Κυριακή, 24 Αυγούστου 2014

Λατινικά

Σχεδίασμα αποσπάσματος αυτοβιογραφίας μέσα από λατινικα τσιτάτα

Πρόλογος: Τα λατινικά τα ανακάλυψα στην τρίτη λυκείου κι ενθουσιάστηκα: ήτανε βατά λόγω γαλλομάθειας και ακούγονταν αρκούντως σπουδαιοφανή. Στις πανελλαδικές έγραψα λατινικά 160/160. Αυτά φυσικά συνεπάγονται ότι δεν καταλαβαίνω σχεδόν τίποτα όταν βλέπω λατινικό κείμενο και ότι χρειάζομαι περίπου 70 λεπτά για να πω κάτι του στυλ "όποιος είναι αυστηρός με τους άλλους πρέπει να είναι αυστηρός με τον εαυτό του πρώτα". Ωστόσο τα λατινικά τα γουστάρω, όπως ο Κρίστοφερ Λη τα αρχαία ελληνικά που έκανε στο σχολείο: σαν κάτι που μου θυμίζει μια μακρινή εφηβεία που -- κατά τ' άλλα -- έχω στείλει στον αγύριστο.

Nemo me impune lacessit

Μικρός ήμουνα τσαμπουκάς και φανερά εριστικός. Όταν η πένπαλ μου Λύντα επισκέφτηκε την Ελλάδα για πρώτη φορά ήμουν 20 χρονών. Τότε είδα για πρώτη φορά κέρμα μονόλιρο, το πιο άχαρο νόμισμα που έχει κοπεί στον πλανήτη, κατάλληλο μόνο για βλήμα κατά διαιτητών. Γύρω γύρω έγραφε "Κανένας δε με προκαλεί ατιμώρητα", που είναι το λογότυπο του Τάγματος της Ακάνθου (για γαϊδουράγκαθο πρόκειται). Κόλλησα. Οπλίστηκα. Έτοιμος να ρίξω μάπες και σοπάκια με τον τρόπο που ξέρω καλύτερα. Έκτοτε παρέμεινα ετοιμοπόλεμος αλλά έμαθα να μην κυνηγιέμαι με τσογλανοπαρέες και να μην αψιμαχώ με τους στρατόκαυλους της κομπλεξικής υπεροψίας.

Cunctando regitur mundus

Μετά ήρθε μια εποχή γαμησέτα. Εντελώς όμως: "Ακόμα σιχαίνομαι να περιμένω, αλλά το κοελικό σύμπαν με κέρασε τόσες αναμονές και με εμβολίασε με τόσο στήσιμο και τόσο περίμενε, που πια έχω εναγκαλιστεί την καρτερία, το σλόγκαν της Εταιρείας του Ιησού: cunctando regitur mundus." Ο καημένος ποτέ δεν ήθελα να βασιλέψω στον κόσμο, και τα nolo episcopari μου τα λέω, και όλα. Αλλά τόση αναμονή, τόσο περίμενε, τόσες διαψεύσεις, τόσες μούτζες, τόσος κοσμικός σαρκασμός -- ε, κάτι έπρεπε να πω κι εγώ. Χρόνια πολλά μετά, το 2014, ένα μέλος της Εταιρείας του Ιησού επιτέλους κάθεται στην Αγία Έδρα κι εγώ έχω να λέω ότι επιτέλους άρχισα να κερδάω κι εγώ.

Pecca fortiter

Θα άξιζε να γίνει όλο αυτό το ατελέσφορο μπάχαλο της Μεταρρύθμισης για να ακουστούν αυτές οι λέξεις, απαύγασμα θάρρους και μεταφυσικής γενναιότητας: Αμάρτανε με θάρρος, πίστευε ακλόνητα. "Άσε με να κάνω λάθος", δηλαδή. Μεγάλη κουβέντα, λεβέντικη: καλύτερη από το non serviam του Οξαποδώ και εφάμιλλη του Hier stehe ich, ich kann nicht anders. Παράλληλα, αυτή η φράση είναι το σλόγκαν κάθε ανεύθυνου βολονταριστή, κάθε μαθητευόμενου μάγου, κάθε κάφρου που κατέχει την απόλυτη αλήθεια και άλλα τέτοια. Αλλά σκεφτείτε ότι είμαι καλός άνθρωπος. Σκεφτείτε ότι η πίστη μου είναι να αμφισβητώ, πρωτίστως τον εαυτό μου. Σκεφτείτε ότι είμαι ένας πρωτότοκος που μια ζωή θεωρεί ότι έχει ευθύνη για όλον τον κόσμο, για τον καθένα κοντά του και γύρω του, που νομίζει ότι οι πράξεις του και οι παραλείψεις του επηρεάζουν καίρια τους άλλους. Ε, δεν είναι ωραίο ρητό για έναν άνθρωπο σαν κι εμένα, ιδίως αν απαλειφθεί το υποκριτικό (στην περίπτωσή μου) crede firmiter;

Luctor et emergo

Με δυσαρέσκεια είδα πριν λίγα δευτερόλεπτα ότι το 'Παλεύω κι αναδύομαι', λογότυπο της επαρχίας της Ζηλανδίας (της παλαιάς) είναι δημοφιλές σλόγκαν για τατουάζ. Εγώ το βρήκα μια εποχή λίγο πριν το γκουγκλ, όταν πνιγόμουν, σαν την καημένη τη Ζηλανδία, που πλημμύριζε κάθε τόσο, σε αντικατάσταση του και από τον Αστερίξ αναγνωρίσιμου fluctuat nec mergitur. Δε θα το χτύπαγα για τατουάζ ούτε το ένα ούτε το άλλο. Αλλά το luctor et emergo το είχα κατά νου για χρόνια, εγώ που δεν είμαι καλός κολυμβητής αλλά πεισματάρης. Πολλές φορές, με την περιορισμένη λατινομάθειά μου, το διασκεύαζα σε luctor et resurgo.

