Κυριακή, 23 Αυγούστου 2015

Ένα προηγούμενο ευρωπαϊκό όραμα


Υπάρχει ένα προηγούμενο της ΕΕ του 21ου αιώνα. Είναι η Αυστροουγγαρία μετά τη Συνεννόηση (Αusgleich) του 1867 μέχρι και τον διαμελισμό της το 1918.

Η Αυστροουγγαρία ήταν μια πολυεθνική δίδυμη μοναρχία. Σκοπός του συμβιβασμού που μετέτρεψε την αυστριακή αυτοκρατορία στην κατά Μούζιλ Κακανία ήταν να ικανοποιηθούν οι διάφορες εθνότητες διατηρώντας την ενότητα της δίδυμης μοναρχίας, ώστε να μην οδηγηθούμε σε χάος και κατακερματισμό. Άλλωστε οι Ούγγροι είχαν εξεγερθεί το 1848 και το είχανε σκοπό και πολλοί άλλοι. Κάτι πρέπει να μας θυμίζουν αυτά.

Γενικότερα, το Ausgleich αποσκοπούσε στο να να ανακοπούν οι εθνικισμοί, ιδίως οι επικίνδυνοι νοτιοσλαβικοί, να προστατεθούν οι πανταχού γερμανικές μειονότητες και να ανακοπεί ο ρωσικός επεκτατισμός που ήδη είχε φάει τη μισή Πολωνία. Κι αυτό με τη Ρωσία θυμίζει πολύ τη δεκαετία του '10 του 21ου αιώνα. Τέλος, οι Γερμανοί, που οι Αυστριακοί ακόμα θεωρούν τσομπαναραίους, δεν ήταν φίλοι της Αυστροουγγαρίας.

Έτσι λοιπόν, ενώ στην Αυστρία επίσημη γλώσσα ήτανε τα γερμανικά και στη (μεγάλη) Ουγγαρία τα ουγγρικά, όλες οι γλώσσες της Αυστροουγγαρίας χρησιμοποιούνταν τοπικά. Στη Βουλή μπορούσε ο καθένας να μιλάει στη γλώσσα του. Το χρήμα κι αυτό πολύγλωσσο.

Βεβαίως, στο σχολείο μάθαμε ότι η Αυστροουγγαρία ήτανε λείψανο της φεουδαρχίας και "φυλακή των λαών". Αξίζει ωστόσο να σκεφτεί κανείς ότι όλοι οι αντίπαλοί της στον Μεγάλο Πόλεμο ήτανε αποικιοκράτες (και οι Ρώσοι, βεβαίως, απλώς από τη Σιβηρία δεν τους χώριζε ωκεανός) και στυγνοί ιμπεριαλιστές: οι ΗΠΑ είχανε κανονίσει Μεξικό, Φιλιππίνες και Κούβα με σκληρότητα μεθοδικότατη, ενώ βεβαώς είχαν αποικίσει τη μισή βόρεια Αμερική με το πρόσχημα ότι ήταν "άδεια" (ως συνήθως: όπως η Σιβηρία για τους Ρώσους, η Παταγονία για τους Αργεντίνους ή κι η Παλαιστίνη για το Ισραήλ...).

Αν έμοιαζε σε κάτι η Αυστροουγγαρία με την ΕΕ του 21ου ή και τους τότε εχθρούς της ήτανε το χάσμα μεταξύ συμβολικού και πραγματικού. Επιπλέον, όπως και στην ΕΕ μας, οι λαοί της δίδυμης μοναρχίας ήταν ισότιμοι (αλλά παντού υπήρχαν χαφιέδες και σπιούνοι), οι Εβραίοι τυπικά χειραφετημένοι (αρκεί να μην προκαλούσαν), υπήρχε μια (ας πούμε) ομοσπονδιακή Βουλή χωρίς πολλές εξουσίες, την οποία μάλιστα έκλεισε δις ο Αυτοκράτωρ (της Αυστρίας) και Βασιλεύς (της Ουγγαρίας) για λόγους εθνικού συμφέροντος. Η ρητορική ήταν ενωτική κι αντιεθνικιστική και τα ιδεώδη υψηλότατα: πολλοί πίστευαν ότι μια μέρα, μάλλον μετά τον δυσκοίλιο Φραγκισκο Ιωσήφ, η δίδυμη μοναρχία θα εξελισσόταν σε μια πραγματική ομοσπονδία των λαών της. Οι αυστρομαρξιστές, όπως μου έλεγε ο Ρακάσα, εργάζονταν μάλιστα προς αυτή την κατεύθυνση. Δεν τα κατάφεραν στο τέλος.

Όπως και η ΕΕ, συνταίριαζε αντιδραστικότητα κι οπισθοδρόμηση στις πολιτικές με ρητορική και προσπάθειες για συνύπαρξη, συνεννόηση και ανεκτικότητα. Το έδαφός της πάλαι αδιαίρετης και αχώριστης σήμερα είναι μοιρασμένο σε 11 (αν μέτρησα σωστά) κράτη, κάποια από τα οποία είναι πιο αντιδραστικά από τη δίδυμη μοναρχία.

Δεν έγραψα το κείμενο αυτό για να παινέψω ή για να αναθεωρήσω την εικόνα μας για την Αυστροουγγαρία παρά για να υπενθυμίσω ότι πατερναλιστικοί και γραφειοκρατούμενοι άνωθεν καταβαίνοντες σχηματισμοί (όπως λ.χ. και η ΕΣΣΔ) μεγαλουργούν συμβολικά και ρητορικά υποσχόμενοι ενότητα κι ισοτιμία αλλά στο τέλος καταλήγουν να ηγεμονεύονται από τον μεγάλο παίκτη.

GatheRate

Τρίτη, 18 Αυγούστου 2015

Στα γόνατα



Ας μιλήσουμε λίγο για το να πέφτεις στα γόνατα και να γονατίζεις.

Θα πέσουμε γονατιστοί μπροστά στη γυναίκα ή μπροστά στον άντρα χάριν ευκολίας και απόλαυσης, γιατί μας καυλώνει ή γιατί θέλουμε να κάνουμε χατήρι ερωτικό. Θα ανταποκριθεί μια γυναίκα ή ένας άντρας στην προτροπή "στα τέσσερα", ή κάποια αντίστοιχη, γιατί αυτό θέλουν και οι δύο (ή όσοι είναι τέλος πάντων). Όλα όσα κάνουμε στην ερωτοπραξία ως συναινούντες ενήλικοι είναι πράξεις ιμερικές, του άγριου παιχνιδιού του πόθου και της ηδονής, της μεγάλης (συνήθως) χαράς της ζωής. Προφανή και στοιχειώδη αυτά, δεν αξίζει να γράφονται καν πια. Δεν θα έπρεπε.

Βεβαίως, ζούμε σε έναν κόσμο που είναι αυτός που είναι. Κι αυτό χιλιοαναλυμένο. Σ' αυτόν τον κόσμο η αναφορά σε όλες ανεξαιρέτως τις ιμερικές πρακτικές και ερωτικές στάσεις ή μέθοδους χρησιμοποιείται ως μεταφορά εξουσίας, υποταγής, τιμωρίας, επιβολής, καταστολής, βλάβης ή -- βεβαίως -- ως μετωνυμία του βιασμού. Όλες: γαμήσαμε, μαλακίζεστε, τον πήρε, έστησες κώλο, μας παίρνετε τσιμπούκι, γαμιούνται, φα' το μουνί μου -- και ούτω καθεξής. Κακώς. Προφανές και στοιχειώδες και αυτό, δεν αξίζει να γράφεται καν πια. Δεν θα έπρεπε.

Αυτό το στοιχειώδες και προφανές, λοιπόν: καμμία στάση μεταξύ συναινούντων ενηλίκων που ερωτοπραγούν ή ερωτοτροπούν δεν σημαίνει τίποτα, δεν έχει κάποιο "νόημα" και δεν κουβαλάει κανένα πολιτικό ή άλλο φορτίο.

Πάμε παρακάτω.

