Παρασκευή, 24 Απριλίου 2015

Καθρέφτες


στον γενναίο και δυνατό άνθρωπο που με πήρε τηλέφωνο μετά το Πάσχα

Σε ξενοδοχείο ημιδιαμονής, γαμιστρώνα, για να συνεννοούμαστε, πρωτοπήγα μεγάλος, στα εικοστέσσερα. Πιο πριν δεν είχα λεφτά για τέτοια έξοδα, όσα έβγαζα από τα ιδιαίτερα μετά βίας έφταναν για εξόδους με μία χάινεκεν (μπλιαχ), ενώ βεβαίως και ντρεπόμουν αφάνταστα. Δεν είχα και αμάξι. Και ντρεπόμουν αφάνταστα.

Η πρώτη μου φορά σε ξενοδοχείο "για λίγο" είχε προεργασία μάλλον ανορθόδοξη: το κορίτσι μου ρώτησε τον αδερφό της πού να πάει με τον γκόμενο, είχε τρομάξει το μάτι μας με τους ματάκηδες. Ο αδερφός της μας συνέστησε ένα καλό. Βεβαίως δεν μπορώ να πω ότι ένιωσα και πολύ άνετα στη σκέψη ότι ο αδερφός της κοπέλας, που ήταν και μικρότερός της, είχε κάνει  μια δουλειά που κανονικά ήτανε δική μου. Επίσης, δεν είχα καθόλου πείρα και το ψάρωμά μου πρέπει να φαινόταν από την αρχή της διαδικασίας, όταν βγήκαμε από το αυτοκίνητο της δικιάς μου, μέχρι τη στιγμή που πλήρωσα στη ρεσεψιόν, μέχρι τη στιγμή που άνοιξα την πόρτα του δωματίου. Εκεί άρχισαν τα δύσκολα.

Η κοπέλα μου είχε ζητήσει επίμονα το δωμάτιο να μην έχει καθόλου καθρέφτες. Όχι λόγω χαμηλής αυτοεικόνας, αλλά λόγω ενός πρόσφατου περιστατικού, που στα δικά μου αυτιά είχε φτάσει ως εξής: ένας φίλος μας είχε πάει το κορίτσι του σε ένα ξενοδοχείο στον Στρέφη. Ο ρεσεψιονίστας εκεί τους εξήγησε ότι χρειαζότανε ταυτότητα για να τους δώσει δωμάτιο, αλλά ο φίλος ήτανε του χώρου και τελικά (μια και επειγόντουσαν) έδωσε ταυτότητα η κοπέλα. Μετά από δυο-τρεις βδομάδες έφτασε στο σπίτι του κοριτσιού ένας φάκελος με παραλήπτη τον κύριο που είχε το ίδιο επώνυμο με εκείνη. Ο φάκελος περιείχε δυο-τρεις φωτογραφίες που κανένας μπαμπάς κόρης δεν θέλει να δει, υποθέτω, και ένα εκβιαστικό σημείωμα. Ο πατέρας του κοριτσιού, που δεν μάσαγε, πήρε το ξενοδοχείο καπάκι και τους ζήτησε όνομα υπεύθυνου και διεύθυνση για να αναλάβει ο δικηγόρος του και το θέμα έληξε εκεί. Η όλη φάση ήτανε πάντως αρκετή να κάνει τη δική μου κοπέλα καχύποπτη απέναντι στους καθρέφτες των ξενοδοχείων, αφού από πίσω τους έστηναν τότε τις κάμερες.

Κάπου εκεί ξεκίνησε και η δικιά μου καχυποψία απέναντι τους καθρέφτες, άσε που μόλις είχα διαβάσει όλον τον Μπόρχες και μου είχε μείνει από εκεί και το "οι καθρέφτες και η συνουσία είναι απεχθείς, γιατί πολλαπλασιάζουν τον αριθμό των ανθρώπων". Εντάξει, με τη συνουσία δεν είχα ζητήματα αρχής, ούτε με τον πολλαπλασιασμό των ανθρώπων είχα πρόβλημα (αρκεί να μη μου συμβεί παρελπίδα κι αναπάντεχα) και πάντοτε διασκέδαζα με τα άπειρα είδωλα που παρήγαν οι αντικρυστοί καθρέφτες στην είσοδο της πολυκατοικίας της θείας Βάσως. Ωστόσο κάτι υπήρχε στους καθρέφτες που με ζόριζε.

