Σάββατο 29 Σεπτεμβρίου 2012

Ενα σημείωμα για την αστυνομία και τον αναρχικό κι αντεξουσιαστικό χώρο

Με αφορμή τη διαπόμπευση συλληφθέντων 'διαδηλωτών'.

Τόσα χρόνια οι αναρχικοί (όχι αποκλειστικά, όμως) καταγγέλλουν την ελληνική αστυνομία: τις μεθόδους της, τη διαφθορά της και τη συμμετοχή οργάνων της σε πώληση προστασίας και διακίνηση ναρκωτικών, τη στιβαρώς ακροδεξιά στελέχωσή της, τον καθαρά κατασταλτικό προσανατολισμό της που συνδυάζεται με την ανετοιμότητά της να καταπολεμήσει το έγκλημα, τη φασιστική κατήχηση στις σχολές της, τα λιγότερο και περισσότερο γνωστά εγκλήματά της.

Τόσα χρόνια, όσοι κατήγγελλαν τα παραπάνω θεωρούνταν από γραφικοί έως κακόβουλοι. Πολλοί γραφιάδες μιλούσαν για τις εμμονές του αναρχικού κι αντεξουσιαστικού χώρου με την αστυνομία, λόγω της ανάγκης του να κατασκευάσει έναν εχθρό κτλ. Σε περιβάλλοντα χαλαρών συζητήσεων, στελέχη της αστυνομίας θα παραδέχονταν κατά καιρούς κάποια από τα παραπάνω, αλλά θα προσπαθούσαν να τα αποδώσουν σε (συστηματική;) ανοργανωσιά της ΕΛ.ΑΣ., σε ασύγγνωστα λάθη, σε ιστορικές συγκυρίες ("ποιο κουμμούνι θα πάει να γίνει αστυφύλακας;") ή στην ανάγκη να κρατηθεί ψηλά το χθαμαλό ηθικό του κακοπληρωμένου μπάτσου.

Και ιδού τώρα: ο συστηματικά συστηματικός χαρακτήρας της ΕΛ.ΑΣ. ως αποκλειστικά και στυγνά κατασταλτικού μηχανισμού
αποκαλύπτεται πια, τώρα που το δικομματικό σύστημα και τα συνιστώντα μέρη του κρατιούνται στη ζωή με μηχανική υποστήριξη. Αποδεικνύεται ότι δεν είναι μόνον οι αναρχικοί και αντεξουσιαστές οι εχθροί της αστυνομίας αλλά και οποιοσδήποτε εχθρεύεται τα δύο κόμματα και αντιστρατεύεται στον εξανδραποδισμό και την εξαθλίωση που μας επέβαλαν. Γιατί ακόμα και όποιος δεν κρίνει (συστηματικά ή μη) την εξουσία και τους μηχανισμούς της, στο τέλος θα υποστεί και τον τρόμο και την αθλιότητά των μηχανισμών αυτών: η δημοκρατία είναι εύκολο να παραμεριστεί όταν δεν εξυπηρετεί τους σκοπούς τους.

Και περνάμε στο εξής: κυκλοφορεί εδώ και μέρες στα σοσιαλμήντια, ίσως ως αντίδραση στη διαπόμπευση των 'διαδηλωτών', μια αφίσα με φωτογραφίες εγκάθετων, ασφαλιτών πιθανότατα, και περιγραφή αντίστοιχου περιστατικού με ασφαλίτες με δορά αναρχικού. Η αφίσα είναι από εδώ και πρωτοβγήκε ήδη πριν ενάμισυ περίπου χρόνο. Με αφορμή αυτή την αφίσα έκανα κάποιες σκέψεις.

Πρώτα πρώτα, εδώ και χρόνια ομάδες από τον αναρχικό κι αντεξουσιαστικό χώρο χρεώνονται σχεδόν αυτομάτως όλα τα επεισόδια σε πορείες, φθορές, ζημιές και βομβιστικές επιθέσεις και -- εσχάτως -- τρομοκρατικές και εγκληματικές ενέργειες. Από τον καιρό που θυμάμαι τον εαυτό μου, αυτές οι ομάδες, για τις οποίες χρησιμοποιούνται συλλήβδην και αδιακρίτως όροι όπως "κουκουλοφόροι", "γνωστοί άγνωστοι", "μπαχαλάκηδες", "μαύρο μπλοκ" και, φυσικά, "αναρχικοί", κατηγορούνται για όσα έκτροπα γίνονται σε σχεδόν οποιαδήποτε κινητοποίηση.

Βεβαίως υπάρχουν ομάδες αναρχικών και αντεξουσιαστών που έχουν ως τελικό σκοπό την καταστροφή του κράτους και που χρησιμοποιούν ως μέσο για την επίτευξή του τη βία στους δρόμους και τη σύγκρουση με τα σώματα ασφαλείας. Κρίνοντας από την επιδερμική και αποσπασματική μου σχέση με τον αναρχικό και αντεξουσιαστικό χώρο τα τελευταία 15 χρόνια, αυτές οι ομάδες αποτελούνε μειοψηφία. Οι περισσότεροι άνθρωποι του χώρου (και από το Μνημόνιο και μετά, και εκτός του αναρχικού κι αντεξουσιαστικού χώρου) καταφεύγουν στη βία αποκλειστικά για άμυνα απέναντι στην αστυνομική βία. Υπενθυμίζω ότι οι "αναρχικοί" αποτελούν την πιο κυνηγημένη πολιτική ομάδα και ο αναρχισμός την πιο κυνηγημένη πολιτική πεποίθηση (ναι, κομμουνιστές, μη φωνάζετε: μιλώντας υπό κλίμακα και ακόμα και παραβλέποντας τι τους έχει κάνει η ΚΝΕ) τα τελευταία 65 χρόνια, και δη υπό συνθήκες δημοκρατίας κτλ.

Οι άνθρωποι του λεγόμενου "χώρου" μιλούν επί δεκαετίες για εγκάθετους, προβοκάτορες κι ασφαλίτες που παρεισφρέουν στις πορείες και προκαλούν ή βιαιοπραγούν, ακόμα και για πράκτορες της Ασφαλείας που έχουνε διεισδύσει μέσα σε ομάδες αναρχικών και αντεξουσιαστών με αποστολή να παρακολουθούν και, ενδεχομένως, να σαμποτάρουν τον χώρο. Οι σώφρονες και μετριοπαθείς πολίτες τα θεωρούσαμε αυτά προπαγάνδες κι υπερβολές, δεδομένου και του (κατά τα μέσα ενημέρωσης) "κλεφτοπολέμου αναρχικών και αστυνομικών". Ωστόσο, έχουμε πλέον μισές παραδοχές της ΕΛ.ΑΣ. ότι βεβαίως και τοποθετούνται μέσα στις πορείες αστυνομικοί με πολιτικά. Επίσης, το σημαντικότερο: υπάρχουνε βίντεο (πολλά πια) ατόμων με στολή διαδηλωτή τα οποία είτε διενεργούν συλλήψεις, είτε τα σπαν απρόκλητα, είτε προκαλούν επεισόδια και σύγχυση, είτε ζητάνε από τα ΜΑΤ να μην τους δείρουνε γιατί είναι "συνάδερφοι" κτλ... Το ζήτημα είναι ήδη πολύ σοβαρό: αν έστω κι ένα από τα πολυθρηνημένα μάρμαρα της Αθήνας έχει σπαστεί από κρατικό λειτουργό των σωμάτων ασφαλείας, πρέπει να διερευνήσει την υπόθεση εισαγγελέας. Πολύ περισσότερο πρέπει να διερευνήσει τον ρόλο των εγκάθετων εισαγγελέας ενόσω διατυπώνεται επανειλημμένα και αβίαστα η κατηγορία ότι οι φρικτοί φόνοι της Μαρφίν το 2010 είναι το ένα και μεγάλο έγκλημα ανθρώπων του αναρχικού και αντεξουσιαστικού χώρου: προσωπικά, βρίσκω ύποπτο και άξιο διερεύνησης το γεγονός ότι έγιναν μηδέν συλλήψεις τόσα χρόνια μετά, αν και οι κάμερες κατέγραψαν, είπαν τότε, τους δράστες. Με δυο λόγια, μετά τη Μαρφίν αλλά και το ανελέητο ξύλο και καρκινογόνο που έφαγαν δεκάδες χιλιάδες πολίτες το 2011-2012 ενίοτε με αφορμή τη δράση "κουκουλοφόρων", το ζήτημα του ρόλου των εγκάθετων της ΕΛ.ΑΣ. μέσα στις διαδηλώσεις και στις πορείες γίνεται κεφαλαιώδες.
 

Όμως η δικαιοσύνη οκνεύει και ραθυμεί, όπως και σε ό,τι έχει να κάνει με τη ναζιστική συμμορία που κάποιοι ανακάλυψαν στις προηγούμενες δημοτικές εκλογές. Εισαγγελέας δε βλέπω να επιλαμβάνεται της υπόθεσης. Για να γίνω διαλλακτικός: αν είχε αναλάβει η δικαιοσύνη να κοιτάξει το θέμα, δε θα συμφωνούσα π.χ. στο να κυκλοφορούνε φωτογραφίες πιθανών χαφιέδων. Όμως η δικαιοσύνη οκνεύει και ραθυμεί ενώ ταυτόχρονα αφήνει να γίνονται παρόμοια και τρισχειρότερα από την ΕΛ.ΑΣ. (θυμηθείτε, πέρα από τα πρόσφατα, τις οροθετικές κτλ). Επομένως, κάπως πρέπει να κυκλοφορούν τα χαρακτηριστικά των πιθανότατα ασφαλιτών που παριστάνουν τους αναρχικούς και καταγγέλλονται από τους ίδιους τους αναρχικούς ως προβοκάτορες. Αν μη τι άλλο, θα καούν οι συγκεκριμένοι εγκάθετοι και θα αναγκαστούν να κρυφτούν, ενώ ίσως καθυστερήσει και η αντικατάστασή τους ή γίνει δυσχερέστερη.

GatheRate

Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2012

La vie s'écoule

Δεν είμαι σε παροξυσμό. Δεν είμαι πιωμένος. Δεν τα έχω πάρει. Εδώ και 60 λεπτά κάθομαι ανόρεχτος μπροστά στον υπολογιστή, αμάρτημα βαρύ για όσους εργαζόμαστε χωρίς ωράριο και διαρκώς. Διαβάζω τα ψιλά νέα που διηθούνται μέσα από τα σοσιαλμήντια, μέσα από τις ψιλοκουβέντες του τουίτερ και του φέισμπουκ και που παραπέμπουν στις ειδήσεις της ημέρας. Ο όρος που κανένας δε θέλει να χρησιμοποιήσει για τη σημερινή απεργία και τη σημερινή συγκέντρωση είναι μάλλον αυτός: φιάσκο.

Είμαι πολύ θυμωμένος και βαθιά απογοητευμένος. Δε θα κάνω βαθυστόχαστες αναλύσεις, δεν ήτανε ποτέ το φόρτε μου: άλλωστε κάτι θα πει ο Ξυδάκης για τη μοίρα του Γένους και το αγιοπατερικό αλλά και μπατμανικό "πέφτω για να σηκωθώ". Θα γεμίσει το επόμενο Unfollow: με κάτι δύσκολο του Τραμπούλη, κάτι αμφιταλαντευόμενα χολερικό του ολντμπόι, κάτι θεωρητικά στιβαρό του Ζενάκου, κάτι ανατρεπτικό κι ενοχλητικό του Le Nonce, κάτι σχηματικό αλλά χαχανιστά ξεσηκωτικό του Πιτσιρίκου· θα περιλαμβάνονται και κείμενα με σωστές και θεμελιωμένες μαρξιστικές αναλύσεις. Κάτι θα γράψει κι ο Αντώνης Radical, δικαιωμένος, κάτι του στυλ "εγώ σας τα 'λεγα, οι μικροαστοί δεν έχουν ταξική συνείδηση και να πάνε να πνιγούν εν χορώ και ομοθυμαδόν στο Φάληρο μπροστά από το συγκρότημα του Σκάι". Κι εγώ γιατί βγάζω τη δική μου ουρά απ' έξω; Γιατί είμαι μαλάκας.

Στο μεταξύ τα εκκαθαριστικά θα αφανίζουν κόσμο, θα κάνουν εκκαθαρίσεις. Όσοι λίγοι μπορούνε θα την κοπανάνε από τη χώρα. Στην Αθήνα θα πεινάει ο κόσμος και τον ερχόμενο χειμώνα θα κρυώνει και θα αρρωσταίνει αλλά δε θα παίρνει τις ροζ γραμμές του ΕΟΠΥΥ για ραντεβού, ούτε θα αγοράζει τα έτσι κι αλλιώς δυσεύρετα φάρμακα. Δεν πειράζει. Με αυτούς ποτέ κανείς δεν ασχολήθηκε. Κανένα πρόβλημα. Κι ο κόσμος δε θέλει ούτε απεργία διαρκείας (μεταξύ μας: η μόνη λύση), ούτε λαοθάλασσες που θα πνίξουν τον δικομματισμό. Τον δικομματισμό που σαν κοπρικό απολειφάδι εξακολουθεί να επιπλέει και -- το κυριότερο -- να διαφεντεύει ανεύθυνα και πότε κωμειδυλλιακά, πότε γκρανγκινιόλικα τις ζωές μας: ο κάθε Δένδιας, ο κάθε Μεϊμαράκης, ο κάθε Λοβέρδος, ο κάθε Κουβέλης, όλα αυτά τα λέλουδα που θα τα έκοβαν στο πρώτο εξάμηνο μάστερ ακόμα και κάποιου αγγλικού πανεπιστημίου του καμπινέ. Κανένα πρόβλημα. Κάτι θα πουλήσουμε, κάτι θα κόψουμε: οι αγέλαστοι καλβινιστές των Μέσων μάς έχουνε κανονικότατα πείσει ότι για όλα φταίμε εμείς ή ανθ' ημών η Αριστερά, ο ηγεμονικός τράγος που φορτώνεται τις αμαρτίες μας. Οι αγέλαστοι καλβινιστές των Μέσων και οι τάχα πρακτικόνοες δογματικοί που κηρύσσουν από μέσα τους θα ορίζουν την ημερήσια διάταξη: ξένοι, δραχμή, μετανάστες, η Χρυσή μας η Αυγή στη γειτονιά μας, ο Παΐσιος που από καλογεράκι ταπεινό έγινε ο ψευτοεθνοπροφήτης των χριστοκάπηλων για να καταλήξει έδεσμα προς βρώσιν και προς θρησκευτικό σωφρονισμό δια της σύλληψής του. Όλα πολτός. Η ελληνική επαρχία θα συνεχίσει μια χαρά. Θα ψηφίζει Σαμαρά και θα οιωνοσκοπεί στα καφενεία, στους φρεντοχανέδες και στις φραπεδερίες για τις προθέσεις της Τριμούρτης που μας κυβερνάει. Και θα σχολιάζει ό,τι άλλο προκρίνουν τα μέσα. Κι η ζωή θα συνεχίζεται.

