Δευτέρα, 9 Ιουλίου 2018

Η πόλη, το σύμπαν


Είμαι ο εαυτός μου μόνο στις πόλεις, αν όχι μόνο στη Μία Πόλη που με ξέρει και νομίζω πως ξέρω. Εκεί όπου οι άνθρωποι μπορούμε να υπάρχουμε ως οι εαυτοί μας το κατά δύναμη εκεί όπου μπορούμε να συνυπάρχουμε με όσους και με εκείνους που επιλέγουμε.

Οι μικροί τόποι και οι εξοχές μου προκαλούν κλειστοφοβία. Οι μικροί τόποι, οι άσχημοι αλλά και οι πιο όμορφοι, παγιδεύουν τη σκέψη μου σε λούπες ψυχαναγκασμού. Μου κλέβουνε τον ύπνο. Με ποντίζουν στην ταραχή, στη νοσοφοβία, στην έκθεση στα στοχευμένα βλέμματα ανεπιθυμητων ξένων. Μόνο στην πόλη είμαι ελεύθερος να περπατήσω, να ανασάνω· να είμαι.

Σε μερικούς προκαλούν κλειστοφοβία οι πόλεις. Τους πιέζουν, λέει, οι τοίχοι, τους πλακώνουν οι προσόψεις, ασφυκτιούν μέσα στους δομημένους λαβυρίνθους. Κι όμως, στις πόλεις, στη Μία Πόλη, κάθε πρόσοψη κρύβει κτίρια που περιέχουν κοιλότητες και κοίλους χώρους και κάθε χώρος , ζωντανός ή εγκαταλελειμμένος, κρύβει τουλάχιστον μία ζωή ο καθένας και κάθε ζωή περιέχει αναρίθμητες ιστορίες στο παρελθόν στο παρόν και κυρίως στο μέλλον. Παλίμψηστοι χώροι, όπως τους φανέρωσε ο Παπαϊωάννου στο Μέσα.

Κλειστοφοβία μου προκαλούν οι περίκλειστοι μικροί κόσμοι των εξοχών και της επαρχίας. Γιατί τι είναι πιο ασφυκτικό και ολόκλειστο από το κενό, από την κενότητα της αδιάφορης φύσης, του αχανούς αλμυρού νερού, των γυμνών βουνών, του άδειου ουράνιου καύκαλου, των άξενων δασών;

Κλειστοφοβία δεν ένιωσα στους περίκλειστους χώρους που έχτισαν άνθρωποι και κατοίκησαν άνθρωποι, μέσα στους οποίους έζησαν και δυστύχησαν κι αγάπησαν και γέλασαν άνθρωποι· άνθρωποι, όχι βοτάνια, θηρία, ψάρια, δέντρα. Εγκλεισμός επέρχεται μέσα στη μόνωση της μικρής σφηκοφωλιάς των χωριών, όχι στους λαβυρίνθους, στα μικρά κατοικημένα σύμπαντα των πόλεων.

Οι πόλεις είναι μεν χωρικά περίκλειστοι κόσμοι αλλά πολλαπλές και ορθάνοιχτες οικουμένες και για όσα περιέχουν και για κάθε δυνατότητα που περιέχουν: δυνατότητα για χαρά ή δυνατότητα για θάνατο.

Αγαπώ τα σκοτάδια των πόλεων και πιο πολύ της Μιάς Πόλης, που έχει και σκοτάδια κάτω από συστάδες δέντρων, και παραθαλάσσια, και ψηλά στο βουνό, και στις στοές της, και στους δρόμους της, και μέσα στον αδιανόητο σπόγγο των δωματίων που περιέχει. Κι αγαπώ την τυχαιότητα των συναντήσεων μέσα της, συναντήσεις τυχαίες που είναι πάντα εκπληξεις, όχι αναμενόμενες.

Γι’ αυτό δεν μου αρέσουν οι διακοπές: η Αθήνα είναι σύμπαν ικανό.

This is not a fucking village.
This is no fucking incestuous village.
This is the City. This is the Republic.
All the way from its Citadel,
to the maze of its streets,
to beyond its torn down
walls:
Open, eternal, sovereign.

GatheRate

Κυριακή, 8 Ιουλίου 2018

Επίμετρο στον "Επαρχιωτισμό"

δηλαδή σε αυτό.

Τι μας κάνει να φαινόμαστε επαρχιώτες στα μάτια των ξένων;

Όχι βεβαίως τα "δεινά" του τόπου μας, παρά να διακηρύσσουμε την πεποίθησή μας ότι τα δεινά αυτά όχι μόνον υπάρχουν αποκλειστικά στον τόπο μας αλλά και αποτελούν στοιχεία του ντόπιου χαρακτήρα μας, της ιδιοσυστασίας μας.

Μόνον ένας αφόρητα χωριάτης θα πει και θα πιστέψει ότι το τάδε ή το δείνα, δεινό ή αρετή, είναι αποκλειστικό προνόμιο του χωριού του.

Κι αυτό τελικά το ξέρουν όλοι, ντόπιοι και ξένοι, αν εξαιρέσουμε κάτι ξινές παρουσίες αποικιοκρατικών πεποιθήσεων.

GatheRate

Πληθωρισμοί


Δεν χρειάζεται να είναι όλα ναζισμός.
Δεν είναι όλα Ολοκαύτωμα. Δεν είναι καν γενοκτονία.
Δεν είναι κάθε αυταρχισμός φασισμός.
Δεν είναι κάθε κρατισμός σταλινισμός.
Δεν είναι κάθε συντηρητισμός νεοφιλελευθερισμός.

*

Αποτελεί επιτακτική ανάγκη να είμαστε ακριβείς σε έναν κόσμο στον οποίο η ραθυμία στην ανάγνωση και η ακηδία στη γραφή πλέον σκοτώνουν. Ο πολτός των εννοιών και οι ακυρολεξίες θαμπώνουν το πώς αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο, όμως αυτή την πολυτέλεια την έχουμε προ πολλού στερηθεί. Η ευκολία των γενικεύσεων και των εξισωτισμών δηλητηριάζουν την ερμηνεία του κόσμου περισσότερο και από τα fake news.

Η Νότια Αφρική δεν ήτανε ναζιστικό κράτος. Ήταν όμως ένα από τα απεχθέστερα τυραννικά καθεστώτα του 20ου αιώνα. Οι κυβερνήσεις του Ισραήλ δεν είναι ναζιστικές, εφαρμόζουν όμως απαρτχάιντ στυγνότερο από το νοτιοαφρικανικό. Είναι φρικώδες να εξισώνεται το απαρτχάιντ με τον ναζισμό, όχι γιατί το ένα είναι "καλύτερο" από το άλλο.

Η γενοκτονία των Αρμενίων δεν ήταν το Ολοκαύτωμα. Ήταν όμως ένα από τα φρικτότερα εγκλήματα του 20ου αιώνα: γενοκτονία. Η αποικιοκρατία δεν ήταν το Ολοκαύτωμα, αλλά φονικότερη από το Ολοκαύτωμα· επίσης η αποικιοκρατία είναι λιγότερο αναγνωρίσιμη ως γενοκτονία και σίγουρα πιο δικαιωμένη. Η μνημονιακή άλωση της Ελλάδας δεν είναι γενοκτονία. Αποτελεί τρομακτική προσβολή στα θύματα γενοκτονιών να μιλάμε με τέτοιους όρους για τη δήωση που υφιστάμεθα από το 2010.

Ο Περόν εγκαθίδρυσε ένα προσωποπαγές αυταρχικό καθεστώς έχοντας προσεταιριστεί και καθυποτάξει τα αργεντίνικα συνδικάτα αλλά δεν ήτανε φασίστας: αν μη τι άλλο ο ίδιος και οι εκλεκτοί του κέρδιζαν αβέρτα εκλογές. Αν ο φασισμός είναι πολιτική λατρεία θανάτου με θεό το κράτος -- και ο ναζισμός με θεό τη φυλή -- οι δικτάτορες της Κεντρικής Ασίας είναι πολύ πιο φασίστες από τον Περόν.

Ο Τίτο δεν ήτανε σταλινικός, κι όχι μόνο γιατί δεν ανήκε στο ανατολικό μπλοκ. Η Βενεζουέλα δεν είναι σταλινική. Αν ο συγκεντρωτικός κρατισμός ήτανε σταλινισμός, τότε η Γαλλία θα ήταν πιο σταλινική από την αποκεντρωμένη Κούβα της πρόσφατης συνταγματικής αναθεώρησης.

Οι πατρίς-θρησκεία-οικογένεια δεξιοί ανά τον κόσμο δεν είναι νεοφιλελεύθεροι. Ο Τραμπ δεν είναι, η Χίλαρυ ήταν.

*

Δεν είναι κάθε κακό ανταλλάξιμο με κάποιο άλλο. Η ζωή στην Ουγγαρία του '70 είναι εξίσου χάλια με αυτή στην Αυστρία του μέλλοντος -- αλλά μιλάμε για διαφορετικά καθεστώτα. Ο Ερντογάν και ο Κάστρο δεν το έχουν με την ελευθερία του Τύπου αλλά δεν μοιάζουν.

Τέλος, δεν είναι καλό ένα καθεστώς μόνο και μόνο επειδή το υποστηρίζουν οι όποιες ελίτ του. Όταν πηγαίνουμε πέρα από αυτό το αντανακλαστικό αρχίζουμε να έχουμε αυτό που λέμε δημοκρατία. Όταν προστατεύουμε όσους μειοψηφούν, τότε έχουμε δημοκρατία.

Ναι, αυτονόητα πράγματα.

GatheRate

Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2018

Γαμο-κράτος

Ο θεσμός του γάμου και ο θεσμός του κράτους έχουν πάρα πολλές ομοιότητες. Για να μη γίνομαι κουραστικός επαναλαμβάνοντας, θα μιλήσω και για τους δύο θεσμούς ταυτόχρονα υιοθετώντας τον ελαφρώς αντιγραμματικό όρο γαμο-κράτος: είτε γάμος είτε κράτος.

Το γαμο-κράτος θεωρείται θεμέλιο του πολιτισμού μας. Το γαμο-κράτος ρυθμίζει τις ζωές μας με τρόπο που ενθουσιάζει τους συντηρητικούς, ιδίως όσον αφορά οικονομικά ζητήματα, και που ενοχλεί τους φίλους της ανθρώπινης ελευθερίας, ακριβώς όσον αφορά ζητήματα ελευθερίας και αυτοδιάθεσης.

Το γαμο-κράτος ιδρύεται πανηγυρικώς και η επέτειος ίδρυσής του συνήθως εορτάζεται και μάλιστα σεμνοπρεπώς.

Το γαμο-κράτος είναι βαθιά εξιδανικευμένο, αφού καλείται να προασπίσει δίκαια, ιερά, όσια, την επιβίωσή μας την ίδια -- κάτι που επιτυγχάνει πότε περισσότερο και πότε λιγότερο, όταν δεν αποτελεί παράγοντα καταστολής δικαίων και ιερών, όταν δεν απειλεί την αξιοπρέπεια και την επιβίωσή μας.

Το γαμο-κράτος μάλιστα γίνεται αντιληπτό ως ιδανικό: ως το πεπρωμένο, ο προορισμός και η ολοκλήρωση μιας ομάδας ανθρώπων -- 2 με 10 στην περίπτωση του γάμου, 2000 με 2.000.000.000 στην περίπτωση του κράτους. Το κράτος είναι το πεπρωμένο των κοινωνιών, ο γάμος των ανθρώπων (και μάλιστα των θηλυκών ανθρώπων).

Το γαμο-κράτος επιβάλλει την ταυτότητά του σε όσους μετέχουν σε αυτό και ευαγγελίζεται κάποιου είδους ισοτιμία μεταξύ των μελών του -- η πραγματικότητα πάλιν και πολλάκις διαψεύδει αυτή την επαγγελία, όμως ελάχιστοι ενδιαφέρονται.

Το γαμο-κράτος θεωρείται κατάκτηση της ανθρωπότητας και πράγματι έχει προσφέρει το πλαίσιο να ανθίσουν ομορφιά, χαρά, γαλήνη κι ευημερία αλλά και θηριωδία, βαρβαρότητα και φρίκη ανήκουστες (ακόμα και) εκτός του γαμο-κράτους.

Το γαμο-κράτος θεσπίζεται για πάντα, όμως η μέση διάρκεια ζωής του είναι του μεν γάμου καμμιά δεκαριά χρόνια του δε κράτους καμμιά 70αριά, αν συνυπολογίσει κανείς και τα δεκάδες θνησιγενή κράτη.

Η κατάλυση του γαμο-κράτους αποπροσανατολίζει και συνοδεύεται από πόνο και πολλές φορές από θάνατο.

GatheRate

Παρασκευή, 22 Ιουνίου 2018

Let the night take the blame


Το τραγούδι αυτό ταυτίζεται με εφηβικά πάρτυ μου. Βεβαίως βγήκε το 1984, όταν ήμουν πιτσικόνι, τη χρονιά που μας έσκασε το AIDS. Όμως τότε τα ποπ τραγουδάκια στην Ελλάδα φτούραγαν λίγο παραπάνω, ενώ οι στίχοι τους διέθεταν ένα κάποιο τσαγανό. Μέχρι που μας σκέπασαν ο Ρέιγκαν και το AIDS.

Το τραγούδι είναι το απολυτίκιο της αρπαχτής, του one night stand· είπαμε, λίγο πριν το AIDS γίνει αφορμή να δοξαστεί η οικογένεια ξανά και να μας ξαναπλασαριστεί η μονογαμία ως καθεστώς κι όχι ως επιλογή. Λέει λοιπόν το τραγουδάκι τα εξής:
For the magic of these few hours
I'm ready to say

Let the night take the blame
And if tomorrow love's not the same
We took our chance, we tasted the flame
Our hearts run free, you and me

[...]

I don't wanna cheat my feelings
Lock 'em deep inside
Keep my emotions secret, I just can't hide
These moments we spent together
That oh-too-precious time
I pretend these will last forever
Make believe that you're mine
Μεγαλώναμε τότε με την προσμονή της αγάπης αλλά και με τη μαγική πραγματικότητα της λαγνείας. Ξέραμε, λίγο αδέξια και κάπως μέσα από δοκιμή και πλάνη, να ξεχωρίζουμε το ένα από το άλλο, όσο κι αν η πλάνη υπερίσχυε πολλές φορές και μας απογοήτευε, όσο κι αν έβγαζαν τα ατελή τεστ μας την καύλα για έρωτα και τον έρωτα για αγάπη. Ο συμφυρμός των τριών και ο θρίαμβος του μονογαμικού και μονοθεματικού forever που τότε μαγείρευε το Χόλλυγουντ αργούσε ακόμα.

Και έτσι ξεκινήσαμε τη ζωή μας μετρημένα αλλά με θάρρος, λίγο σαν το δειλο αλλά με τσαγανό we took our chance, we tasted the flame:
Οι προσδοκίες ήταν απλές: φιληδονία, βιβλία, μουσικές, ταινίες, δίσκοι, ταξίδια.

Ούτε οι γάμοι μάς απασχολούσαν: αγάπη θέλαμε· ούτε πελώριες καριέρες και λεφτάρες γουστάραμε: μας αρκούσε να κάνουμε μια δουλειά υποφερτή· ούτε τα στεγαστικά δάνεια μάς φτιάχνανε: ένα μικρό διαμερισματάκι δικό μας με κρεβάτι, βιβλιοθήκες κι ηχοσυστηματάκι θέλαμε, να έχει και μπαλκόνι στην κουζίνα ίσως.