Στη δημόσια σφαίρα, η γονυκλισία και -- περισσότερο -- το να προχωρείς γονυπετής είναι απεναντίας δείγμα εξευτελισμού ή έστω αναγνώριση υποταγής και εξανδραποδισμού από μια αυθεντία, συνήθως από αυθεντία θανάτου όπως ο δυνάστης, ο νόμος, ο κατακτητής, ο θεός. Θυμάμαι από το σχολείο κάπου ότι οι Έλληνες κατά τον Ηρόδοτο είναι περήφανοι γιατί προσεύχονται όρθιοι. Θυμάμαι μη πειστικές εξηγήσεις γιατί κάποιοι κάνουν εδαφιαίες μετάνοιες όταν εκκλησιάζονται. Θυμάμαι την απορία μου γιατί να γονατίζει κάποιος μπροστά σε κληρονομικό μονάρχη ώστε να χρισθεί ιππότης του τάγματος της καλτσοδέτας ("περικνημίδας").

Δεν απόρησα ποτέ όμως γιατί άνθρωποι απελπισμένοι από γιατρούς, είτε γιατί δεν είχανε να πληρώσουν τους κατάλληλους γιατρούς είτε γιατί δεν υπήρχε γιατρός να τους γλυτώσει, γονάτιζαν μπροστά σε λείψανα κι εικονίσματα ή έβαζαν αλλεπάλληλες εδαφιαίες μετάνοιες κι ανέβαιναν την ανηφόρα της Τήνου γονυπετείς. Δεν απόρησα γιατί γονάτιζαν μπροστά σε χυδαίους ανθρώπους που έφεραν το σκοτεινό σχήμα του κληρικού ή του μοναχού, μόνον και μόνο γιατί εκείνοι κράταγαν στο χέρι κάποιο λείψανο, φυλαχτό ή -- στην καλύτερη περίπτωση -- αρτοφόριο ή δισκοπότηρο. Δεν απορούσα μικρός για τον λόγο που είναι γραμμένος στον τάφο του ψυχάκια τυράννου Κρόμγουελ: Christ, no man, is King. Όσο μεγάλωνα εξακολουθούσα όμως να μην απορώ γιατί γνώριζα καλά, και μάθαινα ξανά και ξανά, τι σημαίνει να σε σφίγγει η μέγγενη της αρθρίτιδας συνεπικουρούμενη από την οστεοπόρωση, πόσο πόνο φαίνεται να μπορεί να προκαλέσει ο καρκίνος ή και οι απλές πετρούλες στα νεφρά, έμαθα για τη φριχτή μοίρα να χάνεις παιδιά και για τις προθεσμίες των γιατρών για τη ζωή σου που θα σβήσει -- και δεν θα σβήσει απότομα, παρά μέσα σε πόνο και ανημπόρια εξευτελιστική -- σε μήνες ή, άντε, χρόνια. Και, λυπάμαι, αλλά τότε γονατίζεις. Αλήθεια λυπάμαι. Αλλά δεν παριστάνω ότι δεν ξέρω.

Οπότε, και το λέω ως ευχή και όχι ως μεταφορά τιμωρίας ή βλάβης, όσοι επίμονα ξινίζετε με την ανθρώπινη απελπισία που σε σπρώχνει να γονατίσεις όχι μπροστά σε πηγές ηδονής και χαράς αλλά μπροστά σε θεότητες κι αγίους τους οποίους με το στανιό σε βάζουν ο θάνατος κι ο πόνος να πιστέψεις, ε, άντε γαμηθείτε.

GatheRate

Κυριακή, 9 Αυγούστου 2015

Οι Μικροί Απόλογοι


I.
Υπάρχει κάτι που δεν είναι αυτό που νομίζεις. Υπάρχει κάτι κρυμμένο από τη ματιά σου και που μισοφανερώνεται σε άλλους σαν τη στρεβλή αντανάκλαση παγόβουνου που διαθλασμένη καθρεφτίζεται ανάποδα στην επιφάνειά σου. Υπάρχει κάτι άλλο που λέγεται "κατά βάθος" και είναι εσύ και εσύ είσαι αυτό το "κατά βάθος", αυτό είσαι εσύ και όχι όσα λες πως νομίζεις ότι είσαι.

Αλλά οι άνθρωποι δεν είμαστε παγόβουνα υποκύανου πάγου να πλέουμε σιωπηλά μέχρι να μας καταπιεί γλύφοντάς μας το αλμυρό νερό, να αστράφτουμε σαν πλωτά νησιά άλατος στον ήλιο. Είμαστε κάτι άλλο. Είμαστε καλειδοσκοπικά και πολύεδρα κρύσταλλα που μετεωρίζονται στον αιθέρα, μέχρι να μας κάνει θρύψαλα ο κάθε θάνατος, η βολίδα που θα έρθει λαμπρή από το νεκρό και αχανές διάστημα με τη στιγμιαία φλόγα της. Κι αυτό που φαίνεται, η επιφάνεια, είναι αυτή που είναι γιατί το βάθος μας είναι έτσι και όχι αλλιώς. Γιατί η γωνία μεταξύ των επιφανειών μας και η γωνία πρόσπτωσης του φωτός μάς φωτίζει από μέσα προς τα έξω και μας ερμηνεύει από έξω προς τα μέσα. Κι είμαστε τα καλειδοσκόπια που είμαστε τότε και όχι πριν (και μάλλον όχι μετά), τα πολύεδρα κρύσταλλα που μετεωρίζονται στον αιθέρα. Κρύσταλλα που οι όψεις τους μοιάζουν απ΄' έξω σαν μια ασύμμετρη επιφάνεια όλο ιριδισμούς και χρώματα φευγαλέα.

ΙΙ.
Η πιο γνήσια πηγή της πολιτικής είναι η αγωνία για ζωή, η ενσυναισθητική ανάγκη να μην παραμένει η ζωή και η χαρά της ζωής κτήμα λίγων. Από αυτήν την άποψη, το pursuit of happiness της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας των ΗΠΑ συμπυκνώνει μια αλήθεια που ξεπερνάει τις τελικά μίζερες προθέσεις των συντακτών της.

III.
Το 2010 ήρθε πριν το 2001: όταν ήμουν δέκα χρονών, μια φίλη της μάνας μου μου έφερε δώρο το 2010 του Άρθουρ Κλαρκ. Το διάβασα λίγο μετά. Θυμάμαι ότι μου έκαναν εντύπωση τρία πράγματα: η τροχιακή πυρηνική κεφαλή του Βατικανού (όπως σας το λέω), ότι ο Δίας μετατρέπεται σε έναν μικρό ήλιο στο τέλος του βιβλίου με το όνομα Εωσφόρος και το σημείο Λαγκράνζ.

Το σημείο Λαγκράνζ είναι το σημείο μεταξύ δύο μεγάλων σωμάτων όπου η βαρύτητά τους αλληλοεξουδετερώνεται. Ένα τρίτο και πολύ μικρότερο σώμα που βρίσκεται σε σημείο Λαγκράνζ είναι δεμένο σε σταθερή τροχιά σε σχέση με τα δύο μεγάλα σώματα. Το σημείο Λαγκράνζ δεν είναι διαλεκτικό, είναι κάτι πέρα και από τη διαλεκτική.

IV.
Το νόημα του κουλ σχεδόν ανάγεται εξολοκλήρου στην αγωνία για πρωτοτυπία. Και μάλιστα για πρωτοτυπία ουσίας, που δεν υπάρχει, αφού τα όρια της ανθρώπινας εμπειρίας είναι περιγεγραμμένα από την ανθρώπινη φύση (περιγεγραμμένα, όχι περιορισμένα). Το κουλ θέλει να μας πείσει ότι φέρνει το καινούργιο καινούργιο, το "ολοκαίνουργιο", είτε πρόκειται για τατουαζοθύελλα που σε κάνει σαν εμπριμέ ταπετσαρία, είτε για παντελόνια καμπάνα, είτε για μαύρα κραγιόν.