Κι εσύ ρε μαλάκα; Εγώ ο μαλάκας θα συνεχίσω να θλίβομαι. Θα προσπαθώ να μη μιλάω -- δεν έχω και τίποτα να πω, αν διαβάσατε προσεκτικά τα παραπάνω, ασφαλής προς το παρόν, με τους δικούς μου ανθρώπους να υποφέρουν και να εξαθλιώνονται και χιλιάδες άλλους να βγαίνουνε στην ανεργία και στην απελπισία, στη φρικτή μοίρα να βλέπεις τα παιδιά σου να στερούνται. Άλλωστε κι αν ήμουν κάτω, στην Αθήνα, στην πατρίδα, τι; Σήμερα θα κατέβαινα στην πορεία, θα με διέλυαν μάνι-μάνι οι μπάτσοι και θα κατέληγα με φίλους και με τα μάτια κόκκινα στην Καλλιδρομίου να αναλύω κοινότοπα την κατάσταση των πραγμάτων μιλώντας αργά με τη φωνή μου που βγαίνει από νεροχύτη και πίνοντας πολύ νερό και κάπως λιγότερο εσπρέσο. Μετά θα πίναμε ρακή ή τσίπουρο. Αλλά είμαι εδώ. Θα συνεχίσω να γράφω για το ασυνείδητο, για την ιστορία της ζωής μου και το Μπλεκ που διάβαζα μικρός, για το δροσερό από την έρση του ιδρώτα μέσα των γυναικείων ποδιών. Και μετά καιρό θα ξαναγράψω κάτι για πολιτικά, κάτι που θα υπαγορευθεί βεβαίως από τα μέσα και τους φασίστες κάθε κόμματος. Ίσως καμμιά ελληνοτουρική κρίση, καμμιά σφαγή δυστυχισμένων και φτωχών, καμμιά διαπόμπευση πορνών, τίποτε εικόνες του Αιγαίου να ανθεί πνιγμένους (κατά τους ποιητάς). Και τότε ωωωπ, θα πέσουν μαζικά να με διαβάσουν. Ε, να πάω να γαμηθώ κι εγώ.

GatheRate

Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου 2012

Ο Μπετόβεν κι ένα αδιανόητο μέλλον

Χτες δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Παλιά με έπιαναν αϋπνίες κάθε δίμηνο περίπου, τώρα πια κανα δυο φορές τον χρόνο. Λήγουνε πάντα στις 4 πμ.: Ελβετικές αϋπνίες, ακριβείας. Τέλος πάντων. Σε αυτές τις περιπτώσεις, για να αποκοιμηθώ ονειροπολώ. Σκεφτόμουνα λοιπόν την πρώτη φορά που είχα εισπνεύσει το άρωμα του λουλουδιού που έχει φυτέψει ο Θεός ανάμεσα στα πόδια των γυναικών (είδατε τι ωραία μετωνυμία για το μουνάκι; ούτε γαλλικιά ταινία να ήμουν), αλλά αυτό θα το συζητήσουμε άλλη φορά.

Σκεφτόμουν και το εξής: την ανθρώπινη τάση που έχουμε να θέλουμε να δικαιώνουμε τις επιλογές των καλλιτεχνών που αγαπάμε. Έστρεψα τη μομφή στον εαυτό μου: κι εγώ είπα τον Μπετόβεν "αριστερό" (χάχα, χαζός αναχρονισμός) μόνο και μόνο γιατί ο στριμμένος μπεκρής ήταν κατά της μοναρχίας και υπέρ του επαναστάτη Βοναπάρτη.

Μαγκιά του όμως, σκέφτηκα. Μουσικός ήταν. Τότε οι μουσικοί περίμεναν να ζήσουν από τη δούλεψή τους σε κάποιον βασιλιά, δούκα, πρίγκηπα-αρχιεπίσκοπο, ευγενή κι άλλα τέτοια κομψά κοπρόσκυλα. Ένας μουσικός που προσδοκούσε την επανάσταση να έρθει να τους σαρώσει όλους αυτούς σίγουρα δε θα ήξερε τι του γινόταν. Κι αν πετύχαινε η επανάσταση, σε ποιον θα πήγαινε να δουλέψει αυτός, ο μουσικός; Σε κανα καπηλειό; Πού;

Βεβαίως, μια χαρά άνθισε η τέχνη όταν σαρώθηκαν τα πολλά πολλά της φεουδαρχίας και των πολυεθνικών αυτοκρατοριών του βούρδουλα.

Μέσα στο μισοΰπνι σκέφτηκα αντίστοιχες αντιρρήσεις για την μετά τον καπιταλισμό κατάσταση: πώς θα ζούμε; πώς θα συνεχιστεί η τεχνολογική πρόοδος; ποιος θα αναπτύξει το λειτουργικό για το iPhone το 11; θα έχουμε σούσι; αυτοκίνητα; κτλ.

Ποιος θα μπορούσε να αντιτείνει στις αντίστοιχες ανησυχίες του Μπετόβεν ότι οι μουσικοί δε θα χρειαζόταν να προσκολληθούν σε κάποιον φιλόμουσο λεχρίτη ευγενή; Κανείς. Λένε, σχηματικά, ότι πρώτος ο Μπετόβεν έσπασε αυτή τη σχέση εξάρτησης των συνθετών από πρίγκηπες κι ευγενείς.

Το ηθικό δίδαγμα προφανές: μη φαντάζεστε, μην προβλέπετε το μέλλον, φτιάξτε το. Όσο μπορείτε. Το κατά δύναμιν. Αμήν.

GatheRate

Δευτέρα 24 Σεπτεμβρίου 2012

der Fall nach oben

στους Φίλους 

Είμαι άνθρωπος των παθών. Εννοώ κυρίως τα δύο αριστοτελικά πάθη, δηλαδή τον έλεο και τον φόβο. Όταν πρωτοάκουσα τον ορισμό της τραγωδίας, σε αυτό το σημείο κόλλησα: ότι, από όλα τα πάθη, ο Αριστοτέλης θεωρεί την τραγωδία καθαρτική ακριβώς αυτών των δύο παθών.

Είμαι άνθρωπος των παθών, ναι, και των άλλων, των προφανών· εκτός από τον τζόγο. Η μεγάλη πλειονότητα όσων ακούω, βλέπω, νιώθω, ζω εγείρουνε πάθη μέσα μου. Με άλλα λόγια, τρώω πολλά φλας και μάλιστα σε ανύποπτο χρόνο. Μάλιστα, επειδή το εξωτερικό μου περίβλημα είναι συνήθως απαθές, νεφοσκεπές κι ακύμαντο, δε φαίνεται εύκολα ότι με κλυδωνίζουν πάθη κι έτσι η συμπεριφορά μου καμμιά φορά γίνεται απρόβλεπτη, για να το πω κάπως ευγενικά. Συνήθως ως δυσάρεστη έκπληξη, σπανίως ευχάριστη.

Το παραπάνω είναι προϊόν ενδοσκόπησης. Η ενδοσκόπηση είναι από τις προσφιλείς ενασχολήσεις του δυτικού ανθρώπου, ίσως και του ανθρώπου εν γένει. Αυτό το "ένδον σκάπτε", που λέμε, η για πολλούς διαρκής απόπειρα να πετύχουμε το χιμαιρικό "γνώθι σαυτόν". Χρησιμοποιούμε την ενδοσκόπηση με σκοπό να αποκαλύψουμε αλήθειες για το σημαντικότερο και πιεστικότερο ζήτημα καθενός από εμάς: τον εαυτό μας. Με περιορισμένη, βεβαίως, αποτελεσματικότητα. Άλλωστε,  όπως η ψυχολογία και η ψυχανάλυση έδειξαν, η ενδοσκόπηση είναι το αντίστοιχο π.χ. της αυτοψηλάφησης: όσο συστηματική, έντονη και λεπτομερής κι αν είναι, δεν υποκαθιστά τα διαγνωστικά μέσα του ειδικού.

Εγώ από αυτά δεν πολυξέρω. Έχω καταλάβει κάτι άλλο όμως. Όποιος κοιτάζει μέσα του, κανονικά πρέπει να βλέπει μια άβυσσο: την αντανάκλαση ή τις θαμπές φωτεινές σκιές των φώτων της καθώς και τα πηχτά σκοτάδια του ασυνειδήτου (που τίποτε δε θα φανερώσουν αβίαστα). Πρέπει να βλέπει τα βάθη της αβύσσου, τα οποία σβήνουν κι εξαφανίζονται πριν οριστεί κάποια γραμμή φυγής για να δείχνει προς τον βυθό της. Κοιτώντας μέσα σου ίσως βλέπεις ένα τοπίο, ίσως βλέπεις έναν ουρανό να σε τραβάει προς τα πάνω ή ένα πέλαγος να σε καλεί προς τα έξω (αλλά το "έξω" της θάλασσας είναι το "μέσα" και "βαθιά"). Όποιος κοιτάζει μέσα του βλέπει την άβυσσο που διαρκώς βαθαίνει όσο προχωράει κανείς μέσα της -- όπως το φεγγάρι που πάντα μας ακολουθεί. Δεν είναι βεβαίως άπειρη, απλώς εμείς έχουμε βραχείες ζωές και λίγο χρόνο για να την εξερευνήσουμε.

Κάνοντας την ενδοσκόπησή μας πολλες φορές είμαστε παγιδευμένοι στη σαμσάρα, στον κύκλο της νεύρωσης: στην αλάνθαστη αίσθηση ότι κάτι σπουδαίο μόλις ανακαλύψαμε κι ας είναι κάτι που έχουμε ανακαλύψει ξανά και ξανά, στην εντύπωση ότι κάτι σημαντικό μόλις διαπιστώσαμε -- και ίσως εμπεδώσαμε -- ενώ αυτόν τον ουδό τον έχουμε διαβεί ξανά και ξανά σαν διστακτικοί βρυκόλακες που πρέπει να τους μπάσεις μέσα στο σπίτι σου για να διαβούνε το κατώφλι του. Γυρίζουμε γύρω από την ίδια στροφή του λαβυρίνθου, κάνουμε ξανά την ίδια λάθος επιλογή μέσα στη μέθη μας που μας δόθηκε ξανά η δυνατότητα επιλογής. Της επιλογής να ξαναγυρίσουμε στα ίδια. Όσοι είμαστε στον κύκλο του 'ξανά εδώ' και του 'πάλι τα ίδια' εστιάζουμε στην τάχα καινούργια λεπτομέρεια που όλα θα τ' αλλάξει και η οποία μας κοίταζε κατάματα για χρόνια. Αντί για τις γραμμές φυγής της αβύσσου που σκιάζουν τα σκοτάδια της, βλέπεις την επίφαση του απείρου, έναν καθρέφτη να καθρεφτίζει όσα εσύ είσαι έτοιμος να καθρεφτίσεις, ετερόφωτος: έχεις εγκλωβιστεί μέσα σε μια περίπτωση του φαινομένου Ντρόστε, είσαι εγκιβωτισμένος επ' άπειρον μέσα στον εαυτό σου που εγκιβωτίζει τον εαυτό σου. Μπορεί να το λένε mise en abyme, αλλά είσαι πολύ μα  πολύ μακριά από την άβυσσο και την ελευθερία της πτώσης μέσα της, είσαι στριμωγμένος μέσα σ' ένα καρυδότσουφλο και λογίζεις τον εαυτούλη σου βασιλιά του άπειρου σύμπαντος: I could be bounded in a nutshell, and count myself a king of infinite space, were it not that I have bad dreams -- ειρωνικά και ιοβόλα δεν το έβαλε αυτό ο Ποιητής στο στόμα του Άμλετ;

Ο παπα-Γαβριήλ μού είπε όταν ήμουν δεκαοχτώ: "οι ωραίες αποφάσεις είναι οι δύσκολες αποφάσεις". Τρολάριζε Θουκυδίδη με το θρυλικό (και χιλιοκαπηλευμένο) "…τὸ εὔδαιμον τὸ ἐλεύθερον, τὸ δ' ἐλεύθερον τὸ εὔψυχον"; Με έβαζε να ψυλλιαστώ όσα θα διάβαζα στον Σαρτρ για τη μοναξιά και τη δυσκολία της ελευθερίας και την πλατεῖαν καὶ εὐρύχωρον ὁδὸν της mauvaise foi; Δεν ξέρω. Ξέρω ότι αυτή η μικρή κι ίσως ανέμελη συμβουλή με συντροφεύει. Ξέρω ότι κάθε φορά που τα πάθη μεταμορφώθηκαν σε ζώσα ποίηση, κάθε φορά που έσπασε ο κύκλος του ελέου για τον εαυτό μου, της αυτολύπησης, και του φόβου, ανοίχτηκαν μπροστά μου αδιανόητα τοπία. Τελικά αυτό και μόνο έχω να μοιραστώ απόψε.

GatheRate

Κυριακή 16 Σεπτεμβρίου 2012

Η άβυσσος των φώτων


Υπάρχει μια αρχή. Ισχύει, ή μάλλον θα έπρεπε να ισχύει, σε κάθε ουσιαστική μας σχέση, είτε πρόκειται για καλή παρέα και φιλαράκι, είτε για φίλο, είτε για έρωτα, είτε για συζυγία: ό,τι δεν επιλέγει να μας πει άλλος, δε μας αφορά. Τελεία. Υπάρχει όμως μια ουσιαστικότατη σχέση στην οποία αυτή η αρχή καταστρατηγείται, και πρέπει να καταστρατηγείται: αυτή που έχει κανείς με τα παιδιά του. Τα παιδιά, όσο είναι παιδιά, σε αφορούν εκατό τοις εκατό. Ιδίως όσα σου κρύβουν.

Βεβαίως τα παιδιά δεν ανήκουνε στους γονείς τους. Έστω κι όταν είναι μόλις ημερών. Τα παιδιά είναι άνθρωποι, τόσο άλλοι από εμάς όσο και οι ενήλικες. Ούτε η αγάπη τους προς τους γονείς είναι δεδομένη, ούτε καν των γονέων τους προς αυτά. Δώρα είναι αυτά, καθόλου δεδομένα, σε καμμιά περίπτωση. Πρέπει να απαλλαγούμε από την κουλτούρα της εξιδανίκευσης που διαποτίζει τον πολιτισμό μας: το σεξ δεν οδηγεί απαραιτήτως στον έρωτα, ο έρωτας δε μεταμορφώνεται πάντοτε σε αγάπη, το μητρικό φίλτρο (ό,τι πιο ισχυρό και τρομερό υπάρχει στον άνθρωπο, δίπλα στην αυτοσυντήρηση) δεν είναι συνεκδοχή της αγάπης. Η αγάπη χτίζεται, ίσως προκύπτει -- ποιος ξέρει άραγε, όχι εγώ. Πάντως η αγάπη δε χορηγείται αυτομάτως. Και, όπως ξέρουμε πολλοί από την ανάποδη, δε χαρίζεται η αγάπη ούτε προκύπτει εξ αντανακλάσεως. Γι' αυτό και δυο άνθρωποι που αγαπιούνται είναι μεγάλο θαύμα, ένα από τα θαύματα που δε χρειάζονται θεό.

Όι γονείς είναι οι φύλακες και τροφοί των παιδιών τους, οι επιμελητές της ζωής τους μέχρι να ενηλικιωθούν. Δεν είναι ιδιοκτήτες των παιδιών. Δεν τους παρέχονται σχέσεις αγάπης μαζί τους αυτοδικαίως. Και, βεβαίως, οι γονείς είναι αυτοί που αναλαμβάνουν τη διακόσμηση του ασυνειδήτου μας. Ή μεγάλου μέρους του ασυνειδήτου μας.

