Παρασκευή, 31 Οκτωβρίου 2014

Η ΚΝΕ, τα κατηχητικά κι ο Λειβαδίτης


Από τα κατηχητικά και τις χριστιανικές ομάδες έφυγα στα 16 παρά. Όπως τους εξήγησα αναλυτικά, γιατί πάντοτε ήμουνα της ξήγας, αυτό εγινε για τέσσερις λόγους:
  • Δεν άντεχα άλλο την αισθητική τύπου Μορμόνων και Μαρτύρων του Ιεχωβά ή τα αντάρτικα τραγούδια με χριστιανικούς στίχους -- σήμερα συμπληρώνω: από κομμουνιστή καταγόμουν, θα μπορούσα να είχα γίνει κνίτης κατευθείαν,
  • Το κλίμα εκεί μέσα ήταν αποπνικτικό, αποστειρωμένο, κοντόφθαλμο: αυτά έχουνε χιλιοειπωθεί,
  • Επρόκειτο για αγρίως κρυπτοδεξιό περιβάλλον -- για μένα ήταν αδιανόητη τότε η χριστιανική πίστη διαζευγμένη από την ευθύνη για τον άλλο, πάντοτε ήμουνα της ευθύνης, μέχρι νεύρωσης,
  • Τα πάντα (βιβλία, ταινίες, μουσική, σπορ, δημόσια πρόσωπα) κοσκινίζονταν με βάση το δικό τους χριστιανόμετρο. Αυτό το τελευταίο μού φαινόταν παράλογο και ασφυκτικό: μπορεί να ήμουνα (πολύ) χαζός έφηβος, αλλά μού έκοβε ότι αυτή η πλεχανοφική (όπως έμαθα αργότερα) στάση απέναντι στην τέχνη, στον πολιτισμό και στην ανθρώπινη εμπειρία είναι είτε προϊόν αναπηρίας είτε εγγύηση αναπηρίας.
Βεβαίως, τον παλιό εκείνο τον καιρό, υπήρχε η ΚΝΕ και την παίρναμε στα σοβαρά, Είχε τότε (και έχει) και το Κόμμα τα αριστερόμετρά του, ενώ οι παπανδρεϊκοί πασοκάνθρωποι τους μιμούνταν. Παλιοημερολογιτισμός επικρατούσε και μεταξύ μερικών αναρχικών, που έψαχναν καθαρότητα κι αυτοί, και με τρέλαινε: κόφτε το ρεύμα, μην τρώτε κρέας, μην καταναλώνετε, κάφτε τα σχολεία, κάφτε τις πόλεις, κάφτε τα όλα κάφτε τα. Από την άλλη, τω καιρώ εκείνω, είχα και τον πατέρα μου, έναν αφελώς φροϋδιστή, που πίσω από τα πάντα έβλεπε απωθημένα (μετά γνώρισα κι άλλους τέτοιους, και τα απωθημένα ήταν πάντοτε και μόνο δικά μου, βεβαίως).

Ε, μ' αυτά και μ' αυτά αποφάσισα τελικά ότι ο κόσμος είναι πολύ πιο πολύπλοκος από οποιαδήποτε ερμηνεία του, πολλώ δε μάλλον από μια ερμηνεία άτεγκτα αιτιοκρατική στα πάντα της. Ένας κόσμος όπου τα πάντα είναι τακτοποιημένα και όπου τα πάντα σημαίνουν κάτι δεν είναι ο κόσμος, είναι είδωλο, ένα κείμενο που παριστάνει τον κόσμο. Όσο για το πώς θα αλλάξει ο κόσμος, έχω ξαναπεί τι πρέσβευα τότε.

Έκτοτε πέρασαν πολλά, πάρα πολλά, χρόνια.

Τα τελευταία έξι χρόνια, κατάλαβα κι εγώ ο (πολύ) χαζός άντρας ότι ο καπιταλισμός είναι ασυμβίβαστος με την ανθρώπινη ελευθερία, αξιοπρέπεια και (πιθανότατα) επιβίωση. Αλλά, εντάξει, ξύπνησα κι εγώ, ασούμε.

Εντωμεταξύ, στον κόσμο του 2014 η σχηματικότητα δίνει και παίρνει, βρίσκεται παντού. Δεν έφυγε. Δεν πήγε πουθενά. Εδώ είναι. Δε μιλάω για τους δεξιούς, απαξιώ: αυτοί δεν μπορούν αλλιώς, ο συντηρητισμός είναι είτε βαθιά αφελής είτε δόλιος ("να διατηρήσουμε τα συμφέροντα των ελίτ").

 Έχω όμως στον νου μου άνθρωπο που εκτιμώ βαθύτατα, και γι' αυτό δεν ονομάζω, ο οποίος μάς εξηγεί γιατί δεν πρέπει να ακολουθούμε τας ποιητικάς διδαχάς του Τάσου Λειβαδίτη: ο Λειβαδίτης είναι ποιητής της ήττας και αντικινηματικός, δοσμένος και παραδομένος στα μικροαστικά ιδεώδη. Το είπε κι ο Κατσαρός σε ποίημά του, άλλωστε. Τα διάβασα αυτά κι απότομα μού ήρθε η μυρωδιά φρεσκοσφουγγαρισμένης κλεισούρας των οργανώσεων, μου ήρθε και η βοή τηλεβόα από τα "καθαρά λόγια" που ευαγγελιζόταν ο ΣΒ ο κνίτης συμμαθητής.

Και μελαγχόλησα: εγώ το πολιτικό ζώον, που έχω πάει σε μόλις 10-12 πορείες στη ζωή μου και ήμουν από αυτούς που έτρεχαν για να μη φάνε ξύλο από τα ΜΑΤ, εγώ, που έχω διαβάσει τσάτρα-πάτρα και πασαλείμματα και περιλήψεις από τα μεγάλα έργα της Αριστεράς και του Αναρχισμού, έχω μια πιο σαφή εικόνα για την τέχνη μέσα στην κοινωνία από σοβαρούς, αγωνιζόμενους και διαβασμένους ανθρώπους του ελευθεριακού χώρου. Και συγγνώμη κιόλας, γιατί από τον Λειβαδίτη αγάπησα μόνο τον 'Τυφλό με τον λύχνο' στην εφηβεία μου, ενώ μου τη σπάνε φρικτά τα σοσιαλμηντιακά τσιτάτα με τους πεθαμένους που τρέχουνε μέσα στη νυχτιά, οι μεταμέλειές του και κάτι χύδην λυρισμοί. Αλλά στο κάτω κάτω, τα ποιήματα είναι ποιήματα, όχι μπροσούρες.

GatheRate

Κυριακή, 26 Οκτωβρίου 2014

Ελοΐζα


Χτες έφαγα ολόκληρη τη μέρα μου τακτοποιώντας λογαριασμούς και χαρτιά. Είχα χαρτιά χύμα από το 2012, για δύο χρόνια τα πέταγα απλώς μες στο συρτάρι όπως έρχονταν. Γύρω στις δέκα το βράδυ, που τελείωσα, ήταν όλα μαζεμένα πια: ένα ντοσιέ ταυτότητες και πιστοποιητικά, ένα ντοσιέ απολυτήρια και πτυχία, ένα τα φορολογικά και τα ασφαλιστικά, ένα τα ιατρικά, ένα οι λογαριασμοί.

Βρήκα μέσα στα χαρτιά της Αγγλίας (φορολογικά, λογαριασμός τηλεφώνου για να αποδεικνύω διεύθυνση κατοικίας, αποχαιρετιστήριες κάρτες) ένα άλμπουμ. Δε θυμόμουν καλά καλά την ύπαρξή του. Περιέχει φωτογραφίες τραβηγμενες 1992 με 1997. Τις κοίταζα με απορία: δεκαετίες μετά, σχεδόν τα ίδια πράγματα τραβάω, περίπου με τον ίδιο τρόπο: μια συγκριτική ματιά στο άλμπουμ μου ονλάιν με έπεισε. Μόλις πρόσφατα, μετά το 2008, άρχισε να εμπλουτίζεται η θεματολογία μου. Επίσης με προβλημάτισε που κιτρινίζουν σιγά σιγά οι χαρτονένιες σελίδες του άλμπουμ και που μου αρέσουν ακόμη εκείνες οι προς το παρόν άθικτες φωτογραφίες -- κάποιες από τις ασπρόμαυρες τις είχα τυπώσει ο ίδιος στον αυτοσχέδιο σκοτεινό θάλαμο του Tόλη, άλλες στην εστία που έμενα στο Λονδίνο.