Από αυτή την άποψη, το μόνο πραγματικά κουλ είναι ό,τι προέρχεται από τεχνικά και τεχνολογικά επιτεύγματα, εκεί ακριβώς όπου δημιουργούνται εκ του μηδενός καινούργια πράγματα: το πρώτο σπίτι με στέγη ή ο σιδηρόδρομος ήτανε κουλ, το ραδιόφωνο, το νάυλον και το αεροπορικό ταξίδι επίσης. Και αυτά για όσο είναι πραγματικά καινούργια. Πάντως τα ντυσίματα, τα μουσικά στυλ, οι συμπεριφορές (ιδίως αυτές!) ποτέ δεν θα μπορέσουν να είναι αληθινά κουλ, μόνο μόδες.

V.
Η μακροημέρευση και δημοφιλία κάποιων ψυχαναλυτικών προσεγγίσεων οφείλεται στο ότι τελικά οτιδήποτε μπορεί να εκληφθεί ως σεξουαλικό υπονοούμενο.

VI.
Είναι τέχνη να μην νομίζεις ότι έχεις πάντα δίκιο. Όχι αρετή, τέχνη. Πρέπει πρώτα να κατανοήσεις ότι η απόλυτη συνέπεια υπάρχει μόνο στο έργο σκοτεινών Γερμανών ή, έστω, ότι επιτυγχάνεται με τεράστιο κόστος: το κόστος αυτό είναι η αποκόλληση από την εμπειρία, αποκόλληση όχι ως αφαίρεση (γιατί καμμιά ερμηνεία δεν εινα εφικτή χωρίς αφαίρεση), παρά ως εγκλωβισμός στο κομψό και συνεπές σύστημα που έχεις χτίσει. Δεύτερον, πρέπει να κοιτάζεις λίγο τα πράγματα από τη σκοπιά που δεν είναι η δική σου (όχι απαραίτητα από την "αντίθετη" σκοπιά: μανιχαϊστικές αντιθέσεις υπάρχουν κυρίως στην ανθρώπινη νόηση και όχι παραέξω), αλλά με ειλικρίνεια: πρέπει να μπορείς να μπεις ολόψυχα στην άλλη σκοπιά, όχι να το κάνεις κουτσά-στραβά για να την απορρίψεις εν είδει αχυρανθρώπου. Τρίτον, μπορεί να είσαι μάγκας, αλλά το σύμπαν είναι πιο μαγκίτικο από εσένα -- στάνταρ.

Αυτά τα λέει άνθρωπος που δημοσίευσε το 2005 κατα της θεωρίας Α, την οποία χρησιμοποίησε το 2011 σε άλλη δημοσίευση για να ερμηνεύσει παρόμοια δεδομένα, οπότε ίσως να μεροληπτώ.

VII.
The intensity of the human gaze is the result of the intentionality behind it, of the human ability to entertain possible worlds.

VIII.
Ας πούμε ότι στον Α και στον Β αρέσει ο μπακλαβάς. Ο Α θεωρεί αυτήν την προτίμηση ζήτημα αρχής και επιλογής. Ο Β τη θεωρεί ένα άθροισμα στιγμών αδυναμίας και αποτέλεσμα παρορμήσεων (κατά προτίμηση "ζωωδών"). Μαντέψτε ποιος από τους δύο είναι ο πατερναλιστής, ποιος από τους δύο θα κουνήσει το δάχτυλο σε ποιον.

IX.
Στις ξένες πόλεις που πάω αν δω κάποιον να στέκεται στο μπαλκόνι ή κοντά στο παράθυρο πάντοτε αναρωτιέμαι τι ζωή κάνει. Η επινόηση του παράθυρου, αυτού του κενού χώρου που αποτελεί όριο μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού, είναι ίσως η μεγαλύτερη επινόηση της αρχιτεκτονικής. Επίσης, το παράθυρο επιτρέπει να εποπτεύεις το δημόσιο μέσα από το ιδιωτικό (όπως όλοι ξέρουμε) αλλά και να μετατρέψεις το ιδιωτικό σε κάδρο για δημόσια θέα, όπως π.χ. στις ολλανδικές πόλεις.

X.
Απροειδοποίητα καμμιά φορά ξαναθυμάμαι αυτά που φοβόμουν παλιά. Αισθάνομαι απορία αλλά και το αντίστροφο της νοσταλγίας, το συναίσθημα που ίσως λέγεται "στoν αγύριστο".

XI.
Φιμωμένος, ο απείραχτος λαός, ο άκοπος και ακάθαρτος, ο αρτιμελής και ατελής. Περιτμημένος, ο περιούσιος λαός, κομμένος και καθαρός, κολοβός αλλά τέλειος.

Οι απερίτμητοι αισθανόμαστε περισσότερη απόλαυση γιατί δεν είναι εκτεθειμένο το κεφάλι μας που δεν σκέφτεται, άρα δεν αναισθητοποιείται από την καθημερινή και άχαρη τριβή με εσώρουχα. Οι περιτμημένοι διαρκούνε περισσότερο, άρα προσφέρουν περισσότερη απόλαυση, ακριβώς γιατί είναι εκτεθειμένο το κεφάλι τους που δεν σκέφτεται στην καθημερινή και άχαρη τριβή με εσώρουχα και δεν ειναι υπερευαίσθητο. Ένας τρίτος θα έλεγε ότι οι εφευρέτες της περιτομής ανά τον κόσμο (νομάδες της ξεραΐλας και νομάδες των δασών) δεν φόραγαν εσώρουχα εφαρμοστά με λάστιχο. Εγώ λέω ότι η θρησκεία και ο πολιτισμός μας νομιμοποιούνται να καμαρώνουν για το αν ακρωτηριάζουν ή όχι ένα πετσάκι εμβαδού ενός με δύο τετραγωνικά εκατοστά, αρκεί να είναι αρσενικό πετσάκι. Ιστορίες για τον πούτσο, που λέμε.

XII.
Γιατί έλεος και φόβος; Γιατί όχι φόβος και ελπίς; ή ίμερος και πόθος; ή, έστω, δοκιμή και πλάνη ή έρως και θάνατος; Γιατί έλεος και φόβος; Μάλλον γιατί είναι τα μόνα πάθη που μπορούν να γίνουν μέσο για κάθαρση (που είναι μια ήπια μορφή ψυχοκατακλυσμικής θεραπείας).

XIII.
Όταν ήμουν παιδί η πληροφορία ήτανε σπάνια και δυσεύρετη. Οι εγκυκλοπαίδειες ήταν ακριβές και σπάνιες και διαφημίζονταν επειδή τάχα περιείχαν "γνώση", στην πραγματικότητα περιείχαν πληροφορίες. Επίσης, αντέγραφαν η μία την άλλη και όλες μαζί την Britannica -- μέχρι που βγήκε η Πάπυρος-Larousse-Britannica και μας το είπε ανοιχτά· εγώ τη σνόμπαρα γιατί ήμουν της Δομής.

Όταν ήμουν φοιτητης βγήκε η Encarta. Ο ενθουσιασμός μου ήταν απερίγραπτος όταν την πρωτοδούλεψα, στον υπολογιστή ενός φίλου: μπορούσες να δεις βιντεάκια (των πέντε δευτερολέπτων), να ζουμάρεις σε χάρτη, να ψάξεις λήμματα και να ακούσεις τον ήχο του αγγλικού κόρνου και να τον συγκρίνεις με του φαγκότου -- και τέτοια πολλά. Ο ενθουσιασμός ακολουθήθηκε από τη συνειδητοποίηση ότι η Encarta κόστιζε περίπου όσο και μια πολύτομη εγκυλοπαίδεια (είχανε πια φτηνύνει) και, κυρίως, ότι χρειαζόταν μηχάνημα που πετάει για να τρέξει, πολύ πιο ακριβό από οποιαδήποτε εγκυκλοπαίδεια: το '94 δεν είχα καν υπολογιστή.

Μετά ήρθε το CIA factbook, η wikipedia και άλλα πολλά. Στο τέλος το Google τα αγκάλιασε (χμ) όλα.

