Δευτέρα, 29 Ιουλίου 2013

Εγκώμιο του χωρισμού

ή "Περί πυρός και πάγου"

Η παγετός που φέρνει τον χωρισμό έχει αποτελέσματα παρόμοια με τη φλόγα του πάθους: παραλύει, τρελαίνει, σε τρώει και σε διαλύει από τα μέσα προς τα έξω. Και ο παγετός και η φλόγα θα σε σκοτώσουνε στο τέλος, αν τα αφήσεις: η φλόγα, αφού κάψει όλα τα σκοτάδια σου, αφού παραγάγει θερμότητα και ίσως λίγο φως, θα κατάκαψει εσένα· ο παγετός θα κάνει να εκραγούν όλα τα τριχοειδή της ψυχής σου, όλες οι λεπτές δομές που σε κάνουν αυτόν που είσαι, είναι μαύρος πάγος και γάγγραινα που θα σε σκοτώσει -- αν δε χωρίσεις.

Κάποιες εποχές έβλεπαν με καχυποψία το ερωτικό πάθος, δηλαδή τη φλόγα. Υποτιμούσαν τη θερμότητα που άφθονα εκλύει και αγνοούσαν επιδεικτικά το εφήμερο αλλά σκληρό φως που παράγει, φως που μας affina και μας καθαίρει. Έμεναν στην τρέλα και στον πόνο, στην άγρια πείνα που φέρνει, στο ότι καταλύει τις κοινωνικές συμβάσεις και στο ότι διαλύει τις συμβατικές κοινωνικές σχέσεις. Η δικά μας εποχή βλέπει με καχυποψία και συγκατάβαση τον χωρισμό, τον ακρωτηριασμό που σταματάει την πρόοδο του γαγγραινώδους παγετού. Αναγνωρίζει ότι πρόκειται για ένα φρικτό τέλος που μας γλυτώνει από μια φρίκη χωρίς τέλος -- είναι όμως (πάντα) φρικτό; Η εποχή μας μένει στην τρέλα και στον πόνο του χωρισμού, στην άγρια μοναξιά που φέρνει, στο ότι καταλύει τις κοινωνικές συμβάσεις και στο ότι διαλύει τις συμβατικές κοινωνικές σχέσεις.

Εγώ πάλι νομίζω ότι πρέπει να είμαστε ευγνώμονες για τον χωρισμό. Δε με ενδιαφέρει να φτιάξω μια χονδροειδή αντιθετική σχέση πάθους και παγετού που οδηγεί στον χωρισμό. Λίγη διαλεκτική είναι αναπόφευκτη, αλλά πέρα από τη συμμετρία του σχήματος, με απασχολούν άλλα.

Το πάθος, η φλόγα, θα σβήσει. Πάντα σβήνει. Σε πέντε-έξι τέρμινα. Το πότε ακριβώς, εξαρτάται: ίσως όταν καταναλώσει όλα τα σκοτάδια, ίσως όταν διατρέξει σα δασική πυρκαγιά όλο το σώμα επανειλημμένα με τον επιλεκτικό τρόπο που κάθε καινούργιο πάθος το καίει, ίσως όταν η θερμότητα που εκλύει καταστρέψει τα πάντα γύρω του, ίσως προκαλώντας ασφυξία στον εαυτό του καταναλώνοντας και την έσχατη ανάσα οξυγόνου, ίσως και με άλλους τρόπους. Το θέμα είναι ότι το πάθος θα αναλώσει και θα αναλωθεί -- μπορεί και να αλώσει. Μετά τι;

Αν το πάθος έχει πετύχει να φέρει κοντά δύο ανθρώπους, όπως θέλουμε να πιστεύουμε ότι συνήθως συμβαίνει, κατόπιν τα πράγματα παίρνουνε τον δικό τους μοναδικό και ανεπανάληπτο δρόμο: συνταγές στα ανθρώπινα δεν υπάρχουν. Αν λοιπόν μετά το πάθος παραμείνουνε μαζί οι εραστές, μένουνε μαζί είτε λόγω αδράνειας και κοινών εξωτερικών παραγόντων (π.χ. χρέη, εφορία, σπίτια, πράσινες κάρτες κτλ.), είτε λόγω προσωπικής ευθύνης και καθήκοντος, είτε λόγω άλλων δεσμών. Η αδράνεια, η απλή συνήθεια και οι συμβατικές υποχρεώσεις ποσώς με αφορούν. Η ευθύνη και το καθήκον είναι λίγο πολύ αυτονόητα κίνητρα: είτε για χάρη των παιδιών, είτε γιατί αισθανόμαστε ότι ο άλλος ή η άλλη έχουνε την ανάγκη μας παραμένουμε στο ζευγάρι, αγοράζοντας ακριβά ηθική ανωτερότητα, κάνοντας το σωστό. Πόσες φορές έχω ακούσει ότι "δεν μπορώ να χωρίσω γιατί η Χ / ο Ψ θα μείνει έρμαιο / θα γίνει κομμάτια / θα σαλτάρει / θα πεθάνει".

Και φτάνουμε στους "άλλους δεσμούς". Ίσως είναι η αγάπη: ποιος δε θέλει να είναι κοντά σε αυτόν ή σε αυτήν που αγαπάει. Αλλά μάλλον είναι άσχετη η αγάπη: άλλωστε, ένα από τα υπέροχα παράδοξα της αγάπης είναι ότι αντέχει και την απόσταση -- όπως και τόσα άλλα. Ίσως είναι ότι το ζευγάρι έχουνε γίνει ενός είδους fuck buddies (σε κλειστή ή, σπανιότερα, ανοιχτή σχέση): στο κάτω κάτω, ζευγάρι χωρίς κάποιου είδους σεξ δεν υπάρχει -- μέχρι και οι μανάδες μας μας τα έλεγαν αυτά. Όμως το fuckbuddyλίκι είναι πολύ ευάλωτο σε ένα καινούργιο πάθος. Ίσως είναι και κάτι άλλο που μας κρατάει κοντά: η αίσθηση ότι ο άλλος ή η άλλη δεν είναι απλώς κομμάτι της ιστορίας μας -- άλλωστε όλοι και όλες που (δεν) κάναμε κάτι (τελικά) είναι κομμάτι της ιστορίας μας: από την αρπαχτή της Ίου μέχρι την ορφανή της Χίου, από τον τσοντόβιο αθλητή μέχρι τον μπαρόβιο με την κοιλιά κτλ. κτλ. Αυτό το άλλο που μας κρατάει κοντά είναι ότι ο άλλος ή η άλλη είναι κομμάτι από τη ζωή μας. Αυτό που μπορείς να πεις "έρωτα μετά το πάθος".

"Α, να!", θα πούμε όλοι όσοι μένουμε με πείσμα σε μια σχέση μετά το ερωτικό πάθος, "αυτό έχουμε: έναν πνευματικό δεσμό, το δέσιμο που έχουνε δυο άνθρωποι που ο ένας είναι ουσιαστικό κομμάτι της ζωής του άλλου: δε χωρίζουμε εμείς". Κι όμως, όποιος και αν είναι ο δεσμός μας με το ταίρι μας (σύμβαση κι αδράνεια, καθήκον, αγάπη, fuckbuddyλίκι, 'έρωτας'), είναι μεγάλη, πολύ μεγάλη, η πιθανότητα μια μέρα, στα εφτά τέρμινα ή στα πολλαπλάσια του εφτά τέρμινα, να ενσκήψει ο παγετός.

Αυτό το αρνητικό πάθος, προχωράει σιγά αλλά σταθερά, αντίθετα με τη φλόγα του πάθους που αναπηδάει και κάνει ό,τι κάνει με προόδους τρελές. Μαραίνει πρώτα τα καθημερινά ή μαραίνει πρώτα τα μεγάλα, προκαλεί ναυτία και ανηδονία και πολύ πέρα από τα κρεβάτια. Σβήνει τα χρώματα και σαν κακός παραγωγός χορευτικών επιτυχιών αφήνει μόνο το μπιτ της ρουτίνας και ένα επίμονο κοντίνουο υποχρεώσεων, κύκλους καθηκόντων και ανούσιων περισπάσεων. Αφαιμάσσει από κάθε χαρά τα πάντα, εξαχνώνοντας την ευτυχία από τα μικρά πράγματα -- δηλαδή από εκεί όπου πράγματι ευδοκιμεί η ευτυχία. Μαζί με τη σχέση μαραίνονται και οι άνθρωποι. Πολλές φορές τα ζευγάρια αισθάνονται τη ζωή να στραγγίζει από πάνω τους και από πάνω από τη σχέση και προσπαθούνε να ξεφύγουν από την κινούμενη άμμο όπου έχουνε πέσει: καταφεύγουν σε τετ-α-τετ, σε ακόμα ένα παιδί, σε μεταναστεύσεις, σε ερωτικούς πειραματισμούς, σε νέες ρουτίνες, σε συμβούλους γάμου, σε γενναίες αποφάσεις να αλλάξουνε ζωή. Ενίοτε δουλεύει κάτι από αυτά: ούτε συνταγές αλλά ούτε απόλυτη ματαιότητα υπάρχει στα ανθρώπινα. Συνήθως όμως δε δουλεύει κάτι από αυτά και το βρυκολάκιασμα συνεχίζεται. Το βρυκολάκιασμα φέρνει καβγάδες και διαρκή ένταση, η αξιοπρέπεια διαβρώνεται και χάνεται: στο τέλος ο άλλος ή η άλλη είναι εχθρός σου, όπως και ο εαυτός σου είναι πια εχθρός σου.