Θα έβαζα τίποτε σέξι του Κάτουλλου για κατακλείδα, κατουλλοκλείδα, αλλά με ζόριζε πάντα ο άτιμος και δε νομίζω ότι προσφέρεται για τσιτάτα.

GatheRate

Παρασκευή, 22 Αυγούστου 2014

Οι τεχνίτες της απόκρυψης, μέρος Γ': μια βραδιά στον παράδεισο


Το Α' μέρος και το Β' μέρος.

Ήθελα να φύγω από το σπίτι των γονιών μου από όταν ήμουν 15 χρονών. Ήθελα να ζήσω μόνος, στο δικό μου σπίτι. Ακόμα και τώρα απολαμβάνω τη μοναξιά και την ησυχία, όχι απαραιτήτως για να δουλέψω απερίσπαστος. Τελικά έφυγα πολύ αργότερα από τα 15 μου, αλλά αρκετά νωρίς ώστε να γλυτώσω από την αγκύλωση που επιφέρει στον Έλληνα γιο η παραμονή του μέσα στην ελληνική οικογένειά του.

Αφού γύρισα σχεδόν σαν απόκληρος στην όχι και τόσο κακούργα ξενιτειά για πάνω από δεκαετία, κάποτε βρέθηκα με το δικό μου διαμέρισμα στην Αθήνα, ας πούμε κληρονομιά. Το υπνοδωμάτιο βγάζει στον ακάλυπτο. Τα πρώτα χρόνια στο καινούργιο σπίτι, η μπαλκονόπορτα και το υπερμεγέθες κρεβάτι στο δωμάτιο (μόνο στην Αθήνα κοιμάμαι καλά), μου φάνταζαν παράδεισος. Με συγκινούσαν οι τοίχοι σε απαλό λιλά, η κουρτίνα, το θεόστενο μπαλκόνι. Άνοιγα το πρωί τα μάτια μου και με ξύπναγε η συγκίνηση. Είμαι εδώ αλλά και εδώ είμαι.

Συγκεκριμένες εποχές, συγκεκριμένες ώρες το φως του ήλιου μέσα από τον φωταγωγό καταυγάζει την κατά τα άλλα σκοτεινή κουζίνα και το σκοτεινό μπάνιο. Πολλές φορές τη νύχτα, όταν κάνω ντουζ ή όταν ανοίγω το ψυγείο για νερό, πάγο ή χυμό, λέω και πάλι μέσα μου: είμαι εδώ και εδώ είμαι. Ναι, και η κουζίνα και το μπάνιο προσαρτήθηκαν στον παράδεισο:

Ένα-δυο χρόνια μετά, ήρθε η σειρά του σαλονιού. Που είναι μικρό. Που το έχω και για γραφείο. Που βγάζει σε ένα μπαλκόνι από το οποίο βλέπεις τη μισή Ακρόπολη και καθόλου τον Παρθενώνα -- ο γείτονας τα βλέπει όλα. Όπου πίνω καφέ, κρασί, σόδες, ουίσκι ή τζιν. Όπου ακούω μουσική και κάθομαι να αναπολήσω. Με το γδαρμένο παρκέ που οι ευαίσθητοι του νοικοκυριού το λεν "τραυματισμένο". Του οποίου όλα τα φώτα έχουν ροοστάτες, μια και δε μου αρέσει το φως αν δεν είναι λοξό, απαλό ή διάχυτο. Με τα ανθεκτικά φυτά απ' έξω. Τόση πολλή ζωή, τόσες χαρές μέσα σε ελάχιστα τετραγωνικά μέτρα. Ναι, κι εδώ παράδεισος. Μέσα σε αυτά τα λίγα τετραγωνικά. Με θύλακες παντού μέσα σε αυτήν την πόλη, κι ας είναι κάποιοι σχεδόν σημειακοί.

Ο παράδεισος είναι μικρός, πολύ μικρός, αλλά επεκτείνεται.

GatheRate

Τετάρτη, 20 Αυγούστου 2014

Πολύ στα σοβαρά


Λέει ο Ολντμπόι:
Bλέπω τον Μπογδάνο στο Σκάι που παρουσιάζει ενημερωτική εκπομπή σχεδόν χορεύοντας και όντας απόλυτα και ολοκληρωτικά ερωτευμένος με τον εαυτό του, εικάζοντας πως κάθε ατάκα που λέει είναι και μια προσφορά στην ανθρωπότητα, και με διαπερνά ένα συναίσθημα μεταξύ αηδίας και ζήλειας. Αλλά τελικά η αηδία χάνει από τη ζήλεια. Μακάριοι οι ολοκληρωτικά ερωτευμένοι με τον εαυτό τους, γιατί αυτός ο έρωτας διαρκεί για πάντα.