GatheRate

Πέμπτη, 6 Αυγούστου 2015

Ο εραστής της Μαρίκας

Δεν μπορώ να την ξεχάσω, σας λέω. Με τίποτα. Πάνε χρόνια. Εγώ δεν μπορώ. Όχι ότι έχω μείνει κολλημένος στη Μαρίκα, όχι βέβαια, έχω κάνει διάφορα έκτοτε, και σχέσεις σοβαρές. Γενικά είμαι των σοβαρών σχέσεων. Αγαπούλης, έτσι λέει ο Παντελής. Άμα το κάνω με γυναίκα πάνω από μία φορά, την ερωτεύομαι επιτόπου, την αγαπάω, ζω γι' αυτήν και πεθαίνω. Ο Παντελής ανησυχεί, με λέει ότι έχω μπλέξει την καψούρα με τα αισθήματα τα μεγάλα, λέει ότι είμαι καψούρης, απλά. Ο Προφέσσορας δεν θέλει να το κουβεντιάζει το ζήτημα αλλά με κοιτάζει κάπως. Κι αυτός ανησυχεί για μένα, έτσι με φαίνεται. Μια φορά με είπε ότι πρέπει να δω κάποιον ειδικό, να το κοιτάξω αυτό και να ζητήσω βοήθεια. Αλλά δεν το είπε σαν μαλάκας (συγγνώμη κιόλας), να με βγάλει ψυχάκια, σαν αδερφός το είπε.

Δεν μπορώ να την ξεχάσω τη Μαρίκα. Ούτε Μαίρη, ούτε Μαρικάκι: Μαρίκα. "Χάχα Μητσοτάκη" με έλεγαν τότε, σκασίλα μου. Πάνε βέβαια και δέκα χρόνια. Ήμουν στα τριαντατρία τότε, "η ηλικία που ολοκληρώνεται ο άνθρωπος". Εκείνη την ώρα στη ζωή μου ήρθε κι η Μαρίκα. Στα τριαντατρία.

Η Μαρίκα ήταν ένα κανονικό κορίτσι, γραμματέας. Ερχότανε στο μαγαζί, τότε δούλευα στα ντελικατέσεν, στα τυριά. Εγώ την εξυπηρετούσα τυπικά, δεν την κοίταγα στα μάτια ή οπουδήποτε αλλού -- τέτοιος είμαι. Την εξυπηρετούσα, τέλος. Αυτό ήταν. Μια φορά με βρήκε μόνο. Την κοίταξα κάπως καλύτερα, με ρώταγε αν έχουμε αρσενικό τυρί Νάξου. Δεν είχα ιδέα τι ήταν αυτό και με τάραξε που μια γυναίκα σαν τη Μαρίκα, με το το μακρύ μαλλί το κορακί, τα μάτια τα έξυπνα, τα ωραία χείλια (σαν μια Αιγύπτια βασίλισσα), τα μικρά στητά βυζάκια (ναι, αυτά κοίταξα, τι να πω) μέσα από εκείνο το μαύρο πουκάμισο με ρώτηξε για "αρσενικό τυρί". Την είπα ότι είχαμε γραβιέρα Νάξου. Χαμογέλασε, είπε ότι δεν είναι το ίδιο, το αρσενικό το φτιάχνουν από γάλα που δεν είναι παστεριωμένο κι έχει "πιο έντονη γεύση", έτσι είπε. Ζαλίστηκα σχεδόν.

Η σχέση μας λοιπόν ξεκίνησε από μια παρεξήγηση: εγώ νόμισα ότι με έκανε καμάκι, εκείνη πιο μετά έλεγε "όχι ρε συ Αντώνη, έτσι θα σε την έπεφτα;". Και γέλαγε. Και της άρεσε που δεν κοίταζα τη γυναίκα εκεί που την κοιτάν οι άλλοι. Εγώ πια όμως έλεγα πως με θέλει. Όταν ξανάρθε, την εξυπηρέτησα καλύτερα: την κοίταγα και στα μάτια πολύ. Μέχρι και να χαμογελάσω κατάφερα. Μετά με έλεγε η Μαρίκα ότι τότε πρόσεξε τα μάτια μου κάτω από το καπέλο, που την αρέσανε, και τους ώμους μου. Γιατί όλες τις προηγούμενες φορές καμπούριαζα σκυμμένος. Την έπιανα και την κουβέντα, για τυριά και τέτοια, τι να κουβεντιάσω. Μια την έλεγα για κάποιο καινούργιο τυρί (που συνήθως δεν το έτρωγε), μια για ελιές. Ένιωθα μαλάκας. Αλλά δεν τα έχω εύκολα κι αυτά. Τουλάχιστον ήξερα ότι θα την δω Δευτέρα και Πέμπτη, καμμιά φορά και Σάββατο. Κάτι ήταν κι αυτό. Το ρεπό το έπαιρνα λοιπόν πάντα μα πάντα Τρίτη ή Παρασκευή, αλλά Παρασκευή ήθελε κι ο Σάκης ο Μακρής, σκαντζάριζα λοιπόν κανα Σάββατο, που εγώ το δούλευα μήπως και έρθει η Μαρίκα για μουρταδέλλα.

Αυτό τράβηξε κανα δίμηνο. Πολλές φορές, άμα ήταν ήσυχα στο μαγαζί, έπαιρνα ανάσα για να βγάλω κανα "θες να βγούμε;". Αλλά η ανάσα δεν έβγαινε. Με τίποτα. Τελικά με λέει η Μαρίκα μια Πέμπτη: "Ανύπαντρος είσαι ή θα πρέπει να κρυβόμαστε;". Παραλίγο να με κόψει δάχτυλα το μαχαίρι. Ναι, αυτό το κυκλικό που γυρίζει, που δεν χαρίζει κάστανα. Εγώ αυτά δεν τα έχω εύκολα, δεν είμαι ετοιμόλογος, δεν είμαι αλάνι. Χαντακώθηκα. Μα δεν γινότανε να χάσω την ευκαιρία: "Ελεύθερο παιδί είμαι." Κοίταξε τη στολή και με είπε: "Ε, βάλε κάτι άλλο το Σάββατο και πάμε πουθενά."

Πήγαμε. Μέχρι να τη δω ένιωθα να πνίγομαι. Θα έμενα στον τόπο. Δεν μπορούσα να περιμένω. Δεν άντεχα. Τρελαινόμουνα. Δεν πέρναγε η ώρα. Σαν να ήμουν 15 χρονών. Μετά αγχώθηκα. Διάλεξα ρούχα. Μετά πλύθηκα. Μετά έβαλα και πορνοταινίες να δω, να είμαι κάπως έτοιμος σαν άντρας, καταλαβαίνετε, όταν με δει. Μετά φοβήθηκα μην έχω ρεύση και τις έκλεισα. Μετά με ξαναέπιασε άγχος. Ίδρωνα. Ξαναέκανα μπάνιο.

Είπαμε, δεν τα έχω εύκολα αυτά. Δεν περίμενα ότι θα γίνουν πολλά πράγματα. Είχα όμως άγχος. Σαν ριζικό με φαινόταν αυτή η γυναίκα. Όσο ήμασταν μαζί στα μπουζούκια έπινα σαν νεροφίδα. Εκεί κατά τις 3 με λέει η Μαρίκα: "Δεν είσαι να οδηγήσεις, μη σκοτωθείς κιόλας". Τι είχαμε κουβεντιάσει 4 ώρες; Δεν θυμάμαι. Δεν μίλαγα πολύ, ούτε εκείνη. Δεν ξέρω. Αλλά με πήγε σπίτι της. Εγώ μέσα στο μεθύσι από τα σίβας (σκέτη μπόμπα, δηλητήρια) κατάλαβα ότι με πάει σπίτι της. Λίγο ανησύχησα, πολύ χάρηκα.

Το σπίτι της ήτανε στη Νέα Ιωνία, "άει μωρή, Ινδιάνα είσαι;" είπα αλλά εκείνη αμέσως γέλασε. Κι εγώ ξαναχαντακώθηκα: τι γάιδαρος. Τώρα γύριζε το κεφάλι μου κανονικά. Ανακατευόμουν. Σαν τώρα το θυμάμαι.