Βρήκα επίσης κάτι φωτογραφίες από το Παρίσι το '98, είχαμε πάει ένα πούλμαν φοιτητές με πακέτο ταξιδιωτικού πρακτορείου: οδικώς από την Αγγλία και διαμονή σε γαμιστρώνα στην Πιγκάλ. Είχα πάει στο Περ Λασαίζ όχι για τον Μόρρισον αλλά γιατί "έπρεπε": όλη η Γαλλία, λέει, ήτανε θαμμένη εκεί. Βεβαίως χάθηκα αλλά όχι προτού δω έναν να τρώει σάντουιτς καθισμένος στον τάφο του Αβελάρδου, που τον έχουνε δίπλα στην Ελοΐζα. Αναστατώθηκα και συγκινήθηκα, "κοίτα ρε συ", της έλεγα της αλληνής, "δίπλα δίπλα τους έχουν οχτακόσια χρόνια μετά". Ήξερα και το άσμα των Damned και φανταζόμουν έκνομα και καταδικασμένα πάθη μεταξύ μοναχού και μοναχής κατά τον κακό Μεσαίωνα. Αφού χάθηκα κανονικά μέσα στο νεκροταφείο και κατέληξα να βρω μόνον τον οιονεί συλημένο τάφο του Τζιμ του Μόρρισον, φεύγοντας τελικά είδα ένα ζευγάρι να φιλιέται καθισμένο πάνω στον τάφο της Ελοΐζας. Ε, μεταρσιώθηκα. Ήθελα να τους φωτογραφίσω κιόλας αλλά ντράπηκα να βεβηλώσω τη στιγμή, αυτή τη μεταφορά για τον αιώνιο έρωτα.

Πέρσι διάβασα την αλληλογραφία τους. Η εισαγωγή ήτανε σοκαριστική: ο Αβελάρδος, ένας Ζίζεκ του σχολαστικισμού, διανοητής όλο λιλιά και χάντρες, αλλά και αποφασισμένος να γίνει φωστήρας και σχολάρχης λιμπίστηκε την Ελοΐζα. Τη γλέντησε, επίτηδες το λέω έτσι, της έκανε κι έναν γιο, τον Αστρολάβο, και την παντρεύτηκε, αλλά κρυφά για να μη χαλάσει την καριέρα του. Το σόι της Ελοΐζας άρχισε να διαδίδει τα του γάμου, ο Αβελάρδος την έκλεισε σε μοναστήρι, το σόι της τον ευνούχισε. Κάθε άλλο παρά καταδικασμένο και απελπισμένο λαβ στόρυ δυο αστροκαμμένων εραστών, τα πουλιά πεθαίνουν τραγουδώντας κιετς, δηλαδή. Απομυθοποίηση. Αλλά θέλω πολύ να το δω αυτό, που έτσι κι αλλιώς βασισμένο στα γράμματα της Ελοΐζας μοιάζει.

Διαβάζοντας την αλληλογραφία Αβελάρδου κι Ελοΐζας, τις επιστολές μετά τον ευνουχισμό του Αβελάρδου, σοκαρίστηκα. Όχι από το πόσο μαλάκας, αν και κυριολεκτικώς άμπαλος, ήταν ο θεολόγος: οι άνδρες ανέκαθεν υπήρξαμε μαλάκες ή, στην καλύτερη περίπτωση, ζωάδια περιδεή και χαϊδεμένα, πεπεισμένα ότι ο κόσμος μάς ανήκει: όσο πιο μαλάκια, τόσο πιο πεπεισμένα και χταποδοπερήφανα (έχετε δει swag που έχουν τα χταπόδια;).

Απεναντίας, με άγγιξε και με καταεντυπωσίασε η ρώμη του χαρακτήρα και το σθένος της προσωπικότητας της Ελοΐζας. Γυναίκα τρυφερή και απαλή, αλλά ακομπλεξάριστη και με παρρησία, χωρίς μεταμέλειες και παπαριές. Της γράφει ο Αβελάρδος για τον Κύριο που τους έχει κάνει αδέρφια εις τους αιώνας, του τα χώνει δεόντως. Όταν τον ρωτάει περίπου αν την αγάπησε ποτέ, ο χαντούμης λέει ότι τη θεωρεί φίλη, amica. Κι εκείνη του απαντάει I don't wanna be friends έτσι: Carius mihi et dignius videretur tua dici meretrix quam illius (= Augusti) imperatrix: Προσφιλέστερο και πιο αξιοπρεπές θα μου φαινόταν να με λένε πόρνη δική σου, παρά αυτοκράτειρα με τον Αύγουστο. Κι ο (τέως) παπάρας συνεχίζει τον χαβά του.

Και τόλμησαν να τη θάψουνε δίπλα του. Γυναίκα ακομπλεξάριστη και ευφυέστατη, που γράφει απροσδόκητα ελευθέρια κι ελευθεριακά και οξύτατα κριτικά, ενώ ο άλλος της αραδιάζει τσιτάτα, παραθέματα και επικλήσεις σε αυθεντίες. Γυναίκα βαθιά πρακτική και ισορροπημένη αλλά και γενναία, που ούτε λίγο ούτε πολύ λέει στον ευνούχο ότι δεν υπάρχει λόγος το μοναστήρι να τους εμποδίσει να είναι εραστές.

Αχ ρε Ελοΐζα!

GatheRate

Τετάρτη, 22 Οκτωβρίου 2014

Στο φως


Πριν πάρα πολλά χρόνια, σχεδόν είκοσι, ο φίλος μου ο Καλιφορνέζος μού έδειξε με συστολή και αρκετό πόνο μια ασπρόμαυρη φωτογραφία δική του. Ήξερε να τραβάει καλές φωτογραφίες, να τις εμφανίζει και να τις εκτυπώνει μόνος του. Ασπρόμαυρο φιλμ, Ilford. Η φωτογραφία έδειχνε την Περσίδα κοπέλα του, αυτή για την οποία είχε κουβαληθεί να σπουδάσει στην Αγγλία, όπου και τον γνώρισα και μεθάγαμε μαζί για να πνίγουμε τον πόνο μας συνεχόμενα. Γιατί η Περσίδα, αφού έμεινε μαζί του τον πρώτο μήνα μετά τον ερχομό του στην Αγγλία, τον άφησε. Είχε βρει κάποιον άλλο και η αποκλειστική διάζευξη ήτανε και τότε, όπως και τώρα, αυτονόητη. Ιδίως στις δικές μας τρυφερές ηλικίες κάτω των 35.

Η φωτογραφία δείχνει την Περσίδα όρθια σε ένα ψηλοτάβανο δωμάτιο ξενοδοχείου, σε κάποιο σαββατοκύριακό τους κάπου στη Βρετανία, δε θυμάμαι πού αν και μου είχε πει ο φίλος μου. Είναι γυρισμένη προς ένα παράθυρο με βαρειές κουρτίνες, το κεφάλι της όμως είναι στραμμένο προς τον φακό και η έκφρασή της άξια νταβιντσικής αμφισημίας: και συγκαταβατική, για τον γκόμενο που τραβάει αβέρτα φωτογραφίες, αλλά και ξαφνιασμένη κάπως. Εκ των υστέρων, διότι εκ των υστέρων ολα βγάζουνε νόημα, διέκρινα και την ψύχραιμη παραίτηση και τον αντανακλαστικό οίκτο εκείνης που ξέρει ή που νομίζει ότι θα σε παρατήσει -- αλλά αυτά μάλλον από το μυαλό μου τα έβγαλα. Η φωτογραφία είναι ιδανικά ασπρόμαυρη, με σωστό κοντράστ. Η Περσίδα φοράει ένα κοντό μπέιμπι ντολ και έχει μακριά μαύρα μαλλιά και αυτά τα σχετικά κοντά, χυτά αλλά δυνατά πόδια από αυτά που με γοητεύουν. Δε θυμάμαι πια το όνομά της, άλλωστε ήτανε κορίτσι του Καλιφορνέζου, όχι δικό μου. Εγώ μόνο στη φωτογραφία πρόλαβα να τη γνωρίσω.

Ακόμα πιο ποθεινό από την Περσίδα είναι το ίδιο το φως της φωτογραφίας. Αποτυπωμένο με κόκκο, διάχυτο και λοξό, αναβρύζει ήσυχα από τη φαρδειά ρωγμή ανάμεσα στις βαρειές κουρτίνες. Το φως εκείνο διέρρευσε μέσα σε ένα δωμάτιο που δεν ξέρω πού είναι, φώτισε πλάγια μια κοπέλα που δε γνώρισα ποτέ κι έναν φίλο που στη φωτογραφία υπάρχει μόνον ως μάτι, ως φακός, ως φωτογράφος. Όταν είδα τη φωτογραφία αυτή, το φως το λοξό και διάχυτο έγινε η μετωνυμία της ερωτικής μακαριότητας για μένα. Το ίδιο το φως το ψάχνω σε βουβά μοναχικά δωμάτια ξενοδοχείων που ξανά και ξανά με ρίχνει η δουλειά, σε σοφίτες όπου παρεπιδημώ κάτω από καμπαναριά και μουντούς ουρανούς, σε ευφρόσυνα όνειρα όταν δροσίζει κάπως το καλοκαίρι και καταλήγω να ονειρεύομαι χειμώνες και χαλιά πάνω σε ξύλινα πατώματα και κάτω από κουβέρτες. Ίσως όχι το ίδιο το φως, παρά το άυλο πια ίχνος που αφήνει σε κάποια ψηφιακή φωτογραφία -- όπως από μακρινά αστέρια, κοτζάμ αστέρια όλο φωτιά και φως, φτάνουνε στις φωτογραφικές πλάκες μόνο μια χούφτα φωτόνια όπου αποτυπώνουνε θολές κηλίδες.

