσβος της κίνησης στην Καλλιρρόης. Στάση Βουλιαγμένης.

Η φωτογραφία είναι της murplejane.

GatheRate

Ο φούρναρης της Σαλαμίνας

Επίσης, όπως μου θύμισε φίλος χτες το βράδυ, το στρατοπέδο συγκέντρωσης της Αμυγδαλέζας συνεχίζει να λειτουργεί.

GatheRate