Εκεί πρέπει να έρθει η λύτρωση: ο χωρισμός. Αν το πάθος μάς κάνει ανθεκτικούς στον πόνο, ο χωρισμός απαιτεί να αντέξεις την προσδοκία του πόνου. Να ακρωτηριάσεις και να καυτηριάσεις. Για να σώσεις ό,τι μένει από τη σχέση δυο ανθρώπων, αν μένει κάτι, και για να σωθείς από το να αποξηρανθείς εντελώς και να γεράσεις, να απωλέσεις την αξιοπρέπεια και (κυρίως) κάθε δυνατότητα για χαρά.

Το νερό είναι προϊόν καύσης: καμενο υδρογόνο. Το νερό μπορεί να ξεδιψάσει, μπορεί να δροσίσει και μετά να στεγνώσει, μπορεί και να πνίξει. Μόνο να αναφλεχθεί δε γίνεται, είναι ήδη καμένο.

Ο χωρισμός δεν είναι ήττα, είναι σωτηρία. Κανείς δε χώρισε πρόωρα, οι περισσότεροι χωρίσαμε πολύ αργότερα από όταν έπρεπε, άντε στην ώρα μας αν ήμασταν τυχεροί. Και στο κάτω κάτω, κανείς χωρισμός δεν είναι αμετάκλητος -- εκτός και αν πρέπει να είναι αμετάκλητος.

GatheRate

Πέμπτη, 25 Ιουλίου 2013

Ο διπλανός ο άνθρωπος

Μ' αρέσει να πηγαίνω στο σπίτι του Σ.Π. Το λέω χαϊδευτικά cottage, αν και είναι ένα τυπικότατο διαμέρισμα σε μια τυπική πολυκατοικία: πρόκειται για inside joke τυλιγμένο μέσα σε inside joke. Το έχει μόλις 4-5 χρόνια, πιο πριν έμενε με τη μαμά του και, όσο να 'ναι, το καμαρώνει. Πάω πού και πού τα βράδια και κάθομαι με τον Σ.Π. και πίνουμε στο μπαλκόνι του, κάνουμε πλάκα, κοιτάμε τον κόσμο από κάτω και το ελάχιστο αλσύλλιο απέναντι. Τα λέμε. Μας διακόπτουν ξεκούμπωτα μηχανάκια στον δρόμο, μηκυθμοί λεωφορείων, αναστεναγμοί από υπνοδωμάτια προσόψεως απέναντι. Το καλοκαίρι αυτά. Επίσης, πού και πού μας διακόπτει μια φωνή σαν από νυχτοπούλι, ένας σαν λυγμός που βγαίνει σε καθαρές νότες από λαρύγγι. Ανθρώπινος αλλά απόκοσμος. Δεν ξέραμε από πού προέρχεται αλλά μας πάγωνε το αίμα. Λίγο, αφού δεν ξέραμε και τι ήταν.

Όταν τον επισκέπτομαι τον χειμώνα, τη βγάζουμε στο κρύο σαλόνι του -- θέρμανση δεν πολυανάβουν στην πολυκξατοικία του από τον καιρό που νοίκιασε το cottage, πολύ πριν την κρίση. Κλείνουμε και τα πατζούρια, τραβάμε και τις κουρτίνες, μήπως και παγιδέψουμε λίγη ζέστη. Καθόμαστε στο σαλόνι και πίνουμε τζακ και τζιν, καπνίζουμε, βλέπουμε τηλεόραση και πίνουμε και καναν μπάφο. Εκεί στο CSI θα ακουστεί από κάπου πάλι αυτός ο λυγμός, ο ικετευτικός λαρυγγισμός που θα μπορούσε να είναι πολύ άρρωστος, ένα άλαλο γέλιο. Κάνουμε πως δεν τον ακούμε. Τι να είναι. Ζώο δεν είναι. Είναι άνθρωπος.

Φέτος το καλοκαίρι, πάλι στο μπαλκόνι. Ιούνιος, ζέστη. Ο Σ.Π. άναψε κάτι αρωματικά κεριά, έφερε από μέσα ένα σακουλάκι, έστριψε τσιγάρο σκέτο και με κέρασε. Τον ρώτησα αν δε φοβάται να θυμιατίσει στο μπαλκόνι: οι από κάτω φαίνονταν να έχουνε βγάλει τραπεζάκια κήπου στο μπαλκόνι τους, οι περισσότερες μπαλκονόπορτες στην πρόσοψη ήταν μισάνοιχτες. Μου έδειξε προς τα εκεί που δεν πιάνει μελάνι και άναψε.

Σε λίγο άκουσα το διπλανό πατζούρι να σηκώνεται και να ανοίγει η μπαλκονόπορτα. Θορυβήθηκα όσο να 'ναι, αλλά ο Σ.Π. μού είπε χαζογελώντας ότι δίπλα μένει ένας μοναχικός τύπος, που απλώς βγαίνει στο μπαλκόνι πού και πού. Δε μιλάει ποτέ σε κανέναν, δεν έχει όνομα στο κουδούνι: μάλιστα οι προηγούμενοι ένοικοι του cottage έλεγαν ότι το διπλανό διαμέρισμα το έχουνε για γκαρσονιέρα. Ο Σ.Π. μου είπε ότι ο διπλανός πρέπει να φοράει παντελόνια με εντελώς ξεχειλωμένες τσέπες, αφού αναδεύει μέσα τους ρυθμικά μεγάλες ποσότητες ψιλών -- κι έτσι καταλαβαίνεις και πότε βγαίνει στο μπαλκόνι. Θορυβήθηκα λοιπόν ακόμα περισσότερο όταν άκουσα αυτό ακριβώς το ρυθμικό λίχνισμα ψιλών πάρα πολύ κοντά, ακριβώς πίσω από το γυάλινο ημιδιαφανές χώρισμα των μπαλκονιών, με τη σκιά του διπλανού ανθρώπου να προβάλλεται πάνω του. Είδα τη σκιά να στέκει και μετά, αστραπιαία, το πρόσωπο του να ρίχνει μια ματιά στο μπαλκόνι του Σ.Π., σκύβοντας πάνω από το κάγκελο. Πάγωσα και γούρλωσα τα μάτια. Ο Σ.Π., που είχε την πλάτη γυρισμένη, έσκασε στα γέλια. Η σκιά μίκρυνε πάνω στο ημιδιαφανές τζάμι και το λίχνισμα των ψιλών στην τσέπη της σταμάτησε.

Εκείνη τη στιγμή, ο γνώριμος λυγμός που κάνει το νυχτοπούλι, ο σχεδόν σαρκαστικός λαρυγγισμός, αυτό το σαρδόνια απόκοσμο κλάμα ακούστηκε από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα του διπλανού διαμερίσματος. Αυτή τη φορά μάς διέκοψε κανονικότατα: όχι μόνον η σκιά εξαφανίστηκε από το τζάμι, αλλά την ακούσαμε να απευθύνεται ψιθυριστά σε κάποιον. Κατόπιν η μπαλκονόπορτα του διπλανού έκλεισε, σχεδόν με βία, και αμέσως έπεσε και το πατζούρι. Ο Σ.Π. μάζεψε κακήν κακώς το τραπέζι, έσβησε τα κεριά και με τα μάτια πρησμένα με έμπασε μέσα, έκλεισε μπλακονόπορτα και πατζούρι και άρχισε περίπου να φωνάζει "τι ήταν αυτό ρε μαλάκα, τι έγινε τώρα; τι ήταν αυτό;", κάτι που κράτησε για κανα τέταρτο.

Καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι το διαμέρισμα του διπλανού είναι μια μικρή οικιακή φυλακή κάποιου με διανοητική υστέρηση. Ότι πίσω από τη λεπτή μεσοτοιχία του cottage βρίσκεται φυλακισμένο κάποιο ανάπηρο παιδί ετών τριαντακάτι, κατά τα ελληνικά έθη που κρατούν τον ανήμπορο άνθρωπο μέσα και μακριά από παράθυρα. Βεβαίως η φαντασία μας οργίασε σχεδόν προεφηβικά -- όπως όταν είχαμε βρει στο πάρκο όταν ήμασταν έκτη μια ωμοπλάτη αρνιού και λέγαμε ότι γίνονται θυσίες στον Οξαποδώ.

Πάντως, στον Σ.Π. έχω να ξαναπάω από τότε, ενώ ο Σ.Π. κάθεται καλοκαιριάτικα στο σαλόνι, κάτω από το κλιματιστικό, παίζει απαλή μουσική και πίνει αυτή την μπυρολεμονάδα του συρμού.