Εγώ πάντως δεν είμαι κανας εκλεκτικός τύπος με γούστα και βίτσια ειδικά. Ό,τι μου προσφέρεται το δέχομαι ευχαρίστως, λέω κι ευχαριστώ. Άμα έρθω στο κέφι με γυναίκα και στη διάθεση, κάνω τα πάντα, καμμιά φορά κι εγώ τα χάνω τι κάνω. Και για να έρθω στο κέφι, να καυλώσω που λέμε, πρέπει να νιώσω ελεύθερος.

Λέω λοιπόν τώρα, ότι εκείνη τη βραδιά και τους επόμενους 11 μήνες πρέπει να ένιωθα πολύ ελεύθερος. Ελευθερία. Και ναι, με τη Μαρίκα όλα τα κάναμε. Κι η καύλα έφτανε μέχρι το μεδούλι μου -- κι αλλιώς δεν μπορώ να το πω. Και μυαλό δεν είχα παρά για να τη βλέπω και να το κάνουμε, κάθε φορά αλλιώς (κι ας μην ήταν πάντοτε αλλιώς). Λεπτομέρειες δεν θα πω. Και πώς δεν έχασα όλα τα δάχτυλά μου στο μαχαίρι, ένας Θεός το ξέρει. Και πήγαμε το καλοκαίρι Αλόνησο και ξεχάσαμε να γυρίσουμε, τόσο όμορφα. Παράδεισος. Παράδεισος.

Και νύχτα βγαίναμε και σπίτι της μέναμε (με είχε χάσει η μάνα μου τότε) και στο φως της μέρας κυκλοφοράγαμε. "Άει ρε μαλάκα πια, με τη ζωντοχήρα" έλεγε ο Παντελής. Ο Προφέσσορας έκλεινε το συνεργείο του, κανονικά όμως, και με κέρναγε τσίπουρα: "Χαίρου", με έλεγε, "χαίρου γιατί αυτή είναι ο κολοφώνας της ζωής σου". Έτσι έλεγε: "χαίρου".

Δεν ένιωθα ότι εγώ κι η Μαρίκα είχαμε σχέση και τέτοια. Αλλά δεν με ένοιαζε και καμμιά άλλη. Μετά, μία ωραία πρωία η Μαρίκα είπε "Αντώνη, χωρίζουμε". Μιλήσαμε, κλάψαμε, φιληθήκαμε. Κλάψαμε πολύ. Αλλά δεν την ξαναείδα. Αυτό ήταν, Τέλος, μαχαίρι. Και το μαχαίρι δεν χαρίζει κάστανα. Ο Παντελής ακόμη αναρωτιέται πού πήγε, τι απέγινε, πώς και δεν ήξερα τίποτε για τη ζωή της για να πάω να την ψάξω μετά: 11 ολόκληρους μήνες ήμασταν μαζί. Τον λέω ότι δεν με ένοιαζε τίποτα από όσα δεν ήθελε να με δώσει, να με πει, να κάνουμε μαζί: γι' αυτό δεν είχα πληροφορίες.

Όχι, δεν την αγάπησα τη Μαρίκα. Ναι, κατέστρεψε για πάντα κάθε τσόντα, την έκανε να μοιάζει κουκλοθέατρο, καραγκιόζης, ψέμα. Όχι, δεν ήμουνα ποτέ πιο ευτυχισμένος, ούτε μίλησα ποτέ τόσο πολύ και για τόσα πολλά με γυναίκα. Και ας μην ήξερα πολλά γι' αυτήν. Κι ας μην ήμουν ερωτευμένος, που λένε. Ξέρω που σου λέω, ρε γέροντα, πάνε δέκα χρόνια, έχει πήξει πια το μυαλό μου. Γι' αυτο σε λέω, άσε το κήρυγμα και τα πνευματικά για γάμους κι αγάπες και δεσμούς αγάπης. Άσε να χαρείς, πάτερ.

(Η εικονογράφηση είναι, βεβαίως, της Apollonia Saintclair.)

GatheRate

Τρίτη, 4 Αυγούστου 2015

Ζώντες ποιητές


Με την ποίηση δεν το 'χω, μου είπαν κάποτε. Συμφωνώ. Δεν μπορώ να γράψω ποίηση και ό,τι άθλια σκαριφήματα είχα σκαρώσει τα έκαψα, ως γνωστόν, στην μπανιέρα του πατρικού μου σπιτιού πριν περίπου είκοσι χρόνια.

Επίσης, έχω ένα πρόβλημα: με δυσκολεύει η ποίηση. Μου προκαλεί συνήθως δυσφορία ή ανυπομονησία ή και τα δύο. Προτιμώ ένα πεζό με μουρμουρητό ρυθμό, ας πούμε. Γι' αυτό και δεν μπορώ να διαβάσω ποίηση μετά τον τρίτο με τέταρτο στίχο, δεν γίνεται να συνεχίσω, ακόμα και αν το ποίημα είναι μόλις 7-8 στίχοι. Εκτός και αν πράξει κάτι το ποίημα, αν με μετατοπίσει από το σημείο όπου βρίσκομαι και κοιτάζω τα πράγματα και τους άλλους κι εμένα. Σε αυτήν την περίπτωση διαβάζω και δεν χορταίνω, αφού το ποίημα με πάει εκεί όπου αυτό θέλει και με μετατοπίζει.

Εδώ και χρόνια ήθελα να πω ποιοι Έλληνες ζώντες ποιητές με συγκινούν. Δίσταζα για δύο λόγους: πρώτον, οι δύο από αυτούς είναι γνωστοί μου, ο ένας Φίλος. Ωστόσο, μια ματιά στο άτεχνο κι απροσχημάτιστα στημένο παιχνίδι που λέγεται κριτική στην Ελλάδα με μετέπεισε: τουλάχιστον πρέπει πια όσοι κάθονται και με διαβάζουν χρόνια να ξέρουν ότι δεν χαρίζω κάστανα. Δεύτερον, δεν είμαι αρμόδιος να μιλήσω για ποίηση. Ωστόσο, μια ματιά στο άτεχνο κι απροσχημάτιστα στημένο παιχνίδι που λέγεται κριτική στην Ελλάδα με μετέπεισε: επιπλέον, η ποίηση είναι κανονικά για όλους, όπως η πολιτική. Άλλωστε, άσημος και ανώνυμος εγώ, λέγοντας ποιοι ποιητές μου αρέσουν μάλλον θα καταφέρω τελικά να ακούσω συστάσεις για κάποιους που δεν έχω προσέξει ή που μου διαφεύγουν: γούστα πάντως δεν θα διαμορφώσω, ούτε θα αξίωνα κάτι τέτοιο.

Ζώντες ποιητές λοιπόν, όχι ποιήτριες. Στα ελληνικά. Οι δικοί μου:

Αντώνης Αντωνάκος: Ο άνθρωπος γράφει γι' αυτά που θέλω να διαβάζω με τον τρόπο που με συνεπαίρνει. Παρ' όλα αυτά ποτέ δεν μου χαϊδεύει τα αυτιά, ίσα ίσα με πάει λίγο πιο δίπλα με πολλά από τα ποιήματά του. Ποίηση όλο ζουμιά που σφύζει και καμμιά φορά ρίχνει και κανα σκαμπίλι δυνατό. Ποίηση που μυρίζει μουνάκι και καμένη άσφαλτο.

Θωμάς Τσαλαπάτης: Ποίηση που με δυσκολεύει. Που είναι πρωτοποριακή και τραχειά, κάποτε σφήνα ή και υπομόχλιο. Διαβάζω κάτι δικό του και λιγάκι χάνομαι, σαν να κατέβασα κανα ποτηράκι απότομα θεονήστικος. Λέω: έτσι πρέπει να είναι η πρωτοποριακή ποίηση, να μην παίρνεις καν χαμπάρι ότι είναι πρωτοποριακή ή ότι μόλις έχασες το έδαφος κάτω από τα πόδια σου, που λένε. Δεν είναι "ένα ποίημα καληνύχτα", είναι "τρέμε, ποίηση".

