Παρασκευή, 28 Φεβρουαρίου 2014

Ουδός


Κάθε φορά που στέκεσαι στο κατώφλι και χτυπάς την πόρτα η στιγμή είναι μαγική κι ανεπανάληπτη. Κάθε φορά. Αν ανοίξει η πόρτα που σε βάζει σε κάποιο δωμάτιο και σε βγάζει σε έναν άλλο κόσμο, σαν εκείνες στο Μάτριξ, ε, τι να πει κανείς. Αν η πόρτα μείνει κλειστή, θα έχεις τουλάχιστον φτάσει μέχρι το κατώφλι, θα έχεις σταθεί εκεί και θα έχεις χτυπήσει την πόρτα.

GatheRate

Τετάρτη, 26 Φεβρουαρίου 2014

Περί ψυχής (De Anima)

Αυτό το σιχτίριο περί ψυχής θα το γράψω έχοντας συγκεκριμένους ανθρώπους, ανθρώπους κοντινούς, κατά νου. Γιατί συλλογική ψυχή, ή λ.χ. αφηρημένη αγάπη, δεν υπάρχει.

Ο κόσμος θέλει από εμάς να κάνουμε τα δικά του και μόνο τα δικά του. Υπόσχεται να μας ανταμείψει με πλούσιο αίσθημα καθήκοντος και με ήσυχη, σχεδόν αθόρυβη, συνείδηση. Όμως ο κόσμος δεν αρκείται να θέλει να κάνουμε τα δικά του, τα απαιτεί και τα επιβάλλει με το στανιό.

Αυτά που μας ζητάει ο κόσμος είναι ανεξαιρέτως ιδεοληπτικής φύσεως: σεμνά, στεγνά, μετρημένα κι εντελώς απολίτικα. Τα ιδεώδη του με τα οποία πρέπει να συμμορφωθούμε, μέσα στα οποία πρέπει να στριμώξουμε την ψυχή μας ακρωτηριάζοντας τις ζωές μας, είναι άκαμπτα φέρετρα δυο μεγέθη μικρότερα από την πιο συρρικνωμένη εκδοχή της. Όμως οι υποσχέσεις του κόσμου είναι κίβδηλες, κι αυτό το καταλαβαίνει γρήγορα όποιος υπήρξε νέος και απροστάτευτος απέναντι στην αντηλιά του κόσμου: για την ψυχή μας δεν υπάρχει αντίτιμο, η ζωή μας επικερδώς δεν ανταλλάσσεται με το νόμισμα του καθήκοντος και του πρέποντος. Για να μην πω για τις αθόρυβες συνειδήσεις: είναι ίδιον είτε των ψυχοπαθών είτε των νεκρών.

Οι ρητορικές του κόσμου είναι πολλαπλές και πολύτροπες αλλά ρητές και κοφτές. Είναι προσαρμοσμένες σε κάθε πτυχή της ζωής μας, προσφέρουνε και από μια αυθεντία για κάθε πτυχή του βίου: ναι, ελευθερία αλλά όχι παραβατικότητα· ναι, γέλιο αλλά όχι χαβαλές και ξεκαρδίσματα· ναι, φιλία αλλά με όχι πολύ δόσιμο· ναι, μάθηση αλλά όχι πολυμάθεια και κριτική παντού· ναι, σάτιρα αλλά με σεβασμό· ναι, φιλί αλλά με λίγη γλώσσα και χωρίς πολλά σάλια· ναι, τέχνη αλλά να μην ενοχλεί με παλαβομάρες· ναι, δουλειά αλλά όχι πλήρης αφοσίωση· ναι επανάσταση αλλά ειρηνική και λελογισμένη· ναι, έρωτας αλλά με ρέγουλα και με σκοπό τον αιώνιο γάμο· ναι, γλέντι αλλά χωρίς υπερβολές, μεθύσια και σαχλές χορευτικές φιγούρες. Δεν πρόκειται για μέτρο και σωφροσύνη -- που πάντα επέρχεται ως ομοιόσταση -- παρά για στρίμωγμα μέσα σ' ένα μπασμένο στενόμακρο εξάγωνο από ιδεαλιστικούς καπλαμάδες και κοντραπλακέ.

