Πέμπτη, 24 Απριλίου 2014

Σκηνές από μια κηδεία


Πηγαιμός:

Την ώρα που πέθαινε, μέσα στη νυχτα, ήμουν χαρούμενος. Αλλά δεν μπορούσα να κοιμηθώ.

Αγόρασα μια μαύρη γραβάτα το 2009. Δεν την έχω φορέσει ακόμα, αν και κοντεύω να πάρω Μάστερ στον θάνατο και στις κηδείες (1, 2, 3 και 4), γιατί δεν ήταν αρκετά κοντινός ο εκλιπών. Τελικά μου δάνεισε μία ο πατέρας μου, μια νάυλον, άθλια.

Λεξοτανίλ στην τσέπη του σακακιού. Για μένα τίποτα.

Στον σταθμό των ΚΤΕΛ πούλαγαν βιβλία. Αλλά ανακατεύομαι όταν διαβάζω μέσα σε ΚΤΕΛ. Κι ύστερα σκέφτηκα ότι θέλω να μην έχω τίποτε στα χέρια μου, να μην κρατάω τίποτα. Είχε γουάι-φάι μέσα στο λεωφορείο αλλά μετά από λίγο παύει να συνδέεται.

Όταν μπορεί να τρέχει το μυαλό στα τρυφηλά, δεν πλήττεις. 'Ισα ίσα, παρηγοριέσαι.

Πρακτορείο. Δρομολόγια για Αλβανία, ανορθόγραφα: Shqiperia. Η τελική ευθεία. Σε ένα τσαγαλί καντέτ που πρωτομπήκα το 1982.

Δεν είναι από ταινίες αυτή η πράσινη θάλασσα που βλέπω στα όνειρά μου. Είναι ο Κάμπος την άνοιξη.

Ξόδι:

Κρατάω μια γυναίκα ηλικιωμένη και ταλαιπωρημένη. Όπως πολύ σωστά το έθεσε μια φίλη, για εμάς τους άντρες η μάνα είναι ακριβώς αυτό από μια ηλικία και μετά: μια γυναίκα ηλικιωμένη κι εύθραυστη. Ούτε πρώην ερωμένη, ούτε η mother του Ρότζερ Γουώτερς, ούτε η σκοτεινή καταπίεση που δεν μας άφησε να πάμε στη Νορβηγία με ωτοστόπ. Βαστάζω τη μάνα μου καθώς περπατάμε ανάμεσα σε παραμορφωμένα πρόσωπα και κλαμένα μάτια.

Το σοκ του λειψάνου δεν υπάρχει. Με εξαίρεση θύματα δυστυχημάτων, ο νεκρός όντως δείχνει απλώς να κοιμάται, ό,τι και αν έχει υποστεί. Είναι και η ταρίχευση. Αυτό πάντως που υπάρχει είναι η αναμονή του σοκ, χειρότερη από τη μαρτυρία των ζωντανών μας ματιών. Πάντοτε χειρότερη. Αντικρύζεις τον νεκρό και καθαίρεσαι.

Άθλιες ψαλμωδίες, υβριστικά άθλιες. Μπλαζέ παπάς. Οι πόρνες προάγουν υμάς, γιατί τουλάχιστον οι πόρνες υποκρίνονται ότι νοιάζονται για τον καημό μας, ότι κάπως συμμετέχουν τέλος πάντων.

Απότομος πνιγμός: είμαι το γιουσουφάκι της ενσυναίσθησης. Ο πόνος των άλλων συντονίζεται και πολλαπλασιάζεται εντός μου. Λέω: έχασα τον αγαπημένο μου άνθρωπο. Είμαι εντάξει. Μετά σκέφτομαι: έχασε τον εραστή της· έχασε τον πατέρα του· έχασε τον πατέρα της· έχασε τον μικρό της αδερφό. Πονώ που υποφέρουν, ο λαιμός μου σφύζει. Παραλύω, κατακλύζομαι, ποντίζομαι.

Υπάρχει λόγος που φοράμε μαύρα γυαλιά.