Ακούγονται ευτελείς ενδεχομένως αλλά αυτές ήταν οι προσδοκίες μας. Δεν μιλάμε για όνειρα, άλλο τα όνειρα. Και στο κάτω κάτω, ο τυφλοσούρτης που ίσχυε και ισχύει για τα όνειρά μας ήταν και παραμένει το εξόχως αμφίσημο fuck your dreams, this is heaven.
Στο μεταξύ οι ζωές μας, σκεπασμένες από τον Ρέιγκαν και το AIDS, ράφτηκαν πάνω στα πατρόν του αμερικανικού ονείρου: παντού μονογονία, "η ανάγκη να είναι όλα μοναδικά στη ζωή μας: ένας προορισμός, μία ιδέα, μία σχέση, ένας ήρωας, ένα κέντρο, μία κατεύθυνση, ένας φίλος, ένας σκοπός, μία ειδίκευση, ένα μεγάλο ταξίδι".

Ευτυχώς, λίγο από πείσμα, λίγο από φτώχεια, λίγο γιατί δεν μπορεί μια ζωή να ζεις μέσα σε ένα σάβανο ραμμένο για τους άλλους από τα αφεντικά τους, μάθαμε κι εμείς τα βασικά.
  • Ότι ανθρώπινες σχέσεις που δε δοκιμάζονται είναι ή εμμονικές ή αβασάνιστες ή αδιάφορες.
  • Ότι οι ανθρώπινες σχέσεις δεν χτίζονται στο διαρκώς και στο συνέχεια: ανταλλαγές και ισοζύγια ανάμεσα σε ανθρώπους που αγαπιούνται δεν έχουν θέση, μόνο δόσιμο υπάρχει από τον ένα στον άλλο, όσο μπορεί και όταν μπορεί και αν μπορεί ο καθένας.
  • Ότι άνθρωποι που αγαπιούνται δεν το πολυλένε. Αυτά τα "σ' αγαπώ" είναι ωραία επιφωνήματα για την κλινοπάλη, αλλά ελάχιστα ειλικρινή -- κι υπάρχουν τελικά και πιο τελέσφορα επιφωνήματα.
  • Ότι από την άλλη, ένα "σ' αγαπώ" αληθινό αρκεί για κανα-δυο ζωές.
 Ε, και μετά το ρίξαμε στα αποφθέγματα, κοιτάζοντας με λοξό χαμόγελο την ανθρώπινη κατάσταση, αγκαλιάζοντας περιδεώς αλλά πάντοτε με τσαγανό και την αγάπη αλλά και την πολυπλοκότητα της ζωής, το χάος της αγάπης.

GatheRate

Αλλάζει ο κόσμος, μπρε;


Ο παππούς μου, μεταμελημένος κομμουνιστής, προσπαθούσε να με πείσει ότι αυτός ο κόσμος δεν αλλάζει με τίποτα. Επιπλέον προσπαθούσε να μου παρουσιάσει αυτή του την πεποίθηση ως νόμο της φύσης περίπου, ως κάτι αναπόφευκτο. Καταλάβατε, στο πνεύμα του βοτανιού "Καληνύχτα Κεμάλ, αυτός ο κόσμος δεν αλλάζει με τίποτα" που καλύπτει μεγάλες χορτολιβαδικές εκτάσεις των σοσιαλμήντια.

Εννοείται πως αυτή η πολιτική μοιρολατρία ενθαρρύνεται από όσα βλέπουμε γύρω μας, με τον τρόπο που καταλήγουμε να τα βλέπουμε. Εννοείται πως μπορείτε να τη βαφτίσετε κοινωνική εντροπία αν ξέρετε και λίγη Φυσική. Ό,τι κι αν εννοείται, βεβαίως, είναι ψευδές: ο κόσμος αλλάζει.

Ο κόσμος όμως αλλάζει προς το καλύτερο σε πολλούς τομείς, σε εκείνους ακριβώς τους τομείς στους οποίους οι ελίτ δεν έχουνε καταφέρει ακόμα να στήσουνε το παιχνίδι ώστε να τζογάρουν ανενόχλητες το μέλλον της ανθρωπότητας με σκοπό να αυξήσουν τα κέρδη τους την επόμενη πενταετία και να συσσωρεύσουν περισσότερο μπανάλ πλούτο. Ο επισιτισμός, τα φάρμακα, η εκπαίδευση, κάποιες απλές τεχνολογικές λύσεις σώζουν εκατομμύρια ζωές και βελτιώνουν τη διαβίωση σε τόπους που δεν φτάνουν στις ειδήσεις.

Ο κόσμος επίσης αλλάζει προς το χειρότερο, με τις μηχανές του πολέμου να αναπτύσσονται και να κάνουν τη φονική δουλειά τους, με τη σε εξέλιξη περιβαλλοντική συντέλεια (κλιματική αλλαγή, τοξικά απόβλητα, πλαστικοπλημμύρα...), με την υποχώρηση ελευθεριών κι εργασιακών δικαιωμάτων και με τους φασισμούς στο προσκήνιο του ανεπτυγμένου κόσμου. Με άλλα πολλά.

Άρα, ως φαταλισμός και ΤΙΝΑ, ως απολίτικη πολιτική μοιρολατρία, γαμιέσαι Κεμάλ (μετά συγχωρήσεως). Ο κόσμος αλλάζει, οι ελίτ και η θεομηνία της απληστίας τους δεν αλλάζουν.

Στον ανεπτυγμένο κόσμο, ο κόσμος αλλάζει λοιπόν προς το χειρότερο: τα σύνορα κλείνουν για μια ακόμα φορά στην ανθρώπινη ιστορία παρά το πρόσχημα (ή με το πρόσχημα) του ανώτερου πολιτισμού μας, τα εργασιακά δικαιώματα συρρικνώνονται, οι ελευθερίες κατακερματίζονται και αντιμετωπίζονται επιλεκτικά και κατά περίπτωση, ανορθολογισμοί από ταυτοτικοί μέχρι ανοιχτά φασιστικοί κερδίζουν το παιχνίδι του δημόσιου λόγου ονλάιν κι οφλάιν, η θλιβερή ομοιομορφία και ο χαρωπός αυταρχισμός νεοφιλελεύθερων σοβιετιών εξαπλώνονται.

Στην Ελλάδα, όπως και στον υπόλοιπο ανεπτυγμένο κόσμο, τα ίδια και λίγο χειρότερα: ναζί βουλευτής υπόδικης οργάνωσης καλεί σε πραξικόπημα και σε ανατροπή του πολιτεύματος, διαφεύγει, καταδιώκεται (;), συλλαμβάνεται, αφήνεται ελεύθερος. Τι συμβαίνει με την Ηριάννα και τι συνέβη παλιότερα με τον Θεοφίλου ή τον Σακκά να μην τα υπενθυμίσω. Θυμάται κανείς την Combat 18; (εγώ ο ίδιος δυσκολεύτηκα)

Προφανώς οι φασίστες εχθροί της δημοκρατίας είναι λιγότερο επικίνδυνοι γι' αυτήν από τους αναρχικούς πολέμιούς της. Το οπλοστάσιο κάποιας αριστερής οργάνωσης επιμολύνει όσους αγγίξουν κάποιον που ίσως το άγγιξε -- περίπου όπως οι διατάξεις περί του μιάσματος της εμμηνόρροιας στον μωσαϊκό νόμο. Τα οπλοστάσια των φασιστών είναι συλλογές και η ύπαρξή τους είναι χρήσιμη σε περισσότερους από όσους θα το παραδέχονταν. Αυτή η κραυγαλέα μεροληψία, που καταστρέφει ανθρώπινες ζωές, είναι επιλογή του ελληνικού κράτους κι εδράζεται στα αντανακλαστικά της ελληνικής κοινωνίας: ο αναρχικός είναι αλήτης, ο φασίστας νοικοκύρης που αγανάκτησε (ενίοτε κι οι γκάνγκστερ νοικοκυραίοι είναι). Μέχρι εδώ καλά. Μόνο που ο νόμος και τα δικαστήρια δεν επιθυμούν να πάνε κόντρα σε αυτά τα αντανακλαστικά: προφανώς εδώ δεν μας χρειάζεται κράτος δικαίου. Ενδεχομένως οι φασίστες είναι πιο χρήσιμοι από όσο θέλουμε να παραδεχτούμε.

Και πάμε στην έξοδο από τα μνημόνια -- ή όπως αλλιώς θέλετε να πείτε αυτό που αποφασίστηκε χτες. Πέρασαν οχτώ χρόνια αυταρχισμού και αστυνομικής βίας κατα τα οποία εξαθλιώθηκαν ή πέθαναν εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι και καταληστεύτηκε ο εθνικός πλούτος. Πράγματι, αν δεν αισθανθήκατε τις συνέπειες της εξαθλίωσης μάλλον κακώς διαβάζετε αυτό το κείμενο: είτε ανήκετε στις ελίτ (μην ταράζεστε, παρά τις διαβεβαιώσεις λματ και κωστόπουλων στην Ελλάδα δεν τις διακρίνει γκλαμουριά), είτε ζείτε εκτός Ελλάδας. Στην Ελλάδα πάντως, τα όργανα των ελίτ με ιεραποστολικό ζήλο προσπάθησαν τρία πράγματα:
  • να πείσουν την ελληνική κοινωνία για τη χρησιμότητα μεταρρυθμίσεων που δεν έγιναν ποτέ ή που έγιναν με οθνεία αποτελέσματα, συνήθως κολοβώνοντας εργασιακά δικαιώματα·
  • να πείσουν όσους δεν ανήκουν στις ελίτ ότι εκείνοι ακριβώς ευθύνονται για τη Μνημονιοκρατία και, 
  • να μη θιγούν ποσώς τα ντήλια, τα προνόμια και ο τρόπος ζωής των ελίτ.
Τα πέτυχαν και τα τρία, ενώ χάρη στο νοβοκαϊνικό μούδιασμα της εξουσίας του ΣΥΡΙΖΑ μετά το '15, εξουδετερώθηκαν οι κοινωνικές αντιστάσεις και τα κοινωνικά κινήματα, ακόμα και τα συστημικά συνδικάτα, αφήνοντας την όποια αντιμνημονιακή αντίσταση σε εθνικιστικές αταξικές φαιδρότητες τύπου ΛΑΕ και Πλεύσεις ή στο ξεκούτικο και ζαβλακωμένο ΚΚΕ. Με δυο λόγια, το έτος 2018 ξέρουμε ότι μπορείς να πάρεις μια μικρού μεγέθους ανεπτυγμένη χώρα και να της αλλάξεις τον αδόξαστο στο εργαστήριο του δόκτορος Καλιγκάρι.

Μιλώντας για τον ΣΥΡΙΖΑ τώρα. Αν το ΠΑΣΟΚ έπαθε pasokification, η Νέα Δημοκρατία άντεξε ενόσω έπειθε τις ελίτ και τους θεράποντές τους ότι είναι κεντροδεξιό κόμμα. Όμως έχει πάψει από καιρό να είναι. Σήμερα πλέον μπορεί κανείς να πει ότι λίγο οι άψογες κεντροδεξιές πολιτικές του ΣΥΡΙΖΑ, λίγο το φλερτ της ΝΔ με φασίστες, παλιοημερολογίτες και θιασώτες του αγροτοποιμενισμού εγγυώνται ότι με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο θα μας κυβερνάει ο Παππάς για τα επόμενα 10 χρόνια και βάλε. Το παραδέχεται ή το ελπίζει και η πατρίδα μας η Ευρώπη.

Συνοψίζοντας, όπως έγραψε και η Καλυψώ Λάρα στο φέισμπουκ πριν λίγο, "Οι κρίσεις τελειώνουν μόνο όταν οι φασίστες ντρέπονται να πουν δημόσια αυτά που σκέφτονται. Προς το παρόν ο πλανήτης βρίσκεται σε προηγούμενο λέβελ."

Η εικόνα από το κόμικ Fascista του Τάσου Αναστασιάδη.

GatheRate

Σάββατο, 9 Ιουνίου 2018

Ζήσε τ' όνειρο και be yourself


Η γενιά μου, είμαι 44, μεγάλωσε εγκλωβισμένη στην αυταπάτη ότι τη ζωή μας τη φτιάχνουμε εμείς οι ίδιοι όπως τη θέλουμε. Εμείς είμαστε οι αφέντες του εαυτού μας, εμείς ορίζουμε τη μοίρα μας. Αν η ζωή δεν μας έρχεται όπως τη θέλουμε, τότε μπορούμε και οφείλουμε να την αλλάξουμε. Η αλλαγή στον κόσμο δεν ήταν υπόθεση συλλογικών προσπαθειών, πέραν των πιο ανώδυνων και αποστασιοποιημένων όπως οι εκλογές, η συλλογή υπογραφών και η αγορά προϊόντων από τους σωστούς εμπόρους και παραγωγούς.

Η αυταπάτη μας είχε συνέπειες. Αν κάποιος ξέφευγε από τη μιζέρια, τη δυστυχία ή τη χλιαρότητα στον βίο του, ήμασταν βέβαιοι ότι το πέτυχε γιατί τον διέκρινε θάρρος ή τόλμη, τρέλα καλή, δεν ήταν μίζερος και συμβατικός. Ενδεχομένως ήτανε μποέμ και ασυμβίβαστος, όχι σαν εμάς τα καλά παιδιά που κοιτάγαμε προσεκτικά πού θα βρίσκεται το επόμενο πάτημα, που δεν κοιμόμασταν σε σταθμούς τρένων όταν ταξιδεύαμε, που δεν τα τινάζαμε όλα στον αέρα για μια τέχνη ή για έναν έρωτα ή για το όνειρό μας.

Δεν ρωτάγαμε βεβαίως αν είχε δίχτυ ασφαλείας ο τολμητίας, ο τρελός, ο αντισυμβατικός. Όχι μόνο δεν ρωτάγαμε, δεν το αναρωτιόμασταν καν. Θα ήταν μικροπρεπές εκ μέρους μας, τρανή απόδειξη ακριβώς του πόσο δειλοί και ξενέρωτοι ήμασταν, ανίκανοι να πάρουμε τη ζωή στα χέρια μας και να γίνουμε κύριοι της μοίρας μας κι αφέντες της ψυχής μας.

Φυσικά τα χρόνια πέρασαν και αυτό το μπανάλ σώμα γνώσης που λέγεται πείρα σωρεύτηκε πάνω μας. Είδαμε ότι το τρελιάρικο καλλιτεχνάκι ζούσε από δυο νοίκια, ότι ο υπεργαμιάς είχε καβάντζα να πληρώνει αμβλώσεις αν ο μη γένοιτο, η μις από πάρτυ σε πάρτυ είχε μαμά φραγκάτη, ο Κώστας είχε μηχανή γιατί του την αγόρασαν, η Μίνα τραβιόταν με τον αδιάφορο γι' αυτήν καθηγητή της από πρωτεύουσα σε Πρίνστον γιατί διέθετε τον ναύλο, το χίπικα ζωσμένο παιδί του ατέρμονου ιντερέιλ τράβαγε ντάλαρς σε κάθε σιδηροδρομικό σταθμό, η ατίθαση ζωγράφος που μας υποσχόταν ελευθερία στο διαμέρισμα-στούντιό της ήταν οικονόμος της μαμάς της που έλειπε 5 μήνες τον χρόνο στο νησί ταΐζοντας τουρίστες -- δεν έχει νόημα να συνεχίσει κανείς.

Και ναι, υπήρχε κόσμος που ζούσε στην αλητεία και πενόταν και έτρωγε μυική μάζα για να θρέψει την τέχνη ή το όνειρό του -- αλλά αυτός ο κόσμος βρισκόταν κάπου αλλού και πριν το ίντερνετ το "κάπου αλλού" παρέμενε βολικά αόρατο.