Οι καθρέφτες είναι σαν ψυχαναγκαστική εμμονή: το να κοιτάζεις μέσα τους προϋποθέτει και απαιτεί τη διαρκή κι αμέριστη προσοχή σου. Ακόμα και αν κατά τύχη ή φευγαλέα κοιτάξεις μέσα τους, συνήθως θα σου αποσπάσουν την προσοχή και θα την κρατήσουνε για πάρτη τους. Επίσης, προσέξτε το "μέσα στον καθρέφτη": οι καθρέφτες είναι ψεύτες. Ενώ δεν είναι παρά στιλπνές επιφάνειες, όλη η επιτυχία τους και η σαγήνη τους συνίστανται στο ότι καμώνονται πως διαθέτουν βάθος. Είναι όμως χειρότεροι από οθόνες, πολύ χειρότεροι. Παράλληλα, αυτά που σου προσφέρει ο καθρέφτης, δηλαδή η αντεστραμμένη συμμετρία, το ψευδές βάθος, τον εαυτό σου απέναντι σαν να είναι κάποιος άλλος, σου τα προσφέρει και ο εφιάλτης καθώς και κάποιες μορφές νόσου ψυχικής. Ο καθρέφτης, ο εφιάλτης, η ψυχική νόσος δεν παραμορφώνουν το είδωλό σου, αλλά το στήνουν απέναντί σου και προσδίδουν σε αυτό το είδωλο βάθος και αληθοφάνεια. Δεν το παραμορφώνουν το είδωλό σου, όχι απαραίτητα, αλλά σε καλούνε στανικώς να το παρατηρείς να το παρακολουθείς καθώς σε παρακολουθεί. Σε βάζουν να προσηλωθείς σε κάτι που δεν είναι παρά το καθρέφτισμα της προσήλωσής σου στο ίδιο το καθρέφτισμα. Ο καθρέφτης γίνεται η κεφαλή της Μέδουσας: σε αναγκάζει να την αντικρύσεις και αυτό που βλέπεις σε πετρώνει και σε νεκρώνει. Μόνο που αυτό που βλέπεις δεν είναι παρά το είδωλό σου που σε κοιτάζει να το κοιτάζεις.

Οι καθρέφτες σε ψυχαναγκάζουν με τρόπο που δεν σε ψυχαναγκάζει το είδωλό σου σε μια οθόνη όταν σε τραβάει κάμερα: σε αυτή την περίπτωση, αν κοιτάζεις τον φακό, δεν βλέπεις το είδωλό σου στην οθόνη, τουλάχιστον δεν το αντικρύζεις κατάματα· εάν πάλι κοιτάζεις την οθόνη, βλέπεις το βλέμμα σου να κοιτάζει αλλού, αφού δεν αντικρύζει τον φακό.

Με τους καθρέφτες (και με την νόσο που τους μοιάζει) δεν διαπραγματεύεσαι. Δεν κάθεσαι να εξετάσεις προσεκτικά το είδωλο που σου προσφέρουν για να μάθεις κάτι για τον εαυτό σου ή για να καρτερείς να αλλάξει κάπως ο φωτισμός, ώστε να σου αποκαλύψει κάτι καινούργιο με τις νέες σκιές. Είδωλο είναι, πρόκειται απλώς για φως. Άρα λοιπόν αποστρέφεις το βλέμμα, αναγνωρίζεις ότι βάθος δεν έχει ο καθρέφτης, σηκώνεσαι και βγαίνεις έξω. Βγαίνεις έξω, εκεί όπου οι γραμμές φυγής συναντιούνται κάπου στον πραγματικό χώρο, όχι μέσα στον πλασματικό πάτο κάποιου καθρέφτη, στην στιλπνή επιδερμίδα του. Βγαίνεις έξω.

