Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2015

Η διπλή ζωή

Ταυτίζουμε ανθρώπους γύρω μας με έναν ρόλο τους, μία όψη της ζωής τους. Βεβαίως αυτή είναι μια ταύτιση που πολλοί από εμάς εσωτερικεύουμε: είμαστε μάνα, πωλητής, παππούς, κλειδαράς, ναξιώτης, συνταξιούχος, προϊσταμένη, πασόκος, αεκτζού, ταξιτζής -- και ούτω καθεξής.

Ορίζουμε τους άλλους και αυτοπροσδιοριζόμαστε μονοσήμαντα.

Συνέπεια αυτής της μίας και βασικής ταυτότητας είναι και ότι καταλήγουμε να αντιλαμβανόμαστε τον βίο μας, τον δικό μας και των άλλων, ως κάτι απλοειδές και ως κάτι με εσωτερική συνέπεια: η ζωή μας πρέπει να διακρίνεται από εσωτερική συνοχή μονιστικού χαρακτήρα. Βλέπουμε δηλαδή τη ζωή μας και τον χαρακτήρα μας σαν απλοϊκά θεωρήματα. Αυτός είναι και ο λόγος που η διπλή ζωή (της Βερόνικας ή κάποιου άλλου) ή οι δισχιδείς ή πολυσχιδείς άνθρωποι (π.χ. το πρωί ηλεκτροσυγκολλητής το βράδυ ντιτζέι) μας φαίνονται αξιοπερίεργες περιπτώσεις, ασυνάρτητες σπατάλες ή και αφορμή για καλαμπούρι.

Το παραμύθι του απλοειδούς βίου, ότι λ.χ. κάποιος είναι μάγειρας ή νηπιαγωγός ή πότης και αυτό τον ορίζει με επάρκεια, είναι από αυτά που δεν χορταίνουμε να λέμε στον εαυτό μας και στους άλλους. Και πρόκειται φυσικά για παραμύθι, γιατί κανείς μας δεν είναι απλοειδής και μονοσήμαντος, ακόμα και ο πιο ασκητικός αθλητής, ο πιο αφοσιωμένος στην επιστήμη του σπασίκλας, ο πιο συστηματικός πέφτουλας ή ο πιο στριφνός φιλόλογος. Ακόμα και αν οι χαρακτήρες και οι ζωές μας -- εξαιτίας μάλλον κάποιου θαύματος -- δεν περιέχουν "αντιφάσεις", οπωσδήποτε αποτελούνται από ζωντανά κι δυναμικά στοιχεία που δεν δένουν απαραίτητα μεταξύ τους.

Το παραμύθι καθίσταται επικίνδυνο όταν καλούμαστε να επιλέξουμε τι θέλουμε να είμαστε: ζευγάρι ή γονείς; μάνα ή επαγγελματίας; καλλιτέχνης ή πολίτης; Και καταλαβαίνει κανείς ότι δεν πρόκειται απλώς για ζήτημα κατανομής χρόνου, που είναι σοβαρό ζήτημα αλλά πολλές φορές άσχετο, όταν δει λιγάκι πώς αντιμετώπιζονται από την κοινωνία όσοι αποφασίσουν "δυσί κυρίους δουλεύειν": όχι ως άνθρωποι που θα συναντήσουν πρακτικά προβλήματα (π.χ. χρόνου) αλλά ως άνθρωποι χωρίς αφοσίωση και σίγουρα χωρίς στοχοπροσήλωση. Ο στόχος πρέπει να είναι ένας, ο ρόλος πρέπει να είναι ένας -- έστω κι αν έχεις χρόνο ή δυνάμεις για παραπάνω. Το να μοιράζεσαι, κάτι που τελικά είναι αναπόφευκτο, θεωρείται ένδειξη επιπολαιότητας και προχειρότητας.

Κατά βάθος έχουμε λίγο-πολύ ενστερνιστεί ένα υπερθετικά μοναχικό ιδεώδες, ένα σύστημα κατά το οποίο "ενός εστί χρεία" και σύμφωνα με το οποίο απλώς καλούμαστε να επιλέξουμε σε τι θέλουμε να αφοσιωθούμε κατ' αποκλειστικότητα. Τα πράγματα γίνονται ακόμα πιο αυστηρά και μονολιθικά όταν μέσα στο θεώρημα εισαχθεί ο παράγοντας "αγάπη", αυτό το πασπαρτού: "να αποφασίσεις τι αγαπάς και να αφιερωθείς ολοκληρωτικά σ' εκείνο".