Υπήρχαμε κι εμείς βεβαίως, που λεφτά για ναρκωτικά δεν είχαμε, ούτε καν για αλκοόλ, πολλώ μάλλον για γκράντε καταχρήσεις που θα μας καθιστούσαν κι εμάς επιτέλους μαγικούς και καταραμένους.

Με άλλα λόγια, μάθαμε σιγά σιγά ότι τα "ζήσε τ' όνειρό σου", "be yourself, no matter what they say" και "μην ακούς κανέναν και προχώρα" είτε προϋποθέτουν καβάντζα, είτε απαιτούνί να το λέει η περδικούλα σου και να το λέει πολύ.

GatheRate

Κυριακή, 3 Ιουνίου 2018

Οι ζωές των άλλων: Γάζα, Κύπρος, Stonewall

Στη Γάζα Ισραηλινοί ελεύθεροι σκοπευτές σημαδεύουν και σκοτώνουν νοσηλευτές, ανάπηρους, δημοσιογράφους, παιδιά (με τυχαία σειρά) επειδή κάνουν πορείες κατά του βάρβαρου πολυετούς αποκλεισμού. Στο πρόσφατο παρελθόν ο ισραηλινός στρατός έχει βομβαρδίσει σπίτια, νοσοκομεία και σχολεία μέσα στη Γάζα. Ωστόσο, πολλοί έφριξαν όταν πριν περίπου πέντε μέρες η Χαμάς "απάντησε" με κάποιες ρουκέτες: "τρομακτικό" και "παν γυρεύοντας οι Παλαιστίνιοι". Επίσης "πού τις βρήκαν τις ρουκέτες αν πράγματι είναι αποκλεισμένοι οι έγκλειστοι της Γάζας; -- γιατί περί ανοιχτής φυλακής πρόκειται. Μια καλή απάντηση θα ήταν "όπου βρήκαν τα όπλα οι εξεγερμένοι του Γκέτο της Βαρσοβίας", την οποία σίγουρα δεν οργάνωσαν σοβαροί και φιλήσυχοι Εβραίοι.

Γιατί η αυλή ενός νηπιαγωγείου είναι πιο σημαντική από δεκάδες νεκρούς ειρηνικούς διαδηλωτές; Μα γιατί οι Παλαιστίνιοι που είναι μαντρωμένοι στη Γάζα δεν είναι ακριβώς άνθρωποι, δεν κάνουν κανονικές ζωές. Κι όμως, το σύνηθες επιχείρημα που προβάλλεται όταν αναρωτηθεί κανείς γιατί δεν συμπαραστεκόμαστε στους αναρίθμητους νεκρούς της Καμπούλ και της Βαγδάτης είναι "μα εκεί έχουν πόλεμο" (...) ή "κείνται μακράν". Στην πραγματικότητα, οι αποκλεισμένοι της Γάζας, οι κανονικοί άνθρωποι της Βαγδάτης ή της Καμπούλ είναι λίγο σαν μετανάστες στη Μόρια ή σαν Τσιγγάνοι: δεν είναι κανονικοί άνθρωποι και οι ζωές τους δεν είναι ακριβώς κανονικές, έστω και αν κάποτε υπήρξαν κανονικές: μπορεί να ήταν τότε ή εκεί, τώρα ή εδώ πάντως δεν είναι κανονικές. Άλλωστε οι φτωχοί ξένοι είναι τρεις φορές ξένοι.

Την κανονική ζωή τη χάνεις ακόμα και αν δεν ξεριζωθείς, ακόμα και αν δεν έρθουν οι Αμερικάνοι να σου φέρουν δημοκρατία, ακόμα και αν δεν είσαι φτωχός. Σκεφτείτε τους αγνοούμενους στην Κύπρο. Για δεκαετίες οι Τούρκοι αρνούνταν να συμμετάσχουν σε έρευνες για τους αγνοούμενους. Ο λόγος ήταν ότι απαιτούσαν να διερευνηθεί ταυτόχρονα η τύχη των Τουρκοκύπριων αγνοουμένων της ανταρσίας του 1963-1964 και των σφαγών μεταξύ 20.7 και 15.8 του 1974. Βεβαίως η πλευρά μας αφενός το αποσιωπούσε αυτό το αίτημα αφετέρου διατεινόταν ότι οι Ελληνοκύπριοι αγνοούμενοι, θύματα πολεμικής επιχείρησης τακτικού στρατού, δεν είναι ίσα κι όμοια με τα θύματα "ένοπλων ομάδων" Ελληνοκυπρίων. Τελικά το ζήτημα λύθηκε μουλωχτά (ως είθισται στην Κύπρο), όταν ο πρόεδρος Παπαδόπουλος έδωσε αμνηστία σε όσους θα αποκάλυπταν σε ποιο πηγάδι πέταξαν ή σε ποιον λάκκο παράχωσαν σφαγμένους Τουρκοκύπριους. Οι περισσότεροι από τους οποίους δεν ήταν αντάρτες της ΤΜΤ, παρά τυχαίοι άνθρωποι σφαγμένοι από τον γείτονά τους σε χωριά της Κύπρου με μεικτό πληθυσμό, τα οποία θα έπρεπε να εκκαθαριστούν για στρατηγικούς λόγους (δειγματοληπτικά ψάξτε "Σχέδιο Ακρίτας", "Άγιος Σωζόμενος",  "Τόχνη" και "Μαράθα, Σανταλάρης, Αλόα"). Κι έτσι, η ζωή του δίπλα έπαψε να είναι ζωή κανονικού ανθρώπου.

Κανείς βεβαίως δεν θέλει να παραδεχτεί ότι οι άλλοι μπορεί να τον βλέπουν ως μη κανονικό άνθρωπο. Θέλουμε να είμαστε κανονικοί, πολλές φορές  με κάθε τίμημα. Δείτε λ.χ. πού πηγαίνουν τα τελευταία χρόνια οι αγώνες του ΛΟΑΤ κινήματος: όχι προς τη θραύση της ετεροκανονικότητας, παρά προς τη χαλάρωση της. Και βεβαίως πανηγυρίζουμε κάθε φορά που κατοχυρώνονται τα ανθρώπινα και νομικά δικαιώματα των ΛΟΑΤ ατόμων και στοιχεία ισονομίας, όμως το ταξικό στοιχείο των αγώνων τους εξασθενεί υπονομεύοντας τελικά: "δεν θα πάω να σταθώ δίπλα σε μαύρους και απεργούς επειδή είμαι ΛΟΑΤ, δεν κάνω ψωνιστήρι για να ασχοληθώ με εργάτες κι εργάτριες του σεξ".

Λησμονούν βεβαίως, όπως κι όλοι μας, ότι τα προνόμια που μας επιτρέπουν "να είμαστε ο εαυτός μας", "να ζούμε τη ζωή μας" ή "να γιορτάζουμε τη διαφορετικότητα" σήμερα είναι κι αύριο δεν είναι. Αυτό ισχύει με το παραπάνω για τα ΛΟΑΤ άτομα, στα οποία μέχρι πρόσφατα μόνον ο πλούτος ή το εκτυφλωτικό ταλέντο που δεν μπορεί να χαντακωθεί επέτρεπαν κάτι σαν αξιοπρεπή ζωή.

GatheRate

Σάββατο, 2 Ιουνίου 2018

Αντίστροφος Σεξισμός, του Νίκου Δασκαλόπουλου


Kαλά, εννοείται ότι ο Σάντσεθ δεν μπορεί υπό καμία έννοια να είναι κούκλος. Απλά δεν επιτρέπεται. ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΟΣ ΣΕΞΙΣΜΟΣ.

Μα τι λέμε, εδώ είδα να πλακώνεται ζευγάρι στο δρόμο πριν κάτι μήνες, ούρλιαζε ο τύπος, λέω "μάλλον έφαγε κέρατο" και τελικά της έβαζε χέρι που γουστάρει τον Κοντιζά.

Έχουμε ακούσει διαλόγους και διαλόγους για το θέμα και οι άντρες και κυριότερα οι γυναίκες και όλες το ξέρουν ότι, αν μιλήσεις μπροστά σε άντρες για τον οποιονδήποτε κολακευτικά, τα κοκόρια λαλάνε.

Γουστάρει μια έναν τύπο με λίγο πιο μάτσο εμφάνιση - επιτέλεση;
Τις βλέπεις; Πρωτόγονες παιδί μου. Αυτό θέλουν. Τους αλήτες. Και διαμαρτύρονται που δεν είμαστε φεμινιστές. Άσε με καημένε. Πάρε τον μάτσο να σε σπάει στο ξύλο κάποια στιγμή. Έτσι, έτσι, όπως τα λες, αυτούς που τις δέρνουν, θέλουν. Εμείς τα καλά παιδιά, χάσαμε από χέρι.
Γουστάρει μια έναν φλώρο;
Μαλάκα μου, με τους φεμινισμούς έχουν ξεχάσει τον άντρα τον ορίτζιναλ. Πώς θα επιβιώσουμε, εμείς; Θα γίνουμε όλοι metrosexual; Έλεος. ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΑΝΤΡΕΣ ΠΙΑ... Πες τα ρε φιλαράκι. Με τους hipster και τα κωλοπουκάμισά τους.
Γουστάρει μια έναν ψηλό;
Body positive σου λένε μετά. ΥΠΟΚΡΙΤΡΙΕΣ. Φίλε μου, κακά τα ψέματα, η βιολογία μιλάει. ΤΡΕΛΑΙΝΟΝΤΑΙ οι ορμόνες τους, πώς θα γίνει; Είσαι caveman; Σώθηκες. Είσαι ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΣ σε απεχθάνονται. Έτσι είναι ο κόσμος. Όλο υποκρισία.
Θέλουν κοντό;
Καλά ρε συ, με τον στούπακα; Μαλάκα μου, απλά δεν ταιριάζουν, είναι αυτή ο άντρας στη σχέση. Χάνεται όλο το παιχνίδι. Πες τα ρε Βασίλη, πες τα. Είναι αυτός τώρα άντρας που τρελάθηκε κιόλας; Μη φοβάσαι ρε, ούτε καν τη γαμεί, τη φτάνει; Χα χα χα χα!
Θέλουν τον ωραίο;
Αυτή η συμβατικότητά σας, γαμώτο. Πήξαμε στα πρότυπα ομορφιάς. Καρκίνωμα.
Θέλουν τον άσχημο;
Ε, βέβαια, λεφτά θα έχει. Άμα είχα κι εγώ λεφτά.
Και γενικά πολλοί άντρες δεν εγκρίνουν καμία έκφραση επιθυμίας και σεξουαλικότητας στις γυναίκες. Δεν πάω στο τι λέγεται για τις λεσβίες, γιατί δε θα έχει την παραμικρή πλάκα, ούτε την ελάχιστη και είναι και άλλο τεράστιο κεφάλαιο. Οι bi, που είναι κατά βάθος ΟΛΕΣ, άλλο τεράστιο κεφάλαιο.

Και όλο αυτό δεν είναι επειδή είναι losers γιατί δεν τους θέλει καμία. Δεν τους θέλει καμία, γιατί είναι losers.Γιατί φτάνουν 30, 40, 50 και ψάχνουν να βρουν ποιοι είναι. Θέλουν να είναι κάποιος άλλος. Ναι. Αυτό δεν το θέλει κανένας. Ούτε οι άντρες θέλουν τέτοιες γυναίκες, ούτε οι γυναίκες τέτοιους άντρες. Αν δεν μπορείς να είσαι ο εαυτός σου, δικό σου πρόβλημα. Λύσε το με καθηγητές, με τη μάνα, τον πατέρα, ή για να μη τους ψάχνεις έναν έναν, με ψυχοθεραπευτή.

Πάντως δε φταίει ο 'αντίστροφος σεξισμός'.

Και όλα αυτά όσο ανεβάζουν τη μία γυμνή μετά την άλλη και κλαίγονται που τους ρίχνει το fb και με την ευκαιρία αυτή μετατρέπουν την κανονικότητά τους σε ετερότητα. Την πλαστικότητα της συμμετρίας σε Ομορφιά...

Πού να ξεράσω σαββατιάτικο.

Πήγη.

GatheRate

Παρασκευή, 1 Ιουνίου 2018

Ајде Јано

Όσοι έχετε ακούσει το Arizona Dream μπορεί και να έχετε αναρωτηθεί τι είναι αυτό που ακούγεται στα 3:07 του κομματιού. Μοιάζει σαν κάτι βαλκανικό, όχι όπως θα το ξεσήκωνε και θα το ανέπλαθε ο Μπρέγκοβιτς (κάτι για το οποίο τον ψέγουν και τον επαινούν εξίσου), παρά σχεδόν αυτούσιο.


Τυχαία σήμερα είδα το παρακάτω βίντεο και το "άιντε Γιάνο" (που σημαίνει βεβαίως "άιντε Γιάννα") μού έκανε αμέσως κλικ. Ωραία εκτέλεση από ωραίες, δώρο οι στίχοι. Εμένα η Μίρνα Ραντούλοβιτς μού αρέσει.


Εδώ σε μια πιο έθνικ-κυριλέ εκδοχή, στην αίθουσα της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών.


Για κάτι τέτοια λες "ζήτω το γιουτιούμπ".

GatheRate

Τρίτη, 29 Μαΐου 2018

Ο ακαταλληλότερος

 
Το πρόβλημα του Τσίπρα δεν είναι πόσο μπανάλ είναι, γιατί είναι, παρά οι πολιτικές που εφαρμόζει.

Το πρόβλημα του Μητσοτάκη δεν είναι πόσο κουτός είναι, γιατί είναι, παρά οι πολιτικές που θα εφάρμοζε.

Ο ένας δεν αποτελεί επιχείρημα για να στηρίζουμε τον άλλο. Τα "και να έρθει ο Κούλης;" και τα "να φύγουν πάση θυσία" είναι απλώς ρητορικές αστειότητες.

Σε ένα σημείο υπερέχει ο ΣΥΡΙΖΑ: αν και συγκυβερνά με φασίστες, περνάει νόμους για τα δικαιώματα και την ισονομία ενώ η ΝΔ παραμένει το φοβικό μαγαζί που υπολειτουργεί από το 1980 και παρακαλάει για ψήφους βασιλικών, χουντικών και -- εσχάτως -- ναζί.

Ωστόσο ο ΣΥΡΙΖΑ δεν υπερέχει επειδή είναι κόμμα, πάγκος λαϊκής με πασόκους παραγιούς είναι, παρά γιατί στον ΣΥΡΙΖΑ υπάρχουνε και πέντε σοβαροί άνθρωποι. Όσο για τη ΝΔ η φάση είναι το φιλιατρό του πηγαδιού, που είπε κι ο Σολωμός.

GatheRate

Δευτέρα, 21 Μαΐου 2018

Η βία κι εγώ


Λίγο η δουλειά μου, λίγο το παρουσιαστικό μου, η τελευταία φορά που υπέστην σωματική βία ήταν στα 10 μου όταν το μαλακισμένο του σχολείου, ο ΧΔ, μαζί με τον αδερφό του με έσπρωξαν και έπεσα κάτω: έπαθα κάταγμα στο αριστερό χέρι. Έκτοτε δεν με έχουν καν αγγίξει (πολλοί δεν με κοιτάνε στα μάτια) χωρίς τη συγκατάθεσή μου. Αναρωτιέμαι λοιπόν πώς είναι να είσαι γυναίκα, που πολλοί νιώθουν πως έχουν το ελεύθερο να σε χουφτώνουν, να σε τσιμπάνε ή και να σε πιλατεύουν -- μάλλον δεν θέλω να ξέρω.

