Τετάρτη, 26 Ιουνίου 2013

#free_sakkas

Μόλις έκλεισα 12ώρο δουλειάς, αυτό με το γνωστό διάλειμμα για φαγητό και καφέ, οπότε θα εκφραστώ αποσπασματικά και κάπως ασυνάρτητα, αλλά από ανάγκη.

Η προφυλάκιση ενός κατηγορούμενου για δυόμισυ χρόνια είναι απολύτως απαραδέκτη, ακόμα και αν κατηγορούνταν ότι π.χ. έβαλε βόμβα σε σινεμά γεμάτο κόσμο ή ότι με πράξεις και παραλείψεις του έκλεισαν ή δεν άνοιξαν μονάδες εντατικής θεραπείας με συνέπεια χιλιάδες ασθενείς να πεθάνουν.

Οι πολιτικές διώξεις και η γενικευμένη εκδικητικότητα του ελληνικού κράτους εναντίον αναρχικών δεν είναι κάτι καινούργιο και δε με εκπλήσσει καθόλου. Ούτε με εκπλήσσει η διατύπωση "αδίκημα της αναρχίας". Δε με εκπλήσσει τίποτα. Το ελληνικό κράτος είναι σε πόλεμο με τον αναρχισμό και τους αναρχικούς από το 1974. Και δε θα τον σταματήσει όσο ο πόλεμος αυτός είναι φτηνός και όσο τα θύματά του αντιμετωπίζονται με αδιαφορία, συγκατάβαση ή δαιμονοποίηση. Το ξέρω όχι γιατί διαθέτω πολιτικό έρμα αλλά γιατί μεταξύ 11 και 23 ετών κάθε Π-Σ-Κ ήμουν μεταξύ Ερεσσού, Τοσίτσα και Σπ. Τρικούπη: θειοι, ξαδέρφες, έξοδοι.

Δεν πιστεύω ότι η πολιτική είναι υπόθεση των επαϊόντων και των ειδικών. Από την άλλη, μου λείπουν και η πολιτική ωριμότητα, που προκύπτει από σχετικά διαβάσματα και συζητήσεις, και η πολιτική τριβή, που κερδίζεται μέσα από συμμετοχή σε συλλογικές διαδικασίες με όλη τη λάντζα και τη μπίχλα που αυτό συνεπάγεται. Επίσης, όταν μιλάει κανείς για το πολιτικό, είναι πολύ εύκολο να προκρίνει τις δικές του εμμονές ως τα αίτια του Κακού: τα φρηπρές, έντυπα και ηλεκτρονικά, βρίσκουν υλικό προς δημοσίευση εδώ και τρία χρόνια γραμμένο με ακριβώς αυτή τη μανιέρα. Ωστόσο, νομίζω ότι η κυβέρνηση αυτή κάνει όσα κάνει -- και θα κάνει και πολλά περισσότερα -- γιατί το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας δεν πρόκειται να πέσει κάτω από το 20% στις επόμενες εκλογές, όποτε και να γίνουν. Όπως το 10 με 15% των συμπατριωτών μας είναι φασίστες, το 20% αυτοπροσδιορίζεται ως αυτό που λέμε νοικοκυραίοι: κανονικότητα άνευ όρων. Ό,τι και να γίνει. Κόμμα τους είναι ιδανικά κι απροσχημάτιστα πλέον αυτή η ΝΔ. Ναι, πρόκειται για τους "μα δουλειά δεν είχε αυτός/αυτή ο/η _____ ". Ένας κόσμος χωρίς ενσυναίσθηση, χωρίς συμπόνοια, χωρίς αίσθηση δημόσιου χώρου και χωρίς αλληλεγγύη για όποιον δε θα τους ανταποδώσει, χωρίς καμμία σκασίλα για το μέλλον: ο περιούσιος λαός του χωριατοκαπιταλισμού μας, ενός χωριατοκαπιταλισμού που χτίστηκε με τις λεηλατημένες εβραϊκές περιουσίες, τον δοσιλογισμό, τη μαύρη αγορά κτλ.

Έχω φίλους και συναδέρφους ισραηλινούς γενναίους. Που πάνε φυλακή γιατί αρνούνται να κάνουν την ετήσια θητεία τους στα κατεχόμενα. Πού ζούνε εξόριστοι γιατί η αντικατοχική τους δράση είναι ανοιχτά ανεπιθύμητη, self-hating Jews τους λένε. Που τις φτύνουνε στον δρόμο γιατί είναι ξέσκεπες. Απόψε θυμήθηκα όσα μου έλεγαν για την ισραηλινή κοινωνία, η οποία αγοράζει (φαντασιακή) ασφάλεια πληρώνοντας με ελευθερία, με δικαιώματα, με δημοκρατία, με ανθρώπινες ζωές. Υπάρχουνε θεσμοί αλλά είτε συμπορεύονται είτε αγνοούνται. Οι ακροδεξιοί είναι και δεν είναι ρυθμιστές. Σκεφτόμουν ότι προς τα εκεί πάει και η άλλη χώρα με γαλανόλευκη σημαία: θα αγοράζουμε (φαντασιακή) ασφάλεια και φασματική ανάπτυξη πληρώνοντας με ελευθερία, με δικαιώματα, με δημοκρατία, με κοινωνικά αγαθά, με ανθρώπινες ζωές.

H εικόνα φτιάχτηκε από τον costinho.

GatheRate

Δευτέρα, 24 Ιουνίου 2013

"το βλέπεις, δεν το παίζεις;"


Θάνατος είν' οι φασίστες που μας σφάζουν
με μαύρα ρούχα και χωρίς αρχίδια,
θάνατος κι οι ΔΑΠίτες, που γαμιούνται
καθώς να καταβρόχθιζαν κοψίδια.

Θάνατος κι οι σκοτεινοί και άδειοι δρόμοι
με τα λαμπρά, μεγάλα ονόματά τους,
ο Ελαιώνας, και τα Μωλ, κι ακόμη
ο ήλιος: καύσωνας για τραγικούς θανάτους.

Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνει
να μπαγλαρώσει μια μισή μερίδα,
θάνατος και οι σημαίες στο μπαλκόνι,
κι αυτός που βγάζει έγκυρη εφημερίδα.

Τάξις, Πατρίς, "το βλέπεις, δεν το παίζεις;"
Στα σώου των ταλέντων θα βγάλουν κι άλλη μπάντα.
Κάπου είχα βιβλιάριο Τραπέζης
μένει κι ένα υπόλοιπο ευρώ τριάντα.

Στέκοντας στην Πάνω την Πλατεία,
"Υπάρχω;" λες, κ' ύστερα "δεν υπάρχεις!"
Φτάνει το τζετ και υψωμένη η σημαία.
Ισως και να 'ρχεται ο Γιουρογκρουπάρχης.

Αν τουλάχιστον, μές στους νοικοκυραίους
αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία...
Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με τρόπους ευρωπαίους,
θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.

Με ταπεινές ευχαριστίες στο ύπατο τρολ του Έλληνος λόγου, τον Μεγάλο Ποιητή Κώστα Καρυωτάκη.

GatheRate

/50

Τέσσερα πράματα που σκεφτόμουν σήμερα οδηγώντας:

Ωραία είναι η Πεντηκοστή: έχεις το κεφάλι σου ήσυχο ότι δε θα ξανακούσεις για θρησκείες, αγίους, αγιωτικά, θεούς κτλ. μέχρι τα Χριστούγεννα. Εκτός και αν έχεις τη γκαντεμιά να πέσεις πάνω σε κανέναν οπαδό του Τ.Κ. Παπατζώνη με τους δεκαπενταυγουστιάτικους ρεμβασμούς του -- επίτηδες την έχωσαν εκεί τη γιορτή οι πατέρες-παπάδες: για να μην ξεχνιόμαστε. Όπως καταλαβαίνετε, δε μου αρέσουν οι επέτειοι, πέρα από τις προσωπικές: ναι, καταλαβαίνω γιατί ο Τζόυς θέλησε να απαθανατίσει τη βόλτα του με τη Νόρα. Οι δικές μου προσωπικές επέτειοι είναι πάντως όλες μεταξύ 1ης Μαΐου και 31ης Αυγούστου. Πράγμα αλλόκοτο, αφού μισώ το καλοκαίρι, τελικά. Οι δημόσιες επέτειοι, με παράφωνο συνήθως τρόπο, διαταράσσουν τον ειρμό των συναισθημάτων, τη ροή των διαθέσεων, την εναλλαγή των μεγάλων πόνων, των έντονων επιθυμιών και των αστραπών ευτυχίας. Οι επέτειοι των άλλων διασπούν τη ροή της καθημερινότητάς μου, την οποία επιτρέψτε μου να μην μπορώ να ταυτίσω με τη μιζέρια, όση μιζέρια κι αν κάποτε περιέχει. Θα έφερνα σαν παράδειγμα καυλιάρικες κι ερωτόληπτες μεγαλοβδομάδες αλλά μας διαβάζουν κι ευσεβείς.

