Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2016

Πόρτνοϋ, μανούλες, κέρατο

Τον Οκτώβριο του 2013 έγινα σαράντα χρονών ελπίζοντας ότι θα εκπληρωθεί το γνωμικό και θα αρχίσει η ζωή μου. Το γνωμικό θα δικαιωνόταν μερικούς μήνες αργότερα. Πάντως, λίγες μέρες μετά τα γενέθλιά μου διέσχιζα την πολιτεία της Νέας Υόρκης με αυτοκίνητο. Επειδή δεν μου αρέσει να οδηγώ, έκανα μια συμφωνία με μια συνάδερφο: εκείνη θα οδηγούσε τεσσερισίμιση ώρες πήγαινε συν τεσσερισίμιση ώρες έλα κι εγώ θα αναλάμβανα την επιμόρφωση και την ψυχαγωγία της μιλώντας της.

Αφού ολοκληρώθηκε η επιμόρφωση, κάπου εκεί μετά τον ποταμό Delaware, η συνάδερφος, Αμερικάνα ινδικής καταγωγής από κάστα βραχμάνων, έφερε την κουβέντα στις οικογένειες. Με έκπληξη συνειδητοποίησα ότι οι Ινδές μάνες είναι σαν Μεσογειακές μάνες που, ως γνωστόν, είναι σαν Εβραίες μάνες. Ίδιες όμως, ντιπ για ντιπ: μίρλα, οικοδόμηση ενοχής με διπλές παγιδεύσεις, passive aggression. Μέχρι και στο "πότε θα παντρευτείς παιδάκι μου;". Τη ρώτησα πώς γίνεται, ποια είναι η μέθοδος της Ινδής μανούλας. Οι Εβραίες και οι Ιταλίδες βάζουνε λίγο μέσα τον Θεό για να σε ποδηγετήσουν. "Α, οι Ινδές μανάδες δεν χρειάζονται θεούς, είναι οι ίδιες ο ανικανοποίητος θεός που διαρκώς γίνεται θυσία." Σαν τις Ελληνίδες, της είπα.

Όλα αυτά τα θυμήθηκα απόψε εξαιτίας του Φίλιπ Ροθ. Μετά την Αγανάκτηση, τον Καθένα και το 'Ζώο που ξεψυχάει' -- τρία βιβλία που αγαπώ πολύ -- αποφάσισα να διαβάσω τη 'Νόσο του Πόρτνοϋ'. Με ζορίζει σαν βιβλίο. Βγάζει παντού και καταιγιστικά όλο το ψυχαναλυτικό ζόρι του να έχεις Εβραίο μαμά και Εβραίο μπαμπά (δεν εννοώ τον ἐν τοῖς οὐρανοῖς που έχουμε όλοι μας), εμπειρία που κάνει τους Έλληνες γονείς να μοιάζουν παγεροί middle class Εγγλέζοι μπροστά τους. Το μειονέκτημα του βιβλίου είναι ότι γράφτηκε το 1969 και έκτοτε, κυρίως μέσω Γούντυ Άλλεν, έχουμε φάει πολύ αμερικανοεβραϊκό Angst στη μάπα. Επιπλέον, ο Γούντυ Άλλεν άνοιξε τον δρόμο για να γίνει το αμερικανοεβραϊκό Angst θέμα για αναρίθμητες κομεντί μέχρι και την 'Νταντά αμέσου δράσεως', άρα ως ζήτημα πάει, ψόφησε.

Η Νόσος του Πόρτνοϋ είναι, υποτίθεται, ένας σχοινοτενής μονόλογος που απευθύνεται στον ψυχαναλυτή του Πόρτνοϋ (η συνεδρία πρέπει να είναι πολύ σπέσιαλ και να διαρκεί μέρες). Έχοντας διαβάσει καμμιά σαρανταριά σελίδες σήμερα αισθάνθηκα ότι η δραματοποίηση μέσα από πλήθος ταινιών και μυθιστορημάτων, εν είδει μιας μεγάλης συλλογικής συνεδρίας ψυχανάλυσης, του τι σημαίνει να έχεις Εβραίους γονείς πρέπει να βοήθησε χιλιάδες αμερικανοεβραίους να έρθουνε τουλάχιστον σε επίγνωση της κατάστασής τους, ενδεχομένως και να χειραφετηθούν. Οι Ινδοί ή οι Ιταλοί δεν ξέρω τι έχουνε κάνει για το ζήτημα των μαμάδων τους, άλλωστε αναπόφευκτα ο νους μου πήγε στον ελληνόφωνο κόσμο.

Μανάδες που μας παιδεύουν υπάρχουνε παντού στην ελληνική πεζογραφία: από τη Γυναίκα της Ζάκυθος και τον Βιζυηνό (κι εδώ μιλάμε μάλλον για τα πελωριότερα πεζογραφήματα που έχουνε γραφτεί στα ελληνικά) μέχρι 'Το βιβλίο της Κατερίνας' του Κορτώ. Βεβαίως, πουθενά δεν βλέπω, χωρίς να παριστάνω τον φιλόλογο, την άγρια αποδομητική και εικονοκλαστική διάθεση που έχει ο Πόρτνοϋ απέναντι στη μητέρα του. Γενικά, νομίζω ότι η νεοελληνική λογοτεχνία δεν είναι ακόμα έτοιμη να τα βάλει με τη μαμά. Και πάλι, φιλόλογος δεν είμαι, μπορεί να μου διαφεύγει κάτι προφανές.

Απεναντίας, από τη δεκαετία του '70 και μετά η πραγματική ελληνική κοινωνία πασχίζει να ριζοσπαστικοποιηθεί κυρίως μέσα από το κέρατο, κάτι ενδεχομένως ατελέσφορο αλλά που οπωσδήποτε αντανακλάται στην ελληνική πεζογραφία. Δεν είναι νομίζω τυχαίο το ότι η κυκλοφορία της ελληνικής πεζογραφίας άρχισε να αναζωογονείται στα μέσα της δεκαετίας του '80 με τις πωλήσεις έργων όπως λ.χ. το Τάλγκο, του Αλεξάκη (με κινηματογραφική μεταφορά τον 'Ξαφνικό έρωτα '), η Πλωτή Πόλη της Δούκα ή τα μυθιστορήματα της Μ. Βαμβουνάκη. Φαίνεται πως η ελληνική "ψυχή", αντί να επιτεθεί κατά μέτωπο και στο πεδίο της μάχης στον ιερό θεσμό της οικογένειας και στο ιερό πρόσωπο της μάνας που την εμψυχώνει, προτιμάει τον ανταρτοπόλεμο.

Δεν ξέρω και σίγουρα δεν θέλω να τσακώσω καμμιά μεγάλη ανάλυση. Πάντως δεν είναι τυχαία η λειτουργία της μοιχείας στην πολύ νεώτερη ελληνική πεζογραφία: αντίθετα με το τι συμβαίνει στο λαϊκό τραγούδι ή στο εμπορικό αμερικανικό σινεμά, το κέρατο δεν είναι αφορμή καταστροφής και απώλειας παρά γεγονός που γίνεται αφορμή επιφάνειας, γεγονός σημαδιακό. Ακόμα και όταν δεν εξιδανικεύεται, η μοιχεία μεταφράζεται σε παράγοντας που εξαναγκάζει τον ήρωα ή την ηρωίδα να αφυπνιστεί και να αναθεωρήσει τη ζωή της ή τη ζωή του.

