Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2014

it was just to see all the things you knew (η 1001η ανάρτηση)

Θα μιλήσω ως άντρας που ερωτεύεται γυναίκες.  Άλλωστε δεν μπορώ να υποκριθώ ότι καταλαβαίνω πώς είναι να τρως από μικρή το κοντό και λεπτό καυλί της πατριαρχίας και να σου τσαμπουνάν ότι πρέπει να το ευχαριστιέσαι κιόλας, αφού αυτή είναι η αποστολή σου και η φύση σου ως γυναίκας. Ούτε μπορώ να παραστήσω ότι αντιλαμβάνομαι πώς είναι να σου έχουνε φορεμένη κολάρο την καθόλου ηδονική θηλειά της ετεροκανονικότητας και να σου λένε να είσαι κι ευχαριστημένος που δε σου τη σφίγγουν.

Ωστόσο ξέρω καλά ένα πράγμα: οι ανθρώπινες σχέσεις είναι δυναμικές: πολύμορφες, πολύτροπες και ευμετάβλητες. Και ξέρω ότι κάθε σχέση τη διέπει κάτι διαφορετικό (καύλα, έρωτας, στοργή, συναντίληψη, αλληλοεξάρτηση, αγάπη -- χίλια δυο) και ότι αυτό το κάτι μπορεί να αλλάξει και, μάλλον οπωσδήποτε, αλλάζει με το πέρασμα του χρόνου. Ξέρω επίσης ότι οι μεγάλες ενοποιημένες σχέσεις, όπου ο άλλος είναι όλα και μας παρέχει τα πάντα αποκλειστικώς, είναι ή πολύ σπανίες ή βραχύβιες ή απλώς φενάκη.

Δυο παράγραφοι εισαγωγή, αναγκαία νομίζω, για να πω το αυτονόητο: δεν παραβιάζουμε τον χώρο του άλλου, δηλαδή του/της παρτενέρ, του γκόμενου ή της γκόμενας, του αγοριού ή του κοριτσιού, του εραστή ή της ερωμένης, του/της συντρόφου, του/της συζύγου (ή όπως αλλιώς αλληλοαποκαλούμαστε). Δεν αστυνομεύουμε τη ζωή του. Δεν σκαλίζουμε κινητά κι ημερολόγια (που μας τραγουδάει κι ο Μορισέυ στο Suedehead, απ' όπου και ο τίτλος) και δεν ψαχουλεύουμε σημειώσεις, συρτάρια, αλληλογραφίες και δεν ξέρω τι. Κάποτε, όντας ακόμα πιο αφελής από τώρα, νόμιζα ότι αυτού του τύπου οι κινήσεις (διέγραψα την αρχική περιγραφή εδώ) αποτελούν εξαίρεση, αλλά έσφαλλα.

Από τον καιρό που έγραψα τον Ταμία των ανέμων με ρωτάνε αν είμαι τόσο κουλ επειδή μου λείπει το πάθος. Χαμογελάω. Επίσης με ρωτούν αν έχω πια τόση εμπιστοσύνη στο ταίρι μου (αν είμαι μαλάκας δηλαδή) και αν είμαι σίγουρος ότι δε θα κάνει τίποτε πίσω από την πλάτη μου. Και φυσικά μιλάμε για κέρατο, όχι ξέρω γω να ξεκινήσει κρυφά ιστιοπλοΐα για χόμπι. Και η απάντηση, η μόνη σοβαρή απάντηση νομίζω, είναι όχι. Δεν την εμπιστεύομαι. Βεβαίως δεν την εμπιστεύομαι. Δεν εμπιστεύομαι κανέναν. Δεν εμπιστεύομαι τον εαυτό μου, πρωτίστως αυτόν. Οι άνθρωποι είμαστε εύπλαστοι και όσοι δεν είμαστε μάλλον βρισκόμαστε σε προϊούσα αγκύλωση -- και θα σπάσουμε. Κανείς δεν είναι βράχος για να ρίξεις άγκυρα.

