Σάββατο, 28 Νοεμβρίου 2015

Ο Πανάγιος Τάφος


Μέσα στον Πανάγιο Τάφο δεν έχει χώρο·
είναι στενά.
Είναι σκοτεινά και μυρίζει όμορφα,
το σκοτάδι καταυγάζεται από σκοτεινή ενέργεια
κι ένα ωραίο μαύρο φως ακτινοβολεί
από προσευχές, ευχές κι ελπίδες
όπως εκείνη η υψικάμινος
στην ισπανική στέππα
που τη θερμαίνουν χιλιάδες κάτοπτρα
που κοιτάζουνε κατάματα τον βάρβαρο
τον ήλιο του θανάτου
την κυκλοδίωκτη
κεφαλή της Μέδουσας
που γδέρνει τον ουρανό
κάθε μέρα
ακαταπαύστως.
Όμως μέσα στον Πανάγιο Τάφο δεν έχει χώρο·
είναι σκοτεινά.

Έξω από τον Πανάγιο Τάφο
έχει μια πόλη άγρια
χωρίς πόρνες και πέτρες λαξεμένες
αλλά
με παπάδες
με ραββίνους
με ιμάμηδες
και ιεροσπουδαστές
και καλόγριες
και μαντηλοφορούσες χριστιανές
μαντηλοφορούσες εβραίες
μαντηλοφορούσες μουσουλμάνες·
κυκλοφορούσες στους λόφους
και έβλεπες άλλους λόφους:
τη Σιών
με όλο τάφους χριστιανών
να δούνε πρώτοι τη Δευτέρα Παρουσία
το μεγάλο θέαμα του Θεού,
το Όρος των Ελαιών
χωρίς λιόδεντρα
με όλο τάφους Εβραίων
πρώτους να τους σηκώσει ο Μεσσίας
συναρμολογώντας τα ξερά τα καύκαλά τους
κατά Ιεζεκιήλ.

Καθόσουν σε μια πλατεία
και ήταν η αρχή του Σαββάτου
και περπάταγαν κάτι κορίτσια
και καθόντουσαν δίπλα σου
κάτι αγάλματα
και έλεγες:

Έχω διαβεί τα στενά της Σαλαμίνας
έχω διαβεί στα στήθια της ανάμεσα.

Έχω γλείψει αλάτι από το χέρι μου, σάλιο της θάλασσας πάνω μου
έχω γλείψει και του μουνιού τ' αλάτι.

Έχω σνιφάρει χαρτί μοσχομυριστό βιβλίων
και ιδρώτα που βαριά ερωτεύτηκα.

Έχω σταθεί στον Ταΰγετο κοιτάζοντας πέρα προς το αδιανόητο μέλλον
Έχω μουγκρίσει χύνοντας σαν βόδι και σαν τραγωδός
Έχω μιλήσει σε ανθρώπους και τους έχω ακούσει
Έχω γευτεί ζουμί της σφενταμιάς και μύδια της Καλύμνου
Έχω αγγίξει το μέσα του νου, την επιφάνεια των πυγών

Έχω περπατήσει σε ξεχασμένα λιθόστρωτα και σε υπερεκτιμημένους δρόμους.
Κάποτε βρέθηκα με φίλους, κάποτε με δασκάλους.
Με είπανε ραββί και με είπανε πατέρα και νυμφίο.
Με λέει "αγάπη μου".

Αλλά ο Πανάγιος Τάφος είναι το θέμα.
Μέσα του έχει ναούς, πάνω του έχει ναούς.
Μέγα κέλυφος γεμάτο μπουρμπουλήθρες σεπτές.
Πιο πέρα ήταν ένας Ναός
όπου άγγελοι τραγούδησαν μονότονα
ρυθμούς χορευτικούς και μιλιταίρ
πάνω σε μια κιβωτό με χερούλια.
Μετά τον γκρέμισαν τον Ναό.
Μετά γκρέμισαν μια γειτονιά
δίπλα στον Ναό
για να φαίνεται το ερείπιο,
όλο χαρτάκια στους αρμούς των αλάξευτων λίθων του,
για να λάμπει ο τρούλος του χρυσού πίσω του
που κοιτάζει κατάματα τον βάρβαρο
τον έναν ήλιο του ενός Θεού
την κυκλοδίωκτη
κεφαλή της Μέδουσας
που καίει τον ουρανό
κάθε μέρα
ακαταπαύστως.

Κι εγώ είπα,
απλοϊκά και κουτοπόνηρα:

Δικός σας ο ήλιος ο ένας,
δικοί σας οι λόφοι,
δικοί σας οι θόλοι
και η αλήθεια
και ο λόγος
και ο νόμος.
Δική σας κι η Ιερουσαλήμ.
Εγώ κρατάω το μέσα
του Παναγίου Τάφου
και τον υπόλοιπο τον κόσμο
με τα σώματα
με τα δάση
με τα βιβλία
με τις χαρές
με τις χάρες
με ό,τι τρυγήσουμε
περνώντας βιαστικά
από πόνο σε πόνο.

GatheRate

Πέμπτη, 26 Νοεμβρίου 2015

Eyvallah hacı baba


Πριν από λίγες μέρες, ο ολντμπόι έγραφε στο facebook περίπου τα εξής: ότι όσοι αισθάνονται πρώτα Ευρωπαίοι και μετά Έλληνες έχουνε κατασκευάσει αυτή την ταυτότητά τους· απεναντίας, όσοι απλοειδώς και μονοσήμαντα νώθουν Έλληνες την έχουν διαμορφώσει φυσικά κι αβίαστα την ταυτότητά τους

Το πρόχειρο αντιπαράδειγμά μου είναι οι Κρητικοί που αισθάνονται πρώτα Κρητικοί και μετά Έλληνες -- ή και τανάπαλιν. Ένα λιγότερο πρόχειρο παράδειγμα είναι οι Σκωτσέζοι, αυτοί που ψήφισαν να παραμείνουν στο Ηνωμένο Βασίλειο. Θυμήθηκα Ολλανδούς και Βέλγους που αισθάνονται πρώτα Ευρωπαίοι και μετά κάτι άλλο (στην περίπτωση των Βέλγων it's complicated, που λέμε και για τις σχέσεις).

Επειδή ζούμε σε χώρα που με ζήλο κι επιμέλεια επιτυχώς εξαφάνισε διαλέκτους και μειονότητες, και με το καλό και με το άγριο, και με την εκπαίδευση και με πειράματα ή ατυχήματα εθνοκάθαρσης, δεν σημαίνει ότι τα ελληνικά προϊόντα ζούμε σε Κάπα-Σίγμα. Η φυσιολογική κατάσταση του ανθρώπου (ναι, όπως το λέω: η φυσιολογική κατάσταση του ανθρώπου) είναι να χαρακτηρίζεται από πολλαπλές ταυτότητες. Και δεν είναι απαραίτητο να διαχειριζόμαστε κάθε μας ταυτότητα σαν να είναι εθνική, εθνοτική, θρησκευτική κτλ. Ταυτότητα διαμορφώνει και ο Στράτος Διονυσίου, και δεν πρόκειται για ευτελή ταυτότητα, ταυτότητα διαμορφώνει και ο Βοσκόπουλος, η τζαζ, ο Νταλάρας, το κλαρίνα ή ο Καρράς. Ο Γαύρος, ο ΠΑΟΚ, ο Άρης είναι πιο ισχυρές ταυτότητες, πιο καταλυτικές και σίγουρα πιο καθαριστικές από κάθε ασυνάρτητο τοπικισμό ή από κάποιους αφηρημένους τοπικισμούς. Οπωσδήποτε ισχυρότερες από σχηματικές άνευ περιεχομένου πολιτικές τοποθετήσεις τύπου "κεντρώος" ή "αριστερός".