GatheRate

Τρίτη, 21 Απριλίου 2015

Αθηναίοι


Γνωστή η δημηγορία των Κορινθίων στον Θουκυδίδη (εδώ με μετάφραση): οι Κορίνθιοι προσπαθούν να πείσουνε τους Λακεδαιμονίους ότι οι Αθηναίοι είναι σκυλιά ιμπεριαλιστικά κι ανήσυχα, ότι δεν έχουνε σταματημό και ησυχία και μόνο με πόλεμο θα μαζευτούν. Η περιγραφή της αθηναϊκής πολιτικής ως συλλογικού χαρακτήρα των Αθηναίων όντως αποτελεί μια από τις ποιητικότερες περιγραφές της ιμπεριαλιστικής νοοτροπίας, και δη ως "εθνικού χαρακτήρα", περιγραφή που δεν συνυπολογίζει καθόλου κοινωνικές και πολιτικές παραμέτρους παρά αντιμετωπίζει την αθηναϊκή πολιτεία σαν δυναμικό τολμητία.

Δύο από τα αγαπημένα μου αποσπάσματα:
καὶ παρὰ δύναμιν τολμηταὶ καὶ παρὰ γνώμην κινδυνευταὶ καὶ ἐν τοῖς δεινοῖς εὐέλπιδες
και
ἃ μὲν ἂν ἐπινοήσαντες μὴ ἐπεξέλθωσιν, οἰκείων στέρεσθαι ἡγοῦνται, ἃ δ᾽ ἂν ἐπελθόντες κτήσωνται, ὀλίγα πρὸς τὰ μέλλοντα τυχεῖν πράξαντες. ἢν δ᾽ ἄρα του καὶ πείρᾳ σφαλῶσιν, ἀντελπίσαντες ἄλλα ἐπλήρωσαν τὴν χρείαν: μόνοι γὰρ ἔχουσί τε ὁμοίως καὶ ἐλπίζουσιν ἃ ἂν ἐπινοήσωσι διὰ τὸ ταχεῖαν τὴν ἐπιχείρησιν ποιεῖσθαι ὧν ἂν γνῶσιν.
Βεβαίως, αυτά τα αποσπάσματα, απανθίσματα ψυχολογικοποίησης της πολιτικής συμπεριφοράς, με άγγιξαν ως μαθητή Λυκείου για εντελώς διαφορετικό λόγο: στο δεύτερο έβλεπα μια ακριβέστατη περιγραφή της ιδιοσυγκρασίας μου. Στο πρώτο, βεβαίως, το άπιαστο (;) ιδανικό μου.

GatheRate

Δευτέρα, 20 Απριλίου 2015

Θερισμός στη θάλασσα


"Βγήκε καλός ο τραχανάς" ενημερώνω. Παίρνω το ποτήρι στα χέρια μου. Σβήνω το φως. Τα μάτια μου γεμίζουνε πνιγμένους.

Κάτι Αμερικάνοι μετά το 1989 ακκίζονταν ότι το Ντάλας και η Δυναστεία κατεδάφισαν τον Υπαρκτό. Πόσοι στη Δύση ζούσανε το Ντάλας και τη Δυναστεία; Δεν είχε σημασία, σημασία έχει ότι στη Δύση μπορούσες να ζήσεις το Ντάλας και τη Δυναστεία.

Βεβαίως, σιγά σιγά οι Ανατολικοευρωπαίοι εμπέδωσαν ότι δεν θα ζούσανε το Ντάλας και τη Δυναστεία με τίποτα. Εκτός από κάτι μιαρά πλούσιους Ρώσους ολιγάρχες, μια δράκα αποκτηνωμένοι χυδαίοι.

Όποιος όμως σπέρνει Ντάλας και Δυναστεία, θερίζει μετανάστες. Τους θερίζει μεταφορικά, τους κάνει συγκομιδή: αν δεν μπορώ να ζήσω το Ντάλας και τη Δυναστεία στο Πόζναν, στην Οστράβα και στο Ιάσι, θα πάω να το ζήσω στη Δύση, που μας χάρισε το Ντάλας και τη Δυναστεία και τους Σκόρπιονς του Ανέμου της Αλλαγής. Θα κάνει συγκομιδή και ακόμα λιγότερο επιθυμητών μεταναστών, πέρα από την θάλασσα, που δεν έχουνε δει το Ντάλας και τη Δυναστεία, όμως έχουν ακούσει για έναν Πρώτο Κόσμο που βομβαρδίζει και σφάζει και ξεζουμίζει τον δικό τους αλλά όπου -- αν φτάσεις εκεί -- μπορείς να δουλέψεις και να ζήσεις και να στείλεις τα απρόσωπα και όλο άδειες οικοδομές χαρτονομίσματά του στην πατρίδα

Όποιος όμως σπέρνει Ντάλας και Δυναστεία, θερίζει μετανάστες. Τους θερίζει κυριολεκτικά και βγαίνουν στον αφρό της δικής μας θάλασσας, πεσμένοι μπρούμυτα όπως τα στάχυα στο χωράφι.