Όποιος έχει συνειδητοποιήσει ή όποιος φοβάται ότι η εμπιστοσύνη δεν αποτελεί παράμετρο γνήσιας σχέσης, της όποιας σχέσης, "σοβαρής" ή μη, έχει δύο επιλογές: τη ζηλότυπη αστυνόμευση ή την ψύχραιμη παραίτηση. "Ναι, αλλά γιατί δεν επιλέγεις μια μέση λύση, γιατί δεν κάνεις έναν έλεγχο, έτσι απλό, όχι σε βάθος;" με ρωτάνε, "έτσι να ξέρεις πού βρίσκεσαι;" Οι λόγοι είναι τρεις:

Δεν ψάχνουμε τα πράγματα του άλλου και δεν τον αστυνομεύουμε όχι γιατί τον εμπιστευόμαστε (είπαμε) αλλά επειδή τον σεβόμαστε. Δεν ξέρω τι άλλο να προσθέσω εδώ, από πείσμα καθαρό θέλω να πιστέψω ότι είναι προφανές τι λέω: σέβομαι την άλλη, ιδίως άμα καμώνομαι ότι την αγαπάω. Αλλά κι αν δεν την αγαπάω, αν "απλώς" είμαι ερωτευμένος ή, έστω, γουστάρω και περνάμε καλά, μήπως νομιμοποιούμαι να μην τη σέβομαι; Τέλος πάντων.

Δεύτερον, φρονώ πως η αφοσίωση και η πίστη δεν είναι θέμα ερωτικής ελευθερίας. Όμως αντιλαμβάνομαι ότι εδώ υπάρχουνε πολλές και διαφορετικές αρχές, διαθέσεις και στάσεις. Και όλες είναι εξίσου βαθύτατα ανθρώπινες. Άσε που προτιμώ να βγάλω τον σκασμό προτού αρχίσω να προτείνω νόρμες και ρυθμίσεις για τις ζωές των άλλων. Προσπερνάω λοιπόν.

Τρίτον, υπάρχει μια αρχή. Ισχύει, ή μάλλον θα έπρεπε να ισχύει, σε κάθε ουσιαστική μας σχέση, είτε πρόκειται για καλή παρέα και φιλαράκι, είτε για φίλο, είτε για έρωτα, είτε για συζυγία: ό,τι δεν επιλέγει να μας πει άλλος, δε μας αφορά. Τελεία"

GatheRate

Παρασκευή, 12 Δεκεμβρίου 2014

Ο κρύος καφές της ερωτογραφίας

Είχε μείνει καφές από χτες μέσα στην κανάτα. Τον άδειασα μέσα στην κούπα με το θηρίο της Αποκάλυψης, έργο Ντύρερ. Κοίταξα τη συννεφιά που μας λυπήθηκε και ξανασυνάχθηκε από πάνω μας, η μόνη σκέπη και εντελώς απατηλή, βεβαίως.

Σκέφτηκα πώς ερωτογραφούν κάποιοι και κάποιες που ξέρω: πάρα πολλοί ερωτογραφούν τελικά, λίγοι τα δείχνουν, σχεδόν κανείς δεν τα δημοσιεύει. Η γνώμη του κόσμου. Καλύτερα να φαίνεται στα γραπτά σου ότι είσαι σκατόψυχος ή βλαξ ή και τα δύο, παρά ότι έχεις πόθους και ότι έχεις ζήσει έρωτες. Προτιμούμε να διαβάζουμε τις στεγνές κακαράντζες που αφοδεύει βαδίζοντας κάθε γιδίσια ψυχή, παρά για τα υγρά και τα θερμά των ερώτων που είχαμε ή δεν είχαμε ή που θα έχουμε.

Πίνω τον καφέ, δεν έχει καθόλου άρωμα πια, 24 ώρες μετά, μόνο καλή γεύση. Αυτό είναι η ερωτογραφία: χάνεις το άρωμα και την ιερή και άγρια στιγμή εκείνη, την αφή και την κίνηση ας πούμε, αλλά κρατάς το απατηλό φως και τη θαμπή σκιά και τις ματιές, τη συγκίνηση και την αίσθηση που δεν σβήνουν (δε σβήνουνε, δε σβήνουν οι καριόλες), την καύλα που σε κάνει άνθρωπο. Οι εικόνες των σωμάτων, λεπτομέρειές τους -- φόρμες, μοτίβα, γραμμές, σκιές, ματιέρες -- ή απόψεις τους από απέναντι και από το πλάι. Και όσα μαρτυρούν τα περίκλειστα μα αχανή τοπία των σωμάτων.