Σωματική βία δεν έχω χρησιμοποιήσει παρά μόνο μια φορά: χαστούκισα μια γυναίκα, με χαστούκισε, τρόμαξα κι αηδίασα από την ποταπότητα του να σηκώνεις χέρι σε γυναίκα.

Βεβαίως είμαι προνομιούχος και όχι πασιφιστής. Βεβαίως και δεν χρειάστηκε να πλακωθώ στις σφαλιάρες για λίγο φαγητό ή στις μπουνιές για μια θέση σε μια ουρά. Όσοι αποδοκιμάζουμε κι απεχθανόμαστε τη βία, και είμαι ένας από αυτούς, δεν τη χρειαστήκαμε ποτέ.

Το βασικό πρόβλημα δεν είναι η βία, το πρόβλημα είναι πού αποσκοπεί η βία και -- αν μας ενδιαφέρει να κατανοήσουμε τον κόσμο -- η αιτία της.

GatheRate

Παρασκευή, 18 Μαΐου 2018

Πάρα πολύ βαρετά σενάρια αποπλάνησης


Δύο άγνωστοι που το κάνουν: ξένοι είμαστε όλοι πριν γαμηθούμε, πολλάκις και αφού γαμηθούμε.

Ο λεβέντης από τη ζουμερή ώριμη μανούλα: γιατί, πώς νομίζετε ότι ξεπαρθενιάζονταν οι ντροπαλοί οι νέοι τα χρόνια τα παλιά τα αγνά;

Ο γκέι τον υπερστρέιτ: και μπράβο του, όμως ο άλλος δεν θα τυλιχτεί τη σημαία του ουράνιου τόξου να πέσει από την Ακρόπολη για τα δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ.

Κορίτσι με κορίτσι: βρείτε μου κορίτσι που δεν.

Αγόρι του ενίοτε από γκέι παλληκάρι: όλοι ενίοτε είμαστε σε τούτον τον κοσμάκη -- εκτός αν έχουμε πρόγραμμα.

Ο μπαρμπα-ποιητής ή η κυρa-ποιήτρια το κορίτσι ή το αγόρι το φανατικό για γράμματα: μα μετά από μια ηλικία αυτός είναι ο μόνος λόγος να είσαι ποιητής ή ποιήτρια. Αυτός και η Ακαδημία Αθηνών. Ή κανα βραβείο.

Ο μαθητής τον δάσκαλο: μπας και μάθει γράμματα ή καμμιά εξίσωση.

Η μαθήτρια τον δάσκαλο: μπας και μάθει ο δάσκαλος γράμματα.

Η φοιτήτρια από τον καθηγητά: τόσο βαθιά μπανάλ που πρέπει να εκλείψει όπως τα ζλιπ Ατθίς.

Ο αφεντικός την υπάλληλο: ... όπως τα πουκάμισα σέβεντυζ με γιακάδες άνοιγμα πτερύγων.

Η παρτσακλή χουχουχαχά τη σέρτικη λεσβία: θα έλεγα "άσε μας κουκλίτσα μου", αλλά δεν κάνει μωρέ.

Συναθλητές ή συναθλήτριες μεταξύ τους: ε ναι, για ποιον άλλο λόγο κάνετε αθλητισμό; α, για τη δόξα. Εντάξει, συγγνώμη.

Ο γιατρός την πελάτισσα: άμα είναι καλά τα νέα, είναι καλά τα νέα.

Η γιατρός τον πελάτη: είπαμε, ελάτε τώρα.

Ο μπλόγκερ γράφοντας λογάκια: σιχτίρι στους μπλόγκερ -- βλέπετε ότι δεν ορίζεται το αντικείμενο της αποπλάνησης, είναι των ανοιχτών επιλογών οι μπλογκάδες ("στείλε θε μου μια βροχή" κτλ.).

Η αγρότισσα τον αγρότη: επιστροφή στη φύση και χωρίς χασίσι

Ο καημένος από τη θεά: Καλυψώ, αλληλούια, κτλ.

Η ήσυχη τον ήσυχο: εμμμ

Ο ήσυχος την ήσυχη: εμμμ

Ο ήσυχος τον ήσυχο: εμμμ

 Η ήσυχη την ήσυχη: εμμμ

GatheRate

Τρίτη, 15 Μαΐου 2018

Τέκνα του Ισραήλ


Έχω γνωρίσει πολλούς Ισραηλινούς μέχρι τώρα. Στη χώρα έχω πάει μια φορά μα δεν τρελαίνομαι να ξαναπάω.

Εδώ θα πω για πέντε από τους ισραηλινούς που γνωρίζω, ενδεχομένως οι ιστορίες τους να μας βοηθήσουν να καταλάβουμε τη χώρα περισσότερο κι από τον Άμος Γκιτάι ή την ταινία The Bubble. Απλώς σπεύδω να προειδοποιήσω ότι το The Bubble μιλάει για τον κόσμο του Τελ Αβίβ, που έχει τόση σχέση με το υπόλοιπο Ισραήλ όση σχέση έχει, ξέρω γω, η παρρησία και η τόλμη της Ha'aretz με τις περισσότερες "καλές εφημερίδες" της Ευρώπης.

Ο Ιτσάκ ήταν ο πρώτος ισραηλινός που γνώρισα. Μετακόμισε δίπλα μου το 2000, όταν έμενα στην Αγγλία. Χημικός. Πολύ ντροπαλός και χαμηλόφωνος άνθρωπος. Έφυγε από το Ισραήλ γιατί "ο Νετανιάχου έχει κάνει τεράστια ζημιά" αν και "αυτόν θέλει ο κόσμος". Παραπονιόταν ότι όλοι έχουνε γίνει νταήδες κι επιθετικοί στο Ισραήλ, ότι η κοινωνία κατρακυλάει προς τα δεξιά, ότι ο τσαμπουκάς και η ξενοφοβία θα είναι η ταυτότητα της ισραηλινής κοινωνίας τον 21ο αιώνα. Με τις πενιχρές μου γνώσεις για την πατρίδα του τον ρώταγα αν εννοεί την περίφημη στροφή του 1967, όταν το Ισραήλ κέρδισε τον πόλεμο και το τρόπαιο της Ιερουσαλήμ αλλά, όπως λεν, έχασε την ψυχή του. Όχι: για τον Ιτσάκ τη ζημιά την έκαναν οι Αμερικάνοι έποικοι, οι Ρώσοι μετανάστες ("βασιλικότεροι του βασιλέως, αντικομμουνιστές και αραβοφάγοι") και το πόσο βλάκας και λίγος αποδείχτηκε ο Μπαράκ (ο Εχούντ) κι ότι "κάτι τέτοιοι που θέλουν με όλους να τα έχουνε καλά καταστρέφουν την Αριστερά". Ο Ιτσάκ δεν ήταν αριστερός, δεν άντεχε όμως και να ζει σε μια κοινωνία που το νταηλίκι κι ο τσαμπουκάς βασιλεύουν και στην οποία "ευημερούμε στην πλάτη των Παλαιστινίων". Τον ρώταγα αν αυτή η κουλτούρα της μαγκιάς συμβαδίζει με αυτό που οι εθνικοί προσλαμβάνουμε ως ευγενή κληρονομιά του εβραϊσμού: "Μα οι Ισραηλινοί περιφρονούμε τους Εβραίους της Διασποράς, είναι φλώροι κι αδερφές και βλάκες του βιβλίου. Μέχρι μια εποχή έως και τους επιζώντες του Ολοκαυτώματος χλεύαζαν, που έκατσαν σαν μαλάκες ανάμεσα στους εθνικούς να υφίστανται πρώτα τα πογκρόμ και μετά το Ολοκαύτωμα, που κάθονταν να τους σφάξουν" -- μια κουβέντα που με ανατρίχιαζε, με την κακή έννοια. Συνέχιζε: "ξέρεις τι έλεγε η Γκόλντα Μέιρ; Ότι οι Παλαιστίνιοι δεν υπάρχουν. Αυτό θα είναι στο εξής το πρόγραμμα του κράτους του Ισραήλ." Εγώ βέβαια ζούσα ακόμα στις αγκαλιές και τις χειραψίες του 1993 στο Όσλο και σκεφτόμουν "υπερβολές, τον φρίκαρε ο ματσίσμο κι ο τσαμπουκάς των Ρώσων".

Ο Άβι κι εγώ κολλήσαμε αμέσως. Βγήκαμε από μια παμπ στο Μπέλφαστ γκαρίζοντας μεθυσμένοι στον δρόμο "είμαστε Εβραίοι, είμαστε Έλληνες, όλος ο πολιτισμός σας είναι το τσιφλίκι μας". Παραμερίζοντας αυτή τη μάλλον αμήχανη στιγμή, να πω ότι ο Άβι έχει κάνει πολλή φυλακή. Πάρα πολλή φυλακή. Πλέον κάθε χρόνο σχεδόν. Γιατί οι Ισραηλινοί πάνε στον στρατό κάθε χρόνο. Κι όταν του έρθει φύλλο πορείας για κάπου μέσα στα σύνορα του '49, πάει κανονικά: "Είναι καθήκον μου". Όταν όμως του έρθει φύλλο πορείας για τα Κατεχόμενα (που σχεδόν απαγορεύεται να τα λες έτσι), αρνείται να πάει: "Να σφάξουν Παλαιστίνιους στη Ζζενίν χωρίς εμένα, να κάνουνε μόνοι τους την κατοχή τους, οι γαμιόληδες." Στρατοδικείο και στρατιωτική φυλακή, για 1-2 βδομάδες, "νταξ, όχι πολύ". Το κακό είναι ότι όσο περνάνε τα χρόνια, η IDF του βγάζει φύλλο πορείας σχεδόν αποκλειστικά για τα Κατεχόμενα: Γκολάν και Δυτική Όχθη. Για να τον σπάσει. Που σημαίνει ότι τα τελευταία χρόνια ο Άβι πάει κάθε χρόνο φυλακή. Δυστυχώς ο εργοδότης του είναι μια εταιρεία πολύ του καθεστώτος και αποφάσισε να περικόπτει από τον μισθό του τις εβδομάδες που λείπει "χωρίς άδεια". Αλλά ο Άβι στα Κατεχόμενα δεν υπηρετεί.

Ο Ντοβ κι η Σόνια ζουν στο Σικάγο, έριξαν μαύρη πέτρα πίσω τους το 2005. Πιστεύουν στην καταστροφή του κράτους του Ισραήλ. Την οποία οι Παλαιστίνιοι αποκήρυξαν το '93. Δεν έχει σημασία. Ο Ντοβ κι η Σόνια είναι Εβραίοι που μισούν το Ισραήλ. Σαν αυτούς τους υπερορθόδοξους που ανεμίζουνε σβάστικες και θέλουν να καταλυθεί το κράτος του Ισραήλ γιατί μόνον ο Μεσσίας θα αναστήσει τον Ισραήλ; Όχι. Είναι Εβραίοι που μισούν το Ισραήλ γιατί φοράνε πράσινες κεφίγιες και γιατί οι ισλαμιστές θα φέρουν την ταξική επανάσταση και θα ανατρέψουν τις εβραϊκές αλλά και τις παλαιστινιακές ελίτ στην Παλαιστίνη. Που ενδεχομένως να βγάζει νόημα αν ζεις στο Σικάγο ή και στα Εξάρχεια, δεν ξέρω.

Με την Αβίβα γνωρίστηκα το 2009. Την έχω μέσα στην καρδιά μου και τη θαυμάζω. Γενναία. Γλυκύτατη. Προτού πείτε "ωωωπ, να τη η Jewish princess του Σραόσα" να σας πω ότι η Αβίβα είναι λεσβία και κανονικότατα ενταγμένη μέσα στο κουίρ κίνημα. Ναι ναι, από αυτές που δεν γούσταραν καθόλου το ξέπλυμα της χοντρούλας Μπιορκ στη Γιουροβίζιον, από αυτές τις άσχημες ρε παιδί μου, όχι σαν τις λεσβιάρες Τζέσικα Ράμπιτ της πορνογραφίας. "Επιβιώνω γιατί ζω στο Τελ Αβίβ, παραέξω θα με έπαιρναν με τις πέτρες." Μαζί της πήγα στην Ιερουσαλήμ το '11. Μου έλεγε ότι κάποτε επισκέφθηκε στη Χεβρώνα τον Τάφο του Αβραάμ με κάτι φίλους Άραβες (δηλαδή μέλη της παλαιστινιακής κοινότητας που ζει στο εντός των συνόρων του 1949 Ισραήλ και έχει ισραηλινή ιθαγένεια: το 20% του πληθυσμού, που εκπροσωπείται στην Κνεσέτ), άντρες και γυναίκες. Ο Τάφος του Αβραάμ είναι σούπερ μουσουλμανικό προσκύνημα και άπιστοι δεν μπαίνουν, η Αβίβα φόρεσε μαντήλα, κοίταζε χαμηλά (είχε και μακριά μαλλιά τότε), την έβαλαν στη μέση οι υπόλοιποι της παρέας και προσπάθησαν να μπουν όλοι μαζί. Τους σταμάτησε ο φύλακας: "περάστε όλοι κι όλες εκτός από την Εβραία στη μέση". Αν κρίνω από τη σαύρα-καλόγερο στον Πανάγιο Τάφο, αυτή είναι μια φάρα που τους μυρίζεται τους αλλόθρησκους, ό,τι κι αν είναι.

Το πρώτο βράδυ στην Ιερουσαλήμ ανεβήκαμε στο εστιατόριο του Ιδρυματος Νταγιάν να φάμε. "Έκανε Ίδρυμα για να εξιλεωθεί ο καριόλης", γέλαγε η Αβίβα. Από τον εξώστη του εστιατορίου βλέπεις την Παλιά Πόλη, βλέπεις τη Σιών, βλέπεις τον Φράχτη και τα παλαιστινιακά παραπήγματα που κρύβει. Στην Ιερουσαλήμ πάντα φυσάει αύρα λεπτή το βράδυ, χτισμένη καθώς είναι στα 900 μέτρα υψόμετρο, αλλά το αεράκι μετά τον καύσωνα της μέρας είναι αρκετό να σου βάλει ιδέες ότι αυτή τη φρικτά αιματοκυλισμένη πόλη την αγαπάει ο Θεός. Ξαφνικά με διακόπτει η Αβίβα, που βρίζεται στα εβραϊκά με τον σερβιτόρο. Ο σερβιτόρος την κοιτάει με ένα "μη σου γαμήσω" ύφος, η Αβίβα τον κοιτάει με το αγέρωχο αλλά πεισματικά συναρμολογημένο κουράγιο των κουίρ, αντρών και γυναικών. Ο σερβιτόρος φεύγει. Ρωτάω τι έγινε. "Τον ρώτησα από πού είναι το κρασί και μου είπε από τη Γαλιλαία, το αρχίδι." Κατάλαβα ότι δεν ήθελε να πάρουμε κρασί από το κατεχόμενο Γκολάν. "Και;" τη ρώτησα. "Ε ρε συ, λένε Γαλιλαία για να μην πουν Γκολάν. Του το είπα και με έβρισε." Τσίμπησα το ορεκτικό, κάτι με μελιτζάνα, και σκέφτηκα τι θα έπρεπε να πω τώρα. Ένας συνδαιτυμόνας μού έδειξε το μοντερνιστικό ξενοδοχείο στο ΄Όρος των Ελαιών, που οι Ιορδάνοι έχτισαν ξεχώνοντας εβραϊκούς τάφους (ποιος ξέρει πού το βρήκαν το νόου-χάου): "Από εκεί οι Ιορδανοί ελεύθεροι σκοπευτές έκαναν σκοποβολή πάνω στους Εβραίους πριν το '67". Η Αβίβα τον κοίταξε πάρα πολύ ήρεμα και του είπε πολύ στιφά να μην ανησυχεί: "Τώρα που ξεκουμπίστηκαν κι αυτοί θα φέρουμε τους έποικους να κάνουν σκοποβολή πάνω στους Παλαιστίνιους".

