Τρίτη, 19 Σεπτεμβρίου 2017

Παρρησία κι ελευθεριότητα

Οι περισσότερες επαναστάσεις αλλά και οι περισσότερες θρησκείες που απευθύνονταν σε φτωχούς αντιπαθούν και την παρρησία και την ερωτική ελευθεριότητα. Η εύκολη ερμηνεία αυτού του γεγονότος είναι να πει κανείς ότι δογματικές και μονολιθικές κοσμοθεωρίες δεν ανέχονται τίποτε που επεκτείνει τον χώρο της ανθρώπινης ελευθερίας. Και φυσικά τίποτε δεν επεκτείνει, εμμέσως συνήθως, τον χώρο της ανθρώπινης ελευθερίας από την ελευθερία του λόγου και από τον έρωτα -- ή τουλάχιστον αυτή είναι η πεποίθησή μας.

Υπάρχει όμως και μια άλλη διάσταση στην αντιπάθεια αυτή. Διαχρονικά και η παρρησία και η ελευθεριότητα υπήρξαν προνόμια πλουσίων ανδρών και, πολύ σπανιότερα, γυναικών. Ταυτόχρονα, όσοι δεν ανήκαν σε κάποια ελίτ βρίσκονταν συστηματικά και διαρκώς αποστερημένοι και από τη δυνατότητα να μιλούν ελεύθερα (εννοείται) αλλά και από την ευχέρεια να λαγνουργούν έξω από κάποια πολύ σαφώς και στενά καθορισμένα πλαίσια. Με άλλα λόγια, να λες αυτό που σκέφτεσαι ατιμώρητα και η ερωτική ελευθερία, αυτά τα πράγματα, ήτανε για τους έχοντες.

Η κατάσταση αυτή θα μπορούσε να μεταβληθεί με δύο τρόπους: είτε να γίνουν αγώνες (τίποτε δεν παραχωρείται, όλα κατακτώνται) ώστε η παρρησία και η ελευθεριότητα να γίνουν αγαθό και δικαίωμα των πολλών, είτε η παρρησία και η ελευθεριότητα να γίνουν αντιληπτές ως βίτσια των προνομιούχων και άρα να επιδιωχθεί η περιστολή και η κατάργησή τους. Βεβαίως γνωρίζουμε ότι ξανά και ξανά η λύση που επιλέγεται είναι η δεύτερη: η παρρησία και η ελευθεριότητα καταδικάζονται και γίνονται αντιληπτές ως διαστροφές, "αστικά βίτσια", ντιλεταντισμοί, σημεία διαφθοράς και παρακμής, δανδισμός και σαπίλα...

Ας πιάσουμε πρώτα τις ήττες της ελευθεριότητας: πώς καταλήξαμε δηλαδή να γίνει πανανθρώπινη αξία ο ασκητισμός; Η απάντηση είναι απλή: πατριαρχία. Στην πατριαρχία ο γυναικείος έρωτας δεν διατίθεται αυτοβούλως παρά προσφέρεται έναντι αντιτίμου: είτε χρηματικού ποσού, είτε δέσμευσης (ή, έστω, σταθερής σχέσης), είτε και των δύο μαζί. Η γυναίκα δεν ορίζει το σώμα της, τουλάχιστον όχι πάντοτε και δίγουρα όχι πλήρως. Άρα λοιπόν η ελευθεριότητα μέσα στην πατριαρχία προϋποθέτει είτε οι άντρες να έχουνε χρήματα και οι γυναίκες να εκπορνεύονται, είτε τη δημιουργία μιας πρόσκαιρης φούσκας που θα οροφουργούν η απόλυτη εχεμύθεια και η υποκρισία. Τώρα, όσον αφορά τους ομόφυλους έρωτες τα πράγματα είναι ξεκάθαρα: διατίθενται μόνον έναντι αντιτίμου, άρα προϋποθέτουν χρήματα και γυναίκες ή άντρες να εκπορνεύονται καθώς και απόλυτη εχεμύθεια και τη σκέπη της υποκρισίας.

Σε σχέση με τα παραπάνω, που δεν ανήκουν στο παρελθόν όπως θέλουμε να καμωνόμαστε, αναλογιστείτε ότι οι εκπορνευόμενοι συνήθως δεν εκπορνεύονται προθύμως. Δεν είναι τυχαίο ότι και αι πόρναι προάγουσιν ημάς εις την Βασιλείαν των Ουρανών: είναι οι ταπεινές και καταφρονεμένες οι οποίες υποφέρουν ακριβώς λόγω του πώς λειτουργεί η (όποια) ελευθεριότητα μέσα στην πατριαρχία: ουσιαστικά ως μια συνθήκη εξανδραποδισμού γυναικών για το κέφι (κάποιων) ανδρών. Συνεπώς η ελευθερία των (συνήθως) ανδρών με κάποια οικονομική επιφάνεια (συνήθως) να λαγνουργούν σχετικά ανενόχλητοι γινόταν αντιληπτή ως η ελευθερία της αλεπούς μέσα σε κοτέτσι.