Κάποιους ανθρώπους, ανθρώπους που θαυμάζω, για να είμαι ειλικρινής, τους ανέβασε η παλίρροια της ζωής μέχρι τη γραφή. Εγώ πάλι είμαι από αυτούς που από τις εικόνες και από τον βατήρα της γραφής ορμάω κα βουτάω στη ζωή. Μια ζωή που το πρωί σε ξυπνάει η ελαφριά ψύχρα του δωματίου κι ένα φως λοξό και διάχυτο που αγκαλιάζει και θρέφει το τοπικό χρώμα.

GatheRate

Παλιά νέα: ένα ατύχημα, πολλά δελφίνια και δύο περιστέρια


Τις προάλλες πήγα στον κλειδαρά. Ο κλειδαράς μου είναι Αρμένης κι είναι φοβερός τύπος. Του είπα να μου κόψει ένα αντίγραφο του κλειδιού του αμαξιού, το οποίο όμως δε γύρναγε μέσα στη μηχανή. Για να μπορούμε να δοκιμάσουμε το αντίγραφο στο επιτόπου, μου είπε να παρκάρω στο πεζοδρόμιο μπροστά στο μαγαζί του, που είναι πάνω σε έναν πολυσύχναστο δρόμο, την ώρα που σχολάνε τα σχολεία. Πάρκαρα μισός πάνω στο πεζοδρόμιο, πράγμα που σιχαίνομαι.

Παλέψαμε με το κλειδί κανά τέταρτο και τελικά ο κλειδαράς αποφάνθηκε ότι πρέπει να κόψει καινούργιο κλειδί σε άλλο πρότυπο, που δεν είχε. Στο μεταξύ εγώ είχα στήσει τη Ζ., πείναγα και έπρεπε να επιστρέψω κατόπιν στη δουλειά. Μπήκα στο αυτοκίνητο κι έβαλα μπρος. Περίμενα κανα 4λεπτο να βγω στον δρόμο από το πεζοδρόμιο που είχα καβαλήσει, αφού ήμουνα στο αντίθετο ρεύμα και έπρεπε να κόψω μια κίνηση φίσκα στα σχολικά λεωφορεία και τέτοια. Κατεβαίνω απαλά από το πεζοδρόμιο και ακούω τον γνώριμό μου ήχο: λαμαρίνες να ζουπιούνται.

Τραβάω χειρόφρενο κι αρχίσω να βρίζω τον πούστη που βρίζουμε όλοι τέτοιες στιγμές. Μου ήρθε ταμπλάς: εδώ οδηγώ αναγκαστικά γιατί δεν έχει συγκοινωνίες και την οδήγηση τη σιχαίνομαι γιατί δε με αφήνει να χαζέψω έξω, να διαβάζω κτλ. Άσε που έχω πουληθεί στους φαναρτζήδες: έχω λ.χ. καταφέρει να γδάρω το αμάξι και από τις δυο πλευρές στο γκαράζ του παλιού σπιτιού, ενώ το έχω γδάρει και στην είσοδο του γκαράζ του καινούργιου σπιτιού.

Έτοιμος να ακούσω μπινελίκια σε μια γλωσσική ποικιλία που δεν πολυκαταλαβαίνω, βγαίνω από το αυτοκίνητο: είχα βρει στη γωνία του προφυλακτήρα ενός επαγγελματικού. Κατεβαίνει και ο άλλος οδηγός. Με πλησιάζει. Με χαιρετάει διά χειραψίας. Εξηγούμε ο ένας στον άλλο ότι βιαζόμαστε. Ανταλλάσσουμε ονόματα και κινητά. Φωτογραφίζουμε τις ζημιές μας (η δική μου μεγαλύτερη, έκανα την πόρτα μου ριγέ). Μου λέει μετά ο άλλος οδηγός "Ελπίζω να είσαι συνεσταλμένος και να ξηγηθείς σωστά" (άκουσε ότι είμαι Καλαμαράς και είπε να πετάξει καμμιά καλλιέπεια, συμβαίνει). Απάντησα ότι είμαι σωστός -- ή κάτι τέτοιο -- και μάρτυς μου ο κλειδαράς, ο οποίος κοίταγε με τον προσήκοντα οίκτο.

Πήγα σπίτι, η Ζ. άκουσε τα νέα στωικά, με τάισε δύο τάκο, που είχα φτιάξει από την προηγούμενη μέρα, και ένα σουβλάκι με πίτα, που είχε παραγγείλει πριν λίγο. Τηλεφώνησα στην ασφάλεια και στον οδηγό, ο οποίος ευχήθηκε να έχει πάντα ατυχήματα με ανθρώπους σαν κι εμένα. Πήγα στη δουλειά.

Όταν επέστρεψα σπίτι ήπια τσάι γιατί είχα πάρει μαζι μου ένα θερμός καφέ συνεχώς στη δουλειά και έπινα λίγο λίγο, για να κρατιέμαι σε εγρήγορση. Εκεί με το τσάι, ανοίγουμε τηλεόραση και είχε ντοκυμαντέρ για τη σεξουαλική ζωή των ζώων. Φυσικά ήταν από τα φτηνά στο National Geographic, οπότε υπήρχε ηθικοπλαστικό μήνυμα για αμερικανάκια.

 Είδαμε λοιπόν τα δελφίνια, που κάνουνε σεξ χωρίς να έχουνε σκοπό την αναπαραγωγή. Γνωστό αυτό, είχαμε και βιβλία με τον Θαυμαστό Κόσμο των Ζώων μικροί. Μαθαίνουμε επίσης ότι τα θηλυκά δελφίνια είναι λεβεντιές και εντελώς πολυγαμικά, ενώ τα αρσενικά δελφίνια ζηλεύουνε καμμιά φορά -- αυτό μάλλον το έλεγε ο αφηγητής επειδή τα αρσενικά τσακώνονται μεταξύ τους, δε νομίζω να τα ρώτησαν. Βλέπαμε ταυτόχρονα δελφίνια να το κάνουν, που βασικά είναι ότι ο δελφίνος μπαίνει στη δελφίνα, δεν κουνιούνται ποσώς αλλά κολυμπάνε μαζί. Είδαμε και δελφινόπουτσες, που δεν τις ήξερα από τον Θαυμαστό Κόσμο των Ζώων: μεγάλες αλλά κομματάκι μελάτες -- θα έφταιγε το κρύο το νερό.

Πάνω λοιπόν που πας να πεις "κοίτα ρε παιδί μου! υπόδειγμα τα δελφίνια: πολυγαμικά, ψαγμένα, περπατησιάρικα", έρχεται ο παιδονόμος και σου λέει ότι
  1. ενήλικα αρσενικά ενίοτε ξεμοναχιάζουν ανήλικα, θηλυκά και αρσενικά, και τα πηδάνε
  2. πολλές φορές δύο μαζί (μέχρι και δώδεκα μαζί) αρσενικά στριμώχνουν θηλυκά και τα παίρνουν νουμεράδα.
Παγώνεις κι εσύ ο ηθικός ο άνθρωπος, που προβάλλεις τις αξίες των ανθρώπων πάνω στη ζωή των ζώων. Μετά όμως βλέπεις πού το πάει: ελευθεριότητα = σεξουαλική βία. Δηλαδή: μην ξεθαρρεύετε κιόλας, και γίνουμε δελφίνια, γιατί όπου τα θηλυκά είναι πολυγαμικά έχουμε βιασμούς και παιδεραστίες. Τις διαλυμένες οικογένειες δεν κατάφερε να τις εντάξει, μάλλον γιατί τα δελφίνια είναι χίππικα και της κοινοκτημοσύνης.

Από όλα όσα αφηγιόταν ο τύπος, με την απαραίτητη δόση κολλεγιακού χάχανου, είδαμε δύο αρσενικά με ένα θηλυκό (ή αρσενικό σε χάλαση) να τρίβονται στα ρηχά και κάτι αρσενικά (δώδεκα; εφτά νάνους στο SS Keryneia; δεν ξέρω) να γυροφέρνουν ένα θηλυκό.

Θα μου πείτε τώρα ότι έγώ είμαι προκατειλημμένος, αλλά δε μου διέφυγε πάντως ότι μετά μας έδειξαν πώς το κάνουνε τα περιστέρια, που είναι εντελώς μονογαμικά και χηρεύουνε σεμνά κι ενάρετα. Τότε έμαθα και τι είναι του πουλιού το γάλα. Διότι τα περιστέρια είναι καλοί γονείς. Όχι σαν τα δελφίνια.