Στο τέλος, όσοι δίνουνε την εντύπωση της ολοκληρωτικής αφοσίωσης γίνονται ινδάλματα και πρότυπα, με ό,τι κόστος και συνέπειες συνεπάγεται αυτό, αφού η "ολοκληρωτική αφοσίωση" σε κάτι ή σε κάποιον είναι είτε φενάκη, είτε ψυχαναγκασμός. Όμως η ιδέα της ολοκληρωτικής αφοσίωσης είναι το ίνδαλμα που προβάλλεται, το πρότυπο, ως τρόπος να ολοκληρώνεσαι και ως προσωπικότητα.

GatheRate

Δευτέρα, 21 Δεκεμβρίου 2015

Charlatans

Ω, μα υπάρχουνε δεκάδες πράγματα για τα οποία δεν μιλάω. Εκατοντάδες.

Εδώ και λίγους μήνες ξανακούω Charlatans. Αυτή τη φορά τους ακούω εντατικά. Απολαμβάνω τα σύνθια που σκάβουν (πόσοι μουσικοί μπορούν να καμαρώσουν ότι τα σύνθια τους σκάβουν;) και τις μαυλιστικές μπασογραμμές που ανεμίζουν, νίβομαι λίγο με τη χαρά της ζωής που βγάζουν και που δεν είναι εξώφθαλμα δεμένη στα ναρκωτικά, όπως με τους Happy Mondays. Γενικά ακούω, και όταν ακούω δεν πολυαναλύω, κι αυτό είναι πολύ καλό.

Σήμερα πάντως, κολλημένος στον δρόμο πίσω από μία μερσεντές υπερβολικά μεγάλη και βαρειά για τις οδηγικές δεξιότητες του οδηγού της, άκουγα πάλι το Then, που έμοιαζε υπερβολικά με μοιρολόι για να καταφέρει να κάνει σουξέ, και μετά το Weirdo, του οποίου το σινγκλάκι το είχε ψαρέψει περιχαρής και περήφανος ο κολλητός μου από το Happening και έβαλε να το ακούσουμε σχεδόν επιτόπου. Τότε δεν μου είχε κάνει ιδιαίτερη εντύπωση το τραγούδι, τώρα το θεωρώ το καλύτερό τους και δεν το χορταίνω. Θυμήθηκα λοιπόν ότι τότε το συγκρότημα το λέγαμε 'Τσάρλατανς' με τον κολλητό και ότι ένας Άγγλος σε οικογενειακό θέρετρο το καλοκαίρι του '91 μου είπε ότι προφέρονται 'Σάρλατανς' με παχύ σ.

Εκείνη τη στιγμή έπεσε το σόλο μπάσο του Weirdo, άναψε κόκκινο και συνειδητοποίησα ότι έχουνε περάσει 25 χρόνια σχεδόν από τότε. Φρέναρα μαλακά. Ο αριθμός μού προκάλεσε δέος. Είναι πολλά τα 25 χρόνια, πολλά είναι: μέσα τους χωράει π.χ. το κατακλυσμιαίο 1949-1974, η εποχή κατά την οποία φτιάχτηκε ο κόσμος που βαλθήκαμε να ξεκάνουμε, μια εποχή τρόμου κι εγρήγορσης, ελευθεριότητας και αμηχανίας.

Μετά άναψε πράσινο και θυμήθηκα τον Άγγλο. Δεν θυμάμαι πώς τον έλεγαν, ήτανε μπουρδούκος και αντιαισθητικά κάτασπρος. Μόλις λίγο μεγαλύτερός μου, κυκλοφορούσε με μια πάρα πολύ σέξι Αμερικάνα στα σαράντα, αδιανόητη ηλικία για μένα τότε, και με την εξάχρονη κόρη της. Η Αμερικάνα είχε όνομα αντρικό τύπου Ντύλαν ή Τσάρλυ και είχε διατελέσει πι-έι (άγνωστη λέξη) του Ρόμπιν Γουίλιαμς. Όλη η παραλία στο οικογενειακό θέρετρο κουτσομπόλευε το αταίριαστο ζευγάρι με το χαριτωμένο παιδάκι, μα εγώ μίλαγα και αγγλικά οπότε μπορούσα να συνεννοούμαι μαζί τους.