Σκεφτόμουν ότι δε θυμάμαι τίποτα πριν τα τέσσερά μου. Μια σκιά η γέννηση της αδερφής μου, με είχαν αφήσει στη θεία μου για να γεννήσει η μητέρα μου, σκιά που ίσως και να υφάνθηκε από αφηγήσεις μεγαλυτέρων. Ξυποληταρία πάνω σε κάποιο κρύο μωσαϊκό σπιτιού, ξυποληταρία που ξέρω ότι είναι παλιότερη από το τέταρτο έτος μου. Να κάθομαι στο καρότσι, στο πάρκο (αλλά και γι' αυτό υπάρχει φωτογραφία). Κι όμως, τα παιδιά, μιλάνε, σκέφτονται, παρατηρούν και σχολιάζουν, φοβούνται και χαίρονται, ζωγραφίζουν και τραγουδούν, κάνουνε παρέες κι έχουνε συμπάθειες, πολλές φορές παθιάζονται κιόλας, πολύ πριν τα τέσσερα. Πού παν όλες αυτές οι αναμνήσεις;

Στην άβυσσο του ασυνειδήτου, υποθέτω. Όταν γεννήθηκε ο ανιψιός μου, παρατηρούσα πώς τον σηκώναμε όλοι ψηλά και γελούσε όλος χαρά -- να τα όνειρα της πτήσης. Πώς τον αφήναμε τάχα να πέσει και τον αρπάζαμε την τελευταία στιγμή -- να και τα όνειρα της πτώσης. Αναρωτιόμουν πώς να του εντυπώνονταν τα μεγάλα πρόσωπά μας πάνω από την κούνια και τα δυνατά χέρια που τον κρατούσαν και τον πλησίαζαν και τον περιεργάζονταν, οι όψεις των μεγάλων που του γέλαγαν και του μούτρωναν -- ίσως αυτό είναι το υλικό των υπερφυσικών δυνάμεων, των παρουσιών, ροπών και δυνάμεων που νιώθουμε εντός μας, στο πλευρό μας ή απέναντί μας -- καθώς και των όποιων αγγέλων, δαιμόνων, γιγάντων, σκιών, θεών.

Αναλογιζόμουν ότι η αγκαλιά μετά το κλάμα, τα ψιθυριστά νανουρίσματα μέσα στο σκοτάδι, το ρεύμα του αέρα καθώς ο γονιός χυμάει να σε αρπάξει προτού ή όταν πέσεις, ε, αυτά κάπως αποτυπώνονται μέσα μας, κάπως στοιχειοθετούν (πτώση με την πτώση, αγκαλιά με την αγκαλιά, γάβγισμα με το γάβγισμα, νανούρισμα με το νανούρισμα) το μεγάλο πανανθρώπινο και βαθιά προσωπικό κείμενο του ονείρου, του τρόμου, του καταφυγίου, του παραδείσου. Ίσως κάτι βλέμματα που τα βρέφη δείχνουνε να μη χορταίνουν να κοιτάζουν να μην είναι απλό αντανακλαστικό (οι άνθρωποι έχουμε εξελιχθεί με διακριτό άσπρο γύρω από τις κόρες μας -- αυτό σχετίζεται με το ότι κοινωνικοποιούμαστε και παρακολουθώντας ο ένας το βλέμμα του άλλου), ίσως να είναι η κατάκτηση του πρώτου λεξιλογίου των βλεμμάτων, των τρόπων να σε κοιτάζουνε τα μάτια: με στοργή, με βουβή ευτυχία, με κούραση, με αγωνία, με, με, με...

Παλιά αναρωτιόμουν τι νόημα έχει να πηγαίνεις τα βρέφη ταξίδια σε ωραίες πόλεις ή στη θάλασσα ή στα δάση ("δέντρα! πολλά δέντρα! κοίτα, δέντρα!"). Μετά κατάλαβα ότι το χιόνι που θα δει για πρώτη φορά ένα βρέφος 3 μηνών μέσα σ' ένα παγωμένο διαμέρισμα, η όψη της θάλασσας ("νερό παντού!"), οι αγκαλιές και τα φιλιά, το τρένο, το αεροπλάνο, τα καπέλα και τα ρούχα και τα γέλια, όλα αυτά θα φτιάξουνε φωτάκι φωτάκι την προσωπική άβυσσο του ασυνειδήτου του, τον μεγάλο χώρο μέσα του, τη χώρα των ονείρων και των πόθων και την καταφυγή του ίσως, τη θρησκεία του ή την παρηγοριά του. Πιο κρυφό και πιο καθοριστικό και πιο βαθιά ουσιώδες από οποιαδήποτε συλλογή από φωτογραφίες της ευκολοφωτογράφητης εποχής μας. Κι όταν εμείς, που ένα άλμπουμ φωτογραφίες από τα πρώτα 5 μας χρόνια είχαμε όλο κι όλο, ψοφήσουμε, θα αφήσουμε στα τωρινά βρέφη και μωρά ίσως έναν χώρο εντός τους υπόρρητο, ζωγραφισμένο και τραγουδισμένο και με αφές πιο λαμπρές και παρηγορητικές από οποιαδήποτε άλλη μας κληρονομιά. Ίσως και με αγάπη, αν η ζωή αφήσει.

Η φωτογραφία είναι της murplejane.

GatheRate

Πέμπτη 13 Σεπτεμβρίου 2012

Ιστορίες για σημαίες


Έχω ακριβώς ένα χόμπι. Τις σημαίες. Αν θέλετε τον φυτουκλέ όρο, αυτός είναι βεξιλολογία. Ξέρω τα πάντα για τις σημαίες. Τα πάντα όμως. Ασχολούμαι από 7 χρονών (ή ήμουν μικρότερος;), από όταν το περιοδικό Μίκυ Μάους αντικατέστησε το οπισθόφυλλό του με δύο κάρτες διπλής όψεως με τις σημαίες του κόσμου. Αγόραζα κάθε Πέμπτη το Μίκυ Μάους (παρά τις αντιρρήσεις των γονιών μου) και τελικά συμπλήρωσα τη συλλογή μου. Κάτω από κάθε σημαία είχε και πληροφορίες: πληθυσμό, έκταση, πρωτεύουσα, νόμισμα, γλώσσα, υψηλότερο σημείο. Έμαθα ότι το υψηλότερο σημείο της ΕΣΣΔ λεγόταν 'Κομμουνισμός' ("ανοησίες", έλεγε ο πρώην κομμουνιστής παππούς,"το Ελμπρούζ στον Καύκασο είναι"), ότι της Γερμανίας λεγόταν Τσουγκσπίτσε. Ότι στις Μαλδίβες είναι 6 μέτρα ύψος κι ότι στη Γιουγκοσλαβία με το υπερμεγέθες κόκκινο αστέρι στη μέση μίλαγαν και μακεδονικά (τα οποία φανταζόμουν σαν τα ελληνικά που μίλαγε η θεια-Μαγδαληνή). Είχανε σημασία αυτά. Τότε, πολύ πριν το ίντερνετ.

Αργότερα έπιασα και από τις καρτέλες ξεγύρισα και κράτησα μόνο τις σημαίες -- μου είχανε κάνει δώρο 4-5 άτλαντες μέχρι τότε, οπότε δε χρειαζόμουν πια πληροφορίες όπως ποια είναι η πρωτεύουσα του Μαλάουι. Επειδή οι καρτέλες ήταν διπλής όψεως και οι σημαίες στις δύο όψεις δε συνέπιπταν, το ξεγύρισμα για τις 170 χώρες που τότε υπήρχαν ήθελε προσοχή και υπομονή: τελικά μου πήρε μέρες.

Τι νιώθω όταν βλέπω την "ελληνική σημαία" (έτσι την έλεγαν όταν ήμουν μικρός, είχαμε επίγνωση ότι υπάρχουν κι άλλες σημαίες); Συγκινούμαι γιατί γνωρίζω από την όψη της τη γωνιά του κόσμου που με πέταξε στο φως (και στη νύχτα του). Είχα ταραχτεί με τις τρύπιες σημαίες των Ρουμάνων τον Δεκέμβρη του 1989, έτσι όπως αφαίρεσαν το φλύαρο (μέχρι και γεωτρύπανα είχε πάνω!) έμβλημα του τυράννου από την παντιέρα τους. Στην υποστολή της σοβιετικής σημαίας στο Κρεμλίνο το 1991 μού είχε κοπεί η ανάσα. Όταν πρωτοείδα την τρικολόρ να κυματίζει πάνω σε ένα δημόσιο κτήριο και δίπλα σε ένα ακόμη, είπα: "τώρα είμαι αλλού".

Εξοικειωμένος όμως για τόσες δεκαετίες με τόσες σημαίες, συγκινούμαι πια με πάρα πολλές από αυτές. Σχεδόν όλες. Με την καθεμιά τους για άλλο λόγο. Είτε γιατί βλέπω την ιστορία τους, είτε γιατί σημαίνουν ελπίδα για πολλούς, είτε γιατί απλούστατα είναι όμορφες. Άλλωστε δεν υπάρχουν μόνο εθνικές σημαίες (κι ας μην το ξέρουμε στην Ελλάδα). Ξέρετε τι είναι σε έναν μουντό και μισοσκότεινο ουρανό να αστράφτει και να πεταρίζει σα φλόγα μια κόκκινη σημαία; Μεγάλο πράμα. Ξέρετε τι είναι μια κόκκινη σημαία με φόντο έναν άψογα γαλανό ουρανό κι ερείπια; Εμπειρία. Ξέρετε τι είναι να βλέπεις να κυματίζει η βουλγάρικη σημαία στο Σύνταγμα, 100 χρόνια μετά; Μάθημα.

Ποτέ δεν ταυτίστηκα με στρατούς να κουβαλάνε τα κουρελόπανα του θανάτου στην πρώτη γραμμή. Με γέμιζε αποστροφή η (υποτιθέμενη) γένεση της πολωνικής σημαίας στον 'Άνθρωπο από πέτρα' του Βάιντα. Θέλω να θυμάμαι σημαίες να κυματίζουν πολλές διαφορετικές μαζί, χρωματικά παράταιρες μεταξύ τους, σε ανοιχτές στοές, σε λεωφόρους. Αυτό που λέει, αυτό που θα έπρεπε να λέει, κάθε σημαία είναι είμαι εδώ, είμαι αυτός που είμαι, είμαι και κάτι άλλο, είμαι πολλά.

Οπότε, αν θέλετε να με κάνετε να νιώσω παιδί και να ενθουσιαστώ, μιλάτε μου για σημαίες.

GatheRate

Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου 2012

Ιστορίες έρωτος και πολιτικής

Στα νεανικά μας όνειρα ο έρωτας είναι συνώνυμο της ελευθερίας. Αυτό το ξέρει καλά, το έχει νιώσει κατάσαρκα, όποιος στο άκουσμα λ.χ. του 'A life less ordinary' των Ash ένιωσε την ψυχή του έτοιμη να πετάξει και να γίνει πυροτέχνημα, όποιος πήρε δύναμη να ταξιδέψει άγρυπνος κι ας μην κλείστηκε τελικά στην αγκαλιά για την οποία ταξίδεψε, να τρέξει μισοάπλυτος μέσα στη νύχτα προς αφιλόξενα πάρκινγκ, όποιος ένιωσε μια ξένη πόλη σπίτι του για λίγο, όποιος περπατήσε κι οδήγησε αληθινά ανέμελος κοιτάζοντας κλεφτά κάθε τόσο δίπλα του, όποιος μέτρησε χαρτονόμισμα προς χαρτονόμισμα το αντίτιμο ενός δωματίου στις Κάτω Χώρες ή στην Ύδρα, στη Μήλο, στην Παλιόχωρα και στη Μεσευρώπη, στην Αθήνα, στον Πειραιά, στη Σαλονίκη.

Ο έρωτας πάντοτε μας επιβάλλει τη νεότητα, τη διαρκή απειρία και αδεξιότητα της νεότητας. Μέσα στη λαχτάρα και στην αποκοτιά που φέρνει, ναι, είναι αλήθεια: έρωτας ή τίποτα· όλα έρωτας· έρωτας κι ελευθερία· ο έρωτας θα μας σώσει: η επανασταση είναι ερωτική κι ο έρωτας επανάσταση.

Και θα ήταν όμορφα έτσι: να είμαστε όλοι μέθυσοι του έρωτα, μακάρια πρεζόνια της καλοκαιρινής δροσιάς και του αφρού των ηδονών, του χαμόγελου που επιμένει. Συνέπεια αυτής της ερωτικής πανδημίας θα ήταν ιδανικές αυτοργανωμένες κοινότητες, που θα προέκυπταν αυθόρμητα και θα διαρκούσαν. Έτσι δεν είναι;

Ίσως. Ποιος θα τολμήσει να ασκήσει συστηματική κριτική στα όνειρα, αλίμονο αν φτάσουμε σε τέτοιο βαθμό ξηρότητας. Πρέπει όμως να δούμε και την πραγματικότητα, που διακόπτει τη νεότητα. Την πραγματικότητα που αναπόφευκτα κάνει την εμφάνισή της, λιγότερο ή περισσότερο εντυπωσιακή: λογαριασμούς ρεύματος, το κλάμα ενός νεογέννητου, απολύσεις, καθημερινούς εξευτελισμούς του βιοπορισμού, βιοψίες κι επισκέψεις στην εντατική, εξανεμισμένες οικονομίες, την κηδεία αγαπημένου ανθρώπου που δε χρειαζόταν να πεθάνει ακόμη.

Σε αυτή την πραγματικότητα ο έρωτας είναι μόνο διάλειμμα χαράς. Είναι η έκσταση που λυτρωτικά αναστέλλει όλα τα άλλα. Είναι το άπληστο χάδι και ο τυφλός βόγκος που μπορεί να μην ανατρέπουν το καθεστώς μα σου υπενθυμίζουν ότι υπάρχει κι ένας κόσμος πέρα από τον κυνισμό των ισχυρών και την απληστία των πλουσίων. Είναι ο άγριος χορός που δε φέρνει αγριότητα αλλά (έστω και για λίγο) τη ρήξη της μοναξιάς. Και δεν είναι λίγο: αλίμονο σ' αυτούς που δεν αγάπησαν.

Όμως θα πω κάτι που δε μου αρέσει. Θα πω κάτι που δε θέλω να πω: ανήκω στο κομμάτι εκείνο μιας γενιάς που μεγάλωσε με το δίδυμο "έρωτας (έστω και απλώς σαν αψύ όνειρο κάποτε) και αναρχία (έστω και σαν κάτι που πραγματώναμε αφελώς κι ανούσια περιπλανώμενοι στην άδεια πόλη ή ξενυχτώντας στην παραλία)". Υπήρχαν όμως στη γενιά μας κι εκείνοι που μεγάλωσαν με το δίδυμο "γάμος και χρήμα". Κι εγώ που το γράφω δυσφορώ. Αναρωτιέμαι όμως: κι αν "γάμος" για κάποιους από αυτούς σήμαινε τη διάρκεια του έρωτα (αφελώς κι ανούσια ίσως); Κι αν το χρήμα για κάποιους (και δεν είναι απίθανο, στην εποχή που ζούσαμε) αποτελούσε εγγύηση αξιοπρέπειας και χειραφέτησης από τις αυθεντίες που πνίγουν τις μικρές ελληνικές ζωές μας; Και τι να σκέφτονται άραγε εκείνοι που ονειρεύτηκαν γάμο και χρήμα όταν ακούν "έρωτας"; ίσως την αδυναμία να ολοκληρωθείς. Και τι να σκέφτονται όταν ακούν "αναρχία"; ίσως την αδυναμία να συμφωνήσεις, να συνεννοηθείς. Ποιος ξέρει.

Τι θέλω να πω. Έρωτα θα κάνουμε, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, με εκείνους που θα ορίσει ο Έρωτας. Όπως λέει κι ο ποιητής, έρωτας είναι όχι κάτι που νιώθουμε αλλά κάτι που, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, κάνουμε. Πολιτική όμως θα κάνουμε με όσους περισσότερους μπορούμε, με όσους περισσότερους μπορούμε να πείσουμε ότι τα συμφέροντα και οι αγώνες μας και οι αρχές μας ταυτίζονται -- αν ταυτίζονται και αν μπορούμε να τους πείσουμε.