GatheRate

Τρίτη, 21 Οκτωβρίου 2014

Η απελευθέρωση

Κάποτε ήταν αυτό:
ήμουν ηττημένος και μόνος, [...] είχα μια ακατανόητη λύπη να μου πλακώνει το στήθος, τότε [...] υπήρχαν πόρτες τις οποίες ήμουν αποφασισμένος να μην ανοίξω.
Τη μελαγχολία τη σπούδασα χρόνια: να ξυπνάς το πρωί και να αισθάνεσαι μια γρανιτόπλακα να σου πλακώνει το στήθος, να κοιτάζεις μια οθόνη άπρακτος για 20 λεπτά, να νιώθεις τη ζωή σου σπαταλημένη. Κι αν καταφέρεις να αποφοιτήσεις από εκεί, δε θες με τίποτα να ξαναγυρίσεις πίσω στα θρανία της. Πάνε χρόνια που αποφοίτησα, όχι πολλά, αλλά φαίνονται τόσο γεμάτα όσο εκείνο το καλοκαίρι μετά την Γ' Λυκείου. Και περισσότερο.

Και τι έμεινε όταν σηκώθηκε η πλάκα, όταν αποφοίτησα από τη μελαγχολία; Σφαίρες εμπύρειες, κόσμοι κι ουρανοί κλεισμένοι μέσα στο καρυδότσουφλο της ψυχής. Κλεισμένοι μέσα σε ένα κέλυφος σκληρό, συμπαγές, αδιαπέραστο, στιλπνό. Κάπως όπως στα έργα επιστημονικής φαντασίας έχεις κάτι ασπίδες που αποκρούουν ή απορροφούν τα εχθρικά πυρά.

Βέβαια το δικό μου ψυχρό κέλυφος δεν ήταν αόρατο, δεν ήταν αχλύ ενέργειας που λαμπυρίζει. Το δικό μου κέλυφος ήτανε φτιαγμένο από ένα σπάνιο κράμα: από τις ανασφάλειες, τις ματαιώσεις και τους φόβους των άλλων, των κοντινών, των δικών μου, από τα άγχη που τους δημιουργούσα: ερχόντουσαν όλα αυτά σε επαφή με τις σφαίρες τις εμπύρειες και, μέσω κάποιας αντίδρασης ψυχοαλχημικής, έφτιαχναν κρυστάλλους. Κι αυτοί σχημάτιζαν ένα συμπαγές σκληρό κέλυφος που κράταγε εμένα παγιδευμένο μέσα, ακινητοποιημένο σαν σε νάρθηκα, και όλη τη ζωή απ' έξω.

Αλλά ήρθε η ώρα της απελευθέρωσης: θρυμματίστηκε το κέλυφος και έπεσαν σα λέπια ψιλά τα κομμάτια του. Εκσφενδονίστηκαν όπως σκάνε και εκρήγνυνται σταγόνες πάνω στα μάρμαρα των πάγκων. Σχεδόν σαν από θαύμα. Ή έτσι λέμε, τέλος πάντων.

GatheRate

Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 2014

Σωπαίνοντας


Αναρωτιέμαι πώς να πω αυτό που θα πω, από το πρωί το βασανίζω. Εδώ και χρόνια θέλω να το πω.

Έστω λοιπόν ότι ο Α λέει στον Β κουβέντες βαρειές ή τον προσβάλλει ή παραφέρεται γιατί δεν μπορεί να μαζέψει τα κουβάρια του: όταν τρέχουν πολλά κουβάρια μαζί, το αποτέλεσμα είναι, όπως αναμένεται, μαλλιά κουβάρια.

Ο Β δε λέει τίποτε στον Α. Αυτό μπορεί να οφείλεται στο ότι ο Β δεν έχει τι να πει. Μπορεί και να οφείλεται, όπως θα έλπιζε και ο Α, στο ότι αποδέχεται τις βαρειές κουβέντες, ότι αναγνωρίζει την εγκυρότητα των προσβολών ή ότι παραδέχεται ότι η πηγή του παραλογισμού του Α είναι ο ίδιος, ο Β δηλαδή.

Αν όμως ο Β είναι από αυτούς που αποδεδειγμένα έχουνε το θάρρος και τον τρόπο να λένε "έχεις δίκιο", "υπήρξα μαλάκας", "με συγχωρείς", "οι φίλοι είναι για να μας τραβάν από το μανίκι", και τα παρόμοια, τότε γιατί ο Β σωπαίνει;

Ενδεχομένως γιατί δε θέλει ο Β να πει κι αυτός στον Α κουβέντες βαρειές, έστω και αν δεν είναι προϊόν παραλογισμού, έστω και αν δεν είναι προσβολές. Ίσως γιατί, σωπαίνοντας, ο Β θα ωφελήσει τον Α περισσότερο από το αν του πει τη γνώμη του. Τουλάχιστον, έτσι νομίζει ο Β.

GatheRate

Κυριακή, 12 Οκτωβρίου 2014

Ο εκμυστηρευτής, ο εκμυστηρευόμενος

Από δεκαπέντε χρονών ακούω εκμυστηρεύσεις των άλλων. Όχι πάντοτε αγνώστων. Τα έχω ξαναπεί αυτά. Έχω υπάρξει εκμυστηρευτής, μερικές φορές μυστικών που δεν μπορούσα να σηκώσω με τίποτα, που δε θα έπρεπε να φανερώνονται σ' εμένα αλλά σε κάποιον επαγγελματία. Σχεδόν ποτέ δεν κάνω ερωτήσεις, αλλά περιμένω να έρθουνε τα μυστικά σ' εμένα, όποια μυστικά προαιρείται ο εκμυστηρευόμενος, όπως επιθυμεί. Αδιάκριτος δε γίνομαι: ό,τι δεν επιλέγει να μας πει άλλος, δε μας αφορά.

Η ψευδωνυμία των κοινωνικών μέσων είναι μεγάλο καλό: κοινωνικοποίησε τη γραφή και απελευθέρωσε τη θεματολογία της γραφής. Επίσης μετέτρεψε τη γραφή σε προνομιακή έκφραση της προσωπικότητας, περισσότερο και από την όψη μας (αν και πάντα παίζει καμμιά φωτό) ή από τη συμπεριφορά μας (αν και η γαϊδουριά, η θρασυδειλία, νεύρωση ή η πηγαία καλοσύνη εξακολουθούν να μην κρύβονται).

Επίσης, η ψευδωνυμία διευκόλυνε την ανταλλαγή εκμυστηρεύσεων, και οι εκμυστηρεύσεις μάς φέρνουν πιο κοντά στους άλλους, αφού απαιτούν και επιβάλλουν δημιουργία σχέσεων εμπιστοσύνης ή συνενοχής, ενώ στη συνέχεια συνήθως μας κάνουν υπό το βάρος τους να αποξενωνόμαστε από τους άλλους. Αλλά έτσι είναι η ζωή: δε θέλουν όλοι να γνωρίζουν ότι, στις κατάλληλες συνθήκες, όλοι γινόμαστε ημιδιαφανείς.

Εγώ πάλι, όσο περνούν τα χρόνια, όλο και λιγότερα θέλω να εκμυστηρεύομαι και σε όλο και λιγότερους -- μια χούφτα άνθρωποι έχουνε μείνει πια να τους λέω τα σώψυχά μου, με σπάνιες προσθήκες στο ρόστερ αυτό των έμπιστων . Επίσης, όσο περνούν τα χρόνια, προτιμώ να κρατάω τα μείζονα για τον εαυτό μου και να μοιράζομαι τα πιο μικρά, ιδίως με τους κάπως παραέξω.

Γενικά, η ανάγκη μου για εκμυστήρευση όλο και μειώνεται: την αγάπη, τις ηδονές, τη χαρά και την ομορφιά τις αφήνω πια να με ποτίσουν στάγδην και ήσυχα και να με δυναμώνουν για να ανθίζω: δε χρειάζεται να μετατρέπονται σε ρεπορτάζ ακατανόητα και αφηγήσεις όλο περιστατικά κι εντυπώσεις. Παράλληλα, τα δύσκολα κάθομαι και τα ξεκοκκαλίζω μόνος μου και τα καταγράφω πριν τα ξεχάσω, γιατί είμαι δεξιοτέχνης της λήθης και σεφ της απώθησης, ώστε αν αναδυθούν σαν φόβοι πρωινοί (για μένα το πρωί είναι η ώρα του φόβου) ή τρόμοι νυχτερινοί, να ξέρω από πού εκπορεύονται. Για τα υπόλοιπα, υπάρχει και το μπλογκ, όπου θα περάσουν εν ετέρα μορφή και σε χρόνο ανύποπτο, σαν υπαινιγμοί συνήθως. Ή δε χρειάζεται να είναι μυστικά.

Δε θα έλεγα ακριβώς ότι κλείνομαι στον εαυτό μου, παρά ότι έχω μάθει πια να αντέχω τον εαυτό μου και, χάρη σε τύχες αγαθές και μεγαλόψυχες, να αρχίσει να μου αρέσει κιόλας.

GatheRate

Παρασκευή, 10 Οκτωβρίου 2014

Ξένοι

Και ας τσαντίζονται πολλοί: η στάση μας απέναντι στους μετανάστες, στους θαλασσοπνιγμένους και γενικότερα στους ξένους είναι άξενη και κινούμενη από μίσος και βαθειά σιχασιά και περιφρόνηση. Διαχρονικά και με συνέπεια. Δεν ξέρω τι συνέβαινε στα Αμπελάκια, στη Μολδοβλαχία, στης Μαργαρίτας τ' αλωνάκι και σε τα χαρούμενα χωριά Ταϋγέτου, Κυκλάδων και Πίσω Κουτσούφιανης επί Βαυαροκρατίας, αλλά τουλάχιστον τα τελευταία 100 χρόνια ο  Έλληνας μισεί τους ξένους: μισοξενία κι όχι "ξενοφοβία".