Επιτρέψτε μου να διαφοροποιηθώ. Δε γνωρίζω σχεδόν τίποτε από κλινική ψυχολογία, ψυχανάλυση και ψυχιατρική, οπότε θα μιλήσω εντελώς ανεκδοτολογικά. Εντελώς όμως.

Δεν καταλαβαίνω τι σημαίνει να είναι κανείς ερωτευμένος με τον εαυτό του. Πρόκειται για κάποια διάθεση, όπως η θυμηδία ή η μελαγχολία, για κάποια κατάσταση, όπως λ.χ. το άγχος ή η πείνα; Και σε τι συνίσταται; Στο να αισθάνεται κανείς ικανοποίηση για α) το ποιος είναι (ως χαρακτήρας), β) το πώς είναι (στην όψη), γ) το τι έχει επιτύχει; Να νιώθεις όμορφα με κάτι από τα παραπάνω ή, σπανιότερα, και με τα τρία; Όμως πάρα πολλοί άνθρωποι είναι έτσι, έστω και μερικώς, κι εμένα υγιές μου φαίνεται σαν διάθεση και κατάσταση. Δεν τους λες ωστόσο ντε και καλά ερωτευμένους με τον εαυτό τους. Ενδεχομένως το 'ερωτευμένος' εμπεριέχει μια διάσταση πάθους και θέρμης, καύλας συνελόντι ειπείν, για τον εαυτό μας. Δυστυχώς δεν ξέρω πώς μπορεί να συμβαίνει αυτό και αν μπορεί να συμβαίνει και -- βεβαίως -- το πρόβλημά μου εδώ είναι η άγνοιά μου.

Υποθετω λοιπόν ότι ο έρωτας για τον εαυτό είναι κάποιου είδους συμπεριφορά, όπως η αυτομαστίγωση, ο κομπασμός, η ταπεινολογία, η περιαυτολογία που ταλαντώνεται και πότε αυτοεπαινεί και πότε αυτομέμφεται. Αυτή η συμπεριφορά εκδηλώνεται δημόσια: στο οικογενειακό τραπέζι, στη συνέλευση, στο πάρτυ, στην τηλεόραση κτλ. -- και στον καθρέφτη ως πρόβα. Η αυτομαστίγωση, ο κομπασμός, η ταπεινολογία, η περιαυτολογία κτλ. συνήθως εξυπηρετούν κάποιο σκοπό: να εντυπωσιάσουν ("πώπω επιτεύγματα! Κοίτα μορφιά!"), να προδιαθέσουν ευνοϊκά ("αν ο ίδιος μέμφεται έτσι τον εαυτό του, πώς να πάω να τον χέσω κι εγώ από πάνω;")· γενικότερα, να αυξήσουν ή να μειώσουν προσδοκίες. Αλλά είναι έρωτας αυτό;

Ενδεχομένως, όπως στην περίπτωση που αναφέρει ο Ολντμπόι, η συμπεριφορά χαριεντισμού, αυτοθαυμασμού και ακκισμού να είναι πηγαία και να μην αποσκοπεί πουθενά: όπως κάθε ερωτική εκδήλωση, να είναι κατ' αρχήν ανιδιοτελής και αστόχευτη, προϊόν τρελού και ατόφιου ενθουσιασμού. Δεν ξέρω, άλλωστε με την περσόνα Μπογδάνος ζαλίστηκα και σχεδόν είχα παραισθήσεις πριν καιρό: έκτοτε αποφεύγω να ασχολούμαι μαζί της.

Δεν ξέρω λοιπόν αν είναι έρωτας του εαυτού αυτό που κινεί τον κάθε ερωτόληπτο με τον εαυτό του. Το μόνο που ξέρω είναι ότι το να παίρνεις τον εαυτό σου (πολύ) στα σοβαρά, είτε ως θαύμα είτε ως τραύμα, είναι πρόβλημα. Πιο συγκεκριμένα, ο ανοιχτός και ενθουσιώδης αυτοθαυμασμός όπως και η συστηματική ταπεινολογική αυτομεμψία, πολλές φορές είναι τσιρότα πάνω σε πληγές που δυσκολεύονται να επουλωθούν. Τσιρότα εμπριμέ και πεποικιλμένα, αλλά τσιρότα. Ανεκδοτολογικά μιλώντας, πάντα, και με επίγνωση της ασχετοσύνης μου. Καθόλου ταπεινολογικά δεν το λέω αυτό το τελευταίο.

GatheRate

Μισανθρωπία κι ηθικισμός

Η γενιά μου μεγάλωσε απαξιώνοντας μια πολύ συγκεκριμένη εκδοχή του ηθικισμού: αυτή που ασχολιόταν με την περιχαράκωση και την κανονικοποίηση του έρωτα. Αυτή η εκδοχή του ηθικισμού προέρχεται από την πατριαρχία και τα ευρύτερα αγροτοποιμενικά ήθη.