Δημοσιεύτηκε στο Μπαχάρ 3. Συνοδευόταν (τιμή μεγάλη) από φωτογραφία του Σπύρου Στάβερη.

GatheRate

Παρασκευή 7 Σεπτεμβρίου 2012

Η Δεξιά του Κυρίου

Έβλεπα χτες τον αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό να χαιρετάει πλήθη δίπλα στον Τσώρτσιλ.

Για τέσσερις λόγους ξέκοψα μαχαίρι από τα κατηχητικά και τα συγκοινωνούντα δοχεία τους. Πρώτον για την παπαδίστικη στάση τους απέναντι στον έρωτα. Όπου "παπαδίστικη" σημαίνει μισογύνικη, αγροτοποιμενικά ενοχική, καλβινιστικά εμμονική και ιησουίτικα παραπτωματολογική -- αυτή είναι η κληρονομιά του Νικόδημου του Αγιορείτη, αυτή είναι η Ορθοδοξία που από τον 9ο αιώνα μ.Χ. κωλοβαράει δογματικά και ποιμαντικά και της οποίας οι πατέρες μόλις και μετά βίας απαντούν στη δεύτερη μ.Χ. χιλιετία. Δεύτερον, για την χιλιαστική-κνίτικη αισθητική τους, κληρονομιά των παρεκκλησιαστικών οργανώσεων, με ολίγη από ούτι, βυζαντινέ γραμματοσειρές, βελονάκι και Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη (πρέσβευε υπερ ημών). Τρίτον, για τον κουτό ελληνοκεντρισμό της: στα δεκατέσσερα διάβασα Τατιάνα Γκορίτσεβα και είδα Ταρκόφσκι και συνειδητοποίησα ότι υπήρχε κι αλλού Ορθοδοξία, μέσα σε σοβιετικά (τότε) κοινωνικά συμφραζόμενα, μακριά από κρατικοδίαιτους παπάδες, από νηστίσιμη σόγια κιμά, από λυγρόφωνους ιεροκήρυκες, από μαυροφόρες κυρούλες με σκαμνιά και (κυρίως) μακριά από ανυπόφορες μουσικά ψαλμωδίες. Ο τέταρτος ήταν η Δεξιά. Η Δεξιά των παπάδων. Η Δεξιά των φυλλαδίων τους, των κηρυγμάτων τους, των λιτανειών που πλαισιώναν πολιτικοί της ΝΔ και, δειλά δειλά στην αρχή, του ΠΑΣΟΚ.

Ρώτησα κι εγώ τον παπα-Θ όταν ήμουν 16, κάπου εκεί, έναν άνθρωπο νέο που έδειχνε μονίμως προβληματισμένος και που το φόρεσε το σχήμα γιατί το πίστευε (υπάρχουν και τέτοιοι). Του είπα ότι αν οι χριστιανοί είναι συνεπείς, τότε πρέπει να είναι επαναστάτες, ότι το πολύ πολύ να ανέχονται το κράτος ως θεσμό (ήμουν μικρομέγαλο, είπαμε...), ότι είναι αδιανόητο να ευημερούμε ευσεβώς όταν υποφέρουν τόσοι και τόσο ελεεινά, ότι ο πόλεμος, η απληστία και η καταπίεση είναι θανάσιμες αμαρτίες, πολύ βαρύτερες από τα φραγκοδίφραγκα του καθημερινού ψέματος ή της οργής -- του είπα τα αναμενόμενα, τέλος πάντων. Ο παπα-Θ., ο οποίος δεν ήταν ποτέ συγκαταβατικός με κανέναν, προς τιμήν του, κατέβασε τη φωνή του μια οκτάβα, πανάρχαιο ποιμαντικό τρικ που επίσης χρησιμοποιούν οι πολιτικοί, οι πατεράδες, οι τηλεπαρουσιαστές και οι όλο αυτοπεποίθηση εραστές, και είπε: "Έχεις δίκιο σε όλα. Όμως οι επαναστάσεις προκαλούν αναστάτωση, αναταραχή, αιματοχυσία, καταστροφή -- δεν προσφέρουν το κατάλληλο κλίμα για πνευματική καλλιέργεια". "Ούτε οι εθνικοί πόλεμοι ούτε τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα, αλλά η Εκκλησία επευλογεί", ήταν η απάντησή μου (την είχα σκεφτεί από πριν, μικρομέγαλο, είπαμε).

Η στεγανή ταύτιση των χριστιανικών εκκλησιών με την εκάστοτε και κατά τόπους Δεξιά είναι κοινοτοπία, όμως ο συγκεκριμένος άνθρωπος ίσως να ήτανε πράγματι κεντρώος. Η έλξη του κέντρου. Το Κέντρο. Προς το οποίο είναι σκληρό να λακτίζεις. Γιατί; Γιατί όχι. Σκεφτείτε, οι επαναστάσεις αποτυγχάνουν τελικά γιατί οι νοικοκυραίοι θέλουν να δουλέψουν και να ζήσουν: αν το Κέντρο τους τάζει μεταρρύθμιση ειρηνικά και συμμαζεμένα, ελευθερία χωρίς αίματα και ευημερία χωρίς δημεύσεις, ε, ναι, με αυτούς θα πας. Στο κάτω κάτω, αλλού ποθούμε τις εντάσεις στη ζωή μας.

Απλούστερα ακόμα: αυτοί που έχουνε παιδιά λαχταρούν να τα δουν να μεγαλώνουνε και, αν γίνεται, να έχουνε να φάνε. Δε θέλουν ούτε να τα σφάξουν οι φασίστες σε κανα χαντάκι, ούτε να αποκεφαλιστούν για παραδειγματισμό, ούτε να τα βομβαρδίσει ο λαβωμένος τύραννος μέσα στο σπίτι τους ή σε κανα νοσοκομείο, ούτε -- χειρότερα -- να πέσουν από ελεύθερους σκοπευτές του LFJ που τους πέρασαν για πεμπτοφαλαγγίτες του JLF επειδή πήγαν να αγοράσουν πράσα με το δελτίο. Και, ίσως, οι επαναστάσεις πετυχαίνουν όταν όσοι έχουνε παιδιά συνειδητοποιούν ότι αν δεν πετύχει η επανάσταση τα παιδιά τους θα τα σφάξουν οι φασίστες σε κανα χαντάκι, ή θα ζήσουνε σα σκλάβοι, ή θα τα λησμονήσει ο γιατρός που λύγισε από υπερκόπωση μέσα σε κανα νοσοκομείο "με ελλείψεις", ή -- χειρότερα -- θα πέσουν νεκρά από νευρικούς ελεύθερους σκοπευτές του Κράτους που τους πέρασαν για τρομοκράτες με σακίδιο στην πλάτη, σαν εκείνο το παιδί που το ξεχάσαμε, τον βραζιλιάνο που πήγε στο Λονδίνο κι αυτό για να σπουδάσει.

GatheRate

Τρίτη 4 Σεπτεμβρίου 2012

Ο μικρός μοντερνιστής, η σαμσάρα κι η μετάνοια

Self portrait Υπήρξα μοντερνιστής. Ένας μικρούλης ΛεΚορμπυζιέ. Όταν ήμουν μικρός προτιμούσα τις καθαρές επιφάνειες, τα συμμετρικά σχήματα. Έφτιαχνα με μπόλικη ούχου μοντέλα αεροπλάνων αλλά αρνιόμουν να προσθέσω οτιδήποτε μου φαινόταν διακοσμητικό. Αναρωτιόμουν γιατί δεν υπάρχει λουλούδι που να μοιάζει με το πώς ζωγραφίζουμε τα λουλούδια, γιατί τα μόνα σπίτια που έμοιαζαν με τα σπίτια που ζωγραφίζαμε (σκεπή, καμινάδα, πόρτα, δυο παράθυρα) ήταν κάτι σπίτια στις φωτογραφίες από τη Γερμανία που μας έδειχνε η Gastarbeiter θεία μου. Αναρωτιόμουν γιατί όλοι οι κάτοικοι της Λιμνούπολης, εκτός της οικογένειας Ντακ, ήτανε μολοσσοί. Αργότερα, έψαχνα να βρω το κανονικό στρουμφάκι, αυτό που δεν ήταν στριμμένο, προκομμένο, κοκέτικο, πλακατζίδικο, διαβαστερό, αλλά σκέτο: με σκουφί και σορτσάκι και τέλος, χωρίς αξεσουάρ.

Και πάντοτε, μα πάντοτε από όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, πάντοτε, ντρεπόμουν για το παρελθόν μου. Ακόμα κι όταν είχα ελάχιστο παρελθόν. Θυμάμαι να είμαι έξι ή εφτά χρονών και να ντρέπομαι πραγματικά για το πώς έκανα όταν ήμουνα παιδί μικρομέγαλο και λαλίστατο, θυμάμαι να είμαι στο Λύκειο και να ντρέπομαι που ήμουνα μυθομανής όταν ήμουν παιδί -- συνήθεια που έκοψα μαχαίρι στην Α' Γυμνασίου. Η Α' Γυμνασίου ήταν ορόσημο και αλλιώς: με παρότρυνση της ανεπανάληπτης Μιράντας Καλούδη, της σημαντικότερης ίσως δασκάλας που είχα ποτέ, της φιλολόγου που μου έμαθε ότι οφείλουμε 'νάφειν και μεμνάσθαι απιστείν' (not in those very words), ξεκίνησα να γράφω ημερολόγιο το οποίο συνέχισα μέχρι να φύγω για την Αγγλία. Οι εγγραφές του προηγούμενου μήνα, του προηγούμενου χρόνου, τριών ετών πριν μέσα στο ημερολόγιο γίνονταν ανελλιπώς πηγή αισχύνης και οδύνης: η ρηχότητα, η φλυαρία, η αφέλεια, η καθαρή χαζαμάρα τους με έκαναν να αναστατώνομαι, να ανατριχιάζω. Πού και πού έγραφα μάλιστα στο ημερολόγιό μου πόσο ενοχλητικό ήταν να διαβάζω παλιότερες εγγραφές, αποκήρυσσα με επιμέλεια και διάθεση αυτοκριτικής το πώς ήμουν, ανακουφισμένος με το πώς έγινα, ελπίζοντας ότι δε θα βρεθώ στη θέση να ντρέπομαι στο μέλλον για το πώς ήμουν εκείνη τη στιγμή που ήμουν ανακουφισμένος. Βεβαίως, οι ελπίδες διαψεύδονταν, η σαμσάρα συνεχιζόταν: αργά ή γρήγορα θα ντρεπόμουν για τον εαυτό μου του ίδιου παρελθόντος στο οποίο αποτασσόμουν ένα παλιότερο παρελθόν.

Φεύγοντας για την Αγγλία τα ημερολόγια τη γλύτωσαν (αντίθετα με τα ποιήματα, που κάηκαν στη μπανιέρα). Το επιχείρημα υπέρ της διατήρησής τους ήτανε μια επαναλαμβανόμενη συμβουλή του παππού, που κάτι έλεγε για τα εμβλήματα του τσαρισμού που ο Λένιν είχε "διατάξει" (μου έκανε εντύπωση ότι ο αρχηγός μιας λαϊκής επανάστασης έδινε διαταγές) να προστατευθούν. Έπρεπε να διασώσω την ιστορία μου, όσο επώδυνη κι επονείδιστη και υπερμπανάλ και σαχλή κι αν ήταν. Τα ημερολόγια μπήκανε σε μια κούτα, σφραγίστηκαν και θάφτηκαν στην αποθήκη που, κατά Ιντιάνα Τζόουνς, κοιμάται μέχρι τη δευτέρα και ένδοξο Παρουσία η Κιβωτός της Διαθήκης (για να μην ξεχνάμε και πώς μεγαλώσαμε, ε;).

Η άφιξη στην Αγγλία, ένα πρωινό Κυριακής με καμπάνες σε μια Λέστερ Σκουέαρ που μύριζε πίσσα, κάτουρα και μπαγιάτικα μπυρόνια, καλυμμένη από λιγδερές λαδόκολλες που σάριζε ο άνεμος, σπαρμένη κομματιασμένα μπουκάλια, ποτισμένη από ξερατά, ξερατά και ξερατά. Ήταν η αρχή κυριολεκτικά ενός πολιτισμικού και προσωπικού σοκ (δε χρησιμοποιώ το 'κυριολεκτικά' μεταφορικά, όπως είθισται, παρά το χρησιμοποιώ κυριολεκτικά). Στην Αγγλία έμαθα ότι είμαστε η βιολογία μας, η ελεύθερη βούλησή μας αλλά και η ιστορία μας. Ο δάσκαλός μου, ο σημαντικότερος ίσως δάσκαλος που είχα ποτέ, του οποίου το όνομα κρατάω με καμάρι, τιμή κι αγάπη μυστικό για να μην καρφώνομαι εδώ ποια σχολή αγγειοπλαστικής έβγαλα, αφού με πέθανε στο καψόνι επί δύο συναπτά τρίμηνα, μου λέει μια μέρα: "Don't be sorry. It is important to know the art of self-restraint, however it is even more important to be yourself."

Όμως εξακολουθούσα να ντρέπομαι για το παρελθόν μου, δεν μπορούσα να συμφιλιωθώ μαζί του. Συνέχισα να μην μπορώ να συγχωρέσω τον εαυτό μου και για τις ντροπές και τις ευκαιρίες που δεν άρπαξα αλλά και για το πώς κατά καιρούς σπαταλιόμουν για μήνες ατέλειωτους, για τους φανατισμούς της εφηβείας, για τις φρικτές κουβέντες που είπα, για τη θηριώδη μου αφέλεια κάποιες στιγμές, για αμήχανα καραγκιοζιλίκια και ξεσπάσματα (ιδίως υπό την επήρεια), για διάφορες μικρές (και μεγαλύτερες) ατιμίες, για την ντοστογιεφσκική γελοιότητα που έβγαζα ώρες-ώρες.

Μπορεί λοιπόν η περίοδος του κύκλου της σαμσάρας να μεγάλωνε αλλά δεν έσπαγε. Δεν μπορούσα να συμφιλιωθώ με το παρελθόν μου. Ήθελα να είμαι κάποιος άλλος και δεν το παραδεχόμουν κιόλας.

Και μετά ήρθανε δύο Φίλοι. Που δε γνωρίζονται μεταξύ τους. Ο ένας είπε ότι πρέπει να σπάσω τον κύκλο της νεύρωσης (αυτό που λέω σαμσάρα). Ο άλλος είπε ότι πρέπει να συμφιλιωθώ με το παρελθόν μου. Κάτι έγινε τότε. Κάτι τεκτονικά βαθύ μετακινήθηκε, μια καινούργια οπτική γωνία (που τόσο αγαπούσαν οι μοντερνιστές) ανοίχτηκε. Μια μικρή πεισμωμένη φλογίτσα άνθισε σε φωτιά και φώτισε. Ο κύκλος έσπασε, ο μπερντές σκίστηκε από άνωθεν έως κάτω και το παρελθόν αναδείχτηκε μέσα μου. Η βιολογία μου είναι αυτή που είναι, η ελεύθερη βούληση επίσης -- τώρα έβλεπα πια και την ιστορία μου. Ήταν ένα θέαμα λυτρωτικά πρωτόγνωρο.