Περπάταγα οχτώ μέρες πριν σε έναν έρημο δρόμο εμπορικό, αριστερά και δεξιά κλειστά μαγαζιά πολυεθνικών αλυσίδων φωτισμένα, και αναρωτιόμουν ποιες είναι οι μεγάλες χαρές της ζωής μου. Είμαι ρηχός άνθρωπος μάλλον, αφού πέρα από 5-6 ανομολόγητες, όλες οι άλλες ήταν Έρωτας· και έρωτας μέσα μου και έρωτες: συνευρέσεις, κλινοπάλες, γαμήσια. Ήπια ένα τζιν στο τελευταίο μπαρ που βρήκα ανοιχτό και πήγα για ύπνο χαμογελώντας.

Τέλειωσε ο καφές, πάω τώρα.

GatheRate

Τρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2014

Ρε αστοδιάλο


Δεν μπορώ να δουλέψω άλλο. Θα γράψω αυτό, θα είναι λάθος, και θα πάω να κάνω ποδήλατο. Ναι, στατικό, από αυτό που κάνουν οι γκόμενες. Αν ανέβω σε κανονικό και βγω στον δρόμο, θα σκοτωθώ εδώ που είμαι και θα μου κάνετε ταγκ μετά θάνατον. Και πώς θα το αντέξω;

Μου λέει η Ζ. το απόγευμα στον καφέ: "θα πεθάνει ο Ρωμανός, θα τον αφήσουν να πεθάνει". Απάντησα με βρισίδια. Διάβασα μετά τους ποταμούς γνωμών στο ίντερνετ και την κοινοβουλευτική επικαιρότητα γύρω από το θέμα. "Το παιδί", λένε κάποιοι, "το παλληκάρι". Ποιο παιδί, ρε μαλάκες, είτε διαφωνείς είτε συμφωνείς μαζί του, ο άνθρωπος είναι εκθετικά πιο συνειδητοποιήμενος από όλους μας. Ιστορικά, όποιος τα βάζει με θεούς και με το κράτος (από το σουλτανικό ντοβλέτι μέχρι την καλή και άγια ΟΔΓ των λευκών κελιών) καλό τέλος δεν έχει: δεν είναι ο αγώνας του άθεου και του αντεξουσιαστή για όλους μας.

Αλλά βεβαίως όπως τότε με τον Σακκά: τα απωθημένα ολωνών μας πάνω στο πρόσωπο του ληστή, του ήρωα, του μάρτυρα, του τσόγλανου. Όπως τότε, νομικολογίες από κάθε άσχετο και από κάθε σκατόψυχο, ενώ το θέμα πολιτικό είναι. Τα ερωτήματα που εγείρονται είναι πολλά, εγώ δύο σκέφτομαι: έχει δικαιώματα ο εχθρός του κράτους; είναι η ζωή το υπέρτατο αγαθό; Βεβαίως, στη δεύτερη ερώτηση, η Ελληνική Δημοκρατία έχει κιόλας απαντήσει επανειλημμένα "όχι" από τότε που άρχισε να κατεδαφίζει το (όποιο) κοινωνικό κράτος για να σωθούν οι τράπεζες και για να απολυθούν και να μεταταχθούν δημόσιοι υπάλληλοι. Κι έτσι, βρέφη, άρρωστοι και γέροντες πέθαναν για τη "δημοσιονομική σταθερότητα". Θα μπορούσε να είναι η "καθαρότητα της φυλής", προσεχώς ενδεχομένως.

Μιλώντας για φυλή και φάρα: έχουμε και όλη τη χολή και το όξος της αγροτοποιμενικά μοχθηρής κοινωνίας μας, που δεν πιστεύει σε τίποτα πέρα από την οικογένεια τη δική της, που αντιλαμβάνεται το δημόσιο τόσο όσο χρειάζεται για να συμπήξει κουμπαριές κι ευκαιριακές συμπολιτείες. Χoλή και όξος που ρέουν άφθονα στην περίπτωση του Ρωμανού. Ρέουν και τροφοδοτούν την εκδικητικότητα ενός κράτους που εδώ και καιρό δεν μπορεί ούτε τα προσχήματα να κρατήσει.