Δεν συνθλίβει ο Θεός τα παιδάκια στους σεισμούς, παρά ο μηχανικός κι ο εργολάβος.
Δεν πνίγει ο Θεός τους γέροντες στις πλημμύρες, παρά ο πολεοδόμος που ζύγισε το κόστος των αντιπλημμυρικών και το βρήκε ασύμφορο.
Δεν εξανδραποδίζει χιλιάδες γυναίκες η λαγνεία, παρά ο πουριτανός νομοθέτης που δεν θέλει να ανοίγει τέτοια θέματα.
Δεν δολοφονούν μαζικά τους πρόσφυγες οι δουλεμποροι κι η τραμουντάνα, αλλά τα κλειστά σύνορα του πολιτισμένου κόσμου που ρημάζει τις πατρίδες τους.

GatheRate

Κυριακή, 19 Απριλίου 2015

Τυχεροί πρόσφυγες


Το 2006 έγραψα αυτό με αφορμή τους Αλβανούς που βούλιαζαν μαζί με τα σαπιοκάραβα που βύθιζαν οι ιταλικές αρχές:
Είμαστε όλοι μας δυνάμει εξαθλιωμένοι: τη μια μικρασιάτες γαιοκτήμονες, την άλλη αποπατώντας στην αυλή του Κερατσινίου, τη μια αστοί στη Σμύρνη, στο Βαρώσι, στη Σαλονίκη, στο Σεράγεβο που τρέχουν από χοροεσπερίδα σε τσάι, την άλλη (κρέας στην ξιφολόγχη του κάθε φαντάρου ή, αν είμαστε τυχεροί,) ξεβράκωτοι βρωμιάρηδες, τη μια οικογενειάρχης οδοντίατρος στη Σταυρούπολη, την άλλη αποκλειστική στο Λαϊκό, τη μια αγροτόπαιδο στο Μπεράτι, την άλλη πορτοφολάς στην Τσιμισκή. Και τα λοιπά.
Για το έγκλημα διαρκείας που διαπράττεται χρόνια στην φιλόξενη μα υπερτροφική τάφρο του Φρουρίου Ευρώπη, έξω από τις Τζιμπεράλντες, τις Λαμπεντούζες και τα Φαρμακονήσια, για την εγκληματική αναλγησία των πλειοψηφιών μέσα στις ευρωπαϊκές χώρες, μόνο μια ιστορία έχω να πω. Εύκολη και με καλό τέλος, όμως αληθινή.

Η Οικογένεια είναι μία από τις πολύ μεγάλες οικογένειες του Λιβάνου. Όταν λέω "μεγάλη" εννοώ ότι έχει κυβερνήσει τον τόπο επανειλημμένα, ότι είναι λήμμα εγκυκλοπαιδειών, ότι πάει πίσω τουλάχιστον 500 χρόνια η γενεαλογία της, ότι ισχυρίζονται πως κατάγονται από τον Προφήτη και, όπως οι περισσότεροι Μαρωνίτες ακκίζονται, από τους Φοίνικες. Η Οικογένεια έχει και μουσουλμανικό και χριστιανικό κλάδο. Γόνος του χριστιανικού κλάδου ήταν ο Εμίρης, ένας άνθρωπος ευγενής και γαλαντόμος και, ως χριστιανός λιβανέζος αριστοκράτης, εντελώς γαλλοθρεμμένος. Διπλωμάτης του Λιβάνου, πέρασε από την Αθήνα, γνώρισε ένα κορίτσι, το παντρεύτηκε. Εγκαταστάθηκαν αργότερα στην πατρώα Βυρητό με τα παιδιά τους και ζούσαν την πλούσια ζωή των μεσανατολικών ελίτ της δεκαετίας του '70. Δεν χρειάζεται να δώσω περιττές λεπτομέρειες, για χοροεσπερίδες και δεξιώσεις και ταξίδια αναψυχής και πολυτελή σπίτια, απλώς να πω ένα: αν και δίγλωσσος ο Εμίρης, τα παιδιά του ξέρουν ελάχιστα αραβικά, αφού παντού στη Βυρητό των πολύ πλούσιων πορεύονταν με γαλλικά και τα ελληνικά της maman.

