Δευτέρα, 28 Ιουλίου 2014

Οι πόλεις ως εικόνες και ως διαθέσεις

 
Οι πόλεις είναι οι άνθρωποί τους. Το άσχημο Ηράκλειο έχει κόσμο ζωντανό, σπιρτόζο, αγχίνου. Τα όμορφα (κι αγαπημένα μου) Χανιά βαριούνται τη ζωή τους. Η μπαχαλίτσα Κολωνία πάλλεται και σφύζει και γλεντάει, το κουκλίστικο Ζάλτσμπουργκ είναι η πατρίδα του Μότσαρτ και τέλος.

Οι πόλεις δεν είναι εικόνες, οι πόλεις είναι οι διαθέσεις που δημιουργούν. Είναι απαραίτητη μια σχετική διανοητική και συναισθηματική ωριμότητα για να το καταλάβεις αυτό και για να προχωρήσεις από τις εικόνες στις διαθέσεις. Σε αυτό θα επιμείνω: αν συγκρίνεις το Χάρλεμ με το Μόναχο με όρους εικόνων και ευταξίας και όχι, κατ' αρχήν, διάθεσης, αυτό λέει κάτι για εσένα και για τη σχέση σου με την πόλη και τους ανθρώπους, νομίζω.

Συνεπώς είναι κουραστικό να διαβάζεις εγκώμια πόλεων μόνο και μόνο γιατί μέσα τους μπορείς να βγάλεις όμορφες φωτογραφίες, χωρίς π.χ. να παρεμβάλλονται κεραίες και καλώδια ηλεκτροδότησης, είναι αστεία η απόπειρα του Έντι Ράμα να κάνει τα Τίρανα ανθρώπινη πόλη βάφοντας τις προσόψεις παρδαλές. Παράλληλα, όσοι παραπονιούνται για γκρίζες και βρώμικες πόλεις, ας παν μέχρι Όσακα και Νάπολη.

Όσοι χαίρονται το σημείο φυγής του άξονα των Ηλυσίων Πεδίων στην Ντεφάνς, έχουν άραγε δει το Παρίσι από ψηλά; Τι είδαν; Όσοι καμαρώνουν την ομοιομορφία της Βαρσοβίας, του Μονάχου, των ιταλικών πόλεων, έχουν επίγνωση των όρων αυτής της ομοιομορφίας, δηλαδή της ευμάρειας, της ανοικοδόμησης, του κεντρικού σχεδιασμού, της στάσης κάθε δραστηριότητας από μια εποχή και μετά (με ακραίο παράδειγμα τη Σιένα), του εξοστρακισμού κάθε "ρυπαρής" 'η "οχληρής" δραστηριότητας εκτός των τειχών; Όσοι χαίρονται το κέντρο του Λονδίνου, έχουνε περπατήσει τα αχανή δομημένα τίποτα που περιέχονται μέσα στον Μ25; Κάθε φορά που λέτε μπλιαχ για την πανάσχημη Λάρισα και το άναρχο Ηράκλειο και τη στιβαρά μονότονη Δραπετσώνα, θυμηθείτε τη Σεούλ και το Τόκυο ή και το Λόουερ Ηστ Σάιντ και το Άλφαμπετ Σίτυ της Κοσμοπόλεως.

Τέλος, το αίτημα της γραφικότητας: αυτό που θέλει να μας επιβάλει μια πεζοδρομημένη Πανεπιστημίου στην Αθήνα. Πρέπει να αποφασίσουμε ποια τμήματα της πόλης θέλουμε να προορίζονται για ποιους, ποια για επισκέπτες και ποια για τους κατοίκους της: άλλο η Διονυσίου Αρεοπαγίτου, άλλο η Πατησίων. Το αίτημα της γραφικότητας δεν μπορεί να αφήνεται να γεμίζει λ.χ. ολόκληρη την πόλη αβραμοπούλεια άκυρα καγκελάκια-ανθρωποπαγίδες, ενώ τα παλούκια του Λονδίνου και του Άμστερνταμ θα έκαναν παρόμοια δουλειά. Δεν μπορεί να υποσιτίζεται η δημόσια συγκοινωνία και να βρίζουμε τον μαλάκα τον Έλληνα που παρκάρει όπου βρει.