Μετάνοια, έλεγε ο κύριος Βιολάκης ο θεολόγος στο Γυμνάσιο (ή στο Λύκειο), δεν είναι η μεταμέλεια. Δεν είναι βεβαίως η ενοχή: ενοχή είναι το μουγκρητό του πληγωμένου εγωισμού, η αλαζονική (και βαθιά νευρωτική, θα προσέθετα) διερώτηση πώς γίνεται να το έκανα εγώ αυτό, πώς γίνεται να είμαι τέτοιος εγώ. Μετάνοια, έλεγε, είναι να αλλάξεις μυαλά (μεταφράστε το αυτό σε ψυχαναλυτικούς όρους -- εγώ δεν ξέρω). Στην περίπτωσή μου η μετάνοια δεν ήρθε με τη ναρκισσιστικά κυκλική ενδοσκόπηση δεκαετιών, δεν ήρθε με την αυτοεξέταση. Ήρθε με μια κουβέντα (δύο, αλλά μία ουσιαστικά) από δύο ανθρώπους που ήμουν έτοιμος να ακούσω.

Γι' αυτό σας λέω: το ένα Κεφάλαιο, το πιο ευάλωτο, το πιο δύστροπο, το πιο ευφρόσυνο, είναι οι άνθρωποι. Τα πράγματα είναι απλώς χρυσός/σκατά (που θα έλεγε και ο Εβραίος Μεσσίας Φρόυντ). ;-)

GatheRate

Κυριακή 26 Αυγούστου 2012

Σπίτια, αγιασμός, κεντήματα

στις γυναίκες 

Λίγοι από όσους με θεωρούν οξυδερκή έχουν αντιληφθεί ότι η όποια οξυδέρκειά μου δε διαθέτει σπουδαία περιφερειακή όραση. Δηλαδή, βλέπω καλά εκεί όπου κοιτάζω αλλά δεν πιάνω και πάρα πολλά από όσα συμβαίνουν γύρω μου.

Αυτό αλλάζει κάπως όταν μπαίνω στα σπίτια των ανθρώπων. Αμέσως ανοίγει το εύρος του οπτικού μου πεδίου και σαρώνω τον χώρο -- εντελώς άθελά μου: καταχωρίζω τη χαρακτηριστική μυρωδιά κάθε σπιτιού, δημιουργώ μια εντύπωση συγκεχυμένη των χρωμάτων που επικρατούν, παρατηρώ τα έπιπλα, την παρουσία βιβλίων και δίσκων και κάδρων, την ισορροπία τάξης-καθαριότητας και καταγράφω μπιμπελό και διακοσμητικά (θα επανέρθω σε αυτά). Στο τέλος δε θυμάμαι πολλά εκτός από μια γενική αίσθηση και κάποιες λεπτομέρειες που μου μένουν -- για χρόνια συνήθως.

Η πρώτη φορά που ανακάλυψα την αξιοσημείωτη για τα μέτρα μου παρατηρητικότητα σχετικά με τους χώρους όπου εκτυλίσσονται οι ζωές των άλλων ήτανε στα 12 ή στα 13 μου. Ο παπάς της ενορίας μας, ένας πολύτεκνος αποστεωμένος και καλογερίστικα αλαφροΐσκιωτος γέροντας (αν και δε θα ήταν τότε πάνω από 55 με 60) ζήτησε δειλά από τους δικούς μου να τον βοηθήσω στον αγιασμό πριν τα Φώτα: θα γυρνούσαμε τη γειτονιά και θα μπαίναμε στα σπίτια και θα ραντίζαμε τα δωμάτια των ανθρώπων με αγιασμό. Θυμάμαι ότι είχα αναρωτηθεί τότε πόσος κόσμος θα ήθελε να μπει ένας παπάς με αγιασμό στο σπίτι του και πώς θα καλύπταμε την τεράστια αστική ενορία. Αναρωτήθηκα επίσης γιατί δεν έκαναν αυτή τη δουλειά τα παπαδάκια.

Η τελευταία ερώτηση απαντήθηκε πρώτη: ποδαρόδρομος. Πολύς ποδαρόδρομος. Και ναι, δε θα καλύπταμε ολόκληρη την ενορία, το ξεκαθάρισε ο πάτερ, αλλά όντως πάρα πολύς κόσμος ήθελε να του ραντίσουνε το σπίτι με αγιασμό. Υπήρχε κόσμος που μας σταμάταγε στον δρόμο και ζήταγε να πάμε να τον αγιάσουμε -- εντάξει, γριούλες κυρίως.

Μπαίναμε σε πολυκατοικίες, παίρναμε το ασανσέρ και χτυπάγαμε κουδούνια στη σειρά. Ως εδώ, αυτό θύμιζε εφηβικές ζαβολιές (πάτα κουδούνια και βαλ' το στα πόδια) που έτσι κι αλλιώς κάναμε. Όμως ο κόσμος μάς άνοιγε και μας καλωσόριζε. Μετά το δεύτερο ή το τρίτο διαμέρισμα άρχισα να παρατηρώ πορσελάνινα μπιμπελό, κεντήματα σε κορνίζες, πίνακες από το κορνιζάδικο της γειτονιάς σε βαριά ξύλινα κάδρα, πόσες επιφάνειες ήτανε καλυμμένες με σεμεδάκια ή φλοκάτες, κάποια "μοντέρνα" έπιπλα, χώρους σα μαυσωλεία με έπιπλα βαριά και κουρτίνες αυλαίες θεάτρου, μυρωδιές φαγητού, κλεισούρας, μπαγιατίλας, γκλέιντ, τσιγάρου. Μπήκαμε και σε ένα φοιτητικό διαμέρισμα, μινιμαλιστικό πριν την εποχή του μινιμαλισμού με έπιπλα από σουηδικό ξύλο.

Αυτό που δε θα ξεχάσω ήταν ένα κόκκινο διαμέρισμα. Ερωτικό σκίρτημα. Κόκκινες παχειές φλοκάτες, κόκκινα λαμπατέρ, φούξια κουρτίνες, απαλή μυρωδιά από κάτι που ήταν άρωμα αλλά όχι γκλέιντ και που μου θύμιζε το πώς μύριζε το σπίτι της αμερικάνας ξαδέρφης μου. Και το κορίτσι που έμενε εκεί. Μόνο του, με μόνο το μικρό της όνομα στο κουδούνι. Που μας ζήτησε να ραντίσουμε όλα τα δωμάτια με αγιασμό. Και το διαμερισμά της ήτανε διαμπερές και πίσω από τις φούξια κουρτίνες έμπαινε λοξό το φως του Γενάρη, η κρεβατοκάμαρά της είχε ένα μεγάλο κρεβάτι από άσπρο ξύλο και την απαραίτητη υπερμεγέθη βεντάλια στον τοίχο πάνω από το κεφαλάρι. Παντού μέσα στο διαμέρισμα τα παντοφλέ ταλαιπωρημένα παπούτσια του πάτερ και τα καφέ τα δικά μου (δεν μπορούσα να δέσω κορδόνια παπουτσιών τότε) βούλιαζαν στις φλοκάτες. Μόνον η κουζίνα, με τον μαρμάρινο νεροχύτη και τα μαζικής παραγωγής ντουλάπια των αθηναϊκών διαμερισμάτων, έμοιαζε να είναι γνώριμη. Μύριζε καφέ. Και δεν υπήρχανε πουθενά στο διαμέρισμα κεντήματα κορνιζαρισμένα στους τοίχους.

Είμαι αρκετά μεγάλος για να θυμάμαι γυναίκες και κορίτσια να κεντάνε. Όχι από χόμπυ, παρά γιατί αυτό κάνουν -- λέει -- οι γυναίκες και τα κορίτσια τον ελεύθερο χρόνο τους. Ατέλειωτες ώρες. Τις παρακολουθούσα πιτσιρικάς όλο απορία. Οι πιο επιδέξιες κεντούσαν μετρητά, με το μάτι, δημιουργώντας τα σχέδια μετρώντας με το βελόνι και κεντώντας πάνω σε ένα λευκό ύφασμα χωρίς στάμπα, χωρίς πατρόν, χωρίς ίχνη. Όλες οι υπόλοιπες κεντούσαν το αντίστοιχο του colour by numbers: πάνω σε ένα ύφασμα τραχύ λίγο σαν φτιαγμένο από λινάτσα, λίγο σαν από λεπτές ίνες κάνναβης, ήταν σταμπωμένη κάποια εικόνα και οι κεντήστρες γέμιζαν τις επιφάνειες με κεντημένο χρώμα, ακολουθώντας τον οδηγό με τα χρώματα των κλωστών DMC (ντεμισέ) ή Πεταλούδας.

Ατέλειωτες ώρες δουλειάς για να παραγάγουν ένα κακοχυμένο σχέδιο: μια κεφαλή ελαφιού αλλήθωρου, ένα δασικό τοπίο αβάσταχτης βορειοευρωπαϊκής κοινοτοπίας, κάποια αναπαραγωγή πίνακα σαν με πολύ χοντρό πίξελ, μια γυμνή γυναικεία σιλουέτα από χρυσή ή ασημένια κλωστή σε μαύρο φόντο για τις πιο μοντέρνες. Χρόνια μετά, συγκινούμαι όταν βλέπω αυτά τα κορνιζαρισμένα κεντήματα που αποστέργουμε πια, κάτι κεντημένα ίχνη κακογουστιάς που θα διακοσμούσαν τοίχους, θα εικονογραφούσαν προκοπή και νοικοκυροσύνη -- αλλά στην πραγματικότητα απλώς κρατούσαν τα κορίτσια και τις γυναίκες στη θέση τους: μέσα στο σπίτι. Κοιτάζω αυτά τα κεντήματα και βλέπω ώρες ατέλειωτες από τη ζωή γυναικών που ξέρω ή που δεν ξέρω, που δεν είναι πια εν ζωή οι περισσότερες.

Πολλές φορές αυτά τα κεντήματα αντιμετωπίζονται έτσι κι αλλιώς, διαισθητικά, σαν κειμήλια, σαν κομμάτια κόπου και ζωής αγαπημένων γυναικών. Με τη δυσβάσταχτη κακογουστιά τους, την προχειρότητα με την οποία σταμπώθηκαν οι εικόνες για να ιχνηλατηθούν από γυναικεία χέρια και χεράκια, παίρνουνε τη θέση τους δίπλα σε κακοχυμένα σουβενίρ που κάποιο αγαπημένο πρόσωπο έφερε από μακριά ή και από τα ξένα, δίπλα σε φτηνά μπιμπελό μαζικής παραγωγής, δίπλα σε κάποιο πήλινο που ο μισομεθυσμένος-νταγκλαρισμένος γιος αγόρασε από κάποιο κυκλαδονήσι και που γράφει επάνω "ενθύμιο" ή "για να με θυμάσαι", δίπλα σε ένα σταυρουδάκι "διαβασμένο" παραγωγής κάποιας βιοτεχνίας στους Αγίους Τόπους και που είναι κειμήλιο ιερότατο. Δίπλα σε μια χάρτινη εικονίτσα από την Τήνο και το Άγιον Όρος. Κι αυτά τα φρικτά κακόγουστα κεντήματα, τα μνημεία της τυραννίας που το τέρας, το ανελέητο κι ακατάβλητο τέρας, της πατριαρχίας ασκεί πάνω στις ζωές εκατομμυρίων γυναικών, φτάνουνε να παραδειγματίσουν την απλή μα δύσκολη αλήθεια: ότι οι άνθρωποι δίνουνε νόημα στα πράγματα και μόνο και ότι όλα τα άλλα είναι Μαλακία και Καπιταλισμός.



GatheRate

Πέμπτη 16 Αυγούστου 2012

Ανακατώνομαι: το παραλήρημα ενός τέως ξένου


"Στη Γροιλανδία που δούλευε ο Πιερ, τον χειμώνα πέφτει η θερμοκρασία στους -47. Η κυκλοφορία έξω απαγορεύεται: αν βγεις έξω σε περιμένει ακαριαίος θάνατος."
"Α, να μια ωραία λύση: να πέσουν -47 στην Αθήνα, να πάνε περίπατο μαύροι, άσπροι, κόκκινοι -- όλοι αυτοί."

Αυτοί οι άνθρωποι έστειλαν παιδιά να ζήσουνε ξένοι. Τα παιδιά τους έζησαν ξένοι και το μόνο που τους προστάτευε από τη ρατσιστική βία, τη χλεύη, την περιφρόνηση ήταν το όνομα "Έλληνας". Όχι επειδή ήτανε καλά παιδιά και λαμπροί νέοι -- είμαι σίγουρος ότι κάποια από τα ξένα παιδιά που σφάζουνε στην Αθήνα ήτανε καλά παιδιά και λαμπροί νέοι. Ούτε γιατί τα παιδιά τους ήτανε καλύτερα από των Ιρακινών, Κούρδων, Ιρανών, Πακιστανών γονιών τους...

Πάντοτε το πίστευα, και το έγραφα: η Ελλάδα που τόσο πονεμένα αγαπάμε, είναι ιστορικό προϊόν από τη μια μοχθηρών πουριτανών αγροτοποιμένων και από την άλλη εντελώς άπονων αστών. Δεν έχουμε άλλη Παιδεία από την υπερφίαλη χωριατιά του τάχα μου πολιτισμικά ανώτερου ελληνορθόδοξου, ενός δόγματος που εδώ και 500 χρόνια ορίζεται αντιστικτικά και εναντιωματικά απέναντι σε μια λαμπρά επιτυχημένη Δύση. Μισαλλοδοξία και περιχαράκωση και κομπλεξική αντιπαράθεση με κάποιον άλλο που μας μισεί αλλά που είναι χειρότερος μας (αλλά συνήθως δυνατότερός μας) είναι το παρελθόν και το παρόν μας.

Αλλά αυτό που ζούμε από το Μακεδονικό και μετά είναι πια εμετός. Αρχικά το μίσος και η μοχθηρία και η μισαλλοδοξία κόχλαζε κάπως ήμερα και οχυρωνόταν πίσω από το περιφραγμένο από δόντια ελληνικό χαμόγελο. Μετά χτύπησε η φτώχεια και έλειψαν τα προσχήματα: αίμα, τιμή, Χρυσή Αυγή. Και πάλι λίγο είναι το 7% τους.

Από την άλλη, η Κανέλλη στο Ανφόλλοου λέει ότι το ΚΚΕ δεν μπορούσε να ασχοληθεί με το μεγαλειώδες πλήθος της 12ης Φεβρουρίου, η αντίσταση του οποίου στο μέλλον θα τιμάται με κάποιου είδους εθνική εορτή αν εξακολουθήσουμε να είμαστε ελεύθερο έθνος, αφού όλοι αυτοί δεν ανήκαν στην εργατική τάξη αλλά ήτανε κυρίως άνθρωποι που θίχτηκαν τα εισοδήματά τους. Και πολύ σας πέφτει το 5%, τραγικά ανεύθυνα αγκυλωμένα ζώα του σταλινικού ολοκληρωτισμού, βιτσιόζοι φετιχιστές της φαντασιακής εργατικής τάξης: σας είδαμε και στη Χαλυβουργία.

Άντε στον διάολο, συνέλληνες. Άντε στον διάολο, φοβισμένοι ψηφοφόροι.

Είδα ειδήσεις απόψε. Ξένιος Ζευς. Ένας στους πέντε παράνομος. Μετά είδα εικόνες από την Αμυγδαλέζα. Στην αρχή, αλήθεια, δεν καταλάβαινα τι έβλεπα. Ανακατεύτηκα. Αυτό το μιαρό αίσχος, αυτό το μαντρί ανθρώπων, αυτό το βδέλλυγμα και άγος υπάρχει εδώ και μήνες αλλά δεν έχει γίνει καμμιά πορεία εναντίον του. Όλα καλά. Έχουμε και κρίση.