Στην εποχή μας λοιπόν φτάνουμε από τη μια να έχουμε δύο στοιχεία προοόδου: αφενός την αποσύνδεση του γυναικείου και του ομόφυλου έρωτα από τη λογική του αντιτίμου ή του ανταλλάγματος (όπως κι αν εξιδανικευτούν αυτά) και αφετέρου τη σχετική χειραφέτηση των γυναικών. Από την άλλη έχουμε έναν σοβαρο παράγοντα οπισθοδρόμησης: την τάση να κανονικοποιηθούν όλες οι ερωτικές αλληλεπιδράσεις ως σχέσεις και δη ως μακροχρόνιες και θεσμικά αναγνωρισμένες σχέσεις. Εννοείται πως είμαι υπέρ της επέκτασης του δικαιώματος στον γάμο, αλλά με ανησυχεί η επανερμηνεία κάθε μα κάθε ερωτικής αλληλεπίδρασης οπωσδήποτε ως σχέσης: δυνάμει σχέσης, αποτυχημένης σχέσης ή συμβίωσης.

Η υπόθεση της παρρησίας είναι μια ακόμα πιο πονεμένη ιστορία. Όχι μόνον παραδοσιακά οι ελίτ είχαν το αποκλειστικό προνόμιο της ελευθεροστομίας αλλά επιπλέον διατηρούν ακόμα τη δυνατότητα να ακούγεται ο λόγος τους δυνατότερα, διαρκέστερα και μακρύτερα. Αυτό ενεργοποιεί και πάλι αντιδραστικά αντανακλαστικά, αλλά λογοκρισίας αυτή τη φορά: όπως στην πατριαρχία δεν γίνεται όλοι να λαγνουργούμε (οι άντρες· οι γυναίκες να κάτσουν να φτιάξουν χαρακτήρα κατάλληλο "για σχέση σοβαρή"), έτσι και σε οποιαδήποτε ιεραρχική κοινωνία, όσο κι αν μας παραμύθιασε κάποτε η κίβδηλη δημοκρατία των σοσιαλμήντια, οι προνομιούχοι θα ακούγονται (επαναλαμβάνω) δυνατότερα, διαρκέστερα και μακρύτερα.

Πολλοί λοιπόν σκέφτονται ότι η λογοκρισία είναι η λύση για την ανισομερή κατανομή της παρρησίας μέσα σε μια κοινωνία: να ελέγξουμε την παρρησία των προνομιούχων κλείνοντάς τους το στόμα και καταστρατηγώντας την ελευθερία του λόγου. Ωστόσο η λογοκρισία είναι σαν υπερσύγχρονα όπλα: προτού φτάσει στα χέρια των (όποιων) επαναστατών, έχει ήδη στοκάρει τα οπλοστάσια των ελίτ· εάν λοιπόν ανεχόμαστε τη χρήση της λογοκρισίας, ταυτόχρονα παραδεχομάστε ότι οι ελίτ θα διαθέτουν υπεροπλία.

GatheRate

Πέμπτη, 14 Σεπτεμβρίου 2017

Η ζούγκλα των πόλεων

Στο ελληνικό σινεμά μέχρι την έλευση του ΝΕΚ και στην ελληνική επαρχία μέχρι λίγο πιο μετά, η πόλη είναι τόπος απωλείας. Στην πόλη χάνεσαι, μαρκαλεύεσαι, στην πόλη σε πιάνουνε κώτσο οι επιτήδειοι.

Η εικόνα της πόλης που προβαλλόταν αδιάκοπα στα αναρίθμητα σινεμά της δύσοσμης επαρχίας του '50 και του '60 ήτανε λοιπόν εικόνα τουλάχιστον αποθαρρυντική: καλύτερα στο χωριό με τον χωροφύλακα και τον παπά, παρά σε αυτή τη ζούγκλα. Ώσπου ο μαιτρ του προφανούς και του εξώφθαλμου ονόμασε την ταινία του "Ζούγκλα των πόλεων" και λίγο μετά το ελληνικό σινεμά άλλαξε σελίδα. Όμως η ελληνική κοινωνία θα έπρεπε να περιμένει από τη μια την Πολιτιστική Πρωτεύουσα για να αποδεχθεί την αμαρτωλή Σαλονίκη των αόρατων νεκρών και της βυθισμένης τοπογραφίας και από την άλλη τους Ολυμπιακούς για να κοιτάξει την Αθήνα κατάματα χωρίς να μινυρίζει "τσιμεντούπολη, τσιμεντούπολη, τσιμεντούπολη".

Γιατί η Ελλάδα της αστυφιλίας μισούσε τόσο πολύ τις πόλεις; Κάποιες απαντήσεις προσπάθησα να δώσω εδώ, κυρίως με ιδεολογικούς όρους: προσπάθησα να καταλάβω αυτό το μίσος ως έναν συλλογικό ιδεασμό. Υπάρχουν όμως κι άλλοι τρεις παράγοντες:

Η πόλη γινόταν αντιληπτή στον κόσμο της επαρχίας ως τόπος ελευθεριότητας. Και ναι μεν για τους άντρες, παντρεμένους ή μη, αυτό δεν ήταν ακριβώς μεμπτό ή ιδιαιτέρως προβληματικό τις δεκαετίες του '50 και του '60. Άλλωστε οι επαρχιώτες που κατεβαίνουνε στην πόλη για δουλειές ήτανε κοινός τόπος τουλάχιστον από τη δεκαετία του '20. Το πρόβλημα ήταν ότι στην πόλη υπήρχαν οι κατάλληλες συνθήκες για να αναπτυχθεί -- όπως και όσο -- και η γυναικεία ελευθεριότητα, και μάλιστα μπροστά σε χιλιάδες αδιάφορα μάτια αλλά ταυτόχρονα μακριά από το πανοπτικό του χωριού.