Ο ξένος για τον Έλληνα δεν ορίζεται ως ο αλλόδοξος (Φράγκος, Τούρκος κτλ.), αλλόγλωσσος (ποιοι μίλαγαν ελληνικά στην ελληνική επικράτεια το 1914 ή και το 1924; σιγά), αλλόφυλος, αλλογενής, αλλοδαπός κτλ. Ξένος ήταν και είναι ο φτωχός που δε γνωρίζω (ή ο Εβραίος, ανεξαρτήτως εισοδημάτων).

Το είχε γράψει ο Θεοδωρίδης κάπου ωραιότατα, αλλά πού να ψάχνω τώρα: μια χαρά είναι ο Έλληνας με τον πλούσιο τουρίστα, τον Σαουδάραβα κροίσο (κι ας τουρλώνει και αυτός τον κώλο του για να προσευχηθεί), την τέως αμερικανική αποικία της Γλυφάδας με τις ασχημονίες των γιάνκηδων.

Εκεί λοιπόν εξαντλείται παραδοσιακά η αλληλεγγύη και το κοινοτικό πνεύμα του Έλληνα, με λαμπρές εξαιρέσεις που κυρίως εντοπίζονται στην Κρήτη, στα Επτάνησα αλλά και αλλού και που πάντως δεν αρκούν για να απαλλάξουν τον νεοελληνικό πολιτισμό από το άγος του: εξαντλείται στον φτωχό και στον ανήμπορο που γνωρίζω.

Αυτό δεν ήτανε μόνο χαρακτηριστικό όσων λ.χ. υποδέχτηκαν τους Μικρασιάτες. Και οι ίδιοι οι Μικρασιάτες είχανε την πεποίθηση ότι στερημένοι από τους Τούρκους κολλίγους, τις λίρες, τα βούτυρα, τα ζώα και τη γη (μιλάω με γνώμονα τους προγόνους μου που ήταν κτηματίες, κι όχι τους Σταμπουλιώτες, που έτσι κι αλλιώς τους είχαν όλους γραμμένους και στο φτύσιμο μέχρι και τον 21ο αιώνα) ήτανε ζώα πια, απανθρωποποιημένοι κι αποκτηνωμένοι. Διάβασα κάπου τη βαθειά περιφρόνηση μιας γιαγιάς που την έστειλαν στην Ελλάδα, όπου μαγειρεύουνε με λάδι κι όχι βούτυρο, λες και το φαΐ είναι σαλάτα. Τα έχω ακούσει με τα αυτιά μου αυτά.

Μην πέφτετε από τα σύννεφα για τη μεταχείριση των ξένων. Η φτώχεια μάς βρωμάει στην Ελλάδα, αλλά του ξένου βρωμάει δυο και τρεις φορές.

GatheRate

Τετάρτη, 8 Οκτωβρίου 2014

Για μια τυπολογία του πέφτουλα

Στην προσπάθειά μου να μορφώσω κι εγώ τη νεολαία και να αναβιώσω, έστω κι ατελώς, τη Μεγάλη Χαρακτηρογραφία της Οδού Φραγκοκκλησιάς, είπα να μοιραστώ την πείρα μου μαζί σας.

Έχουμε και λέμε λοιπόν για σήμερα: οι τέσσερις βασικές κατηγορίες άντρα πέφτουλα.

Πρώτος είναι ο Κάπρος. Απαραίτητη διευκρίνιση: ο Κάπρος δεν είναι απαραίτητο να μοιάζει με κάπρο. Ενδεχομένως να είναι και συμπαθητικός, όπως είναι ο Πούμπα (ξέρω ότι ο Πούμπα είναι τάπιρος, μην κολλάτε σ' αυτά). Ενδεχομένως ο Κάπρος να μην έχει καν προκοίλι 360 μοιρών. Πλην όμως, είναι κάπρος: εφορμά με ποδοβολητό ντουγρού πάνω στην άτυχη γυναίκα. Ευθεία. Και πάλι, βάλτε λίγη φαντασία: δεν ορμάει ντε και καλά να πέσει πάνω της και να την καβαλήσει, όπως όταν παίζουμε μακριά γαϊδούρα. Αλλά λ.χ. θα φύγει από τη μια μεριά του μπαρ, στην Πανόρμου κάπου, και ζμπρώχνοντας και λέγοντας 'σ'γνώμη' θα φτάσει στην απέναντι μεριά, κάτω από το καντήλι-άποψη που καίει εντοιχισμένο. Εκεί θα σταθεί, μπροστά στην ξανθή αγαπημένη παναγιά, και θα αρχίσει να της μιλάει. Ή θα κολλήσει πάνω της, τόσο όσο να της ζέχνει το χέιγκ στην καπρική ανάσα του. Ή θα της πει "να κεράσω τίποτα κοπελιάαα;" Τέτοια πράγματα, το αντίστοιχο του κάπρου που ορμά να ξεκοιλιάσει με τους χαυλιόδοντές του. Έτσι κι εδώ ο Κάπρος, με τον χαυλιόδοντα σε έπαρση κι ελπιδοφόρο. Ο Κάπρος, όταν είναι με άλλους αρσενικούς Κάπρους και βόσκει φραπέ στην Νέα Σμύρνη ή ανεβοκατεβαίνει εποχούμενος τις ωραίες μεγάλες λεωφόρους της πόλης μας, είναι αυτός που θα φωνάξει "τι μανάρα είσαι εσύ, μουνάρα μου;" (ή και "τι μουνάρα είσαι εσύ, μανάρα μου;"), "πώπωπωπωπωπωπω μια κωλάρα", "θα-στ-σκισ-στα-δύο", "τ' είσαι συ μωρό μου;", "τούμπανοοοοοοο" κτλ. Όχι στα πλαίσια μιας μάτσο αγελαίας δεν ξέρω τι συμπεριφοράς ή ενός χομοσόσιαλ βαρβατέ μπρο κατιτίς. Όχι. Θα τα φωνάξει αυτά στη διερχόμενη που προκαλεί με το κολάν, το μίνι, το φορεματάκι το καλοκαιρινό, το μπουστάκι, το ινδικό μάξι, το τζην, το σακί λιπάσματος, την κελεμπία επειδή στ' αλήθεια πιστεύει ότι αυτό είναι πέσιμο, ότι το αντικείμενο του στιγμιαίου και εφήμερου πόθου του θα σταματήσει ό,τι κάνει και θα έρθει να καθήσει στα γόνατά του να του τριφτεί, σαν γατί σε χέρι σαρδελόφορο. Ή ότι θα ρίξει ένα γερό σπριντ να κυνηγήσει το καγκουρομομπίλ στο οποίο επιβαίνει ο επιβήτορας κάπρος μέχρι να τον πιάσει ("στάσου, μύγδαλα!", αλλά αντεστραμμένο). Ναι, το πιστεύει. Ότι έτσι βγάζεις γκόμενα. Γι' αυτό είναι Κάπρος, porcus syagris, ή πώς τον έλεγε ο Οβελίξ.

Ακολουθεί ο Κυνηγός. Ο Κυνηγός είναι κυνηγός. Δηλαδή, αντίθετα με τον Κάπρο, ξέρει ότι υπάρχει κι άλλη προσέγγιση πέραν της κατά μέτωπον εφόρμησης και του κατά πάνω. Υπάρχει λ.χ. η παγάνα (αν και ο Κυνηγός είναι μοναχικός). Υπάρχει το καραούλι. Υπάρχει και το "βγαίνω στο χωράφι κι όποιον πάρουνε τα σκάγια" (σκάγια, όχι φλόκια, όχι ακόμα). Υπάρχει η ενέδρα με καμουφλάζ. Υπάρχουνε τέλος τα δόκανα, αλλά ο σωστός ο Κυνηγός είναι γυμναστηρίου, παίρνει και βοηθήματα, κάτι ματζούνια σφιχτικά ή έστω αυτές τις πρωτεϊνούχες σοκολάτες που έχουνε γεύση συκωτάκια-κοτομπουκιά. Ο Κυνηγός είναι με τισέρτ και φανελάκια τόσο όσο (γιατί άμα θες τέλειο σώμα, κοπελιά, υπάρχουνε και οι γκέιδες -- χαχά). Άρα περιφρονεί εκ φύσεως ανδρικής το δόκανο και είναι της ενεργού δράσης: κυκλοφορεί, περιπολεί, ψάχνει. Κατοπτεύει τον χώρο, ο Κυνηγός δουλεύει με βάση το τεραίν: μαγαζί στο οποίο θα μπορεί να εξασκήσει το άθλημα, παραλία χωρίς πολλές οικογένειες αλλά όχι και ζευγαροχαρά, μπαρ για ψυχές απελπισμένες. Εκεί γραδάρει για θήραμα, επιλέγει κάποια όχι πολύ πάνω από τα κυβικά του αλλά όχι και σπουργίτι, μετά σημαδεύει και κάνει την κίνηση. Ο Κυνηγός, είπαμε, είναι πάνω απ' όλα άντρας. Δηλαδή ξέρει. Δηλαδή έχει πολλές εμπειρίες και πολλές ιστορίες, όλες από το κυνήγι. Διαθέτει βεβαίως και κράχτες -- γυαλί μαύρο μέσα στη νύχτα της παραλιακής, ducati δανεικιά, ρολόι ωραιότατο 3 χιλιάρικα, απαραίτητο για την αγαπημένη του ιστιοπλοΐα. Και ως Κυνηγός ξέρει: "του κυνηγού και του ψαρά το πιάτο, δέκα φορές είν' αδειανό και μια φορά γεμάτο". Οπότε, καλού κακού, όπως ο κυνηγός ξέρει τον καλό τον εχέμυθο χασάπη με ορτύκια εκτροφής και φασιανό καλαμποκοθρεμμένο, έτσι ξέρει και αυτός 4-5 καλά μαγαζά στη Συγγρού που σερβίρουν φραπέ και παίζουνε κλαρίνο. Ο Κυνηγός πάντως έχει αυτό που έχει και ο Κάπρος: θάρρος. Ο Κυνηγός όμως έχει κι επιμονή -- δεν τον τρομάζει η περιπλάνηση με το όπλο στο χέρι. Έχει πολλή επιμονή ο Κυνηγός. Πολλή. Υπομονή κι επιμονή.