Και υπενθυμίζω με την ευκαιρία, ότι όπου βλέπεις πολλή ασχήμια και πολύ κιτσαριό σε μια πόλη, κάποιος εξωραϊστής κρύβεται από πίσω -- κι αφήστε με ήσυχο με τα σατανικά αλουμίνια που αλλοίωσαν τα χωριά μας.

GatheRate

Κρητικός διάλογος (απόσπασμα)


ΕΤΑΙΡΟΣ: Λέω λοιπόν το εξής: αν με έναν άνθρωπο παίζετε καλό τάβλι, συνέχισε να παίζεις τάβλι μαζί του. Να βρίσκεστε για τάβλι. Μόνο για τάβλι. Αν δεν είναι πραγματικά δικός σου άνθρωπος, μην επιδιώξεις λογου χάρη να πάτε για ποτά, μάλλον θα καταλήξεις να χαλάσετε τις καρδιές σας.

ΚΡΗΣ: Δηλαδή σαν να μου λες το εξής: αν με μια γυναίκα γαμιέσαι ωραία, μην επιδιώξεις τίποτα περαιτέρω -- να μείνεις στο πήδημα.

ΕΤΑΙΡΟΣ: Εκτός και αν πρόκειται, βεβαίως, για δικό σου άνθρωπο.

ΚΡΗΣ: Ναι, εννοείται. Όμως αν δεν επιδιώξεις να κάνεις και κάτι άλλο με έναν άνθρωπο με τον οποίο π.χ. παίζετε καλό τάβλι, πώς θα μάθεις αν είναι δικός σου άνθρωπος;

ΕΤΑΙΡΟΣ: Νομίζω ότι θα προκύψει τελικά. Εγώ πάντως λέω να μην επιδιώξεις να κάνεις π.χ. πολιτικές συζητήσεις με κάποιον που μοιράζεστε την αγάπη σας για τον Μπετόβεν. Αφήστε τη σχέση σας εκεί: στο τάβλι ή στον Μπετόβεν.

ΚΡΗΣ: Εσύ τι λες, Ζηνοβία;

ΖΗΝΟΒΙΑ: Εγώ τους ανθρώπους που θεωρώ δικούς μου τους θεωρώ δικούς μου, είμαι κτητικός άνθρωπος...

ΕΤΑΙΡΟΣ: Εσύ κτητική;

ΖΗΝΟΒΙΑ: ...οπότε δεν ξέρω.

ΕΤΑΙΡΟΣ: Ούτε σινεμά δεν πρέπει να κουβεντιάζεις με κάποιον που παίζετε τάβλι μαζί, μπορεί να καταλήξετε να βριστείτε.

ΚΡΗΣ: Αυτό είναι σωστό.

GatheRate

Ένας κρυμμένος κόσμος


Καμμία αντίσταση, καμμία αντίδραση, ούτε ίχνος εξέγερσης. "Ηττηθηκε ο λαός", λένε μερικοί. Εγώ δεν ξέρω πότε πολέμησε. Τρεις φορές κατέβηκε στο Σύνταγμα, του προκάλεσαν ασφυξία και εγκαυματάκια με χημικά όπλα, τον σάπισαν στο ξύλο, άνθρωποι έχασαν μάτια, κάποιος σκοτώθηκε (αλλά το ΚΚΕ δεν το κάνει θέμα: δεν καιροσκοπεί). Τρεις φορές, τέσσερις, φώναξε. Αλλά δεν αγωνίστηκε, δεν πολέμησε. Και τώρα περιμένει τον ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς απαραιτήτως να τον έχει ψηφίσει.

Αλλά δε θα μιλήσω γι' αυτό. Θα μιλήσω για τη λιτανεία του Αγίου Παντελεήμονα χτες στο Κερατσίνι. Σε μια εκκλησία που είχα να πάω χρόνια. Κάθησα σε μια γωνιά και έβλεπα για ώρες τον κόσμο να περνάει.