Άκομα ένα αντιπαράδειγμα, ο παππούς μου. Έφυγε από την Πόλη στα 13, την ξαναείδε στα 70 του. Περιφρονούσε τους Τούρκους και μίλαγε ωραιότατα τούρκικα παλαιάς κοπής: κάθε Κυριακή που ερχότανε σπίτι στην ερώτηση τι κάνει απαντούσε Eyvallah hacı baba! ή, αν ήταν απλώς καλοδιάθετος, maşallah. Αποκαρδιωμένος κομμουνιστής και εκ πεποιθήσεως ΑΕΚ. Καλοφαγάς και υιοθετημένος Γκυζιώτης.

Οι ταυτότητές μας δεν είναι ούτε (μόνο) βιολογία, ούτε ανεξίτηλες. Μπορεί να είναι το στέκι και το νησί μας, οι Ramones και η Σχολή μας, η γυναίκα που δεν θα φύγει και οι άντρες που πέρασαν. Οι ταυτότητές μας διαμορφώνονται από το πού νιώθουμε να ανήκουμε, από το τι μας υποστασιάζει και από ό,τι μας δίνει χαρά.

[Ο Λώρενς Ολίβιε διαβάζει το 'Με τον  τρόπο του ΓΣ' στην ταινία Η δοκιμή / The rehearsal του Ντασέν (1974).]

GatheRate

Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2015

Μια χαρισμένη ιστορία

Περιμένω βδομάδες να γράψει ο Γιάννης Αντάμης μια ιστορία που μου είπε όταν βρεθήκαμε για ποτά, και που μου άρεσε πολύ. Σήμερα τον ρώτησα πότε επιτέλους θα τη γράψει και με πληροφόρησε ότι μου τη χαρίζει, για να την πω με τον τρόπο μου. Οπότε, θα σας πω μια χαρισμένη ιστορία, την οποία δεν καλοθυμάμαι πια. Επίσης, δυστυχώς δεν είμαι καλός παραμυθάς.

Είναι λοιπόν μια παρέα στο τραίνο. Έχουνε πιάσει ένα κουπέ. Πρόκειται για αντροπαρέα που κινείται στην παρατημένη αλλά πανέμορφη γραμμή Θεσσαλονίκη-Αλεξανδρούπολη-Ορμένιο, ξέρετε, αυτή που σαν τοπικό ΚΤΕΛ ανεβαίνει και κατεβαίνει και στροφογυρίζει, πότε για να βολευτεί με ποτάμια και στενά, πότε για να καλύψει όλες τις πόλεις της φέτας Ελλάδας μεταξύ Αιγαίου και Βαλκανίων.

Η αντροπαρέα είτε πηγαίνει στη Θεσσαλονίκη είτε φεύγει από τη Θεσσαλονίκη. Ας πούμε ότι πηγαίνει στη Θεσσαλονίκη. Σε έναν σταθμό μπαίνει μια κοπέλα. Δεν ξέρω σε ποιον σταθμό, δηλαδή δεν θυμάμαι. Η κοπέλα έρχεται από Μπάνσκο. Άρα μάλλον καταλάβατε σε ποιον σταθμό ανέβηκε στο τραίνο. Εγώ όχι, δεν είμαι από εκείνα τα μέρη, μόνο μια μακροθειά έχω στας Σέρρας.

Η κοπέλα ήταν ωραία, μάλλον γκομενάρα, αν κατάλαβα καλά, και μάλλον μικροκαμωμένη (ας πούμε ότι τη φαντάζομαι μικροκαμωμένη) και οπωσδήποτε Βουλγάρα. Αυτό το κατάλαβαν στην αντροπαρέα με τη μία, δεν ξέρω πώς. Εγώ όταν πρωτογνώρισα Βουλγάρες, το '95, μου είχε κάνει εντύπωση το αλλοπρόσαλλο ντύσιμό τους. Αλλά μάλλον δεν ήταν αυτό το διακριτικό γνώρισμα στην περίπτωση της χαρισμένης ιστορίας μας, η οποία άντε να είναι προπέρσινη.

Το τραίνο ξεκινάει και η αντροπαρέα κοιτάει την κοπέλα. Και η κοπέλα κοιτάει την αντροπαρέα. Ε, κάποιος της πιάνει την κουβέντα. Από τις κουβέντες που εγώ δεν μπορώ με τίποτα να κάνω ο έρμος:

"Από Βουλγαρία είσαι;"
"Ναι. Δουλεύω στο Μπάνσκο."

Η κοπέλα μιλάει τέλεια ελληνικά. Αυτό, όσο να 'ναι, ενθαρρύνει τους κάποια μέλη της αντροπαρέας. Τη ρωτάει ένα από αυτά:

"Α, ωραία. Τι δουλειά κάνεις;"
"Είμαι πουτάνα."

Όπως ορθώς επισημαίνει ο Αντάμης, αν έλεγε "δουλεύω σε μπαρ", "κάνω κονσομασιόν", "χορεύω σε καμπαρέ" ή κάτι τέτοιο, θα μπορούσε να συνεχιστεί η κουβέντα με κάποια προσχήματα. Ξέρετε, όπως όταν ρωτάει κανα πιτσιρίκι τι δουλειά κάνει αυτή η κυρία και λες "κάνει παρέα σε άντρες". Θα μπορούσαν να της ζητήσουν να πει καμμιά ιστορία, να συζητήσει λίγο το τι κόσμος πάει στο μαγαζί, να πει κανα ευτράπελο -- τέτοια. Αλλά το "είμαι πουτάνα", και κατακαημένο μισογύνικο ελληναράκι να μην είσαι, ε, δυσκολεύει πολύ τη συζήτηση. Ωστόσο, απ' ό,τι φαίνεται, η αντροπαρέα είχε μέλη με τσαγανό. Ρωτάει λοιπόν ένας από αυτούς:

"Σου αρέσει η δουλειά σου;"

Η κοπέλα τον κοίταξε και πάρα πολύ νηφάλια είπε χαμηλόφωνα:

"Είσαι μαλάκας, ε;"

Σιωπή μέχρι τη Σαλονίκη.

GatheRate

Γεωπολιτική σκλήρυνση


Ήδη από το Κυπριακό στην Ελλάδα έχουμε μάθει να βλέπουμε τον πόλεμο, την τρομοκρατία και την προσφυγιά με όρους γεωπολιτικής. Ενδεχομένως αυτή η ματιά να μας βοήθησε να αντιληφθούμε το '74 όχι ως μια πραγματική και αμετάκλητη καταστροφή, και μιλάω με όρους ανθρώπινους βεβαίως, αλλά ως 2-3 κινήσεις σε μια παρτίδα σκάκι που ξεκίνησε το 1957.

Κατόπιν, με τις χορογραφημένες υπερπτήσεις πάνω από το Αιγαίο και με τις φρεγάτες και τα ωκεανογραφικά να αρμενίζουνε, με τα μυθικά ισλαμικά τόξα και με την πτώση του παραπετάσματος η γεωπολιτική αντίληψη γνώρισε νέες δόξες: η εξωτερική πολιτική της χώρας και οι διεθνείς σχέσεις δεν γίνονταν πια αντιληπτές με όρους οικογενειακούς, δηλαδή με όρους του ποιοι είναι οι "φίλοι", οι "εχθροί" και τα αδέρφια μας -- με εξαίρεση τους νεοφανείς αδερφούς Σέρβους. Η εξωτερική πολιτική γινόταν πια αντιληπτή με όρους τζόγου (με το σκάκι δεν καταγινόμαστε πολύ εν Ελλάδι). Ο θάνατος ανθρώπων στα Ίμια απλώς μάς εξίταρε περισσότερο, όπως η χασούρα κι ο κουβάς αφηνιάζουν τον τζογαδόρο.