Οι ρητορικές δεν είναι βεβαίως το μόνο όπλο του κόσμου, το υπερόπλο του είναι η ενοχή. Όχι οι τύψεις, οι τύψεις είναι διαλυτές στο αλκοόλ, σιγά. Με ενοχές μας πολεμάει και μας εξανδραποδίζει ο κόσμος. Βαυκαλιζόμαστε πιστεύοντας ότι ενοχές έχουνε μόνον όσοι ζούνε στα μπουντρούμια της θρησκείας ή αλυσοδεμένοι σε αρρωστημένες σχέσεις με τους γονείς τους: έχω δει τις πιο πύρινες ψυχές της γενιάς μου να τις μπουκώνει η ενοχή και να πνιγόμαστε στην κάπνα. Η ενοχή είναι πανίσχυρη, με χαμηλό ιξώδες και φτάνει παντού, άλλοτε σε καθαρή μορφή κι άλλοτε ως ιδεοληψία. Ιός είναι, που προσβάλλει την ηθική και την ενσυναίσθησή μας για να επιτεθεί και να αχρηστέψει την επιθυμία, την ελευθερία, την αυτοδιάθεση, την ανάγκη για ζωή, αυτό που λέμε "όνειρα", καημούς, λαχτάρες. Μέχρι στο τέλος να ζαρώσει η ψυχή μας και να χωράει με τα άκρα της σπασμένα κι ακρωτηριασμένα, συρρικνωμένη και ψόφια, μέσα στα ιδεώδη φέρετρα, δύο μεγέθη μικρότερα. Ή μέχρι να παραληρήσει η ψυχή μας στριγγλίζοντας αυτοκαταστροφικά, να γίνει άρπυια που θα κατασπαράξει τους άλλους και τον εαυτό της και θα σκίσει ίδια της τα μάτια της στο τέλος.

Με δυο λόγια: στον αγώνα μεταξύ της ψυχής σου και του κόσμου, πάρε το μέρος της ψυχής σου. Και άντε και γαμήσου, Φραντς Κάφκα.

GatheRate

Κυριακή, 23 Φεβρουαρίου 2014

Αθανασίες


Έτσι ζούμε τη ζωή μας: από πάρτυ σε κρεβάτι, από κρεβάτι σε πλατεία καινούργιας πόλης, από πλατεία σε ανοιχτωσιά, από ανοιχτωσιά σε ενοικιαζόμενο. Έτσι ζούμε: από μαγική στιγμή σε θεοτική στιγμή, από τρίωρα έκστασης σε δεκαπεντάλεπτα καθαρής χαράς. Ενδιάμεσα κάνουμε τα εργόχειρά μας.

Ε και;