Ένας ολόκληρος κόσμος, που δεν περνάει από εδώ, από τις σοσιαλμηντικές αντιπαραθέσεις και τους σοφιστικούς αγώνες των κειμένων και των μέσων. Ένας κόσμος που βρίσκεται έξω από τη σφαίρα των δικών μας γενικεύσεων περί "λαού", "κόσμου", "Ελλήνων" κτλ. -- αποτελώντας ταυτόχρονα το σώμα τους. Ένα κόσμος σωματικός, σωματοποιημένος, που μυρίζει λιβάνι, άρωμα, ιδρωτίλα, τσιγάρο, αφρόλουτρο, βαρβατίλα, αφτερσέιβ, κολώνια, σαπούνι, ρακή.

Ένας καντηλανάφτης σαφώς ζορισμένος που κάπνιζε, τσιγγάνοι με ντεκαπάζ και τσιγγάνες ξερακιανές με τζιν, πρόωρα μπαταρισμένα ζευγάρια, τοπικές καλλονές με τα καλά τους, παιδάκια όπως όλα τα παιδάκια του κόσμου: τρυφερά κι ανυπόφορα, πλανόδιες πωλήτριες στεγνωμένες από το τσιγάρο, ανοικονόμητες κοιλιές παραμελημένων γυναικών, αφηρημένοι άνεργοι, έφηβες έτοιμες να σαγηνεύσουν τη γειτονιά με ένα τζιν σορτσάκι, εργάτες χρόνια στον Παπαστράτο, οικογένειες που δεν έχουνε πολλά να περιμένουν από κάποιον εκτός του Αγίου Παντελεήμονα, μανάδες ταπεινές που σου λένε ότι όλες τους πίνουνε ψυχοφάρμακα, παλληκάρια που είπανε στο κομμωτήριο να τους κάνει κατά προσέγγιση το κλαρινογαμπρέ κούρεμα της μόδας, αγέρωχες καλλονές, γερόντισσες έγκλειστες στο γηροκομείο παραδίπλα που πληρώνουνε την ειρκτή με τις συντάξεις ή τα προσφυγικά που κληρονόμησαν, φρεσκοφουσκωμένοι έφηβοι γυμναστηρίου με τατουάζ, κοντοκουρεμένες κυρίες. Και άλλοι και άλλες που το αμβλύ μου βλέμμα δεν διακρίνει.

Ποιος γράφει γι' αυτούς χωρίς να τους εγκλείει σε στερεότυπα τύπου Σταύρου Θεοδωράκη του Βλακός; Ποιος έγραψε το μυθιστόρημά τους χωρίς να τους βλέπει ως κλισέ ή ως παιδιά; Ποιος τούς σκέφτεται πέρα από τους πλατωνικούς κομμουνιστές, που είναι έτοιμοι να τους πατρονάρουν και να τους πούνε για τη ζωή τους, ή πέρα από τους φιλάνθρωπους παπάδες, που τους τραγουδούν "κάντε υπομονή" και άλλα γραφικά; Άνθρωποι παγιδευμένοι μέσα στη γραφικότητα ιθαγενούς ή μέσα στη σχεδόν ζωώδη γνησιότητα που τους αποδίδουν όσοι δεν τους ξέρουν παρά ως μύθους, τραγούδια, καρικατούρες, ελληνικές ταινίες, που τους ξέρουν ως τις μάζες των ανεπίδεκτων μικροαστών ή των λεβέντικων αντίφα γειτόνων του Παύλου Φύσσα. Άνθρωποι ισοδύναμο του Αλβανού, αλλά με ψήφο. Άνθρωποι χωρίς φωνή, μαθημένοι να τους βλέπουν αφυψηλού

Εγώ δε θα μιλήσω γι' αυτούς. Δε δικαιούμαι.

GatheRate

Κρέας

Διάβαζα κάτι παράπονα για μερικούς που αναρτούν εικόνες ερωτικού περιεχομένου, παρακολουθώ με δυσαρέσκεια το κυνηγητό στο οποίο έχει πάρει το facebook (που θα μείνει μνημείο μαλακισμένης πλατφόρμας τελικά) όσους δείχνουν γυμνότητα και ό,τι παραπάνω. Κάποιοι χρησιμοποίησαν καταγγελτικά και έναν όρο που φοριότανε πολύ τη δεκαετία του '70, στα συμφραζόμενα του ηθικού πανικού κατά του γυμνισμού: κρέας.