Επίσης, τουλάχιστον αν πιστέψουμε όσα λέγαν οι παλιότεροι και όσα έβλεπαν στο σινεμά -- και πώς αυτά τα δύο αλληλεπιδρούσαν, οι πόλεις ήταν επικίνδυνες για ακόμα έναν λόγο: επειδή εκεί όλοι έκαναν ναρκωτικά. Μην πάει ο νους σας στην κόκα ή στην πρέζα ή έστω στο μαυράκι· αυτά τα έμαθε το σινεμά τη δεκαετία του '80: τότε εννοούσαν το βερμούτ και την μπύρα, το κρασί και το τσιγάρο. Κι αυτά ήταν επικίνδυνα ναρκωτικά γιατί έριχναν τις αναστολές κι οδηγούσαν στην ελευθεριότητα αλλά κυρίως γιατί η κατανάλωσή τους λειτουργούσε ως διαπίστευση χειραφέτησης. Κι αν μισεί κάτι η ελληνική κοινωνία, με τα βαθιά αγροτοποιμενικά ήθη της, είναι να αυτοπροσδιορίζεσαι ("ψώνιο") και να είσαι ελεύθερος: να κάνεις "ό,τι σου καπνίσει".

Ο τρίτος παράγοντας που έκανε τις πόλεις μισητές είναι δίκοπος. Από τη μια στις πόλεις δεν είχες όνομα, ήσουν ευάλωτος. Αξίζει να θυμόμαστε ότι οι περισσότεροι θεατές των ελληνικών ταινιών θα ταυτίζονταν (θέλοντας και μη) με την Παγώνα, δούλα και ψυχοκόρη στο διαμέρισμα, ή με τον απλοϊκό βλάχο που κουβαλάει κότες στο ΚΤΕΛ. Αυτό έλεγε ολόκληρη η ποπ κουλτούρα τότε: "πήγαινε στην πόλη άμα κοτάς και γίνε τύπος, χάσε το όνομά σου και γίνε καρικατούρα". Με δυο λόγια: στην πόλη είσαι ευάλωτος. Αν όμως η ανωνυμία και η αδιαφορία των πόλεων είναι η μία κόψη, η άλλη είναι η πολύ πραγματική συνωμοσία σιωπής των μικρών χωριών και των όχι και τόσο μικρών πόλεων: τη μοίρα του Άλεξ στη Βέροια, των γυναικών που βιάστηκαν στην Ξάνθη και του Γιακουμάκη στα Γιάννενα δεν την έγραψε ούτε η ανωνυμία ούτε κάποιος μέσα στην "απρόσωπη τσιμεντένια ζούγκλα".

Ο πίνακας είναι του Mitch Griffiths με τίτλο Inebriated Nation.

GatheRate

Τετάρτη, 6 Σεπτεμβρίου 2017

Ταμπού, λογοκρισία και πολιτική ορθότητα


Η πολιτική ορθότητα συγχέεται με τον ευφημισμό και με τη λογοκρισία ("να μη λέμε κακές λέξεις") ή την κορρεκτίλα ("να μην προσβάλουμε κανέναν / να μην ενοχληθεί κανένας").

Η πολιτική ορθότητα, κατά τον ορισμό του Φ. Παναγιωτίδη, είναι η προσπάθεια να απαλλάξουμε "τον λόγο από λέξεις και εκφράσεις που φέρουνε το βάρος της μισαλλοδοξίας, του ρατσισμού, του σεξισμού και, γενικότερα, ιδεολογιών που νομιμοποιούν τον αποκλεισμό, την εκμετάλλευση και την καταπίεση συνανθρώπων μας".

Με άλλα λόγια, η πολιτική ορθότητα έχει νόημα και σκοπό ως πολιτική στάση, στον βαθμό που, ονοματίζοντας τους άλλους και τις πράξεις τους, τους πατρονάρουμε, τους καθορίζουμε, ή ασκούμε πάνω τους αυταρχικά την εξουσία μας: την εξουσία της ελίτ που καμώνεται την πλειοψηφία.

Πολιτική ορθότητα και ευφημισμός

Η πολιτική ορθότητα είναι στάση και πράξη πολιτική και καθόλου καλολογική. Άρα δεν μπορεί να είναι απλός ευφημισμός. Όπως σημειώνεται στο παραπάνω απόσπασμα του Παναγιωτίδη, "ποικίλοι φορείς, με προφανέστερους αλλά όχι μοναδικούς την πολιτική εξουσία και τη διαφήμιση, καταχρώνται τον ευφημισμό ως μηχανισμό για να πουν μισές αλήθειες, δηλαδή ψέματα, αφού η απόκρυψη συναφούς μέρους της αλήθειας αποτελεί ψέμα".