Συνέπεια αυτού του γεωπολιτισμού, σε συνδυασμό με τον οικονομισμό ως νοοτροπία και ως στάση ζωής, ως αξιολογικό μέτρο, είναι και η παρούσα σκλήρυνσή μας. Ως κοινή γνώμη αδυνατούμε να αντιληφθούμε τον πραγματικό πόνο και τον πραγματικότατο θάνατο πολύ πραγματικών ανθρώπων, των προσφύγων και όσων δεν μπορούν να φύγουν. Ζούμε στη φρεναπάτη ότι οι παρτίδες που παίζονται γύρω μας δεν μας αφορούν παρά ως θέαμα, ως μια σπάνια ευκαιρία να παρακολουθήσουμε τους παίκτες να παίζουνε τα χαρτιά τους -- ή να μπλοφάρουν -- επί σκηνής, όπως σε κάτι παιχνίδια πόκερ που προβάλλουνε κάτι κανάλια. Κάποιοι ονειροπαρμένοι ονειρεύονται την ήττα του ιμπεριαλισμού με αρχηγό τον αρχιμπεριαλιστή Πούτιν, τη νίκη της δημοκρατίας με ενέργειες όσων αφάνισαν κράτη ολόκληρα, άλλοι ότι κληρονομούμε επιτέλους μια αχανή πόλη στον Βόσπορο γεμάτη 11.000.000 Τούρκους, Κούρδους και Λαζούς.

Μας διαφεύγουν όσοι παίζονται και χάνονται, που δεν είναι μάρκες ή πενηντάευρα: είναι οι νεκροί στη Σρεμπρενίτσα, οι Σύριοι, οι Κούρδοι, οι εκατοντάδες χιλιάδες νεκροί του Ιράκ, οι κατακυνηγημένοι Τσετσένοι και Υεμενίτες, όσοι κρέμονται στα σύρματα της Θεούτας και της Μελίλιας, οι Λίβυοι, οι αμέτρητοι άνθρωποι που ζούσανε μια ζωή σαν τη δική μας και πια δεν ζουν. Δεν γίνεται να ζούμε δίπλα στη φωτιά και να θεωρούμε τη φωτιά ένα ενδιαφέρον χημικό φαινόμενο, δεν είμαστε ούτε Καναδοί, ούτε Ισλανδοί, ούτε καν πλουτοκράτες ασφαλείς μέσα σε θωρακισμένο θησαυροφυλάκιο: η φωτιά καπνίζει και ήδη μυρίζουμε όπως αυτή.

GatheRate

Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2015

Τρεις οπτικές μετά τη συνθηκολόγηση


Σχολιάζω τρεις κατηγορίες αντιδράσεων για το όνειδος που λέγεται "κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ μετά τη συνθηκολόγηση της 12ης Ιουλίου".

Πρώτη αντίδραση: "Δεν περίμενα τίποτε"

Υπάρχει η σχολή του "δεν περίμενα τίποτε". Μερικοί από τα μέλη της δεν περίμεναν τίποτε γιατί ξέρουν ένα-ένα τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ και πόσο αλαφροκάνταρα είναι, σε αντίθεση π.χ. με τη σοβαρότητα που διακρίνει άλλους πολιτικούς και άλλους πολιτικούς χώρους, π.χ. τη ΝΔ ή το Ποτάμι.

Άλλοι δεν περίμεναν τίποτε γιατί είναι ακραιφνείς κουκουέδες και δεν περιμένουν τίποτε από κανέναν ποτέ και άλλωστε δεν έκαναν τίποτε για τον εργάτη από το 2010 διότι πρέπει να το περάσουμε κι αυτό το στάδιο, που λέει κι ο Δεληβοριάς.

Άλλοι δεν περίμεναν τίποτε από την αλλοπρόσαλλη και παλαβή Αριστερά, όμως τα προγνωστικά τους τα επιβεβαίωσε η ίδια η Αριστερά μόνον αφού σοβαρεύτηκε, νοικοκυρεύτηκε και μωράνθηκε το άλας της.

Τέλος, κάποιοι δεν περίμεναν τίποτα γιατί είναι θυμόσοφοι και μπλαζέ, κουκουέδες χωρίς την μαρξιστική εσχατολογία. Από αυτούς συμπαθώ εκείνους που, όντας θυμόσοφοι και μπλαζέ, απλώς κλείστηκαν στο κουκούλι προνομίων που κληρονόμησαν ατενίζοντας μαρκοαυρηλιανώς τη ζούγκλα όπου πεθαίνει και πεινάει η πλεμπάγια.

Περιφρονώ όμως όσους υπήρξαν ακριβοί στα πίτουρα -- κάνοντας σκοποβολή πάνω σε κάθε συριζαίικο πταίσμα, πλημμέλημα ή αμέλημα, έργω λόγω ή διανοία -- ενώ υπήρξανε φτηνοί στο στάρι: όσους εθελοτυφλούσαν και εθελοτυφλούν ενώπιον του υπερθεάματος γελοιότητας, μισανθρωπίας, ημιμάθειας και χυδαιότητας που αδιαλειπτως παίζουνε ΠΑΣΟΚ και ΝΔ από το '85 και μετά, συμμετέχοντας σε αυτή τη χλιδερή επιθεώρηση ως ταξιθέτες, κομπάρσοι, υποβολείς, φροντιστές σκηνής και σφουγγοκωλάριοι.

Δεύτερη αντίδραση: οι γονείς και η αυτοεκπληρούμενη προφητεία τους

"Η κοινωνία (ή "ο λαός") δεν ήταν άξια για τίποτε άλλο πέρα από τη διαδικασία ανάθεσης. Μόνο γι' αυτό ήταν άξια: όταν την απογοήτευσαν τα άλλα κόμματα, ανέδειξε τον ΣΥΡΙΖΑ για να κάνει τη δουλειά τους. Επανάσταση κι εξέγερση και ρήξη υπήρχε μέσα στο μυαλό ενός, π.χ., 3%."

Αυτή η αντίδραση διανθίζεται δεξιόθεν με διάφορα "δεν είμαστε λαός" και "τέτοιοι είμαστε", τα οποία καλούνται διάφοροι διανοούμενοι -- από αυτούς τους στοχαστάς που δεν χρησιμοποιούν βιβλιογραφία γιατί όλα τα ξέρουν από εφημερίδες, περιοδικά και συζητήσεις ή τα έχουν από μόνοι τους σκεφτεί. Οι εξ αριστερών αρκούνται να μπινελικώνουνε μικροαστούς και νοικοκυραίους -- και μέχρι εκεί πάνε.

Βεβαίως, όσοι μιλάνε για ανάξιο λαό φρόντισαν να τον βοηθήσουν ή να τον αφήσουν να συμπεριφερθεί έτσι: είτε προπαγανδίζοντας την αναξιότητά του και την αναγκαιότητα του νεοφιλελεύθερου πειράματος της χρεοκρατίας, είτε και περιφρονώντας βαθύτατα τον λαό, αφού η επάνασταση θα επισυνέβαινε χάριτι δεν-ξέρω-ποιου και μετά τη δημοσίευση της μπροσούρας τους.

Θυμίζουν όλοι τους κάτι γονείς που ευνουχίζουν και φορτώνουν ενοχή και δυσλειτουργίες τα βλαστάρια τους, που τα κακομαθαίνουν ή τα κακοποιούν, και μετά τα καταγγέλλουν που δεν βρίσκουνε ταίρι και που η ζωή τους είναι σκατά και που βολοδέρνουν κτλ. Πρώτα θέτουν μη ρεαλιστικές απαιτήσεις, μετά τις υπονομεύουν οι ίδιοι με τις πράξεις και τα λόγια τους, στο τέλος καταδικάζουν το ανάξιο τέκνο που δεν μπόρεσε να αντεπεξέρθει και να σταθεί αντάξιο.