Ιδανικά, ο Αρμάνης θα ζούσε σε έναν ασπρόμαυρο κόσμο, άντε, να πούμε σέπια. Έτσι θα τονιζόταν το γυαλί του, το μαλλί του το τίμιο και περιποιημένο, η επιμελώς ατημέλητη νάιντιζ αξυρισιά του ή το απαστράπτον ξύρισμα κόντρα και -- πάνω απ' όλα -- η κουστουμιά. Η κομψότητα η ίδια. Το στυλ το σωστό το αντρικό. Κουστούμι ρε σεις. Διότι ο άντρας είναι κουστούμι (που τη λέει 'κοστούμι', γιατί ο Αρμάνης δεν είναι κανας κλαρινογαμπρός) και παπούτσια. Και το άσπρο το πουκάμισο από κάτω, που το σιδέρωνε η μάνα του μέχρι τελευταία στιγμή. Ο Αρμάνης συνήθως ξέρει ότι la veste met bas (και πού να το αφήσει άλλωστε, τρεις μισθούς τού κόστισε), γνωρίζει και ότι a gentleman will walk but never run, αναπόφευκτα με το σκαρπίνι-φέρετρο που φοράει. Κινείται αργά ο υπέρκομψος, αποφεύγει να μιλάει (το πολύ να πει κανα "καλησπέρα" χαμηλά στο κλειδί του φα) και δεν ακολουθεί ποτέ τον στόχο του, απλώς πλέει μέσα σε ένα σύννεφο κουλιάς και Dior, παραμένοντας μέσα στο οπτικό πεδίο της ύπαρξης που έχει βάλει στο μάτι. Αν υπάρξουν καθυστερήσεις κι άρχισει να γουργουρίζει ο στόμαχος, κοιτάει με νόημα προς την ύπαρξη, αφού βγάλει το γυαλί με το αριστερό χέρι, για να φανεί το ρολόι το σωστό, με λουρί πέτσινο και καντράν απροσδιόριστα κυριλέ. Κοιτάει με νόημα αλλά δεν κοιτάει ποτέ εκεί που την πέφτει, παρά πάντοτε δύο κλικ πιο αριστερά, να περνιέται για στραβισμός απολλώνιος ή για βλέμμα απλανές μοντέλου του Campari. Γιατί βεβαίως ο Αρμάνης πίνει negroni και δεν ιδρώνει. Ποτέ. Κι αν υπάρχει μπαλκόνι, κι εκεί negroni. Ή κάτι αντίστοιχα κουλ και ψαγμένο. Αν και χαρακτηρίσαμε πέφτουλα τον Αρμάνη, ο ίδιος δε θα το παραδεχτεί ποτέ: είναι απλώς ο κουλ και προσεκτικά συγκεκαλυμμένα αρτιστίκ εαυτός του. Είναι αυτός που είναι. Αν του κάτσει η ύπαρξη, φταίει η ακατάσχετη γοητεία του, το είναι του. Αν όχι, κύριος ήρθε και κύριος φεύγει.

Τέλος, ο Γκουρούς. Ο Γκουρούς είναι φαλακρός ή ασπρομάλλης, πολλές φορές και τα δύο. Ο Γκουρούς μιλάει αργά, με φωνή όλο άρθρωση σωστή -- ή ψευδίζει καίρια. Ο Γκουρούς έχει μεγάλο κεφάλαιο, συνήθως μόνο πνευματικό, ντύνεται όπως να 'ναι, γιατί έχει κεφάλαιο πνευματικό και ελεεινό γούστο, ενώ περιβάλλεται από αυλή μαθητριών του: τη Μάρθα, τη Μαρία και το Κακό Συναπάντημα -- αυτή η τελευταία είναι κάποια με τσιριχτή φωνή και με αποστολή να αντιφωνεί τα μεγάλα και βαθιά και ευφυή χαριτολογήματα του Γκουρού, ώστε οι άλλες να τον κοιτάζουν απερίσπαστες με μάτια γουρλωμένα, παραπονεμένα. Ο Γκουρούς ξέρει τη ζωή, ξέρει και τα βιβλία. Ξέρει και τις γυναίκες, α, ναι! Ο Γκουρούς ξέρει. Ο Γκουρούς είναι ο Παλιός που μας έλεγαν στον Στρατό, ο αρχετυπικός. Όταν δεν χαριτολογεί, μιλάει για θέματα βαριά και σοβαρά, αλλά για λίγο και με τέμπο και με τέλειο κοντρόλ στη φωνή, τόσο όσο χρειάζεται για να φανεί το μέγεθος του μυαλού του. Ο Γκουρούς δεν κοιτάζει λιγούρικα, βοηθάει κι η πρεσβυωπία, ενώ αγαπάει το αλκοόλ και φροντίζει να το μοιράζεται απλόχερα ιδίως με αυτές τις 3-4 που έχει σταμπάρει. Γιατί, από όλους τους πέφτουλες, ο Γκουρούς είναι ο σοφότερος: δε βάζει ποτέ όλα τα αυγά του σε ένα καλάθι. Επίσης, προτιμάει τις παντρεμένες, αφού εκτός απροόπτου δεν έχουν απαιτήσεις ή τη δυνατότητα να γίνουν περισπάσεις. Άλλωστε ο Γκουρούς έχει πνευματικό κεφάλαιο: εξέδωσε μια ποιητική συλλογή στα 23 (είχε αφήσει έντονες εντυπώσεις), κάνει το διδακτορικό του από τον καιρό που ήταν υπουργός ο Κοντογιαννόπουλος, ενδεχομένως δίδαξε στο Πανεπιστήμιο της Κολωνίας, έχει παίξει στο θέατρο δίπλα στον Κιμούλη, γράφει σε σοβαρή αθηναϊκή εφημερίδα, μετέφρασε τα άπαντα του Λοκ αλλά δεν τα εξέδωσε γιατί δεν τον ικανοποιεί τελικά η μετάφρασή του. Στα νιάτα του ο Γκουρούς έλιωσε στο χερογλύκανο και στο φέιμους με πάγο, και τώρα αναπληρώνει όσο μπορεί: το μπόι που του λείπει το 'χει σε μυαλό. Ή έτσι ακούγεται τουλάχιστον.

GatheRate

Χωρίς επανάληψη

 
καὶ πικρανεῖ σου τὴν κοιλίαν, ἀλλ᾿ ἐν τῷ στόματί σου ἔσται γλυκὺ ὡς μέλι

Απόψε έκανα την ίδια διαδρομή που έκανα πριν εφτά χρόνια. Νύχτα και πάλι. Αυτή τη φορά άκουγα πολύ δυνατά το Thirteen Tales from Urban Bohemia. Τό 2007 έβλεπα να κλείνει μπροστά μου ο κόσμος όπως κλείνει μπροστά σε μάτια πεθαμένα το φερμουάρ σάκκου βινυλίου, από αυτούς που συσκευάζουν τους νεκρούς, και προσπαθούσα να το δεχτώ όσο πιο στωικά άντεχα. Απόψε, με το παραπέτασμα σκισμένο από άνωθεν έως κάτω εδώ και χρόνια, μπορούσα να δω μπροστά μου άστρα και ουρανούς πασπαλισμένους φως, επίσης μπορούσα να τραγουδήσω φάλτσα μαζί με τον Τέιλορ-Τέιλορ.