GatheRate

Δευτέρα, 22 Ιουλίου 2013

Δεν είμαι θερολάτρης

Δεν είμαι θερολάτρης. Καθόλου μα καθόλου. Αλλά χρειάζεται μια ειδικού τύπου γενικευμένη αναπηρία για να μην μπορείς να χαρείς όσα σου προσφέρει το καλοκαίρι, μια αναπηρία που δεν έχω. Μπαίνεις στο τραμ, χωρίς λεφτά και χωρίς κινητό. Κολυμπάς σε μια παραλία νησιωτικών προδιαγραφών. Παίρνεις το τραμ. Τρεις γερμανίδες λες και είναι για νυχτερινή έξοδο στη Στουτγάρδη δίπλα σου: όμορφες, φορώντας πλατφόρμες, κρατώντας τσαντάκια. Απέναντι μια οικογένεια Πολωνών λέει φωναχτά τα ονόματα των στάσεων. Φτάνεις σπίτι. Τρως. Κοιμάσαι. Αχ, αυτός ο ανίδρωτος μεσημεριανός ύπνος της Αθήνας. Αχ. Δε θα καταλάβετε ποτέ όσοι ζείτε στην Αθήνα. Κι είναι και που, μέχρι στιγμής, μας φέρθηκε καλά το καλοκαίρι.

Χτες στα Εξάρχεια βρέθηκα με έναν φίλο που είχαμε να βγούμε από το 1996. Περπατήσαμε, μιλήσαμε. Τα Εξάρχεια έβγαζαν ζωή και ευεξία και χαρά (ναι, χαρά) που είχα να δω από το 2009 στην Κολωνία. Για πρώτη φορά μετά από τρία χρόνια στη νεκρή Πανεπιστημίου, στη σκυφτή Σταδίου, στην αμήχανη Πλάκα και την κάπως παραζαλισμένη Αρεοπαγίτου, στο αέναα χυδαίο Κολωνάκι και στους αποξηραμένους Αμπελοκήπους, στο προστυχούτσικο Γκάζι και την ασυνάρτητη Συγγρού είχα την αίσθηση ότι περπατάω σε μια ζωντανή πόλη ζωντανών ανθρώπων.

Τα θυμάμαι τα Εξάρχεια όταν, ελέω ΕΛ.ΑΣ., τα κατέλαβαν οι πρεζέμπορες και κυκλοφορούσε ο καθόλα δεξιός κι αξιοπρεπής θειος μου, που έμενε Τοσίτσα κι Ερεσσού γωνία, μοιράζοντας εικοσάδραχμα και πενηντάδραχμα στα καμένα πρεζάκια. Τα θυμάμαι τα Εξάρχεια και υπό πλήρη αστυνομική κατοχή. Τα θυμάμαι και πιο τρέντυ. Με τόση βοή ζωής, με τόση ευεξία δεν τα θυμάμαι. Έφαγα κεμπάπ στον Σάββα, θαύμασα τα θηλυκά πλήθη (επίτηδες το κάνουν), ανακατεύτηκα με τους πιτσιρικάδες, πειράχτηκα με όσους με είπανε γέρο, μελέτησα κρασιά σε πλαστικά δίλιτρα, φτηνές ουκρανικές μπύρες και αξιοπρεπείς βουλγάρικες λάγκερ. Πέρασα από το Κ-Βοξ. Άκουσα χιπ χοπ στην Κωλέττη στο πάρκινγκ. Λιβανίστηκα. Έψαξα έναν Φίλο στον Μαύρο Γάτο. Είδα κάτι αναβάτες του Δία και της Δέλτα να τρέχουν άσκοπα αλλά δειλά πάνω σε πεζοδρόμους, περνώντας τρεις φορές από το σημείο που καθόμουν. Και περπάτησα. Περπάτησα.

Ξέρετε, πρόλαβα την εποχή που ο κόσμος έβγαινε έξω χωρίς να χρειάζεται να καταναλώσει πολύ. Μεγάλωσα και δίπλα σε ένα μεγάλο πάρκο, άλλωστε. Από την άνοιξη και μετά, οι ερωτευμένοι κατέφευγαν στα πάρκα και στις πλατείες και στους πεζοδρόμους που πρωτοέφτιαξε ο Μπέης για να φιληθούν και ίσως κάτι παραπάνω, οι γονείς για να κοινωνικοποιηθούν (και κάτι παραπάνω), οι ηλικιωμένοι για να πάρουν αέρα. Οι υπόλοιποι καθόμασταν σε παγκάκια και τα λέγαμε με κανα παγωτό και καμμιά μπύρα. Μετά ήρθαν τα νάιντιζ και τα ζίροουζ κι όλοι σχεδόν ήθελαν να "κάθονται κάπου" για να κοινωνικοποιούνται, να ξεφυλλίζουν περιοδικά κομμωτηρίου, να πληρώνουν τραπεζοκάθισμα και να παίζει Fashion TV σε οθόνες. Επικράτησαν οι παιδότοποι και κάτι μπαρ που μόνον αλκοόλ δεν ξέρουνε να σου σερβίρουν, οι καφετέριες κυριλέψαν, οι ηλικιωμένοι αλυσοδέθηκαν μπροστά στον Άλφα και στον Σταρ, τα πάρκα και οι πλατείες και οι πεζόδρομοι άδειασαν από γηγενείς (τρομάρα) και γέμισαν ξένους ταλαιπωρημένους από καύσωνες και αφεντικά. Και οι γηγενείς τότε βρήκαν ακόμη έναν λόγο να μην κάθονται σε πάρκα, πλατείες, πεζόδρομους. Μέχρι και οι παιδικές χαρές είχανε "γεμίσει αλβανάκια". Με την κρίση, όσοι ταύτισαν το ξέσκασμα με την κατανάλωση, όσοι είχαν απαρνηθεί και τυπικά τους δημόσιους χώρους των πόλεων, ορφάνεψαν. Καθόλου μα καθόλου δεν τους λυπάμαι.

Θα με πείτε "dark and brooding", που με είχε πει η AKG, λες και ήμουνα φτηνό νουάρ μυθιστόρημα -- μπορεί όμως και να ήμουν τότε. "Proud Greek", με έλεγε επίσης, που μούτρωνα εύκολα. Μα εγώ είμαι πρόσχαρος άνθρωπος, εύθυμος, γελαστός. Ασχέτως αν αποφεύγω να γελάω για σκοπούς αντισεισμικής προστασίας.

GatheRate

Σάββατο, 20 Ιουλίου 2013

Στου Στρέφη

Αυτή η πόλη, που ελάχιστα εκτιμήθηκε και ακόμα λιγότερο αγαπήθηκε, έχει πολλές γωνιές απροσδόκητης ομορφιάς. Συνήθως βέβαια δεν πρόκειται για την κουκλίστική ομορφιά μιας γειτονιάς-μουσείου ή κάποιου εύτακτου σκηνικού καρτ ποστάλ, αλλά για την ομορφιά που δημιουργούν πολλοί άνθρωποι συναγμένοι.

Ήμουνα τις προάλλες με φίλους στον λόφο του Στρέφη, σε ένα υπαίθριο ουζερί που είχα να πάω 17 χρόνια, μάλιστα με την εκεί παρουσία μας μάλλον ανεβάσαμε τον μέσο όρο ηλικίας. Μου έκανε εντύπωση η ευεξία που έβγαζαν προς τα έξω οι νέοι άνθρωποι στις παρέες τους, και δεν είμαι καθόλου σίγουρος ότι αυτή ήταν η διάθεση που βγάζαμε εμείς ως θαμώνες πριν 17 χρόνια.

Περιμένοντας τους υπόλοιπους της παρέας (έφτασα πρώτος), παρατήρησα ότι το μαγαζί ήτανε γεμάτο. Αναρωτήθηκα αν αυτό είναι το θέαμα της κρίσης, της αψιλίας, της εξαθλίωσης. Έχουμε μάθει να σκεφτόμαστε ως δικηγόροι του διαβόλου, εκπαιδευμένοι από τα ΜΜΕ στην αυτομαστίγωση και στον ηθικολογικό ψόγο της ζωής μας. Έχουμε εσωτερικεύσει την ενοχή που θα έπρεπε να φέρουν όσοι πλούτιζαν τον καιρό του λεγόμενου "πάρτυ", και οι οποίοι και τώρα τα πάνε μια χαρά. Αυτή είναι η μεγάλη παράδοση του αθηναϊκού χρονογραφήματος, η ερμηνευτική προσέγγιση "δεν είμαστε λαός / πού είναι το κράτος", εμπλουτισμένη με τα κλισεδάκια της μνημονιακής εποχής. Η κριτική μας ικανότητα ποδηγετείται από τον μώμο και την περιφρόνηση, σχεδόν εξ ολοκλήρου πια. Άλλωστε, η συλλογική αυτομεμψία εξασφαλίζει ότι δεν θα αποδωθούν οι εντελώς πραγματικές ευθύνες εκεί όπου πρέπει.

Με τους υπόλοιπους της παρέας συζητήσαμε την πιένα του υπαίθριου ουζερί. Μετά καταλάβαμε ότι όποιοι δεν μπορούνε να πάνε διακοπές, ανεβαίνουνε στου Στρέφη και σε άλλους λόφους για δροσιά, αφού οι διακοπές είναι πανάκριβο χόμπι τώρα πια, στον καιρό της ακτοπλοϊκής απελευθέρωσης. Επιπλέον, κοιτώντας γύρω, βλέπαμε περισσότερο κέφι, ευεξία και φτηνές μπύρες, παρά πειστήρια γαστριμαργικών καταχρήσεων. Ο διορατικότερος ανάμεσά μας επισήμανε ότι επιστρέφουμε σε μια Ελλάδα της δεκαετίας του '70 και σε αυτόν τον τομέα.