Όμως θα είχε πλάκα, έστω και πενήντα χρόνια μετά, να έβγαινε ένας Έλληνας Πόρτνοϋ.

GatheRate

Πέμπτη, 25 Φεβρουαρίου 2016

Τετραετίες


Το 2004 νομίζαμε ότι θα είμαστε η γενιά των Ολυμπιακών Αγώνων. Ναι, ξέρω ότι είχατε δει την απάτη του καπιταλισμού κτλ. κτλ. και απείχατε από όλο αυτό το πανηγύρι των πολυεθνικών κτλ. κτλ. αλλά για 13 μέρες η Αθήνα ηταν ένα μεγάλο και ατελείωτο πάρτυ, παντού. Όμως οι Ολυμπιακοί τελείωσαν, οι ολυμπιακές εγκαταστάσεις σαπίζουν και το Ελληνικό θα γίνει μονολιθικές πολυκατοικίες με ολίγη από σκονισμένη πρασινάδα.

Το 2008 πιστέψαμε ότι η εξέγερση θα κινητοποιούσε και θα αφύπνιζε τη γενιά μας -- αν δεν την επαναπροσδιόριζε ριζικά. Πριν καλά καλά μπει το 2009 τα καθεστωτικά μέσα ενημέρωσης φρόντισαν να μας πείσουν ότι επρόκειτο για οργανωμένη αλητεία και τσαμπουκαλέματα πλουσιόπαιδων. Κάποιοι που ψέλλισαν μισή κουβέντα για το πώς και το γιατί του Δεκέμβρη έσπευσαν να ανακαλέσουν και να δηλώσουν δημόσια μεταμέλεια. Έκτοτε προσκυνάμε την κανονικότητα απ' όπου κι αν προέρχεται.

Το 2012 νομίζαμε ότι θα είμαστε η γενιά της αντίστασης στον καπιταλισμό στη βαρβαρότερη εκδοχή του που μας συντρίβει, ίσως να γινόμασταν και η γενιά της εξέγερσης. Οι λιγότερο αισιόδοξοι ελπίσαμε ότι θα είμαστε τουλάχιστον η γενιά που θα ξαναμάθει την Πολιτική μέσω της αλληλεγγύης και της ενσυναίσθησης. Όμως η συντριπτική κρατική βία του Φεβρουαρίου μάς άφησε να περιμένουμε ήσυχα τη μέλλουσα βασιλεία του ΣΥΡΙΖΑ επί γης. Στο μεταξύ η μηχανή της πολιτικής ενοχής μάς πειθανάγκαζε για το ότι φταίμε επειδή δεν αλλάζουμε.

Το 2016 μετράμε δύο χρόνια προσφυγιάς μετά τη Λαμπεντούζα. Μιλάμε πια για "ροές" ανθρώπων σε μια χώρα που έστελνε μετανάστες και που δέχτηκε ομογενείς πρόσφυγες εξίσου σκατόψυχα με όσους υπερχρεώνουν νερό και φορτιστές. Μιλάμε με απάθεια αν όχι με απέχθεια για χιλιάδες θύματα μιας ηθικά νεκρής Ένωσης, παιδιά και άλλους. Μιλάμε για λίχνισμα ανθρώπων και για μάντρωμα κυνηγημένων. Είμαστε ηθικά χρεωκοπημένοι και εγκληματούμε.

Ακόμα και χωρίς κλάψες και αριστερούλες ηττοπάθειες, ακόμα και χωρίς ενοχές που εγγυώνται την αδράνεια, τώρα πια ξέρουμε ότι τελικά είμαστε η γενιά που άφησε τους πρόσφυγες να ψοφάνε μεταφορικά και κυριολεκτικά.

Και ξέρουμε τι συμβαίνει, τι είναι ο καπνός που ντουμανιάζει πάνω από τα στρατόπεδα, και δεν κάνουμε τίποτα, όταν δεν επικροτούμε πολιτικές που έντρομες κατευνάζουν τον νέο ευρωπαϊκό φασισμό. Στέκουν μόνο λαμπρές εξαιρέσεις, άνθρωποι και συλλογικότητες που κάποτε θα αγιοποιηθούν στο μέλλον και που θα χρησιμεύσουν για την εξιλέωση όλων μας: ακριβώς όπως μια χούφτα αντιστασιακών στη χούντα των νοικοκυραίων, των "έκανε έργα" και του "εργατιά αγροτιά Παπαδόπουλο ζητά" ή όπως η Εθνική Αντίσταση στην Κατοχή των δωσίλογων, των μαυραγοριτών και των ταγματαλητών.

Στην πασίγνωστη πια φωτογραφία, ο ήρωας August Landmesser.

GatheRate

Δευτέρα, 22 Φεβρουαρίου 2016

Συνειρμοί


Όταν για χρόνια προσπαθείς να ξεχάσεις το παρελθόν σου, επειδή είσαι μαλωμένος μαζί του, και επανασυνδεθείς μαζί του κάθε ανάμνηση από τότε μοιάζει με επινοημένη. Ξαναθυμάσαι το παρελθόν και νομίζεις πού και πού ότι το επινοείς.

Απόψε θυμήθηκα τον Αβραάμ. Ο Αβραάμ ήτανε γέννημα θρέμμα Πολίτης και ήρθε στην Ελλάδα, στο Φάληρο βεβαίως, έναν χρόνο πριν τον γνωρίσω μέσω κοινού φίλου. Δεν τον άφησε να πάει φαντάρος το ελληνικό κράτος, Τούρκος πολίτης γαρ, κι έτσι έπιασε δουλειά στην οικογενειακή επιχείρηση στην Αθήνα. Ο άνθρωπος καταγόταν από την μία Κοσμόπολη του Παλαιού Κόσμου αλλά είχε το βλέμμα σαστισμένου και αμυντικώς τσαμπουκαλεμένου ΕΛΔΥΚάριου από χωριό της Γουμένισσας ή της Νιγρίτας που βολτάρει αδειούχος παρέα με κωλοπετσωμένους από Μενεμένη και Περιστέρι. Μου έλεγε ο Αβραάμ ότι οι Έλληνες της Πόλης, της δικής του κάστας τουλάχιστον και τότε στην εκπνοή της δεκαετίας του '80, ζούσανε σαν ξένοι μέσα στη δική τους αχανή και ακατάληπτη Πόλη. Χάρη στον Αβραάμ κατάλαβα δύο ιστορίες του παππού μου, αν και αυτός άφησε την Πόλη το 1924.

Η πρώτη ιστορία είναι ότι όταν κατέβηκε στη Σαλονίκη παρατήρησε δύο πράγματα: οι Εβραίοι μίλαγαν άλλη γλώσσα από αυτή των Εβραίων της Πόλης. Επίσης, όλοι βλαστήμαγαν. "Ταράχτηκα κι έλεγα 'τώρα θα πέσει φωτιά να τον κάψει αυτόν'. Όταν πάλε δεν έγινε τίποτα, έχασα κι εγώ την πίστη μου".