*

Μιλώντας για ευσεβείς: πολλή αμηχανία ρε παιδί μου. Η Ανάσταση μια χαρά είναι. Αν πρέπει να κάνει ένας Θεός ένα Θαύμα, αυτό είναι. Αντίθετα με τις αναστάσεις του Όσιρι, του Μίθρα, του Διονύσου κτλ., η ανάσταση του Χριστού είναι και προοίμιο της ανάστασης όλων και ανάσταση ανθρώπου (ναι, οκέι, Θεανθρώπου -- θα επανέρθω). Εξού και αμήχανα ερωτήματα του τύπου "έτρωγε ο Χριστός μετά την Ανάσταση;" (ναι, το λένε κι οι Γραφές), "έχεζε μετά την Ανάσταση;" (όχι -- μια πρώτη αμηχανία εδώ.) Μια δεύτερη πηγή αμηχανίας: η Ανάληψη. Το ζωντανό σώμα του Χριστού στο οποίο έχει επισυμβεί ατρέπτως η υποστατική ένωση ενός θηριωδώς και ασυλλήπτως άπειρου και απερινόητου Όντος με έναν Εβραίο κλώνο της Μητέρας Του αφήνει τον πλανήτη. Μάιστα. Παραμένει ωστόσο μέσα σε αυτό το σύμπαν (από τα πολλά που οι εκκλησιαστικοί πατέρες σχεδόν παραδέχονται ότι μπορεί να έχει δημιουργήσει ο Θεός), κάπου, ζωντανό. Πού; Τι αναπνέει; Τι τρώει; Τι κάνει; Και ούτω καθεξής: ασύλληπτα ερωτήματα για να κάνουνε Φίλιπ Ντικ κάθε πιστό χριστιανό. Η κλασική απάντηση είναι "καθεζόμενο[ς] εκ δεξιών του Πατρός". Καλά.

*

Μένοντας στα θρησκευτικά: εντάξει, ο Θεός-Πατέρας αποκαλύπτεται μέσω μυθολογίας στον ταλαίπωρο τον περιούσιο λαό Του ξανά και ξανά: στον Αβραάμ, στον Μωυσή, κάτι ψιλά αργότερα στους προφήτες κτλ. Λένε οι θεολόγοι "ε, πώς να μιλήσεις σε κάτι νομάδες στη Μέση Ανατολή (τζα κι ο οριενταλισμός), με παραμύθια και παραβολές θα τα πεις, γιατί τα ακούς γλυκότερα" -- και δε συμμαζεύεται. "Μα καλά, δεν μπορούσε να κάνει έτσι μια κωδικοποίηση κάποιων βασικών αληθειών ο Θεούλης;", αναρωτιέται ο Σέιγκαν. Να δώσει π.χ. κάποιες βασικές αρχές της Φυσικής με απλά λόγια, π.χ. τη μάζα του ηλεκτρονίου ("της μικρότερης πετρούλας") σε σχέση με του πρωτονίου. Δεν ξέρω. Εγώ πάλι λέω το άλλο: το ότι ο Θεός ανέχεται τους -- και καλά -- χαχόλους νομάδες και τους κάνει μια αποκάλυψη στα μέτρα τους (και καλά), με μπόλικο αίμα ζώων και εχθρών, μισαλλοδοξία, δημόσιες εκτελέσεις για του ψύλλου πήδημα, απαγόρευση βρώσης τσίζμπεργκερ, στρόγκανοφ και γαρίδων (ποιος το γαμεί το χοιρινό), κτλ. εξυπακούει ότι ο Θεός έχει μια πολύ συγκεκριμένη και σαφέστατη θεωρία για την κοινωνική πρόοδο: ότι η κοινωνία είναι προϊόν και της ελεύθερης βούλησης των μελών της. Διότι, ως γνωστόν, ο Κύριος σε όλα παρεμβαίνει, άμα θέλει, εκτός από την ελεύθερη βούληση. Με άλλα λόγια, ήδη από την Παλαιά Διαθήκη, ο Θεός λέει ότι η κοινωνία (όποια κι αν είναι αυτή) αποτελείται από όντα με ελεύθερη βούληση και ότι το κοινωνικό προτσές (ωωωπ!) διαμορφώνεται με βάση την ελεύθερη βούληση των μελών μιας κοινωνίας. Ο Κύριος λέει να επανασταστήσουμε, έστω και εάν είναι μόνο και μόνο για να πάψει να μας μιλάει με παραμύθια και παραβολές, για να μην παριστάνει την ανελέητη κι ανικανοποίητη θεότητα της στυγνής θεοδικίας και κολασολαγνίας, που τρομοκρατεί με φωτιά (σοδομιαία ή αιώνια) και θάνατο μιαν εξανδραποδισμένη ανθρωπότητα: επαναστατήστε, εξελιχθείτε, δείτε το διαλεκτικά, αποτινάξτε τα αγροτοποιμενικά σας ήθη και θα σας αποκαλυφθώ κυριλέ, με Πεντηκοστή.

*

Καλοκαίρι, μέσα στην εκτυφλωτική ευκρίνεια των πάντων επανέρχεται το γνωστό ερώτημα: μπορείς να είσαι bon viveur και να αποζητάς, πολύ περισσότερο να γλεντάς, τη χαρά της ζωής; Τα πράγματα είναι άσχημα: το εποχιακό καλοκαίρι το συνοδεύει η επίγνωση ότι υπάρχουν πάμπολλες δημόσιες αμαρτίες που αποσιωπούνται εδώ και χρόνια. Ας πούμε, τυχαία, για πολυετείς προφυλακίσεις. Ξέρουμε πια ότι δε θα μπορούσε να είναι ο Μάκης Ψωμιάδης (τυχαία επίσης) το θύμα μιας τέτοιας συμπεριφοράς. Ας πούμε, τυχαία, για αυτό το φαγητό και αυτές τις κακώσεις. Δε θα μπορούσαν να αφορούν κρατούμενους που καταδικάστηκαν π.χ. για το κλείσιμο νοσοκομείων, απιστία, ξεπούλημα κοψοχρονιά δημόσιου πλούτου, παραβίαση του συντάγματος, απείθεια προς τα δικαστήρια κτλ. Το καλοκαίρι όλα φαίνονται πιο διαυγή, όταν δε σε τυφλώνει το απόκοσμο φως στο κομμάτι του κόσμου που ζούμε. Αλλά δεν είμαστε μόνον όραση. Το καλοκαίρι η σήψη βρωμάει και βρωμίζει και ζέχνει και πολλές φορές η αποφορά της μας πνίγει. Και πριν προλάβουμε να ανοίξουμε το βήμα, να πάμε πιο πέρα, ας σκεφτούμε ότι όπου υπάρχει σήψη, συνήθως κάτι ψόφησε. Πολλές φορές, κάτι πολύτιμο είναι πια πεθαμένο κι αποσυντίθεται. Εδώ κάπου πρέπει να πω κάτι για Χρέος που έχουμε ως ακόμα ελεύθεροι άνθρωποι, ως άνθρωποι που μάθαμε γράμματα, ως άνθρωποι που έχουμε ακόμα συνείδηση και ντροπή. Αλλά δεν ξέρω πώς. Μπορώ όμως να πω αμήχανα ότι η κατήφεια και ο μηδενισμός δεν εξυπηρετούν τίποτε πέρα από ένα sense of drama που έχουνε συνήθως οι πονόψυχοι προνομιούχοι. Όχι εμείς, δηλαδή.

GatheRate

Σάββατο, 22 Ιουνίου 2013

Όσα παιρνει ο διάολος

Η κυβέρνηση Παπανδρέου, κυβέρνηση ερασιτεχνών, όπως νομίζαμε τότε, αντικατέστησε την κυβέρνηση Καραμανλή, κυβέρνηση απλώς ανίκανων, όπως νομίζαμε τότε. Η κυβέρνηση Παπανδρέου, στο όνομα της μεταρρύθμισης, όπως πολλοί νομίσανε τότε, θα επέβαλλε λιτότητα και εξορθολογισμό, στερήσεις και αναστολή κάποιων δικαιωμάτων, ίσως και κάποιων ελευθεριών, στο όνομα της εξυγίανσης του κράτους. Η κυβέρνηση αυτή ξεκίνησε λοιπόν δυναμικά το έργο της ξηλώνοντας την εργατική νομοθεσία, για να καταστεί η Ελλάδα ελκυστικότερη για επενδύσεις -- τα γνωστά ψεύδη (ή, αν είμαστε επιεικείς, νεοφιλελεύθερα δόγματα).