Σχεδίαζα με κάθε λεπτομέρεια, με προσοχή στην έκφραση και σε κάθε μικρό υπαινιγμό μια ανάρτηση εδώ, μια ανάρτηση
  • που λέει τι χρειαζόμουν και πώς το βρήκα και από ποιον, όπως στα παραμύθια, όπου χρειάζεσαι ένα πράγμα να πας να βρεις, κι αυτό είναι φυλαγμένο μέσα σε ένα κάστρο ή μέσα σε μια καρδιά ή μέσα σε μια όλο ενθουσιασμό παιδική αφήγηση,
  • που λέει ότι δεν έχασα ποτέ ούτε όταν αγάπησα ούτε όποιους αγάπησα,
  • που έχει για άξονα ένα πονηρό λογοπαίγνιο -- μεταφρασμένο από την αλληλογραφία του θεού της Βόννης,  
  • που μιλάει για τη διαδρομή την ώρα που σχεδίαζα την ανάρτηση αυτή και που θα τέλειωνε μαζί με το Urban Bohemia λίγο πριν φτάσω στον προορισμό μου.
Μόνο που πίσω από τον προορισμό μου, όπως είπα, μπορούσα πια να δω μπροστά μου άστρα και ουρανούς πασπαλισμένους φως, φως λοξό κι ευγενικό που μπαίνει από παράθυρα και παραβιάζοντας κουρτίνες και φωτίζει πατώματα και έπιπλα και δυο αθόρυβες φιγούρες.

Φτάνοντας σπίτι, είδα το όνομά μου μέσα σε σελίδες βιβλίων. Και είπα "είναι καλό αυτό, αλλά καλύτερο είναι που δεν είμαι πια εξόριστος."

Και έτσι, την ανάρτηση που συνέθεσα στη διαδρομή την κατάπια μαζί με ένα τζιν με σόδα. Και ήτανε γλυκειά στο στόμα μου κι ας μου ανέβασε μια πίκρα μικρή. Και έτσι, την ανάρτηση δεν την έγραψα ποτέ.

GatheRate

Τρίτη, 7 Οκτωβρίου 2014

2014


Όταν επιτέλους μεγαλώσω και γίνω 50 ή 60 χρονών, θα γράψω ένα λαμπρό και όλο πτυχώσεις μυθιστόρημα που θα λέγεται 2014, ή 2011 ή 2010. Θα είναι όλο στίλβη, όχι σαν το ταπεινό το άλλο, το χωμένο. Θα έχει για τίτλο μια χρονολογία λοιπόν, από αυτές τις ζαβές με το μηδενικό μετά το δύο, χρονιές που θα βρίσκονται βαθιά μέσα στο παρελθόν όταν θα γραφτεί το λαμπρό αυτό μυθιστόρημα, αλλά όταν ήμασταν παιδιά βρισκόντουσαν πέρα και από το μέλλον. Γιατί όταν ήμασταν παιδιά, το μέλλον ήτανε το 2000, το 2001 -- άντε το 2010, όταν θα έκανε ο Μονόλιθος τα δικά του τα τσαλίμια.

Γιατί τα λέω αυτά. Γιατί είδα προχτές το Only lovers left alive του Τζαρμούς. Δεν μπορούσε να έρθει σε καλύτερη στιγμή η ταινία. Τη χάρηκα και την καταφχαριστήθηκα. Πρώτον, είναι Τζαρμούς. Δεύτερον, έχει βρυκόλακες, με τους οποίος ταυτίζομαι. Τρίτον, παίζει η Τίλντα Σουίντον. Τέταρτον, μαθαίνουμε τι απέγινε ο Κρίστοφερ Μάρλοου. Πέμπτον, είναι του Τζαρμούς. Έκτον, έχει μπόλικο hero worship για εμάς τους λάγνους νέρντουλες. Έβδομον, είναι του Τζαρμούς. Κι ας λέει η Ζ. ότι της θύμισε επεισόδιο των Friends με βρυκόλακες -- τι να ξέρει κι αυτή για εμάς τα βαμπίρια.

Ο Τζαρμούς έπιασε επιτέλους το νόημα: οι βρυκόλακες είμαστε ταυτόχρονα πολύ γέροι, από τον εργώδη και ακατάπαυστο βίο του νου, άρα πολύ κουρασμένοι και εντελώς μπλαζέ αφού τα έχουμε ξαναδεί όλα, είμαστε και παγιδευμένοι μέσα σε μια νιότη που στέκεται και δεν προχωρά, που δε λέει να πάει πιο κείθε, να φέρει ωριμότητα. Αλλά, όπως λέει κι η ταινία, τι να την κάνεις την ωριμότητα; Για να αποκτήσεις περιουσιακά και σπίτι; Τα είδαμε κι αυτά.

Οπότε και το μυθιστόρημα που θα γράψω θα είναι σαν Bildungsroman. Και δε θα είναι. Θα μιλάει για την αφροσύνη της νιότης. Και για τη νιρβάνα της αρχής των Μέσων Χρόνων. Θα έχει λίγη δράση και πολλή δραστηριότητα, στιγμές σπαρακτικές κι ακατανόητες. Και μπόλικη πρόζα κάπως εξεζητημένη και ψωνίστικη, που αρμόζει σε βρυκόλακες.

Στην υγειά σας λοιπόν: love never dies, for better or worse.

GatheRate

Κυριακή, 5 Οκτωβρίου 2014

Δικέφαλος


Το ντεφάκτο έμβλημα του Γένους, των ελληνόφωνων ορθοδόξων εκκλησιών, ο θυρεός των Παλαιολόγων -- που τον τσίμπησαν από τους Κομνηνούς, που τον είχανε μοτίβο στην πατρίδα τους την Παφλαγονία, που πάει πίσω στους Χετταίους και έχει και ξαδερφάκι τον Gandaberunda στη Νότια Ινδία.

Μια τερατογένεση υψηλών συμβολισμών, πάντοτε εξουσιαστικών, ένα δις αρπακτικό, για να μην του ξεφεύγει τίποτε σε ανατολή και δύση, στη Ρωσία και στην Αγία Ρωμαϊκή αυτοκρατορία και στην Αυστρο-Ουγγαρία. Ένα τέρας. Ένα τέρας πάντοτε αναπεπταμένο και ανοιγμένο (spread-eagled, που λέμε και στην αγγλόφωνη πορνογραφία), που δεν πετάει ποτέ, πώς να πετάξει η τερατογένεση, προς τα πού να τραβήξει και ποιο κεφάλι να ακολουθήσει; Ένα θηρίο που κραδαίνει σταυρούς, ξίφη και orb (πώς το λένε στα ελληνικά, μεταφραστές;), που δε θα είναι ποτέ με την προσφυγιά και μάνες χαροκαμένες (και συγγνώμη αέκια και παόκια, συμπαθείς φυλές κι αδέρφια μου σταμπουλιώτικα). Ένα εστεμμένο πουλί που σχεδόν το ακούς να κρώζει σαν υπερμεγέθης παπαγάλος. Το εραλδικό θηρίο κι έμβλημα στο οποίο συμφύρονται δυναστείες, φεουδαρχικές αυτοκρατορίες, βαλκανικοί εθνικισμοί, βασιλείς μαρμαρωμένοι και μη, ο στρατός ξηράς, δεσποτάδες χρυσοποίκιλτοι -- χωρίς καν την ευγένεια του για πάντοτε απαξιωμένου φοίνικα που αναπηδά από τις στάχτες προς το φως.

Ο δικέφαλος αετός συγκεφαλαιώνει την νεοελληνική πραγματικότητα: παπάδες, ευσεβείς βασιλείς, στρατός, ίσκιοι μιας αυτοκρατορίας που δεν τον είχε καν για σημαία.




GatheRate

Πολύ μικρό εγκώμιο του Jimmy Somerville

Όταν ήμουν έφηβος, το όνειρο της φυγής από το σπίτι, κι ας μην υπήρχε η σοβαρή αιτία που υπαινίσσονται οι Bronski Beat, δηλαδή ο εξοστρακισμός και η αποποίηση του πούστη γιου, ενσαρκώθηκε από το Smalltown Boy. Από τον Jimmy Somerville πρωτοέμαθα και την απόλυτα κολλητική σαχλίτσα του Gainsbourg (του βασιλιά της τάχα μου ειρωνικής ποπ σαχλαμάρας μέχρι που έπεσε πάνω μας ο Μάλκομ Μακλάρεν) το Comment te dire adieu.

Φυσικά ήταν αδύνατο να μην προσέξεις το θηριώδες φαλσέτο του Jimmy: εξωπραγματικό και πανίσχυρο. Επίσης πάντοτε μου έκανε εντύπωση το θεόρατο μπόι αυτού του σκωτσέζου, μισής μερίδας χαμογελαστού ανθρώπου: θυμάμαι να διαβάζω κάτι δειλά ρεπορτάζ σε περιοδικά τύπου 'Ποπ και Παπαριές' ότι συντόνιζε τον πόλεμο κατά της κυβέρνησης Θάτσερ σχετικά με μια τροπολογία για το πότε παύεις να είσαι "ανήλικος" για σκοπούς ομόφυλης "αποπλάνησης" (αυτό που πια αγγλίζοντας αποκαλούμε ηλικία της συναίνεσης) -- ενώ λ.χ. στην Ελλάδα του 2014 (καλά, άσε). Γενικά ο τύπος είναι κουλ, πάρα πολύ κουλ.