Κρέας είναι αυτό που έπεσε βροχή στην Ουκρανία, σε μερίδες ή ως ολόκληρα σφαχτά. Κρέας είναι αυτό που κάθε τόσο παράγει ο ισραηλινός στρατός στη Γάζα, με έμφαση στο γάλακτος (μια και, ως γνωστόν, οι αραπάδες και οι μουσουλμανίδες γεννοβολάνε). Κρέας είναι τα κοψιδάκια που θα λιανίσουν από όλα τα θηλυκά μέχρι 46 ετών στο Ιράκ και που λιανίζουν σε ολόκληρη την ανατολική Αφρική. Κρέας είναι αυτό που πάει και κρεμιέται από τα δέντρα μετά από βιασμούς νουμεράδα.

Κρέας είναι το μυαλό όσων μεριμνούν για τα ήθη και για το πώς θα μιλήσουνε στα παιδιά τους για την ανθρώπινη ανατομία μέσα σε έναν κόσμο βάρβαρο που εκβαρβαρώνεται με χαλαρότητα και σχετικό μπρίο.

GatheRate

Η επικράτηση του Κακού

Τέσσερα χρόνια μετά την παράδοση στην τρόικα που εξαγγέλθηκε στο Καστελόριζο, είναι σκόπιμο να έρθουμε επιτέλους σε επίγνωση κάποιων πραγματικοτήτων.

Ο Αντώνης Σαμαράς, ο Ευάγγελος Βενιζέλος και τα ΜΜΕ τους ολοκλήρωσαν το έργο του ΓΑΠ κι εκείνου του ανύπαρκτου που τον διαδέχθηκε: εδραίωσαν την πεποίθηση ότι (και) αυτό το καθεστώς, και στις πολιτικές και στις κοινωνικές του εκφάνσεις, είναι κανονικότητα και δημοκρατία.

Το κατέδειξε η μη συντριβή των κομμάτων τους στις εκλογές. Το υπαινίσσεται η επιτυχία απολίτικων σχημάτων όπως το Ποτάμι αλλά και η σταδιακή κανονικοποίηση της ναζιστικής συμμορίας και των ψηφοφόρων της -- έστω και αν προς το παρόν τους έχει γίνει η χάρη να παριστάνουν τους έγκλειστους ιδεολόγους, τους πολιτικά διωκόμενους κομμουνιστές (θεμουσχώραμε).

Ο κόσμος δεν απαξιώνει τον Σαμαρά περισσότερο από όσο απαξίωνε τους προκατόχους του, σεφερλίδικα πάντοτε. Ο κόσμος ακούει τα καθεστωτικά ΜΜΕ κι έχει ενστερνιστεί την νεοαποικιακή-ελληνοκεμαλική εικόνα που προβάλλουν: είμαστε ζώα ανατολίτικα και γι' αυτό φτάσαμε μέχρι εδώ. Παράλληλα, τα συμφέροντα κι οι μεγαλοεργολάβοι σπευδούν ξελιγωμένα να αρπάξουν κτήρια, εταιρείες, αιγιαλούς, δημόσια αγαθά, δημόσια γη, υπηρεσίες: συνηθίσαμε κιόλας την ιδιωτική υγεία και την (και σε επίπεδο υποδομών) ανύπαρκτη παιδεία. Θα φτιάξουν και οι ναζί την ΕΔΑ τους, όταν έρθει η ώρα, θα παραστήσει η συμμορία τους το διωκόμενο ΚΚΕ που θα παίξει το παιχνίδι του συστήματος, κάτι που οι ναζί μπορούν να κάνουν με περισσότερη ευκολία και από το σημερινό ΚΚΕ, φασίστες είναι: τα μπόξερ και τα μποξεράκια του συστήματος. Ο ΣΥΡΙΖΑ, αν έρθει κι όταν έρθει, ούτε θα μπορεί ούτε θα θέλει να ξεκάνει τη ζημιά, μια και η αγωνία του πλέον είναι να μη θιχτούν οι πατριώτες, οι νοικοκυραίοι και (επιλεγμένα) συμφέροντα.