George Le Nonce: Στριφνή και αγχογόνος ποίηση, ανοίγει ξέφωτα και πάνω που πας να ανασάνεις σε σκεπάζει με ασφυξία. Με όρους "καθαρής ποίησης" -- ό,τι και αν είναι αυτό: όραμα, ρυθμός, εξακτίνωση, η λεπτομέρεια που οδηγεί στο γενικό -- είναι ο σπουδαιότερος. Σκεφτείτε: ποιήματα για αδιανόητους κόσμους και ανεξιχνίαστες νόσους και οθνείες συγγένειες και συνάφειες να σε αγγίζουν. Όχι γιατί αναγνωρίζεις μέσα τους κάτι δικό σου προτού τα διαβάσεις, παρά γιατί τα ίδια τα ποιήματα σε αναγκάζουν να ταυτιστείς με ό,τι περιγράφουν, διεκτραγωδούν, αναθυμούνται ή εξυπακούουν.

Τους ευχαριστώ και τους τρεις. Τους είμαι ευγνώμων, δηλαδή.

GatheRate

Δευτέρα, 3 Αυγούστου 2015

Εσώρουχα

Έχω έναν ερεθισμό κι ένα γρομπαλάκι κάτω από τη μασχάλη. Ανησυχώ. Τι "ανησυχώ", δηλαδή, φοβάμαι. Φοβάμαι πολύ. Σκέφτομαι την Αντζελίνα Τζολί. Ή Ζολί. Δεν είμαι σίγουρος πώς τη λένε και δε με νοιάζει. Αυτή έχει μείνει και μισή από τη δίαιτα, βέβαια, σαν άγιος άλιωτος κάτω από γυάλα. Ανορεξική, λένε. Κατάντησε σαν εκείνον τον άγιο που με είχε πάει με το πούλμαν η μουρλή η θεια μου να δω στην Εύβοια, ήμουν και δεκαπέντε χρονών τότε, πριν δέκα χρόνια, και φοβόμουν πολύ μέχρι να τον δω που θα έβλεπα λείψανο, και μετά τον είδα και τον λυπήθηκα. Τον λυπήθηκα πολύ. Δεν ξέρω γιατί, δεν μπορώ να το αναλύσω. Μου φάνηκε αβάσταχτο να πεθάνεις νέος σε ένα βουνό στην Εύβοια και μετά να μείνεις έτσι, μαραμένος και κατάμαυρος κάτω από ένα τζάμι.

Το πιάνω πάλι το γρομπαλάκι. Εκεί έχουμε λεμφαδένα, λέει στο ίντερνετ. Έχω φρικάρει λίγο. Πάω να κλείσω το χέρι μου πάνω στα πλευρά μου και νιώθω ερεθισμό εκεί. Βυζιά. Ακόμα ένα πρόβλημα που δεν έχουν οι άντρες. Τι να λέμε, γνωστά. Το μόνο έξτρα πρόβλημα που έχουν οι άντρες είναι ο προστάτης. Που, αν έφταναν, λέει, όλοι οι άντρες 100 χρονών, θα είχαν βγάλει όλοι καρκίνο στον προστάτη. Τρομακτικό, τι να σου πω. Φαντάζεσαι να είσαι 100 και να σου πουν ότι έχεις πέντε με δέκα χρόνια ζωής; Κι ότι δεν θα μπορείς να το κάνεις; Αν και οι άντρες έχουν διάθεση να το κάνουν μέχρι τα 130. Και τώρα πια μπορούν, έχουνε την επιστήμη σύμμαχο.

Είναι κι αυτό, φυσικά: ο άντρας είναι γκομενάκι και μετά γαμιάς και στο τέλος γίνεται ώριμος και γοητευτικός κύριος: όλοι οι άντρες έχουνε το κοινό τους. Κι απ' ό,τι καταλαβαίνω έχουνε μεγάλο κοινό. Πιχί η Μάνια λέει ότι την τρελαίνουν οι εξηντάρηδες-εβδομηντάρηδες: είναι λεβέντες, λέει. Την καυλώνουν. Άντρες ψημένοι, όχι αγοράκια. Μάστοροι. Τα ωραία τα κορμιά και οι κοιλιακοί και τα κωλαράκια τα τραγανά είναι για τα κοριτσάκια και τους γκέηδες, έτσι λέει. Κι εγώ της τραγουδάω το "έλα στον παππού, γιατί να πας αλλού". Τεσπά. Άμα είσαι άντρας, περνάει η μπογιά σου και έτσι και αλλιώς ώσπου να ψοφήσεις, μέχρι και το πι στο οποίο ακουμπάς για να κάνεις μισό βήμα είναι σεξ τόυ, άμα λάχει.

Ναι, οκέι, πφφφ, φεμινισμός. Εντάξει, ναι. Αλλά άμα κάποιος τα κάνει σαν τα μούτρα του, λες ότι τα έκανε μουνί, όχι ότι τα έκανε ψωλή. Ναι, ναι: πφφφφ, φεμινισμός και άσε μας κουκλίτσα μου. Οκέι. Δεν βλέπει ο άλλος το πρόβλημα. Το δέχομαι. Πού να το δει το πρόβλημα; Εδώ είναι ο καπιταλισμός αυτονόητος, που είναι πεντακοσίων ετών, δεν θα είναι η πατριαρχία, που είναι πέντε χιλιάδων και βάλε;

Σε αυτό το σημείο, άμα γίνει καμμιά τέτοια κουβέντα, με σταματάνε οι γκόμενοι, βγάζουν και χαμόγελο σαν αριστερό φλας, και μου λένε κάτι του στυλ "ώπα, είσαι κουλτουριάρα". Χαμογελάνε, κάνουν οπισθογωνία νοερώς, πρέπει να με προσεγγίσουν αλλιως, σκέφτονται. Όσοι μπορούνε, δηλαδή. Αλλά κολοκύθια κουλτουριάρα είμαι, σιγά. Πίπες. Μέχρι τα 18 μου, που ήμουνα φοιτήτρια και κάηκαν χριστουγεννιάτικα δέντρα κι εξοστρακίστηκαν κάτι σφαίρες, δεν ξέραμε τι είναι καπιταλισμός και τέτοια. Αλλού ζούσαμε. Η παιδεία είναι η λύση, λέγαμε. Ονειρέψου και θα το κάνεις, μας έλεγαν. Όλα είναι δυνατά άμα στρώσεις κώλο και δουλέψεις. Εντάξει, άμα ήσουνα με το Σταρ Τσάνελ, σου έλεγαν να στήσεις κώλο, όχι να τον στρώσεις. Δεν υπάρχει δεν μπορώ αλλά δεν θέλω. Και μετά κάηκαν όλα. Και γίναμε όλοι αναρχικοί. Για λίγο. Μέχρι που ήρθε το όνειρο του ΣΥΡΙΖΑ.

Λένε οι γκόμενοι πως είμαι κουλτουριάρα. Λέω ότι δεν με έπαιρνε να γίνω κουλτουριάρα. Με έπιασαν ο πατέρας μου και η μάνα μου όταν έδινα εξετάσεις και μου εξήγησαν ότι αν δεν πέρναγα Αθήνα δεν είχανε λεφτά να με στείλουν εκτός. Καθήσαμε στην κουζίνα, γύρω απ΄οτο τραπέζι, λες και θα τρώγαμε καμμιά τάψα γεμιστά. Να το συζητήσουμε. Αγχωθηκα τρελά. "Να πάρετε δάνειο", τους είπα. Θα τους έλεγα ότι εδώ παίρνανε δάνεια για να πάνε Κόστα Ναυαρίνο και τέτοια οι διπλανοί, αλλά δεν ήθελα να πληγώσω τον πατέρα μου. Η μάνα μου κοίταζε σαν υπάλληλος στο Έβερεστ Σάββατο βράδυ στις 4 και κάτι. Αμίλητη. Έκανε πως χαμογελάει κι ότι τάχα δεν ακούει. Όπως κάνουν οι γυναίκες. Όπως κάνουμε οι γυναίκες. Ο μπαμπάς στο τέλος μου είπε: "Άκου, αγάπη μου, δεν υπάρχουνε χρήματα, σε παρακαλώ φρόντισε να περάσεις στην Αθήνα, είναι κρίμα να πάει χαμένο τέτοιο μυαλό. Σε παρακαλώ. Κρίμα είναι." Δεν είπα τίποτα: με είπε "αγάπη μου" και το είπε πολύ πολύ χαμηλόφωνα. Και είπε "χρήματα" κι όχι "λεφτά", για πρώτη φορά μίλησε για τα φράγκα με σέβας και δέος. Τότε δεν μιλάγαμε για λεφτά, για ό,τι άλλο θες κουβεντιάζαμε εκτός από λεφτά.