Η έμφαση σε αυτήν την εκδοχή του ηθικισμού είναι δικαιολογημένη: είναι πολύ υπαρκτή, πανταχού παρούσα και καταστρέφει εκατομμύρια ζωές, κυρίως γυναικείες. Αυτή η εκδοχή του ηθικισμού επίσης αποστερεί αυτονόητα δικαιώματα από τα ομόφυλα ζευγάρια και συνοψίζεται στο εξής ετεροκανονικό σχήμα αρχών:

1. Ζευγάρι είναι άντρας και γυναίκα.
2. Ο άντρας είναι φύσει πολυγαμικός και η γυναίκα φύσει μονογαμική.
3. Ο έρωτας οδηγεί σε μακροχρόνια αποκλειστική θεσμισμένη σχέση.
4. Η μακροχρόνια αποκλειστική θεσμισμένη σχέση οδηγεί σε τεκνογονία.
5. Ό,τι δεν εμπίπτει στα παραπάνω στιγματίζεται ή περιθωριοποιείται.

Ωστόσο, η έμφαση σε αυτή την πλευρά του ηθικισμού, που απορρέει από την πατριαρχία, δημιούργησε ένα πρόβλημα: συσκοτίζει την ουσία του ηθικισμού ως φαινομένου. Και η ουσία του ηθικισμού δεν είναι άλλη παρά η μισανθρωπία. Στον νεοφιλελεύθερο κόσμο, που, επιμένω, αποτελεί το συμμετρικά απέναντι άκρο του σταλινισμού, αναδύεται λοιπόν μια ακόμα πιο τοξική και γενικευμένη εκδοχή του ηθικισμού: αυτή που καθολικώς απαξιώνει ολόκληρους βίους και πολιτισμούς.

Ο στόχος δεν είναι πια μόνον το σεξ, ο έρωτας, οι σχέσεις αλλά και ο υπόλοιπος ανθρώπινος βίος. Τίποτε δεν είναι απλώς ανθρώπινο, τίποτε δεν είναι δεδομένο. Όλα είναι ύποπτα: να μην κάνεις παιδιά και να κάνεις πολλά παιδιά, να είσαι θορυβώδης ή υπερβολικά τοπικός στα γούστα σου, να μη συμμορφώνεσαι με τη νομιμότητα (απ' όπου κι αν προέρχεται), να θρησκεύεις, να μην είσαι κορμάρα αθλητική χωρίς ξύγκι, να ακολουθείς τα ήθη της κοινότητάς σου (από τη φραπεδοποσία μέχρι τη σχετική καχυποψία της αγγλικής εργατικής τάξης απέναντι στο κρασί). Ένας ακραίος μαξιμαλιστικός κεμαλισμός προσπαθεί πολιτισμικά να μετατρέψει τον κόσμο όλο σε εύπορους αστούς κοσμοπολίτες των καλών arrondissement και του Upper West Side -- ενώ παράλληλα θα εργάζονται και θα αμείβονται σαν δούλοι που κόβουνε φασόν στο Μπαγκλαντές.

Η απλή ξινίλα, ο σουσουδισμός, όπως και η ηθικολογία της θεούσας, βεβαίως εμπίπτουν μέσα στην ελευθερία του λόγου. Το πρόβλημα δημιουργείται όταν αυτός ο λόγος γίνεται εξουσία. Η εγγενής ηλιθιότητά του δε μας απασχολεί και δεν μπορεί να είναι αντικείμενο κριτικής. Άλλωστε, ο ηγεμονικός λόγος είναι αναπόφευκτα τετράγωνος, απλοειδής και βλακώδης, ώστε να κωδικοποιείται (νομοθετικώς ή αλλιώς) και να επιβάλλεται όπως η βέργα του γυμνασιάρχη: δε χρειάζεται διακριτά μέρη, επεξεργασία και χερούλια ένθετα.

Για παράδειγμα, η πρόσφατη απορία πώς γίνεται μια χώρα σε ύφεση και υπό τα μνημόνια να έχει τόσο υψηλά ποσοστά παχυσαρκίας είναι εύγλωττα (και υποκριτικά;) αδαής στο ότι αγνοεί τις αμερικανικές στατιστικές που συσχετίζουν μακντοναλντοφαγία και φτώχεια. Είναι χαζή. Ωστόσο δε βρίσκεται και δεν μπορεί να βρίσκεται εκεί το θέμα μας, αφού μια τέτοια διερώτηση είναι εύστοχη, εφόσον αποσκοπεί στη νουθέτηση και στον αναθεματισμό ενός ολόκληρου λαού.

Ο ηθικισμός είναι απροκάλυπτα πλέον πολιτικό όπλο. Πάει πέρα από την καταπίεση της επιθυμίας, προς την κατεύθυνση της συστηματικής και εντατικής κατασκευής ενοχής για κάθε μορφή ετερότητας ή δημιουργικής αυτοέκφρασης που θα προκαλούσε οποιαδήποτε ανατάραξη στο εργοτάξιο του κόσμου-φυλακή στο οποίο ζούμε: η μισανθρωπία στην υπηρεσία της εξουσίας.