Πολλοί ήτανε βέβαιοι ήδη τότε, μόλις πριν τρία χρόνια, ότι μας ανέμενε καταστροφή ανήκουστη για μη εμπόλεμη χώρα. Ακόμα και αμαθείς περί τα οικονομικά, όπως εγώ, γνώριζαν αν μη τι άλλο ότι τα αρχικά Δέλτα Νι Ταυ είναι το αντίστοιχο στον πραγματικό κόσμο του βιβλικού Χι Ξι Στίγμα: τυραννία, ερήμωση, θάνατος -- συνοδεία του Ψευδοπροφήτη που κάνει το άσπρο μαύρο. Κάποιοι σαφώς πιο διαβασμένοι και πιο καταρτισμένοι, όπως λ.χ. ο Ταλως στο Ιστολόγιό του και αλλού, προειδοποιούσαν ότι επίκεινται εξανδραποδισμός των πιο αδύναμων, γενικευμένη εξαθλίωση και ωμότατος αυταρχισμός. Με αριθμούς και γεγονότα και χωρίς καθόλου βιβλικές κορώνες.

Στο έργο της την κυβέρνηση Παπανδρέου διαδέχθηκε η κυβέρνηση Παπαδήμου. Η οποία κληθηκε να "τολμήσει", αφού δεν ήτανε δέσμια της ψήφου και του πολιτικού κόστους, παρά ένα διορισμένο διευθυντήριο (αν και κάπως πολυπληθής για διευθυντήριο). Βεβαίως, όποιος δε δεσμεύεται από την ψήφο και το πολιτικό κόστος, δεν έχει και πολιτικές ευθύνες: εντολές εκτελεί. Η κυβέρνηση του συμπαθούς τραπεζίτη αποδείχτηκε λοιπόν στυγνότερη, ωμότερη από τους προκατόχους της. Αναδείχθηκε αποτελεσματικότατη στην καταστολή και στη βία, στις περικοπές, στο ξήλωμα της δημόσιας υγείας και στον στραγγαλισμό της παιδείας, ενώ εντελώς ανίκανη για μεταρρυθμίσεις, στον πολύ μικρό βαθμό που οι όποιες μεταρρυθμίσεις αποτέλεσαν ποτέ σοβαρό στόχο και όχι πρόσχημα για ξεπουλήματα. Παράλληλα, ξεσφήνωσε το παλούκι από την καρδιά του φασιστικού βρυκόλακα (που είχε και ένα 10 με 15% έτοιμο να τον δεχτεί εις τα ίδια) και του παρέσχε και ένα περιβάλλον κοινωνικής δυσωδίας και ζοφερής οπισθοδρόμησης, ώστε να κάνει τον φονικό βίο του ανάμεσά μας πιο ευχάριστο.

Μετά ήρθε η κυβέρνηση Σαμαρά: ένας εσμός παλιών καλών διεφθαρμένων, θέσει νεοφιλελεύθερων (τόσο όσο χρειάζεται για να εξυπηρετηθούν τα συμφέροντά τους), παλαιοδεξιών και παραφασιστών. Παρατρεχάμενοί τους ένα πασοκικό απολειφάδι που τρέμει τις εκλογές και κάποιοι ανεκδιήγητοι σοσιαλδημοκράτες. Μια κυβέρνηση που επιτάχυνε το έργο των προηγούμενων κυβερνήσεων και που μας απάλλαξε από προσχήματα και εκβιασμούς, αντικαθιστώντας τα με εναργείς δηλώσεις προθέσεων και ομολογίες πίστεως. Μια κυβέρνηση που έβαλε στο σαλονάκι τον φασισμό και τον κερνάει από το αίμα μας.

Στο μεταξύ, συνεχίζουν πολλοί να πέφτουν από τα σύννεφα: τελικά δεν απεμπολήσαμε τη δημοκρατία, τις ελευθερίες, τα δικαιώματά μας, την όποια ανοιχτή κοινωνία και τα δημόσια αγαθά για να μεταρρυθμιστούμε και να εξυγιανθούμε και να αλλάξουμε και να γίνουμε λαός και για να έρθει η ανάπτυξη. Τα απεμπολήσαμε αυτά και πολλά περισσότερα για να ξεπουληθούν τα πάντα σε ημέτερους (όπως παλιά), για να μετατραπεί ο δημόσιος πλούτος σε κρατικά επιχορηγούμενες ιδιωτικές ζημιογόνες επιχειρήσεις, για να σωθούν οι δανειστές μας. Ποιος το περίμενε, λένε.

Τουλάχιστον, όπως προαναφέρθηκε, γλυτώσαμε από προσχήματα, από κοινοβουλευτικά θέατρα και το συνειδησιακό δράμα του κάθε τοπικού γόνου ή υποσελέμπριτυ που εκλέχτηκε βουλευτής με όραμα κτλ. Νομοθετούν με πράξεις νομοθετικού περιεχομένου (όρος που δεν είχα συναντήσει από το 1980 που διαβάζω εφημερίδες, κι έχω καλή μνήμη). Με μία ΠΝΠ (κι άλλα αρχικά) κλείνουν τη δημόσια ραδιοτηλεόραση αυθημερόν: αυτή η κυβέρνηση δε χρειάζεται καν την προπαγάνδα, ή μάλλον κάνει outsourcing και σε αυτήν. Και ό,τι δε χρειάζεται, το ξεπουλάει (αν μπορεί) ή το αφανίζει.

Το έτος λοιπόν είναι 2013. Τρία χρόνια μετά το Καστελόριζο, η κατάσταση στη χώρα συνοψίζεται ως τρόμος και αθλιότητα της Ελληνικής Δημοκρατίας: αστυνομική βία, πογκρόμ, Αμυγδαλέζα, πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, διαπομπεύσεις, φασισμός υπό προστασία, ξεπούλημα κοινωνικών αγαθών, προπαγάνδα, ανεργία, εξαθλίωση, διαφθορά, φίμωση της δημόσιας ραδιοφωνίας και τηλεόρασης. Για να το πούμε πιο βιβλικά: ζούμε το βδέλυγμα της ερημώσεως, ό,τι απομένει δηλαδή αφού τα πάρει όλα ο διάολος.

Για τη στήλη 'Blogs in print' της Ελευθεροτυπίας της 22.VI.2013

GatheRate

Δευτέρα, 17 Ιουνίου 2013

Βινύλιο και βιβλία


Τον καιρό της περεστρόικας ήμουνα παιδί με λίγο χαρτζιλίκι, και αργότερα με πενιχρά ιδιαίτερα κυρίως σε φτωχούς μαθητές. Ήμουν όμως παιδί διψασμένο για μουσική. Μόνο βινύλιο τότε. Και Πετρίδης και Τρίτο Πρόγραμμα. Έλα όμως που το Τρίτο τότε κάτι το είχε πιάσει κι έβαζε Μπουλέζ και Λιγκέτι και Πεντερέτσκι και πάθαιναν τα άμαθα και μισοπαρθένα αυτιά μου βουρδούμπελη.

Εκεί λοιπόν που το παραπέτασμα σκιζόταν από άνωθεν έως κάτω, ανακάλυψα τρία μαγικά ονόματα: Hungaroton, Harmonia Mundi και Naxos. Ιδίως η Hungaroton ήταν αποκάλυψη: έβρισκες ό,τι έργο ποθούσε η ψυχούλα σου σε βινύλιο και, το κυριότερο, σε τιμές κοψοχρονιά. Αυτό σήμαινε χειραφέτηση από την πανάκριβη Deutsche Grammophon, άρα περισσότερα λεφτά για τα ληστρικώς τιμολογημένα εισαγωγής από το Happening: ναι, ήταν η εποχή που άκουγα κλασσική, "Μάντεστερ" και ίντυ, Σαββόπουλο, Beatles και τέκνο (ναι, είμαι αντιφατικός κι ασυνάρτητος, ναι είμαι ασυνεπής: άνθρωπος είμαι).

Εκείνη την εποχή έμαθα και τη Melodija: η (μάλλον) γκόμενα μιας οικογενειακής φίλης είχε πάει εκδρομή στην εξωτική Ρωσία, με Ιντουρίστ κι έτσι, και μου έφερε σονάτες του Μπετόβεν με Γκιλέλς (γιατί άραγε; ζήτημα να με είχε δει τρεις φορές έως τότε -- μόλις τώρα το αναρωτήθηκα, ίσως της άρεσαν  οι βαθύφωνοι teen νέρντουλες). Γυαλιστερό, βαρύ βινύλιο: Melodija, firma gramplastinok, το είχα μάθει σαν σλόγκαν.

Εκείνη την εποχή έκανα πολλή παρέα με την καταπληκτική Σακοπαρέα, ανάμεσά τους ένας ελληνοπολωνός, ένας ελληνορουμάνος κι ένας ελληνογαλλοτσέχος. Τους πιάνω λοιπόν και τους ψήνω: αν έχουν εταιρείες σαν τη Hungaroton, αν μπορούνε να μου φέρουνε πράμα το καλοκαίρι που θα πάνε 'εκεί' να δούνε θειάδες και σόγια. Άλλωστε το έλεγε πάντοτε ο πατέρας μου: "Είναι γεροί στην κλασσική εκεί στην Κομμούνα." Ναι, 'Κομμούνα' έλεγε την ΚΟΜΕΚΟΝ. Το ΚΚΕ το έλεγε 'νομενκλατούρα', εκνευρίζοντας φρικτά τους κομμουνιστές συγγενείς. Η απάντηση ήταν ότι βεβαίως κι έχουνε τέτοιες εταιρείες με φτηνούς κλασσικούς δίσκους στη Ρουμανία και στην (υπό διάσπαση) Τσεχοσλοβακία. Αλλά δε γουστάρουν. Όλοι θέλουνε να ακούνε ποπ και ροκ. Για του λόγου το αληθές, μου εμφανίζουν, εκεί μέσα στις μπύρες, στις κοκακόλες και στις πίτσες (υποκατάστατα μαύρου αυτά) το βουλγάρικο Like a Virgin, που λεγόταν Kako deva, με όλους τους τίτλους τραγουδιών στα βουλγάρικα, πάνω σε χαρτόνι κλάφτα, με βρακάκι χάρτινο, σε βινύλιο σκουπιδοσακούλας. Κόστιζε όσο ένας τριπλός ή τετραπλός με τα πέντε κοντσέρτα για πιάνο του θεού. Δεν καταλάβαινα τίποτα.