Δεν έχει 'ε και'. Όποιος έζησε στιγμές, υπήρξε αθάνατος. Όποιος έζησε μια στιγμή, έχει τη γεύση της αθάνατης μακαριότητας. Όχι "όποιος πεθάνει σήμερα, χίλιες φορές πεθαίνει", όχι κόντε και θεέ μου, δε θέλω να πεθάνω πολλές φορές, όχι. Θέλω να είμαι αθάνατος κάθε μια στιγμή, κάθε ένα δεκαπεντάλεπτο, κάθε μία ώρα, τρίωρο ή μέρα σε μια ανοιχτωσιά γαλήνια, έστω και μέσα σε έναν ωκεανό ανίας ή και πόνου και φτώχειας. Θέλω να έχω γίνει ξανά και ξανά, χίλιες φορές αθάνατος. Από πάρτυ σε κρεβάτι, από κρεβάτι σε πλατεία καινούργιας πόλης -- και ούτω καθεξής. Μέχρι να παραδοθώ εκεί που πρέπει και όταν πρέπει. Αλλά να έχω ζήσει χίλιες φορές, για να πεθάνω μία. Να έχω γευτεί χίλιες αθανασίες. Να έχουν πάρει από πάνω μου χαμόγελα αγαπημένων, ή και ούτε καν αγαπημένων, κάθε πόνο, λύπη και στεναγμό. Να έχω εκλάμψει ως φωστήρας στο αχνό και θολό φως του δρόμου τη νύχτα. Να με έχει εξαρπάσει από το πυρ ο χορός και η χαρά και το ακριβό φαρμάκι της φιλίας, σε δόσεις μικρές και στοχευμένες. Να έχω βρει τόπο αναψύξεως όχι μόνο σε τόπους χλοερούς αλλά και σε άνυδρους, σε ασφάλτους, σε λιθόστρωτα και face à la mer -- ή και σε όσα πίνουν οι άνθρωποι για να έρχονται κοντά με τον εαυτό τους και με τους άλλους.

Και κάτι ακόμα. Ξημερώνει η Κυριακή που θα πάτε να ακούσετε το ευαγγέλιο της Κρίσεως, εσείς δηλαδή, εγώ θα κοιμάμαι. Θα ακούσετε τον τρομερό λόγο όπου αναθεματίζει ο Κριτής του Κόσμου όσους κοίταξαν την πάρτη τους. Ας αφήσουμε στην άκρη ποιος είναι ο ben adam και αν θα κρίνει ποτέ ζώντας και νεκρούς: αυτό που θα σας πει το αυριανό ευαγγέλιο είναι ότι η ιδεολογία του νοικοκυραίου είναι αντίχριστη. Θα σας πει ότι πεθαίνει ό,τι δε μοιραζόμαστε και ότι τίποτα δεν είναι δική μας υπόθεση και μόνο. Όχι ρε σεις, δε θα γίνουμε μεγάλες ντοστογιεφσκικές καρδιές να αγαπήσουμε τον κόσμο, αδυνατώντας ωστόσο να αγαπήσουμε τον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά, όπως η Κατερίνα Ιβάνοβνα. Και ούτε μοιραζόμαστε μόνο με όσους αγαπάμε (αλίμονο!), παρά μοιραζόμαστε αληθινά με όσους έχουμε για ίσους μας -- έστω κι αν  τους συναντήσαμε για μια στιγμή.

Όποιος μοιράστηκε στιγμές, υπήρξε αθάνατος. Όποιος μοιράστηκε έστω μια στιγμή, έχει τη γεύση της αθάνατης μακαριότητας.

Αμήν.

GatheRate

Τετάρτη, 19 Φεβρουαρίου 2014

Führe mich (πέρα από το προφανές)


Από το oeuvre του Φον Τρίερ έχω αποξενωθεί εδώ και χρόνια: το Dancer in the Dark μού είχε φανεί μελό αιμοβόρο και άσκηση στη σκληρότητα, ενώ το Dogville υβρίδιο δοκιμίου, σινεμά και θεάτρου (και αναφανδόν αιμοβόρο και μοβόρικο). Μετά βαρέθηκα.