Ο Τζέιμς ή Ντέιβ ή πώς τον έλεγαν ήταν από το Σάσσεξ ή από το Σάρρεϋ, κάπου εντελώς Home Counties φάση δηλαδή. Μου εκμυστηρεύτηκε πολύ κομψά ότι δεν είχε σχέσεις με τη σέξι σαραντάρα, η οποία μου άγγιζε το χέρι πάνω στην άμμο και όταν το τράβαγα μού έλεγε να μην σκιάζομαι, αφού απλώς το χέρι μου έπιασε. Στην πραγματικότητα, ο Άγγλος που ήτανε σαν βιομηχανοποιημένο ψωμί σακούλας εγγλέζικο, ήταν ο μπέιμπι σίτερ της μικρής, της κορούλας της Αμερικάνας. Ήταν επίσης decoy (κι άλλη άγνωστη λέξη): παρίστανε δηλαδή και τον γκόμενο-συνοδό της Ντύλαν ή Μπομπ, ή πώς την έλεγαν, για να καλύπτει τη σχέση που είχε εκείνη με έναν ντόπιο, γέννημα-θρέμμα του θερέτρου. Γιατί χρειάζεται decoy, είναι παντρεμένος ο ντόπιος; (Βαγγέλη ή Τάσο ή Κώστα τον έλεγαν; δεν θυμάμαι). Όχι, but his mum does not approve of the American tart, as she calls her. Ο Άγγλος έβαλε το tart στο στόμα της ντόπιας μανούλας του καμακιού. Πώς όμως; Μέσω της αμερικάνας; Αυτή ήτανε του γυμναστηρίου, έκανε κάμψεις στην παραλία α λα καλιφορνέζ, είχε μαλλί κοντό Billy Idol αργασμένο από πυρηνικές βαφές,. Συνεπώς bitch ή slut θα έλεγε πώς αποκαλούν τον εαυτό της, έστω και σε μετάφραση από τα ελληνικά. Μπερδεμένα πράγματα.

Πιο μπερδεμένα ήταν ωστόσο τα υπόλοιπα: η Τσάρλυ ή Ντύλαν έφυγε από την Αμερική με την κόρη της για το γνωστό αμερικάνικο προσκύνημα στην Ευρώπη μετά από διαζύγιο με έναν malakas. Πρώτος σταθμός Αγγλία, όπου γνώρισε τον Ντέιβ ή Ίαν (τον Άγγλο λουκουμά) και τον πλήρωσε να έρθει μαζί της. Στη σάνυ Γκρης γνώρισε, στο οικογενειακό θέρετρο, τον Μπάμπη ή Τάσο -- κι εκεί κλήθηκε ο Άγγλος να κάνει και τον decoy. Ήδη ταξίδευαν μήνες. "Α, προσελήφθην ως μπέιμπι σίττερ αρχικά", διευκρίνισε ο Άγγλος. Άλλες ερωτήσεις δεν έκανα. Δεν χρειαζόταν και δεν το συνηθίζω. Εγώ τότε ημουν ξετρελαμένος με μια Χριστίνα, την οποία είχα δει μόλις μια φορά και μου είχε δώσει το τηλέφωνό της και όποτε την έπαιρνα το σήκωνε ο μπαμπάς της, και η οποία με τάισε συνοπτική χυλόπιτα τελικώς, την τελευταία που έφαγα ποτέ. Αυτά το 1991, τη χρονιά που ξαναγεννήθηκε η Αγία Ρωσία.

Πάντως ο Τζων ή Ντέιβ, ο Άγγλος, άκουγε κι αυτός Σάρλατανς. Και ο Σπύρος ή Κώστας, της Αμερικάνας, ήρθε στην παραλία μια μέρα με κάτι κολλητούς και δεν χάρηκε που με γνώρισε. Και με τον Τζών ή Ντέιβ συζητάγαμε για ίντι γκρουπάκια (μπάντες ήτανε μόνο του δήμου και του στρατού τότε), δυστυχώς του άρεσαν οι Inspiral Carpets.

Τράβηξα χειρόφρενο και έβγαλα το κλειδί.

GatheRate

Πέμπτη, 17 Δεκεμβρίου 2015

Λάσπη ή σκόνη;

Το δίλημμα είναι "λάσπη ή σκόνη;" Γιατί καθαρή δεν τη βγαζεις, όποιος κι αν είσαι, όπου και να ζεις. Μπορεί να έχεις λίγη λάσπη ή λίγη σκόνη. Μπορεί και να έχεις και τα δύο αναλόγως με την εποχή, αν είσαι άτυχος. Αλλά από τη σκόνη και τη λάσπη δεν γλυτώνεις.

Με άλλα λόγια, πρέπει να διαλέξεις τι προτιμάς: να μουλιάζεις και να τα πατάς τα σκατά και να λερώνεις τα ωραία σου παπούτσια; ή να τα εισπνέεις τα σκατά και να μπουχτίζεις τα ωραία σου πνευμόνια;

Μούχλα και μετέωρο ψιλόβροχο ή ξεραΐλα κι απροσμάχητο λιοπύρι;

Μισώ βαθιά τη σκόνη. Εγώ είμαι με τη λάσπη, με τη βροχή, έστω και με τη μούχλα. Καλύτερα να μουλιάζω παρά να αποξηραίνομαι.