Ο Ελληνορουμάνος, που ήταν ο πιο έξυπνος από όλους μας, μου έσκασε την ανάλυση: επειδή το καθεστώς χρησιμοποιούσε την κλασική για υποκατάστατο της ποπ, ο κόσμος έχει λυσσάξει ακριβώς για ποπ. Σημειωτέον ότι 'στην Κομμούνα', μόνο το σεξ δεν τους έλειπε (αντίθετα με τη λεβεντο-Ελλάδα τότε): δεν ήθελαν την ποπ για χειραφέτηση, ήθελαν την ποπ για την ποπ, επειδή ήταν αμερικάνικια: Μαντόνα και κάτι κακομοιριές τύπου Μπράιαν Άνταμς. Η κλασική ήταν ανεπανόρθωτα ταυτισμένη με το καθεστώς. Όπως και η κλασική λογοτεχνία.

Το 1998 φιλοξενήθηκα σε ένα απέραντο διαμέρισμα στην Πράγα, αντί 300 μάρκων. Εγώ εκεί μέσα ζούσα το μεσευρωπαϊκό όνειρο: από τα στριφογυριστα κλιμακοστάσια και τον Μολδάβα μέχρι τις άχαρες αρρωστιάρες Τσέχες, από τα τραμ μέχρι αυθόρμητες άριες και ντουέτα στα καπηλειά, από την πλατεία Βεντσεσλάς όπου αντήχησαν τα Dub-ček Svo-bo-da, οι σοβιετικές ερπύστριες και τα μπρελόκ μέχρι το σπίτι του Sudek, του Κάφκα, του Μότσαρτ, του Αϊνστάιν (σχεδόν). To διαμέρισμα το έτρεχε η κυρία Karolina Poupova, η οποία τότε ήταν ογδονταφεύγα και είχε περισσότερη όρεξη για ζωή από πενηντάρα. Ήτανε γεμάτο κλασική λογοτεχνία, βιβλία παντού. Ράφια παντού, συγγραφείς γνωστοί κι απαραίτητοι και δίπλα τσέχικοι τίτλοι. Η κυρία Καρολίνα μίλαγε πέντε γλώσσες (mais je ne vous parlerai pas l'allemand, car ils sont des cons, des gens horribles -- je les connais trop bien, vous savez). Μου έλεγε ότι ο Κάφκα ήτανε μαλάκας και μίλαγε μόνο γερμανικά· ότι ο Χάβελ ήταν γκομενάκιας κι ότι θα τον σκότωνε το τσιγάρο· ότι οι κομμουνιστές κατέστρεψαν για πάντα την Πράγα και την ωραία ζωή· ότι ο καπιταλισμός τους ξανάφερε τη θρησκεία και τον πάπα και ότι τους αφάνισε για πάντα τον πολιτισμό: "you see, my granddaughter only wants American music, American food and no books. All these books! My husband was an engineer, we were not intelligentsia. But we read". Η εγγονή της ήθελε να γίνει μοντέλο: ακόμα μια κοκκάλω Τσέχα.

Όλα αυτά μου τα θύμισε η άλωση της ΕΡΤ από τον Σαμαρλάνο και τον Κεδίκογλου Μπέη.

GatheRate

Ragnarök

Την επιθυμία και τη φαντασίωση της συντέλειας δεν την επινόησαν οι χριστιανοί. Συντέλειες είχανε και οι μαζδαϊστές / ζωροαστριστές (το frashokereti), οι Βίκινγκ (το λυκόφως των θεών) και άλλοι πολλοί λαοί που τους είχε καθήσει ιερατείο στο σβέρκο και που ζούσανε το vivere pericolosamente, όπως εμείς ζούμε το αταξικό αμερικάνικο όνειρο από το '50 και μετά, και δεν το ξέρουμε, κι είναι κάτι σαν το Μάτριξ από το οποίο δε μας ξυπνάει κανείς άλλος παρά τα ίδια τα παιδιά του ονείρου αυτού, οι βοργίες κι οι ασσασσίνοι, ψευδώνυμα μα γνήσια τέκνα του Μίλτον Φρίντμαν και της Άυν Ραντ.

Βεβαίως οι χριστιανοί της έδωσαν της συντέλειας και κατάλαβε, στα χέρια τους από μια κάποια λύσις, μια κατάληξη για έναν κόσμο, έγινε τέλος και συντέλεια, αυτό που περιμένουν οι χριστιανοί: η μοιραία λύση που θα ξανάφερνε τον Μεσσία τους, αυτή τη φορά όχι να περπατάει στη σκόνη της Ιουδαίας και της Γαλιλαίας, παρά απαστράπτοντα, ένα όραμα φωτιάς και φωτός, δίκαιης οργής. Dies irae. Η χριστιανική συντέλεια δεν είναι μόνον το απόλυτο και τελικό ξεχαρβάλωμα, δεν είναι μόνο μια σειρά από κατακλυσμιαίες θεομηνίες και αλληλοεξοντώσεις, "ἡ ἡμέρα Κυρίου ὡς κλέπτης ἐν νυκτί, ἐν ᾖ οὐρανοὶ ῥοιζηδὸν παρελεύσονται, στοιχεῖα δὲ καυσούμενα λυθήσονται, καὶ γῆ καὶ τὰ ἐν αὐτῇ ἔργα κατακαήσεται". Η χριστιανική συντέλεια θέλει να αντικαταστήσει έναν κόσμο πόνου, αρρώστιας και αδικίας, έναν κόσμο παιδικής θνησιμότητας και φορομπηχτικών πολιτικών, με μία πόλη: τὴν ἁγίαν Ἰερουσαλὴμ καταβαίνουσαν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἀπὸ τοῦ Θεοῦ ἔχουσαν τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ· [...] ἔχουσα τεῖχος μέγα καὶ ὑψηλόν, ἔχουσα πυλῶνας δώδεκα, καὶ ἐπὶ τοῖς πυλῶσιν ἀγγέλους δώδεκα, καὶ ὀνόματα ἐπιγεγραμμένα, ἅ ἐστιν ὀνόματα τῶν δώδεκα φυλῶν τῶν υἱῶν Ἰσραήλ. [...] καὶ ἡ πόλις τετράγωνος κεῖται, καὶ τὸ μῆκος αὐτῆς ἴσον καὶ τὸ πλάτος. καὶ ἐμέτρησε τὴν πόλιν τῷ καλάμῳ ἐπὶ σταδίους δώδεκα χιλιάδων· τὸ μῆκος καὶ τὸ πλάτος καὶ τὸ ὕψος αὐτῆς ἴσα ἐστί. [...] Καὶ ναὸν οὐκ εἶδον ἐν αὐτῇ· ὁ γὰρ Κύριος ὁ Θεὸς ὁ παντοκράτωρ ναὸς αὐτῆς ἐστι, καὶ τὸ ἀρνίον. καὶ ἡ πόλις οὐ χρείαν ἔχει τοῦ ἡλίου οὐδὲ τῆς σελήνης ἵνα φαίνωσιν αὐτῇ· ἡ γὰρ δόξα τοῦ Θεοῦ ἐφώτισεν αὐτήν, καὶ ὁ λύχνος αὐτῆς τὸ ἀρνίον. καὶ περιπατήσουσι τὰ ἔθνη διὰ τοῦ φωτὸς αὐτῆς, καὶ οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς φέρουσι τὴν δόξαν καὶ τὴν τιμὴν αὐτῶν εἰς αὐτήν, καὶ οἱ πυλῶνες αὐτῆς οὐ μὴ κλεισθῶσιν ἡμέρας· νὺξ γὰρ οὐκ ἔσται ἐκεῖ.