Η δεύτερη ιστορία του παππού διαδραματίζεται κάποια χρόνια μετά στην Αθήνα στο τυπογραφείο του Μυρτίδη, όπου δούλευε μαθητευόμενος τυπογράφος. Εκεί γνώρισε τον Κατσίμπαλη. Προφανώς ο Κατσίμπαλης τον αντιμετώπιζε με τον τρόπο που έβλεπα εγώ τον Αβραάμ, σαν ένα παιδί χαμένο μέσα στην Αθήνα, σαν να 'ταν χωριατόπαιδο κι ας ήταν Σταμπουλιώτης. Ανέλαβε να του μάθει τα "κατατόπια", γέλαγε δυνατά με τα "βιδολόγος", τα "τυρί άσπρο" και τα "maşallah!" του παππού μου, τον δίδαξε με το στανιό ορθογραφία γιατί ο τυπογράφος πρέπει να βλέπει τα λάθη οπτικά, χωρίς να διαβάζει.

Εγώ δεν ήξερα ποιος ήταν ο Κατσίμπαλης μέχρι τη στιγμή που ο παππούς είπε τη μαγική λέξη "Σεφέρης". Ήμουν Β' Γυμνασίου και το ένα έφερε το άλλο: ο Σεφέρης τον Καραντώνη, ο Καραντώνης τον Κατσίμπαλη, ο Κατσίμπαλης τον Κολοσσό του Μαρουσιού.

Διάβασα τον Κολοσσό 2-3 χρόνια αργότερα και ακόμη πιο μετά συνειδητοποίησα ότι εκείνο το ωραίο παρατημένο σπίτι με τη ζουγκλώδη περίκλειστη αυλή στο Μαρούσι, στα σύνορα με την Πεύκη, μπροστά από το οποίο περνάγαμε βολτάροντας με Νίκο και Γιώργο ήταν το περίφημο σπίτι της Μαγκουφάνας, εκεί όπου κατοικούσε ο Κολοσσός Κατσίμπαλης. Από το βιβλίο του Μίλλερ συμπεραίνει κανείς ότι ο Κατσίμπαλης πρέπει να ήταν μεγάλη μορφή στις παρέες της εποχής και φίρμα κανονική: η ψυχή της παρέας. Η σκιά του Κολοσσού πέφτει και στο σεφερικό έργο, σε τόση έκταση που ένας φιλόλογος φίλος ισχυρίζεται ότι δεν θα υπήρχε Σεφέρης χωρίς Κατσίμπαλη, Καραντώνη, Σαββίδη -- εγώ όμως αυτά δεν τα καλοξέρω.

Παρ' όλα αυτά, εκείνος που ο ομολογουμένως φαφλατάς κι αμπλαούμπλας Μίλλερ αποκαλεί στην εποχή του Κολοσσό έχει αφήσει ίχνος εξίτηλο και αμυδρό, γιατί δεν ύφανε έργο υλικό κι αποτυπωμένο. Είναι και ο Κατσίμπαλης ακόμη ένας "κάποιος καταπληκτικός", όνομα μαζί με τα ονόματα του τάδε ή του δείνα σε πλατωνικούς διαλόγους, σε λατινικά σατιρικά ποιήματα και σε καλλιτεχνικές παρέες από Αναγέννηση και μετά. Αν και βεβαίως η υστεροφημία αφορά πολλούς αλλά ποτέ τον θανόντα φορέα της.

Πάντως ο Μίλλερ θεωρούσε τις ελληνίδες κακάσχημες, ισχυρισμός που επαναλαμβάνει και στον Τροπικό του Καρκίνου, και επέχαιρε με την προσφυγιά του '22-'23, που μπόλιασε την Ελλάδα με ομορφιά.

Καλά όλα αυτά, αλλά τι σχέση έχουνε με το παρελθόν το δικό σου, που το ξαναθυμάσαι και νομίζεις ότι μπορεί και να το έχεις επινοήσει; Ω, μα καμμία.

GatheRate

Παρασκευή, 19 Φεβρουαρίου 2016

Μαύρη χήρα


Η μάνα μου ήτανε καλλονή. Όταν ο παππούς μου την άφησε να πάει σε χορό για πρώτη φορά, στους Εγγλέζους, κάποια λέσχη είχανε, κάτι τέτοιο, έπεσε αναστάτωση σε ολόκληρο το Χαρτούμ. Τι να σου λέω, παιδί μου, χαμός. "Η Ελληνίδα" και "η Ελληνίδα" -- χαμός. Η μαμά μου ήτανε σαν κι εμένα, μόνο που είχε πάρει τα μαλλιά της μάνας της, της γιαγιάς μου, που ήταν από την Ανδραβίδα. Δηλαδή κάπως είχε πάρει τα μαλλιά της, όχι ακριβώς. Αϊσέ την έλεγαν. Τέλος πάντων, την ξέρεις την ιστορία, κατέβηκε ο μπαμπάς μου με την κυβέρνηση στην Αίγυπτο και μετά κάπως με τους Άγγλους, δεν ξέρω κι εγώ πώς, βρέθηκε το '41 στο Χαρτούμ με πολλά λεφτά. Γνώρισε τη μαμά μου, την Ελληνίδα, και το '42 έκαναν εμένα.

Σαν όνειρο το θυμάμαι το Χαρτούμ. Θυμάμαι τον Νείλο. Όταν πρωτοείδα θάλασσα, στην Αλεξάνδρεια στο λιμάνι το '53, ρώταγα τον πατέρα μου γιατί είναι τόσο φαρδύς ο Νείλος εκεί. Μετά έμαθα ότι αυτό είναι θάλασσα και δεν έχει τη χάρη του ποταμιού, παρά είναι θηρίο που ανακατώνεται και γεμίζει αλάτι τα γυαλιά σου. Ναι, από μικρή τα φόραγα και όλοι έλεγαν στην Κυψέλη τι κρίμα να κρύβω τα μάτια μου πίσω από γυαλιά αλλά η μάνα μου κι ο πατέρας μου ήταν Ευρωπαίοι, από το Χαρτούμ ερχόντουσαν, και τους κορόιδευαν τους Κυψελιώτες. Άλλωστε τι ήταν η Αθήνα τότε; σχεδόν τη θυμάμαι: ένα χωριό σκονισμένο. Εκεί στο Πολύγωνο σχεδόν είχε παράγκες ακόμα, τα σύνορα της Κυψέλης ήταν η Ευελπίδων.

Μεγάλωσα στην Κυψέλη. Στο γυμνάσιο εδώ ήμουνα πρώτη, είχαμε καλό δημοτικό στην παροικία. Μαύρη με ανέβαζαν, αραπίνα με κατέβαζαν, αλλά μίλαγα ελληνικά καλύτερα από τα άλλα παιδιά στο σχολείο. Κι ο πατέρας μου ήταν κύριος με κουστούμι και καπέλο και τσιγάρα αμερικάνικα. Η καημένη η μάνα μου, όμως, αχ η μαμά μου, δεν την ήθελε την Κυψέλη, δεν την ήθελε την Ελλάδα. Στο Χαρτούμ ήταν Ελληνίδα και καλλονή, εδώ ήταν η Αϊσά η αραπίνα -- η κυρία Τερζίδου, στην καλύτερη περίπτωση.