Η φωτογραφία από παλιότερη επιχείρηση 'αυτοάμυνας' του IDF.

Προς τους φίλους του Σιν Μπετ που διαβάζουν: άλλαξα τα ονόματα και τις λεπτομέρειες. Βεβαίως ήδη ξέρετε για ποιους μιλάω...

GatheRate

Παρασκευή, 11 Μαΐου 2018

Γραφιάδες και μπαρμπάδες


Αν πρέπει κι εγώ, σαν τους γνωστούς γραφιάδες, να προκρίνω εμμονικά κι επανειλημμένα μία αιτία για "τα δεινά αυτού του τόπου" επιλέγω τον άξεστο επαρχιωτισμό κάτι ελληνοκεμαλικών που θέλουν "να γίνουμε Ευρώπη".

Μου θυμίζουν κάτι κομπλεξικούς μπαρμπάδες του καφενέ που έπιαναν τους γιους τους, μια χαρά παλληκάρια, και τους έστελναν στο μπουρδέλο με το στανιό "για να γίνουν άντρες".

Η φωτογραφία είναι του Dimitri Daniloff 

GatheRate

Πέμπτη, 10 Μαΐου 2018

Η χρήση των ανθρώπων


Πριν από τον καπιταλισμό, πριν από τη φεουδαρχία, πριν από τη δουλοκτησία, πριν από την πατριαρχία υπήρχε κάτι πιο βαθύ που μας λέρωνε σαν ανθρώπινο είδος: η εργαλειακή αντίληψη των άλλων ανθρώπων.

Οι άνθρωποι έχουμε την προδιάθεση, βιολογικής προέλευσης, να προσπαθούμε να ανεύρουμε ή να επινοήσουμε χρήσεις για τα πράγματα γύρω μας: ένα κλαδί μπορεί να γίνει ρόπαλο ή μοχλός, μια πέτρα αιχμή, ένας κούφιος κορμός μονόξυλο. Επίσης, μπορούμε να κατασκευάσουμε εργαλεία ενώ η δυνατότητά μας για συμβολική και αφηρημένη σκέψη μάς επιτρέπει να μπορούμε να επινοήσουμε καινούργιες χρήσεις για κάποια αντικείμενα, είναι δεν είναι εργαλεία.

Νομίζω ότι οι άνθρωποι επεκτείνουμε την προδιάθεση να βρούμε ή να επινοήσουμε χρήσεις και για τους άλλους ανθρώπους, όχι μόνο για τα πράγματα. Προσπαθούμε να αντιληφθούμε σε τι θα μπορούσαν να μας φανούν χρήσιμοι οι άλλοι άνθρωποι, όχι μόνο τα πράγματα ή τα ζώα γύρω μας. Είναι χαρακτηριστικό το ανέκδοτο με τον μικρό ζέβρο που περιηγείται ένα αγρόκτημα και ρωτάει σε τι χρησιμεύει το τάδε ή το δείνα ζώο -- οι άνθρωποι πολλές φορές κινούμαστε με παρόμοια κίνητρα και με κριτήριο το "πώς θα μου φανεί ο άλλος χρήσιμος": τροφός, συνέταιρος, υποστηρικτής, συνεργάτης, εραστής, εκπρόσωπος, προστάτης κτλ.

Φυσικά μια κοινωνία που οικοδομείται με γνώμονα "ποια είναι η χρήση του Χ" ή, πιο εξιδανικευμένα "ποια είναι η αποστολή του άλλου" είναι ασφυκτικά περίκλειστη και καταπιεστική ακόμα και χωρίς ισχυρές ιεραρχικές δομές. Τέτοιες κοινωνίες απαρτίζονται από ένα δίκτυο χρηστικών σχέσεων μέσα στο οποίο μόνον η χαρά της τέχνης, της φιλομάθειας ή των μη-χρηστικών ανθρώπινων σχέσεων (στοργή, φιλία, έρωτας) προσφέρουν ανακούφιση. Δυστυχώς, ακριβώς αυτές οι χαρές υπόκεινται σε ασφυκτικό έλεγχο και ρύθμιση, αφού είναι άχρηστες και άρα ενδεχομένως ανατρεπτικές της χρηστικής τάξης.

Όλα αυτά, επαναλαμβάνω, προϋπάρχουν των γνωστών τερατουργημάτων (καπιταλισμός, φεουδαρχία, δουλοκτησία, πατριαρχία κτλ.) αλλά αποτελούν τη θεμελίωσή τους. Η χρηστική αντίληψη των ανθρώπινων σχέσεων ευδοκιμεί μάλιστα στις μικρές κοινωνίες, είτε τροφοσυλλεκτών είτε αγροτικές, όπου όλοι έχουν μια χρήση ("αποστολή"), είτε πρακτική (π.χ. η πουτάνα) είτε συμβολική (π.χ. ο παπάς). Επιπλέον, η χρήση αυτή τους ορίζει, είναι η έξωθεν δοσμένη ταυτότητά τους.

Θέλω να πιστεύω ότι οι πρώτες πόλεις δημιουργήθηκαν και από την ανάγκη των ανθρώπων να σπάσουν ή να χαλαρώσουν αυτή την εργαλειακή λειτουργία του καθενός τους μέσα στις μικρές κοινωνίες. Αναπόφευκτα, όταν συγκεντρώνεται πολύς κόσμος σε έναν τόπο, πάνω από έναν κρίσιμο αριθμό πληθυσμού, θα υπάρχουν άνθρωποι που δεν γνωρίζουμε τόσο καλά ή και καθόλου: οι κοινωνικοί μας κύκλοι είναι μοιραία περιορισμένοι και οι πόλεις είναι πολυπληθέστερες από τον ευρύτερο δυνατό κύκλο.

Συνεπώς σε μια πόλη έχουμε αγνώστους, ήδη στις μη ιεραρχικές πρώτες πόλεις όπως η Τσατάλ Χαγιούκ και το Μοχέντζο Ντάρο. Όμως είτε δεν μπορούμε να βρούμε μια χρήση για αυτούς που δεν γνωρίζουμε, ούτε εκείνοι για εμάς, είτε δεν μπορούμε να επιδιώξουμε να τους χρησιμοποιήσουμε μέσω αυθεντίας και ιεραρχικών σχέσεων ή π.χ. και μέσω της προσωπικής μας  γοητείας. Ο άγνωστος είναι άχρηστος, εκτός και αν μεσολαβεί το χρήμα ή η λογική της ανταλλαγής ή της αλληλεγγύης. Ο άχρηστος άνθρωπος είτε μας είναι αδιάφορος είτε μας απασχολεί μόνον αν έχουμε μη χρηστικές σχέσεις μαζί του: στοργή, φιλία, έρωτα.

Με άλλα λόγια, οι μικρές κοινωνίες (και τροφοσυλλεκτών) είναι πυκνά δίκτυα αλληλοχρήσης των ανθρώπων, οι πόλεις αποσαθρώνουν αυτά τα δίκτυα ή τα καθιστούν προϊόν συνειδητής επιλογής και όχι απλής εντοπιότητας. Άρα από τη μια οι πόλεις είναι τόποι ελευθεριότητας, από την άλλη γίνονται οι τόποι όπου οι χρηστικές σχέσεις, η χρήση του άλλου ως αποστολή και ως ταυτότητά του, είτε δεν υφίσταται είτε δύσκολα επιβάλλεται. Δεν είναι τυχαίο ότι κάθε ιδεολογία που ονειρεύεται κλειστές κοινωνίες, από τον ρομαντικό εθνικισμό του 19ου αιώνα μέχρι και το μοντερνιστικό όραμα του Λε Κορμπυζιέ προσπαθεί να κατακερματίσει τις μεγαλουπόλεις.

Στις κλειστές κοινωνίες που ονειρεύονται οι ολοκληρωτισμοί από την πλατωνική Πολιτεία και μετά καθένας έχει τη χρήση του, όμως στις μεγάλες πόλεις γεμίζουμε άχρηστους αγνώστους. Στις κλειστές κοινωνίες που ονειρεύονται οι ολοκληρωτισμοί από την Πολιτεία και μετά η χαρά της τέχνης, της φιλομάθειας και των μη-χρηστικών ανθρώπινων σχέσεων πρέπει να ρυθμίζονται, μα στις μεγάλες πόλεις, όπου δεν γνωρίζουμε όλους τους άλλους και πολλώ μάλλον τη χρήση τους, αυτό είναι πάρα πολύ δύσκολο.

Ζήτω οι πόλεις, όπου είμαστε είτε άχρηστοι είτε φίλοι.

GatheRate

Σάββατο, 5 Μαΐου 2018

Ζευγάρια που φτάσατε ως εδώ

Έχω την τύχη και το προνόμιο ο φιλικός μου κύκλος να περιλαμβάνει πολλά ομόφυλα ζευγάρια, "πολλά" σε σχέση με το πόσο μινιόν είναι ο φιλικός μου κύκλος. Άλλα είναι παντρεμένα ή σε σύμφωνο, άλλα όχι· άλλα έχουν μακροχρόνια σχέση, άλλα όχι· άλλα τρώγονται κάθε τρεις και λίγο, άλλα απολαμβάνουν τη διαρκή νηνεμία μιας συμβίωσης όλο συναλληλία.

Είναι τύχη και προνόμιο, όχι γιατί μιλάμε για τάχα εξωτικές φάσεις που μας κάνουν εμάς τους πεφωτισμένους να φαινόμαστε καλοί και να νιώθουμε καλύτερα, μιας και μετέχουμε της ποικιλότητας και της "διαφορετικότητας" -- εκάς τα καλιφορνεζάκια! Είναι τύχη και προνόμιο γιατί είναι φίλες μου φίλοι μου και είναι ανοιχτοί και άνετοι μαζί μου και περνάμε καλά.

Εδώ και χρόνια έχω παρατηρήσει κάτι στα ομόφυλα ζευγάρια, κάτι που περιγράφει ο Χάουαρντ Ζινν και που ατελώς εικονογραφεί η προβληματικότατη "Ζωή της Αντέλ": ακόμα και στα ομόφυλα ζευγάρια, ο ένας είναι άντρας και η άλλη η γυναίκα.

Ακολουθεί διευκρίνιση: δεν εννοώ τη χυδαία και βλακώδη ερώτηση "στο κρεβάτι ποιος κάνει τον άντρα και ποιος τη γυναίκα;" που συχνά απευθύνεται στα ομόφυλα ζευγάρια. Η ερώτηση είναι βλακώδης γιατί προϋποθέτει μια αντίληψη του σεξ κατά την οποία ερωτοπραξία είναι "διέγερση και παιχνίδι, διείσδυση πέους άντρα σε κοιλότητα γυναίκας, οργασμός άντρα, (προαιρετικά) οργασμός γυναίκας ή αναπαράστασή του". Όποιος και όποια στρέιτ δεν έχει σκάσει στα γέλια με την παραδοχή ότι αυτό και μόνον αυτό συνιστά ολοκληρωμένη ερωτοπραξία, εύχομαι να μην τους πιάσει η θάλασσα μέσα στη σκούνα που θα τους πάει για χατζηλίκι στις Άγιοι Τόποι.

Συνεχίζω. Σε πολλά ομόφυλα ζευγάρια βλέπω τη ροπή να αναλάβει το ένα μέλος το νοικοκυριό και τη φιλοξενία των φίλων (παιδιά δεν έχουν ακόμα οι φίλοι μου αυτοί) με το άλλο μέλος να κάνει την εργασία του κυρίως βιοπορισμού και να ασχολείται με τα εξωτερικά θέματα. Φυσικά είναι κι αυτός ένας διακανονισμός του καθημερινού βίου που, από μόνος του δεν λέει τίποτα: αλίμονο αν βλέπουμε πατριαρχία παντού όπως οι κνίτες βλέπουνε καπιταλισμό στο παγωτό χωνάκι κι οι χριστιανοί πορνικότητα στις φαινομηρίδες.

Ακριβώς γι' αυτό μιλήσα για ροπή: δύο άντρες ή δύο γυναίκες που θα ξεκινήσουν να ζούνε μαζί συχνά θα αναλάβουν ο καθένας ή η καθεμία τον ρόλο "νοικοκυράκι" ή "κουβαλητάκι" κατ' αποκλειστικότητα σχεδόν ασυζητητί και με κάποια προθυμία. Όχι απαραιτήτως, όχι πάντοτε. Αλλά περισσότερες φορές και πιο αβίαστα απ' ό,τι θα περίμενε κανείς από γκέι και λεσβίες, ανθρώπους που έχουνε ζήσει στο πετσί τους τη χρηστομάθεια της ετεροκανονικότητας (αν είναι τυχερές και τυχεροί) ή και τη βάναυση βία της. Γιατί τόση ανάγκη για συμμόρφωση σε μια εποχή που ακόμα και βαρετά παντρεμένα ζευγάρια μοιράζονται εξίσου τα καθήκοντα εντός και εκτός σπιτιού, εν μέρει διαβρώνοντας το δίπολο "νοικοκυράκι"-"κουβαλητάκι";

Επαναλαμβάνω ότι δεν κρίνω: ο διπολικός διακανονισμός είναι κι αυτός ένας διακανονισμός και μάλιστα εύκολος, άλλωστε πολλά ετερόφυλα ζευγάρια πλέον έχουν νοικοκυράρη τον άντρα και κουβαλήτρα τη γυναίκα. Αυτό που με ξενίζει είναι η αβασάνιστη ευκολία με την οποία ένα ομόφυλο ζευγάρι ολισθαίνει προς τον διακανονισμό αυτό, πολλές φορές αψήφιστα, ακόμα και όταν μιλάμε για άτομα αντίστοιχου μορφωτικού επιπέδου, με ομόλογες επαγγελματικές ευθύνες κτλ.

Η εύκολη απάντηση, αλλά υπερβολικά γενική, είναι "η ισχύς της πατριαρχίας". Παραπέρα όμως;

GatheRate

Η τσόντα σήμερα δεν έχει σύνορα



... κι αυτό είναι και καλό και κακό.

Η πορνογραφία σήμερα δεν είναι αυτό που θυμούνται όσοι ήταν νέοι πριν είκοσι χρόνια, ή παλιότερα. Δεν περιορίζεται πια στη μία εξάδα βιντεοκασέτες που έχεις φυλαγμένη ή στη συλλογή από τραπουλόχαρτα με γυμνές ή στα περιοδικά πίσω από τα βιβλία των αγγλικών ή στις γαλλικές καρποστάλ σου. Παραθέτω σχεδόν αυτούσιο σχόλιο του Φανούτο Κουσουράκι -- και συνιστώ να διαβαστεί ολόκληρο.
Πριν 10-15 χρόνια βλέποντας βιδεάκια στο YouPorn ήσουν στην υπεραιχμή της πορνικότητας, και γελούσες με τον μεσήλικα που νοίκιαζε βιντεοκασέτες DVD για να την παίξει. Σήμερα το pornhub που θα ανοίξεις σε ανώνυμη περιήγηση για να την παίξεις πριν την πέσεις για ύπνο, είναι αντίστοιχη φάση με τον μεσήλικα με την καπαρντίνα στο βιντεοκλαμπάδικα.