Οι γραφές λένε λοιπόν ότι θα καεί ο κόσμος και τα ελαφάκια του για να αντικατασταθεί από μια αυτόφωτη κυβική πόλη χτισμένη από πετράδια. Και ποιος σκοτίστηκε, για την πόλη του Θεού. Μα αυτό το πολεοδομικό τέρας συνοδεύεται από την υπόσχεση ότι "ἐξαλείψει ἀπ' αὐτῶν ὁ Θεὸς πᾶν δάκρυον ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν, καὶ ὁ θάνατος οὐκ ἔσται ἔτι, οὔτε πένθος οὔτε κραυγὴ οὔτε πόνος οὐκ ἔσται ἔτι". Η συντέλεια των χριστιανών, είναι τελικά η ιστορία της ανθρωπότητας από τη Γεωργική Επανάσταση και μετά: καίγεται η ύπαιθρος και καταφεύγουμε στις πόλεις, που δεν έχουν ήλιο και φεγγάρι -- κάτι άλλο τις φωτίζει. Κι εκεί, λέει, θα είμαστε ευτυχισμένοι.

Από τον καιρό της Τσατάλ Χαγιούκ μέχρι το ένα εκατομμύριο Κούρδους στην Πόλη του 2013, από το υπερκούλ Μοχέντζο Ντάρο και το κατάκομψο Ακρωτήρι μέχρι την Κοσμόπολη της Νέας Υόρκης, ψάχνουμε στις πόλεις τη δική μας προσωπική συντέλεια: το σπάσιμο του κύκλου των εποχών, των ξηρασιών και των παγετών που μας λιμοκτονούν· αποζητούμε τα τείχη που θα κρατήσουν άγρια ζώα κι επιδρομείς απ' έξω. Κατά βάθος θέλουμε να νιώθουμε ότι μόνον αφανίζοντας τον κόσμο θα υπάρξουν και θα ζήσουν οι πόλεις. Άλλοτε πάλι ποθούμε να αφανίσουμε τις πόλεις που μας διέψευσαν, που μας φυλάκισαν και δεν εξάλειψαν το δάκρυ μας -- θυμηθείτε όλες τις ταινίες καταστροφής από το 1995 και μετά.

Η εποχή μας πάντως μας έδωσε πραγματικές προοπτικές για συντέλεια: τον πυρηνικό πόλεμο και τη μη αναστρέψιμη κλιματική καταστροφή. Μας έδωσε όμως, πάνω από όλα, τη βραδύκαυστη άλωση μέσω θεσμών και οικονομικών πολιτικών, πρώτα στον Τρίτο Κόσμο και τώρα και στο σπίτι σας, ένα Ragnarök με τα όλα του, αν και όχι ιδιαιτέρως θεαματικό και κατακλυσμιαίο: οι εικόνες της εισβολής των Τατάρων στο Αντρέι Ρουμπλιόφ με τη δημόσια φρίκη τους αντικαθίστανται από ιδιωτική φρίκη, από τη δική σου, μικρή συντέλεια: όχι πια σφαγές, αλλά αυτοκτονίες και ήμεροι θάνατοι στο σπίτι σας και σε διαλυμένα νοσοκομεία, όχι σφαγμένα βρέφη και λιωμένα κάτω από οπλές αλόγων, αλλά βρεφική θνησιμότητα, όχι σεισμοί και κατακλυσμοί παρά θερμοπληξίες και θάνατοι από το κρύο νέων μέσα σε χαρτόκουτα και παιδιών και γερόντων μέσα σε παγωμένα διαμερίσματα, όχι μαζικές σφαγές αλλά μαχαιρώματα στα σκοτεινά από ξυρισμένα κεφάλια, όχι βιασμοί στις πλατείες αλλά εκπόρνευση σε 'στούντιο' και με γάμους ανάγκης, όχι λιμοί με δρόμους στρωμένους πτώματα αλλά πείνα ιδιωτική και φωτισμένη από ιδιωτική τηλεόραση: μικρές συντέλειες μικρής κλιμακας, χωρίς πανικό και κραυγές. Ήσυχα. Οι Τάταροι και οι Ούνοι λέγονται πια ΜΑΤ και οι δαιμονικές ακρίδες της Αποκαλύψεως ελικόπτερα, τα άρματα των Κιμμερίων αύρες. Δε χρειάζονται προφητείες και αντίχριστοι, ψευδοπροφήτες, χαράγματα και τέρατα πολυκέφαλα κι εστεμμένα: όλα γίνονται εδώ και σαλπίζουν τη δική σου προσωπική συντέλεια.

Μόνον που απέναντι σε αυτή μπορούμε να αμυνθούμε. Ακόμα.

GatheRate

Τετάρτη, 12 Ιουνίου 2013

Γκρίζα

Πριν μερικά χρόνια ξιφουλκούσα στο μπλογκ μου, ξέρετε τώρα, ενώπιον του πολυπληθούς αναγνωστικού κοινού μου (500 με 1000 άτομα, βαριά βαριά) για τον ρόλο του κλήρου στην Ελλάδα. Ένας φίλος με συμβούλεψε διακριτικά να σταματήσω: ο αντικληρικαλισμός όζει 19ο αιώνα, είναι γραφικός και -- εν πάση περιπτώσει -- άκομψος. Κανονικά θα έπρεπε να πει "άγαρμπος" αλλά αυτή η λέξη δε χρησιμοποιείται εδώ και χρόνια γιατί είναι άκομψη.

Απεχθάνομαι τις ελληνικές αγριοφωνάρες, τα κοκορέματα, τις τσιρίδες, τον τσαμπουκά, τις γελοίες σοφιστικές κορώνες (που εσχάτως πλασάρονται ως ορθολογισμός, αλλά ας μην επαναλαμβάνομαι), την απροθυμία να αφήσεις τον άλλο να πει αυτό που θέλει πριν του απαντήσεις. Παράλληλα, θυμάμαι ότι όταν πήγα στην Αγγλία είχα μείνει κατάπληκτος με την παρρησία του Mark Thomas και του George Monbiot (συμφωνεί δε συμφωνεί κανείς μαζί του), με την ελευθεροστομία της Julie Burchill (κι ας διαφωνεί συνήθως κανείς μαζί της), που έκανε την Κάραλη να ακούγεται αρσακειάδα, με την ευθύτητα με την οποία γινόταν ο δημόσιος διάλογος: "ψεύδεσθε, αγαπητέ συνάδελφε", "θα έκανα θέμα αυτό που είπε η συνάδελφος εάν δεν είχε υπάρξει γραφική στο παρελθόν" -- και ούτω καθεξής. Ευγενείς αλλά ευθύτατοι, οι Εγγλέζοι.

Στην καρδιά της νεοελληνικής ταυτότητας, όπως είναι πασίγνωστο πια, κοινοτοπία κουραστική και κουρασμένη, υπάρχει ένα κόμπλεξ: η σχέση μας με τη δυτική Ευρώπη (δηλαδή: Γαλλία-Γερμανία-Βρετανία και, ίσως, Ιταλία). Η μία αντίδραση είναι ενός είδους κομπλεξικός ευρωπαϊσμός και επιδερμικός κοσμοπολιτισμός, που βλέπει τις μεγαλοαστικές γειτονιές και τα φροντισμένα ιστορικά κέντρα και μιλάει για τας Ευρώπας και "το εξωτερικό", τον "πολιτισμό" και την ευταξία τους. Η αντιδιαμετρική αντίδραση είναι λεβεντομάγκικος ελληνοκεντρισμός και επαρχιώτικος τοπικισμός, που βλέπει κάθε πτυχή της ζωής μας ως μέρος της ιδιοπροσωπίας μας ως λαού της "καθ' ημάς Ανατολής", ως περήφανο στοιχείο παράδοσης και του συνανήκειν στα Μπαλκάνια (που δεν είναι παίξε-γέλασε).

Κάθε μία από αυτές τις αντιδράσεις μάς έχει αφήσει από ένα, ας το πούμε, κουσούρι. Διευκρινίζω: τα κουσούρια για τα οποία θα μιλήσω δεν είναι στοιχεία της Ευρώπης και της Ανατολής αντίστοιχα. Απεναντίας, πρόκειται για στοιχεία της δικής μας πολιτισμικής ταυτότητας και του νεοελληνικού χαρακτήρα μας, που επιλέγουμε να αποδώσουμε, χονδροειδώς και μονοσήμαντα, στους δύο πόλους ανάμεσα στους οποίους αντιλαμβανόμαστε τους εαυτούς μας. Η σχηματικότητα του πράγματος είναι έκδηλη, η αφόρμησή του από την πραγματικότητα επιλεκτικότατη και λειψή: πόσο βαλκάνιος να αισθάνεται κάποιος κρητικός, πόσο ανατολίτης κάποιος κερκυραίος; Τι επηρέασε τις γενιές που μεγάλωσαν μετά το 1950 περισσότερο, το αμερικανικό σινεμά ή η Φιλοκαλία; Το τετράχορδο ηλεκτρικό μπουζούκι του Χιώτη ή τα σάζια και τα ούτια; Η θρησκεία της ψησταριάς και τα όσπρια της Παρασκευής ή η "μεσογειακή κουζίνα"; Το Μέτσοβο, η Μύκονος και η Μακρυνίτσα ή τα παρατημένα χωριά που εγκαταλείψαμε για το (μέχρι πρότινος) ζεστό διαμέρισμα στις πόλεις;