GatheRate

Κυριακή, 17 Αυγούστου 2014

Ταλληράκια ξανά


Ταλληράκια κριτικής

1.
Αν ξέρεις από φαγητό, δεν ασχολείσαι με τα γαριδάκια. Ούτε θα καθήσεις να προβληματιστείς ποια γαριδάκια είναι πιο θρεπτικά ή με λιγότερα λιπαρά: όλα τους γαριδάκια είναι, κοινώς: σκατολοΐδια. Εντάξει λοιπόν, τα σνομπάρεις τα γαριδάκια: σίγουρα. Αλλά δε θα βγάλεις καναπεδάκια με γαρίδες κοκτέιλ κάθε φορά που θα ανοίξουν μπύρες. Ενίοτε θα βγάλεις και γαριδάκια, μια χαρά είναι για τραγήματα (για μπυρομασούλημα). Εκτός και αν δεν πίνεις τίποτε χθαμαλότερο από μερλό ("κρασί για γκόμενες και άσχετους"), οπότε κακώς διαβάζεις κάτι που τιτλοφορείται "ταλληράκια".

Αν πάντως αρνείσαι πεισματικά, εν είδει νηστευτή, να φας γαριδάκια ή πατατάκια, καλά κάνεις: τ' αρεσούμενο του ανθρώπου, το καλύτερο του κόσμου. Αν όμως αναλώνεσαι στο να σαρκάζεις όσους φτιάχνουν γαριδάκια, ή και να τους χλευάζεις και να τους βρίζεις, το πρόβλημά σου δεν έχει να κάνει με τη γευσιγνωσία και τη γαστρονομία: ενδεχομένως πικάρεσαι επειδή τα καναπεδάκια σου με γαρίδες κοκτέιλ δεν πουλάνε όσο τα γαριδάκια, και ορθώς δεν πουλάν όσο τα γαριδάκια. (Εμένα πάντως, ούτε τα καναπεδάκια με γαρίδες κοκτέιλ μού αρέσουν.)

2.
Οποιαδήποτε κουβέντα περί λογοτεχνίας που διεξάγεται με όρους βιογραφισμού είναι κατακριτέα. Επίσης, είναι ανελλιπώς προσβλητική, ακόμη κι αν σκοπεύει να εκθειάσει. Λ.χ. "Ο Χ αντλεί από τις εμπειρίες του για να τις μετουσιώσει σε ποίηση...". Δηλαδή αν δεν είχε εμπειρίες, θα έγραφε λίστες για τον Σκλαβενίτη.

3.
Κοινότοπο: η κριτική ιδεών και αρχών είνα πολύ πιο δύσκολη από την κριτική χαρακτήρων και (βεβαίως) προθέσεων. Αλλά μόνον η κριτική των μεν σε κάνει κριτικό.

4.
Η έντυπη επανάπαυση στον καζουισμό ("είδα προχτές έναν ρινόκερο και συνειδητοποίησα...") και η επίδειξη ευχέρειας στη σύγκριση με όσα δε γνωρίζω σε ικανό βάθος ("τα μουλάρια και οι νταλίκες έχουν κοινό στοιχείο την πρόσφυση σε τέσσερα σημεία...") πρέπει να αποτελούν συμπτώματα εκβαρβάρωσης της πνευματικής ζωής, εκβαρβάρωσης α λα "παρακμή και πτώση" εννοώ.

5.
Pick your battles: 95% of everything is crap, anyway. Δε γίνεται να ασχολούμαστε με το τι γράφει κάθε κατά Cipolla ηλίθιος, χρήσιμος ή μη: πολλες φορές αντί να αναιρούμε, απλώς έτσι αυξάνουμε την απήχηση αυτού που γράφει.


Ταλληράκια πολιτικής

1.
Όποιος επιχειρηματολογεί στο όνομα της κοινής λογικής, του προφανούς, του εκ των πραγμάτων αναγκαίου, του αυτονόητου είναι πιο καργιόλης (ναι, με γάμα) από εκείνον που "θεωρητικολογεί", αφού ο μεν κρύβει τη θεωρία του ενώ ο δε την επιδεικνύει σε περίοπτη θέση. Επιχείρημα χωρίς θεωρία, έστω και στοιχειώδη, δεν υπάρχει.

2.
Ο νεοφιλελευθερισμός είναι το καθρέφτισμα του σταλινισμού. Με παρόμοιες, αν όχι πανομοιότυπες, συνέπειες επί του πεδίου.

3.
Οι φίλοι της ανοιχτής κοινωνίας καταλήγουν τελικά να γίνουν οι δεινότεροι εχθροί της, αφού οριοθετούν την "κοινωνία" αυστηρά εκεί όπου η δική τους περίκλειστη ελίτ συνορεύει με την (υπόλοιπη) κοινωνία.

4.
Δε φταιν οι μικροαστοί και οι νοικοκυραίοι: αυτοί είναι αυτοί που είναι. Όλοι οι υπόλοιποι φταίνε / φταίμε.


Ταλληράκια σοσιαλμηντιακά

1.
Φίλες, αν έχετε ψεύτικο προφίλ που κοσμεί ένα μπουκέτο από δελεαστικές φωτογραφίες ρουφηγμένες από σάιτ γνωριμιών, συνοδών, συνοικεσίων κτλ., το ξέρουν όλοι. Γιατί δεν εμπλουτίζεται. Το μπουκέτο.