Αυτή είναι η νέα εκδοχή της δημοκρατίας στην Ελλάδα. Προσεχώς και αλλού.

GatheRate

Κυριακή, 13 Ιουλίου 2014

Για τον Πάνο

Άνοιξα το μπουκάλι Caol Ila που μου έφεραν. Με λίγο μόνο νερό στο ποτήρι. Το πίνω στην ψυχή του. Ή του το κάνω χοή. Ή το υψώνω κέρασμα στη μνήμη του -- δε θα κολλήσουμε στις τεχνικές και στις τεχνοτροπίες. Ωραίο ουίσκι, γλυκόπιοτο για single malt: καπνιστό και μελένιο. Επίγευση σαν ξύλου. Ακριβό γλυκό φαρμάκι.

Όντως, όπως είπε: σκληρή και δύσκολη η ποίησή του. Πολύ τραχιά φωνή ικανή για θέρμη και για μεγάλη τρυφερότητα. Γενναιότητα όπως μόνο των πραγματικά λαβωμένων.

Η γεύση διπλώνει τον χρόνο πάνω σε μια κατάβαση από το σπίτι του αργά, πολύ αργά, πριν από μήνες. Ζάλη από κρασί και αεράκι της Αθήνας πριν χαράξει, μάχες κρυφές και σχέδια για έξω. Βιβλία. Ελπίδες μικρές και στοχευμένες, όπως πρέπει σ' εμάς τους θνητούς.

Δεν είμαι κατά του θανάτου, τελικά. Αλλά όχι τόσο πρόωρα, ρε πούστη μου.

GatheRate

Το νοημα της ζωής


Ι.
Θαυμάζω τους αληθινά γενναίους ανθρώπους. Που συνεχίζουνε να σχεδιάζουν και να προχωρούνε κι ας ξέρουν καλά, and they do it anyway.

Πρώτα γνώρισα τον άνθρωπο, μετά το έργο του: την ποίηση και όλα τ' άλλα. Πριν γνωρίσω τον άνθρωπο, έμαθα τα καθέκαστα από φίλο μας: καρκίνος, εγχείρηση, μετάσταση, ακτινοβολίες, χημειοθεραπείες. Σχεδόν στην ηλικία μου. Μια εποχή που με γυρόφερνε η νοσοφοβία και κάθε λογής πίκρες. Ήπιαμε μαζί τα ουίσκια μας. Κάπνισε μαζί μου. Τον αισθάνθηκα φίλο, σε σημείο που τον κάλεσα στα τεσσαρακοστά μου γενέθλια, ανάμεσα σε ελάχιστους και πολύ νευρωτικά επιλεγμένους. Μετα τον έβαλα (και το χαίρομαι ακόμη) να μιλήσει για κάτι που σκάρωσα.

Λίγες συναντήσεις και ατελείωτες, στο σπίτι του με τον σκύλο και με τη θέα. Η τελευταία ήτανε στο κέντρο για βιβλία και κουβέντα.

Άνθρωπος πολύτιμος. Όχι, δε μας αφορά η βιολογική ζωή ως ατέλειωτη σπατάλη, δε μας νοιάζει ο αέναος ξανανιωμός της ως καταστρατήγηση της εντροπίας. Μας νοιάζει η ύπαρξη και οι άνθρωποι, και μάλιστα όταν τους χάνουμε.

Α ρε Πάνο Οικονόμου. Α ρε Πάνο.

ΙΙ.
"Θες να καθήσουμε εδώ και να δούμε λίγο την πόλη;"
"Ναι."
"Τι γράφει εκεί;"
"Πού;"
"Στον τοίχο."
"Αντίφα."
"Αντίφα; Περίεργο όνομα."
"Δεν είναι όνομα, σημαίνει να πολεμάμε τους κακούς ανθρώπους."

"Κοίτα, τα νερά τρέχουν μέχρι τη ρόδα του αυτοκινήτου."
"Και πιο μακριά."
"Έλα να ρίξουμε φύλλα στα νερά που τρέχουν, να τα κάνουμε βαρκούλες."
"Εντάξει."