Τρίτη αντίδραση: μα είναι και θεός που βλέπει από ψηλά

Διαβάζω αυτό:
Μετά την υπογραφή του 3ου μνημονίου, τις περαιτέρω περικοπές συντάξεων, την παραχώρηση αεροδρομίων, το καθ'εξακολούθησιν appropriation της Εκκλησίας και εθνοπατριωτικών συμβόλων, τις ουσιαστικά εν μία νυκτί αλλαγές στο μιντιακό σύστημα της χώρας, την χρήση ΠΝΠ και διαδικασιών του κατεπείγοντος - όλα χωρίς να ακουστεί κιχ, χωρίς να ανοίξει μύτη, χωρίς να σπάσει βιτρίνα και με πανηγυρική επανεκλογή - ελπίζω να είναι αντιληπτό το ότι το 90% των υποτίθεται ιδεολογικών συγκρούσεων της τελευταίας εξαετίας ήταν εκτός θέματος. Η όξυνση, η πόλωση και η αντίσταση δεν βασίζονταν σε ιδεολογικά θεμέλια και αρχές αλλά στην (απολύτως θεμιτή και βαθύτατα πολιτική) ανάγκη κατάκτησης της εξουσίας. Το ενοχικό σύνδρομο των μνημονιακών, της κεντροαριστεράς και της κεντροδεξιάς, ανέδειξε απλώς την δική τους απόλυτη πολιτική φτώχεια, κόπωση και έλλειψη πίστης στο τι κάνουν, γιατί υπάρχουν και τι θέλουν.
Εδώ έχουμε μια κατά πολύ πιο σοβαρή σύνθεση των δύο προηγούμενων αντιδράσεων: ο ΣΥΡΙΖΑ έσκουζε κι ανακάτευε τον κόσμο γιατί ήθελε την εξουσία. Την πήρε και όλα επέστρεψαν στην κανονικότητα: τα νήματα τα κινούσε εξαρχής ο ΣΥΡΙΖΑ.

Αυτή η αντιμετώπιση παραγνωρίζει την ανήκεστη (πλέον) συμφορά που έχει επιπέσει στους φτωχούς και τους φτωχότερους αυτού του τόπου μετά το 2010. Ο λόγος είναι ότι η αντιμετώπιση αυτή (και οι παρόμοιές της) γίνεται όχι μόνον από την ασφάλεια των προνομίων αλλά και από πολύ ψηλά, από ολύμπια ύψη. Από αυτό το ύψος μπορείς, αν θες, να βλέπεις μόνον πολιτικά παιχνίδια. Αυτή η αντιμετώπιση επίσης επιλέγει να αγνοήσει ακόμα και το ταξικό Σχίσμα που έφερε η κρίση, και το οποίο αποτύπωσε ανάγλυφα το Δημοψήφισμα, δηλαδή η πιο σημαντική Πράξη της Μνημονιοκρατίας μετά τα συλαλλητήρια του Φεβρουαρίου του '12. Σε πιο πρακτικά θέματα, λησμονεί ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έφερε την κρίση, δεν πρωταγωνιστούσε στην αντίσταση κατά της Μνημονιοκρατίας, ενώ μέχρι πρόσφατα δεν ήξερε καν πώς να επωφεληθεί κομματικά από αυτήν.

Γενικότερα, η οιονεί γεωπολιτικού χαρακτήρα στόχευση και η αντιμετώπιση της πολιτικής ως κλειστού παιχνιδιού εξουσίας παραγνωρίζει τα θύματα της κρίσης: τους άνεργους, τους αυτόχειρες, τους υπό έξωση (πλέον), τους φτωχούς και τους νεόπτωχους, του εξαθλιωμένους συνταξιούχους και τους αναίτια νεκρούς εκεί όπου στραγγαλίστηκε το κράτος πρόνοιας. Το έγκλημα συνεχίζεται. Το γιατί λούφαξε ο κόσμος πρέπει να αναζητηθεί, όμως να αναζητηθεί αλλού, άλλωστε το κρίσιμο 10% των ιδεολογικών συγκρούσεων της τελευταίας εξαετίας υπήρξε, υπάρχει και θα υπάρχει και είναι πολύ καίριο: είναι ζήτημα ζωής και θανάτου.

GatheRate

Παρασκευή, 20 Νοεμβρίου 2015

Αγόρια και κορίτσια

Δεν ξέρω τι προσέχουν άλλοι όταν τον πρωτοβλέπουν. Εμένα μου έκανε εντύπωση το κεφάλι του. Είναι πραγματικά πολύ μεγάλο. Μόλις τον πρωτοείδα αναρωτήθηκα αν έβρισκε πηλήκιο να φοράει στον στρατό. Μετά συνειδητοποίησα ότι δεν ξέρω από νούμερα καπέλων, αλλά αυτός σίγουρα θα φόραγε δυο νούμερα πάνω από το μεγαλύτερο μέγεθος. Μάλλον οι άλλοι δεν προσέχουνε πόσο μεγάλο κεφάλι έχει γιατί έχει κι αυτά τα μακριά μαλλιά, ίσια και κορακί. Λίγο λαδωμένο το μαλλί. Γυαλίζει.

Ήρθε και μου έπιασε κουβέντα. Γραμμή. Κανονικά, ντουγρού κατά πάνω μου. Αν ήθελε να μου την πέσει και έκανε τον βαριεστημένο αδιάφορο που θέλει κουβέντα, παρίστανε τον βαριεστημένο αδιάφορο τέλεια. Κοίταγε διαρκώς αλλού έπαιζε με το πακέτο, προσήλωνε το βλέμμα στο κενό, έβγαζε τσιγάρο το ξανάβαζε μέσα. Έπινε τζιν σκέτο. Αυτό που σερβίρουμε για τζιν, δηλαδή, το νέφτι. Κατά κάποιον τρόπο με έκανε να νιώθω άνετα. Ήτανε και ήσυχα, νωρίς και ψόφια. Ήτανε μαζί με τρεις πιτσιρικάδες, τους άφησε σε ένα τραπέζι να κοιτάνε τις άμπαλες τις μικρές να κάνουν σώου, τους άφησε εκεί να πωρώνονται κι ήρθε και κάθησε στο μπαρ. Όπως είπα, γραμμή. Πού και πού έριχνε καμμιά ματιά προς το μέρος τους μέσα από τον καθρέφτη πίσω μου και κλεφτά στην πίστα, όταν άλλαζε το κορίτσι, να το τσεκάρει. Αλλά μού μίλαγε διαρκώς και με ειρμό, που λένε. Χωρίς να αφαιρείται. Και άκουγε και τι έλεγα. Αυτό δεν μου είχε ξανασυμβεί: συνήθως οι άντρες που είναι κωλοπετσωμένοι πέφτουλες κάνουνε πως σε ακούνε κοιτώντας σε βαθιά στα μάτια, σκέφτονται τα μύρια όσα στο μεταξύ, περιμένουνε να τελειώσεις τι λες για να σου πούνε τα δικά τους τ' άσχετα. Οι υπόλοιποι, εννοείται, δεν ακούνε καθόλου τι λες, δεν υποκρίνονται καν.