Όταν είδα το Ορλάντο (πρέπει επιτέλους να το διαβάσω το βιβλίο! εδώ το έχω), με περίμενε αυτό.

GatheRate

Ξεκωλιάρες

Μέσα στον ειδυλλιακό κόσμο της πατριαρχίας, όπου κάθε μορφή βίας, αυθεντίας και καταπίεσης εις βάρος των γυναικών έχει ψευδοβιολογική εξήγηση, η γυναικεία ερωτική ελευθερία είναι βεβαίως σκάνδαλο. Όταν δεν αποτελεί διαταραχή προσωπικότητας ή σύμπτωμα αδυναμίας να αφοσιωθείς, η γυναικεία ερωτική ελευθερία είναι "ευνουχιστική" για τους άντρες κτλ. κτλ. Λες και αφοσίωση και καύλα ταυτίζονται, λες και το τέλος του έρωτα συνεπάγεται σώνει και καλά απαξίωση του άλλου, λες, λες, λες... Χιλιοειπωμένα πράγματα που κανένας δεν ακούει πια, μέσα στη νέα χρηστοήθεια του καιρού, όπου οι γυναικες οι σωστές πρέπει να είναι δυνάμει μάνες, κατά βάθος πριβέ μας πουτάνες, αλλά πρωτίστως μάνες -- και τίποτε άλλο.

Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι η γυναικεία ερωτική ελευθερία συνοδεύεται σχεδόν απαραίτητως είτε από σκληρότητα (για την οποία ρε σεις μέχρι κι ο Μπουκόφσκι κλαψούρισε) είτε από αφέλεια, μόνο που η αφέλεια αυτή είναι βεβαίως πολλές φορές προσποιητή. Η σκληρότητα σε προστατεύει από τον κάθε πληγωμένο αντρικό εγωισμούλη, που το έχει πολύ εύκολο να σου πετάξει το "πουτάνα" στα μούτρα αν δεν έχει προλάβει να δαπανήσει το πάθος του πάνω σου και μέσα σου. Αντίστοιχα, η προσποιητή αφέλεια χορηγεί το ακατολόγιστο, δικαιολογεί την "πουτανιά" σου: άμα πήξει το μυαλό σου και στρώσεις, θα φρονιμέψεις και θα γνωστέψεις. Και θα γίνεις μάνα. Μετά ίσως γίνεις μιλφάρα, που θα ορμάς στην ψύχρα και θα τα κάνεις όλα, αλλά τότε θα δικαιολογείσαι από κάτι κιλάκια, χαλαρώσεις και ραγάδες, κάτι ψωμάκια, πανάδες και ρυτίδες.

GatheRate

Πέμπτη, 2 Οκτωβρίου 2014

Πουλί και ψάρια

Όταν ήμουνα μικρός παρακάλαγα να μου πάρουνε μια γάτα. Τα σκυλιά τα φοβόμουνα. Αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να μου πάρουνε γάτα. Η μεν μητέρα μου έβγαζε την ίδια ομιλία που βγάζει μέχρι και σήμερα (2014): ότι τα ζώα πρέπει να ζουν ελεύθερα στις αυλές κι όχι φυλακισμένα στα διαμερίσματα, ότι η γάτα είναι για να πιάνει ποντίκια και για να σουρτουκεύει, ενώ οι σκύλοι για φύλακες κι όχι για να κατουράνε στους καναπέδες -- τέτοια. Ο πατέρας μου είχε έναν γάτο μικρός στην αυλή του σπιτιού τους, τον Ροδόλφο, αλλά μάλλον του ψόφησε και του έμεινε τραύμα: έκτοτε ισχυρίζεται ότι είναι αλλεργικός στις γάτες κι ότι οι τρίχες τους επικάθονται μέσα στους πνεύμονές του.

Δουλεύαμε λοιπόν με υποκατάστατα. Πρώτα είχαμε ένα καναρίνι, τον Τόλη. Το είχε πιάσει η μάνα του πατέρα μου να κάθεται στη βερυκοκιά της όταν εγώ ήμουν 7, εκεί. Ο Τόλης ήταν κίτρινος και καφέ, αισθηματίας. Ο Τόλης κελαηδούσε, αλλά συνεχώς τα ίδια και τα ίδια δεξιοτεχνικά σουξέ. Η σχέση μας δούλευε ως εξής: η μάνα μου τον φρόντιζε, εγώ πέρναγα ώρες να στοχάζομαι πάνω στην αθλιότητα των κλουβιών και να φέρνω εφημερίδα για να απλώσουμε στον πάτο του κλουβιού, για τις κουτσουλιές. Τα καλοκαίρια τον Τόλη τον αφήναμε στη γιαγιά. Η γιαγιά τον έχωνε κάθε μέρα μέσα στη μικρή μπανιέρα που βάζουμε στα πτηνά για να δροσίζονται. Το θέμα είναι ότι κάθε μέρα τον έχωνε και τον έτριβε (Τον Τόλη. Στην μπανιέρα.). Τελικά το έρμο το καναρίνι ψόφησε ένα φθινόπωρο. Η μητέρα μου γνωμάτευσε ότι το πουλί (ο Τόλης) κρυολόγησε και ψόφησε λόγω των απανωτών λουτρών, μετά τον έκλαιγε για μήνες. Λίγο καιρό αργότερα άρχισαν να της πεθαίνουν άνθρωποι όμως, οπότε.

Μετά η αδερφή μου ήθελε χρυσόψαρα. Πήραμε δύο. Την Κλειώ και ένα άλλο πανομοιότυπο, δε θυμάμαι πώς το λέγαν: ήτανε το σάιντκικ, που λέμε. Κογκολέζικα χρυσόψαρα, στιλπνά, με πτερύγια όλο φρουφρού και φραμπαλά. Πορτοκαλί και με κάπως γουρλωτά μάτια. Σε λίγο το έριξα πάλι στον στοχασμό, αυτή τη φορά για την αθλιότητα των ενυδρείων, πήγαινα και Γυμνάσιο πια κι ο εγκλεισμός των άλλων πάντοτε προσφέρεται για στοχασμούς. Αλλάζαμε νερό στα χρυσόψαρα μέρα παρά μέρα: πρώτα τα ψαρεύαμε με την παλαμη (και εγώ) και τα βάζαμε σε ποτήρια. Πολλές φορές ξεγλύστραγαν και κατέληγαν μέσα στον νιπτήρα και τα αρπάζαμε να τα ξαναρίξουμε πίσω στο ποτήρι πριν προλάβουν να πάθουν ασφυξία (τα ψάρια δεν παθαίνουν έμφραγμα). Κατόπιν καθαρίζαμε τη γυάλα, βάζαμε φρέσκο νερό και προσθέταμε κι ένα μπλε υγρό που εξουδετέρωνε το χλώριο και μετά τα ψάρια.

Τα χρυσόψαρα, την Κλειώ και το άλλο, τα ταΐζαμε, κάτι νιφαδίτσες που μύριζαν σαν μπαγιάτικη ψωλή (δεν το ήξερα τότε: η δική μου ήτανε μικρή, φρέσκια και του κουτιού). Το θέμα βεβαίως είναι, επίσης δεν το ήξερα τότε, πως τα χρυσόψαρα δε σταματάνε να τρώνε όταν χορτάσουν: όσο τα ταΐζεις, τόσο τρώνε. Και πάντοτε με αμείωτο ενθουσιασμό. Σιγά σιγά το ένα από αυτά είχε παραμορφωθεί: μέσα από το τουμπανιασμένο διαφανές σώμα του βλέπαμε τα μαύρα έντερά του. Και το άλλο τα είχε πάρει τα γραμμάριά του. Αλλά ούτε εγώ ούτε η αδερφή μου πιάσαμε το υπονοούμενο της μαμάς Φύσης. Ένα πρωί βρήκαμε το τουμπανιασμένο ανάσκελα, αλλά όχι στην επιφάνεια: είχε τόσο έρμα το έρμο το ψάρι που δεν επέπλεε παρά περίπου στα 3/4 του ύψους του νερού. Ο πατέρας μου το κήδεψε στη λεκάνη της τουαλέτας: η αδερφή μου έσκασε στο κλάμα κι εγώ απορούσα πώς θα χωρέσει το ψάρι από την αποχέτευση (δυσκοιλιότητα ζήτημα είναι αν έχω πάθει 3-4 φορές στη ζωή μου).

Οι γονείς μας μας εξήγησαν ότι πρέπει να δίνουμε ακριβώς τη δόση τροφής στο επιζών ψάρι -- αλλά στην αρχή έπρεπε να του κάναμε δίαιτα. Τελικά τη γλύτωσε, ξεφούσκωσε κάπως, αν και ποτέ εντελώς. Του πήραμε και παρέα, που η αδερφή μου ονόμασε επίσης Κλειώ. Η Κλειώ Β' και το άλλο (δε θυμάμαι πώς το έλεγαν) βρήκαν τελικά τον θάνατο στα χέρια της γιαγιάς μου ένα καλοκαίρι επίσης. Δε θυμάμαι πώς. Μάλλον τα έσκασε στο φαΐ. Τουμπάνιασαν μάλλον.

GatheRate