ΙΙΙ.
Δίνε ευκαιρίες στους ανθρώπους με τους οποίους κάποια χορδή σου συντονίστηκε κάποτε. Δίνε ευκαιρίες ξανά και ξανά.

GatheRate

Τρίτη, 8 Ιουλίου 2014

Γνώθι σαυτόν (και μετά κατέβα τρία κλικ κάτω)


Πρέπει όποιος γράφει να έχει υπόψη του τη βιασύνη του αναγνώστη: ο Μίλοραντ Πάβιτς στην εισαγωγή του Λεξικού των Χαζάρων λέει ότι ο συγγραφέας πρέπει να γράφει πριν το γεύμα, για να μη φλυαρεί, και ο αναγνώστης πρέπει να διαβάζει χορτάτος, για να μη βιάζεται. Ωστόσο, ο αναγνώστης θα βιάζεται πάντα.

Πρέπει όταν γράφεις να έχεις επίγνωση ότι είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα σε παραναγνώσουν ή θα σε υπερερμηνεύσουν. Όχι το κείμενό σου, εσένανε. Θα διαβάσουνε κείμενό σου και θα προσπαθήσουν να μάθουνε κάτι για σένα τον ίδιο. Για να πάρεις μια εικόνα πιο σαφή: φαντάσου τι μπορεί να περάσει από το μυαλό του αναγνώστη σχετικά μ' εσένα όταν διαβάζει το κείμενό σου, φαντάσου το πιο τρελό. Αντιλήψου ότι το συζητούν ήδη, και λένε κι από πάνω και κάτι χειρότερο, που δε φαντάζεσαι. Μετά αγνόησέ το.

Αυτολογοκρινόμαστε, και καταλήγουμε να γράφουμε σουπίτσες. Εμείς οι ενοχικές γραφές που νιώθουμε πως τζάμπα φορτωνόμαστε στον αναγνώστη. Τα παιδιά του sic et non. Αυτολογοκρινόμαστε και φτιάχνουμε σουπίτσες. Εμείς λοιπόν πρέπει να διώχνουμε τα κείμενα μόλις τα νιώσουμε έτοιμα. Τα αποκηρύσσουμε μετά, αν χρειαστεί, έχει και η αποκήρυξη τη γοητεία της: λες "ακόμα μπορώ να γίνομαι καλύτερος". Άλλωστε, δε βαριέσαι, στον κόσμο αυτόν διαβάζουν άλλους κι άλλους, κι εμάς σχεδόν κανείς: λίγοι θα τα δουν, λιγότεροι θα τα καταλάβουν.

Υπάρχουνε βέβαια κι εκείνοι που έχουνε φιμώσει τον επιμελητή μέσα τους, έχουν εξορίσει τον έσω κριτικό στην Αλμυρά Έρημο και νομίζουν ότι ο αναγνώστης είναι δεμένος πισθάγκωνα σε μια καρέκλα με τα βλέφαρα ανοιχτά α λα Κουρδιστό Πορτοκάλι, μόνο και μόνο για να τους διαβάζει νυχθημερόν κι απρόσκοπτα. Για αυτούς ισχύει το μισό χεμινγουεϊανό ρητό, write drunk, συμπληρωμένο από κάτι σαν "and get yourself a ruthless editor". Θυμηθείτε τον Έζρα Πάουντ τον Κόφτη, ω κύριοι που γράφετε όπως χύνατε (γιατί κυρίως κύριοι είστε).

Για τα τοτέμ της γραφής θα μιλήσουμε άλλη φορά.