Στην πραγματικότητα, ο ευφημισμός έχει σκοπούς πολύ διαφορετικούς από την πολιτική ορθότητα, αφού πασχίζει να ωραιοποιήσει μια πραγματικότητα αλλάζοντας τις λέξεις: ονοματίζει παράπλευρες απώλειες τους αμάχους νεκρούς, σωφρονιστικό κατάστημα τη φυλακή, κ.ο.κ. Είναι πάγια πρακτική του νεοφιλελεύθερου απολίτικου και ρηχού δικαιωματισμού να προσπαθεί να καταστήσει αόρατη κάποια αδικία ή κάποιο κοινωνικό πρόβλημα καταφεύγοντας στον ευφημισμό και στην καλολογία, ορμώμενος από έναν αφελή οργουελισμό, κατά τον οποίο εξαφανίζεις την έννοια άμα απαλείψεις τη λέξη. Σύμφωνα με αυτή τη λογική, αν πάψω να λέω τους Τσιγγάνους Τσιγγάνους θα γίνουνε "Αθίγγανοι" (...) ή και Ρομά, άρα κανονικοί πολίτες και κανονικοί άνθρωποι και καθόλου θυματα αιώνων συνεχιζόμενου ρατσισμού.

Ο ευφημισμός προσπαθεί να υποκαταστήσει πραγματικούς κοινωνικούς αγώνες και πραγματική κοινωνική δράση. Η πολιτική ορθότητα απεναντίας εντάσσεται σε αυτούς τους αγώνες. Ο ευφημισμός ενδεχομένως αναγνωρίζει σιωπηλά τις σχέσεις ηγεμονίας και εξουσίας στον λόγο αλλά πασχίζει να τις κουκουλώσει ή και να τις ωραιοποιήσει. Ένα έμφυλο παράδειγμα είναι και το εξής: αν πω την πόρνη "ιερόδουλη", παριστάνω ότι οι γυναίκες με τη συγκεκριμένη εργασία και με συνήθως συγκεκριμένα ταξικά χαρακτηριστικά, γυναίκες αποσκορακισμένες από την πατριαρχία αλλά και αναγκαίες για αυτήν, επιτελούν ιερό λειτούργημα όπως οι γυναίκες των ναών της Αφροδίτης. Απεναντίας, η πολιτική ορθότητα προσπαθεί (αποτελεσματικά ή όχι) να κάνει φανερές τις ταξικές πραγματικότητες και να σταθεί απέναντι στις ετικέτες που κολλάει η πατριαρχία, προτείνοντας το "εργάτρια / εργάτης του σεξ" ή και την επαναοικειοποίηση του όρου "πουτάνα" -- δεν έχουμε να κάνουμε με φιλολογίες εδώ, παρά με μια δυναμική διαδικασία (εκ νέου) αυτοπροσδιορισμού.

Με δυο λόγια, η πολιτική ορθότητα αντιλαμβάνεται το πώς ασκούμε ηγεμονία πάνω στους αδύναμους και μη προνομιούχους ετεροκαθορίζοντάς τους και προσπαθεί να καταστήσει αυτή τη διαδικασία ορατή ή και να την ανατρέψει. Αντίθετα, ο ευφημισμός προσπαθεί να ωραιοποιήσει και να κουκουλώσει: είναι το γλωσσικό αντίστοιχο των ψεύτικων προσόψεων του Ποτέμκιν.

Εδώ υπεισέρχεται το θέμα του ετεροκαθορισμού: κάθε κοινότητα δικαιούται να αποκαλείται όπως εκείνη επιθυμεί να αποκαλείται, ιδίως όταν υφίσταται καταπίεση ή διακρίσεις. Συνεπώς, η καούρα των Ελλήνων να αποκαλείται η χώρα μας Hellas (λες και φτάνει μέχρι τον Όλυμπο και τη Δωδώνη) είναι χαριτωμένος (;) ακκισμός, η απαίτηση όμως των τρανς να λέγονται τρανς είναι το λιγότερο στο οποίο μπορούμε να ανταποκριθούμε.

Επίσης, το ζήτημα του ετεροκαθορισμού είναι και υπόθεση περικειμένου, κόντεξτ: ο Ρομ που επιθυμεί να αποκαλείται "Τσιγγάνος" (επανοικειοποιούμενος τον όρο) ή "Ρομ" έχει ως εναλλακτική ετικέτα το υβριστικό "Γύφτος" ή το πατερναλιστικό "Αθίγγανος". Ο Έλληνας όμως που θέλει να λέγεται Hellene έχει ως εναλλακτικό ετικέτα το τιμημένο Greek. Επίσης, το Άτομο με (Ειδικές) Ανάγκες -- όρος που υπογραμμίζει την ευθύνη της κοινωνίας απέναντι στις ανάγκες του και δεν αξιολογεί τις ανάγκες καθεαυτές -- έχει ως εναλλακτικές ετικέτες τα "ανάπηρος", "προβληματικός" και άλλα χειρότερα, ή το χυδαία ευφημιστικό ψεύδος του "Άτομο με Ειδικές Ικανότητες"...