Την επόμενη μέρα σκέφτηκα ότι οι διακοπές είναι προνόμιο. Τις πρωτοκαταλάβαμε ως προνόμιο όταν οι τράπεζες μάς έδιναν διακοποδάνεια για να πάμε να ψωνίσουμε στο Λονδίνο ή στο Μιλάνο και να πιούμε καφέ στο Empire State (μα δεν τους έχει πει κανείς ότι ο καφές στην Αμερική είναι χάλια;). Μετά τις είδαμε να θεσπίζονται ως προνόμιο όταν λ.χ. στο Κουφονήσι κατέβηκαν τα αγροτικά 4x4 των εντελώς αστών, όπου χωρίς κράτηση εξοριζόσουν στην τρίτη από τις ταβέρνες της Χώρας. Σκέφτηκα ότι οι διακοπές δεν θα έπρεπε να είναι προνόμιο, ότι οι άνθρωποι θα έπρεπε να έχουνε τη δυνατότητα για λίγες μέρες να μην κάνουν τίποτα.

Ο νους μου ξαναγύρισε στους εικοσάρηδες στου Στρέφη, που πέρναγαν καλά χωρίς πολλά λεφτά. Οι περισσότεροι πρέπει να ήτανε φοιτητές, σκέφτηκα ότι θα έπρεπε οι σπουδές τους να τους δίνουν την ευκαιρία να σπουδάσουν και να μελετήσουν, επίσης να κοινωνικοποιηθούν και να πολιτικοποιηθούν, αλλά και να κάνουνε λάθη, να χασομερήσουν, να ψαχτούν, να χάσουνε την μπάλα και να αλλάξουνε γνώμη και οπτική (πολλές φορές). Ναι, με τα λεφτά του κράτους. Ναι, τέτοιες ώρες τέτοια λόγια. "Χαμένη γενιά" τους λένε. Αλλά η εντύπωση που μου άφησαν, με την ευεξία και την έλλειψη νεοελληνικής κλάψας που τους χαρακτήριζε, ήταν ότι μπορεί να είναι αυτοί που θα ανακόψουν το φασιστικό μέλλον του Newspeak, της βαρβαρότητας και της ευέλικτης δουλείας. Αρκεί να μη χάσουνε κι αυτοί το κέφι τους.

Για τη στήλη 'Blogs in print' της Ελευθεροτυπίας της 20.VII.2013

GatheRate

Παρασκευή, 19 Ιουλίου 2013

Σημειώσεις για την προπαγάνδα της κυβέρνησης Σαμαρά: οι ναζί και τα άκρα

Επειδή έχω ανάγκη τις ανακεφαλαιώσεις κι επειδή άλλο να διαβάζεις για τη Ρουάντα, για την Ινδονησία, για τη Γερμανία της Βαϊμάρης και για εκείνη του '33-'38, για την Ανοικοδόμηση του μετεμφυλιακού Νότου, για το κινεζικό προτεκτοράτο, για το Ισραήλ μετά το 1967 κτλ. και άλλο να ζεις κάτι από κάθε τι από αυτά:
  • Η κυβέρνηση παριστάνει το μετριοπαθές κέντρο ανάμεσα στα βρωμόστομα και βίαια άκρα. Και τα δύο άκρα είναι ασόβαρα και γραφικά, αλλά επικίνδυνα.
  • Τα άκρα βλάπτουν εξίσου την Ελλάδα. Τη βλάπτουν σε επίπεδο ρητορικής και εικόνας.
  • Το ναζιστικό άκρο αντιδρά στη διάλυση και στην αριστερή ανομία.
  • Παράλληλα, η αριστερή βία είναι διαλυτική και καθολική, σαρωτική, (κάτι που ανησυχεί -- δικαιολογημένα -- τους νοικοκυραίους) ενώ η ναζιστική βία είναι περιπτωσιολογική και επιλεκτική: ένα μεμονωμένο καθέκαστο που αφορά μόνον τον ξένο, τον ανάρχα, τον πούστη κτλ.
  • Η κυβέρνηση αναγκάζεται
    • να ξεπουλήσει τη χώρα για να μας σώσει,
    • να διαλύσει το κράτος Πρόνοιας, την Παιδεία και άλλα λιλιά όπως η εργατική νομοθεσία για να εξοικονομήσει πόρους,
    • να καταργήσει στην πράξη (έστω "κολοβώσει") το δημοκρατικό πολίτευμα υπό την απειλή της διαλυτικής καθολικής αριστερής βίας και σε πείσμα της ηγεμονίας που οι αριστερές ελίτ διανοουμένων ασκούν επί ενός κατά βάση φιλήσυχου και νομοταγούς λαού.
  • Η κυβέρνηση αναγνωρίζει επίσης την απήχηση της ναζιστικής ρητορικής στον λαό. Ενδεχομένως αναγνωρίζει και ότι η απήχηση αυτή είναι σχεδόν αναπόφευκτη συνέπεια της εθνικιστικής ρητορικής και του πατριωτικού σολιψιστικού οίστρου από το 1989, τώρα που η ρητορική αυτή βρέθηκε μέσα σε συμφραζόμενα εξαθλίωσης και πολιτικής κρίσης. Συνεπώς ενσωματώνει μέρος της ναζιστικής ρητορικής για να την κανονικοποιήσει.
  • Η κυβέρνηση είναι έτοιμη να κυβερνήσει μέσα από τα ερείπια αλλά αναγνωρίζει ότι μάλλον θα κυβερνήσει μέσα στα ερείπια.

GatheRate

Κυριακή, 14 Ιουλίου 2013

Η προέλευση του κόσμου (Περπατώντας και πάλι ΙΙ)

στο Βυτίο, που του αρέσουν αυτά, και στον radio_sociale, που τα καταλαβαίνει. Και στον Contrabbando, που τον αγαπώ.


Ναι, η προσωπολατρία είναι ένα χάλι, σκέτη κατάπτωση, ένα ζωωδώς αφελές ένστικτο· τι να πει πια κανείς που να μην είναι κοινότοπο για το θέμα. Ναι, we shouldn’t be looking for heroes, we should be looking for good ideas. Αλλά δεν μπορώ να αποβάλω τον παιδικό θαυμασμό μου απέναντι στους ζωγράφους και, λιγότερο, απέναντι στους μουσικούς. Οι ζωγράφοι, ρε συ. Δημιουργούνε χώρους, κόσμους ολόκληρους (όπως μόνον οι γυναίκες μπορούν να κατασκευασουνε γύρω τους από το μηδέν και να τους κατοικήσουν) και όνειρα (αλλά αυτά διατίθενται σε προσιτές τιμές πια) με μπογιές και τέτοια.

Χτες ήτανε σπουδαία μέρα λοιπόν. Κουτσαίνοντας (θα γιάνει, είπαμε) έφτασα στο Μουσείο Μπενάκη στην Πειραιώς, αφού περιπλανήθηκα λίγο στο Γκάζι κάτω από τον ήλιο. Το Γκάζι στην ημέρα: κάποιοι από τους παλιούς κατοίκους του ορατοί, το φως της μέρας πιο δυνατό από τις σκιερές προσόψεις των κλειστών μαγαζιών, το επιμελώς κρυμμένο αρχιτεκτονικό τοπίο της τέως φτώχειας και νυν παρενδυτικής τρεντίλας. Σημεία του "awful daring of a moment's surrender / which an age of prudence can never retract", αλλόκοτα μέσα στο πανταχόθεν "μεσογειακό φως που διαλύει το τοπικό χρώμα". Και μόνο για αυτή την μάλλον κοινότοπη επισήμανση θα άξιζε να πάω στην ξενάγηση που έκανε ο Κυριάκος Κατζουράκης στην αναδρομική του έκθεση. Άλλωστε ο Κατζουράκης είναι ο αγαπημένος μου Έλληνας ζωγράφος (ναι, στην αναδρομική του Λούσιαν Φρόυντ στο Λονδίνο με μάζευαν). Και είναι και ωραίος δάσκαλος.