Τα κουσούρια λοιπόν: από τη μια η αστική ευπρέπεια, η σουσουδίστικη απέχθεια απέναντι στην ελευθεροστομία και την ευθύτητα, στα συνθήματα στους τοίχους, στο μπανάλ της φτώχειας, στις δημόσιες διαχύσεις, στα γούστα της πλέμπας και σε κάθε τι άκομψο. Αυτό το κουσούρι δικαιώνεται ως ευρωπαϊσμός και πολιτισμός, από ανθρώπους που μάλλον είχανε περιορισμένη επαφή με την Ευρώπη πέρα από το τουριστικό φολκλόρ της ή από τις κυριλέ γειτονιές λ.χ. της Στουτγάρδης. Από την άλλη η αγένεια, η χυδαιότητα, το ανελέητο κουτσομπολιό, το μίσος του δημόσιου χώρου, το τσαμπουκαλίκι, η αγροτοποιμενική σκληρότητα προς κάθε τι που δε συμμορφώνεται. Αυτό το κουσούρι δικαιώνεται με την επίκληση της Ανατολής και του κοινοτικού ιδεώδους, και πάλι από ανθρώπους που έμαθαν την Ανατολή και τα Βαλκάνια μέσα από εξιδανικεύσεις δυτικών ιστορικών, φορώντας τα γυαλιά κάποιου οριενταλισμού, ακούγοντας ηλεκτροπόπ τσιφτετέλι φερμένο από την Αίγυπτο το '50 και νομίζοντας ότι είναι καρσιλαμάς της Προύσας.

Κι έτσι βρισκόμαστε εδώ: χωρίς παρρησία κι ελευθεροστομία, αφού είναι άκομψες, χαμένοι σε ευφημισμούς και μισόλογα και ρητορικά σχήματα, ψευδόμαστε και νομίζουμε ότι είμαστε παριζιάνοι αστοί. Χωρίς πραγματική ευγένεια, αφού οι ορμές μας να συντρίψουμε τον άλλο είναι νομιμοποιημένες από κάποια παρεφθαρμένη νεορθοδοξία, στοιχείο λεβεντιάς και ιδιοσυστασίας. Κι έτσι μας παίρνει ο διάολος και μας σηκώνει, παγιδευμένους μεταξύ κομψής ευπρέπειας και καθωσπρεσπισμού από τη μια και σολιψισμού και χυδαίας συμφεροντολογίας και τσαμπουκά από την άλλη. Έτσι μας βρίσκει η εποχή και τα βίαια ερωτήματά της: καθηλωμένους στην γκρίζα ζώνη μεταξύ άσπρου και μαύρου, σε ένα κέντρο που θέλουμε να θεωρούμε μετριοπαθές, ενώ είναι το σημείο όπου δύο αντίρροπα ψεύδη λιμνάζουν συνυπάρχοντας, χωρίς ποτέ να αλληλοεξουδετερώνονται.

GatheRate

Τετάρτη, 5 Ιουνίου 2013

Χαναάν

στον άνθρωπο της ξαπλώστρας, γι' αυτό

Τον τελευταίο καιρό ξυπνάω νωρίτερα από όσο θα ήθελα. Υπήρχαν βέβαια χρόνια που το εγερτήριο ήτανε σταθερά στις 6, δεν παραπονιέμαι. Όμως το μυαλό μου δεν ξυπνάει πριν τις 11. Πριν τις 11 το πρωί τα πάντα είναι απόκοσμα και καινούργια γύρω μου, όχι πάντοτε με ευχάριστο τρόπο: πολλές φορές τα τοπία μοιάζουνε βάρβαρα και προσβλητικά, τα καθήκοντα της ημέρας βουνό, το σπίτι υπερβολικά φωτεινό και ακατάστατο. Όχι, για το σκοτάδι δεν παραπονέθηκα ποτέ. Ακόμα και αν ξεκινήσω δουλειά στις 8, μέχρι εκεί στις 11 τη διεκπεραιώνω αυτόματα: εργάζομαι αυτόματα, μιλάω σε ανθρώπους σαν να έχω πετύχει αστρική προβολή και το πνεύμα μου να είναι αλλού. "Κοιμάται το πνεύμα του", που έλεγαν οι παλιοί.

Με δαγκώνει στο ξύπνημα η στιγμή στην οποία απότομα ξεσκεπάζεται αυτό που με στενοχώρησε την προηγούμενη βραδιά, που το είχα κουκουλωμένο τις ώρες του ύπνου. Με ενοχλεί να οδηγώ, πάντοτε με το πνεύμα να κοιμάται, και να αναδεύονται στενόχωρα οι σκέψεις στο καζάνι του υποσυνείδητου και να με παίρνουν οι αναθυμιάσεις. Σήμερα στο φανάρι είδα ξανά την πτωχομνημειακή πύλη του ταλαίπωρου σκονισμένου πάρκου, θυμήθηκα ότι την ξανακοίταζα πικραμένος -- δε θυμάμαι πότε. Δεν έχει σημασία, είπα. Σκέψου πόσες φορές έχεις σταματήσει σε αυτό το φανάρι ευτυχισμένος. Σκέψου τις χαρές που έρχονται. Το νυσταγμένο μάτι σου, που βλέπει με καθαρότητα και οξυδέρκεια αλλά μόνον αυτό στο οποίο προσηλώνεται και τίποτε γύρω του, το μάτι σου το κυκλώπειο, στρέψε το προς το μέλλον. Δες τη Χαναάν. Το μέλι και το γάλα, τα υπερφυσικά σταφύλια. Δες τον ωραίο ιδρώτα, την ευφρόσυνη μέθη, την ησυχία μεταξύ των ανθρώπων, δες ρε γαμώτο, κοίτα. Δυσκολεύομαι. Δε νυστάζω ακριβώς: κοιμάται το πνεύμα μου, ανεβαίνουνε πικρές αναθυμιάσεις.

Στο αυτοκίνητο. Αυτογνωσία, λέει. Ναι, ωραία είναι, αλλά υπερεκτιμημένη. Η ζέστη που ήρθε πια θα μου στερήσει το περπάτημα. Κόψτε μου το περπάτημα και πέθανα, όπως ο παππούς: είχε δύο διαδρομές για το καθημερινό του περπάτημα μέσα στην Αθήνα, των 8 χιλιομέτρων και των 5 χιλιομέτρων για όταν βαριόταν. Σταμάτησε να περπατάει, πέθανε. Εδώ ποιο περπάτημα. Καθημερινές μικροτραγωδίες παρεξηγήσεων, ευτελείς κι επώδυνες· φόβος με το ξύπνημα πολλές φορές, χειρότερος και από το ξεκουκούλωμα της στενοχώριας της προηγούμενης βραδιάς· εγκλεισμός κι εκτοπισμός: η ζωή είναι αλλού και σου κάνει "γεια σου" και "έλα πιο κοντά" και "τζα" -- εδώ δουλεύουμε.

Ωραία είναι που δε διαβάζουν πια παρά ελάχιστοι τα μπλόγκια: η άμεση αυτοέκδοση, το απαθάνατισμα της παρόρμησης, το ομόλογο της ψηφιακής φωτογραφίας, το WYSIWYG στη γραφή, θα βρει επιτέλους την εκπλήρωσή του, τον σκοπό του: να γράψεις για να γράψεις, όχι ντε και καλά για να σε διαβάσουνε κιόλας. Αυτή είναι η Χαναάν της γραφής για εμάς που δεν ξέρουμε να πούμε ιστορίες, που δεν μπορούμε να γράψουμε ποίηση, που οι συνειρμοί μας είναι χαλαροί κι ευτελείς και βγάζουνε πάντα στη νοσταλγία ή στην προσδοκία σαν οχετοί που πέφτουνε στη θάλασσα, που δεν έχουμε να μοιραστούμε τίποτα παρά την κλαγγή μια στεγνής φωνής, την πολυμάθεια και την αφέλειά μας, άντε και ένα ή δύο καλά κρυμμένα λογοπαίγνια που επιστρέφουνε σε μικρές παραλλαγές σαν επίμονα λαϊτμοτίφ. Κι εν πάση περιπτώσει, η αυτοαναφορικότητα σε σασίμι δεν αφορά όσους δε σε ξέρουν. Κι αυτοί που σε ξέρουν αρκούνται να σ' ακούνε, που λέει κι η Ζ. Σιγά μην κάτσουνε να σε διαβάζουν κι από πάνω.