Πολιτική ορθότητα και κορρεκτίλα

Η πολιτική ορθότητα δεν είναι υπόθεση ίσων αποστάσεων: ο λόγος ύπαρξής της είναι να χειραφετήσει όσους καταπιέζονται· μέρος του "καταπιέζω κάποιον" είναι και το "τον ονομάζω όπως θέλω κι όχι όπως θέλει" και το "οικειοποιούμαι τη φωνή του". Συνεπώς, το να αποκαλείς τις γυναίκες συλλήβδην "μουνιά" δεν είναι το ίδιο με το να αποκαλείς συλλήβδην τους άντρες "ψωλές" -- δείτε και μόνοι σας πόσο άκυρο είναι το δεύτερο ως απόπειρα προσβολής ή σβησίματος.

Τα παραπάνω αποσιωπώνται συχνά κι έτσι καβάλα πάνω στο κίνημα της πολιτικής ορθότητας πάνε διάφορες καλολογίες. Άλλοτε αγνοούμε τη διάσταση της εξουσίας και της ανισότητας, άλλοτε (όπως είδαμε) καμωνόμαστε ότι μπορούμε να απαλείψουμε αυτή τη διάσταση αν δεν την κουβεντιάσουμε. Και στις δυο περιπτώσεις καταλήγουμε να καλολογούμε· από την πολιτική ορθότητα εκπίπτουμε στην κορρεκτίλα, στη λογοκρισία της καλολογίας.

Κι έτσι φτάνουμε να προγράφουμε κάθε προσβολή και κάθε λέξη-ταμπού, κάθε "κακή λέξη". Η "πολιτική ορθότητα" -- που σε αυτές τις περιπτώσεις δεν είναι πια καθόλου political αλλά σκέτη correctness -- καταντάει να ασχολείται με trigger, δηλαδή με όρους και αναπαραστάσεις ταμπού: με οτιδήποτε μπορεί να προσβάλει ή να αναστατώσει οποιονδήποτε. Δυστυχώς όμως, ό,τι και να πει και ό,τι και να δείξει κανείς θα προσβάλει τουλάχιστον έναν άνθρωπο. Το ζήτημα δεν είναι να ειμαστε όλοι αγαπημένοι και να μη μαλώνουμε· ποσώς. Το ζήτημα είναι, επαναλαμβάνω, πολιτικό: να μην στοχοποιούνται με τον λόγο ομάδες και μέλη τους χωρίς φωνή και χωρίς εκπροσώπηση (ή, εννοείται, εξουσία).

Η επέλαση της κορρεκτίλας έχει τρεις συνέπειες: μας εθίζει στο προφανές, νομιμοποιεί τη λογοκρισία και βλάπτει την ίδια την υπόθεση της πολιτικής ορθότητας.

Το προφανές

Η ερμηνεία στο αρχικό επίπεδο, στο προφανές κι επιδερμικό, γίνεται σταδιακά η νόρμα: "αυτό που βλέπω είναι αυτό που βλέπω και όλα τα υπόλοιπα είναι θεωρίες". Αν μια φωτογραφία δείχνει κώλους είναι τσόντα, αν μιλάει για φτωχούς είναι αριστερή κλάψα, αν αφηγείται το 1922 είναι εθνικιστικό κήρυγμα. Και τέλος. Στην Ελλάδα το γύρισμα στην αποκλειστική κυριολεξία έγινε (ανεπαισθήτως) με τον Τελευταίο Πειρασμό του Σκορσέζε. Σιγά σιγά κάθε συζήτηση για οποιοδήποτε δημιούργημα δεν ήταν άνοστο, ανώδυνο κι ανεπαίσθητο, έπρεπε να διεξάγεται με όρους "ναι μεν αλλά": από την παιδοκτονική Μήδεια μέχρι τους οριακά παιδοφιλικούς πίνακες του Μπαλτύς, από καρναβαλικά γαμοτράγουδα μέχρι το μπουρλέσκ, από τον χριστόληπτο Μπαχ και τους σατανολάτρες Σάμπαθ μέχρι τα γυμνά του Μανιερισμού και του Μπαρόκ.

Η κορρεκτίλα παραγνωρίζει επίσης ότι όλοι οι όροι κι όλες οι αναπαραστάσεις λειτουργούνε μέσα σε συμφραζόμενα: τι λέει από πάνω και τι λέει μετά, και μέσα σε ποιο περικείμενο βρίσκεται. Η κορρεκτίλα δηλαδή αγνοεί μια θεμελιώδη διάσταση της επικοινωνίας: ποιος και πότε λέει τι και γιατί, ως τι και με ποιον σκοπό, από ποια θέση κτλ Η κορρεκτίλα αγνοεί τις διαφορές κυριολεξίας, χιούμορ, σάτιρας, παραθέματος, μεταφοράς, του να βάζεις λόγια στο στόμα άλλου κ.ο.κ. ... Η αγνόηση των συμφραζομένων και του ευρύτερου περικειμένου οδηγεί π.χ. το ελεεινά πουριτανικό Facebook, το οποίο πασχίζει να μη δημιουργεί αντιπάθειες φιμώνοντας ό,τι δεν αφορά γάτες και καρδούλες, να μπλοκάρει κάθε ανάρτηση που περιέχει τη λέξη nigger, ακόμα και αν είναι το τραγούδι του Λέννον ή κάτι που ανεβάζει ένας μαύρος πιτσιρικάς στη Βαλτιμόρη...
 