Πήγα νωρίς για να δω την έκθεση πριν την ξενάγηση.  Ένα θαύμα ήταν εκεί μέσα. Ενώ στις πινακοθήκες με πιάνει συνήθως μια μανία να πεταχτώ έξω, να κάνω μια γύρα και να φύγω, εκεί πάλι ήθελα να κάτσω κάτω, να κάνω παρέα στους πίνακες. Στο τέλος της ξενάγησης πλησίασα τον ζωγράφο και τον ρώτησα αν μπορώ να του σφίξω το χέρι. Με κοίταξε έκπληκτος. Του εξήγησα ότι το 1994 είδα σε μια γκαλερί το "Νανούρισμά" του. Δεν του είπα ότι τότε τρία πράγματα συνέβησαν ταυτόχρονα: με μάγεψε το έργο, με γήτεψε δηλαδή, και αγάπησα το έργο του Κατζουράκη. Και άλλαξε τεκτονικά ο τρόπος που σκέφτομαι και νιώθω. Το έργο, αν και ερωτικό (ένας άντρας γονατισμένος μπροστά σε μια καθισμένη γυναίκα την προσκυνάει εκεί που της πρέπει τιμή και συγκίνηση, με πείνα κι έκσταση) είχε πνευματική επίδραση πάνω μου. Για χρόνια δεν ήμουνα σίγουρος αν λέγεται "νανούρισμα" ή "προσευχή" το έργο: τα όσια και τα ιερά δεν τα γκουγκλάρουμε, οι μνήμες πρέπει να μένουν, όσο γίνεται, ασαφεις κι ασυνεπείς και ασχημάτιστες. Γιατί με επηρέασε έτσι; δεν έχω ιδέα· μπορεί να έφταιγε και το κίτρινο, ένα κίτρινο που ξανασυνάντησα πολλές φορές στην έκθεση στο Μουσείο Μπενακη. Δεν ξέρω. Ήτανε πάντως μια πνευματική εμπειρία, έντονη και διαρκής. Θεοτική. Δε με έκανε πανθεϊστή ή ηδονιστή ή τίποτε τέτοιο. Δε μου αποκάλυψε πτυχές του numinus που δεν ήξερα, άλλωστε το πρώτο πράμα που μαθαίνεις για τον έρωτα είναι ότι ακόμα και η μηχανική του και μόνο μπορεί να σε πετάξει έξω από τον εαυτό σου, στα σύννεφα ή στο οδόστρωμα.

Πόση αντίθεση ανάμεσα στην ασκητικά ερωτική προσήλωση κι αφοσίωση και στη στερητική ασκητίλα, την αστυνόμευση και το κανονιστικό καλούπωμα της ζωής που μας επιβάλλεται. Έβλεπα πρόσφατα φωτογραφίες από την ερημο της Ιουδαίας: το άδειο και άγριο σκηνικό στο οποίο διαδραματίστηκε το αρχετυπικό ασκητικό γεγονός της χριστιανικής πίστης, ο Πειρασμός στην έρημο. Αυτή είναι η μία από τις δύο μονομαχίες μεταξύ Χριστού και Σατανά που καταγράφονται (η άλλη είναι αυτή εδώ) και είναι μάλλον παραγνωρισμένη. Προκαλεί μάλλον αμηχανία στους θεολόγους ότι ο Θεός (το Πνεύμα) στέλνει τον Χριστό στην έρημο να μη φάει και να μην πιει τίποτα για 40 μέρες, απεργός πείνας και ο Κύριος, για να τον βάλει σε πειρασμό ο διάολος. Σικέ δεν είναι το ματς, αν ο Ιησούς είναι Θεάνθρωπος; Δηλαδή αν λύγιζε ο Ιησούς τι θα γινόταν; Τι θα συνέβαινε αν προσκυνούσε έναν πεπτωκότα άγγελο το Πρόσωπο στο οποίο υποστατικώς ενώνονται ο άνθρωπος με τον ιλιγγιωδώς άπειρο και αΐδιο Δημιουργό όλων των κόσμων; Τι θα γινόταν; Άρα σικέ το επεισόδιο; Εξού και ότι σε όλη τη χριστιανοσύνη, μνημονεύεται μόνον η τελική ατάκα κουνγκ φου (το όλο επεισόδιο είναι πάρα πολύ ανατολίτικο στη σύλληψη και στην εκτέλεση) "ύπαγε οπίσω / vade retro". Με εξαίρεση μια εκκλησία στη Βαρκελώνη (δεν πήγα) που λέγεται tibi dabo (όχι ντίμπι ντάι -- είναι το "θα σου δώσω" στα λατινικά), που είναι αφιερωμένη στο περιστατικό.

Τι γίνεται λοιπόν στην περίφημη αυτή μονομαχία Χριστού και Διαόλου στην έρημο της Ιουδαίας; Ας τα πει ο ευαγγελιστής (κατά Ματθαίον 4, 1-11), άλλωστε τα λέει πανέμορφα:

Τότε ὁ Ἰησοῦς ἀνήχθη εἰς τὴν ἔρημον ὑπὸ τοῦ Πνεύματος, πειρασθῆναι ὑπὸ τοῦ διαβόλου. καὶ νηστεύσας ἡμέρας τεσσαράκοντα καὶ νύκτας τεσσαράκοντα ὕστερον ἐπείνασεν. Καὶ προσελθὼν αὐτῷ ὁ πειράζων εἶπεν· Εἰ υἱὸς εἶ τοῦ Θεοῦ, εἰπὲ ἵνα οἱ λίθοι οὗτοι ἄρτοι γένωνται. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπε· Γέγραπται, Οὐκ ἐπ' ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ὁ ἄνθρωπος, ἀλλ' ἐπὶ παντὶ ῥήματι ἐκπορευομένῳ διὰ στόματος Θεοῦ. Τότε παραλαμβάνει αὐτὸν ὁ διάβολος εἰς τὴν ἁγίαν πόλιν, καὶ ἵστησιν αὐτὸν ἐπὶ τὸ πτερύγιον τοῦ ἱεροῦ, καὶ λέγει αὐτῷ· Εἰ υἱὸς εἶ τοῦ Θεοῦ, βάλε σεαυτὸν κάτω· γέγραπται γὰρ ὅτι Τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ ἐντελεῖται περὶ σοῦ καὶ ἐπὶ χειρῶν ἀροῦσίν σε, μήποτε προσκόψῃς πρὸς λίθον τὸν πόδα σου. ἔφη αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Πάλιν γέγραπται, Οὐκ ἐκπειράσεις Κύριον τὸν Θεόν σου. Πάλιν παραλαμβάνει αὐτὸν ὁ διάβολος εἰς ὄρος ὑψηλὸν λίαν, καὶ δείκνυσιν αὐτῷ πάσας τὰς βασιλείας τοῦ κόσμου καὶ τὴν δόξαν αὐτῶν, καὶ λέγει αὐτῷ· Ταῦτά σοι πάντα δώσω ἐὰν πεσὼν προσκυνήσῃς μοι. τότε λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Ὕπαγε ὀπίσω μου, σατανᾶ· γέγραπται γάρ, Κύριον τὸν Θεόν σου προσκυνήσεις καὶ αὐτῷ μόνῳ λατρεύσεις. Τότε ἀφίησιν αὐτὸν ὁ διάβολος, καὶ ἰδοὺ ἄγγελοι προσῆλθον καὶ διηκόνουν αὐτῷ.

Πάει στον απεργό πείνας και του λέει δύο φορές να ασκήσει εξουσία, να χρησιμοποιήσει το προνόμιά Του κάνοντας θαύματα, και μία να πουληθεί ο ίδιος για την εξουσία: φτιάξε και φάε, πέσε να σε αρπάξουν, προσκύνα να σου δώσω εξουσία. Ο πιο εντυπωσιακός πειρασμός είναι ο τρίτος, φυσικά: "προσκύνα να σου χαρίσω τον κόσμο". Όπως λέμε στα σοσιαλμήντια, "η αμήχανη στιγμή" που ο διάολος καρφώνεται ως ο μέγας χορηγός της εξουσίας. Μουάχαχα.

Στο μεταξύ, ο Άλλος, αντικρούει τις προτάσεις με βιβλικές περικοπές, στο πνεύμα των ραβινικών ντιμπέιτ που τόσο αγαπούν οι λαοί των Γραφών, και εγκαινιάζοντας τους ρητορικούς αγώνες όπου δε δίνεις επιχείρημα άλλο από την επίκληση στην αυθεντία. Τη δική Του αυθεντία, στην περίπτωσή μας. Την οποία ο Οξαποδώς έχει προαιωνίως θεαματικά απορρίψει. Αλλού όμως είναι το ζουμί. Το ζουμί είναι ότι στη ρητορική μονομαχία στην έρημο της Ιουδαίας, ο ασκητής Ιησούς αποκρούει όχι το φαΐ, αλλά το θαύμα (δύο φορές), και την εξουσία και τον μεγάλο χορηγό της. Δεν Του φέρνει ο Σατανάς πίτσες να τις φάει, του λέει κάνε εσύ τις πέτρες ψωμί -- αφού είσαι θεούλης. Όταν Εκείνος απαντάει με τσιτάτο, του λέει πέσε να σε πιάσουν και του παραθέτει κι εκείνος τσιτάτο (θυμάμαι τώρα συγγενή μου του πάλαι ΕΚΚΕ να τσακώνεται με άνθρωπο του Κόμματος -- but I digress). Αφού δουλειά με τα "αν είσαι Υιός Θεού" δε γίνεται, ο Σατανάς τελικά βάζει τα μεγάλα μέσα: σε έναν άνθρωπο τρελαμένο από την πείνα και τη δίψα προσφέρει "πάσας τὰς βασιλείας τοῦ κόσμου καὶ τὴν δόξαν αὐτῶν".