Το '57 γνώρισα τον άντρα μου, τον παππού σου. Ήταν Ιούλιος, φόραγε ένα μαύρο κουστούμι και ίδρωνε όσο δεν φαντάζεσαι. Κουβάδες ίδρωνε. Μόλις είχε τελειώσει το στρατιωτικό κι αμέσως τον έβαλε ο πατέρας του, ο πεθερός μου, στη δουλειά. Εργολάβος. Εμείς μέναμε ήδη έδώ που είμαστε, τότε η Φωκίωνος ήταν πολυτέλεια, χλιδή που λέτε τώρα, την πήρα προικιό. Ο κόσμος ξέρεις έμενε σε μικρά δωμάτια που βρώμαγαν υγρασία τον χειμώνα και σκόνη το καλοκαίρι, με καμπινέ εξωτερικό. Εμείς όμως ζούσαμε σαν βασιλιάδες. Ήρθε λοιπόν ο Τάκης να μιλήσει με τον πατέρα μου για κάτι διαμερίσματα που ήθελε να αγοράσει ο μπαμπάς, οι μπαλκονόπορτες ήταν ορθάνοιχτες γιατί στον τέταρτο φύσαγε ακόμα περισσότερο τότε, είχαμε και ασανσέρ, άλλοι δεν είχαν. Αλλά ο Τάκης ίδρωνε. Μια κοίταγε εμένα μια τον πατέρα μου. Ίδρωνε πολύ. Εγώ ήμουν καθισμένη στην άλλη μεριά του σαλονιού και διάβαζα στα γαλλικά τα Αγνά Νιάτα, του Toth. Μου το είχανε συστήσει στο κατηχητικό, γιατί ήμουν ανεπτυγμένη κοπέλα. Κατάλαβες τώρα, σωστή γυναίκα ήμουν. Στο κατηχητικό πήγαινα για χατήρι του πατέρα μου, κυριακάτικα, η μάνα μου ήταν και παρέμενε μουσουλμάνα, "μωαμεθανή" έλεγε και στην ταυτότητα.

Όταν έφυγε ο παππούς σου, κάτω από το φλυτζάνι του καφέ του βρήκα έναν αριθμό. Αρχικά δεν ασχολήθηκα. Έλεγα στον εαυτό μου ότι ήταν άσχημος. Αν άντρας έχει προγούλι στα εικοσιτρία, πώς θα είναι στα σαράντα; Κι εμένα, ρε λεβεντάκο μου, πάντα μου άρεζαν οι ωραίοι οι άντρες.

Τελικά τον πήρα τηλέφωνο τον Τάκη. Ξένη ήμουν, αραπίνα ήμουν, πλουσιοκόρη ήμουν: λογαριασμό δεν έδινα σε κανένανε. Πήγαμε για μια πορτοκαλάδα εδώ κοντά στο σπίτι, γεμάτη από ζαχαροπλαστεία ήταν η Φωκίωνος. Βεβαίως εγώ ήμουνα μαθήτρια κι έπρεπε να προσέχω μη μας δει κανα μάτι, άγχος το είχα. Ο Τάκης μού έλεγε κάτι χαζομάρες, κάποιος τον είχε δασκαλέψει: ότι είμαι σαν αφρικανίς βασίλισσα (όχι αφρικανή, αφρικανίς), ότι μοιάζω με οπτασίαν οάσεως, ότι είμαι δαμάστρια λεόντων. Εγώ γέλαγα: αυτός νόμιζε επειδή ψηνόμουν, εγώ γιατί με πέρναγε για δούλα του Ταρζάν. Ευτυχώς τέτοιες κουταμάρες δεν μου ξαναείπε, ευτυχώς γιατί μετά από λίγο δεν θα είχανε πλάκα.

Ε, αγαπηθήκαμε. Πολύ. Παντρευτήκαμε το '59 στον Άη Γιώργη, δόξη και τιμή. Ο παππούς σου ο Τάκης ήτανε καλός σε όλα του, κατάλαβες. Και σωστός. Και δεν ήτανε τζογαδόρος, μάστιγα τότε ο τζόγος. Σινεμά, θέατρα, κέντρα -- τίποτε δεν μας έλειψε. Και στοργικός, πολύ. Η θεία σου γεννήθηκε το '60, ο θείος σου το '65 και η μάνα σου το '69. Ενδιάμεσα κάτι αποβολές... έτσι ήτανε τότε. Μετά τη μάνα σου έπαιρνα το χάπι. Όλες παίρναμε το χάπι τότε. Ζούσαμε καλά. Ο κόσμος υπέφερε αλλά εμείς ζούσαμε λαμπρά. Μην ακούς τι λένε, δεν ήτανε καλύτερα τότε. Χαφιές, παπάς, χωροφύλακας (όχι στην Κυψέλη, εμείς ήμασταν Αθήνα, Αστυνομία Πόλεων, σχήμα λόγου). Πάντως με τα παιδιά συμβαίνει το εξής: δεν περνάει ο καιρός, ιδίως άμα δεν κοιμούνται ή άμα αρρωστήσουν, αλλά περνάνε τα χρόνια. Γρήγορα. Πέρναγαν τα χρόνια και πέρναγαν καλά.

Βρέθηκα λοιπόν 35 χρονών γυναίκα να έχω τρία παιδιά, το προικιό μου εδώ, εδώ που θα πεθάνω, ψηλά πάνω από τη Φωκίωνος, και 17 χρόνια παντρεμένη. Είναι πολλά 17 χρόνια, τα παλιά τα χρόνια δεν κράταγαν τόσο οι γάμοι, ένας από τους δύο θα χήρευε -- το ίδιο και οι φτωχοί στο Χαρτούμ. Εγώ ένιωθα νέα γυναίκα, αν και τη δεκαετία του '70, ε, μετά τα τριάντα έμπαινες στη μέση ηλικία αν ήσουνα γυναίκα. Τον Τάκη τον αγαπούσα και δεν έπαψα ποτέ να τον αγαπώ. Άρχισε όμως κι αυτός να βγαίνει. Βέβαια στη δουλειά του πάντα σε τραπεζώματα γίνονταν οι δουλειές, αλλά καταλάβαινα ότι έβγαινε πια και για ποτά, θυμάσαι πόσο την ήθελε τη βότκα, έβγαινε και με γυναίκες. Κάναμε στην αρχή κάποιους καβγάδες. Εμένα βεβαίως με φρόντιζε πάντα, αδιαλείπτως και με έγνοια, αλλά έβγαινε και με άλλες. Ε, και εκεί το '76, το θυμάμαι, που ήτανε κι ο κόσμος πιο ελεύθερος, που όλες παίρναμε το χάπι, που δεν είχαμε και AIDS, έκανα κι εγώ τον πρώτο δεσμό. Εξωσυζυγικό.