Το πορνό ακολουθεί όπως κάθε βιομηχανία νέες διεξόδους και τεχνολογίες. Self-produced παραγωγές, monetization σε instagram και twitter accounts, η μετεξέλιξη των συνδρομητικών sites σε συνδρομητικό personal / private stream, subscriber snapchat, από τα cams και τα chat rooms μπορείς πλέον να μπεις σε πριβέ κανάλι πορνοστάρλετ στο Discord! Crowdfunding για πορνό, Patreon για τσονοφωτοσετ, γενικά οτιδήποτε μπορείς να βάλεις από τη μία μια πιστωτική και απο την άλλη να ανοίξει ένα μικρόφωνο και μία κάμερα, μέχρι και ένα application code για να ρυθμίζεις το ρυθμό που δονείται το κωλοφτιαγμένο Hitachi πάνω στην κλειτορίδα της.
Συνελόντι ειπείν: η πορνογραφία σήμερα είναι μαζική και εύκολα προσβάσιμη· δεν είναι αποκλειστικά προϊόν στούντιο και ηθοποιών. Ταυτόχρονα, η πορνογραφία το 2018 είναι εξατομικευμένη, όπως πρέπει να έγινε σαφές πιο πάνω, και εν πολλοίς ιδιωτική υπόθεση: τι άλλο είναι η ανταλλαγή βίντεο φωτογραφιών (δικών μας ή όχι) στα διάφορα ίνμποξ;

Τώρα πια λοιπόν τρομάζει και απωθεί για τρεις λόγους:

Ο πρώτος και ο πιο σοβαρός είναι επειδή μέρος της πορνογραφίας που παράγεται σε αφθονία καταγράφει και ενδεχομένως ενισχύει την κουλτούρα του βιασμού και τον μισογυνισμό με ιδιαίτερα στυγερούς τρόπους. Με άλλα λόγια, επειδή αφθονούν απροσχημάτιστα κακοποιητικές πορνογραφικές αναπαραστάσεις. Αυτό φυσικά ισχύει για κάθε πεδίο του ανθρώπινου βίου, εκτός πορνογραφίας απλώς τηρούνται (;;;) κάποια προσχήματα. Και πάλι είναι σημαντικό να έχει κανείς υπόψη του ότι οι τσόντες με κακοποιητικές καταστάσεις που δεν παρουσιάζονται ως παιχνίδι ή ως μέρος συναινετικού σεναρίου δεν είναι τόσο διαδεδομένες όσο νομίζει κάποια ή κάποιος άνω των 30 (καλή ώρα εγώ), που μπορεί να πέσει πάνω τους, άθελά του ή και όχι, σε ανώνυμη περιήγηση. Αφήνω φυσικά κατά μέρος παραλογισμούς τύπου "η σεξεργασία είναι βιασμός, άρα κάθε επαγγελματική τσόντα είναι βιασμός και κακοποίηση", η άποψή μου βρίσκεται εδώ.

Ο δεύτερος λόγος που η τσόντα τρομάζει κι απωθεί είναι επειδή το επαγγελματικά παραγόμενο μέρος της, και μάλιστα ούτε το πιο ενδιαφέρον ούτε το πιο συναρπαστικό ούτε το πιο ανατρεπτικό, διαμορφώνει τη δημόσια αισθητική και το γούστο μας όσον αφορά την αναπαράσταση του εαυτού μας και του έρωτα. Επειδή πλέον δεν έχει σύνορα, πολλή τσόντα χαμηλής ποιότητας και πρωτοτυπίας (η τζάμπα βιομηχανική, κλεψίτυπη ή μη) διαποτίζει την ποπ κουλτούρα. Όπως έλεγα εδώ, το πρόβλημα μας είναι ότι
Η τσόντα, και μάλιστα αυτή που κυκλοφορεί και καταναλώνεται στο τζαμπέ διαδικτυακώς, κυριαρχείται από αυτό το προκάτ και βιομηχανοποιημένο πράμα που [...] δεν είναι ούτε ανταρσία ούτε αντίσταση παρά ακόμα ένας τρόπος να καλουπώσουμε βίο, επιθυμίες και ηδονές. Επιπλέον, [...] αλλοιώνει όχι μόνο τον τρόπο που κατανοούμε και αντιλαμβανόμαστε αναλυτικές κατηγορίες όπως σέξι ή διεγερτικό αλλά διαμορφώνει και τον τρόπο που βλέπουμε τι φοράει π.χ. η Μπιγιονσέ.
Τέλος, η πορνογραφία μάς φρικάρει και θα μας φρικάρει επειδή ανάλογα με τις προτιμήσεις μας, τις αναμνήσεις και τις επιθυμιες μας, μας διεγείρει στα ίσια, απροσχημάτιστα και απροκάλυπτα: άλλωστε αυτός είναι ο σκοπός της. Και τότε ακριβώς αρχίζει και γίνεται ανατρεπτική. Στο μεν προσωπικό επίπεδο, γίνεται ο καθρέφτης επιθυμιών που είτε θέλουμε να εκπληρώσουμε, είτε αρκούμαστε να ικανοποιούμε μπανίζοντας -- κι είναι κοινός τόπος ότι δεν θέλουμε πάντοτε να αντικρύσουμε αυτό που μύχια επιθυμούμε. Σε επίπεδο κοινωνικής παρτήρησης, όταν δηλαδή μπανίζουμε το μπανιστήρι σε φάση μέτα, η πορνογραφία αναδεικνύει την ασύλληπτη και ατίθαση ποικιλομορφία της ερωτικής επιθυμίας και της σεξουαλικής χαράς -- πάντοτε ως θέαμα ή και ως τσίρκο, βεβαίως.

Από αυτή την άποψη, εφόσον πια η πορνογραφία παράγεται εν πολλοίς κατ' ιδίαν και χειροποίητα και εφόσον είναι πολλές φορές στοχευμένη σε συγκεκριμένο, έως και μονοπρόσωπο, κοινό και μακριά από τα όποια βιομηχανικά πρότυπα, είναι καλό που δεν έχει σύνορα: πλέον αποτυπώνει "το αρεσούμενο του ανθρώπου" με τρόπους που ελέγχει ο αυτόνομος μικροπαραγωγός της.

GatheRate

Παρασκευή, 27 Απριλίου 2018

Οι γέροντες και ο Πέτρος

Για τον γέροντα Πορφύριο άκουσα για πρώτη φορά το 1991. Τότε όλοι είχανε γέροντες ή γεροντάδες, τότε άρχισε η μόδα με τα κομποσχοίνια και με όλο αυτό το "πνευματικό" απολιτίκ πλαίσιο ιδεών που οικογενειακός φίλος και νυν δεσπότης έλεγε ότι "δεν είναι Πίστη, είναι ενός είδους κουλτούρα".

Τον γέροντα Πορφύριο τον είχε πνευματικό ένα πάρα πολύ όμορφο κορίτσι που μου άρεσε τρελά αλλά δεν είχα το θάρρος. Δηλαδή είχα το θάρρος, αλλά είχα φάει μια πολύ ευγενική χυλόπιτα και μετά έβγαινε με διάφορους και ούτω καθεξής -- απλώς τότε δεν είχα μάθει την dark and tedious art του κολλιτσίδα, να μην καταλαβαίνω από "τελειώσαμε" και από "δεν θέλω".

Ο γέροντας Πορφύριος ήδη προσέλκυε πλήθη. Ήδη τότε η Χάρις (ας την πούμε έτσι) παραπονιόταν ότι υπάρχουν διάφοροι παράγοντες που εκμεταλλεύονταν τη φήμη του γέροντα και ότι ο Γέροντας (με κεφαλαίο) τους κρατάει σε απόσταση αλλά ότι όταν "κοιμηθεί" θα καπηλευτούν πλήρως, στο έπακρο κι επικερδώς τη μνήμη του. Αυτά έλεγε η Χάρις, με το κατάλευκο δέρμα, την όλο νάζι φωνή και ένα σώμα σαν σύννεφο.

Βεβαίως δεν χρειαζόταν να έχεις προορατικό χάρισμα για να μαντέψεις ότι προς τα εκεί πήγαινε η δουλειά. Ο Πορφύριος στον Ωρωπό, ο Ιάκωβος στον όσιο Δαβίδ στην Εύβοια και ο Παΐσιος στο Άγιον Όρος θα έπαυαν σε λίγο να είναι αγοραφοβικά (όπως αρμόζει σε ασκητές) ανθρωπάκια που ήθελαν να πάνε στον Παράδεισο. Παρεκβαίνοντας, άκουσα τον Ιάκωβο να περιγράφει τον Παράδεισο όπως τον είδε σε όραμα και ήτανε σχεδόν σπαρακτικό πως όλου του κόσμου η εξιδανίκευση δεν φτάνει να μας αποσπάσει από την ανάγκη μας για άγγιγμα· όχι για έρωτα, για άγγιγμα.

Πράγματι, στα χρόνια που ακολούθησαν ο Παΐσιος μετατράπηκε από τους αιωνίως στρατόκαυλους και υπεραναπληρωτικά εθνικιστάδες βορειορθόδοξους σε σαολίν χρησμοδότη και Υπέρμαχο Λοχαγό του Γένους. Η όποια κληρονομιά ενός ταπεινού ανθρώπου μεταποιήθηκε σε εθνοκαρτούν και συναξάρι της πιο σκοταδιστικής κι επαρχιώτικης πολιτικής Ορθοδοξίας. Βλέπω ότι τώρα ήρθε η ώρα του Πορφυρίου.

Η κλίκα η οποία διαχειρίζεται τους βίους σύγχρονων αγίων ως προπαγάνδα που θα διαμορφώνει στο εξής την πολιτική και την κοινωνική ζωή του τόπου, όσοι απαρτίζουν τους ΑΝΕΛ και τη ραχοκοκκαλιά της ΝΔ ή βρίσκονται διεσπαρμένοι στον ΣΥΡΙΖΑ ως πατριώτες και ρωμιοί νεορθόδοξου τύπου, έχουνε στα χέρια τους την ιδεολογική ηγεμονία της σημερινης και της αυριανής Ελλάδας. Αυτή η κλίκα ανατράφηκε στις οργανώσεις, ανδρώθηκε από τον Χριστόδουλο και ήρθε στα πράγματα χάρη στην κυνική διαστροφή της δημοκρατίας και της κοινωνίας των πολιτών στα χέρια των μνημονιοκρατών και των χίψτερ νεοφιλελεύθερων, αναλαμβάνοντας όσα άφησαν κάτω κι έφυγαν τρέχοντας οι πρώην αριστεροί.

Ιδεολογική ηγεμονία δεν έχει όποιος μας χαλάει τη σούπα· βεβαίως η ιδεολογική ηγεμονία δεν συνεπάγεται μονολιθική ιδεολογία με απόλυτη κυριαρχία επί πάντων -- αυτός ο μπαμπούλας βρίσκεται κυρίως στο μυαλό του Γκυ Ντεμπόρ και ίσως του Αντόρνο, αφού υποκουλτούρες και αντίσταση υπάρχουν κι ας μη φαίνονται. Ιδεολογική ηγεμονία διαθέτει όποιος θέτει τους όρους του δημόσιου διαλόγου.

Με ποιον διαφωνείς; Με αυτόν που ηγεμονεύει ιδεολογικώς. Τίνος τα επιχειρήματα προσπαθείς να αναιρέσεις; Εκείνου που διαθέτει ιδεολογική ηγεμονία. Με ποια "ηλιθιότητα" αντιπαρατίθεσαι; Της ηγεμονεύουσας ιδεολογίας. Οι γεροντοκάπηλοι κι οι πολιτικώς Ορθόδοξοι, ξαδέρφια Σέρβων και Ρώσων ομοϊδεατών τους και αξεχώριστοι από τους μόλις-και-μετά-βίας-όχι-φασίστες δυτικοευρωπαίους "πατριώτες", είναι για τώρα και για το μέλλον ό,τι ήταν ο Πέτρος Κωστόπουλος τη δεκαετία του '90.

Το Κλικ και το Νίτρο έθεταν τους όρους της συζήτησης στην οποία ίσως να ήσουν ο απέναντι· τα έντυπα του Τερζόπουλου (και μετά της ΙΜΑΚΟ) πούλαγαν κάτι που είτε ήθελες να ζήσεις είτε να του εναντιωθείς, βγάζοντας π.χ. το κάθε 01. Όλοι μίλαγαν κι έγραφαν σαν Γιάννης Νένες και Μανίνα Ζουμπουλάκη, ακόμα και για να τους αντικρούσουν. Θυμηθείτε το τοτέμ Μαλβίνα, τόσο αντι-Κλικ στο ήθος και τόσο Κλικ στον τρόπο. Όπως οι πολιτικώς Ορθόδοξοι σήμερα, τότε η μπάνκα ήταν ο κωστοπουλισμός: καθόριζε το πλαίσιο και τη θεματολογία του δημόσιου διαλόγου. Δεν είναι τυχαίο ότι η κουραδομαγκιά που πλεόν ανελλιπώς συνοδεύει τον εθνικισμό μας εισήχθη σε εντιτό του Κωστόπουλου, που έμπλεως έκστασης και σημιτισμού μάς έλεγε πόσο γαμάω είμαστε οι Έλληνες.

Το ζητούμενο δεν είναι να κοροϊδεύετε τους γεροντοκάπηλους, όπως το ζητούμενο δεν ήταν να κράζετε το Κλικ τότε -- εκτός και εάν είχατε να αντιπροτείνετε κάτι τόσο συγκροτημένο και (για τους όρους της ψόφιας τότε εποχής) τόσο τολμηρό όσο το 01.

Το ζητούμενο είναι να γίνουμε βλαμμένοι και να λέμε και να κάνουμε τα δικά μας, να κάνουμε αισθητή την παρουσία της κοσμάρας μας ο καθένας.

GatheRate

Τρίτη, 17 Απριλίου 2018

«Κατά μαλάκα» από το «Πώς να μη γίνετε μαλάκας»


Κάποιος απαισιόδοξος θα ισχυριζόταν ότι προστασία απέναντι στον μαλάκα δεν υπάρχει, πολλώ μάλλον ότι ο μαλάκας ούτε παλεύεται ούτε καταβάλλεται. Όπως το έθεσε και ο Φρειδερίκος Σίλλερ σε άπταιστα γερμανικά (από τα οποία δυστυχώς λείπει ο τεχνικός όρος "μαλάκας"),  mit der Dummheit kämpfen Götter selbst vergebens.

Παρόλ' αυτά από ένα πόνημα με τίτλο Πώς να μη γίνετε μαλάκας δεν θα μπορούσε να λείπει ένα κεφάλαιο σχετικό με την αυτοπροστασία μας, που να πραγματεύεται πώς θα πολεμήσουμε τον μαλάκα. Δυστυχώς ένα τέτοιο κεφάλαιο είναι μάλλον απαραίτητο αφού πολλοί γινόμαστε μαλάκες πολεμώντας τον μαλάκα. Όπως θα το έθετε ένας άλλος γερμανόφωνος: "Όποιος πολεμάει μαλάκες πρέπει να προσέξει μη γίνει ο ίδιος μαλάκας".

Όπως είδαμε και στο οικείο κεφάλαιο το σχετικό με την τάχα θεομορφία τού μαλάκα, κατά τις διατυπώσεις του Ξανθάκη, όχι μόνο "δεν μπορεί κανείς να τον νικήσει" τον μαλάκα αλλά επιπλέον
όπου και να κρυφτείς
όσο και να κρυφτείς
ο μαλάκας θα σε βρεί

και θα σε τυραννίσει.
Με άλλα λόγια, ναι μεν δεν μπορείς να νικήσεις τον μαλάκα, αλλά θα αναγκαστείς οπωσδήποτε να τον πολεμήσεις αφού "θα σε βρει / και θα σε τυραννίσει".