2.
Φίλοι, αν δεν έχετε πραγματικά και μπάνικο και περήφανο και καλλίγραμμο πουλί, μη στέλνετε φωτογραφία του μέσα στα πρώτα 5-10 ίνμποξ. Όσο και να το καμαρώνετε. Όπως έλεγε κι ο Τοτός, για να το κάνω διφραγκάκια, κάποιες πατάτες τρώγονται αλλά δεν βλέπονται. Κρίμα λοιπόν να χαλάσετε με μια εικόνα αυτό που ενδεχομένως το Ding an sich (ή το ding-a-ling) θα μπορούσε να πετύχει.

3.
Τα σοσιαλμήντια είναι προέκταση της κοινωνίας, δεν είναι ένας άλλος κόσμος. Όλες οι κοινωνικές αλληλεπιδράσεις μας γίνονται υπό περιορισμούς, διαφορετικούς κάθε φορά. Η πολλή ενασχόληση με το πώς και το τι των σοσιαλμήντια είναι ανάλογη με το να ασχολούμαστε παλιότερα με το πώς και το τι των μικρών αγγελιών ή των προξενιών δι' αλληλογραφίας ή του θεσμού των pen pal.

4.
Τα σοσιαλμήντια ενθαρρύνουν την αβάσταχτη ελαφρότητα. Επίσης ενθαρρύνουν την εκμυστήρευση. Τέλος, καλλιεργούν την οικειότητα, που όμως συνυπάρχει με τη δυνατότητα πλήρους και οριστικής διαγραφής κάποιου από τον κύκλο σου. Κατά τα άλλα ισχύει το 3. από πάνω.

GatheRate

Δευτέρα, 11 Αυγούστου 2014

Oxygène


Περπατάω γονατιστός στο πάτωμα της κουζίνας με τα χέρια τεντωμένα στις σαραπέντε μοίρες. Δεν πρόκειται για κάποιο ερωτικό παιχνίδι, είπαμε: σιγά μην τα μοιραστώ αυτά μαζί σας. Παριστάνοντας τον πιγκουίνο τραγουδάω 'του ρουρούρου ρου'. Ναι, αναπαριστώ αυτό εδώ το βίντεο.

"Πώπω τι μου θύμισες τώρα. Δεκαετία ογδόντα."
"Χάχα, ναι. Του ρουρούρου ρου, του ρουρούρου ρου, τούρουρου τούρουρου, του ρουρούρου ρου..."
"Νομίζαμε ότι θα αλλάξουμε τον κόσμο τότε."
"Όχι ρε, τότε ήταν που λέγαμε πως δε χρειάζεται να αλλάξουμε τον κόσμο..."
"... ναι γιατί πρώτα έπρεπε να αλλάξουμε οι ίδιοι και να σώσουμε και τον πλανήτη. Χωρίς καμμιά κουβέντα γιατί πραγματικά καταστρέφεται ο πλανήτης."
"Και σώζαμε και πολιτικούς κρατούμενους στην Ουγκάντα και στο Τουρκμενιστάν γράφοντας γράμματα με τη Διεθνή Αμνηστεία."
"Ναι, και πηγαίναμε σε συναυλίες και τραγουδάγαμε feed the world, power to the people και τέτοια."
"Το σύμπτωμα κι όχι την αιτία."
"Αφού στ' αρχίδια μας η αιτία μέχρι το 2010."
"Του ρουρούρου ρου, του ρουρούρου ρου, τούρουρου τούρουρου, του ρουρούρου ρου..."
"Και τώρα που ξέρουμε την αιτία έχουμε λουφάξει. Φύλλο δεν κουνιέται."
"Το έλεγα στο μπλογκ τις προάλλες και με κράξανε: ο λαός ηττήθηκε."
"Χέσε με ρε [κατά κόσμον όνομα του Sraosha]. Χέσε με που ηττήθηκε. Ούτε σαν τους Πορτογάλους δεν είμαστε, τους Πορτογάλους που τους λέγαμε κατάθλες και μοιρολάτρες όταν πήγαμε Λισαβόνα, θυμάσαι;"
"Να διαβάζεις το μπλογκ μου."
"Ναι σιγά, όρεξη έχω να διαβάζω αυτά που ακούω κάθε μέρα στο σαλόνι και στην κουζίνα."
"..."
"Και ποιος το διαβάζει δηλαδή;"
"Σχεδόν όλους τους έχεις ακουστά."

GatheRate

Κήποι με ανθρώπους

Πρωτοπήγα σε λάιβ όταν ήμουν 17. Ωστόσο, μέχρι να δω τον Κέιβ στο Μπρίξτον Ακάντεμι και αργότερα τον Λένυ Κράβιτς ζωντανό στο Τέρα Βάιμπ, δεν τρελαινόμουν για συναυλίες: προτιμούσα να ακούω καθαρά και με προσοχή τη μουσική στο σπιτι μου. Τώρα πια τρελαίνομαι για λάιβ. Εγώ άλλαξα, δεν έγιναν καλύτερες οι συναυλίες.

Τώρα πια όταν πηγαίνω σε συναυλίες είναι σαν να φτιάχνομαι: μετεωρίζεται η σκέψη μου, οξύνεται η προσοχή μου και φερμάρει πάνω σε λεπτομέρειες, συνδυάζονται μέσα μου τα ασυνδύαστα, φανερώνεται νόημα εκεί όπου πριν απλώς υπήρχε σκιά, δέχομαι την επιφάνεια πρωτόγνωρων ιδεών -- άχρηστων συνήθως.