Το μαγαζί είναι καλό, είναι κλασάτο χωρίς να σου πιάνουν τον κώλο (λογοπαίγνιο, χαχά). Τέλος πάντων. Αυτός έφερε τους πιτσιρικάδες, εδώ από δίπλα του Παντείου φαινόντουσαν, θεωρητικά μέσα στο βίτσιο και τα ψαγμένα, πρακτικά με συμμαθήτριες ή με τίποτε συμφοιτήτριες που δεν γουστάρουνε πιο μεγάλους. Τους παράτησε σχεδόν χωρίς να τους μιλήσει κι ήρθε στο μπαρ. Μου έλεγε πόσο μαλάκες είναι οι άντρες στην αρχή. Χαμογέλασα αλλά είπα από μέσα μου "ωχ". Χαρακτηριστική παπαριά κι αυτή, ατάκα ταρίφα που θέλει να καλοπιάσει το γκομενάκι όσο κρατάει η κούρσα. Μετά συνήθως πάει στο πόσο σωστός είναι ο ίδιος. Ή, χειρότερα, στο πόσο μαλάκες είναι οι άντρες γιατί πιάνονται κορόιδα από τις γυναίκες που, χωρίς παρεξήγηση κοπελιά, οι πιο πολλές είστε πουτάνες. Αυτός βέβαια, ο κεφάλας, μου έλεγε πως οι άντρες νομίζουν ότι τους ανήκει ο κόσμος κι ότι οι γυναίκες είναι για το κέφι τους και για ντολμαδάκια. Μετά έπιασε να μου λέει για τους αδερφούς Καραμάζαφ -- και τον κοίταξα καλά καλά, ναι: Καραμάζαφ. Όχι 'Καραμαζόφ'. Μου έλεγε για τον Αλιόσα, τον Ιβάν και τον Μίτκα. Εγώ τους είχα διαβάσει πριν μπω στο Πανεπιστήμιο, τους διάβαζα με διαλείμματα, για ξεκούραση. Ήμουν ερωτευμένη με την Κάτια Ιβάνοβνα και με τον Ιβάν Καραμάζοφ, αλλά ήξερα ότι είμαι η Γκρούσενκα -- δηλαδή έτσι νόμιζα όταν ήμουν κι εγώ 17-18 χρονών. Μου έλεγε για τον στάρετς Ζωσιμά και ότι ο πραγματικός ήρωας είναι ο Σβιντριγκάιλοφ. "Ο Σμερντιάκοφ", τον διόρθωσα. "Ναι, αυτός."

Ανάθεμα κι αν έχει μπει τέτοιος πελάτης εδώ μέσα εδώ και εφτά χρόνια. Δεν εννοώ σαν τύπος ή σαν φάτσα αλλά σαν αύρα, ρε παιδί μου. Έμοιαζε να αισθάνεται άνετα αλλά εκτός τόπου. Κάποια στιγμή, οι πιτσιρικάδες, που παρέμεναν οι μόνοι πελάτες στο μαγαζί, παρήγγειλαν σπέσιαλ. Ο κεφάλας γύρισε, τους κοίταξε όχι για πολλή ώρα, ξαναγύρισε προς τον καθρέφτη χωρίς να τους αφήσει από τα μάτια του, τα είδωλά τους δηλαδή. Μετά με κοίταξε στα μάτια. "Πώς είναι εδώ;", ρώτησε.

Είχε μάτια μικρά, γουρουνίσια σχεδόν, αλλά έλαμπαν. Δεν ήμουν καθόλου σίγουρη ότι έφταιγε το δεύτερο τζιν που του είχα σερβίρει. Δεν ήξερα τι να του πω. Άσε που ξαφνικά εμφανίστηκε κι εκείνη η Μπάμπα Γιάγκα, η Λαρίσα, και ζήτησε μια κοκακόλα. Τα 7-8 δευτερόλεπτα που μου πήρε να την βγάλω από το ψυγείο και να της την ανοίξω αυτή μας κοίταγε, μας σκάναρε. Οι πιτσιρικάδες πίσω από την πλάτη του την είχανε καταβρεί, η Μάρτα κάνει πάντα καλή δουλειά με τα καημένα, και είναι κι έξυπνη και με πτυχίο.

"Δουλειά είναι. Είναι καλύτερη δουλειά από πολλές χειρότερες. Είμαι ανεξάρτητη. Δεν χρειάζεται να μπαίνω σε ξένα σπίτια και να μου πιάνουνε την κουβέντα νοικοκυρές ή να μου κάνουν το αφεντικό. Έχω την ησυχία μου, εδώ πίσω από την μπάρα, την ασφάλισή μου. Βλέπω και μαθαίνω -- σε ποια δουλειά μπορεί να πάει μια γυναίκα και να συνεχίσει να βλέπει και να μαθαίνει μετά τα 30;"

Με κοίταγε σαν να με άκουγε. "Δεν είσαι Ρωσίδα", μου είπε. "Σωστά, δεν είμαι. Αλλά τώρα πια δεν είμαι από πουθενά. Κι αυτό σίγουρα δεν το καταλαβαίνεις." Μετά με κοίταξε σχεδόν σαν να ντράπηκε, τα μάτια του γούρλωσαν κάπως. Θεοσκότεινα έμοιαζαν αλλά έλαμπαν ακόμα. Με ρώτησε αν έχω παιδιά. Για κάποιον λόγο του είπα την αλήθεια, παραδέχτηκα ότι έχω δύο. Δεν είπε τίποτε άλλο σχετικά και έφερε τη συζήτηση στη δική του δουλειά. Ξαφνικά ένιωσα πολύ άβολα: ήμασταν σαν τα αντρόγυνα που κουβεντιάζουν στο κρεβάτι λίγο πριν αποκοιμηθούν, ή μπροστά την τηλεόραση μισονυσταγμένα. Στο μεταξύ είχανε σκάσει 4-5 πελάτες ακόμα, παλιοί και γνωστοί, και υπήρξε η σχετική κινητοποίηση ενώ ο βλάκας ο ντιτζέι έπαιζε πολύ δυνατά τη μουσική, μας βλέπω κατά τις 11 να βουίζουνε τα αυτιά μας έτσι όπως το πάει. Δεν πολυάκουγα τι έλεγε ο κεφάλας, αλλά είχα αυτή την αίσθηση, ότι μιλάω με έναν άντρα στο μπανάλ καθιστικό μας μετά από 30 χρόνια γάμου. Ενώ ο βλάκας ο ντιτζέι είχε βάλει στη Βανέσσα το What do you want from me να το χορέψει. Αν είναι δυνατόν. Σε τι διάολο μαγαζί δούλευε ντιτζέι ο Σίμος πριν τον κουβαλήσει εδώ ο Κιούρτσογλου, ιδέα δεν έχω. Πάντως τον κεφάλα δεν τον άκουγα καθόλου.

Μετά βγήκε η Σάλλυ. Αυτή είναι η ντίβα. Εντάξει, είναι πάρα πολύ ωραίο κορίτσι, δηλαδή μόνο να τη γλείφεις θέλεις, από την κορυφή ως τα νύχια. Από την Γκάνα, δύο μέτρα. Είναι και επαγγελματίας χορεύτρια. Αμίλητη αλλά πολύ καταδεχτική, οι άλλες δεν τη χωνεύουν. Αυτή το ξέρει και έχει μάθει να μην τη νοιάζει. Μάλλον έχει εμπεδώσει ότι είναι η καλύτερη, τη ζηλεύω πολύ γι' αυτό. Πολύ όμως. Να μη σε νοιάζει γιατί ξέρεις. Η Σάλλυ χορεύει μόνο σλόου. Ο κεφάλας σαν να κατάλαβε ότι με την αλλαγή του τέμπο θα μπορούσα να τον ακούω. Όχι ότι είχε καθόλου σταματήσει να μιλάει όσο ο Σίμος βάραγε τα ντάπα-ντούπα. Αλλά κοίταγε έντονα μέσα από τον καθρέφτη πια, προς τους πιτσιρικάδες. Προσπαθούσα να καταλάβω αν ήταν αυτό που νόμιζα. Ώσπου με είδε που παρακολουθούσα το βλέμμα του στον καθρέφτη.

"Είμαι νευρικός απόψε και μιλάω συνέχεια. Σας ζάλισα, συγγνώμη. Ο γιος μου είναι, με κάτι φίλους του. Είναι 24 χρονών. Δεν τον έχει αγγίξει γυναίκα ποτέ, ντρέπεται παθολογικά. Συνεννοήθηκα με κάτι πρώην συμφοιτητές του και τον έφερα εδώ. Κάθομαι εδώ στο μπαρ για να μην τον ευνουχίσω τελείως. Τον έφερα για το άγγιγμα. Έστω για το άγγιγμα. Είναι μεγάλο πράγμα το άγγιγμα. Και πώς μυρίζετε εσείς οι γυναίκες. Και όλα τα άλλα, τι να λέμε. Αλλά είναι σπουδαίο το άγγιγμά σας και πώς μυρίζετε. Αλλα οι άντρες είμαστε μαλάκες και δεν το ξέρουμε. Δεν το εκτιμάμε τέλος πάντων."