Όπως αναφέρθηκε πριν, είναι πολύ εύκολο να γίνει κανείς μαλάκας πολεμώντας μαλάκες και η ανθρώπινη ιστορία βρίθει από παράδειγματα μαλακομάχων που έγιναν έως και χειρότεροι τριμαλάκες από τον χατζημαλάκα που πολέμαγαν. Ο λόγος που συμβαίνει αυτό είναι απλός: οι μαλάκες είναι ακατάβλητοι, αφού είναι θωρακισμένοι με τις βεβαιότητές τους. Από εκεί και πέρα το πράγμα είναι κλασικές αρχές του πολέμου, το εσκαλέισον που λέει κι ο Τζόκερ στον Μπάτμαν: προσομοιώνεις τις αμυντικές βεβαιότητες που θωρακίζουν τον μαλάκα ώστε να τον προσβάλεις αλλά στο τέλος καταλήγεις να ενστερνίζεσαι αυτές τις όποιες βεβαιότητές σου κι εσύ ο ίδιος· κι έτσι γίνεσαι κι εσύ σιγά σιγά μαλάκας.


Ας αναφέρουμε συνοπτικά δύο παραδείγματα πολέμου με μαλάκα:

Ο ειλικρινής μαλάκας θα χρησιμοποιήσει αυτό που αποκαλεί ειλικρίνεια για να σας πλήξει. Αν πέσετε στην παγίδα, ξεκινώντας να πολεμήσετε κατά του μαλάκα καταλήγετε να πολεμάτε κατά τον μαλάκα: του λέτε κι εσείς κάποια αλήθεια (...) που φρονείτε ότι θα τον πονέσει. Όμως είπαμε: ο μαλάκας δεν πονάει γιατί και κατώτερός του είστε και είναι και θεός. Αποτέλεσμα; Γίνατε λίγο πιο πολύ μαλάκας χρησιμοποιώντας την ωμότητα μιας κάποιας ειλικρίνειας ως όπλο.

Ο μισογύνης μαλάκας θα κάνει τα μισογυνικά του, με τα "ναι μεν αλλά" του και με τα απ' όλα του. Ας πούμε ότι θέλετε να τον αντιμετωπίσετε είτε γιατί είστε γυναίκα, είτε γιατί είστε μουνόδουλος, είτε γιατί είστε αδερφάρα από αυτές που ξέρουν ότι η πατριαρχία έχει πολλά ποδάρια -- και μάλιστα όχι από αυτά που αρέσουν. Απαντάτε λοιπόν στα μισογυνικά του με μια προσβολή που αφορά τον χαρακτήρα ή το ποιόν του μισογύνη μαλάκα. Όμως ο μισογύνης δεν έβρισε εσάς προσωπικά ή μια γυναίκα, παρά μίλησε για αυτό το ψευδές, αόριστο και πολλαπλό είδωλο που λέγεται "γυναίκα", μίλησε για μια κατασκευή. Άρα ποιος είναι τώρα ο μαλάκας, που αντέταξε σε μια πλατωνική κουβέντα ένα σαφές ad hominem; Ποιος άλλος: εσείς.

Γίνεται λοιπόν να είσαι κατά του μαλάκα χωρίς να γίνεσαι κατά τον μαλάκα; Ίσως, αλλά ακόμα και οι θεοί το ψάχνουν το πώς, όπως είδαμε. Πιθανόν μια καλή μέθοδος μαλακομαχίας είναι να ακινητείς περιμένοντας να ξεθυμάνει ο μαλάκας και μετά να παραστήσεις ότι τίποτε δεν κατάλαβες, ότι δεν έτρεξε κάστανο: κανείς μαλάκας δεν αντέχει να νιώθει ότι είναι ατελέσφορη η μαλακία που τον δέρνει και τον κινεί και τον ζωοποιεί. Τότε λοιπόν ίσως και να σκάσει ο μαλάκας -- που είναι και το ουσιώδες.

GatheRate

Δευτέρα, 16 Απριλίου 2018

«Είναι ο μαλάκας Θεός;» από το «Πώς να μη γίνετε μαλάκας»


Βεβαίως κάθε μαλάκας πιστεύει ότι είναι θεός ή και ο Θεός. Ενδεχομένως αυτό είναι ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του μαλάκα: πιστεύει ότι είναι θεός. Σίγουρα η πεποίθησή του ότι είναι αντίθεος (με την ομηρική έννοια) είναι ισχυρή: είπαμε ότι μαλάκα σε κάνουν οι βεβαιότητες· όσο πιο ακράδαντες, τόσο πιο μαλάκας. Όμως ο μαλάκας δεν πιστεύει απλώς ότι είναι θεός, παρά μοιάζει με θεό και σε κάτι ακόμα: δεν ορίζεται εύκολα.

Ο Θεός των μονοθεϊστικών θρησκειών όντως ορίζεται κυρίως αποφατικά: μέσω του τι δεν είναι παρά με βάση κάποια χαρακτηριστικά του. Ο Θεός αυτών των θρησκειών είναι υπερβατικός, ενώ "κάθε θεότητα που δεν είναι υπερβατική, έχει γνωρίσματα: ο Βαάλ τη μοσχαροκεφαλή και τις μύγες, ο Απόλλων τον ήλιο και το τόξο" κτλ. Ο ένας Θεός δεν έχει γνωρίσματα, λέμε ότι δεν έχει σώμα (ασώματος), ότι δεν βρίσκεται κάπου στον χώρο (πανταχού παρών), ότι δεν μπορεί να γίνει κατανοητός (απερινόητος). Γι' αυτό και συσσωρεύουν οι θρησκείες επίθετα του Θεού τους (99 το Ισλάμ, περισσότερα οι χριστιανοί), γνωρίσματά του, αφού τον ίδιο τον Θεό τους δεν μπορούν να τον ορίσουν επιτυχώς. Μέσα από τη συσσώρευση επιθέτων προσπαθούν οι πιστοί Του να περιγράψουν και να προσεγγίσουν τον υπερβατικό Θεό τους.

Έτσι και στην περίπτωση του μαλάκα. Παρά τις βεβαιότητές του, απέχει ιλιγγιωδώς από το να είναι υπερβατικός. Ωστόσο δεν ορίζεται με βεβαιότητα. Σκεφτείτε πόσο δύσκολο είναι να διατυπωθεί ένας ορισμός του μαλάκα. Τι είναι μαλάκας; Αμηχανία. Πώς ορίζεται; Θέμα. Συνήθως λοιπόν αναγκαζόμαστε να συσσωρεύσουμε κι εμείς χαρακτηρισμούς κι επίθετα και περιγραφές και περιστατικά με μαλάκες αφού ο μαλάκας δεν ορίζεται. Ο Χρήστος Ξανθάκης, που ζήλωσε τη δόξα του μεγάλου αυτού πονήματος για τον μαλάκα που διαβάζετε κι εσχάτως ασχολήθηκε και αυτός με το θέμα, το διατυπώνει με τον κατάλληλο τόνο:
ο μαλάκας είναι ασταμάτητος, ασύνορος και απροσμέτρητος
και δεν μπορεί κανείς να τον νικήσει
Ακριβώς γι' αυτό τον λόγο, ο μαλάκας αποτελεί διαρκεί πηγή εκπλήξεων, ανεξαιρέτως δυσάρεστων. Ακόμα και όταν ξέρουμε ότι κάποιος είναι μαλάκας και είμαστε κατάλληλα προετοιμασμένοι, ποτέ δεν είμαστε επαρκώς προετοιμασμένοι: θα βρει εκείνος τον τρόπο να μας βλάψει ή να μας βγάλει από τα ρούχα μας ή έστω να μας ενοχλήσει. Θα βρει εκείνος τον τρόπο να γίνει ακόμα πιο μαλάκας ή να γίνει μαλάκας με κάποιον καινούργιο τρόπο. Γιατί είναι έμπειρος και ξέρει. Γιατί η βεβαιότητα σε συνδυασμό με τον σολιψισμό σε απαλλάσσουν από την υποψία ότι μπορεί να γίνεσαι γελοίος, ενώ σε εμψυχώνει να ανέβεις καμαρωτός και ξεσκούφωτος το Έβερεστ της μαλακίας μέχρι την κορυφή του, ή μέχρι να σε σκοτώσουν η ανοξία και το μαλακόκρυο.

Μια τεταρτη ιδιότητα του μαλάκα (πέραν από το ιδεασμό ισοθεΐας, την αδυναμία να οριστεί και το ότι πάντοτε θα βρει τρόπους να μας βλάψει) είναι τέλος η κάτωθι. Και σε αυτήν την ιδιότητά του ο μαλάκας μοιάζει με τον τιμωρό Θεό των μονοθεϊστικών θρησκειών, και πάλι επιγραμματικώς διατυπωμένη από τον οψίμως ενδιαφερθέντα Ξανθάκη:
όπου και να κρυφτείς
όσο και να κρυφτείς
ο μαλάκας θα σε βρεί

και θα σε τυραννίσει
Τι άλλο να πει κανείς λοιπόν εκτός από το ni Dieu ni malakas.

GatheRate

Κυριακή, 15 Απριλίου 2018

Το Παρίσι και το μοναστήρι


Πρέπει να υπάρχουν ακόμα πολλοί που νομίζουν ότι "δεν είμαστε λαός" επειδή "είμαστε βρωμιάρηδες και δεν σεβόμαστε τον δημόσιο χώρο" και οι οποίοι αποδίδουν αυτή μας την κακοδαιμονία (υποκριτικώς ντρέπονται πια να πουν "γυφταριό") στο ότι δεν περάσαμε Διαφωτισμό κτλ. Όσο και αν έχουνε ταξιδέψει αυτοί οι άνθρωποι, μάλλον έχουν ταξιδέψει λειψά. Άλλωστε το ταξίδι ποσώς δεν επεκτείνει τους ορίζοντές μας και σίγουρα από μόνο του δεν θεραπεύει απολύτως τίποτα, ούτε τη στενομυαλιά ούτε τον ρατσισμό.

Όσοι τα λένε αυτά, ότι είμαστε "από τη φύση μας" ή λόγω Τουρκοκρατίας ή και Βυζαντίου "τέτοιοι", αν δεν έχουν χρήματα να ταξιδέψουν για να δούνε το σκουπιδομάνι μεγάλων και μικρότερων πόλεων της Εσπερίας, ας πάνε σε κανα μοναστήρι της πατρίδας μας.

Εκεί, στα μοναστήρια, τους περιμένει μια εντελώς διαφορετική εικόνα από τα λιγδιασμένα περιτυλίγματα και τα σπασμένα μπουκάλια και το ρέον κάτουρο στους δρόμους βορείως των Άλπεων πριν επελάσουν τα δημαοτικά συνεργεία καθαρισμού.

Ας πάνε λοιπόν σε κάποιο μοναστήρι, που είναι ο ρωμεϊκότερος θεσμός που υπάρχει, ο πιο μη διαφωτισμένος, και ο οποίος στελεχώνεται από τους ρωμεϊκότερους ρωμιούς. Εκεί ας χορτάσει ευταξία και καθαριότητα επιπέδων Ζάλτσμπουργκ, ας θαυμάσει τη φροντίδα παντού· μετά λοιπόν ας έρθει μετά να μας πει για τον Διαφωτισμό που δεν έχουμε περάσει και πώς αυτή η έλλειψη φταίει που "είμαστε τέτοιο μπουρδέλο" ή που "βρωμάν οι πόλεις μας".

Τέλος πάντων, κάποια στιγμή θα καταλάβουμε ότι οι καθαρές πόλεις προϋποθέτουν εξοπλισμένα και στελεχωμένα συνεργεία καθαριότητας· ότι τα φροντισμένα πάρκα προϋποθέτουν και συνεργεία καθαριότητας και κηπουρούς αλλά και τη χρήση τους απ΄οτο κοινό. Γενικότερα, κάποτε θα πάρουμε χαμπάρι ότι ο σεβασμός του δημόσιου χώρου προϋποθέτει τουλάχιστον να υπάρχει αίσθηση κοινότητας και, γενικότερα, εδραιωμένη η αντίληψη του ότι ζούμε σε κοινωνία.

Συνεπώς η βρωμιά, ο θόρυβος και η αταξία γύρω μας οφείλονται και στο ότι κάποια στιγμή κατά τη νεώτερη ιστορία μας αποφασίσαμε ότι μπορούμε με τον (όποιο) συσσωρευμένο πλούτο μας και με τον εγκλεισμό στο σπιτάκι μας να υποκαταστήσουμε τα δημόσια αγαθά και τους δημόσιους χώρους: η νεοελληνική βρωμιά και η χωροταξική αναρχία είναι συνέπειες του πώς μας ήθελε η πολιτική εξουσία από το 1949 και μετά.

GatheRate

Σάββατο, 14 Απριλίου 2018

Ένας άλλος κόσμος, σφαιρικός


Πάντως ό,τι και να πει κανείς, όσο και να διαμαρτυρηθεί, όσο και να καμώνεται τον ανώτερο, οι ποδοσφαιρόφιλοι, οι ένθεοι του ποδοσφαίρου, αυτοί που τέλος πάντων είναι το αντίθετο των άμπαλων σαν κι εμένα, είναι τυχεροί άνθρωποι: προνομιούχοι.

Όλοι εμείς οι άμπαλοι έχουμε την επικαιρότητα των πολιτικών θεμάτων, των οικονομικών προβλημάτων, του μέλλοντος της κοινωνίας ή του πλανήτη ή των ίδιων των ζωών μας για να βαυκαλιζόμαστε, αυτοί έχουνε διαρκώς ζωντανή και τρέχουσα ενημέρωση για μεταγραφές, προπονητικές δηλώσεις, διαστρέμματα, αποτελέσματα του λευκορωσικού, του κολομβιανού ή του μολδαβικού πρωταθλήματος. Ενημέρωση που μάλιστα εξυπηρετεί ο σφριγηλός αθλητικός τύπος, όχι σαν τις σκιές περασμένων μεγαλείων όπως το Βήμα κι η Καθημερινή ή σαν τις καινοφανείς φυλλάδες που πουλάνε χούντα και προφητείες του Πατροκοσμά. Η ποδοσφαιρική επικαιρότητα υπάρχει είτε ανεξάρτητα από την υπόλοιπη, είτε ως παραπλήρωμα της υπόλοιπης είτε, για κάτι καλτσιοθεωρητικούς, ως μια προνομιακή ερμηνευτική σκοπιά του κόσμου.

Οι άμπαλοι επίσης έχουμε τους ήρωες και τους κακούς μιας πραγματικότητας που επηρεάζει και ενίοτε δηώνει τις ζωές μας, εκτός κι αν ασχολούμαστε με το σινεμά ή με το ροκενρόλ για να ξεφεύγουμε. Το πάνθεον της μπάλας όμως είναι πλήρες, συνεπές και αυτόνομο, ένα πάνθεον επικό και εφάμιλλο του σύμπαντος της Μάρβελ. Το πάνθεον της μπάλας όμως δεν είναι κόμιξ για νέρντουλες, είναι σημαντικότερο από την πραγματικότητα, όπως άλλωστε οι θεοί είναι σημαντικότεροι από τους ανθρώπους, είτε είναι θεοί της Αρετής και του Ερνέστο Βαλβέρδε, είτε της Κακίας και του βασιλείου εκείνου του αχώνευτου που όλοι βρίζουν. Μεσα στη σύνθετη νομενκλατούρα του ποδοσφαίρου, στο Μπάλα Universe, προϊόν μεταγραφικών θεογονιών και θαυμαστών αποκαλύψεων, δεσπόζουν οι ημίθεοι ήρωες: τα αντικείμενα αρσενικών τάχα ανερωτικών και θηλυκών στάνταρ ερωτικών πόθων, οι στρατιές ποδοσφαιριστών. Στις τάξεις τους χωράει ο αλαζόνας αχιλληίσκος Κριστιάνο Ρονάλντο, ο φάλσταφ κάγκουρας πώς τον λένε, ο σχεδόν ιησουχριστός Τζωρτζ Μπεστ, ο Μέσι-Αρτζούνα, ο αηγιώργης Μαραντόνα -- και ούτω καθεξής.