Δεν ήταν δύσκολο. Πάντα με κοίταζαν στον δρόμο. Μαύρη στην Αθήνα, σπάνιο θέαμα τότε. Κι ωραία μαύρη η γιαγιά σου. Κι όταν άνοιγα το στόμα μου ακούγαν ελληνικά. Και πάντοτε ντυνόμουν μοντέρνα, ας είναι καλά ο παππούς σου. Ήμουν φρόνιμη, δεν θα έμπλεκα με γείτονα. όχι βέβαια, η γειτονιά στην Αθήνα είναι χωριό, έφεραν τα χωριά μαζί τους, τρομάρα τους. Επίσης, εκείνο τον πρώτο καιρό, έλεγα "εραστές έχεις, μα τον άντρα σου αγαπάς: το στεφάνι σου".

Ε, την πρώτη ιστορία την έχεις καταλάβει: ο γιατρός στη Μιχαήλ Βόδα. θα σου τα είπε η μάνα σου... Στο ιατρείο του συναντιόμασταν. Ωραίος άντρας, θερμός. Μύριζε κι ωραία. Με φίλαγε πάρα πολύ αδέξια, σαν μαθητής. Ήτανε στην ηλικία μου, οπότε με έκανε να νιώθω μικρότερη: μην ξεχνάς πως ο παππούς σου με περνάει εφτά χρόνια. Με πέρναγε. Δεν με περνάει πια. Σύντομα θα τη φτάσω την ηλικία του.

Ήτανε κι άλλοι. Δεν θέλω να πω πολλές λεπτομέρειες. Ήτανε κάποιοι μικρότεροι, τους ξετρέλαινε που ήμουν, λέει, μιγάδα. Εγώ εκνευριζόμουν να με λένε έτσι: ή πείτε μαύρη, αραπίνα, ή τίποτα. Τι θα πει "μιγάδα"; Μιγάδες είναι οι μουλάρες. Ήτανε κι άλλοι, όμως έλεγα πάντοτε στον εαυτό μου "Μόνα, οι amants είναι της χαράς και της χαράς της ζωής, ο Τάκης είναι η αγάπη σου και ο άντρας σου κι ο πατέρας των παιδιών σου". Εκείνη την εποχή και ο παππούς είχε ερωμένες, όχι μόνο μπαρόβιες, αλλά δεν ξέρω αν έκανε τέτοιες σκέψεις. Άντρες, δεν βγάζει άκρη κανείς μαζί σας: περιφράζετε τον κόσμο σας και ζείτε εκεί μέσα μόνοι, ολομόναχοι, με τις σκέψεις σας και τις λόξες σας.

Με τον Τάκη αγαπιόμασταν. Και μου λείπει ακόμα ο παππούς σου, παιδί μου, και σαν άντρας... Έπαθα κι εγώ λοιπόν το σοκ εκεί στα σαράντα. Με εκείνη την υπόθεση πήγαν όλα λάθος. Αλλά όμορφο λάθος, όμορφο. Στον γάμο που λες της θείας σου το '81, μια βδομάδα πριν κλείσω τα σαράντα, γνώρισα έναν πιτσιρικά. Τι πιτσιρικάς, εικοσπεντάρης ήταν αλλά τότε δεν πήγαινες με μικρότερο άντρα, πάει και τελείωσε. Το καλό με αυτόν, να σου πω το όνομά του, δεν έχει σημασία, Χρήστος, ήταν ότι δεν ήτανε μαλακισμένος. Εντάξει, ήτανε κνίτης, όμως είχε μυαλό το παιδί. Και είχε καλλιέργεια κι όρεξη στον έρωτα: ούτε παραμυθιαζόταν με την αραπίνα τη σιτεμένη, ούτε μου φερόταν σαν ήτανε μυξιάρικο. Ωραίος, σωστός, απελευθερώμενος. Ομιλητικός. μαθηματικός σε φροντιστήριο ήταν αλλά μιλάγαμε πολύ για τον Χατζιδάκι και τον Ελύτη, όλοι μίλαγαν τότε για τον Ελύτη. Κι εκεί ήρθε η κρίση σ' εμένα, η κρίση η δική μου: τον αγάπησα. Άμα έχεις και άντρα και παιδιά και έρωτες, την αγάπη την ξεχωρίζεις. Αμέσως. Τον αγάπησα. Κι αν ήμουν Αμερικάνα κι όχι η Μόνα, η κυρία Πετράκη από την Κυψέλη, θα χώριζα πολιτισμένα και θα ζούσα μαζί του. Μη με κοιτάς έτσι, τι νόημα έχει να κρυβόμαστε πια, πάνε και τόσα χρόνια. Αλήθεια λέω. Τον Χρήστο τον αγάπησα στ' αλήθεια. Μέχρι και βέρα θα ξαναφόραγα γι' αυτόν.

Αλλά δεν ήμουν Αμερικάνα. Κι είχα και παιδιά. Κι αγάπαγα και τον παππού σου. Μετά από τρία-τέσσερα χρόνια διέκοψα, του είπα να βρει ένα κορίτσι να παντρευτούν. Με τα πολλά αυτό έκανε. Μετακόμισε στη Ζάκυνθο, άνοιξε εκεί φροντιστήριο. Μιλάμε ακόμα, μια φορά τη βδομάδα, τον κοροϊδεύω: είμαι πια γριά και χήρα και δεν βλέπομαι, του λέω. Εκείνος δεν απαντάει. Μιλάμε. Το κλείνουμε κι ύστερα είμαι χάλια, καμμιά φορά πίνω μισό λεξοτανίλ.

Φυσικά και παίρνω φάρμακα: τα φάρμακα κάνουνε καλό. Τα φάρμακα είναι φίλοι μας. Και το κρασί επίσης.

Μετά ήρθανε κι άλλοι. Δεν τους υποτιμώ. Η χαρά της ζωής είναι ο έρωτας. Σε βγάζει έξω από το σπίτι και έξω από τον εαυτό σου, σε κάνει να νιώθεις πως δεν είσαι μόνο σύζυγος, μάνα κι αραπίνα. Καθαρή χαρά είναι ο έρωτας κι όσοι τον κακολογούν έχουν άλλα να πάνε να λύσουν με τον εαυτό τους και με τους άλλους. Κανα δύο από τους αγαπητικούς είχανε και πλάκα, δεν είχανε "ξαναπάει με μαύρη", φοβόντουσαν -- ε, τι ρωτάς κι εσύ! Αναγκάστηκα να τους αποπλανήσω. Είχε πολλή πλάκα, πάρα πολύ γούστο.

Αλλά πέρναγαν τα χρόνια. Όταν έφυγε και η μάνα σου από το σπίτι, το '91, ε, έμεινα με τον παππού σου. Σπάνια έβγαινε πια, αν κι είχε σχεδόν μπλέξει με μια κοπελιά ξένη, το αντίθετο από εμένα: λευκή, κατάξανθη, μικρή, με μικρά στήθη. Ελπίζω να μην ντρέπεσαι: πρέπει να μάθεις να μην ντρέπεσαι γιατί όσο αφήνεις την ντροπή να κυκλοφοράει στο αίμα σου, τόσο θα σε δηλητηριάζει. Αυτό να θυμάσαι από τη γιαγιά σου την Αφρικάνα από το Χαρτούμ, που τη βρίζουνε κάθε φορά που θα πάει να ψηφίσει, ότι την έκαναν Ελληνίδα οι "φαύλοι πολιτικοί". Κι εσάς ρε κωλοφασίστες ποιος σας έκανε ανθρώπους; Τέλος πάντων.