Το Nymphomaniac πήγα να το δω επειδή
  1. Το έθαψε ο Δανίκας, και δη ως ψυχρό σκανδιναβικό πορνό. Θα πρέπει να είναι αδαής από πορνό: το σκανδιναβικό πορνό είναι το μόνο στο οποίο οι ηθοποιοί μορφάζουνε και χαμογελούν σχεδόν πηγαία,
  2. Το υμνούν κριτικοί που κανονικά απεχθάνονται τον Φον Τρίερ, το κινηματογραφημένο σεξ, ή και τα δύο,
  3. Έχει θέμα το σεξ,
  4. Έχει σεξ.
Η ταινία ήταν αποκαλυπτική. Πρόκειται για ένα κινηματογραφικό Μαγικό βουνό, όπου ένας διάλογος ξετυλίγει διαλεκτικά μια πάλη ιδεών. Των ιδεών του Σέλιγκμαν απέναντι στο βίωμα (και την ερμηνεία του) της Τζο. Στο κέντρο της διαλεκτικής αυτής διαδικασίας βρίσκεται, βεβαίως, η ανθρώπινη κατάσταση. Το διαλεκτικό στοιχείο πράγματι δεσπόζει: ο ακροατής-ψυχαναλυτής Σέλιγκμαν ψέγει την ηρωίδα που από τη θρησκεία επέλεξε το πιο άνοστο στοιχείο, την ενοχή. Η ηρωίδα αναιρεί τη θέση με την αφήγησή της. Ο ακροατής-ψυχαναλυτής προτείνει ότι στο κυνήγι και στο ψάρεμά της η ηρωίδα δεν έβλαψε κανέναν, ίσα ίσα, η ηρωίδα αντικρούει με μια άλλη αφήγηση. Και ούτω καθεξής.

Ο Σέλιγκμαν απηχεί απόψεις, στάσεις και ένα γενικότερο πλαίσιο σκέψης που μοιραζόμαστε πολλοί: είμαστε όλοι ελεύθεροι και υπεύθυνοι, η ενοχή είναι είτε ναρκισσισμός είτε πρόσκομμα κι εκούσια αναπηρία, η επιθυμία και η ηδονή είναι -- ας πούμε -- καθαρές an sich. Η Τζο αναιρεί με λελογισμένη αγριότητα και μια καλή δόση χιούμορ αυτές τις στάσεις ως μάλλον ακαδημαϊκές και ιδεαλιστικές: ως στάσεις ανθρώπινες, πολύ ανθρώπινες, πλην όμως αποστειρωμένες από ανθρωπίλα.

Το χιούμορ πάντως δεσπόζει στην ταινία, αλλά πρόκειται για δανέζικο χιούμορ, που δεν το πιάνουνε καλά καλά οι υπόλοιποι Σκανδιναβοί: λ.χ. οι σκηνές στο τρένο, με τον χορό των βλεμμάτων και εκφράσεων, είναι γνήσια αστείες, ενώ τα κειμενικά σχόλια επί της οθόνης τις φέρνουν στα όρια της φάρσας.

Η σύνθεση είναι απίστευτα σφιχτοδεμένη, μορφικά το έργο πάει πολύ πιο πέρα από τις προηγούμενες ταινίες του Φον Τρίερ. Οι συζητήσεις για τα δέντρα και τα φύλλα, δηλαδή τη φύση, τα συναισθηματικά σκαμπανεβάσματα, τα διάφορα μοτίβα (το ψάρεμα, ο Μπαχ...) που δουλεύονται μέχρι να πάψουνε να είναι ορατά, οι όψεις της σωματικότητας, οι εκδοχές του σπαραγμού, οι αποπλανήσεις -- όλα τρέχουνε παράλληλα και πολυφωνικότατα συνθέτοντας άγρια κινηματογραφική ποίηση.