Και δεν είναι μόνον η μουσική, ούτε τα φώτα, ούτε η αποφορά λιβανιών στην ατμόσφαιρα, ούτε το ένα άντε δύο ποτά. Είναι όλα αυτά και η ευφροσύνη των κήπων, όλων των κήπων. Εν προκειμένω: η χαρά να είσαι μέσα σε έναν κήπο γεμάτο ζωντανά αγάλματα, ανθρώπους. Και όταν λέω αγάλματα, μη σκέφτεστε κάλλη και ερωτοληψίες, παρά την ομορφιά των άλλων μόνο και μόνο επειδή είναι άλλοι, επειδή είναι ζωντανοί, επειδή έχουνε επιλεξει να έρθουν να ακούσουνε μουσική και να χορέψουν ίσως -- ή και να σαγηνεύσουν και να σαγηνευτούν. Μόλις αποσπάσω το βλέμμα μου από τη σκηνή, βλέπω μικρά θαύματα γύρω μου: γέλια, αστεία ρούχα, κάποιους στους ώμους κάποιων για να βλέπουν, φιλιά, παιδιά κοιμισμένα, ωραία σώματα, παράφωνα τραγούδια και σιγόντα, αγκαλιές, βλέμματα φευγαλέα  κι ανήσυχα, παρέες αφοσιωμένες, αθεράπευτους φωτογράφους, κάφτρες αστέρες μεταβλητούς, χορούς κάπως αρχέγονους, χορούς πολλούς. Κι ανεβαίνει καπνός και η ζέση των σωμάτων και απλώνεται η ανάμικτη αποφορά τόσων πολλών και διαφορών σωμάτων.

Κι όταν σιωπήσει η μουσική, θα αδειάσει και θα χαλαστεί ο κήπος. Μέχρι να φτιαχτεί ένας καινούργιος κάπου αλλού.

GatheRate

Αθωνιάδες


Αν και ξεθύμανε πια η υπόθεση της επίσκεψης Τσίπρα στο Άγιον Όρος, ας πω κι εγώ δυο τρία πράγματα που ενδεχομένως να συνεισέφεραν στην κατανόηση του ζητήματος. Προκαταβολικά, και για να ξεκαθαρίσω τη σχέση μου με το "Όρος", (όπως το λεν οι τόπων μύστες), είχα πολλές ευκαιρίες να πάω εκεί, αλλά ποτέ δε με ενδιέφερε ιδιαιτέρως το ταξίδι αυτό -- ακόμα και τον καιρό που πίστευα θερμά και που το Άγιον Όρος παρουσιαζόταν ως τόπος θαυμάτων και διάχυτης αγιότητας.

Λοιπόν. Ο Τσίπρας είναι αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Προσκλήθηκε από τις αγιορείτικες αρχές, το Άγιον Όρος είναι αυτόνομη και αυτοδιοίκητη πολιτεία υπό το ελληνικό κράτος. Επίσης, ο Τσίπρας είναι αρχηγός ενός κόμματος που, όσο κι αν λυσσάμε, ήδη από τον καιρό του 3%, είχε στους κόλπους του ορθόδοξους χριστιανούς που προσβλέπουν προς την Ορθοδοξία ως αφορμή προ-σοσιαλιστικής ή και προ-ελευθεριακής κοινωνικής οργάνωσης. Κακώς, αφελώς και πλανεμένα κατά τη γνώμη μου, αλλά ο Τσίπρας είναι αρχηγός κόμματος: δεν είναι ούτε ο Καστοριάδης, ούτε ο Κονδύλης, ούτε ο Ελεφάντης, ούτε δεν ξέρω ποιος είναι ο τρέχων αριστερός γκουρού.

Επίσης, ο Τσίπρας μιλάει με κλισέ, ήδη από τότε που διεκδικούσε τη δημαρχία, εκφράζεται με δίπολα και σχήματα υπεραπλουστευτικά, είτε γιατί είναι ο Τσίπρας, είτε λόγω ρητορικής στρατηγικής, μια και πια μπουχτίσαμε τους κάθε λογής ανδρουλάκηδες και βασιλείς-φιλοσόφους. Αυτό εξηγεί τη βαθιά ασυνάρτητη δήλωση περί ζαπατίστας και μοναχών. Σημασία, σ. Αλέξη, δεν έχουν τα μέσα (π.χ. κοινοκτημοσύνη), παρά ο σκοπός. Συν του ότι ο κοινοβιακός τρόπος μοναστικής οργάνωσης δεν είναι σύμφυτος με το 'πνεύμα' του ορθόδοξου μοναχισμού, αγιορείτικου ή άλλου: μέχρι πρόσφατα είχαμε και ιδιόρρυθμα μοναστήρια, όπου ο κάθε μοναχός έκανε τη δουλειά του κατά μόνας.