Μετά τα ξέρεις, τα εγκεφαλικά του παππού σου. Τι ειρωνεία, μια ζωή φοβόταν τα καρκινογόνα, δεν έπινε πάνω από τρία ποτήρια σερί ποτέ, έκοψε το καπνισμα όταν γεννήθηκε η μάνα σου, απέφευγε το χοιρινό --  αλλά μετά τον πήρανε φαλάγγι τα εγκεφαλικά. Τον έβλεπα να χάνεται κομμάτι κομμάτι, εγκεφαλικό το εγκεφαλικό. Αξιώθηκα να μη χάσω παιδί αλλά ο Αλλάχ, που θα 'λεγε κι η μάνα μου, μου το χρέωσε με το να χάνω τον άνθρωπό μου λίγο λίγο. Αχ ρε Τάκη, αχ ρε Τάκη μου. Γαμώτο.

Πέρσι έγινε κι ο Τάκης παραμύθι. Πάει. Θα τον κλαίω μέχρι να πεθάνω. Το ήξερα πως θα γίνω χήρα απ΄την αρχή, εφτά χρόνια με πέρναγε, τι διάολο, αλλά σκεφτόμουν ότι μετά τη χηρεία θα ξαναρχίσω τη ζωή μου. Αν το σκεφτείς, τι, 75 χρονών γυναίκα είμαι, δεν είμαι και κανα ερείπιο. Όμως απλώς δεν έχω πια όρεξη, είμαι πια χήρα και νιώθω χήρα. Είμαι τώρα μια χήρα που έχει μόνον ιστορίες παλιές. Ευτυχώς υπάρχουνε κι αυτές.

GatheRate

Πέμπτη, 18 Φεβρουαρίου 2016

Η κανονική ζωή



σ' εσένα που με διαβάζεις

Καθένας από εμάς λέει τις ιστορίες του.

Ίσως οι ιστορίες είναι για να λέγονται και όχι για να γράφονται, τελικά. Να τις παίρνει κάποιος άλλος και να τις πειράζει λίγο, ένας να τις στρίβει εδώ και άλλος να τις τανύει εκεί, κάπου να τις ξεχειλώνει ο κιμπάρης και κάπου να τις μαζεύει ο στριφνός, να ρίχνει κάποιος άλλος κι ένα καρίκωμα. Ίσως άμα τη γράψεις την ιστορία τελικά την αγκυλώνεις και ύστερα σκαλίζεις και κεντάς περισσότερο το πώς τη λες την ιστορία παρά την ίδια την ιστορία. Βεβαίως, κάποιοι αγαπάμε να τις γράφουμε και να τους δίνουμε υλικότητα σε φωτεινές κι ετερόφωτες οθόνες ή στο χαρτί, άλλοι όμως ζούνε και χαίρονται την άψη να τη λες την ιστορία και να την ακούει ο άλλος εκεί και τότε -- όχι να την αμολάς γραμμένη για όποιον τυχόν την περισυλλέξει σε διαδίκτυα, σε περιοδικά και σε ράφια βιβλιοπωλείων.

Το ουσιώδες είναι να μη μένουνε φυλακισμένες οι ιστορίες μέσα στα καύκαλά μας, να μη χάνονται μαζί μας όταν σβήσουμε εμείς. Όποιες και να είναι αυτές, όσο ασήμαντες ή απλές ή και κάπως κακογουστες. Έχουνε δεν έχουν το κατιτίς τους. Δεν είναι όλα τέχνη και δεν χρειάζεται.

Καθένας από εμάς λέει την ιστορία του και θέλει να πιστεύει ότι είναι η ιστορία της γενιάς του.

Και ας ξέρουμε όλοι ότι η γενιά δεν ορίζεται με το διάστημα της τριακονταετίας αλλά με το ποιοι είναι σαν εσένα, γεννημένοι συν-πλην λίγα χρόνια από εσένα. Και λέμε ιστορίες για αυτούς, για τους φίλους τους και για τους φίλους των φίλων τους και για όσους εκείνοι μπορεί και να γνωρίζουν. Λέμε τις ιστορίες για αυτούς, για παρέες, και πιστεύουμε πως μιλάμε για τη γενιά μας.

Είναι αξιοσημείωτο πως εκείνοι που θέλουν να πουν ιστορίες για τη γενιά τους είναι συνήθως εκείνοι που δεν βρίσκονταν στον πυρήνα της παρέας που θεωρούν τα πνευμόνια την καρδιά και το συκώτι της γενιάς τους. Αναμενόμενο, θα μου πείτε: άλλος ο παλληκαράς κι άλλος ο παραμυθάς, άλλη η μαυλίστρα κι άλλη η κεντήστρα (για να παραμείνουμε εντός αρχετύπων). Είναι όμως χαρακτηριστικό ότι για τη γενιά τους μιλάνε συνήθως αυτοί που είναι έξω από αυτήν, δηλαδή ούτε ανάμεσα στους φίλους, ούτε ανάμεσα στους φίλους φίλων. Τις ιστορίες μιας γενιάς θέλουνε να τις πούνε μάλλον όσοι απλώς τη γνωρίζουν, και δη εξ ακοής.

Καλύτερα λοιπόν να μην ασχολούμαστε με τη γενιά μας ή με το να δώσουμε στον τόπο μας λαλιά -- οι ίδιοι τόποι δίνουνε πολύ διαφορετικούς χρησμούς σε διαφορετικούς ανθρώπους. Καλύτερα να πούμε ο καθένας την ιστορία του ξέροντας ότι είναι μια ανθρώπινη ιστορία, όσες εμμονές μας και όσα καθέκαστα και ό,τι χούγια ολοδικά μας κι αν κουβαλάει.

Ίσως η ιστορία μας μιλάει για μια κανονική ζωή αλλά με λαμπρή μεταξωτή φόδρα ή για μια ζωή που θα ήθελε να γίνει κανονική μα δεν χωράει σε αυτό που είναι κανονικό. Ίσως να μην είναι στην τελική μια καθόλου κανονική ζωή, αλλά και τότε τα νέα είναι ευφρόσυνα: μια κανονική ιστορία σπάνια θεμελιώνεται σε κανονική ζωή. Κι όπως είπε και η Αναΐς Νιν, ποιος θέλει κανονική ζωή στο κάτω κάτω; Ένα ωραίο κέλυφος κανονικότητας θέλουμε -- όσοι το θέλουμε κι όσοι δεν αγαπάμε την ύπαιθρο και το έναστρο στερέωμα της παλαβομάρας -- για να κοιμούνται όσα θα ωριμάσουν και θα γίνουν ιστορίες μέσα στα υπόσκαφα κελάρια από κάτω από αυτό το κέλυφος.

GatheRate

Κυριακή, 14 Φεβρουαρίου 2016

Ενας θαμπός κι αμφίθυμος Βαλεντίνος


Πρέπει να τελειώνουμε. Ο κόσμος κινείται προς μία κατεύθυνση, εμείς πρέπει να κινηθούμε προς μια διαφορετική. Ο κόσμος προσπαθεί να κανονικοποιήσει όσο δυνατόν περισσότερες ερωτικές συμπεριφορές, αυτές που μπορεί να αντέξει και να εντάξει, παραγκωνίζοντας και περιθωριοποιώντας τις υπόλοιπες, δηλαδή τις περισσότερες.