Αναγούλιασα και θύμωσα. Ένιωσα ότι έπρεπε να είχα βγάλει βρετανικό διαβατήριο όταν μπορούσα: τουλάχιστον θα ήμουν υπήκοος μιας εν γνώσει μου σκατοχώρας, χωρίς να έχω ψευδαισθήσεις. Δε θα πίστευα τόσα χρόνια σα μαλάκας ότι η αβασίλευτη δημοκρατία μας είναι αγνότερη κι ανώτερη από τη σκοταδιστική νεοφιλελέ μοναρχία τους. Ο μαλάκας.

Από την αυτομεμψία με έβγαλε το θέαμα των νέων φρικτών εγκλημάτων του Άσσαντ (βομβάρδισε αεροπορικώς μια συνοικία, βογκούσαν άνθρωποι εγκλωβισμένοι κάτω από τα σπασμένα μπετά, μισοσφαγμένα παιδιά στα νοσοκομεία), του Άσσαντ, του φίλου της Ρωσίας και της Κίνας, που τον υποστηρίζουν ακόμα κάτι αριστεροί σε σύγχυση. Ζαλίστηκα. Δεν έχω τίποτε καλό να πω απόψε. Τίποτε.

GatheRate

Σάββατο 11 Αυγούστου 2012

Δωμάτια

πολύ μικρές καλοκαιρινές ερωτικές ιστορίες παραγγελιά (σχεδόν) του ΚΚ Μοίρη

Ακούμπησε γυμνός με τον ώμο πάνω στο αλουμινένιο κούφωμα κοιτώντας έξω. Αν κάπνιζε, θα κάπνιζε τώρα. Ο δρόμος και από την άλλη μεριά του δρόμου η θάλασσα. Η νύχτα δεν ήτανε μαύρη, η νύχτα είναι μπλε. Δεν κάπνιζε. Δε λαχταρούσε τη θάλασσα. Γύρισε πίσω και την είδε να τον κοιτάζει.
 
Στην πόλη τράνζιτ για 6-7 ώρες μόνο. Ημιδιαμονή για ντουζ και μεσημεριανό ύπνο, την ωραία πατρώα συνήθεια. Έτσι έλεγε. Μπήκε στο δωμάτιο, έκανε ντουζ, κάθησε στο γραφείο του δωματίου με το σώβρακο και διάβαζε την αναφορά ενός Εσθονού. Της άνοιξε μόλις άκουσε το χτύπημά της στην πόρτα. Μπήκε χωρίς κουβέντα. Τη σήκωσε ανυπόμονα στα χέρια του, κόλλησε τα ιδρωμένα χείλια της στο στόμα του και την πλάτη της στον τοίχο. Νοσταλγία μύριζε. Φορούσε νάυλον κάλτσες καλοκαιριάτικα.

Στο τραίνο τον πείραζε, τον πιλάτευε, τον έτριβε πάνω από το παντελόνι. Μπροστά στον κόσμο, τάχα μου αμέριμνα. Στο αεροδρόμιο τον τράβηξε μέσα στις τουαλέτες αναπήρων. Έμοιαζαν με κάποιου είδους γιαπωνέζικο δωμάτιο: πάμφωτες, πεντακάθαρες και στιλπνές. Το στόμα της γλυκό. Το χαμόγελό της μετά, όσο πιο πικρό γίνεται να είναι ένα χαμόγελο.

Στην ερώτηση αν θέλουν το δωμάτιο για λίγο απάντησε με την ερώτηση πόσο θα έκανε αν έμεναν όλη τη νύχτα. Η ρεσεψιονίστ διακριτικά μειδιώντας απάντησε έντεκα χιλιάρικα. Τα έδωσε. Να κοιμηθούν μαζί. Ανέβηκαν επάνω. Πίσω από μια πόρτα ακούγονταν κραυγές. Το δωμάτιό τους ήτανε γεμάτο καθρέφτες. Δεν ήθελε να δει τον εαυτό του σε τσόντα, δεν ήθελε το ατροφικό ξανθό χνούδι στο κεφάλι του, η κωμικά φαρδιά λεκάνη του και οι χαλαρά προπετείς κοιλιακοί να παρεμβάλλονται στο οπτικό του πεδίο. Σύντομα ξεχάστηκαν οι καθρέφτες. Ξύπνησε κάθιδρος το πρωί σε ένα κατάκλειστο δωμάτιο χωρίς κλιματισμό. Κατέβασε τα μάτια από το ταβάνι στα δεξιά του. Θα έλεγε κανείς πως είναι αχνά αυτόφωτη.

Στο μικρό τυφλό δωμάτιο δέσποζε ένας μεγάλος αργαλειός. Τα σώματά τους γλυστρούσαν μεταξύ τους κι από τον πολύν ιδρώτα. Κλιματισμός κι ανεμιστήρας πουθενά. Στο στόμα του πικρή η γεύση από το άρωμά της, οι φτέρνες της σέρνονταν πάνω στα φρεσκοστρωμένα ξένα σεντόνια: κάποια άγνωστή του φίλη της τους είχε κάνει μια πολύ μεγάλη χάρη. Τα χέρια του την είχαν αρπάξει γερά κι ερωτευμένα αλλά με άγρια πείνα. Κατάλαβε ότι αυτή την ώρα ποτέ δε θα την ξεχνούσε κι έπαψε να ασχολείται με τον αργαλειό και το μισοϋφασμένο υφαντό μέσα του, με το ποιος θα πλύνει τα σεντόνια, με το τι θα γίνει όταν γυρίσει η φίλη από τη δουλειά. Κι αφοσιώθηκε στο σώμα της τυφλά.

Σκόνη και ζέστη. Πολλή σκόνη. Το πατζούρι έτρεμε και χτυπούσε υπόκωφα κόντρα στον αέρα. Ένα σπίτι γεμάτο ζευγάρια, όλα στρωματσάδα πλην ενός, ένα ζευγάρι σε κάθε δωμάτιο του διαμερίσματος. Μετά από ολονύχτιο ταξίδι. "Ποιανού είναι το σπίτι;" Ήταν του αδερφού της συναδέρφου. Έπεσαν στην κουρελού πάνω στο στρώμα θαλάσσης που επέπλεε πάνω στο παρκέ και κοιμήθηκαν όπως ήταν. Μύριζαν ιδρώτα και ταξίδι και από πάνω σκόνη. Μπήκε μέσα αντηλιά αργά το απόγευμα. Καθώς ξύπναγε έλυσε τη ζώνη του μηχανικά, έσπρωξε λίγο το τζιν προς τα κάτω και με κάποιον ευτελή ελιγμό μπήκε μέσα της. Αφού τελείωσαν τον χαστούκισε με νάζι και συνειδητοποίησε πού ήταν, ότι το προφυλακτικό ήταν ακόμα στην τσέπη σφραγισμένο και ότι είχανε στήσει όλους τους υπόλοιπους, που τους περίμεναν. Κράτησε την ανάσα του και αφουγκράστηκε γαμικά βογκητά από τουλάχιστον δύο μεριές, πίσω από τοίχους και πόρτες καπλαμαδένιες. Διπλώθηκαν όρθιοι από γέλια νευρικά.

Τώρα ανάσαινε κανονικά. Στα μάτια του ήρθε φως απ' έξω: κυανό, τεχνητό, της καλοκαιρινής νύχτας στην πόλη. Δίψαγε και δεν τον ένοιαζε. Την κοίταξε όπως ήτανε ξαπλωμένη στο πλάι και τον κοίταγε κι εκείνη, την κοίταξε όπως ατενίζεις τοπία. Όντως η γραμμή από το κεφάλι στον ώμο στον αγκώνα στη μέση στον γοφό στο τέλειωμα των ποδιών έμοιαζε με σιλουέτα νησιού στο φεγγαρόφωτο. Το δικό του κοντινό, ζωντανό νησί, ένα νησί που μπορείς να αγκαλιάσεις και να του κάνεις έρωτα χωρίς ψευτιές και λυρισμούς, παρά σαν ζωντανός άνθρωπος.

GatheRate

Τετάρτη 8 Αυγούστου 2012

Αυγουστιάτικα

Άνοιξα τον υπολογιστή μετά από μέρες (τον είχα ανοίξει και λίγο χτες) για να γράψω ένα ποστ παραγγελιά (σχεδόν) του ΚΚ Μοίρη, ένα καλοκαιρινό ερωτικό κείμενο.

Διαβάζοντας όμως όσα γίνονται, λέω ότι σίγουρα μπορεί το καλοκαιρινό κείμενο να περιμένει. Σίγουρα. Η φρίκη υπερισχύει.

Δε θα μας προκύψει κανένας Εμφύλιος, αφού η πλειονότητα των Ελλήνων, όσο εντωμεταξύ ξεπουλιέται κι εξαθλιώνεται κι εξανδραποδίζεται, με ομοψυχία συμβολικά και πραγματικά (πραγματικότατα) θα λυντσάρει και θα βασανίσει και θα μακελέψει τον βρωμερό ξένο.

Το λείμμα λοιπόν, η μειοψηφία, πρέπει να οργανωθούμε και να αντισταθούμε στην αχαλίνωτη αποθηρίωση που ξεκίνησε. Να οργανωθούμε πραγματικά, όχι συμβολικά, όχι μέσα από το facebook. Όσοι έχουμε υπάρξει ξένοι, όσοι έχουμε παιδιά, όσοι είμαστε άνθρωποι.

GatheRate

Πέμπτη 2 Αυγούστου 2012

Μικρός οδηγός για να μη χάνεστε στα σοσιαλμήντια


Γραμμένος από δεινόσαυρο, σε 16 σημεία. Πάμε:

Ι.
 Στα σοσιαλμήντια μπαίνεις:
1. γιατί την έχεις δει γραφιάς-ποιητής-συγγραφέας-δοκιμιογράφος-φωτογράφος...
2. γιατί θες να γνωρίσεις κόσμο
3. γιατί είσαι ψυχ
4. για οποιονδήποτε από τους ως άνω 3!+1=7 συνδυασμούς

ΙΙ.
Ο ψευδώνυμος σοσιαλμηντιακός χρήστης
1. Αν επιμένει ότι είναι άντρας, είναι γυναίκα.
2. Αν επιμένει ότι είναι γυναίκα, είναι γκέι άντρας.
3. Αν επιμένει ότι είναι γκέι άντρας, είναι γκέι άντρας.
4. Αν δεν επιμένει, καλή τύχη.

ΙΙΙ.
Φυλές:
1. Οι σοβαροί άνθρωποι έχουνε tumblr. Ή οι πορνογράφοι.
2. Οι πολυλογάδες έχουνε μπλογκ. Κι οι αιβέσθυτοι.
3. Οι εξυπνάκηδες κι οι πεφτάκηδες έχουν twitter.
4. Όλοι έχουνε facebook.
5. Τα υπόλοιπα είναι του Οξαποδώ και της CIA.

ΙV.
Στα σοσιαλμήντια, όλοι είναι τρολ. Εκτός από τον talos. Μάθετε να ζείτε με τα τρολ ή παίχτε το καμπόσος, ώστε να μάθετε να ζείτε με τα τρολ.

V.
Στα σοσιαλμήντια, η μεγαλοσύνη δε μετριέται με τα λάικ και τα ριτουή επειδή στα σοσιαλμήντια δεν υπάρχει μεγαλοσύνη. Μόνο μεγάλες ανατομίες, συνήθως όμως virtual κι αυτές. 

VI.
Οι lurker είναι φίλοι σου. Οι φίλοι σου είναι lurker.

VΙI.
Όσοι γράφουν, έχουνε το facebook και το twitter σαν τα παλιά φιλολογικά σαλόνια όπου ποιητές και άλλοι διάβαζαν δουλειά τους για να τεστάρουν το ιδανικό κοινό τους. Άρα, ακόμα και αν σας φλομώνουνε στα λάικ, δεν είστε Μπόρχες.

VIΙI.
Στα σοσιαλμήντια, nobody can hear you scream.

IX.
Στα σοσιαλμήντια δεν υπάρχει ειλικρίνεια, μπορεί ωστόσο να υπάρξει φιλαλήθεια.

Χ.
Αν είστε πάρα πολύ δημοφιλής στα σοσιαλμήντια
1. είτε λέτε αυτό που όλοι θέλουν να ακούσουν
2. είτε τη σπάτε σε πάρα πολύ κόσμο.

XI.
Αν είστε σχετικά δημοφιλής,
1. είτε κάνετε κάτι καλά,
2. είτε βγάζετε στα σοσιαλμήντια το καλό σας προφίλ.
Αν βγάζετε στα σοσιαλμήντια το καλό σας προφίλ, φροντίστε να το βγάλετε και στην πραγματική ζωή. Αν έχετε.

XII.
Στα σοσιαλμήντια δεν υπάρχει πρωτοτυπία. Υπάρχουν όμως πολλά κουτάβια, γατάκια, άρρωστα παιδιά, κορίτσια με καυτά σορτς, ημίγυμνα αγόρια και βίντεο που εικονογραφούν λέξη-λέξη στίχους τραγουδιών.

ΧΙII.
Όταν σας διαβάζει η μάνα σας και συμφωνεί και χαίρεται με όλα όσα γράφετε, κάτι κάνετε λάθος.

ΧΙV.
Μην απελπίζεστε: και μέσα στην κοπριά, τα διαμάντια είναι διαμάντια. Εκτός κι αν δεν είναι διαμάντια.

ΧV.
Τα σοσιαλμήντια, ό,τι κι αν σας πούνε, είναι υποκατάστατο της κοινωνικής ζωής. Απλώς είναι ενίοτε πιο ενδιαφέροντα ή και συναρπαστικά από οποιαδήποτε κοινωνική ζωή. Κάτι σαν ντραγκς, δηλαδή.

XVI.
Τέλος: τα σοσιαλμήντια, ό,τι κι αν σας πούνε, είναι υποκατάστατο του σεξ. Μάλλον αδύναμο.

GatheRate

Τετάρτη 25 Ιουλίου 2012

Χαίρε, ω ΧΑΙΡΕ, Γιάννη Αγγελάκα (και Ντίνο Σαδίκη)

στον επίτιμο Κρητικό ΔΛ


Έχω να σηκωθώ στις πεντέμιση. Αλλ΄ουκ εά με καθεύδειν κτλ.

Ήμουν κολλημένος με τις Τρύπες από τα 'Εννιά πληρωμένα τραγούδια' μέχρι και τη 'Νύχτα των άλλων'. Στην κηδεία μου, σε καμμιά εξηνταριά χρόνια κατά το κορακοζώητο σόι μου, θα παίξουν την ακουστική και μετά την ηλεκτρική βερσιόν της 'Ταξιδιάρας ψυχής', μετά θα γίνει πάρτυ και μετά θα χαράξουν "προσδοκώ ανάστασιν νεκρών" όπου θα τα χαράζουν τότε, τζάμπα τα γαλόνια Ορθοδοξία; άλλωστε και οι νεκροί κάτι πρέπει να προσδοκούν κι αυτοί. Τον Αγγελάκα τον άκουσα ζωντανά στην Κύπρο το δύο χιλιάδες δε-θυμάμαι, ο χρόνος στην Κύπρο είναι πολτός από τον οποίο αναδύομαι για να ταξιδέψω ή για να ζήσω στην Αθήνα. Η εμφάνιση του Αγγελάκα στην Κύπρο, με τα έγχορδα και τα όλα της, ήτανε πάρα πολύ ενδιαφέρουσα, αυτό. Μόλις είχε κάνει τους Λύκους με τον Βελιώτη.