Αλλά ας κάνω δυο βήματα πίσω.

Άξιος φιλόλογος και καθόλου αριστερός, μού έλεγε πριν κανα τρίμηνο: "δηλαδή φαντάσου πώς ακουγόντουσαν όλα αυτά του Σεφέρη και της γενιάς του '30 περί ελληνισμού και Ελλάδας και σπασμένων αγαλμάτων και τι παθαίνει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες στα αυτιά του κατατρεγμένου αριστερού, παρία και θύματος, με συγγενείς στην εξορία ή στη φυλακή και με τον χαφιέ παρκαρισμένο έξω από το σπίτι του."

Δε φαντάζομαι. Τώρα πια ξέρουμε ότι ο αμφιπολικός ελληνισμός είναι το λεξοτανίλ του λαού: αποχαύνωση και λυσιμέλεια. Τουλάχιστον το μαρξικό όπιο παρηγορεί και ανακουφίζει. Μας πουλάνε ακόμα Ελλάδα κι ελληνισμό και ορθοδοξίες και αηδίες. Η συνέχεια. Η κοινότητα. Οι δόξες και τα μάρμαρα. Που αντιστέκεται κι επιμένει. Που θα τα ξαναχτίσει όλα από την αρχή. Το ζήτημα είναι ποιος δημιουργεί τα ερείπια: οι εξωγήινοι; καμμιά σαρωτική κοινωνική επανάσταση; Αυτοί που κατεδαφίζουν τις ζωές μας φτιάχνουνε τρυφερά σποτάκια για το πώς σιγά σιγά θα τις ξαναχτίσουμε. Γιατί είμαστε Έλληνες. Ρε αστοδιάλο πια.

Αργότερα, την ώρα που έτρωγα, αναρωτήθηκα με αηδία: "τι με συνδέει με αυτό το κράτος;". Σίγουρα ότι στην επικράτειά του βρίσκονται οι αγαπημένοι μου άνθρωποι, τα 69 τετραγωνικά του σπιτιού μου και ο μεγάλος αστερισμός σημείων μέσα στην Αθήνα όπου υπήρξα ξανά και ξανά και ξανά ευτυχισμένος ή τουλάχιστον σε εγρήγορση. Αλλά το κράτος; Με σπούδασε και μετά τι; Κι εδώ και τέσσερα χρόνια ποιοι εκλεγμένοι αντιπρόσωποι το τρέχουν; Κυνικοί, χυδαίοι, εγκληματίες. Καλά λέει ο τέως Έρμιππος στο facebook: ποιος ΣΥΡΙΖΑ; ένα τεράστιο Ειδικό Δικαστήριο χρειάζεται. Από το 2010 φαντασιώνομαι ότι μια χώρα για την οποία δε θα ντρέπομαι, ίσως γιατί δε θα ταυτίζομαι μαζί της, ξέρω γω η Νορβηγία, ο Καναδάς ή η Ισπανία, μου δίνει, λέει, διαβατήριο. Παίρνω κι εγώ κάτι φιλαράκια σκηνοθετικά και καμεράτα, πάω στο Σύνταγμα και καίω τελετουργικά το ελληνικό διαβατήριό μου στο Σύνταγμα, λέω εκεί και καμμιά εξυπνάδα να κάνω ντόρο στα σοσιαλμήντια. Φαντασιώσεις, μπούρδες, αλλά απηχείται μια διάθεση.

Θα το αποκηρύξω αργότερα αυτό το κείμενο, όταν θα είμαι πιο σοβαρός και πιο κύριος. Αμέσως θα ξεχαστεί από όποιον κι αν το διαβάσει. Άλλωστε εύκολα πλέον κατεβαίνουν τα κείμενα, όπως κι εύκολα ανεβαίνουν. Αυτό θα το ανεβάσω. Αχτένιστο και μισότρελο. Στα υπέρ του: δεν είναι καθόλου μα καθόλου οργισμένο, μπουχτισμένο μόνο.

GatheRate