Να πάνε να γαμήσουν και να πάνε να γαμηθούν όσοι ξινίζουνε τα μούτρα όταν ακούνε κοπετούς και ουρλιαχτά και θρήνους. Σε αυτά, όπως και στα βογκητά και τα μουγκρητά και τις στοναχές των ερώτων, υπάρχει ακατέργαστη και λαμπρή η ανθρωπότητα. Γι' αυτό είναι αβάσταχτα, γι' αυτό "ενοχλούν".

Ταφή.

Παύση: 

Φαγητό στο πατρικό. Παπαρούνες παντού. Αναμνήσεις του πεθαμένου. Τα ίδια κεντήματα, τα ίδια κάδρα στον τοίχο. Ύπνος στο κρεβάτι που κοιμόμουν πάντα.

Βρισκόμαστε στην αρχή του σταδίου της Άρνησης, που λένε.

Επιστροφή:

Κατούρημα στον σιδηροδρομικό σταθμό.  Μπορντούρα με μπλε πλακάκια πάνω από το ύψος των ματιών. Διακοσμητικό μοτίβο: το όνομα του μακαρίτη, ξανά και ξανά, με χρυσά γράμματα στο μπλε φόντο. Πόσο πιθανό; Αλλά και πόσο μεταφυσικά ανάρμοστο; Όραμα στα ουρητήρια -- μήνυμα στον καμπινέ.

Εξωπραγματική ομορφιά. Λιβάδια, πλαγιές, δάση, κορυφές. Μια Ελλάδα που δε βλέπεις από αυτοκινητόδρομο, παρά μόνον από την κατάμονη και προπηλακισμένη σιδηροδρομική γραμμή. Άνοιξη παντού.

GatheRate

Πέμπτη, 17 Απριλίου 2014

Πόλη


Τόσα χρόνια στο μπλογκ, δεν έχω γράψει ποτέ ταξιδιωτικές εντυπώσεις. Μου θυμίζουνε λίγο τους τσελεμεντέδες περιοδικών με συμβουλές για το σεξ: όταν δεν είναι ανακριβείς, είναι υποκειμενικές, ενώ στην καλύτερη περίπτωση περισσότερο σου ανοίγουνε την όρεξη παρά σου ανοίγουνε παράθυρα.

Η Πόλη, βεβαίως, είναι άλλη περίπτωση. Είναι το τοτέμ του Έλληνα. Επίσης, από παιδί μεγάλωσα με ιστορίες της αλλά έπρεπε να φτάσω σε μεγάλη ηλικία για να πατήσω τα λεγόμενα πάτρια: πρέπει να γράψω γι' αυτήν. Βεβαίως, δεδομένου ότι το ταξίδι στην Πόλη είναι μόδα τρελή από τον καιρό που οι τράπεζες έδιναν (με το στανιό) διακοποδάνεια, πρέπει να είμαι από τους τελευταίους Έλληνες που ταξίδεψε στη Βασιλεύουσα. Ωστόσο, έχω κάποιες παρατηρήσεις:

Αν ψάχνετε Ελληνισμό, υπάρχουν η Γερμανία και το Αμέρικα. Αν πάλι πάτε στην Πόλη για να βρείτε το Βυζάντιο, καλύτερα να πάτε στη Σαλονίκη· ή στο Άγιον Όρος, αν σας αφήνουν.

Αν πάτε στην Ιστανμπούλ επειδή εκεί συναντιέται η Ανατολή με τη Δύση, προτιμήστε το Ντύσελντορφ (με τους 50.000 γιαπωνέζους του) ή οποιαδήποτε πόλη με μεγάλη Τσαϊνατάουν. Η Κωνσταντινούπολη βρίσκεται πέρα από Ανατολή και Δύση, μοιάζει περισσότερο με τη Νέα Υόρκη: είναι μια αχανής κοσμόπολη με ιλιγγιώδη ποικιλία στα πάντα, συμπεριλαμβανομένων και των ανθρώπων της -- άλλωστε, οι πόλεις είναι οι άνθρωποί τους. Επιπλέον, η Κωνσταντινούπολη υπάρχει ως κοσμόπολη τα τελευταία 1400 χρόνια και υπήρξε αυτοκρατορική πρωτεύουσα και πόλη-όνειρο και πόλη-τρόπαιο για 16 αιώνες. Συγκρίνετέ τη με τη χτεσινή Νέα Υόρκη και με το επί ενάμιση αιώνα αυτοκρατορικό Λονδίνο, και θα προετοιμαστείτε για την ιλιγγιώδη εμπειρία της Πόλης. Κάπως.