Λογοκρισία και προκατάληψη

Υπάρχει πολύ μεγάλη διαφορά μεταξύ του να μην ασκείς γλωσσική ηγεμονία και του να λογοκρίνεις "για χάρη" των μη προνομιούχων. Δυστυχώς για πολυ κόσμο, αυτή η διαφορά δεν είναι ευδιάκριτη: πολλοί λοιπόν λένε "χαλάλι η λογοκρισία άμα προστατεύει τους μη προνομιούχους". Ωστόσο, όσο πεφωτισμένα και καλοπροαίρετα και να ασκείται η λογοκρισία (για μένα η πεφωτισμένη λογοκρισία είναι οξύμωρο), όσο και να γίνεται προς όφελος των αδύναμων και κατατρεγμένων, είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι με το πέρασμα του χρόνου καταλήγει να γίνει ξανά όπλο στα χέρια της εξουσίας. Αν η λογοκρισία είναι λ.χ. DDT, καθόλου τυχαία επιλογή εντομοκτόνου, ενδεχομένως να σκοτώνει κουνούπια αλλά όχι όλα τα κουνούπια, ενώ στο μεταξύ σκοτώνει και πολλά άλλα...

Συνεπώς, ενώ με ευκολία μπορούμε να λογοκρίνουμε κάποιον που είπε "αράπηδες βουλευτές" ή "πουτάνα δημαρχίνα", σκεφτείτε ένα σεξιστικό "πρέπει να τη βάλουνε κάτω να τη γαμάνε δεκα με το στανιό" που απευθύνεται σε κάποια γυναίκα χωρίς εξουσία και άντε να αποδείξετε ό,τι θέλετε στα περισσότερα δικαστήρια αυτού του πλανήτη εν έτει 2017. Ταυτόχρονα, θα έχετε κανονικοποιήσει τη λογοκρισία προς όφελος και λευκών βουλευτών, ανδρών δημάρχων κ.ο.κ.

Γενικότερα, όταν την πολιτική ορθότητα, την αναίρεση κακοδοξιών και τους αγώνες τούς υποκαθιστά η λογοκρισία και η κορρεκτίλα, έχουμε τέρατα. Δείτε για παράδειγμα την υπό θεσμοθέτηση σε πολλές χώρες ταύτιση του αντισημιτισμού με την κριτική στην ισραηλινή κυβέρνηση, δείτε επίσης σε συμβολικό επίπεδο την εξίσωση σφυροδρέπανου και σβάστικας ως απαγορευμένων εμβλημάτων στην Ουγγαρία και αλλού.

Επί της ουσίας, όποιος θέλει να αγωνιστεί κατά του σεξισμού, του φασισμού, του αντισημιτισμού, της ισλαμοφοβίας, της ομοφοβίας, της τρανσφοβίας, κτλ. κτλ. καλό είναι να μη λησμονεί πως οι νόμοι και οι δίκες (πρέπει να) έπονται των κινητοποιήσεων και των αγώνων από κάτω: θυμηθείτε τους αγώνες για τα πολιτικά δικαιώματα στις ΗΠΑ του '60 ή αναλογιστείτε γιατί χρονίζει η δίκη των ναζί δολοφόνων μας.

Ανοίγοντας τη συζήτηση, είμαι υπέρ της απόλυτης ελευθερίας του λόγου όταν δεν υποκινεί ανοιχτά σε βιαιοπραγία κατά των μη προνομιούχων. Με άλλα λόγια: "φάτε τους πλουσίους", οκέι. "Οι Εβραίοι είναι σατανικοί", οκέι. "Φάτε τους Εβραίους", μάντρωμα. Βεβαίως, η ελευθερία του λόγου δεν συνεπάγεται ανοχή ή συναίνεση: θα αντιτάξω τον δικό μου λόγο στο μιαρό "οι Εβραίοι είναι σατανικοί" και θα χλευάσω ακόμα και το "φάτε τους πλουσίους", αφού δεν τρώγονται με τίποτα.

Το ζητούμενο λοιπόν δεν είναι ούτε να λογοκρίνουμε ούτε να αυτολογοκριθούμε. Παράλληλα, πλανώμαστε αν πιστεύουμε ότι η διασφάλιση της ελευθερίας του λόγου συνεπάγεται ότι θα πούμε κάτι όμορφο, καλό και κόσμιο· τουναντίον. Η πλάνη μας όμως αυτή προκύπτει από την απολίτικη ταύτιση τριών παραγόντων: της ελευθερίας του λόγου, της πολιτικής ορθότητας (η επίκληση της οποίας εισάγει στη συζήτηση τις παραμέτρους της αυθεντία και της εξουσίας) και των "ανθρωπιστικών αξιών", ιδίως όταν γίνονται αντιληπτές με το αίτημα να είμαστε όλοι καλά και να μη στενοχωριέται κανείς.
 