Η εικονογράφηση από έργο της Apollonia Saintclair.


GatheRate

Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου 2015

Γυναίκες

Με ξετρελαίνει, μ' αρέσει πώς μας ποθούν οι γυναίκες: ήσυχα, έξυπνα, μονολεκτικά. Με λεπτότητα και ακρίβεια: μας βουτάνε από τον σβέρκο, ή από αλλού, την καίρια στιγμή και μόνο. Χωρίς σάχλες, χωρίς παπάντζες, δίχως κουβέντες μεγάλες, δίχως προκαταβολικές αγάπες και παντοτινότητες. Οι γυναίκες κρατούν το ουσιώδες, είτε βογκητό είτε ιμερικά λόγια, για την ώρα του οργασμού τους. Και μετά πράττουν αναλόγως. Οι γυναίκες πράττουν· εμάς η τρυφηλή εξουσία και τα αόρατα προνόμια 5 χιλιετιών πατριαρχίας μάς έχουνε κάνει καραγκιοζάκια της εξαγγελίας, της αυτοπροβολής και των μεγάλων λόγων. Μπλαμπλαμπλά και πούτσα.

Ποτέ δεν πρέπει να κάνεις μια γυναίκα να χάνει τον χρόνο της. Για κανέναν λόγο. Ο χρόνος των γυναικών είναι πολύτιμος και μετρημένος. Αντιλαμβάνομαι ότι οι σεξιστές αμέσως θα χαμογελάσουν σαρκαστικά, θα πέσουν και αστειάκια με τα "σε 5 λεπτά είμαι έτοιμη". Όμως όσοι άντρες στερεοτυπικά χασομεράμε με τσόντες και μπάλα είμαστε οι τελευταίοι που θα έπρεπε να τολμάμε να αμφισβητούμε τη σπουδαιότητα του χρόνου των γυναικών. Οι γυναίκες ξέρουν και το πότε, ξέρουνε και το για πόσο -- ενώ εμείς πάλι καθόμαστε και βαυκαλιζόμαστε: πάμε, ερχόμαστε, διστάζουμε, τσαμπουκαλευόμαστε, χασομεράμε, επιστρέφουμε και τελικά χανόμαστε. Γιατί είναι τόσο ικανές με τον χρόνο; Δεν ξέρω. Οι γυναίκες ξέρουν γιατί ξέρουν· κάτι εικασίες που συνδέουν την αίσθηση του χρόνου που έχουν με τον μηνιαίο κύκλο τους και με το ελαστικό όριο της εμμηνόπαυσης είναι μάλλον το πώς τα εξηγούνε σ' εμάς, μπας και καταλάβουμε: με όρους κυνηγιού και ματς.

Οι γυναίκες ξέρουν αλλά κάνουνε πως δεν καταλαβαίνουν. Οι άντρες θα σπεύσουμε συνήθως να δείξουμε πόσα καταλαβαίνουμε για τον κόσμο. Όσοι από εμάς είναι αισθαντικάριοι θα επιμείνουν και στο πόσο βαθιά και πλήρως τις καταλαβαίνουμε τις ίδιες τις γυναίκες, έστω κι όταν απλώς ιχνηλατούμε τη σκιά του εαυτού μας που προβάλλεται πάνω τους. Μετά από πέντε χιλιετίες υπό, οι γυναίκες έχουνε μάθει να κρύβουν όσα πρέπει σε λαγούμια και αβύσσους -- σύμβολα και τα δύο του αρσενικού άγχους για τον κόλπο, που είναι η μόνη πραγματική μας Ωγυγία και Αιαία. Επίσης έχουνε μάθει να κρύβουνε  σε δημόσια θέα όσα τις κάνουν ευάλωτες, ποντάροντας στην παροιμιώδη αντρική στραβομάρα. Το μυστικό είναι να τις ακούς, που είναι και το πιο δύσκολο.

Οι άντρες προστατεύουμε τον δικό μας χώρο με σύνορα, πακτώνουμε ψυχολογικά και χρονικά ορόσημα, κάτι nec plus ultra όλο φιγούρα και φαλλό. Είμαστε προνομιούχοι: μεγαλωμένοι φεουδάρχες, ορίζουμε τον κλήρο μας και τον διαφεντεύουμε. Οι γυναίκες προστατεύουν τον δικό τους χώρο κουβαλώντας τον εντός τους και αποτυπώνοντάς τον πάνω τους, γι' αυτό και είναι αναπαλλοτρίωτος, εάν βεβαίως δεν τις σπάσεις και δεν τις υποτάξεις και δεν τους μάθεις να μισούν τη φύση τους. Το οποίο και συχνά συμβαίνει.