Πέρασα Αθήνα τελικά. Θρίαμβος. Αστέρι. Χώρισα και με τον Κίμωνα, που νόμιζε ότι θα αρραβωνιαστούμε και θα με βάλει να κάνω την υπάλληλο στα λιπαντικά και τις μπαταρίες. Συνέχισα όμως τη ζωή του Λυκείου: "τι ώρα γύρισες;", "πού θα πας;" και τέτοια. Ευτυχώς είχα την Ντούλα τη Θωμοπούλου, που έφευγε κάθε τρεις και λίγο για τα Καλάβρυτα, γιατί "την έπνιγε η Αθήνα" -- δεύτερο σπίτι το είχα κάνει το διαμέρισμά της στην Ξενίας. Μόνον έπιπλα δικά μου δεν είχα πάει. Ερωτικές χαρές Πάσχα, Χριστούγεννα, καλοκαίρι, Τριών Ιεραρχών. Μέσα στη Σχολή κατάλαβα ότι δεν θα έβγαινα ψυχολόγος από το Ψυχολογικό. Ούτε φιλόλογος δεν θα έβγαινα. Ελληνίδα πτυχιούχος θα έβγαινα. Και βγήκα πτυχιούχος. Και τίποτε άλλο.

Αποφοίτησα το '12, τότε που θα καταστρεφότανε κι ο κόσμος. Δεν καταστράφηκε. Έπιασα δουλειά στης κυρίας Τίνας. Προσωρινά. Διασκεδαστική δουλειά. Εσώρουχα. Μεταπτυχιακά και τέτοια, δεν ήτανε για τα δόντια μας: να είμαι ευχαριστημένη που πήρα πτυχίο. Σε έξι μήνες πια δεν θυμόμουν ποια είναι η διαφορά γνωστικής και γνωσιακής και ποιος είναι ο Άντλερ -- που λέει ο λόγος. Τα ακαδημαϊκά θέλουνε λεφτά. Κι εγώ ήθελα λεφτά. Δεν υπήρχαν αρκετά λεφτά να τα μοιραστώ με την καριέρα, την όποια καριέρα. Πολύ περισσότερο την ακαδημαϊκή καριέρα, που είναι ακριβή γκόμενα και σε βάθος χρόνου.

Όμως με το που πήρα πτυχίο ήθελα να φύγω από το σπίτι. Φώναζαν οι τηλεοράσεις: live your dream, be yourself, keep walking, dare, be the change -- τέτοια. Ξέμεινα στο πατρικό μου. Στο παιδικό δωμάτιο, με παιχνίδια και σεμέν και αφίσες. Με το κρεβάτι το νεοσέτ. Κι ας είχα σιχαθεί να έχω στην τσέπη τα κλειδιά της Ντούλας τέσσερα χρόνια φοιτήτρια, κατάλαβα τι σημαίνει να έχεις κάπου να πας (όχι σώνει και καλά για να το κάνεις) όταν μετά πήρε κι αυτή πτυχίο, το ξενοίκιασε το διαμέρισμα στην Ξενίας και πήγε πίσω στα Καλάβρυτα και παντρεύτηκε τον γαμιά τον σωστό κι αυτή, τον πρώτο της και τον ένα και τον μόνο, όπως έλεγε. Ναι ντε, γι' αυτό την έπνιγε η Αθήνα. Ενώ εμένα δεν με έπνιγε το σπίτι μου λόγω σεξουαλικής στέρησης, αυτό είναι ένα πρόβλημα που δεν έχω: ευτυχώς δεν τσάκωσα καμμιά ενοχή στην εφηβεία και οι γονείς μου σε αυτό είναι νορμάλ -- μόνο μην πέσω στην πρέζα ή μην ανέβω σε μηχανή τρέμανε. Το σπίτι με έπνιγε για τον λόγο που πνίγει το ξένο σπίτι κάθε αξιοπρεπή άνθρωπο: γιατί δεν έχει μια πόρτα να κλείσει πίσω του κι ένα μπαλκόνι να ποτίσει τις δικές του γλάστρες -- όχι της μαμάς. Δεν είναι μόνο το τι ώρα γυρνάς και τέτοια, εντάξει, μετά την εφηβεία σιγά σιγά μαθαίνεις να μην ακούς.

Κι έτσι, εκείνο το ωραίο καλοκαίρι του '13, πουλώντας σέξι εσώρουχα (αλλά όχι πρόστυχα) σε μαραμένες συζύγους που δεν ενδιέφεραν ούτε σύζυγο ούτε γκόμενο (πού τέτοια τύχη), απλώνοντας ζαρτιέρες πάνω στη γυάλινη προθήκη για να διαλέξει ο επιπλάς από την Ιδομενέως για την γκόμενα (που νόμιζε κι ότι δεν τον αναγνώριζα), ξέροντας ότι δεν έχω ταλέντα ή ομορφιά ή πέντε φράγκα στην άκρη για να φύγω κι εγώ στο εξωτερικό και να ζήσω το όνειρο ή, έστω, να επιβιώσω, καταλαβα κι εγώ την θέση μου στον κόσμο. Αυτή που έχουν οι γυναίκες από καταβολής πόλεων και χωραφιών: να πλένω πιάτα, να καθαρίζω τζάμια και ό,τι άλλο απαιτεί η εποχή μας και το κοσμποπόλιταν. Μου άρεσε; Καθόλου. Μπορούσα να κάνω κάτι; Καλά καλά ούτε να πάω να μείνω μόνη μου δεν μπορούσα.

Και ναι, με παρακάλαγε ο Παντελής όλο το καλοκαίρι του '13, κι εδω και στη Φολέγανδρο και στο χωριό της γιαγιάς του, να πάω να μείνω μαζί του, να ζήσουμε μαζί. Όμως εγώ παιδιά δεν ήθελα και δεν θέλω (βρωμολέσβω με έλεγε η Μάνια -- τι μαλάκω που γίνεται κι αυτή η καριόλα όταν πιάσει τα ψυχολογίστικά της) κι ας με περιμένει, όπως λένε, ο καρκίνος, όπως όλες τις άκληρες. Και στην παραλία κάνω μπάνιο γυμνόστηθη κι ας είμαι η μόνη -- η μάνα μου ισχυρίζεται ότι παλιά οι μισές το πέταγαν το αποπάνω στην παραλία. Κι ας με έχει φρικάρει τώρα το γρομπαλάκι. Που πρέπει να είναι από το αποσμητικό το γαμημένο το ρολόν, τελικά.

Α, πελάτης. Είναι αυτός ο παππούς πάλι. Θέλει κάτι όμορφο για τη γυναίκα του. Της ρίχνει και καμμιά δωδεκαριά χρόνια. Είπαμε η επιστήμη. Είχε ξανάρθει τον Ιούνιο, για δώρο για τα γενέθλιά της. Του έδειξα κάτι έτσι λίγο εξτρίμ, από αυτά τα κυλοτάκια που τα λύνεις. "Μπα, κυλότες αυτοκινήτου υπάρχουν", είπε με νόημα. Της πήρε τελικά κάτι λουλουδένια τότε, τύπου intimissimi. Άντε να δούμε τι θα της αγοράσει πάλι.