Η αποψινή εμφάνιση του Αγγελάκα στο Βεάκειο ήταν απεναντίας μια από τις συναυλίες της ζωής μου. Μου μίλησε με απρόσμενη ευθύτητα και -- νομίζω -- μιλάει ευρύτερα στην Ελλάδα της υποτέλειας και της νέας φτώχειας όσο κανείς. Αλλά δεν είναι γι' αυτό μια από τις συναυλίες της ζωής μου. Είναι γιατί συνδύαζε διασκέδαση, πηγαίο κέφι και μουσική ιδιοφυία, συνθετικά, ερμηνευτικά και ενορχηστρωτικά, με τρόπο που ξανάζησα μόνο στον Λένυ Κράβιτς το 2009.

Ο Αγγελάκας έχει ωριμάσει εντυπωσιακά, μεσουρανεί ξεκάθαρα. Το συνθετικό πρόγραμμα του μεγάλου Νίκου Παπάζογλου το πάει με τόλμη και χωρίς υποκρισία τρεις με τέσσερις στάσεις πιο μακριά: ρεμπέτικο, ντιτζεϊλίδικα μπλιμπλίκια, κρητικά, πανκ, θρας σε ένα νέο είδος μεικτό αλλά νόμιμο. Κανένας ποιητισμός, κανένας τεχνικός ακκισμός. Πράγματα που νομίζεις ότι ξέρεις, τα κάνει να σε ξαφνιάζουν. Μονοπάτια που ξέρεις κι εμπιστεύεσαι σε βγάζανε αλλού γι' αλλού. Ακούστε π.χ. τη 'Δικαιοσύνη' του. Η ηλεκτρική αντικαταστάθηκε σε αυτή τη συναυλία από τον εντελώς μέταλ μπαγλαμά του Ντίνου Σαδίκη. Παλιά τραγούδια ξαναδουλεύτηκαν. Διασκευάστηκε Βαμβακάρης. Η ιδιότυπη, αλλά δουλεμένη πια, ερμηνεία του Αγγελάκα αναδείκνυε όλο το υλικό του, από το παλιότερο έως το πιο πρόσφατο, σαν να αποτελούσε μια αδιάσπαστη ενότητα.

Δε θέλω να κάνω συγκρίσεις, αλλά απόψε ο Αγγελάκας  έδειξε ότι είναι πολύ πιο μπροστά από όλους τους άλλους της κλάσης του, όχι μόνο λόγω τόλμης, αμεσότητας και μαεστρίας. Μετέδιδε στο κοινό του, ακόμα και στο λιγότερο φανατικό, ατόφια ενέργεια και αλλεπάλληλες εκπλήξεις. Για να μην πω για τον στίχο του, που ούτε ποιητίζει ούτε μπαχαλεύει, παρά αυτοσαρκάζεται τρυφερά και μιλάει για την πολιτική απονιά και την αντίσταση ή τον αγιάτρευτο πόνο της αγάπης -- χωρίς να σου πετάει στα μούτρα ναύτες της Κροστάνδης, συνθήματα με βρισιές ή διακειμενικές καψούρες και ντέρτια κουλτουριάρικα . Και τέλος πάντων, αν έχει νόημα να μιλάμε για ελληνικό ροκ που δεν βλαχομπογδανεύει και δεν φολκλορίζει, ε, αυτό που κάνει ο Αγγελάκας θα είναι. Έτσι.

Μας μάγεψε, μας έστειλε, μας έψησε και μας έφτιαξε ο μαλάκας. Πάντα τέτοια, πάντα τέτοια.

Η φωτογραφία είναι της murplejane.

GatheRate

Δευτέρα 23 Ιουλίου 2012

Ψηφιακή σιωπή

Η φωνή του αντιπαθούς καρτούν που μοιάζει σαν να έχουνε μπει τα δαιμονισμένα ντάλεκ του καταναλωτισμού μέσα στη Κατερίνα Γώγου (τίποτε δεν αφήνει ανέγγιχτο η διαφήμιση, που να μην το περάσει ένα χέρι μαλακτικό, ούτε καν το τιμωρό παραλήρημα της αλογόμυγας Γώγου). Η φωνή διαλαλεί την εποχή της τζαμάτης εικόνας κτλ. Την ψηφιακή τηλεόραση.

Το σπίτι μου είναι 500-600 μέτρα από την Ακρόπολη, όπως πετάει το κοτσύφι, από τη μεριά του Υμηττού. Εδώ και μήνες έχω μια χαρά ψηφιακή λήψη, μόνο τα ιδιωτικά κανάλια και τη Βουλή. Από τη μέρα που κόπηκε το αναλογικό σήμα, πιάνω και τα κρατικά ως ψηφιακά. Δεν έχει παράσιτα και παρεμβολές η εικόνα, μόνο που κάθε τόσο διακόπτεται και παγώνει, όταν δεν την κοσμούν τετραγωνάκια στον πάτο της, πράσινα και ματζέντα. Πολλά τετραγωνάκια, και γραμμές. Και ο ήχος τα ίδια: φεύγει κι έρχεται.

Και τι σε νοιάζει, ρε διανοούμενε; θα ρωτήσετε. Με νοιάζει για δύο λόγους. Ούτε το "δικαίωμα των εργαζομένων να εργαστούν στη Χαλυβουργία" και οι καλοκαιρινοί κώλοι του Σταρ μού λείπουν, ούτε ο πολτός των επαναλήψεων στο Μέγκα, ούτε τι παίζει ο Αντέννας, ούτε καν η Παναθηναϊκή Συμμαχία και οι καθαρισμοί κι η προπαγάνδα και το πέρφεκτ τεν σε επαναλήψεις των άλλων. Με αφορά όμως ότι χτες δεν μπορούσα να δω ένα πολύ ενδιαφέρον ντοκυμαντέρ για τον υπολογιστή των Αντικυθήρων στην ΕΤ1. Κυρίως όμως με αφορά περισσότερο ότι οι περισσότεροι ηλικιωμένοι δεν έχουν άλλη διασκέδαση από το χαζοκούτι, ότι θα σκάσουν χρήματα για αποκωδικοποιητή ώστε στο τέλος θα καταλήξουν να μην μπορούν να δουν ούτε τα τρία κανάλια της προκοπής που έχουν απομείνει.

GatheRate

Κυριακή 15 Ιουλίου 2012

Μια αποσπασματική εικόνα

Η ζέστη στο διαμέρισμα των δικών μου ήταν κάπως παραπάνω από αφόρητη. Βγήκα στο μπαλκόνι τους, ακούμπησα στα κάγκελα και κοίταξα κάτω, στον δρόμο. Την είδα και την αναγνώρισα αμέσως: ήταν ίδια, ακριβώς όπως τον καιρό που άφησα τη γειτονιά των δικών μου πριν 16 χρόνια. Δεν ξέρω το όνομά της. Όταν πριν 25 περίπου χρόνια μετακόμισαμε, ήδη κυκλοφορούσε στη γειτονιά. Μία από τις γνώριμες φιγούρες του ελληνικού χωριού και των ελληνικών γειτονιών: το κάπως ελαφρύ και χαμογελαστό αλλά ντροπαλό κορίτσι που δε θα παντρευτεί κανείς. Το κορίτσι με το βγαλμένο μάτι. Της το έβγαλε, λένε, με μολύβι κάποιος συμμαθητής στο σχολείο. Επειδή ήτανε χαζό, μας έλεγαν τότε.

Ήτανε, και είναι, ντυμένη είτε φτωχικά είτε σαν κόρη οικογένειας θρησκευάμενης -- ακόμα δεν ξέρω ποιο από τα δύο, αλλά νομίζω και τα δύο. Τον καιρό που πρωτομετακομίσαμε στη γειτονιά πέρναγε πολλές ώρες στο γωνιακό μαγαζάκι της κυρα-Ελένης (ψυγείο Έβγα, τσιγάρα, αναψυκτικά): όταν πήγαινα για κανα θέλημα την έβρισκα συνήθως εκεί. Δεν ξέρω τι συζητούσε με την κυρα-Ελένη, ίσως απλώς να την άφηνε να κάθεται στο σκαμνάκι κοντά της για παρέα. Δεν ξέρω. Αργότερα έκλεισε το μαγαζάκι της η κυρα-Ελένη, πήρε σύνταξη, και δε βλέπαμε τόσο συχνά το κορίτσι με το βγαλμένο μάτι, συνήθως να περνάει μπροστά από το σπίτι πηγαίνοντας μάλλον στο δικό της. Πρέπει να μένει πολύ κοντά στους δικούς μου. Καμμιά φορά σταματούσε στον καινούργιο μανάβη στη γωνία και ψιλοκουβέντιαζε, στον Αλβανό μανάβη, όπου πολλοί ακόμα δεν πάνε, γιατί είναι Αλβανός. Μετά έφυγα από τη γειτονιά και την ξέχασα τελείως, μέχρι προχτές.

Τον καιρό που έμενα στη γειτονιά αναρωτιόμουν για την ερωτική ζωή αυτού του κοριτσιού. Προχτές σχεδόν βεβαιώθηκα, έτσι όπως την κοίταξα αφ' υψηλού, ότι δεν πρέπει να υπάρχει, τουλάχιστον όχι όπως την ονειρεύονται τα κορίτσια. Είναι ένα με τρία χρόνια μεγαλύτερή μου, αλλά από ψηλά φαινόταν ακριβώς όπως πριν 25 χρόνια. Θυμήθηκα ότι τότε μου θύμιζε εκείνο το εντεκάχρονο παράλυτο κορίτσι στη Σάμο, την ύπαρξη του οποίου οι γονείς της, στενοί φίλοι συγγενών μου, είχανε καταφέρει να κρύψουν από τα μάτια του κόσμου για χρόνια -- την είδαμε τυχαία το 1982, παρκαρισμένη μέσα στο οικογενειακό αμάξι να περιμένει ήσυχα να λήξει μια κοινή οικογενειακή εκδρομή.

Δεν ξέρω τι σημαίνουν αυτά. Τίποτε μάλλον.

GatheRate

Κυριακή 8 Ιουλίου 2012

Για την ερωτική ελευθερία

Δεν είμαι ιστορικός αλλά υποθέτω ότι όντως είναι βάσιμη η αντίληψη πως, εξαιτίας του Διαφωτισμού και της κληρονομιάς του, ο χώρος της ανθρώπινης ελευθερίας επεκτεινόταν σταδιακά από τη Γαλλική Επανάσταση και την κατάργηση της δουλείας μέχρι και πρόσφατα. Δε θέλω να μπω σε αναλυτική συζήτηση για το κατά πόσο τον τελευταίο καιρό ο χώρος της ελευθερίας απεναντίας συρρικνώνεται ή κατά πόσο, αντί να εδραιώνεται, η ελευθερία πλέον εκφυλίζεται σε φενάκη, καθώς οι δημοκρατικοί θεσμοί αποστεώνονται σε ένα πλέγμα προσχηματικών μηχανισμών, οργάνων και διαδικασιών.

Θέλω να μιλήσω για τον χώρο της ερωτικής ελευθερίας. Αφενός της ελευθερίας της ερωτικής έκφρασης και αφετέρου της ελευθερίας της ερωτικής πρακτικής.

Να προσεγγίσουμε το θέμα αποφατικά, να διερευνήσουμε πρώτα πρώτα τι δεν είναι ερωτική ελευθερία. Οπωσδήποτε δεν είναι κυνισμός, ανευθυνότητα ή (για να θυμηθούμε κι έναν όρο εκθεσάδικο) ασυδοσία. Μέχρι εδώ κοινοτοπίες είναι αυτά, οι οποίες έτσι κι αλλιώς ισχύουν όταν μιλάμε για οποιαδήποτε μορφή ελευθερίας. Επίσης, πριν προχωρήσω, θέλω να κάνω την εξίσου κοινότοπη διευκρίνιση ότι άλλο η ίδια η ελευθερία και άλλο οι χρήσεις της. Συνεπώς, η ελευθερία του λόγου είναι, ή θα έπρεπε να είναι, απαραβίαστη και απόλυτη, ασχέτως αν κάποιος τη χρησιμοποιεί για να διαδίδει αστρολογικές προβλέψεις, χυδαιότητες ή και προπαγάνδα.

Εξετάζοντας το θέμα της ερωτικής ελευθερίας σε κοινωνίες στις οποίες υπάρχει ονομαστική ισότητα των φύλων και οριακή ανοχή σε μειονοτικές σεξουαλικές ταυτότητες, θα επιμείνω στην αναλογία με την ελευθερία του λόγου.

Οπωσδήποτε ο καθένας μας είναι ελεύθερος να σκέφτεται ό,τι θέλει. Επίσης είμαστε σχετικά ελεύθεροι να συζητούμε αυτό που σκεφτόμαστε με ανθρώπους εμπιστοσύνης μας, μέσα σ' έναν στενό κύκλο. Το πολιτικό ζήτημα όμως έγκειται στο εάν μπορούμε να συζητήσουμε δημοσία αυτά που σκεφτόμαστε. Εκεί βρίσκεται το κριτήριο της ελευθερίας: της ελευθερίας του λόγου εν προκειμένω.

Αντίστοιχα λοιπόν, ο καθένας μας είναι ελεύθερος να επιθυμεί ό,τι θέλει, όποιον θέλει και όπως θέλει· αυτό μέχρι και η ρωμαιοκαθολική κατήχηση το αναγνωρίζει, αξιώνοντας λ.χ. από τους ομοφυλόφιλους μόνο να επιθυμούν, χωρίς ερωτοπραξία δηλαδή. Επίσης είμαστε σχετικά ελεύθεροι να συζητάμε τις επιθυμίες και τις συνευρέσεις μας με ανθρώπους εμπιστοσύνης μας, μέσα σ' έναν στενό κύκλο. Το πολιτικό ζήτημα εδώ είναι εάν μπορούμε να συζητήσουμε δημοσία τα ερωτικά: εκεί βρίσκεται το κριτήριο της ελευθερίας της ερωτικής έκφρασης.

Επιπλέον, είμαστε ελεύθεροι να συνευρισκόμαστε ερωτικά με ανθρώπους ενός στενού κύκλου, ο οποίος είθισται να αποτελείται από ακριβώς έναν άνθρωπο. Λέω ‘είθισται’ επειδή η πολυγαμία, είτε ταυτόχρονη είτε διαδοχική, αντιμετωπίζεται για τους μεν άγαμους άντρες (κάθε προσανατολισμού) επιδοκιμαστικά, με ανοχή ή, το πολύ, με επιφανειακή αποδοκιμασία ενώ κατά κανόνα αποδοκιμάζεται για τους έγγαμους. Για τις γυναίκες βεβαίως η πολυγαμία, είτε ταυτόχρονη είτε διαδοχική, είναι γενικά κολάσιμη και αιτία στιγματισμού ή και καταδίκης: χαρακτηρίζεται συνοπτικά ως πουτανιά. Επομένως, το ουσιώδες πολιτικό ζήτημα εδώ είναι η αυτοδιάθεση των ερωτικών επιθυμιών μας: το ζήτημα της ελευθερίας της ερωτικής πρακτικής.