Με αυτή τη βάναυση και γενικευμένη ροπή για ρύθμιση και ποδηγέτηση δεν συνδιαλέγεσαι. Δεν της απαντάς. Όπως και σε άλλα θέματα, δεν περιορίζεσαι στα πλαίσια του διαλόγου που επιτρέπει και ανέχεται η Εξουσία ή η Αυθεντία: την αμφισβητείς, αρνείσαι να την αναγνωρίσεις και αρθρώνεις τον δικό σου λόγο.

Ξεκινάμε λοιπόν: Ο απλούστατος κανόνας περί τα ερωτικά, αυτός της συναίνεσης μεταξύ ενηλίκων, ο μόνος που έχει οποιοδήποτε ηθικό χαρακτήρα, καταστρατηγείται καθώς φορτώνεται με κάθε λογής υποσημειώσεις και τροπολογίες: επικλήσεις στο φυσιολογικό ή αποφάνσεις για το τι αντανακλά ψυχική υγεία και τι νόσο,  μέχρι δισταγμούς για το κοινωνικά ωφέλιμο. Είναι όμως ο μόνος κανόνας: ό,τι κάνουνε συναινούντες ενήλικοι μεταξύ τους κι ανάμεσά τους είναι άμεμπτο και αυτοδικαίως ορθό.

Για θέματα συμβίωσης δεν μιλάω: επί της αρχής δεν αφορά την κοινωνία η ερωτική ζωή όσων επιλέγουν να συμβιώσουν και όλοι έχουνε δικαίωμα να επιλέξουν με ποιον άνθρωπο θα μοιραστούν τις μέρες, τις ώρες, τις μπουγάδες, τις δυστυχίες, τις χαρές και την πλήξη τους.

Συνεχίζω. Έχοντας ημιτελώς και σχεδόν ανεπιτυχώς εξοστρακίσει τους θεούς από την ερωτική μας ζωή, έχοντας απαλλαγεί από χαράμ, καντός, αμαρτίες, κρίματα, κοσέρ, ευλογίες και νηστείες, ήρθε η ώρα να στείλουμε κατά διαόλου και τον ίδιο τον διάολο, τον σατανά. Είναι αναγκαίο να μουτζώσουμε πια την εικονογραφία και τη μεταφορά του διαβόλου στο κορμί και του σατανά που γαμά υπέροχα, που και καλά does this thing with his tongue. Δεν πρόκειται απλώς για ακόμη ένα κατάλοιπο μαγικής σκέψης που μας λερώνει, παρά για λίβελλο και κηλίδωση της ανθρώπινης φύσης, για την πιο ρυπαρή κληρονομιά του βικτωριανισμού μετά την πεφωτισμένη αποικιοκρατία. Το ερωτικό πάθος, η καύλα (ο τεχνικός όρος της μόδας), η παραφορά της κλινοπάλης και η θηριωδία του ίμερου είναι αυτό που μας κάνει ανθρώπους. Δεν είναι ούτε ο διάολος που μας καβαλάει, ούτε ο δαίμονας που μας καυλώνει.

Ούτε δαίμονας ο έρωτας, ούτε κτήνος. Είμαστε άνθρωποι (ή δελφίνια) γιατί ασχολούμαστε διαρκώς με τον έρωτα και με το γαμήσι, όπως ο καθένας το παλεύει και μπορεί. Απεναντίας, τα ζωάκια ζούνε ανέραστες και τακτοποιημένες ζωές δέκα-έντεκα μήνες τον χρόνο και απλώς κάνουνε τη δουλειά της μάνας φύσης την εποχή του οίστρου τους, γόνιμα κι αποτελεσματικά. Ζωώδες δεν είναι να ζεις και ανάμεσα στα σκέλια σου, ζωώδες είναι να αποσκωρακίζεις με έδικτο και με στυγνή πειθαρχία αυτή την όψη του κόσμου εντός σου και του βίου σου, στη μεγάλη σου πλάνη ότι έτσι αγνίζεσαι και μεταρσιώνεσαι.

Κι αφού ξεμπλέξουμε με θεούς, δαίμονες και τους τάχα ζωώδεις έρωτες, πρέπει να επιτεθούμε στις κόκκινες ζαχαρόπηκτες παραμύθες της αγάπης που κυβερνάνε την ποπ κουλτούρα και που μας ζορίζουν να ερμηνεύουμε τον έρωτα σαν κάτι που θα καρποφορήσει αγάπη -- λες και δεν αρκεί ο έρωτας, όταν αρκεί, σαν να είναι ο έρωτας προνύμφη της αγάπης. Ας βγούμε να κράξουμε, έστω και φάλτσα ρε γαμώτο, την πλάνη ότι το σεξ είναι συνεκδοχή ή, έστω, προοίμιο της αγάπης. Πρέπει κάποτε να γυρίσουμε την πλάτη στον ιδεασμό ότι η ερωτική προσκόλληση, η εμμονή του πάθους και οι άγριοι έρωτες ωριμάζουν και τελεσφορούν ως αγάπες ιερές και καθαγιασμένες -- ή ότι οδηγούν αναπόδραστα είτε προς την αγάπη είτε προς τον γκρεμό και στη δυστυχία.

Τέλος, μια και πήραμε φόρα, να ξεμπερδεύουμε και με την εξιδανίκευση του γαμησιού, με την αναγωγή του σεξ σε αυταξία και σε ευεργετική δύναμη που όλα τα επανορθώνει και όλα τα ανακουφίζει. Μάλλον για υπόλειμμα εφηβικής αδιάκοπης διέγερσης είναι αυτή η αντίληψη, ότι δηλαδή το σεξ είναι εγγενώς και απολύτως καλό, κάτι εξ ορισμού όμορφο, ένα απόλυτο αγαθό. Το σεξ είναι αυτό που το κάνουν όσοι το κάνουν -- και όπως κάθε συνεργατική προσπάθεια, απαιτεί πολλά περισσότερα από ευτυχείς φυσιολογίες και καλή διάθεση.

Αν ο Βαλεντίνος είναι γιορτή του έρωτα, ας τη γιορτάσει όποιος θέλει. Αλλά να θυμόμαστε ότι είναι λίγο σαν γενέθλια, που μαζί με τη γιορτή φέρνουν ίσως και αναμνήσεις απώλειας, προοικονομία θανάτου ή τη διάθεση είτε να ξεκινήσει κανείς κάτι καινούργιο είτε να τιμήσει ό,τι θεωρεί κατακτημένο. Ας είναι θαμπός και ιριδίζων Βαλεντίνος, ούτε εξαϋλωμένος, ούτε γλασαρισμένος κόκκινος με σκέτη σοκολάτα -- ούτε καν εξιδανικευτικό πανηγύρι του ξεκαυλώματος.