Το 1975 τα πράγματα δεν πήγαιναν καθόλου καλά. Ένα μεσημέρι επέστρεφαν οικογενειακώς στο σπίτι με το αυτοκίνητο μετά τα σχολεία. Ο δρούζος κηπουρός τούς σταμάτησε στην είσοδο. Ήταν αλλοπαρμένος και πανικόβλητος. Προσφώνησε τον Εμίρη πατρικά, όπως ποτέ πριν, και είπε: "Φύγετε, πηγαίνετε στο αεροδρόμιο τώρα! Θα σας σκοτώσουν." Ο Εμίρης ήξερε ότι θα ξεκίναγε πόλεμος, του είπε ψύχραιμα να μην ανησυχεί, ότι δεν έχει καμμία ανάμιξη ό ίδιος σε όσα γίνονται -- δεν είναι Τζεμαγιέλ. Ο κηπουρός ύψωσε τη φωνή ότι ξέρει, ότι άκουσε, ότι του είπαν, ότι όλοι οι μεγαλομαρωνίτες είναι στόχοι. Το ξέρει. Να φύγουν. Ο Εμίρης ανησύχησε και τον βεβαίωσε ότι θα μάζευαν τρεις-τέσσερις βαλίτσες και θα πήγαιναν στο αεροδρόμιο το βράδυ. Ο κηπουρός άρχισε να ουρλιάζει να φύγουνε τώρα, ότι έρχονται τώρα. Ο Εμίρης τον άκουσε, άφησε τη μηχανή του αμαξιού αναμμένη, μπήκε στο σπίτι βιαστικά και πήρε μόνο λεφτά και διαβατήρια. Μέχρι να γυρίσει στην πύλη, ο κηπουρός είχε εξαφανιστεί.

"Και αυτός είναι ο λόγος που γλύτωσαν, άλλωστε μετά κόπηκαν οι πτήσεις", μου έλεγε η φίλη μου κόρη του, που εκείνη την εποχή σπούδαζε στην Ελλάδα. "Είχαν απομακρυνθεί μόλις 200 με 300 μέτρα από το σπίτι κι άρχισε να βρέχει οβίδες και να σείεται ο κόσμος από εκρήξεις. Η maman ισχυρίστηκε ότι είδε μερικές να πέφτουνε στο σπίτι μας, ποιος ξέρει."

Έφτασαν στην Ελλάδα χωρίς αποσκευές, με ένα μασούρι δολάρια και δυο διαβατήρια. Στάθηκαν πάρα πολύ τυχεροί που υπήρχε η οικογένεια της maman στην Αθήνα, η οποία άλλωστε είχε ήδη φροντίσει για τη φιλοξενία της φίλης μου, που τότε ήταν φοιτήτρια. Έξω από την οικογένεια της maman, ήτανε για όλους και παντού οι "Λιβανέζοι". Πρόσφυγες.

Τουλάχιστον τους αναγνώριζαν την προσφυγιά. Και βρέθηκε και μια άκρη για τον Λιβανέζο, ξέρουνε καλά γαλλικά αυτοί.

GatheRate

Πέμπτη, 16 Απριλίου 2015

Νέοι Κόσμοι

Καθένας από εμάς θα ζήσει τις ίδιες εμπειρίες εντελώς διαφορετικά. Κι αυτό συνοψίζει την ανθρώπινη κατάσταση (μια άλλη οπτική στο τέλος αυτουνού).

Καθένας από εμάς θα ζήσει με κάποιον τρόπο λοιπόν τη χρησιμοτητα της ανταρσίας και θα γευτεί την αναγκαιότητα της αποστασίας. Ταυτόχρονα, είτε το παραδέχεται είτε όχι, θα αισθανθεί τη χαρά και την παρηγοριά, ακόμα και τη θαλπωρή, που προσφέρει η κουλτούρα μας, το σπίτι μας.

Η παρηγοριά χωρίς αποστασία είναι παραμυθία που γίνεται παραμύθα και εγκλωβισμός στην ψευτιά.

Η ανταρσία χωρίς την θαλπωρή είναι αχανής μοναξιά όλο βουητό.

GatheRate