Και το 'Άξιον Εστί'; Εντάξει, εδώ πρόκειται για μια αμήχανη στιγμή, την οποία πολλοί έχουμε ζήσει. Σε πάνε σε κάποιο προσκύνημα, της πίστης μέσα στην οποία μεγάλωσες ή άλλης. Σου κάνουνε μια γύρα και σου δείχνουνε τα όσια και τα ιερά. Μετά έχεις βασικά τρεις επιλογές: η πρώτη είναι να φύγεις αμέσως, δείχνοντας ασέβεια ή άψογη τυπικότητα. Κατά τη γνώμη μου, και πάλι, αυτό έπρεπε να κανει ο Τσίπρας, εφόσον πήγε όχι για προσκύνημα και για την ψυχούλα του, παρά για επίσημη επίσκεψη. Η δεύτερη είναι να αρχίσεις να προσκυνάς, να καις λιβάνια, να ψέλνεις και να ανάβεις κεριά. Αν το έκανε αυτό ο Τσίπρας θα αποξένωνε το μεγάλο αντικληρικαλιστικό και άθεο μέρος της βάσης του ΣΥΡΙΖΑ και όντως θα γινόταν σαν τους άλλους τους πολιτικούς, τους βδελλυρούς χριστοκάπηλους και θεομπαίχτες. Διάλεξε λοιπόν μια τρίτη λύση, η οποία αρμόζει σε ιδιώτη και αποσκοπεί στο να μην προσβάλει τον οικοδεσπότη και την πίστη του: ζήτησε κάποιες στιγμές ενατένισης και περισυλλογής μόνος του. Με αυτόν τρόπο υπαινίχθηκε μετοχή στο πνευματικό όπως το σερβίρει η αθωνική ορθοδοξία και δεν αποξένωσε αριστερορθόδοξους και δυνητικούς ψηφοφόρους, χωρίς παράλληλα να προβεί σε πράξεις και σχήματα δημόσιας ευλάβειας.

Παρακρατώ το ακροτελεύτιο σχόλιό μου.

GatheRate

Παρασκευή, 1 Αυγούστου 2014

Για να μη μας κερδίσει ο θάνατος

Ο Αύγουστος πάντοτε μου εντείνει την αίσθηση πόσο παρών είναι ο θάνατος. Η στέγνια των βράχων όπου πάμε και διακοπεύουμε, το ξερό χορτάρι σε άλλους τόπους, το ηλιακό θηρίο να πυρώνει ανεμπόδιστο πάνω από τα κεφάλια μας και να μας στεγνώνει.

Φέτος μάλιστα έχουμε και τους θανάτους φίλων και αγαπημένων να αντηχούν στην αυγουστιάτικη ησυχία μιας πόλης που υποκρίνεται την άδεια, έχουμε τις ουλές που μας αφήνουν όσοι αρπάζονται από κοντά μας. Έχουμε και τις καμένες ζωές, τους σβησμένους νόες και διάνοιες, τις αμετάκλητα τελειωμένες χαρές και πόνους των βομβαρδισμένων του Αφγανιστάν, της Συρίας, του Ιράκ, της Ουκρανίας, της Γάζας -- ανώνυμων, αδιάφορων χαχόλων για εμάς, αλλά εξίσου ανθρώπων με εμάς. Πολλοί από αυτούς δεν πρόλαβαν να ζήσουν και πολλά.

Σκεφτείτε το: όλα τα άλλα είδη του ζωικού βασιλείου, μοναχικά ή κοινωνικά, περιτριγυρίζονται από τους ομοίους τους. Κι εμείς οι άνθρωποι επίσης. Επιπλέον, όμως, ζούμε και κινούμαστε μέσα στα τοπία που έχτισαν και διαμόρφωσαν όμοιοί μας, αλλά νεκροί πια. Απολαμβάνουμε τα έργα άλλων, νεκρών επίσης. Τις πόλεις, τα έργα τέχνης, τα πάρκα, τους δρόμους, τις ταινίες, τα βιβλία, τα σπίτια, όλα τα έργα -- όλα τα άφησαν πίσω τους πεθαμένοι ή προσεχώς πεθαμένοι.

Κι αυτά όταν δε σκοτώνουμε άλλους.

Πόσο ενοχλητικές είναι οι παρηγοριές για τον θάνατο. Πόσο ανούσιες. Οι ρητορείες περί ανάστασης όσων πιστεύουνε μόνο στον πολιτισμικό αταβισμό. Οι διαβεβαιώσεις για τους απρόσωπους κύκλους της ζωής και για τα ξανανιώματα της σπάταλης φύσης. Η συνέχιση της κολοβωμένης ύπαρξης με άλλα μέσα.

Ο θάνατος θα νικήσει στο τέλος. Τελεία.

Η μάχη μας απέναντι στον θάνατο σε συλλογικό επίπεδο είναι προφανής: λέγεται πολιτική. Ο θεμελιώδης κανόνας της είναι αυτός: όταν οι Α σκοτώνουνε τους Β (ή τους παίρνουν το ψωμί ή τους στερούν την περίθαλψη...), είμαστε με τους Β. Όποιοι κι αν είναι. Χωρίς 'ναι μεν αλλά'. Τα υπόλοιπα ακολουθούν, όλα.

Τέλος, αυτό που μου δίδαξε ο Πάνος, και δεν είμαι καθόλου μα καθόλου βέβαιος ότι το έμαθα, είναι ότι σε προσωπικό επίπεδο δεν πρέπει να επιτρέπεις στον θάνατο να σου κερδίσει ούτε μια μέρα. Στο τέλος θα νικήσει, οριστικά και μονοσήμαντα. Αλλά μέχρι τότε, όποτε κι αν είναι, να μη μας κερδίσει ούτε μία μέρα.

GatheRate