Η ταινία πραγματεύεται αλλά και δείχνει την ανθρώπινη κατάσταση και αλήθειες που δεν αντέχουμε, κάνει ποίηση άγρια με αφορμή τον σεξουαλικό εθισμό μέσα στα συμφραζόμενα της ανάγκης, της επιθυμίας και της ελευθερίας. Ποιες αλήθειες που δεν αντέχουμε; Πέρα από την περίφημη (πια) εικασία για τα εγκλήματα από έρωτα και για τα εγκλήματα από σεξ (που είναι, λέει, πολύ λιγότερα), έχουμε τον προβοκατορικό ορισμό του έρωτα ως 'ζήλεια συν πόθος'. Έχουμε και το σπαρακτικό επεισόδιο με τον θάνατο του πατέρα, που ξεκινάει με aequanimitas, λόγο γνώσεως και Επικουρο και τελειώνει με ουρλιαχτά, πόνο, σκατά αλλά και την Τζο να καυλώνει. Υπάρχει και το όχι λιγότερο σπαρακτικό επεισόδιο με την εγκαταλελειμμένη σύζυγο (αρτυμένο με χιούμορ, ίσα ίσα για να καίει περισσότερο). Υπάρχει και η ανία του σεξουαλικού αθλητισμού, σαν μια μονότονα επαναλαμβανόμενη διαδρομή σε κάποιο πάρκο, αλλά και η κριτική της χίμαιρας της (όποιας) ερωτικής αποκλειστικότητας, εκεί όπου εκτυλίσσεται η πολυφωνική σύνθεση τριών εραστών (αφού ο ένας από μόνος του δεν αρκεί -- έστω και αν είναι ο Cantus Firmus του έρωτα).

Και η τσόντα; Κομμένη βεβαίως, υποτίθεται, αλλά και εδώ η μορφή ακολουθεί το περιεχόμενο, που λένε: σεμνή στη μηχανικότητά της, αφού π.χ. το κοντινό σε πίπα στην οθόνη του Ιντεάλ αφήνει ασκίρτητο και τον πιο ζωντανό θεατή, μέχρι να σμίξει τελικά η ηρωίδα με αυτόν με τον οποίο είναι ερωτευμένη, όπου δικαιώνεται η παράδοση του σκανδιναβικού πορνό -- αν και όχι για καλό.

  Ανέβηκε στο The Greek Cloud, στις 15.II.2014

GatheRate

Τετάρτη, 12 Φεβρουαρίου 2014

Περί ουρανού (De Caelo)


Όλοι οι άνθρωποι αντικρύζουμε το στερέωμα πάνω από τα κεφάλια μας. Στερέωμα, τι ωραία λέξη: the heaven of fixed stars, das Firmament. Τι ωραία λέξη, κρίμα που είναι σκέτη ψευτιά. Ζούμε με την αίσθηση ότι ο κόσμος μας έχει ένα γαλανό ανέφελο καπάκι, ενα μπρούτζινο σκέπασμα της γάστρας μέσα στην οποία ζούμε. Αλλά δεν υπάρχει κανένα στερέωμα, κανένα κυρτό κάλυμμα του κόσμου μας: όταν κοιτάζουμε τον ουρανό κοιτάζουμε το ανηλεές κενό, τα χάη του κενού διαστήματος, το βλέμμα μας κατευθύνεται πίσω στον χρόνο, προς την άκρη του αφιλόξενου και στείρου σύμπαντος.

Δεν υπάρχει ουρανός. Η χρωστική του κοπανιστού αέρα μάς κρύβει το έρεβος πέρα από τον μικρό και οικείο πλανήτη μας. Κάθε φορά που κοιτάζουμε τ' άστρα ατενίζουμε το διαστρικό κενό να χαίνει από πάνω μας, απροστάτευτοι κι ανυπεράσπιστοι πίσω από ένα λεπτό στρώμα αέρα που φιλάρεσκα λέμε ατμόσφαιρα.

Τον κόσμο δεν τον επιστεγάζει κάποιος στέρεος θόλος. Η Νουτ που στοργικά γέρνει από πανω μας είναι μύθος. Όχι, δεν υπάρχει τίποτε στερεό πάνω από τα κεφάλια μας. Δε μας σκεπάζει τίποτα. Δε μας καλύπτει τίποτα. Ο κόσμος που ζούμε, η μικρή κουτσουλιά που περιβάλλει έναν διάπυρο σιδερένιο πυρήνα, είναι ασκεπής και ασεβής και χάσκει ορθάνοιχτος. Δε θα πέσει ποτέ στο κεφάλια μας ο ουρανός γιατί δεν υπάρχει ουρανός.