Ως συνήθως, το βαθύτερο πρόβλημα εντοπίζεται στην προσπάθειά μας να κατανοήσουμε τα ανθρώπινα πράγματα με τρόπο απολίτικο, αγνοώντας τους παράγοντες Εξουσία και Προνόμιο, αλλά και η απροθυμία μας να κάνουμε λεπτές μα αναγκαίες διακρίσεις.  Καταλήξαμε λοιπόν να ταυτίζουμε την πολιτική ορθότητα (μέθοδο πυρόσβεσης της γλωσσικής ηγεμονίας) με τη νεοσυντηρητική κορεκτίλα (που ενίοτε παριστάνει την αστική αβρότητα) ενώ καταντήσαμε να θεωρούμε την ανθρώπινη ευγένεια ομόλογη με εμμονικές απόπειρες να αποφύγουμε να προσβάλουμε οποιονδήποτε (ακόμα και τους φασίστες π.χ.).

Κι αυτό τελικά βλάπτει την ίδια την υπόθεση της πολιτικής ορθότητας

Όσο εθιζόμαστε στην κυριολεξία και στο αυτονόητο, όσο γινόμαστε πρόθυμοι να λογοκρίνουμε και να αυτολογοκριθούμε, τόσο περισσότερο καθίσταται αναγκαίο να κατανοήσουμε τι σημαίνει ανισότητα, καταπίεση, (γλωσσική) ηγεμονία. Ο αγώνας δεν είναι μεταξύ ελευθερίας του λόγου και πολιτικής ορθότητας, παρά μεταξύ νεοσυντηρητικής κορρεκτίλας από τη μία και κάθε μορφής καταπίεσης και ετεροκαθορισμού από την άλλη, εντός κι εκτός κειμένων, τέχνης και κουλτούρας.

Η χονδροειδής ταύτιση πολιτικής ορθότητας, κορρεκτίλας και "ανθρωπιστικής καλοσύνης" σε συνδυασμό με την ανοχή μας στη λογοκρισία επιτείνει τον ηθικό πανικό που επικρατεί γύρω από την πολιτική ορθότητα. Για πολύ κόσμο το "PC" είναι πλέον συνώνυμο της (αυτο)λογοκρισίας και του ευφημισμού και από πολιτική στάση η πολιτική ορθότητα γίνεται αντιληπτή ως ηθική κορρεκτίλα: κωμικοί φοβούνται ότι δεν θα μπορούν να λένε χοντρά ανέκδοτα, γυναίκες αναρωτιούνται αν είναι πρέπον να κραυγάσουν "γάμα με!" και άντρες ορρωδούν μπροστά στη ροπή να ανακράξουν "καριόλα!", ρέκτες του ύφους και της ακριβολογίας αγανακτούν με νεολογισμούς και άκομψες καινοτομίες, Εβραίοι καταλήγουν να αποκαλούνται "self-hating Jew", λάτρεις της τέχνης βλέπουν να έρχονται παπικά βρακάκια και ετικετούλες Parental Advisory... Αυτοί και όλοι μας (θα έπρεπε να) μισούμε τη λογοκρισία.

Άρα;


Τι να κάνουμε λοιπόν; Νομίζω ότι υπάρχει μια απλή συνταγή: πρώτα σκέφτομαι ποια σχέση προνομίων, ιεραρχίας ή κι εξουσίας έχω με εκείνον στον οποίο θα απευθυνθώ ή (χειρότερα) με εκείνον εξ ονόματος του οποίου θα μιλήσω. Αντιστρέφω αυτή τη σχέση και μπαίνω στη θέση του. Αν στο ίδιο περικείμενο θα έλεγα τα ίδια ή παρόμοια (αστεία, σκωπτικά, χυδαία, διδακτικά, βαρύγδουπα, εξυπναδίστικα, ζουμερά, στεγνά, κτλ. κτλ.), είμαι μια χαρά και προχωρώ.

Το ουσιώδες είναι να μη συγχέουμε τον νεοσυντηρητικό ηθικισμό (για την αναίρεση του οποίου απαιτούνται μεταμέλειες κι εξιλεώσεις κτλ.) με μια πολιτική στάση, η οποία υπόκειται σε κριτικό και διαλεκτικό έλεγχο μέσα στην κοινότητα και μέσα στην κοινωνία. Εκεί ακριβώς τελικά διαφέρει η πολιτική ορθότητα από τις ηθικιστικές και λογοκριτικές διαστρεβλώσεις της.

GatheRate

Κυριακή, 3 Σεπτεμβρίου 2017

Πεδίον Άρεως


Γεννήθηκα το 1973. Μέχρι το 1985 πηγαίναμε τακτικά στο Πεδίον Άρεως και παίζαμε μέχρι πολύ αργά. Είχε κύκνους στις κούνιες προς τη Μαυρομματαίων, τις μεγάλες, είχε τη διαδρομή με τα ηρώα των λιγοζωισμένων επαναστατών -- αλλά εμείς ως Γκυζιώτες προτιμούσαμε την πάνω πλευρά, τους λαβυρίνθους προς την Μπούσγου, τα μονοπάτια της ΓΥΣ, τη μεγάλη πλατεία μπροστά από το αναψυκτήριο.