Η φωτογραφία είναι του Bernard Boujot.

GatheRate

Τρίτη, 8 Δεκεμβρίου 2015

Ερωτολογίες

Πάμε σιγά σιγά. Ο κόσμος δεν θέλει πια να διαβάζει, σίγουρα δεν θέλει να διαβάζει πολλά. Ο κόσμος δεν θέλει να σκέφτεται, έχει απωλέσει ακόμα και τη χαρά της κουβέντας του καφενέ.


Διάβασα πρόσφατα το παραπάνω παράθεμα από συνέντευξη του Χ. Παπακαλιάτη. Είναι κοινός τόπος αυτό που λέει, είναι μια ιδέα σε κυκλοφορία τουλάχιστον από την εποχή του "οι κυβερνήσεις πέφτουνε μα η αγάπη μένει". Νομίζω όμως ότι είναι πολλαπλά άστοχο το παράθεμα στο οποίο "επιμένει ο δημιουργός": Βεβαίως και ο έρωτας μπορεί να βρεθεί πέραν της πολιτικής, όπως άλλωστε και η τέχνη. Ο έρωτας όπως και η τέχνη, και η υψηλή, που μετακινεί, και η χθαμαλή, που παρηγορεί, αποτελούν παραμυθία, παραμυθία υγιέστερη από τον τρόμο και την έκσταση που τροφοδοτούν τις θρησκείες.

Ο έρωτας είναι όντως και παρηγοριά, ιδίως όταν η πολιτική λανθάνει ή αποτυγχάνει. Αλλά δεν είναι υπερπολιτικός, δεν ξεπερνάει το πολιτικό. Μπορεί μεν να μην ταυτίζονται τα δύο τελικά, ο έρωτας και η πολιτική, όμως συνυπάρχουν χωρίς να αλληλοσυμπληρώνονται και χωρίς να αλληλοεξουδετερώνονται: δύο δυνάμεις που πράγματι απορούν και δυσπιστούν και επαναδιαπραγματεύονται ιδεολογίες και ταυτότητες. Ιδίως όταν βρεθούν στην αγκαλιά της τέχνης, υψηλής ή χθαμαλής.


Παράλληλα, η εξιδανίκευση αλλά και το glamorisation του σεξ είναι μάλλον εξίσου πλανεμένα και στρεβλά με την απαξίωση και την περιφρόνησή του. Είναι χαρακτηριστικό πώς οι εξιδανικευτές και ωραιοποιητές του σεξ το παρουσιάζουν σαν μια δραστηριότητα όπου ο ιδρώτας γυαλίζει σαν μπέιμπι όιλ, το σάλιο απουσιάζει, όλα τα υπόλοιπα υγρά απλώς εξυπακούονται, ενώ τα σώματα είναι κουρδισμένα και σε λειτουργία σαν μηχανισμός ρολογιού, με τα γεννητικά όργανα να παραμένουν χρήσιμοι κι ακριβείς κομπάρσοι. Το σεξ εικονογραφείται σαν υπέροχος χορός, σαν κάτι εικαστικά πανέμορφο και ανεξαιρέτως, ίσως κι ατρέπτως, πνευματικό.

Παιδαγωγικά, κάτι τέτοιο είναι εξίσου βλαβερό με την απαξίωση και τη δαιμονοποίηση του σεξ. Αισθητικά αποτελεί παραμόρφωση κι ευτελισμό του, αφού το εξισώνει με γυμνικό περίπατο τροχάδην υπό ψιλή βροχή.

Μεταξύ του "φυσική ανάγκη, προς πλησμονή και κένωση" και του σεξ ως μυστικής εμπειρίας κάπου θα έχει παραπέσει αυτό που είναι, δηλαδή το εργαλείο που φτιάχνει ανθρώπους και που μας κάνει ανθρώπους, μαζί με τη γλώσσα. Και όταν λέω "ανθρώπους", εννοώ ανθρώπους, όχι Ανθρώπους.


Και ο έρωτας τι είναι; Τι κάνει; Δεν ξέρω, δύσκολα είναι αυτά τα θέματα, γελοιοποιούν τις εξιδανικεύσεις αλλά δεν χωρούν και αναγωγισμούς.

Η δεύτερη φωτογραφία είναι της Irella Konof.

GatheRate