Η θριαμβεύουσα ασκητικότητα του Ιησού εδώ δε συνίσταται στη συντριβή του σώματος ή στη θηριώδη καταστολή της ανθρώπινης φύσης (την "τιμωρία της σάρκας", που λένε και οι απανταχού μαζόχες ανά τους αιώνες). Η άσκηση του Χριστού γίνεται με την παραίτηση από τη δύναμη και από τα προνόμια, με την επίκληση (έστω και αυτοπαθητικά εντέλει) της αυθεντίας και -- θεαματικότατα -- την άρνηση της εξουσίας. Η ανατολίτικη μονομαχία του Θεανθρώπου και ενός μοχθηρού και κομπλεξικού δημιουργήματός Του απηχεί μια ασκητική κατά βάση κοινωνική, μια άσκηση που ανοίγει προς τα έξω. Μου θυμίζει κάπως ένα κήρυγμα του Κοσμά του Αιτωλού που λέει "δεν μπορείς να μη νηστεύεις και να μασαμπουκιάζεις όταν πεινάν οι φτωχοί -- μοιράσου το φαγητό σου". Ο Κοσμάς ο Αιτωλός, αν και του αποδίδονται γουάου προφητείες, προφανώς δεν είχε τα εκλεκτά νηστίσιμα εδέσματά μας κατά νου: αστακούληδες, φαλάφελ, καλαμάρι γεμιστό και κονσομμέ καραβίδας.

Βεβαίως, όποιο και αν είναι το ήθος της άσκησης που περιέχεται στο επεισόδιο του Πειρασμού, δεν έχουν όλοι οι απεργοί πείνας την τύχη να έρθουν άγγελοι (ή και άνθρωποι) να τους διακονήσουνε μετά. Εμάς τους υπόλοιπους δεν πρόκειται να μας αφήσει σε χλωρό κλαρί ο κάθε διάολος.

Το "Νανούρισμα" δεν εκτίθεται στην αναδρομική έκθεση του Κατζουράκη. Είμαστε απλώς απλοί άνθρωποι, μας περιορίζει ο τόπος, ο χρόνος, οι αυθεντίες και άλλα πολλά.

GatheRate

Τρίτη, 9 Ιουλίου 2013

Περπατώντας και πάλι

Ah! Εξαιτίας ενός μικροτραυματισμού στη φτέρνα, εδώ και τρεις βδομάδες περπατάω κουτσαίνοντας ελαφρά. Κάθε δεύτερο βήμα και πόνος. Σχεδόν κανείς δεν το προσέχει, άλλωστε όλα είναι λοξά πάνω μου, ζαβά. Το χαμόγελό μου, π.χ. Και πάντα περπατάω άγαρμπα κι ατσούμπαλα, χτυπώντας τις φτέρνες στο οδόστρωμα και στο πεζοδρόμιο "σαν τσέλιγκας". Λες και θα ανοίξουν οι πλάκες και η άσφαλτος. Λες και οι δρόμοι καταλαβαίνουν από οργή κι élan. Περνάει πάντως κι αυτό, η χωλότητα σχεδόν πέρασε κι αυτή. Θα γιάνω.

*

Περπάταγα την Αριστοτέλους σήμερα. Εντυπωσιακός δρόμος, όπως και να το κάνεις, με τις αδιάσπαστες προσόψεις των πολυκατοικιών ένθεν και ένθεν, με την αναλογία πλάτους δρόμου προς ύψος να σε κάνουνε να σκέφτεσαι ότι εδώ είναι πραγματική πόλη, όχι κάποια γειτονιά. Κοίταγα τον ήλιο, τις μουριές, τα καταστήματα, τον κόσμο που περπάταγε στα πεζοδρόμια. Ασύγκριτα πιο εντυπωσιακή από την Αχαρνών, λόγου χάρη, που τη νιώθω σαν μια λεωφόρο παγιδευμένη στη μέση γειτονιών.

Αισθάνθηκα λοιπόν για μια στιγμή την Αριστοτέλους όπως όταν την πρωτοείδα, πολύ μακριά τότε από το πάτριο Γκύζη, πιασμένος από το χέρι γονιού ή θείας μάλλον: με γουρλωμένα μάτια. Όταν ήταν ακόμα καλή γειτονιά αλλά "με θόρυβο, μέσα στο καυσαέριο". Όμως στη χωροταξία και στις αρχιτεκτονικές αναλογίες του δρόμου, ένα στενό πάνω από τη Φυλής, ένα κάτω από την ασυνάρτητη Γ' Σεπτεμβρίου, παραμένουν αποτυπωμένα το όνειρο και το μεγαλείο της πόλης. Όπως την κοίταγα την Αριστοτέλους θα την κοίταξε σίγουρα κάποτε και ο νεοφερμένος από την Γιαουρτοπλαγιά, την Αγκάθα, το Λιθαρίτσι, τα Ντράβαλα, το Ξηρόμερο, τα Καραμπάχανα, τη Μαργίστα, το Μπούκοβο, το Μπαρακλί και το Σουρουκλί, το Κτήμα και τη Στύψη, τη Νέα Μήδεια και την Παλιά Μίλητο, το Γοργορόθι, το Ξωμπορειό και την Βαλανιδιά. Όπως κοιτάμε τους 42 δρόμους στο Μανχάταν σήμερα: κεχηνότες. Κοίταγαν το μεγάλο σκηνικό με τις γραμμές φυγής στην Αριστοτέλους και έβλεπαν όνειρα ελευθερίας και υπόσχεση χαράς ενσαρκωμένα σε μπετό και τούβλο, σε εισόδους πολυκατοικιών με γυαλί και μάρμαρο, ημιυπόγεια καταστήματα και ισόγεια, σε προσόψεις μεγάλων δημόσιων κτηρίων, σε μπαλκονάκια και σε ακάλυπτους και στη θέα στην Ακρόπολη. Και δε βρίσκεται πολύ μακριά από αυτόν τον τόπο της φαντασίας και της επιθυμίας, από αυτό το δομημένο όνειρο, η πόλη-φυλακή, η πόλη του "δεν έχω πάει μέχρι την Ομόνοια".

*

Πέρασα μπροστά από τα γραφεία της ναζιστικής συμμορίας. Έχει και κατάστημα από κάτω, ήταν κλειστό. Αρχικά νόμιζα ότι θα την ξεπλύνουν και θα τη σοβατίσουν τη Συμμορία, όπως έκαναν με το ανεκδιηγήτο φασιστοκόμμα ΛΑ.Ο.Σ. Δε χρειάζεται: κατρακυλάμε όλοι προς το μέρος των ναζί, τον Καιάδα, την Άβυσσο, ή ό,τι άλλο αρχαιοποιητικό θέλετε να αποκαλέσετε τον βοθρολυματικό Τάρταρο του σκότους.

Πέρασα από μπροστά. Ένας τυπάκος που έμοιαζε με υπάλληλο ψησταριάς (μπορεί και να ήταν, δεν επρόκειτο για φουσκωτό ρόμποκοπ πάντως, παρά για κανονικό άνθρωπο) φόραγε ένα μαύρο μπλουζάκι "Χρυσή Αυγή -- Ασφάλεια". Ένα φουσκωτό ρομποκοποειδές φύλαγε όμως την είσοδο. Φόβο δεν ένιωσα, όπως περίμενα να νιώσω. Ούτε αποστροφή. Ούτε τίποτε. Δεν ένιωσα τίποτε. Όπως κοιτούν τα ζώα, αναντίληπτα, κοίταξα: ένα αμάξι χωρίς πινακίδες παρκαρισμένο στο πεζοδρόμιο, η Μεσογείων σιγομουρμούριζε τον μηχανικό της φλοίσβο.

"Ναζιστικό κόμμα", σκέφτηκα στην Κατεχάκη, πάνω στην πεζογέφυρα, λείψανο του Καλατράβα, κοιτάζοντας τα χουντικά πρίσματα του Γουδιού βαμμένα με το φως της δύσης. Ένιωσα κουρέλι -- ράκος, που λένε. Συνειδητοποίησα ότι δεν υπάρχει πια επιστροφή. Καμμία επιστροφή. Τώρα πια, ακόμα και εξέγερση να γινόταν, θα ήτανε πάρα πολύ αργά: θα αποτελούσε χρυσή αφορμή να παραθραυστεί και το τελευταίο θεσμικό πρόσκομμα που εμποδίζει τις ανηλεείς ελίτ να σώσουν -- με τη βία, αν χρειαστεί -- τη Χιλή, την Ινδονησία, τη Γερμανία κτλ. Δε θα χρειαστεί πραξικόπημα, βεβαίως: έκτακτη ανάγκη, κατάσταση πολιορκίας, προεδρικά διατάγματα, ΠΝΠ, υπουργικές αποφάσεις. Τρόποι υπάρχουν. Άλλωστε ούτε οι αποφάσεις των δικαστηρίων χρειάζεται να εφαρμόζονται, ούτε το Σύνταγμα να τηρείται, ούτε στοιχειώδη δικαιώματα να προασπίζονται.