Ψάχνοντας για καφέ αποφάσισα να οδηγήσω μέχρι πέρα από την παλιά γειτονιά. Το διαμέρισμα από το οποίο με εκδίωξαν είναι ακόμα άδειο, τρία περίπου χρόνια μετά, το πανώ "ενοικιάζεται" έχει γίνει έμβλημα σαρκασμού της γειτονιάς. Μετά τη σπονδή αυτή χαιρεκακίας και αυτοδικαίωσης πάω σε μια γειτονιά σαν Βόλο χωρίς την άκαμπτη ρυμοτομία του. Παρκάρω μπροστά σε μια ταβέρνα: Ylaine's Garden. Ylaine: Elaine, Ελεάνα; Ποιος ξέρει. Ο καφές είναι καλός, τα βουλγάρικα στο νέο πεντάευρο με κάνουνε να σκεφτώ το καινούργιο, αυτό με τις κατασχέσεις πρώτης κατοικίας, ότι έχουμε πόλεμο στην Ελλάδα και ότι πολλοί κάνουνε σαν να μην καταλαβαίνουν. Ότι πρέπει να καταλάβουμε ότι έχουμε πόλεμο (έστω και με τρία χρόνια καθυστέρηση) και να πολεμήσουμε καθαρά και με τιμή, όπως οι Τούρκοι στην Πόλη. Οι Τούρκοι που, στο 'Γεφύρι του Δρίνου' (εκεί μπορεί να είναι και Βόσνιοι, βεβαίως, "Τούρκους" πάντως τους λέει ο νομπελίστας) παραπονιούνται πως ό,τι κερδίζουνε στο πεδίο της μάχης τους το παίρνουνε με συνθήκες οι χριστιανοί. Αποφασίζω να μη γράψω το ποστ: οὐδὲν ὠφελεῖ, ἀλλὰ μᾶλλον θόρυβος γίνεται. Αλλά βεβαίως, το σκεπτικό του Πιλάτου, ε; Ας τα πουν οι καλύτεροί μου και καλύτερα.

Κλείνω τα μάτια, καλώ κοντά μου τον πόθο. Έρχεται παραδίπλα. Ανοίγω τα μάτια, βλέπω τον δρόμο μου, πλάτη σε μια οθόνη, αργόσχολοι συμπατριώτες μου δίπλα σχολιάζουνε τα πάντα: αυτό κάνουμε σχολιάζουμε. Δεν πα να γαμηθούμε, λέω. Παίρνω τον καφέ στο χέρι κι επιστρέφω στη δουλειά. Μόλις ξυπνήσει το μυαλό μου, το πνεύμα μου, τα κεντρικά συστήματα της νόησης -- πείτε το όπως θέλετε -- θα φαγωθεί να γράψει για τη Χαναάν. Για να γράψει και μόνο: σχεδόν αυτοσκοπός.

GatheRate

Κυριακή, 2 Ιουνίου 2013

Κοιτώντας τον αφαλό μου



1. Βαριέμαι εύκολα. Αν βαρεθώ, θα το πω μάλλον.
2. Ό,τι κάνεις μάλλον το κάνω καλύτερα. Αν όχι, δεν θα το κάνω θέμα.
3. Δε θα σε κρίνω από τα γούστα σου, αλλά επέτρεψέ μου ενδεχομένως να μη θέλω να τα συζητήσω.
4. Ναι σημαίνει ναι. Όχι σημαίνει όχι. Αν σωπαίνω υπάρχει λόγος.
5. Δεν χαρίζω κάστανα. Αλλά δεν θα κρίνω κανέναν.
6. Θα σε ακούσω. Ακόμα και αν δεν συμφωνώ, θα ξανασκεφτώ πολλές φορές αυτό που μου είπες.
7. Είπαν ότι δεν αγαπώ ανθρώπους που δεν εκτιμώ. Δεν ξέρω. 
8. Αν είναι φίλος, θα επιμείνω στο τεκμήριο αθωότητας, περισσότερο απ' ό,τι με άλλους.
9. Δεν με καταλαβαίνεις. Πραγματικά. Εκτός κι αν προκύψει να με καταλαβαίνεις.
10. Ό,τι κι αν νομίζεις, δεν έχω γνώμη για τα περισσότερα θέματα.
11. Αν δεν έχω τι να πω, δεν θα πω τίποτα
12. Προσπαθώ να είμαι δίκαιος. Συνήθως τα καταφέρνω έτσι κι έτσι.

(Δώδεκα προτάσεις για να με πείτε μαλάκα, οιηματία, ψωνάρα κτλ. Για να τσαντιστούμε. Για να αυτοτρολαριστώ.  Γιατί δεν πρέπει να παίρνουμε στα σοβαρά τον εαυτό μας ή την περσόνα μας. Κι ας εκτεθώ λίγο ακόμα, δε βαριέσαι.)

GatheRate

Σάββατο, 1 Ιουνίου 2013

Το καλύτερο παιδί

Μου έλεγε κάποιος γνωστός μου ότι δεν μπορεί να το πιστέψει πως ο Πλούταρχος είπε αυτά που είπε: ο Πλούταρχος είναι σοβαρός, οικογενειάρχης άνθρωπος, νοικοκυρόπαιδο. Δεν έχω σκοπό να δουλέψω τη μανιέρα των μνημονιακών ηθικολόγων γραφιάδων, που απομονώνουν ένα στοιχείο που δεν τους αρέσει από την Ελλάδα, από τη ζωή, από τον κόσμο και μετά το ανάγουν στην αιτία της κρίσης, μιλώντας με αταξικές γενικεύσεις όπως "γενιά" (άραγε εγώ που σπούδασα στο παρά τρίχα και η συνομήλική μου αυτάρεσκη στελεχάρα ανήκουμε στην ίδια "γενιά";). Απλώς νομίζω ότι οι δηλώσεις του Γ. Πλούταρχου είναι συμβατές και συνεπείς με την ορθοφροσύνη και τον πρακτικό καιροσκοπισμό των νοικοκυραίων.

Είναι συνηθισμένο να κολακεύουμε τους νοικοκυραίους και να εξαίρουμε τις αρετές τους, όχι μόνο στην Ελλάδα. Πηγή αλλά και επιτομή των αρετών των νοικοκυραίων είναι, βεβαίως, η ηθική τους. Μόνο που μας διαφεύγει κάτι σημαντικό: οι νοικοκυραίοι δεν έχουν ηθική. Κι αν έχουν ηθική, δεν τους απασχολεί να ζήσουνε σύμφωνα με αυτή, αρκεί να μη λέει κουβέντες ο κόσμος για το ποιόν τους. Αυτό που πραγματικά απασχολεί τους νοικοκυραίους είναι η σταθερότητα των συνθηκών καθώς και η διατήρηση της ομαλότητας γύρω από τους ίδιους και από τις δραστηριότητές τους. Κι ας μείνει άνεργο το 1/4 του πληθυσμού, έχουν άκρες. Κι ας κλείνουνε τα μαγαζιά, αρκεί να είναι των άλλων. Όταν όμως τα πράγματα σκουρήνουν πολύ, τότε αναζητούνται λύσεις πρακτικές, συμφέρουσες, απλές: "Ας είναι ο,τι θέλουν. Φτάνει να βγάλουν την χώρα από το αδιέξοδο..."

Το πραγματικό πρόβλημα, επιμένω, είναι ηθικό. Όταν μιλάμε για τους νοικοκυραίους, συγχέουμε τα αντανακλαστικά συλλογικής αυτοσυντήρησης με την ηθική. Πριν χρόνια είχα μια συζήτηση με έναν καθηγητή φιλοσοφίας Άγγλο, ο οποίος έχει διδάξει Ηθική στην Ελλάδα και στην Κύπρο. Μου είπε για το πρώτο μάθημα Ηθικής που έκανε στην Ελλάδα, σε ιδιωτικό ίδρυμα που αποσκοπεί στην πανεπιστημιοποίηση. Περίμενε λοιπόν ότι βάση για τη συζήτηση θα ήταν η ηθική της Ορθοδοξίας, άλλωστε οι Εγγλέζοι έχουν την εντύπωση ότι είμαστε είτε θρήσκοι είτε υποψήφιοι αντάρτες δρόμων είτε και τα δύο (όταν δε σπάμε πιάτα κτλ). Μέσα σε 40 λεπτά μαθήματος είχε χάσει πάσα ιδέα: η μόνη ηθική φιλοσοφία που αντιλαμβανόντουσαν και εφάρμοζαν όλα αυτά τα 19χρονα που φοιτούσαν αντί διδάκτρων ήταν ο σολιψισμός και ο ατομικιστικός ωφελιμισμός: ηθικό είναι ό,τι ωφελεί εμένα

Μιλάω για την πολιτική ηθική όλων μας, για την επίγνωση ότι κοινωνία υπάρχει και ότι όλοι βράζουμε στο ίδιο καζάνι. Μετά το (κατά τα φαινόμενα προσωρινό, με ιστορικούς όρους) τρομακτικό σοκ του ναζισμού, και χάρη και σε ανθρώπους όπως ο Ράσελ και οι υπαρξιστές, ο όρος Ηθική πήρε για κάποιες δεκαετίες μια πιο σοβαρή και ουσιώδη σημασία στην καθομιλουμένη, από το να είναι απλώς το παρατσούκλι για το κουμάντο στο κορμί της γυναίκας (από το κεφάλι της μέχρι τους αστραγάλους). Ξεκίνησε η επαναδιατύπωση της ηθικής και για τον απλό κόσμο με όρους του αν καταπιέζεις, αν κάνεις ληστρικούς πολέμους, αν κλέβεις, αν καταχράσαι, αν σκοτώνεις εξ αμελείας με τα προϊόντα και τα εργοστάσιά σου. Για λίγο ίσως, μια μερίδα κόσμου αντιλήφθηκε ότι ανήθικο δεν είναι να "απολαμβάνεις υπεύθυνα" αλλά να εκμεταλλεύεσαι και να καταπιέζεις, ότι ο πλουτισμός ίσως να είναι ανηθικότερος από το διαζύγιο κτλ.