Τον κοίταξα με λύπηση. Ντρέπεται παθολογικά και μας τον έφερε εδώ; Και περιμένει να πέσει κλαρίνο ή έστω φραπεδιά εκεί που πήγαν κι έκατσαν μπροστά μπροστά, φάτσα φόρα στη σκηνή; Βρε τον καημένο.

"Δεν με νοιάζει αν θα κάνει κάτι, αρκεί να νιώσει να τον αγγίζουν", συνέχισε αυτός. "Εγώ όλη μου τη ζωή την πέρασα λατρεύοντας γυναίκες, ούτε ζόρια ούτε πόνο ούτε ζημιές έχω να πω: φέρθηκα κύριος στις γυναίκες, μου φέρθηκαν άψογα. Αλλά με αυτό το παιδί, δέκα χρόνια κόλαση ζω, να περιμένω τη ζωή του να αρχίσει. Να τον αγγίξει γυναίκα."

Έβαλα το χαμόγελο το προφέσιοναλ, τον κοίταξα με ψεύτικη εμπιστοσύνη στα μάτια και πήγα να του πω το "Όλα θα πάνε καλά", θα πέταγα κι ένα "κύριε". Με άλλους δυο μαντράχαλους γύρω του και τον μπαμπά στο μπαρ, αν δεν κατέληγε σε ψυχιατρείο αύριο το πρωί, μάλλον θα έφευγε τρέχοντας σε λίγο.

Αλλά τότε είδα τη Μάρτα να σηκώνει έναν ψηλό από τους πιτσιρικάδες, με μεγάλο κεφάλι κι αυτός, και να πηγαίνουνε πίσω. Η Σάλυ είχε κατέβει από τη σκηνή και παραδόξως χαριεντιζόταν με τους άλλους δύο στο τραπέζι. Και η Μάρτα τώρα πίσω μαζί με το παιδί το άχαρο. Ο κεφάλας στο μπαρ, ο πατέρας, κοίταζε μόνο το τζιν του πια. Το τρίτο. Δηλαδή πότε το τζιν και πότε εμένα. Σπουδαίο κορίτσι η Μάρτα, τι να λέμε.

Εικονογράφηση: Les Liaisons dangereuses (1935) του Ρενέ Μαγκρίτ.

GatheRate

Τρίτη, 10 Νοεμβρίου 2015

Θέλω να γράψω μαλακίες

 Απόψε έχω όρεξη να κάτσω να γράψω μαλακίες.

Η πολιτική επικαιρότητα είναι ή κωμική, πέραν κάθε σάτιρας, ή θλιβερή ή αβάσταχτη. Έχουμε χρέος να γράψουμε για τα αβάσταχτα, όμως άραγε είναι αλήθεια ότι εκτέλεσαν 200 παιδιά εν ψυχρώ στην κοντινή μας Συρία; Στη Συρία που είναι πιο κοντά μας από τη Βρετανία ή την Ισλανδία; Δεν θέλω να περιγράψω τι σκεφτόμουν για αυτά τα παιδιά γιατί θα πεταχτεί κανας ψύχραιμος να πει ότι ο χειρισμός του θέματος εκ μέρους μου είναι σπλάτερ. Άραγε είναι αλήθεια ότι πνίγονται στο Αιγαίο του Ελύτη άνθρωποι που ξεφεύγουν από το πολύπλευρο μακελειό της κοντινής Συρίας; Αλήθεια είναι, όπως και ότι υπάρχουν άνθρωποι που κάνουν ό,τι μπορούν για να αποτρέψουν τους θανάτους και για να ανακουφίσουν τους ξεριζωμένους που μέχρι πριν λίγο καιρό ζούσαν όπως εσύ κι εγώ. Όπως είναι οξύτερη αλήθεια ότι ο φράχτης είναι κλειστός για να μη βουρλίζονται οι εταίροι, κάτι ηθικά κουρέλια που κερδίζουν εκλογές στη Μεσευρώπη. Ηθικά κουρέλια που ανεμίζουν και που τα σαρίζει ο άνεμος μέσα στο αχανές ηθικό σκουπιδαριό που λέγεται Ευρώπη. Στην ίδια ηθική χωματερή όπου άταφα σκουληκιάζουν τα κουφάρια του φασισμού, από τα οποία τρέφονται αρουραίοι της απανθρωπιάς, του κέρδους και του laissez faire, laissez passer για λογαριασμό όσων έχουνε λεφτά ή και συμβόλαια με δημόσιους φορείς και τομείς. Στο μεταξύ, πίσω στην κοντινή μας Συρία, αλωνίζουν ποπ κακοί, ποπ με την εφιαλτικότερη εκδοχή του όρου: το Ισλαμικό Κράτος δεν είναι πρακτικά κτηνώδες κι απάνθρωπο, όπως π.χ. οι Αμερικανοί στο Βιετνάμ, οι Ινδονήσιοι που ανέκοψαν εκλογικά το ΚΚ τους εξοντώνοντάς το μαζί με τους ψηφοφόρους του ή οι Κόκκινοι Χμερ. Το Ισλαμικό Κράτος είναι αποκύημα σεναρίου ταινίας δράσης: με εξώφθαλμο σαδισμό και καρικατουρίστικη μισανθρωπία. Σχεδόν σαν κόμικ, ναι, μα κωμικό καθόλου.

Αλλά ας γράψω μαλακίες. Ας ευθυμογραφήσω. Να σας πω λ.χ. ότι δεν γράφω για το σεξ γιατί θα φαίνεται πως έχω να το κάνω πάνω από εξάμηνο και ότι θυμάμαι αχνά ότι καλά ήταν, υπήρχε μια ευχάριστη διάθεση, όσο να 'ναι. Ψέματα θα λέω, αλλά δεν βαριέσαι: αριστερό με έχουν πει, άρα ένα ηθικό πλεονέκτημα το έχω ipso facto, αναπαλλοτρίωτο στο διηνεκές σαν το κληρονομικό χάρισμα εκείνου του μάγου στη γειτονιά της αδερφής μου. Άλλωστε τα κληρονομικά χαρίσματα κι οι αποστολικές διαδοχές θα γίνουνε και πάλι της μόδας, τώρα που ξέρουμε ότι η Εκκλησία είναι μάνα και των αριστερών, τώρα που ο Στάλιν ήτανε καλός άνθρωπος και σπουδαίος ηγέτης αλλά και που οι κομμουνιστές είναι συλλήβδην τέρατα, τώρα που το να πολέμησες για την ελευθερία και την αξιοπρέπεια και για τους ταπεινούς και καταφρονεμένους είναι το ίσο και αντίθετο διάνυσμα του να ήσουν φασιστόσκυλο, κολαμπό, ταγματαλήτης. Τέλος πάντων, είναι καλή εποχή να μη γράφεις για γαμήσια κι ανατροπές παρά για την τίμια ελληνική οικογένεια, για το ότι τίποτε δεν θα αλλάξει αφού ούτε καν το ερυθρό παρεάκι του Σύριζα δεν μπόρεσε ή δεν θέλησε να το πράξει. Τίνα, είσαι η απόλυτη και μία γκόμενα εσύ. Εσύ, η αφέντρα της απόλυτης πολιτικής ντεκαύλας, η χαρά των ελίτ και η χάρος των υποτελών.