Βεβαίως ο Παμούκ θα σας πει ότι η Ιστανμπούλ ξέπεσε επειδή έχασε τις μειονότητές της. Το Με λένε Κόκκινο και, λιγότερο, το Μαύρο βιβλίο θα είναι πάντοτε ανάμεσα στα αγαπημένα μου μυθιστορήματα, αλλά ο νομπελίστας έχει μετατραπεί κάπως σε Σώτη Τριανταφύλλου (και μιλάω σαν κάποιος ο οποίος επίσης έχει χαρεί βιβλία της Τριανταφύλλου, και ακόμα απορεί τι έπαθε). Η ορφάνια και οι εθνοτικές εκκαθαρίσεις όντως οδήγησαν τη Σμύρνη, τη Σαλονίκη, την Οδησσό, το Λβοφ, την Πράγα, την Τεργέστη και άλλες πόλεις στον μαρασμό. Ωστόσο, τελικά τον Παμούκ τον ενοχλεί η μουσουλμανική φτωχολογιά, η κούρδικη προσφυγιά,  και ο ερντογανισμός που έχουν (κατά την οπτική του) αντικαταστήσει την εκκοσμίκευση-εξευρωπαϊσμό, τον κομψό Ρωμιό / Εβραίο / Αρμένη και τη γαλλομάθεια. Δεν αντιλαμβάνεται ότι, όπως η Νέα Υόρκη έκανε δικούς της Ιρλανδούς, Ιταλούς, Εβραίους, λατινοαμερικάνους και τόσους άλλους, το ίδιο ακριβώς έχει κάνει ξανά και ξανά η Σταμπούλ. Και το ξανακάνει ήδη.

Οι κοσμοπόλεις είναι τα αχανή και πολυεπίπεδα θέατρα της ανθρωπότητας, μέσα σε αυτές η ανθρωπότητα παίζει και ζει τους ρόλους της ενώ παρακολουθεί ταυτόχρονα τον εαυτό της. Είναι συνθετότερες από τις χώρες που τις φιλοξενούν, όπως ο εγκέφαλος είναι πολυπλοκότερος από το σώμα που τον υπηρετεί και που τον ζει και το οποίο διαφεντεύει. Είναι δυνατότερες από κάθε θρησκεία, ιδεολογία ή και τρόπο ζωής. Έχουνε χαρακτήρα όμως αναλύονται σε εκατομμύρια χαρακτήρες. Αν αγαπάτε την ανθρωπότητα, ή αν θέλετε να σπουδάσετε την ανθρωπότητα, να πάτε εις την Πόλη.

GatheRate

Δευτέρα, 7 Απριλίου 2014

Γοργόνες


Σήμερα σκεφτόμουνα γοργόνες. Κάποιοι τις λένε σειρήνες. Έχουνε τη χάρη δελφινιού αλλά είναι γυναίκες. Όταν αναστενάζουν ακούγονται τραγούδια του βυθού. Είναι ανυπότακτες και είναι όμορφες σαν άστρο. Κάποιοι λένε ότι είναι και μοχθηρές, τις βρίζουνε: μυρίζουν ψαρίλα, λέει, αλλά μάλλον αυτούς δεν τους ζύγωσαν ποτέ γοργόνες. Σε πλησιάζουν αθόρυβα, γλυστρούν ανεπαίσθητα γύρω σου -- δεν είναι πλάσματα του αφρού -- και, αφού σε εξετάσουν εκεί που κολυμπάς στα βαθιά, ξεπροβάλλουν και σε χαιρετάνε μ' ένα απλό "γεια". Όμως δεν ακινητούν ποτέ: αν θα ήθελες να τις φωτογραφίσεις, κουνημένες θα βγούν, τουλάχιστον όμως η θολή κίνησή τους θα τονίζει λάμψεις φευγαλέες του φεγγαριού πάνω στο στιλπνό τους δέρμα.