Ό,τι ζούμε, ό,τι είμαστε, ό,τι έχουμε κείται ασυσκεύαστο κι απροστάτευτο πάνω στην εφήμερη φλούδα του πλανήτη, φάτσα στον άπειρο και αδιάφορο κόσμο της σκοτεινής ύλης και της διαστρικής σκόνης, και του πυρωμένου υδρογόνου. Είμαστε ξέσκεποι. Είμαστε ακάλυπτοι κι ορθάνοιχτοι.

Δεν υπάρχει τέρμα προς τα πάνω.

Δεν υπάρχει ουρανός.

GatheRate

Κυριακή, 9 Φεβρουαρίου 2014

Ερωταποκρίσεις


Είμαι δέντρο.
Ναι, μα θυμήσου ότι και τα δέντρα πεθαίνουν, είτε για να προσφέρουν το πιο ευγενικό υλικό που ξέρει ο άνθρωπος, είτε γιατί τελείωσε ο χρόνος τους. Ακόμα και τα δέντρα μαραίνονται στο τέλος.

Είμαι καθρέφτης.
Καλώς, αλλά το ξέρεις ότι κάθε καθρέφτης πάντοτε παγιδεύει λίγο από το φως που δέχεται.

Είμαι βιβλιοθήκη.
Μάλιστα, αλλά να μην ξεχνάς ότι η βιβλιοθήκη χωρίς τα μάτια των αναγνωστών της είναι αποθήκη, ότι κάθε διαδρομή μέσα της είναι μια καινούργια βιβλιοθήκη. Μέσα στην ησυχία της γεννιούνται σιωπηλά φωνές, βοή και μουσικές.

Είμαι βράχος.
Α, όλοι ξέρουν πως οι βράχοι...

Είμαι λαβύρινθος.
Εντάξει, όμως στην καρδιά κάθε λαβύρινθου υπάρχει κάτι που προσμένει να βρεθεί. Αλλιώς, το ξέρεις κι αυτό, λαβύρινθος δε χρειάζεται.

Είμαι ματιά προς τον έναστρο ουρανό.
Οκέι, κι έμαθες ότι ματιά χωρίς το σώμα δεν υπάρχει. Τα μάτια βλέπουνε ψηλά, βαθιά και μακριά μετά τον έρωτα, με τους χυμούς και τις αναθυμιάσεις του.

Είμαι καταιγίδα και βροντή.
Έχεις επίγνωση ότι οφείλεις το φως της αστραπής και να ποτίσεις τον κόσμο, λοιπόν.

GatheRate

Κυριακή, 2 Φεβρουαρίου 2014

#ANTEGAMISOUVAGELI



Αντιφάσκω;
Ε ναι λοιπόν, αντιφάσκω,
(Άπλετος είμαι, περιέχω πολλαπλότητες.)

II.


Λάδι λάδι και τηγανίτα τίποτα. Όπως στην κοινωνία, έτσι και στα κοινωνικά μέσα. Όπως στα καφενεία, έτσι και στα σοσιαλμήντια. Όπως στις συναναστροφές και στις ατέρμονες γκομενοσυζητήσεις και στα ανούσια καυλαντίσματα πάνω από ποσότητες κακού καφέ, έτσι και στο ίντερνετ, στριμωγμένοι ανάμεσα σε αρκουδάκια, σε στίκερ, σε εμότικον και σε άτυπους διαγωνισμούς κρυάδας-εξυπνάδας.

III.