GatheRate

Παρασκευή, 4 Ιουλίου 2014

Δε μιλάω εκ πείρας

Από τότε που βγήκαν τα σοσιαλμήντια, έχει γίνει ξανά πολύ της μόδας να μιλάει κανείς για τη μικροπρέπεια των ανθρώπων, για τις ματαιόδοξες οιήσεις τους, για το μίσος του κόσμου, για το φαρμάκι του φθόνου. Έχει ξαναγίνει πολύ επίκαιρη η ροπή προς τα κουτσομπολιά και προς την κατάκριση, πώς καμμιά φορά το να μιλάς (ή να γράφεις, ή να ποστάρεις) δεν είναι παρά υποκατάστατο της ζωής που λαχταράς και δεν έχεις. Γενικά, η ενασχόληση με την κακία του κόσμου και η ανάγκη να την ερμηνεύσουμε έχουνε ξαναγίνει της μόδας. Και όχι αδικαιολόγητα: σοκάρει η σφοδρότητα και ο απόλυτος τόνος της μικροψυχίας και της κακίας, συνήθως με επικάλυψη υποκρισίας, που συναντάει κανείς στα σοσιαλμήντια. Πρόκειται για μικροψυχία και κακία που πολλοί πιστέψαμε ότι μας άφησε χρόνους με τον τάχα θάνατο της γειτονίτσας και του χωριού.

Εγώ όμως δε θέλω να μιλήσω γι' αυτό. Ούτε σκοπεύω να ασχοληθώ με βαθυστόχαστες ανατομίες της ανθρώπινης μικρότητας, ψυχολογικές, ψυχαναλυτικές ή πολιτικές ερμηνείες της -- δεν έχω την κατάλληλη αποσκευή, άλλωστε. Απλώς θέλω να σταθώ σε ένα πολύ μικρό πράγμα, έναν από τους πολλούς τρόπους που μπορείς να αποκτήσεις εχθρούς στα σοσιαλμήντια αλλά και εκτός: να αφήσεις τους ανθρώπους να σε εμπιστευθούν, να σου εκμυστηρευτούν κάτι δικό τους.

Στα σοσιαλμήντια ο κανόνας είναι οι τυχαίες συναντήσεις. Ακόμα και οι πολύ πουριτανοί κι ακυρωμένοι, οι πολύ κλειδωμένοι, οι πολύ συνεσταλμένοι ανταλλάσσουν τουλάχιστον κουβέντες με αγνώστους: είτε γιατί ταυτίστηκαν, είτε γιατί τσαντίστηκαν. Ενίοτε γιατί καύλωσαν -- αν και οχι τόσο συχνά όσο θρυλείται. Αυτό που ακολουθεί μετά δεν είναι συνήθως ή απαραιτήτως κλινοπάλες κι όργια και άγριες νύχτες, παρά κάποιας μορφής εκμυστήρευση: δύο ουσιαστικά άγνωστοι άνθρωποι ανταλλάσσουν, με περισσότερη ή λιγότερη αμοιβαιότητα, μυστικά.

Και φυσικά, τα ακριβότερα και βαρύτερα μυστικά είναι αυτά που είτε περιέχουνε μια κάποια δόση ατιμίας, είτε μιλάνε για "the awful daring of a moment's surrender". Και αφού κάποιος μας τα καταθέσει, δεν ξεχνάει ποτέ ότι πια τα μοιραζόμαστε μαζί του. Κι ενδεχομένως θα έρθει κάποια στιγμή στη ζωή του, συνήθως δεν αργεί αν είναι να 'ρθει, που αυτό δε θα μας το συγχωρήσει. Κι εκεί βρίσκεται ακόμα ένα παράδοξο: ένα διαβρωτικό μυστικό, μια μικρή ατιμία, ένα λίγο πιο αυχμηρό κουτσομπολιό που ο άλλος σου εμπιστεύθηκε οικειοθελώς και ως δείγμα εμπιστοσύνης και -- ενδεχομένως -- εκτίμησης, πιθανόν εκτονώνοντας και κάποια δική του ανάγκη (γιατί ποιος δε θέλει να φωνάξει τα μυστικά του στο πηγάδι;), μετατρέπεται σταδιακά σε δικό σου πρόβλημα, σε δικό σου σφάλμα, σε κάτι που εσύ φέρεις και που κηλιδώνει εσένα. Εσύ που μοιράζεσαι το ενδεχομένως εντελώς ανθρώπινο μυστικό (τη στιγμή αδυναμίας του άλλου εν πάση περιπτώσει) γίνεσαι ξαφνικά επικίνδυνος. Γίνεσαι κάποιος που θα μπορούσε να αμαυρώσει υπολήψεις ή που, χειρότερα, υπενθυμίζει στον εκμυστηρευθέντα το μυστικό του, την ατιμία του, την αδυναμία του. Κι επειδή απαιτεί μεγάλη δύναμη να αναγνωρίζεις τις αδυναμίες σου, ή έστω την ύπαρξή τους, από αυτό το σημείο μέχρι να σου κατακυρωθεί το μένος του άλλου, εκείνου που σε εμπιστεύτηκε, η διαδρομή είναι σύντομη και κατωφερής.