Άλλες μαλακίες που μπορώ να πω θα είχανε σκοπό να προκαλέσω. Να κάνουμε λίγο ταραχή, τζερτζελέ, κατάστα. Να πάει λίγο αλλού η κουβέντα. Να δημοσιοποιήσω π.χ. κι εγώ μια λίστα, στην περίπτωσή μου με μπλιαχ, δηλαδή με έργα και με περσόνες που κάνουνε τα άντερά μου να γυρίζουν ή με πράγματα που σιχαίνομαι: τον Χριστιανόπουλο, τον Jarvis Cocker, τον Roberto Benigni, τον Μουζουράκη, τον Matthew McConaughey, τον Κιούμπρικ, τα εντόσθια (εκτός από πατέ), ό,τι έχει να κάνει με ζόμπι (εκτός από το 28 days later), το Grande Bellezza. Θα μας αποσπούσε το λακριντί που θα επακολουθούσε από τα πραγματικά προβλήματα, θα κάναμε λίγη πλάκα. Αλλά πάλι, έχουμε κάμποσα θέματα για κωζερί, όπως τη συζήτηση για το αν το "εθνοκάθαρση" είναι αρκούντως μπαμπάτσικος όρος για τις σφαγές και την προσφυγιά των Ποντίων, όπως την υποψηφιότητα του εξώφθαλμα θλιβερού Άδωνη και των κρυφίως θλιβερών ανθυποψηφίων του (μόνον ο Μητσοτάκης δεν είναι θλιβερός: ο καλός κι εργατικός άνθρωπος δεν χάνεται, ρε, εδώ υπουργοποιήθηκε επί Σαμαρά, τι λέμε τώρα). Έχουμε κι άλλα πολλά, τη μανία καταδίωξης υπουργών, που κατά βάθος είναι σοβαροί άνθρωποι αλλά δεν αφήνουνε να εκδηλωθεί αυτή τους η ροπή, τη σιωπή για τους φασίστες που σιγά σιγά επευλογούνται ως αναγκαίο κακό, ενώ το αναγκαίο καλό συγκυβερνάει και στέλνει στελέχη ανύπαρκτου κόμματος για εξομολόγηση.

Θέλω να γράψω μαλακίες.

GatheRate

Πέμπτη, 5 Νοεμβρίου 2015

Πέντε σούτρες


1.
Υπάρχουν πολλοί τρόποι να κερδίσεις μια γυναίκα ή έναν άντρα. Ο καθένας μας έχει τους δικούς του. Τα πράγματα περιπλέκονται όταν θέλεις να την κρατήσεις ή να τον κρατήσεις. Αυτό είναι και το δύσκολο. Βεβαίως, για πολλούς το να κρατήσεις ένα ταίρι ταυτίζεται με την κτήση του αφού θα έχει προηγηθεί η λεγόμενη κατάκτησή του. Πώς θα επιτευχθεί η κτήση; Κι εδώ υπάρχουνε τρόποι πολλοί: η βία, η αστυνόμευση, ο πειθαναγκασμός, ο πατερναλισμός και άλλοι. Με το που θα εξασφαλιστεί η κτήση του άλλου και θα ανοίξει ο δρόμος στο φορτικό και άνυδρο "για πάντα", εξασφαλίζεται ταυτόχρονα και η απώλειά του: αυτή ή αυτός που κέρδισες είναι πλέον κτήμα σου. Και ως κτήμα χρειάζεται διαρκώς να του ασκείς βία, να το αστυνομεύεις, να το πειθαναγκάζεις, να το πατρονάρεις -- απλώς και μόνο για να παραμείνει δίπλα σου, κοντά σου ή μαζί σου. Εσύ νομίζεις ότι αυτή η διαρκής διαδικασία είναι το γίγνεσθαι του έρωτα, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για τη διαρκή επαγρύπνηση ενός στρατού κατοχής ή μιας μηχανής προπαγάνδας. Ήδη το έχεις απωλέσει το ταίρι σου.

2.
Τον αδύναμο ή, χειρότερα, τον συντετριμμένο άνθρωπο δεν τον προσεγγίζεις με όρους δύναμης, αφού του πρώτου του λείπει και τον δεύτερο τον έχει συντρίψει. Δεν γίνεται να του ζητάς να "βρει τη δύναμη" και να την ασκήσει, δεν μπορεί να απαιτείς να συμμαζευτεί και να σοβαρευτεί και να αφήσει τις μαλακίες. Εν ολίγοις, δεν του ζητάς να πάει να κάνει αυτό ακριβώς που δεν μπορεί να κάνει. Πολλές φορές αυτό που καταπραΰνει και ενδυναμώνει τον αδύναμο να τον πλησιάσεις αφού παραιτηθείς από τη δική σου δύναμη.

3.
Δεν υπάρχουν καθολικές και παγκόσμιες συμβουλές. Κάθε παροχή μη-προσωπικής βοήθειας και χορήγηση γενικών συμβουλών που βοηθούν τους πάντες είναι φενάκη, κάθε κολυμβήθρα του Σιλωάμ όπου ξεπλένονται ολωνών οι νευρώσεις, ανασφάλειες, φόβοι, ακυρώσεις, ματαιώσεις, πόνος είναι γεμάτη νεράκι Καματερού. Από αυτή την άποψη, κάθε συμβουλή ουάν-σάιζ είναι είτε παουλοκοελική αστειότητα είτε απλώς επικίνδυνη.

4.
Η έμφαση στον πόνο του έρωτα είναι καλύτερη μόνον από την ενασχόληση με ανεκπλήρωτους έρωτες. Η έμφαση στον πόνο του έρωτα και η αντίληψη του έρωτα ως πόνου και δυστυχίας και τυράννου είναι θανατολαγνία: μοιάζει με το να έχει ζήσει κάποιος μια υπέροχη ζωή και εσύ να ασχολείσαι αποκλειστικά με τον θάνατό του. Βεβαίως, πολλές φορές αυτή η ενασχόληση είναι αναπόφευκτη, εάν λ.χ. η ζωή υπήρξε υπέροχη για ελάχιστο χρόνο και εάν ο θάνατος ήταν αργός και βασανιστικός κι επώδυνος. Αλλά δεν γίνεται εξ αρχής να ταυτίζουμε τον έρωτα με τον πόνο του τέλους του. Όσο για τους ανεκπλήρωτους έρωτες, τι άλλο είναι παρά εμμονική αφοσίωση στο μη πραγματικό; Αντιλαμβάνομαι ότι πολλές φορές στη ζωή μας υπάρχει χώρος για το μη πραγματικό, ενδεχομένως και για τίποτε άλλο. Αλλά για πόσο;

5.
Η αυτολύπηση και η αυτομεμψία είναι πανίσχυρα δηλητήρια. Σε μικρές και ελεγχόμενες ποσότητες είναι αποτελεσματικά φάρμακα, ιδίως κατά του σολιψισμού και κατά της φρεναπάτης ότι είμαστε το κέντρο του κόσμου. Σε μεγάλες ποσότητες απλώς σε παραλύουν και σε παραδίδουν βορά σε ό,τι ανελέητο και ανθρωποφαγικό υπάρχει.

GatheRate

Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2015

Νᾶφε καὶ μέμνασο ἀπιστεῖν

Μ' αρέσουν τα γενέθλια, μου αρέσει να μου φέρνουνε δώρα και να μου εύχονται και να έχουνε κουβαληθεί φίλοι μου για να γιορτάσουνε μαζί μου.

Την προηγούμενη Παρασκευή 30 Οκτωβρίου, ο Βάσος Γεώργας, από τις εκδόσεις Bibliothèque του οποίου κυκλοφορεί το βιβλίο μου, του οργάνωσε ένα μεγάλο πάρτυ γενεθλίων· του βιβλίου μου. Η μόνη μου συμμετοχή σε αυτό το πάρτυ ήταν ότι ζήτησα από τον Κωνσταντίνο Τζαμιώτη, έναν από τους σπουδαιότερους εν ζωή Έλληνες πεζογράφους, να πει δυο λόγια.