Η Νέα Δημοκρατία χρειάζεται απεγνωσμένα τις ακροδεξιές ψήφους, αυτό το 10 με 15% τοις εκατό που μας λερώνει και μας ποδηγετεί από το 1944, όμως απροσχημάτιστα πλέον. Και η ΝΔ είναι ικανή να σκοτώνει και κόσμο, τραγικής ποιότητας για τον οποίο μόνο μια μειοψηφία σκοτίστηκε, μια μειοψηφία που έτσι κι αλλιώς δε θα ψήφιζε ΝΔ. Και είναι ικανή να σακατεύει κόσμο, που αφρόνως διαδηλώνει, για τον οποίο μόνο μια μειοψηφία σκοτίστηκε, μια μειοψηφία που που έτσι κι αλλιώς δε θα ψήφιζε ΝΔ. Η τιμή αυτού του τόπου είναι στα χέρια αυτής της μειοψηφίας, και λυπάμαι αν δε σας αρέσει αυτό που λέω.

IV.


Το τραγούδι μου ήταν πάντα το Bigmouth strikes again, για ευνόητους λόγους: που να μην έσωνα να μιλήσω. Έτσι εξιδανίκευσα το άπιαστο, το ανέφικτο, το ανατολίτικο: τη σιωπή. Υιοθετούσα τσιτάτα όπως "Seul le silence est grand; tout le reste est faiblesse." ή "Ἡ σιωπὴ μυστήριόν ἐστι τοῦ αἰῶνος τοῦ μέλλοντος" (αν και ο ίδιος, πολύ πιο καίρια, συνεχίζει:"οἱ δὲ λόγοι ὄργανόν ἐστι τούτου τοῦ κόσμου"). Σε αυτόν τον κόσμο είμαστε, αυτός ο κόσμος καίγεται: να πάει να γαμηθεί η σιωπή, μήπως και καρποφορήσει, κι αν δεν καρποφορήσει, μήπως και ωριμάσει και βρει τον εαυτό της. Καμμιά σιωπή, γαμώ το κέρατό μου: η σιωπή είναι εξιδανίκευση και ο τρόμος μπροστά στην έκθεση του κάθε ηγεμόνα εκ Δυτικής Λιβύης. Αυτοί που πουλάνε μίσος και αμάθεια και απάθεια θέλουν να σιωπούμε και να υπομένουμε, καθώς θυσιαζόμαστε για το κοινό καλό των τραπεζών: ανεξαρτήτως πρόθεσης, η κοινωνική λειτουργία της σιωπής -- η σιωπή ως πράξη -- είναι απελπισία, αποδοχή και παραίτηση. Η σιωπή είναι υστερική παράλυση. Θα έχουμε όση σιωπή θέλουμε όταν με το καλό ψοφήσουμε.

V.

Όσοι μιλάμε, κρινόμαστε από το έργο μας. Έχει σημασία τελικά να έχεις έργο. Έργο που έχει εκτεθεί και κυκλοφορήσει και έχει κριθεί (ή έχει μείνει στα αζήτητα -- είναι κι αυτό καταξίωση ενός είδους). Αλλά να έχει εκτεθεί και να έχει κυκλοφορήσει το έργο, όχι μόνον εσύ.

VI.


Είμαι επηρμένος; έχω την έπαρση κάθε αυτοδημιούργητου και αυτάρκους ανθρώπου. Έχω την περηφάνεια κάθε ανθρώπου που δε γεννήθηκε στα πούπουλα, που δεν είχαν οι δικοί του μια μικρή μηχανή να κόβει λεφτά ώστε "να καλλιεργήσει τα ταλέντα του". Καμαρώνω που έκανα ό,τι έκανα και πέτυχα όσα πέτυχα χωρίς να χαριστώ ποτέ σε κανέναν (μάλλον προς την άλλη μεριά κλίνω, ωμός και άχαρος και μονοκόμματος), χωρίς να γλείψω, χωρίς να μου κάνει ποτέ χατίρια κανένας. Γιατί λες, ό,τι έκανα (όσα κι αν είναι αυτά, όσο ευτελή) το κατάφερα με την αξία μου. Είναι και αυτό έπαρση.

Το χάσταγκ του τίτλου είναι της γνωστής διαδικτυακής περσόνας Calypso Larah. Η φωτογραφία στο IV. είναι της Σ. Τσιπλάκου.

GatheRate