Αν δε θέλετε να δημιουργείτε εχθρούς, μην αφήνετε να σας εμπιστεύονται μυστικά τους, και δη μικρές ατιμίες. Θα σας νιώσουν επικίνδυνους. Θα σας το προσάψουν.

GatheRate

Τρίτη, 1 Ιουλίου 2014

Γαία πυρί μιχθήτω

Μια φορά αναρωτιόμουν γιατί έχουνε τόση πέραση οι ταινίες καταστροφής και τα σενάρια συντέλειας. Έξι μήνες μετά έψαχνα το πολιτικό νόημα της κάθε συντέλειας. Σχεδόν τζάμπα παιδευόμουνα. Νομίζω ότι πια δε μας ενδιαφέρει ο δικαιοκρίτης Κύριος που θα μας δώσει στη Βασιλεία Του όσα στερηθήκαμε εδώ: έτσι κι αλλιώς, οι χαρές κι οι χάρες που στερούμαστε πια εδώ δεν είναι διαθέσιμες στη Βασιλεία του ενός Θεού. Δε μας ενδιαφέρει καν η συντέλεια ως πράξη αφανισμού των κραταιών, των δυνατών, των πλουσιων: δυόμιση δεκαετίες μαλακίας μάς δίδαξαν να θέλουμε να γίνουμε σαν κι αυτούς, όχι να τους τιμωρήσουμε. Δε μας ενδιαφέρουνε πια ούτε τα θεαματικά ειδικά εφέ, τα μπουχτίσαμε. Νομίζω ότι πια μας απασχολεί αυτό που γίνεται σχεδόν σε κάθε ταινία καταστροφής από το Independence Day και μετά: ο Will Smith, o Mark Wahlberg, ο John Cusack, ο Tom Cruise, ο Brad Pitt, ο δεν ξέρω ποιος, γλυτώνουνε την οικογένειά τους και παίρνουνε τα βουνά -- ή κάτι τέτοιο. Μια γενιά που -- και καλά -- την τραυμάτισε η κατάρρευση δύο ουρανοξυστών (αλλά όχι, ωστόσο, οι εκατοντάδες χαχόλοι, χαχόλες και χαχολάκια που γίνονται κάθε χρόνο κομμάτια από εκρήξεις σε Ιράκ, Αφγανιστάν, Συρίες, σε κλιτές κι άκλιτες χώρες), παρακολουθεί με άνεση ολόκληρες πόλεις (την εξής μία, τη μητρόπολή της, τη Νέα Υόρκη) να ερειπώνεται ξανά και ξανά. Γιατί έτσι; Γιατί ξέρει ότι και χωρίς νοσοκομεία, σχολεία, δημοκρατία κι άλλες τέτοιες μαλακίες να σε αφήσουν, και να σου την πέσουνε τα ζόμπι κι οι εξωγήινοι, οι άνεμοι, τα κύματα κι οι τεκτονικές πλάκες και οι τσαντισμένες σφενταμιές, εσύ αρκεί να γλυτώσεις την οικογένειά σου. Η οικογένειά σου να περάσει μέχρι να φύγουν οι Γερμανοί, μέχρι να γριππωθούν οι εξωγήινοι, μέχρι να κοπάσουν οι τιτάνιες θύελλες, μέχρι να λιώσουνε τα ζόμπι -- κι ας απανθρακωθεί και ας μακελευτεί πατόκορφα το σύμπαν και όλοι οι γείτονες μαζί. Η οικογένεια πάνω απ' όλα. Μια ιδέα παραδοσιακά ελληνική και εξόχως επίκαιρη, και στην Ελλάδα αλλά και αλλού.

GatheRate