*

Βγήκα από το μετρό στον Ευαγγελισμό και περπάτησα στα τυφλά προς το νοσοκομείο. Κάθησα στο πεζούλι φάτσα στην πτέρυγα Πατέρα. Αν και ποτέ δεν έχω εισαχθεί σαν ασθενής, από το 1980-τόσο τραβιέμαι ξανά και ξανά στα νοσοκομεία, συνέχεια. Και από τον Ευαγγελισμό έχω περάσει. Η μυρωδιά, τα πρόσωπα των συγγενών, κορμιά να λιώνουν σαν να είναι το μόνο αναμενόμενο θέαμα στον κόσμο, τα Ορθοπεδικά με νεαρούς τσακισμένους από μηχανές, αλλά ζωντανούς, να σκέφτονται πότε θα ξαναγαμήσουν και να τους φαίνεται. Κάθησα στο πεζούλι. Αριστερά μου μια παχειά τσιγγάνα καθισμένη οκλαδόν, με τη φούστα να καλύπτει την πασαλίδικη στάση της. Νόμισα προς στιγμήν ότι την είχα ξαναδεί έξω από το Παίδων τον Ιούλιο του '11, τυχαία. Σχεδόν αναπήδησα. Μετά θυμήθηκα ότι τις τσιγγάνες τις διώχνουν από τους διαδρόμους των νοσοκομείων και καταλήγουν να περιφέρονται απ' έξω: τις προωθούνε προς την έξοδο οι νοσηλευτές γιατί οχλαγωγούν και γιατί οι αράπικοι τρόποι τους, οι τρόποι των παριών, των διηνεκώς καταπιεσμένων κι αποκλεισμένων, ενοχλούν τους αξιοπρεπώς αγωνιούντες ή βουβά πενθούντες λευκούς συγγενείς.

Η Τσιγγάνα (δε θα πω 'Ρομ', που οι μπαλαμοί χρησιμοποιούμε όχι από σεβασμό στον αυτοπροσδιορισμό των Τσιγγάνων, παρά ως αλσαλεχιανό συνώνυμο του ελεεινού "Αθίγγανος") δεν ήτανε πολύ παχειά: τα ρούχα της αυστηρής σεμνότητας την έκαναν να φαίνεται φουσκωμένη. Δεν ήτανε γερόντισσα τελικά: μετά από ποιος ξέρει πόσες γέννες, σπας ρε χρυσή μου· μετά από τόσες δουλειές του ποδαριού κι αγροτικές ή στην καρότσα, ε, η επιδερμίδα είναι διψασμένη· με τον ένα γιο φυλακή, τον άλλο στο χώμα και με τον βιοπορισμό όλων αβέβαιο, με τις μπουλντόζες του κάθε δημάρχου να σε παίρνουν παραμάζωμα, τέτοιο σκουπίδι που είσαι, για να χτιστούν ναοί των ΠΑΕ, ε, ασπρίζεις και ρυτιδιάζεις.

Αυτή η γυναίκα με το σκεπασμένο οκλαδόν κάπνιζε. Και δεν έχω ξαναδεί γυναίκα να καπνίζει με τόση χάρη. Κάποιες γυναίκες καπνίζουνε δειλά, μην τυχόν και νομίσουν οι άντρες ότι μοιάζουνε σαν να χειρίζονται πίπες (σάρκινες). Άλλες γυναίκες καπνίζουνε λες και όντως το τσιγάρο είναι ανατομικά θλιβερή πίπα (σάρκινη επίσης). Άλλες καπνίζουνε σαν άντρες. Η Τσιγγάνα κάπνιζε λεβέντικα, αλλά με χάρη. Κάπνιζε γιατί έπρεπε να καπνίσει. Δεν έχω τι άλλο να πω. Είδα ακόμα μια εικόνα αξιοπρέπειας, αυτές τις μέρες που η αξιοπρέπεια λοιδωρείται. Είδα μια Τσιγγάνα να καπνίζει με χάρη, να καπνίζει στ' αλήθεια κι όχι "γιατί την ομορφαίνει η κίνηση". Να καπνίζει όπως -- λέει -- πρέπει να σφάλλουμε: fortiter.

*

Στο καλύτερο κινέζικο εστιατόριο της Αθήνας (ακκισμός α λα μανιέρ ΑV και LiFO), που δεν κάνει ντελίβερυ, περίμενα την παραγγελία. Μια παρέα κινέζων έτρωγε το καταπέτασμα, θυμήθηκα τους κινέζους συγκατοίκους μου με τα επικά τραπεζώματά τους. Έλεγαν "Ελλάδα" και "φαΐ" κάθε τόσο. Βεβαίως, αυτές είναι οι δύο κινέζικες λέξεις που μπορώ να πιάσω. Απέναντί μου ο απαραίτητος βωμός στους προγόνους, με δύο λιβανάκια σωσμένα μέσα στο ας πούμε μανουάλι του, ξέρετε: σαν κι αυτά τα λιβάνια που καίγαμε φοιτητές για να μη μυρίζει το pot και το weed στα δωμάτιά μας -- έμαθα το λεξιλόγιο της φούντας στα αγγλικά και έκτοτε με κοροϊδεύουν ασταμάτητα. Θυμήθηκα και την Bee Eng, μια κινέζα φίλη από τη Μαλαισία, χριστιανή. Έχω να τη δω από το 2001. Μου έλεγε ότι υποκλίνεται μπροστά στον βωμό των προγόνων αλλά ότι ποτέ δεν καίει λιβάνι. "Τιμώ τους προγόνους μου αλλά λατρεύω μόνον τον Θεό. Λιβάνι δεν καίω στον βωμό, κι ας στραβομουτσουνιάζει ο πατέρας μου." Μου είχε κάνει εντύπωση, αυτή ήτανε λοιπόν η κόκκινη γραμμή του κινέζου χριστιανού: υποκλίνομαι μπροστά στον βωμό αλλά δεν προσφέρω θυμίαμα. Λεπτές κόκκινες γραμμές -- περίπου τότε είχε βγει η ακατανόητη ταινία του Μάλικ: από εδώ η αποστασία, από εκεί η μαρτυρία. Από αυτή τη μεριά ο εξευτελισμός, από την άλλη η αξιοπρέπεια. Μέρες απεργίας πείνας. Ας μην ξεχάσουμε το όνομα, ό,τι κι αν του συμβεί: Κώστας Σακκάς. Απεργός πείνας. Πανελλήνιο ρεκόρ προφυλάκισης (το μετάλλιο παραλαμβάνει το Συμβούλιο Εφετών εκ μέρους της ελληνικής δικαιοσύνης).

Η πείνα και η δίψα. Θυμάμαι στη δεκαετία του '80 το χριστιανικό κήρυγμα ότι "ουκ επ' άρτω μόνω ζήσεται ο άνθρωπος" (γι' αυτήν την επική μονομαχία του tibi dabo, τη μόνη στην Καινή Διαθήκη, θα γράψω άλλη φορά: έχω και πρόσφατες φωτογραφίες από την έρημο της Ιουδαίας, όπου διεξήχθη). Πίστευαν τότε ότι η ευημερία και ο κόρος είναι εξασφαλισμένα και ότι θα έπρεπε να βρούμε τον Χριστό για να χορτάσει και η ψυχούλα μας κτλ. Βεβαίως αυτά ήταν χριστιανοϋπαρξιστικά αναμασήματα Γάλλων αστών των δεκαετιών του '60 και του '70 που δεν τους έπαιζαν ούτε στην επανάστα, ούτε στην παρτούζα. Εν πάση περιπτώσει, είχανε μια βάση τέτοιες ανησυχίες: τότε όλοι πίστευαν ότι θα είμαστε πλούσιοι για πάντα, είχε τελειώσει κι η Ιστορία, και ανησυχούσαν μήπως μείνει η ψυχή μας στεγνή κι απότιστη, ή και πεινασμένη. Όλα αυτά στην Ελλάδα του '80, που μόλις είχε αρχίσει να τρώει καλά ο κόσμος: θυμάμαι ακριβώς την εποχή που άρχισε να τρώει. Στην Ελλάδα του '80, που οι πορνοβιντεοκασέτες ξεγέλαγαν σα λιόσποροι τη σεξουαλική πείνα του Έλληνα άντρα -- η Ελληνίδα γυναίκα θα έπρεπε να περίμενει το Κομσομολπόλιταν για να μάθει πόσο πεινασμένη είναι.

Η πείνα και η δίψα του Χριστού στο όρος του Πειρασμού, η πείνα του Σακκά. Αναρωτιούνται πολλοί -- μετά από εκείνη την υπερδημοφιλή χαζαμάρα ανά τη χριστιανοσύνη, τη Μίμηση Χριστού -- what would Jesus do? Δεν έχει σημασία, και σας το λέω και από θεολογικής σκοπιάς. Σημασία δεν έχει τι κάνει ένας άνθρωπος ακολουθώντας τη μισγάγγεια (χάχα) της Ιστορίας, των συνθηκών, της ανάγκης, του τυχαίου. Σημασία έχουν οι αρχές που ακολουθεί συνεπώς ή μη, σημασία έχει πού θα στυλώσει τα πόδια του και γιατί. Ναι, ο Τσε δεν ήτανε τέλειος και ναι συμμετείχε στους διωγμούς των γκέι και των διεμφυλικών. Ναι, ο Γκάντι πιθανότατα τον έπαιρνε ή ήθελε να τον πάρει και δεν. Ναι, ο Τζέφερσον είχε δούλους. Κι η Ρόζα και ο Ράσελ και ο Ντουρούτι και ο Αναστάσιος Αλβανίας και ο Τρότσκυ και ο Τσόμσκυ και ο δεν ξέρω ποιος, θα έχουνε τα σφάλματα, τις αντιφάσεις, τα μικρά εγκλήματα και τα μεγάλα λάθη ίσως. Κι ο Ρουσώ κουμάσι ήταν, κι ο Νεύτωνας πολύ χειρότερο. Και ίσως όντως η Πάνκχερστ να ήταν άθλια μάνα. Όμως, we shouldn’t be looking for heroes, we should be looking for good ideas.