Τέλος, εμείς οι άμπαλοι για να ζήσουμε χαρές και συγκινήσεις, για να μας αγγίξει η ευτυχία, περιμένουμε να πάρουμε κανα πτυχίο, να ανοίξουμε κανα σπίτι, να δούμε καναν φίλο, να βρούμε έναν δικό μας άνθρωπο, να γράψουμε κανα βιβλίο ή να κάνουμε καμμιά συναυλία ή έκθεση ή κατασκευή, να πάμε κανα ταξίδι, να αναγνωριστεί η δουλειά μας, να αγαπήσουμε, να μας ερωτευτεί καμμιά θεότητα, να κάνουμε παιδιά. Οι ένθεοι του ποδοσφαίρου, στον βαθμό που ασχολούνται με όλες αυτές τις μπανάλ σάχλες, έχουν επιπλέον τους δίκαιους αγώνες του ΠΑΟΚ, την έκσταση του να το σηκώνεις στην Πορτογαλία, τα θαύματα "μια στα χίλια χρόνια" τύπου Ρόμα-Μπαρσελόνα 3-0, τον ποδοσφαιρικώς ακατάβλητο λαό της Βραζιλίας, το from zero to hero της Λέστερ κτλ.

Λέμε κι εμείς ότι ζούμε, δηλαδή.

GatheRate

Τετάρτη, 11 Απριλίου 2018

Γυμνοί τόποι

Κανένας χώρος, είτε εξωτερικός είτε εσωτερικός, δεν αντέχει να μένει γυμνός. Δεν έχει σημασία αν είναι δωμάτιο, μπαλκόνι, δρόμος, μπαρ, πλατεία ή εξοχή: για να υπάρξει πραγματικά κάθε τόπος πρέπει να ντυθεί, να επιπλωθεί, να σαρκωθεί -- πείτε το όπως θέλετε. Αλλά γυμνός τόπος είναι μη-τόπος.

Ένας τρόπος να ντύσεις έναν χώρο, ιδίως άμα είναι εσωτερικός, είναι η μουσική. Πήγα το Πάσχα στο Pirée, όπου παίζει μουσική ο Κώστας Παντιώρας. Εντυπωσιάστηκα από το πώς η μουσική μπορεί να καταστήσει έναν χώρο ενδαφέροντα και συναρπαστικό, και μάλιστα έναν χώρο γυμνό, που θα ήταν απλώς αδιάφορος ή και ασυνάρτητος αν απουσίαζε η μουσική. Χάρη στη μουσική του, η χιψτεροεκλεκτική διακόσμηση ενός κάπως ανοικονόμητου εσωτερικού χώρου έχανε κάτι από την ειρωνεία που κουβαλάει κάθε υπαινιγμός σε κάτι άλλο (στο μπουρδέλο, στην περίπτωσή μας): η μουσική μετέτρεπε τη διακόσμηση από πράγματα που προσπαθούν να στήσουν νόημα σε ρούχο ή και σάρκα, σε κάτι από το οποίο αποστασιοποιείσαι ενδεχομένως αλλά το οποίο είναι φορέας ομορφιάς (ως ρούχο) ή και ζωής (ως σάρκα).

Οι χώροι και οι τόποι μπορούνε να επενδυθούν βεβαίως και αλλιώς, όχι μόνον μουσικά. Αλίμονο. Και εννοείται ότι ο πιο καίριος και ο πιο δύσκολος τρόπος να ντύσεις έναν χώρο είναι οι αναμνήσεις. Είναι ο πιο καίριος γιατί είναι ο πιο σαφής: όταν ντύνονται με αναμνήσεις οι τόποι λειτουργούν ως σκηνικά πράξεων, ως το φόντο μπροστά στο οποίο στήθηκαν πρόσωπα ή σώματα, ως σκηνές γεμάτες αποτυπώματα διαθέσεων. Με την ανάμνηση ο τόπος παραπέμπει στο γεγονός ή στη διάθεση, όταν δεν είναι ο τόπος το ίδιο το γεγονός και η ίδια η διάθεση. Αυτή η επένδυση, αυτή η σάρκωση γυμνών τόπων είναι επίσης ευάλωτη στην αποστασιοποίηση· επιπλέον την υπονομεύει η ζαχαρόπηκτη υπερτροφία της νοστλαγίας και -- το χειρότερο -- ο σκώρος της λήθης που στο τέλος όλα θα τα φάει.

GatheRate

Τρίτη, 27 Μαρτίου 2018

Κριτικές από το μέλλον

Η υστεροφημία είναι πιο άστατη και απρόβλεπτη κι από καθωσπρέπει παλληκάρι με σπουδές και καλάς συστάσεις μετά τον τρίτο χρόνο έγγαμου βίου. Παράλληλα, η κριτική πολλές φορές πάσχει από σύνδρομο ωχράς κηλίδας και δεν βλέπει μπροστά της παρά μόνον τα γύρω γύρω: τα περιφερειακά και τα καθέκαστα. Όμως καμμιά φορά αξίζει να αναρωτηθεί κανείς πώς θα φαίνεται η εποχή του από το μέλλον. Για παράδειγμα, σήμερα μιλάμε για την ελληνική δεκαετία του '60 ως εποχή ηρώων και θαυμάτων στην ποίηση, στο θέατρο και στη μουσική των Χατζιδάκι-Θεοδωράκη-Μαμαγκάκη (αλλά και Χρήστου) όμως όσοι ζούσαν και εργάζονταν τότε είχαν είτε κάπως διαφορετική γνώμη είτε μια λιγότερη ευκρινή εικόνα, εικόνα που έβλεπαν χωρίς τα φίλτρα του εκ των υστέρων.

Μπορεί λοιπόν τα μπλογκ να μην πια αυτό που ήταν την προηγούμενη δεκαετία και πλέον να έχουνε πολύ πιο εξειδικευμένο κοινό. Αυτό οφείλεται και στο ότι η ονλάιν κοινωνική δικτύωση διεκπεραιώνεται πλέον με άλλα μέσα: αρχικά διάβαζες και σχολίαζες τα μπλογκ και για να δικτυωθείς· εδώ και χρόνια υπάρχουν ευκολότεροι και λιγότεροι πληκτικοί τρόποι: με εξυπνάδες (τουίτερ), με φωτό (ίνσταγκραμ), με λίγο απ' όλα (φέισμπουκ) κτλ.

Βεβαίως αρχικά τα μπλογκ φαίνονταν να έχουν ορμή, φρεσκάδα και δυναμισμό, ενώ συγκέντρωναν φωνές αποκλεισμένες από την εκδοτική καμαρίλα αλλά και από την εν γένει βάσανο της διαδικασίας γραφή-επιμέλεια-έκδοση-προώθηση. Κάποιες φωνές ήταν όντως σπουδαίες και απροσδόκητα μοναδικές. Κάποιες παλαιότερες άλλες φωνές, δοκιμασμένων γραφιάδων που τους προσέκλυσε το νέο μέσο και οι δυνατότητές του περισσότερο από τη στιγμιαία αυτοέκδοση, ήρθαν και προσέδωσαν στο μέσο ποικιλία και κάποιο κύρος.

Για την κληρονομιά των μπλογκ έγραψα και εδώ πριν τέσσερα χρόνια:
Τα μπλογκ όμως στην πλειοψηφία τους ανέδειξαν τελικώς ένα ύφος, έναν άλφα τρόπο γραφής: αποσπασματικό και θυμόσοφο, υπαινικτικό, με αποσιωπήσεις και με πολλά αποσιωπητικά, ελαφρώς μεθυσμένο και ζαβά προυστιανό... Τα μπλογκ ποτίστηκαν από την αμεσότητα και την τεχνητή προφορικότητα της σχολής Κλικ, από τον υποκειμενισμό του χρονογράφου, από τον συναισθηματισμό και τη χαμηλή οπτική γωνία του ερωτοχτυπημένου στιχουργού και του ημερολογιογράφου. Κύλησαν χαμηλόφωνα, υποκειμενικά ή και αλαλάζοντας -- συνήθως ομφαλοσκοπώντας, πάντως. Άλλα ήταν ανοιχτά ημερολόγια, άλλα ήτανε σαν μικρές εισηγήσεις περί τα κοινά σε οικογενειακά τραπέζια. Ακκίστηκαν τα μπλογκ ότι το μικρό, το στιγμιαίο και το καθέκαστο θα εξακτινωνόταν ανεξαιρέτως στο μεγάλο, στο γενικό, στο πολιτικό, στο πανανθρώπινο. Στις εκβολές των μπλογκ βρίσκουμε τα φρη πρες και τη νέα μυθιστοριογραφία του Λιβάνη και του Ψυχογιού.
 Χτες το βράδυ όμως σκέφτηκα κάτι άλλο: τα μπλογκ, λίγο μετά την αρχή του αιώνα, αποτέλεσαν το αποφασιστικό πέρασμα από το ίντερνετ της τσόντας, των ιμέιλ και του τσατ μέσω IRC σε κάτι σύνθετο και κομψό, σε κάτι με δικές του αυτόνομες δυνατότητες και χρήσεις. Μετέτρεψαν το ίντερνετ από βιβλιοθήκη και τηλέφωνο σε συμπληρωμα βιοτής: το πήραν εργαλείο και συντέλεσαν στο να γίνει Μέσο. Επιμένω ότι τα μπλογκ πρωταγωνίστησαν σε αυτή τη διαδικασία μετατροπής, ακόμα και πριν καταντήσουν ατελή υποκατάστατα της δημοσιογραφίας.
Από αυτή την άποψη, νομίζω ότι η προηγούμενη δεκαετία, αυτή με τα μηδενικά, σύντομα θα εξιδανικευτεί και θα ηρωοποιηθεί. Γενιές που γεννήθηκαν μεγάλωσαν σε έναν κόσμο δικτυωμένο θα βλέπουν με δέος και συλλογική νοσταλγία, ξέρετε: τη νοσταλγία των άλλων, το 2003-2010, όταν αρχίσαμε να εκφραζόμαστε και να επικοινωνούμε και κυκλοφορούμε  διαδικτυακά. Θα βγουν ταινίες και αφηγήματα (σε χαρτί; ηλεκτρονικά; δεν ξέρω) για εκείνη την αστεία άλλά συναρπαστική εποχή των πρωτοπόρων, όταν δεν ήξερε ο κόσμος αν θα γράφει επιφυλλίδες, ανοιχτά ημερολόγια, λογοτεχνία, χρονογράφημα ή κομψούς ακκισμούς προς γκομενική άγρα. "Φοβερή εποχή", θα λένε. Για εσάς που τη ζήσατε και μόνο το κομμάτι του Θανάση σάς φέρνει προς απομνημείωσή της, φανταστείτε να είχατε ζήσει την εποχή που π.χ. άρχισε ο γραπτός τύπος, το ράδιο, η τηλεόραση: τρελή πρωτοπορία!

Στην ελληνική μπλογκοκοινωνία δύο θα αναδειχτούν ως ήρωές της, για όσους θα ενδιαφέρονται για κριτικές και για γενεαλογίες του μέσου. Λίγοι θα ενδιαφέρονται βεβαίως αλλά, και πάλι, πόσοι ασχολούνται με την αναγεννησιακή μουσική ή με την ποίηση του Εμπειρίκου; Οι ήρωές της λοιπόν, είμαι σίγουρος και ως μπλογκάς και ως γραμματιζούμενο παιδί, θα είναι δύο: ο Τάλως και ο Old Boy.

Ο μεν Τάλως εγκαινίασε το νέο μέσο σχεδόν με τρόπο σολωμικό, μεταγγίζοντας πρώτος την ιδέα "από το εξωτερικό", δημιουργώντας είδος μεικτό αλλά νόμιμο και, ως επιστέγασμα, επινοώντας τον όρο "ιστολόγιο". Από αυτή την άποψη είναι πρώτος και παραμένει σημαντικός γιατί δεν έγραφε ονλάιν ποίηση, χρονογράφημα, ημερολόγιο, μπροσούρα ή επιφυλλίδα, παρά κείμενα μεταξύ του επικαιρικού και του γενικού, δοκιμιακά, τα οποία όμως αξιοποιούσαν στο έπακρο τις δυνατότητες που έδιναν οι σύνδεσμοι και το λινκάρισμα ως δυνητική παραπομπή και προσεκτική τεκμηρίωση. Διαβάζοντας Τάλω μάθαινες τα πάντα π.χ. για την Άνω Βόλτα (την Μπουρκίνα Φάσο) μέσα από τα κείμενά του αν ήθελες: ακολουθώντας λινκ. 'Οσοι τον μιμήθηκαν ευτύχησαν κι ευτυχήσαμε κι εμείς που τους διαβάζουμε.

Για τον Ολντμπόυ τα έχω ξαναπεί:
Ο old boy δεν κάνει λογοτεχνία, δεν κρατάει ημερολόγιο, δεν κάνει ρεπορτάζ, δε χρονικογραφεί, δεν κάνει ακριβώς σχολιασμό της επικαιρότητας. Βεβαίως, δεν άποτελούν ασκήσεις ύφους κενές περιεχομένου τα ποστάκια του: στον βαθμό που λοξά και -- αναπόφευκτα -- επιλεκτικά, σχολιάζει τι γίνεται στον κόσμο, θα τον χαρακτήριζα τον Πιτσιρίκο του σκεπτόμενου ανθρώπου. Όταν πάλι καταπιάνεται με το σινεμά, νιώθουμε ξαφνικά ότι βρισκόμαστε στη συμβολή του Ebert ή του Alexander Walker με έναν βιωματικό μπλογκά που κρατάει ημερολόγιο ονλάιν: ένα ημερολόγιο όπου, φυσικά, ο τέταρτος τοίχος λείπει.
Το ξαναλέω: ο Παναγιωτακης κι ο Κωστάκος μια μέρα θα είναι θρύλοι. Έκαναν μπλογκ, κυρίως μπλογκ, κι έκαναν το μπλογκ κάτι που ήθελες να διαβάζεις. Μαζί με άλλους, πιο καλλιτέχνες, σε έκαναν να θες να ανοίξεις μπλογκ κι εσύ, ακόμα κι αν δεν ήξερες γιατί. Κι ακριβώς εκεί βρίσκεται η επιτυχία και η απήχηση ενός μέσου: όταν θες να έχεις βιβλιοθήκη, δισκοθήκη, τηλεόραση, ράδιο κτλ. ακόμα και αν δεν είσαι βιβλιοφάγος, μελομανής κτλ. Κι αυτοί οι δύο "τα ξεκίνησαν όλα", που λένε κι οι αμερικανικές ταινίες, χωρίς σοβαροφάνειες, απολαυστικά, κάνοντάς το να φαίνεται σχεδόν εύκολο.

Κι έτσι δημιουργήθηκε έναυσμα για "να μπαίνεις και να γράφεις" στα σοσιαλμήντια.

GatheRate