GatheRate

Δευτέρα, 8 Φεβρουαρίου 2016

Ισλάμ, μπέικον, μαντήλες

Το Ισλάμ δεν είναι χειρότερη θρησκεία από τη δική μας. Και η δική μας και το Ισλάμ είναι καθολικές εξ αποκαλύψεως μονοθεϊστικές θρησκείες. Συνεπώς
  • καθολικές, άρα αφορούν όλη την ανθρωπότητα, όπως ο βουδισμός αλλά σε αντίθεση με τον ιουδαϊσμό,
  • εξ αποκαλύψεως, άρα προσκολλημένες στη θεία αποκάλυψη, είτε λέγεται Κοράνι, είτε Βίβλος (οι προτεστάντες), είτε "η αλήθεια της Εκκλησίας" και
  • μονοθεϊστικές, άρα ένας είναι ο Θεός, δεν υπάρχει άλλος, ούτε εναλλακτικές λύσεις.
Το γνωστό ιδεολόγημα ότι το Ισλάμ βρίσκεται στην ιστορική φάση που ο Χριστιανισμός βρισκόταν τον Μεσαίωνα, δηλαδή στη φάση "βαρβαρότητα και βαρβατίλα", είναι ανιστορικό και βαθιά οριενταλιστικό. Πρέπει κανείς να λάβει υπόψη δύο παραμέτρους για να το δει αυτό:

Πρώτον, τα δισεκατομμύρια των χριστιανών έχουν γενικά υψηλότερο βιοτικό επίπεδο από τα δισεκατομμύρια των μουσουλμάνων. Από τη σκοπιά του ισχυρού και χορτάτου οι φτωχοί τείνουν να φαίνονται κομματάκι βάρβαροι -- συμβαίνει αυτό όταν τους κόβεις όλες τις υπόλοιπες επιλογές.  Ταυτόχρονα, το σκοτάδι της όποιας θρησκείας, και δη της μονοθεϊστικής, αποτελεί άριστο περιβάλλον για να τους κρατήσεις αδρανείς. Το Ισλάμ των ουαχαμπιστών συντηρεί τη σαουδική απολυταρχία, ο ευαγγελικός χριστιανισμός το ρεπουμπλικανικό κόμμα.

Δεύτερον, υπάρχουν αυτή τη στιγμή πολλά Ισλάμ και πολλοί χριστιανισμοί. Το Ιράν και η Σαουδική Αραβία βρίσκονται "στη φάση" που βρίσκεται ο αφρικανικός προτεσταντισμός και οι Βαπτιστές και οι Ευαγγελικοί των ΗΠΑ, και στην οποία βρισκόταν η Ιρλανδία της δεκαετίας του '80. Ο εκλεπτυσμένος χριστιανισμός των αγγλικανών και του πάπα Φραγκίσκου βρίσκεται "στη φάση" του ευγενούς και φιλεύσπλαγχνου Ισλάμ των Ιορδανών φίλων μου, των Τούρκων διανοούμενων που το αντιμετωπίζουν ως ηθική δύναμη και στοιχειο παράδοσης, κάτι σούφηδων, της συμφοιτήτριάς μου Diane που αλλαξοπίστησε γιατί το Ισλάμ είναι αγάπη. Τέλος, το Ισλάμ των τζιχαντιστών και του Daesh είναι ο προτεσταντισμός της Κου Κλουξ Κλαν και του David Koresh, ο καθολικισμός του Opus Dei, η Ορθοδοξία των Εσφιγμενιτών και της μονής του Αγίου Σάββα στην Παλαιστίνη.

Με δυο λόγια, ο μονοθεϊσμός παράγει νησίδες γαλήνης, μελέτης και αγαπητικής ενατένισης αλλά και νησίδες φρενήρους φανατισμού και ωμής βίας. Ενδιάμεσα θρέφει ενοχές, συντηρεί καταπίεση και εξανδραποδισμό, καταπραΰνει τη δυστυχία δισεκατομμυρίων ανθρώπων.

Επί της ουσίας: δεν οφείλουμε κανέναν σεβασμό στους ακκισμούς, καινοφανείς ή πανάρχαιους, καμμιάς μονοθεϊστικής ή άλλης θρησκείας. Θα σεβαστώ προσωπικά τον πιστό Εβραίο συνδαιτυμόνα μου και δεν θα χλαπακιάσω μπέικον μπροστά του, δεν θα παραγγείλω μπέργκερ δίπλα σε φίλο που νηστεύει. Καθαρά σε προσωπικό επίπεδο: παρομοίως θα στερηθώ το τυρί με τη βίγκαν φίλη μου και τα θαλασσινά με τη συνάδερφο που τα σιχαίνεται.

Φεύγοντας όμως από τις προσωπικές σχέσεις: τα γυμνά αγάλματα τα καλύπτουν οι Ιταλοί γιατί θέλουν να κάνουνε μπίζνες με τον Ιράν, ενώ οι Γάλλοι ακυρώνουν γεύμα με τον ηγέτη του έχοντας για πρόσχημα το κρασί επειδή τους παίρνει. Η Κύπρος εξεταζει το ενδεχόμενο να αφαιρέσει την αναδυομένη Αφροδίτη από τα διαβατήριά της για να μην προσβάλλονται οι σεμνότυφοι σαουδάραβες συνοριοφρουροί (...).

Όσο για τη μαντήλα, τα περιγράφει μια χαρά εδώ: κι αυτή μέσο άσκησης πολιτικής είναι. Υπενθυμίζω ότι η κάλυψη της γυναικείας κεφαλής ήταν παγχριστιανική πρακτική γιατί την απαιτεί ο Απόστολος Παύλος (Α' προς Κορινθίους 11,4-14 -- λέει κι άλλα όμορφα εκεί), ενώ διατηρήθηκε μέχρι πολύ πρόσφατα, πολλές φορές μεταμφιεσμένη σε καπέλο. Η κυρία Μπαζιάνα καλύφθηκε για να εμφανιστεί δημοσία στο Ιράν όχι από σεβασμό προς το Ισλάμ αλλά προς την ιρανική κυβέρνηση, πάντως από τον κύριο Τσίπρα δεν απαιτήθηκε αναλόγως να αφήσει μια ευπρεπώς ισλαμική γενειάδα.

Κι αυτό το πολιτικό παιχνίδι πάνω στο γυναικείο σώμα παίζεται: και από όσους επιβάλλουν μαντήλες, και από όσους τις συνιστούν και από όσους τις απαγορεύουν. Γενικότερα, ας μη μεταφράζουμε τις πολιτικές σκοπιμότητες σε σεβασμό και ανεκτικότητα.

GatheRate

Πέμπτη, 4 Φεβρουαρίου 2016

Αλκοολικά δελφίνια


Από το "Heroes" του Μπόουι, που ακούω συνέχεια από προχτές, μέχρι το Getting away with it (all messed up), που τραγούδαγα πιωμένος περνώντας τη γέφυρα της Friedrichstrasse το 2011.

Και τα δύο είναι τραγούδια για το αλκοόλ:

I, I wish you could swim
Like the dolphins, like dolphins can swim
Though nothing, nothing will keep us together
We can beat them, forever and ever
Oh, we can be heroes, just for one day

Και τα δυο μιλάνε για δελφίνια:

Daniel drinks his weight
Drinks like Richard Burton
Dance like John Travolta now
Daniel's saving Grace
She was all but drowning
Now they live like dolphins

GatheRate