Οι γοργόνες έχουνε θάρρος και λευκά δόντια. Είναι γυναίκες γενναίες και λίγο αγέρωχες. Δεν τραγουδούν καθόλου. Ίσα ίσα σε αναγκάζουν να ονειρεύεσαι την ησυχία του βυθού, τον μετεωρισμό της καταβύθισης, τις ξαφνικές επιθυμίες του νερού. Σε γητεύουν. Σε σπρώχνουν απαλά, το στεριανό σου σώμα δηλαδή, που μόνο να επιπλέει αντέχει, να βουτήξεις προς μια ιδιότυπη λαχτάρα, προς μια πολύ βαθειά νοσταλγία για κάπου όπου ακόμα δεν έχεις πάει. Ο προορισμός μπορεί να είναι κάποιο νησί τους, κοραλένια δάση, ή το κορμί τους απλώς.

Οι γοργόνες μιλάνε λίγο και κυρίως προτιμούν το γέλιο: γελούν το γέλασμα των αναρίθμητων κυμάτων. Τα μάτια τους είναι στο χρώμα του βυθού. Κι όσο κοιτάζεις τα φύκια μαλλιά τους που κυματίζουν βαριά και νωθρά στο ελάχιστο ρεύμα, κι όσο κοιτάζεις τα υδρόφιλά τους στήθη και τις ζωγραφιστές ρώγες που τα στεφανώνουν, κι όσο αναρωτιέσαι πού τις έβλεπαν οι παλιοί τις ψαρίσιες ουρές, εκεί όπου εσύ βλέπεις ξυπόλητα πόδια κάποιας παραλίας, τόσο σε ζώνει ο φόβος και η ταραχή: "πού θα με πάει αυτή;", "πώς σμίγεις με ένα τέτοιο πλάσμα;", "με τι τρόπους θα με κατασπαράξει;", "άραγε θυμώνει εύκολα, σαν εκείνη που βούλιαζε τα πλοία;". Γιατί όταν θα σε βρει η γοργόνα, το μόνο εφόδιο που σου βρίσκεται είναι κάτι ιστορίες των παλιών. Και η διάθεση να χαθείς και να ποντιστείς.

Όταν δεις τη γοργόνα να κάνει βουτιές χτυπώντας στην επιφάνεια της θάλασσας, παριστάνοντας το δελφίνι, μπορεί να νομίσεις ότι η χαρά της είναι απεριόριστη, όπως είναι ο πόθος της, όπως είναι η γητειά της. Μπορεί να νομίσεις ότι είναι πλάσμα εύθυμο. Όμως μόνο για χάρη σου παίζει στην επιφάνεια, μόνο για σένα είναι το κύλισμα στην επιφάνεια. Η γοργόνα ανήκει στον βυθό, στη σιωπή και στο λιγοστό του φως. Θα έρθει η γοργόνα πίσω στον αφρό ξανά και ξανά για σένα, θα σε τραβήξει (για λίγο; για πάντα;) να ναυαγήσεις, να δεις το βένθος. Αλλά ξέρει πότε θα σε αφήσει. Αν σε αφήσει.



GatheRate

Τετάρτη, 2 Απριλίου 2014

Διασύροντας την πατρίδα μου μπροστά στους ξένους

"Δε μου αρέσουν οι Γερμανοί. Έκανα στρατό στη Γερμανία το '47: κανένας δεν είχε υπηρετήσει στο Δυτικό Μέτωπο. Κανένας δεν ήξερε πού τους πάνε τους Εβραίους. Κανένας δεν ήξερε για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Γενικά, κανείς δεν είχε καταλάβει."

"Ντρέπομαι που είμαι Έλληνας. Κανείς δεν ξέρει για τις νάρκες στα σύνορα και τους πνιγμένους στο Αιγαίο. Κανείς δε μιλάει για βασανιστήρια και εκτελέσεις στις φυλακές. Κανείς δεν ασχολείται με τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Εντάξει, η κλίμακα είναι μικρότερη, αλλά είμαστε μικρή χώρα."

[...]

"Ιδέα δεν είχα. Χρειάζεστε μηχανισμούς αντιπροπαγάνδας."

(Συζήτηση που ξεκίνησε με θέμα "αγαπάμε την Ελλάδα, αγαπάμε τους Έλληνες".)

GatheRate