Έφτασα λίγο πριν από την έναρξη σε ένα στολισμένο οικόπεδο-πάρκινγκ (και, ενίοτε, ουρητήριο έκτακτης ανάγκης) απέναντι από τη Βιβλιοθήκη Βολανάκη / White Rabbit στα Εξάρχεια. Μερικοί από εμάς θυμόμαστε τη Βιβλιοθήκη Βολανάκη ως τον τόπο του Φιλοσοφικού Καφενείου και, αργότερα, του Da Sein (έτσι το έγραφαν, νομίζω). Το οικόπεδο ήτανε γεμάτο μπλε και γαλάζια μπαλόνια (φάση It's a boy!) και σειρές από καθίσματα, ενώ στον τοίχο, κάτω από τα μνημειακά γκραφίτι ήταν αναρτημένο ένα μπάνερ μεγάλο με το εξώφυλλο του βιβλίου. Μπροστά από το μαγαζί ένα τραπέζι γεμάτο ολόφρεσκα βιβλία, στη σειρά, με τη μασκοφόρα κεφαλή της Αθήνας να επαναλαμβάνεται γουωρχολικά. Ολόφρεσκα, γιατί τα βιβλία δεν είναι σκούνες, για να είναι "καλοτάξιδα" (μπλιαχ), παρά είναι κρασιά: άλλα ξινίζουν με τον χρόνο, άλλα ξεθυμαίνουν, άλλα κρατάνε, άλλα παλιώνουν. Μέσα στο μαγαζί βρήκα και με βρήκαν και φίλοι και καινούργια πρόσωπα και διακριτικοί άνθρωποι που δεν μου συστήθηκαν καν, αλλά ελπίζω να πέρασαν καλά.

Η παρουσίαση ξεκίνησε. Είχε κόσμο, εγώ στεκόμουν όρθιος πίσω, εν μέρει γιατί δεν βρήκα να καθήσω και εν μέρει για να έχω γενική εποπτεία του χώρου.

Ο Βάσος είπε κάποια πράγματα για το πώς έβγαλε το βιβλίο δια της μεθόδου του "τραβάτε με κι ας κλαίω" και για τις φωτογραφίες που το εικονογραφούν.

Ο καλεσμένος-έκπληξη Γιώργος Μίχος, παλαιός μπλογκάς, μίλησε για την τυραννία της επωνυμίας και για το πώς το μπλογκ παραδίδει καθαρή γραφή χωρίς ονομασία προέλευσης. Με το ζήτημα "ψευδωνυμία" έχω ασχοληθεί εκτενώς παλιότερα και, πιο συνοπτικά, πολύ πρόσφατα. Μου άρεσε πόσο αβίαστα εντάχθηκε η διάτρητη, ή ελαστική, αν προτιμάτε, ψευδωνυμία μου στην εκδήλωση: ναι μεν δεν ανέβηκα στο βάθρο, δεν αποκαλύφθηκα, ωστόσο φωτογραφήθηκα (κυρίως ρωμαϊκώς, προφίλ), υπέγραψα αντίτυπα και βεβαίως συνάντησα πολλούς. Το καλύτερο σχόλιο: "Σας περίμενα ξανθό με μακριά μαλλιά!". Αλίμονο: είμαι Πέρσης κι όχι Υπερβόρειος.

Ο ένας από τους ανθολόγους, ο Χρήστος Νάτσης, δεν είπε πολλά: εξήγησε όμως πώς έγινε η ανθολόγηση και με ποια κριτήρια. Επίσης περιέγραψε τη σχέση του με τα κείμενα που τελικά συμπεριλήφθηκαν.

Ο Κωνσταντίνος Τζαμιώτης ομολόγησε το προφανές: ότι είναι αδύνατο να παρουσιάσεις το βιβλίο μου. Ξεκαθάρισε ότι δεν διαβάζεται από την αρχή μέχρι το τέλος. Ο λόγος: το βιβλίο αποτυπώνει μία φωνή, δεν είναι ούτε ενιαίο κείμενο ούτε σώμα κειμένων. Δευτερολογώντας, επισήμανε και το αυτονόητο, ότι οι φωνές που πρωτοακούστηκαν από τα μπλογκ δεν είναι ούτε λιγότερο αλλά ούτε περισσότερο σημαντικές ή καίριες από τις φωνές που εκφράζονται ποιητικά ή πεζογραφικά.

Η Νάνα Παπαδάκη διάβασε δύο κείμενα: το Arlanda και Το μακάριο ύψος ενός πνευματικού οράματος (ο τίτλος είναι φράση ξεσηκωμένη από τα Πορφυρά Πανιά του Αλεξάντερ Γκρην).

Τέλος, ο άλλος ανθολόγος, ο Νίκος Πριόβολος, μίλησε κολακευτικά και εν είδει πανηγυρικού για τα κείμενά μου μέσα στο βιβλίο αλλά και όσα έμειναν απ' έξω.

Μετά μάς περίμεναν οι Dirty Athens Brass Band με τη μουσική τους, φαγητό ετοιμασμένο από τα χεράκια του Γεώργα και, αργότερα, τραγούδια από τον ντιτζέι Ερρίκο Λίτση (ναι, τον γνωστό ηθοποιό-θρύλο).

*

Όσο για μένα, αισθάνθηκα περιτριγυρισμένος από φίλους. Αν αυτό ήταν πάρτυ γενεθλίων, ήτανε μέσα στα τρία-τέσσερα καλύτερα της ζωής μου. Κι ας ήταν του βιβλίου κι όχι δικό μου.

Για μένα ο βασικός λόγος που βγήκε αυτό το βιβλίο είναι για να αποκτήσουν υλικότητα αυτά τα κείμενα, όπως τα επέλεξαν και τα στίχησαν οι δύο ανθολόγοι και όπως τα εικονογράφησε ο Γεώργας. Τη στεργω την υλικότητα και δεν είμαι από αυτούς που απαξιώνουν το σωματικό, τρισδιάστατο χάρτινο βιβλίο, που γεμίζει το χέρι σου, επειδή τώρα έχουμε ηλεκτρονικά μέσα. Με τον ίδιο τρόπο που δεν απαξιώνω τη ραδιοφωνική παρουσία, διακριτική, επειδή έχουμε την attention whore τηλεόραση. Με τον ίδιο τρόπο που προτιμώ σιντί και βινύλια. Και ούτω καθεξής.

Με αφορμή όσα άκουσα σκέφτηκα και το εξής: πολλοί παραπονιούνται για την πληθώρα εκδόσεων, κυρίως ιδίοις αναλώμασι ποιητικών συλλογών, και δυσθυμούν για τη 'σαβούρα που κυκλοφορεί'. Νομίζω ότι το ζήτημα βρίσκεται αλλού: Μπορεί μεν να γράφουμε για τον εαυτό μας, όπως λέει ο Μπόρχες. Όμως το γραπτό εκτίθεται τελικά. Ακόμη πιο πριν, η ίδια η πράξη της γραφής είναι συνήθως σαν την επιστημονική έρευνα: μια συλλογική και κοινωνική διαδικασία, μια διαδικασία όπου η επιμέλεια, η αυτολογοκρισία, τα σχόλια των αναγνωστών, οι κρίσεις των παλιότερων, ο χρόνος κατά τον οποίο ένα γραπτό ησυχάζει περιμένοντας να το ξαναπιάσεις διαμορφώνουν και τη γραφή και το αποτέλεσμά της, το γραπτό. Στα μπλογκ αυτή η διαδικασία είναι απλώς κάπως πιο ανοιχτή. Οπότε ναι, αφήστε χιλιάδες κρασιά να εμφιαλωθούν, έστω και ως αυτοεκδόσεις, αλλά να προλάβει το κρασί σου να ζυμωθεί: να του δώσεις χρόνο να αλληλεπιδράσει με πραγματικούς, φανταστικούς, ιδεατούς και άλλους αναγνώστες και επιμελητές.

*

Σας προσκαλώ να αποκτήσετε το βιβλίο και να το κάνετε δικό σας το αντίτυπό σας. Όπως συμβαίνει με κάθε βιβλίο, δηλαδή.

GatheRate