Αυτά όμως τελείωσαν. Προεκιμένου να βγει η χώρα από το αδιέξοδο, επιστρέφουμε και ανοιχτά πια στη λογική της αστυνόμευσης, της ολοκληρωτικής περιχαράκωσης, του αυταρχικού ετεροκαθορισμού, στην πρακτική μη-ηθική στάση των νοικοκυραίων: "Ας είναι ο,τι θέλουν. Φτάνει να συνεχίσουμε να είμαστε ο καθένας μας το καλύτερο παιδί στα μάτια του κόσμου."

Για τη στήλη 'Blogs in print' της Ελευθεροτυπίας της 1.VI.2013

GatheRate

Εγκυκλοπαίδεια της Σεξουαλικής Ζωής


Για λόγους που ξεκίνησε να μου εξηγεί πάρα πολύ πρόσφατα, ο πατέρας μου ήταν αποφασισμένος να γίνει σωστά η διαπαιδαγώγηση των παιδιών του. Αυτό περιλάμβανε και τη σεξουαλική τους διαπαιδαγώγηση. Αγόρασε λοιπόν μαζί με την εγκυκλοπαίδεια του Ντίσνεϋ, σε είκοσι λεπτούς λευκούς τόμους, την Εγκυκλοπαίδεια της Σεξουαλικής Ζωής, από τον ίδιο εκδότη. Έναν χρόνο αφού μας είχε πάρει τη Δομή (που εξακολουθώ να θεωρώ καταπληκτική εγκυκλοπαίδεια και πολύ στρωτά γραμμένη).

Η Εγκυκλοπαίδεια (όχι η Δομή, ή του Ντίσνεϋ, η άλλη) ήταν εφτάτομη νομίζω. Ξεκίναγε με έναν πολύ λεπτό τόμο για μικρά παιδιά, κάθε τόμος κάλυπτε 2-3 χρόνια, ενώ ο τελευταίος λεγόταν "Ενήλικες" και ήταν ο πιο χοντρός. Τοποθετήθηκε σε χαμηλό ράφι αλλά όχι φάτσα φόρα. Ήτανε μετάφραση από τον Άρη Αλεξάνδρου συλλογικού έργου στα γαλλικά, με πολύ ιδιαίτερη εικονογράφηση: από τη μια ασπρόμαυρες απλές φωτογραφίες, από την άλλη ανατομικά σχεδιαγράμματα με αλλόκοτα χρώματα. Θυμάμαι ένα σχεδιάγραμμα που αναπαριστούσε την τομή της Εισχώρησης όπου τα σώματα και τα σχετικά όργανα είχαν αποδοθεί με μωβ. Όπως έλεγαν και οι συγγραφείς, με αυτόν τον τρόπο τα σκίτσα θα πληροφορούσαν χωρίς να σοκάρουν.

Οι πρώτοι τόμοι μίλαγαν για το πώς διαφέρουν τα αγοράκια και τα κοριτσάκια και για τα βασικά της αναπαραγωγής. Εννοείται ότι δεν περίμενα να φτάσω τη σχετική ηλικία για να προαχθώ στον επόμενο τόμο, εννοείται ότι ο τόμος Ενήλικες είχε γίνει (και παραμένει) φύλλο φτερό πολύ πριν ενηλικιωθώ. Εννοείται ότι στα δέκα ήξερα (θεωρητικά, νταξ) για την ύπαρξη των σαλπίγγων και, αν και πιο θολά, της κλειτορίδας. Εννοείται ότι όποιος έψαχνε καμασούτρες και στάσεις στην Εγκυκλοπαίδεια (όπως π.χ. εγώ στα δώδεκα-δεκατρία) θα απογοητευόταν (όπως εγώ).

Θυμάμαι όμως να πηγαίνω σχολείο απογευματινός μετά από πρόσφατη ανάγνωση του τόμου Ενήλικες και σε μια γωνία της γειτονιάς, θυμάμαι τη γωνία, να σκέφτομαι πόσο αβάσταχτα όμορφο πρέπει να είναι να μπορείς να είσαι γυμνός με μια γυναίκα, σφιχτά κολλημένος πάνω της, να τη φιλάς στον λαιμό και να φιλάς τα χείλη της και να έχει ησυχία γύρω σας. Για περιπτύξεις, ερεθισμούς, εισχωρήσεις και γαμεύσεις τίποτα: μόνο να είμαι κολλημένος γυμνός πάνω σε μια γυναίκα γυμνή. Το αστείο είναι ότι σε αυτή τη φαντασία έπαιζε και μια μελωδιούλα την οποία θυμάμαι ακόμα και την οποία δεν έχω ιδέα πού άκουσα. Δική μου πάντως δεν πρέπει να είναι.

Δεν είχα λοιπόν απορία για το πώς είναι τι. Ό,τι μπορούσα να καταλάβω, το καταλάβαινα. Στις φωτογραφίες και τα σχεδιαγράμματα της Εγκυκλοπαίδειας δεν πρυτάνευε τόσο ο ακαδημαϊσμός ή ο ανατομισμός αλλά μια κάπως εστέτ προσέγγιση: δείτε πόσο όμορφο είναι το γυμνό κορμί. Το σεξ παρουσιαζόταν ως ό,τι πιο όμορφο και θεωτικό μπορεί να ζήσει άνθρωπος: η Εγκυκλοπαίδεια ήτανε γραμμένη τη δεκαετία του '70, χαμογελάει κανείς πικρά. Θυμάμαι τσιτάτα του στυλ "Τα χέρια υπάρχουν για να μη μένει βουβή η ψυχή μας -- θιβετιανή παροιμία", στάνταρ απόκρυφη, εικονογραφημένη με μια σκηνή από Μπουνιουέλ, όπου κάποιος περιβάλλει με τις χούφτες του και τα δυο στήθη μιας γυναίκας -- αφήνοντάς με για χρόνια με την απορία τι αφή να έχουνε τα γυναικεία βυζιά, όταν το διαπίστωσα ιδίοις χερσί ένιωσα κατάπληξη (με την καλή έννοια). Παράλληλα, η Εγκυκλοπαίδεια (όπως και τα τσοντοπεριοδικά στο σχολείο) δεν έδινε πολλές λεπτομέρειες για τον παλινδρομικό χαρακτήρα της γαμιάς (που λέει κι ο Εμπειρίκος), κι εκεί είχα μεγάλα κενά, μια και άργησα να ασχοληθώ και με το εργόχειρο της μαλακίας.

Κι έτσι η πρώτη μου επαφή με το σεξ σαν ιδέα και σαν αναπαράσταση δεν ήταν η ανεξήγητη πείνα και ζαλάδα και τρέμουλο που σε καίει (και θα σε καίει), το γνωστό αμάχανον όρπετον, η πρώτη κρούση της καύλας, δεν ήτανε καν η απορία γιατί κατουρήθηκες πάνω σου τη νύχτα και σου άρεσε κιόλας (ήμουν προετοιμασμένος για το ότι δεν ήτανε τσίσα αυτά): χάρη στην Εγκυκλοπαίδεια, η πρώτη μου επαφή με τον πυρήνα της βούλησης για ζωή ήταν η επαγγελία ομορφιάς και χαράς, η υπόσχεση της ξαγρύπνιας -- ήτανε μέσα από τη γνώση, έστω κουτσή και με μωβ κόλπους, κλειτορίδες με αερογράφο, πέη μπλε σε στύση. Και τριχωτά μοντέλα σέβεντιζ, μουστάκια οι άντρες, παλ ρώγες οι γυναίκες, που μάλλον πήρανε τον ρόλο γιατί έμοιαζαν με μέσοι άνθρωποι στα μάτια των πανεπιστημιακών συγγραφέων της Εγκυκλοπαίδειας. Αλλά τι να κάνουμε, από κάπου πρέπει να ξεκινήσει κανείς.

Κι όλα αυτά δε σημαίνουνε πολλά: από μια ηλικία και μετά, ας πούμε από τα 19 με 25 και μετά στον κόσμο που μας μεγάλωσε νταντεύοντάς μας, παίρνουμε στα χέρια μας ό,τι υλικό είμαστε, με ό,τι αυτό περιέχει (μπόλικα σκατά, συν τοις άλλοις), όπως το έπλασε το περιβάλλον μας (δίνοντας έμφαση στα σκατά συνήθως), και το αναλαμβάνουμε και το ζούμε με βάση τις αποφάσεις μας, την κρίση μας, τη γαμημένη την ελευθερία που έλεγε κι ο Καμύ (Καμύ ή Καμύς ρε παιδιά; συμφωνήστε οι γαλλόφωνοι και πείτε). Και με βάση τον πυρήνα της βούλησης για ζωή.

GatheRate