Επειδή τελικά δεν ήμουνα του ποδοσφαίρου, γύρω στα 1985 το ξέκοψα το Πάρκο (έτσι το λέγαμε), τις τελευταίες μέρες της εκεί δράσης μου κάναμε ρεσάλτα και κλέβαμε χρωματιστές λάμπες από το αναψυκτήριο Άλσος, που πότε λειτουργούσε και πότε όχι. Το Πεδίον Άρεως το ξανανακάλυψα το 1992 γιατί και εκεί έβγαινα ραντεβού με την Κυψελιώτισσα της ζωής μου.

Ποτέ δεν αισθάνθηκα να απειλούμαι. Ποτέ δεν με πείραξε κανείς. Ποτέ δεν μου συνέβη τίποτα. Ποτέ δεν άκουσα να συμβαίνει σε κανέναν τίποτα. Μια φορά βρήκαμε ένα προφυλακτικό κάτω από έναν θάμνο (ήμουνα στο Δημοτικό τότε), μια φορά είδε η αδερφή μου μια σύριγγα (ήτανε στο Δημοτικό). Ότι ψωνίζονταν άντρες μεταξύ τους εκεί το έμαθα στα 1995, γιατί ήθελε να δοκιμάσει την εμπειρία ένας ντροπαλός φίλος μου. Αυτά.


Μετά το 1991, που ήρθαν οι πρώτοι μετανάστες, το Πάρκο γέμισε περισσότερα παιδιά με πολύ πιο κουρασμένες μανάδες. Μαζί με τους ημερήσιους ταβλαδόρους και τη νυχτερινή φρουρά (τύπους που σε ρώταγαν "τι ώρα είναι;" όπως έμαθα αργότερα) έδιναν ζωή στο Πάρκο. Και λέω "έδιναν ζωή" διότι επί Ισχυρής Ελλάδας άρχισαν να μη συχνάζουν οι γηγενείς περίοικοι με τα βλαστάρια τους. Είχε αλλάξει πια το τι θεωρούνταν αναψυχή: η φάση παγκάκι με παγωτό ή αναψυκτικό (το ένα περίπτερο είχε κι ωραία πλαστικά νεοϋορκέζικα χοντόγκ) άρχισε να γίνεται ντεπασέ· ο κόσμος ήθελε να πληρώνει για να καθήσει κάπου, να καταναλώνει "σαν άνθρωπος". Κυρίως όμως ο κόσμος δεν ήθελε να συγχρωτίζεται με "ξένους", σου έλεγαν ότι δεν ήθελαν να παίζουνε "με αλβανάκια και ποντιάκια" τα παιδιά τους και σου έλεγαν ότι δεν ακούς πλέον ελληνικά στο Πάρκο. Σιγά σιγά όντως δεν άκουγες ελληνικά στο πάρκο, αφού εγκαταλείφθηκε από τους περιοίκους. Έκλεισαν και τα περίπτερα.


Κατόπιν επήλθε ο ηθικός πανικός: στο γύρισμα του αιώνα μάθαμε σοκαρισμένοι στη γειτονιά ότι στο Πάρκο "ψωνίζονται άντρες πίσω από τους θάμνους", λες και ήτανε κάτι καινοφανές. Παράλληλα άρχισε η διαδικασία ανάπλασης του Πεδίου Άρεως.

Όσο διαρκούσε η διαδικασία ανάπλασης, το Πάρκο ήτανε σχεδόν κλειστό. Σε αυτό κατέφευγαν πια πολλά πρεζόνια ενώ ο ηθικός πανικός γιγαντώθηκε όταν δίπλα στους πούστηδες που το λυμαίνονταν προστέθηκαν άστεγοι Κούρδοι πρόσφυγες από το Ιράκ που κατασκήνωναν εκεί όπως όπως: ξαφνικά είχαμε βρει τους δικούς μας Τσιγγάνους. Εκεί έγινε χαμός. Το Πάρκο ανακηρύχθηκε άβατο και εστία μολύνσεως, κάποιοι (μάλλον όχι αφιλοκερδώς) έκραζαν ότι πρέπει να το πάρει ο Μίνως να το αξιοποιήσει, οι Κυψελιώτες και οι κυριλέ Γκυζιώτες κάτω από την οδό Γκύζη θρηνολογούσαν ότι πήραν το Πάρκο πήραν το οι Ξένοι και τα Πρεζόνια.


Κανείς ποτέ δεν έχασε φέρνοντας ηθικό πανικό. Αφού ολοκληρώθηκε η ανάπλαση, το καγκελόφραχτο Πεδίον Άρεως φιλοξενεί μαστροπούς και δουλέμπορους, χρήστες πρέζας και σχεδόν κανέναν άλλο. Τουλάχιστον εκδιώχθηκαν οι "πρόσφυγες που αποπατούσαν πίσω από τις προτομές των ηρώων".



Και όλοι πια είναι ικανοποιημένοι που αποκτήσαμε ένα κενό στην καρδιά της Αθήνας, που ακόμα ένα δημόσιο αγαθό απαξιώθηκε (από τους περιοίκους), ευτελίστηκε και είναι έτοιμο να αξιοποιηθεί και να γίνει χώρος κατανάλωσης.

Όλες οι φωτογραφίες είναι δικές μου, του 2005.

GatheRate