GatheRate

Σάββατο, 1 Αυγούστου 2015

Κείμενα-χέρια

Ένας καλός τρόπος να χωρίσεις τα κείμενα σε κειμενικά είδη, σε genres που λέμε, είναι να προσπαθήσεις να σκεφτείς σε τι σχηματισμό του ανθρώπινου χεριού και σε τι χειρονομία αντιστοιχεί: κάλεσμα, ευλογία, μούτζα, δείξη, μεσαίο δάχτυλο,  "σταμάτα", γροθιά, παλάμη που τείνουμε για χειραψία, "σήκω", χάδι ή για αγκάλιασμα, χαιρετισμός, το "ώπα με τα βιοτικά" του Βούδα και των αγιογραφιών, ρητορικό τάνυσμα, κοίλη παλάμη για περίπτυξη, αμφίσημα πεταλουδίσματα μαέστρου ή συνθηματικά προπονητών. Δεν έχουμε ονόματα για όλα αυτά τα είδη.

Κάποια κείμενα βεβαίως περιέχουνε παραπάνω από έναν σχηματισμό, πολλές χειρονομίες. Κάποια απλώς σε βάζουν να παρακολουθείς το κειμενικό χέρι να κινείται και να αλλάζει σχήμα μαγνητίζοντάς σε. Δεν ξέρεις πάντοτε ακριβώς τι βλέπεις, αλλά δεν σε πολυνοιάζει κιόλας. Γιατί έχεις περάσει σε αυτό που λέμε χορός (να χρειάζεται κάποιας μορφής ρυθμός σε αυτές τι περιπτώσεις) ή, αλλιώς, ποίηση.


GatheRate

Child in Time

Άκουγα χτες στο αυτοκίνητο τη στούντιο εκτέλεση του Child in Time, αυτή με τις ανοικονόμητες τσιρίδες. Κοίταζα μπροστά μου την ωραία μεσογειακή βλάστηση που στολίζει τη χώρα δυτικά της Πίνδου. Και θυμήθηκα τον ακάλυπτο του πατρικού μου, Ιούλιο μήνα.

Αλλά ας πάμε από την αρχή. Το ατελείωτο και επίτηδες επικό υμνολόγημα των Deep Purple περιέχει ένα επίσης ατελείωτο και μανιεριστικά δεξιοτεχνικό σόλο περίπου στα δύο τρίτα της πολύ μεγάλης διάρκειάς του. Καθώς το αυτοκίνητο έτρεχε προς την πόλη το φαντάστηκα παιγμένο με κλαρίνο. "Δεν γίνεται να μη σου αρέσουν τα κλαρίνα εάν σου αρέσει αυτό", αποφάνθηκα με στόμφο, επηρεασμένος από το τραγούδι μάλλον. Μετά θυμήθηκα ότι τραγούδαγα για χρόνια τις τρεις συγχορδίες που απαρτίζουν το μοτιβάκι τουν-τουν-τούν του τραγουδιού ως "met een kwast" -- όμως αυτό μάλλον δεν αφορά και πολλούς, περίπου όπως και οι στίχοι του τραγουδιού -- τους οποίους ποτέ δεν θα ψάξω, αν και μου μυρίζουν Ηράκλειτο για τις μάζες πασπαλισμένο με μπόλικη γκλαμ ροκ ρητορεία.

Γενικά ακούγεται όχι τόσο η στούντιο εκτέλεση αλλά η ζωντανή όπως μαγειρεύτηκε για το Live in Japan. Οι περισσότεροι κάθονται και ακούνε ολόκληρο το ροκ τροπάριο της Κασσιανής περιμένοντας τον πυροβολισμό που μείωσε κατά έναν το ακροατήριο της συγκεκριμένης συναυλίας, πυροβολισμός που απαθανατίστηκε πεντακάθαρα. Τον πυροβολισμό τον έχω προσέξει μια φορά όταν ήμουν δεκατριών και μία πριν δυο-τρεις μήνες, σε ένα από τα καινούργια δισκάδικα που πουλάνε βινύλια.

Να μην είμαι άδικος: η ζωντανή εκτέλεση έχει ένα σοβαρό πλεονέκτημα σε σχέση με το στούντιο: ό,τι βγαίνει ως απλώς οι ανοικονόμητες τσιρίδες μέσα στο στούντιο αποδίδεται ως μεγαλειώδη ουρλιαχτά, τα πιο ροκ ουρλιαχτά στην ιστορία της μουσικής, καταμεσίς του γιαπωνέζικου σταδίου. Και είχα την ευκαιρία να τα εκτιμήσω τα ουρλιαχτά πάμπολλες φορές.

Το πατρικό μου δεν είχε και δεν έχει κλιματισμό. Τα καλοκαίρια κοιμόμασταν με τις μπαλκονόπορτες ορθάνοιχτες. Ο παραμικρός ψίθυρος, κάποιο τραγούδι μακρινό και παιγμένο σιγανά, ο βόμβος της τηλεόρασης -- όλα ακούγονταν μέσα στα δωμάτιά μας. ¨οι, ερωτοπραξίες δεν άκουσα ποτέ, πέρα από κάποια πνιχτά, άτακτα και μουλωχτά ξεφυσήματα, που θα μπορούσαν να είναι εφιάλτες, ροχαλητά ή και άυπνοι στεναγμοί.

Μια χρονιά πριν φύγω από το πατρικό, κάποιος μετακόμισε στο ισόγειο γειτονικής πολυκατοικίας, ισόγειο που έβγαζε στον ακάλυπτο. Αυτό το μάθαμε λίγες βραδιές μετά όταν κατά τις 4 παρά το πρωί ακούσαμε πάρα πολύ δυνατά την κορύφωση του τουν-τουν-τούν με κιθάρες και αμέσως μετά το γνωστό ουρλιαχτό. Πάρα πολύ δυνατά. Και μετά ξανά. Και ξανά, και ξανά. Σε λούπα. Ξύπνησα χαμογελώντας την πρώτη βραδιά: μου άρεσε πάρα πολύ η φάση ότι κάποιος, απόλυτα ήσυχος μέχρι τότε, αποφάσιζε να ξυπνήσει τόσες πολυκατοικίες με Deep Purple, με το συγκεκριμένο ουρλιαχτό, για να είμαι ειλικρινής: "τουν-τουν-τούν ααααααααααααα".

Αυτό επαναλαμβανόταν 2-3 φορές την εβδομάδα για κάμποσο εκείνο το καλοκαίρι, που ήταν ολόκληρο ένας καύσωνας από την αρχή μέχρι το τέλος και που με έκανε να φαντασιώνομαι έντονα την Αγγλία στην οποία θα διέφευγα, αφήνοντας πίσω μου και τη συγκατοίκηση με τους γονείς μου, μια κατάσταση βολική αλλά κατά βάθος εξευτελιστική για όσους αισθάνονται ενήλικοι. Από ένα σημείο και μετά ξυπνάγαμε εκεί στις τέσσερις παρά περιμένοντας να ακούσουμε το τουν-τουν-τούν ααααααααααααα. Πολλές φορές επιβεβαιωνόμασταν, άλλες όχι. Επιπλέον, ο τύπος, όταν του έβαζαν τις φωνές από τις κρεβατοκάμαρες, απλώς χαμήλωνε την ένταση και άκουγε ολόκληρο πια το τραγούδι 4-5 φορές: αρκετά δυνατά για να ακούγεται αλλά τόσο χαμηλά όσο να μην ενοχλεί.

Αργότερα, ο περίεργος ένοικος του ισογείου μιας πολυκατοικίας που δεν ήταν η δική μας αλλά με την οποία μοιραζόμασταν τον ακάλυπτο το γύρισε σε χιπ χοπ. Και πάλι, έπαιζε τα κομμάτια πολύ δυνατά. Τα έκοβε, φώναζε πολύ δυνατά με άψογη αμερικανική προφορά "People are still having sex" και μετά ακολουθούσε σιωπή. Ή μάλλον το βουητό των κλιματιστικών του μικροβιολογικού εργαστηρίου που μοιραζότανε κι αυτό τον ακάλυπτό μας.

GatheRate