GatheRate

Κυριακή, 7 Ιουλίου 2013

Μελιτζανοσαλάτες

Τα πρωινά επικρατεί ησυχία στο σούπερ μάρκετ της γειτονιάς μου. Κάποια άδεια ράφια ψευτοστοκάρονται με νωχελικη πρόοδο, ενώ οι πελάτες λιγοστοί και με καλάθια, κυρίως συνταξιούχοι ή κόσμος κλεισμένος στα σπίτια του, όπως η κυρία στο ταμείο που έφερε εμφανώς τα εξωτερικά σημεία καρκινοπάθειας. Ακόμα και η μουσική, συνήθως ελληνικά του συρμού, είναι πιο ορχηστρική, πιο χαμηλόφωνη, πιο διακριτική τα πρωινά. Στο υπόγειο, όπου είναι τα τρόφιμα, έχεις την αίσθηση της απόλυτης υγιεινής νεκροθαλάμου του αεροδρομίου του Ντύσσελντορφ, ενώ η λευκότητα διαδρόμων και προθηκών ιδιωτικής μεγαλοπινακοθήκης σχεδόν σε ναρκώνει.

Κοίταζα τα προϊόντα στα ράφια και τα έβλεπα όχι ως τρόφιμα παρά ως αντίτιμα φτώχειας: όχι τι μπορείς να πάρεις για τα λεφτά σου για να φας, αλλά ποικίλως κοστολογημένες υπενθυμίσεις του πόσα λεφτά δεν έχεις. Άνοιξα τη λίστα και άρχισα να γεμίζω το καρότσι. Στοκάρισμα. Φέτα, αυγά, φαρίνα, καφές, και ούτω καθεξής. Από λαιμαργία άφησα για μια στιγμή τη λίστα κατά μέρος και αναζήτησα τυποποιημένη μελιτζανοσαλάτα, μια από τις αδυναμίες μου. Δεν τη βρήκα στο γνωστό σημείο. Δεν πτοήθηκα: τα σούπερ μάρκετ αλλάζουνε τη θέση των προϊόντων για να σε αναγκάζουν να τα ψάχνεις και να πέφτει το μάτι σου και αλλού, για να μπαίνεις για ένα κιλό μήλα και να βγαίνεις με έξι τσάντες -- τα γνωστά. Όσο κι αν έψαξα όμως, μελιτζανοσαλάτες δε βρήκα. Κάθε είδος σχετικής πολυτελείας είχε παραχωρήσει στη θέση του σε περισσότερα βασικά είδη: βούτυρα, μαργαρίνες, τυρί για τοστ. Στο ψυγείο των κατεψυγμένων τα ίδια: τέρμα τα έτοιμα γεύματα με ψαρικά ("για τη σύγχρονη νοικοκυρά", αν θυμάστε), παντού μόνο άκομψά συσκευασμένα ψάρια και θαλασσινά: χοντρά ψάρια και φιλέτα ψαριού τυλιγμένα κατάσαρκα σε πλαστικό, όπως παλιά, και κάτι θαλασσινά σε σάκκους του κιλού γεμάτα πάγο. Κοίταξα και τα ράφια με τα όσπρια: μικροπαραγωγοί και βιολογικά τέλος, τα ζυμαρικά: εξεζητημένα σχήματα κι ονόματα ζυμαρικών απόντα, τα παξιμάδια: εξαφανισμένοι οι κρητικοί και οι μανιάτικοι και οι κυκλαδικοί φουρνιστοί ακκισμοί. Τα βασικά, παντού τα βασικά. Μόνο τα βασικά.

Η γειτονιά μου είναι λαϊκή και όμορφη: ούτε εξαθλίωση, αλλά ούτε και λεφτάδες, πακτωμένοι, μεταρρυθμιστές ή προοδευτικοί. Πολλά κλεισμένα μαγαζιά αλλά και το άρωμα φούρνου το πρωί. Κινήσεις αλληλεγγύης και κινητοποιήσεις σε επίπεδο γειτονιάς, πιτσιρικάδες που κάνουνε κοπάνες, παππούδες στο καφενείο αλλά και στο καφέ, ένα ψιλικατζίδικο που έχει παραμάνες, Tanqueray και όλα τα ενδιάμεσα. Τη νύχτα κάποιος κάγκουρας με 250άρα θα κάνει πού και πού μεγαλοφώνως κήρυγμα για ευθύτητα και ειλικρίνεια σε κάποια κοπελιά, μάλλον πιωμένος, μάλλον θυμωμένη. Λες στον εαυτό σου: "δε χρειαζόταν ίσως κατεψυγμένα μυδοπίλαφα και τυποποιημένη μελιτζανοσαλάτα αυτή η γειτονιά, το μανάβικό της και ο χασάπης της αντέχουν, έχουμε ακόμα ανθοπωλείο." Κάνεις δηλαδή τον δικηγόρο του διαβόλου, κι εσύ όπως τόσοι μα τόσοι, που έχουν αναλάβει εδώ και τριάμισυ χρόνια την υπεράσπιση του Οξαποδώ.

Τακτοποίησα τα ψώνια στο ψυγείο, στα ντουλάπια, έβαλα να μαγειρέψω κάτι. Μετά άνοιξα τηλεόραση. Κάποια κυρία μίλαγε για το δέκατό της μυθιστόρημα, δεν την είχα καν ακουστά, αν και κάθε καλοκαίρι όλο και σε κάποια παραλία θα καταλήξω. Ο κύριος Μπογδάνος της μιλούσε για λογοτεχνία. Σε ένα άλλο κανάλι είχε κάτι άλλο, σαν σήριαλ ήταν. Στο άλλο, τηλεμάρκετιγκ. Τα υπόλοιπα, τα γνωστά μαύρα. Μαζί και τα ξένα κανάλια. Το βράδυ ξανάνοιξα την τηλεόραση: ο κύριος Αναστασιάδης και κάτι κοπέλες που έκαναν στριπτίζ, διαφήμιση για την εκπομπή της κυρίας Στεφανίδου που έδειχνε σκηνές από τη ζωή και τη δράση της κυρίας Μανωλίδου, τούρκικο σήριαλ. Δεν είναι ότι δε μου αρέσουνε τα τούρκικα, μου αρέσουνε πολύ, για να με ξεκουράζουν. Όπως μου αρέσει και η τυποποιημένη μελιτζανοσαλάτα, ιδίως με τσίπουρο. Αλλά δε γίνεται να ζήσουμε μόνο με τηλεοπτική μελιτζανοσαλάτα, χωρίς ψωμάκι, χωρίς ψυχή.
 
Για τη στήλη 'Blogs in print' της Ελευθεροτυπίας της 6.VII.2013 

GatheRate

Παρασκευή, 5 Ιουλίου 2013

Η σούμα του θανάτου

Με αφορμή όσα συμβαίνουν, αντιλαμβάνομαι ότι κανείς μας δεν είναι πλέον ασφαλής.

Οι φτωχοί είναι πια στο έλεος του ιδιώτη, αυτού που μας έλεγαν ότι είναι συμμαζεμένος και νοικοκύρης και συστηματικός, αυτού που τώρα πια ξέρουμε ότι πλουτίζει παρέχοντας πολυτελώς δευτέρας κατηγορίας κοινωνικά αγαθά, του ιδιώτη που θα προστρέξει στο αμαρτωλό κράτος για τσοντάρισμα και δανεικά όποτε τα βρει σκούρα.

Οι ξένοι είναι στο έλεος του φασίστα ή του συμμορίτη, αφού η αστυνομία, ε, τα είπαμε, τα ξέρουμε, όλοι τα ξέρουν πια.

Οι νοικοκυραίοι είναι στο έλεος της κυβέρνησης αφού, πειραματικά αποδεικνύεται πλέον, δε θα κουνηθούν ό,τι και να τους κάνει. Ακόμα και με 25% ύφεση και 30% ανεργία θα προσπαθούν να παραμείνουν γατζωμένοι στο κλαρί της κανονικότητας, όπως σε καρτούν: σε ένα κλαρί που έχει προ πολλού πριονιστεί και βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση.

Όσοι αντιστέκονται, τους περιμένει η τύχη του Σακκά και του Σεϊσίδη ή και των απλών ανθρώπων της Χαλκιδικής: καταστολή στα όρια του νόμιμου, στα όρια του ανθρωπισμού, ή και πολύ πέρα από αυτά πλέον.

Οι υπόλοιποι, όσοι κι αν είναι, όποιοι κι αν είναι, δε με αφορούν. Όπως έλεγε και μια ρουμάνα κυρία: "οι πλούσιοι βρήκανε τρόπο να περνάνε μια χαρά και επί Τσαουσέσκου, κι ας είχαμε 'σοσιαλιστική δημοκρατία', και μετά τον Τσαουσέσκου".

GatheRate