Μιλάω λοιπόν για αυτοδιάθεση των ερωτικών επιθυμιών μας και όχι απλώς για ‘αυτοδιάθεση του σώματός μας’. Η αυτοδιάθεση του σώματός μας, αν και κάθε άλλο παρά κεκτημένο, αποτελεί και στοιχειώδη και θεμελιώδη προϋπόθεση της αυτοδιάθεσης της επιθυμίας. Ταυτόχρονα, η ερωτική επιθυμία είναι υπόθεση που πάει πολύ πιο πέρα από την απλή αυτοδιάθεση του σώματός μας. Ωστόσο, πολλά θέματα που θεωρούνται ζητήματα (σεξουαλικής) ηθικής είναι απόρροια του κατά πόσο είμαστε έτοιμοι να αποδεχθούμε την αυτοδιάθεση του σώματος για όλους ανεξαιρέτως, είτε μιλάμε για το τι και πώς τρώμε, είτε για τη χρήση ναρκωτικών όπως το αλκοόλ και άλλα, για την εθελούσια εκπόρνευση, για το πώς ντυνόμαστε, για τα ερωτικά...

Υπάρχουν οπωσδήποτε ιστορικά, κοινωνικά αλλά και βιολογικά προσκόμματα στην ερωτική ελευθερία και στις δύο εκδοχές της (της έκφρασης και της πρακτικής). Φρονώ ότι δεν είναι παράγοντες ισχυρότεροι ή διαφορετικής φύσης από εκείνους που αντιστρατεύονται κάθε άλλης μορφής ελευθερία: σκεφτείτε λ.χ. το επιχείρημα των δουλοκτητών ότι, σε μια πρωτοβιομηχανική κοινωνία, η χειραφέτηση των δούλων θα ζημίωνε την αγροτική παραγωγή μεγάλης κλίμακας· σκεφτείτε τις αντιστάσεις και τις (βίαιες ενίοτε) αντιδράσεις απέναντι στη θρησκευτική ελευθερία, κ.ο.κ.

Πιο αναλυτικά, τη διάδοση και εδραίωση ουσιαστικής ερωτικής ελευθερίας τη δυσχεραίνουν αιώνες σεξισμού, οι οποίοι δικαιολογούν ή συγκαλύπτουν την αντρική πολυγαμία καταπιέζοντας ταυτόχρονα (με κάθε δυνατό τρόπο, θα έλεγε κανείς) πρώτα και κύρια τη γυναικεία φύση – αλλά και κάθε μειονοτική εκδήλωση της σεξουαλικότητας και της ερωτικής επιθυμίας. Υπάρχουν επίσης τα πολύ συγκεκριμένα και προφανή ζητήματα σεξουαλικής τιμής, κληρονομιάς και γνησιότητας των τέκνων. Υπάρχει και η πανίσχυρη φυσική ροπή της ζήλειας («σαν την αγάπη είσαι τόσο δυνατή»). Στην εποχή μας όμως, εποχή ονομαστικής χειραφέτησης, εύκολης και διαδεδομένης αντισύλληψης αλλά και της ύπαρξης τεστ DNA έχει απομείνει μόνον ένα σοβαρό επιχείρημα υπέρ της επιβεβλημένης ερωτικής αποκλειστικότητας: η ζήλεια.

Δε χλευάζω, δεν παραγνωρίζω και σίγουρα δεν περιφρονώ τη ζήλεια. Είμαστε άνθρωποι, πληγωνόμαστε ποικιλοτρόπως κι εύκολα, αισθανόμαστε αποκλεισμένοι, παραμελημένοι, στην απ’ έξω – ιδιαιτέρως όταν εγείρονται θέματα ερωτικής επάρκειας. Στην εποχή μας μάλιστα, το ιδανικό των ανθρώπινων σχέσεων (ιδίως όπως προβάλλεται από τη βιομηχανία του θεάματος και παρά την καθημερινή εμπειρία) είναι ολιστικό: σε μια ουσιαστική σχέση υποτίθεται ότι ο ένας είναι τα πάντα για τον άλλο. Ωστόσο αγάπη, έρωτας και πόθος είναι τρία διαφορετικά πράγματα: δεν ταυτίζονται, απαντούν σε διάφορους συνδυασμούς και δε συνυπάρχουν απαραίτητα. Ταυτόχρονα, δεν ποθούμε απλή «πλησμονή και κένωση», δεν καυλώνουμε για αφηρημένες κατηγορίες, μεγέθη, υφές, χρώματα, μεμονωμένες φόρμες. Δεν ποθούμε καν σώματα. Ποθούμε ανθρώπους, ακόμα κι όταν εξαρχής τους ποθούμε για μια κι έξω και το ξέρουμε.

Βεβαίως, η ζήλεια πειθώ δε γνωρίζει. Βεβαίως μας διδάσκουν από νωρίς ότι σε κάθε ερωτική συνεύρεση, έστω και ευκαιριακή, ενυπάρχει η δυνατότητα μιας 'ολιστικής' σχέσης – κάτι που ακόμα και όσοι έχουμε πολύ περιορισμένη περί τα ερωτικά πείρα γνωρίζουμε ότι αποτελεί πλάνη. Ωστόσο η ζήλεια είναι σαν την οργή. Ναι, βεβαίως πρέπει να τη λαμβάνουμε υπόψη μας στις ανθρώπινες σχέσεις. Αλλά ας το δούμε κι έτσι: ο Νόμος αναγνωρίζει ελαφρυντικά στην οργή, αλλά η περί φόνου ηθική μας δεν είναι θεμελιωμένη πάνω στην πραγματικότητα του θυμού, του βρασμού ψυχής. Αντίστοιχα, η ερωτική ελευθερία κατά κανόνα συνοδεύεται από εχεμύθεια, τουλάχιστον ώστε να μην προκαλείται ζήλεια. Όμως η περί έρωτα ηθική μας δεν μπορεί να είναι θεμελιωμένη πάνω στην πραγματικότητα της ζήλειας.

Υπάρχει και άλλη μία οπτική γωνία, ας πούμε λίγο πιο ανθρώπινη: από όλες τις αφορμές για τις οποίες το κάνουν οι άνθρωποι, ποια είναι πιο ευγενής και πιο πολύτιμη από τον πόθο, την καύλα, τη λύσσα για τον άλλο; Κάποιο αντάλλαγμα, λ.χ. χρηματικό; η εξασφάλιση εύνοιας ή εξουσίας; το λεγόμενο συζυγικό καθήκον; το φιλάνθρωπο αλλά συγκαταβατικό χατίρι; Ενδεχομένως να είναι η επιθυμία της τεκνογονίας. Αλλά το αναπαραγωγικό σεξ είναι εξαίρεση για το είδος μας, όπως και για άλλα ανώτερα θηλαστικά. Επιστρέφοντας στην ηθική: αν υπάρχει ένας σοβαρός λόγος να το κάνουμε, είναι ο πόθος, η επιθυμία, η καύλα. Ο έρωτας για τον έρωτα, όχι για πετύχουμε ή να γίνουμε κάτι άλλο.

Εάν λοιπόν είμαστε συνεπείς στην πεποίθησή μας ότι η ερωτική ελευθερία είναι αγαθό, τότε πρέπει να τη θεωρήσουμε δεδομένη. Παράλληλα πρέπει να παραδεχτούμε ότι το ηθικό θέμα της ατιμίας χαρακτηρίζει όχι γυναίκες και άντρες που εξασκούν την ερωτική ελευθερία, παρά γυναίκες και άντρες που ανεύθυνα, αγέρωχα ή κυνικά (δια)χειρίζονται τον πόθο και την ηδονή για να πετύχουν αλλότριους σκοπούς: εξασφάλιση, αποκατάσταση, υλικά αγαθά, κύρος, κ.α. – ακόμα και καθαρά ναρκισσιστική αυτεπιβεβαίωση.

Σε κάθε περίπτωση, ο περιορισμός της ελευθερίας στην ερωτική έκφραση – πέρα από τους στοιχειώδεις περιορισμούς της ευγένειας και της διακριτικότητας – είναι ασύγγνωστος: η αποσιώπηση, η ιατρικοποίηση (π.χ. το τραγελαφικό ‘vagina’ των αμερικανών, που ξεκινάει από την περιποιημένη ή αποψιλωμένη ήβη τους και καταλήγει στις ωοθήκες) καθώς και οι αναίτιοι ευφημισμοί αποτελούν καταστρατήγηση της ελευθερίας στην ερωτική έκφραση, ανεξαρτήτως από το αν είναι και πρακτικές κοινωνικά επιβλαβείς ή και ζημιογόνες.

Επιστρέφοντας στην ελευθερία της ερωτικής πρακτικής, θεωρώ αδιανόητο να προβάλλονται ως πρότυπα αρετής γυναίκες που π.χ. μαράθηκαν πρόωρα από την αγαμία, που επέβαλαν στον εαυτό τους αναφροδισία για να μην παραφρονήσουν από στέρηση ή παραμελημένες νοικοκυρές που καρτερούν υπομονετικά σώσματα συζυγικής σχεδόν διέγερσης – όλα στο όνομα της μονογαμίας, της σεμνότητας ή της συζυγικής πίστης. Παρομοίως, μου φαίνεται στρεβλό και το εξής: η βιομηχανία του θεάματος συστηματικά προβάλλει τη διάλυση του γάμου ως (τη μία) ηθική λύση όταν ένας από τους δύο συζύγους μοιχεύσει. Βεβαίως πρόκειται για μια απόφαση που πολλοί από εμάς θα πάρουμε, ο καθένας για τους δικούς του λόγους. Βεβαίως ακόμη περισσότεροι είμαστε πρόθυμοι επί της αρχής να αποταχθούμε την ερωτική ελευθερία στο όνομα της σεμνότητας, του έρωτα ή της αγάπης. Όμως δεν είναι δυνατόν η απόφαση της κοινής συμβίωσης, της συντροφικότητας και της συζυγίας – και της αγάπης ενίοτε – να βρίσκεται υπό την αίρεση της επιθυμίας.

Αν υπάρχει κάποιου είδους ‘ιερότητα’ στη μακροχρόνια δέσμευση, στη συζυγία, στον γάμο, αυτή έγκειται στην ελεύθερη και πρόθυμη απόφαση να μοιραστείς κάποια χρόνια από τη ζωή σου με έναν άνθρωπο· ενδεχομένως γιατί τον αγαπάς, αλλά όχι απαραιτήτως. Αυτή η απόφαση (πρέπει να) εμπεριέχει την επίγνωση ότι θα συμβιώσουμε ή θα συζευχθούμε έναν ελεύθερο άνθρωπο με τον οποίο θα επικοινωνούμε έστω και στοιχειωδώς. Αυτό είναι το ηθικό ζήτημα και μόνο.

Ναι, σαφέστατα, η παρουσία ενός τρίτου ή περισσότερων τρίτων θα οδηγήσει κάποιους από εμάς να λύσουμε αυτή τη δέσμευση. Ωστόσο είναι βάρβαρο και τελικά βαθιά ανήθικο να θεωρούμε ότι είναι a priori ηθικό να λύνονται αυτοδικαίως οι σχέσεις λόγω ‘απιστίας’. Και πάλι παραλληλίζοντας: πολλοί θα εγκαταλείψουν την εργασία τους επειδή δεν μπορούν να συνυπάρξουν με τους συναδέρφους τους. Αυτό είναι ανθρώπινο αλλά όχι αυτομάτως ηθικό.

Τελικά, στα ζητήματα ερωτικής ελευθερίας φαίνεται ότι η ('υψηλή' λεγόμενη) λογοτεχνία και ο (λεγόμενος 'καλός') κινηματογράφος έχουνε πληρέστερη και λεπτοφυέστερη αντίληψη του προβλήματος από ό,τι η ποπ κουλτούρα ή τα προϊόντα της βιομηχανίας του θεάματος. Αν μη τι άλλο, υπάρχουν ταινίες και βιβλία που με επιτυχία διαχωρίζουν τα θέματα της καρδιάς (μόνωση, δειλία, μοναξιά, αιδημοσύνη, ζήλεια, νοσταλγία, καημός, παραφορά, λαχτάρα για έρωτα και ζωή, γερατειά) από τα θέματα ουσιαστικής ηθικής (σε αντιδιαστολή με την κατά Καβάφη ‘τρεχάμενη ηθική’). Γιατί ναι μεν η ελευθερία είναι εξ ορισμού ηθική, αν όχι ένα από τα θεμέλια της ηθικής, αλλά δεν παύουμε να είμαστε ζωντανοί άνθρωποι. Από αυτήν την άποψη, η Στέλλα του Κακογιάννη ή το Brief Encounter (για να μη μιλήσω καν για βιβλία) μας λένε περισσότερες και βαθύτερες αλήθειες από όλα τα δράματα σχέσεων κι όλες τις αισθηματικές κομεντί και όλους τους συμβούλους σχέσεων μαζί.

Η φωτογραφία είναι της Lina Scheynius.

GatheRate

Παρασκευή 15 Ιουνίου 2012

Ιντερλούδια


I.
Θυμήθηκα κάτι παλιές εποχές.

II.
Εδώ και βδομάδες παίζει αυτό μέσα στο κεφάλι μου, σόττο βότσε. Το ρεφραίν του ακούγεται σαν leimotif για λίγο και μετά σβήνει, σε φαινομενικά άσχετες στιγμές. Μόλις απόψε έμαθα ότι πρόκειται για τραγούδι της Del Rey.

III.
Βρήκα αυτό το πολύ ωραίο απόσπασμα από το ποίημα The Cure at Troy του Seamus Heaney:

Human beings suffer,
they torture one another,
they get hurt and get hard.
No poem or play or song
can fully right a wrong
inflicted or endured.

[...]

History says, Don't hope
on this side of the grave.
But then, once in a lifetime
the longed-for tidal wave
of justice can rise up,
and hope and history rhyme.

IV.
Σήμερα έμαθα ότι το ακριβό φαρμάκι της ιατρικής επιστήμης έκαψε κάτι καρκινικούς όγκους. Απόψε λοιπόν υψώνω το ποτήρι μου στον αγωνιστή. Κι έχω κι απόψε πλήρη επίγνωση ότι μεγάλο μέρος και της δικής μου ευημερίας αλλά και της ευτυχίας υπάρχει χάρη στους γιατρούς, στα φάρμακα, στον τρομερό 20ο αιώνα και σε ό,τι τον ακολουθεί.

Ο τρομερός 20ος αιώνας. Ο αιώνας στον οποίο οι εχθροί του Διαφωτισμού φρόντισαν οι ίδιοι να εκπληρώσουν τη δική τους προφητεία. Την προφητεία ότι ο Διαφωτισμός κάνει λάθος, κι ότι η πρόοδος δεν είναι ούτε αναπόφευκτη ούτε ακατάσχετη. Κι έτσι ο 21ος κληρονομεί ανθεκτικούς ολοκληρωτισμούς, φρίκη που επιστρέφει ξανά και ξανά, γενικευμένη αδικία και εξαθλίωση, πανάρχαια δεισιδαιμονία, καινούργιους δαίμονες. Με το τελευταίο ένιωσα ναυτία. Αλλά, βεβαίως, "η μηχανή και η φύση ποτέ δε θα μου προκαλούσαν εμετό. Μόνο ο άνθρωπος".

V.
Γενικά, εδώ και βδομάδες αισθάνομαι κάθε τόσο να ακούω αυτή την ομιλία:

A day may come when the courage of men fails, when we forsake our friends and break all bonds of fellowship; but it is not this day.

An hour of wolves and shattered shields, when the age of men comes crashing down, but it is not this day.

This day we fight.

VI.
Όλα αυτά τα σημείωσα σήμερα γιατί χάζευα μετά τις 5. Αλλά δεν είναι κάθε μέρα του Α-Γιαννιού.

GatheRate

Κυριακή 10 Ιουνίου 2012

[Δεν έχω τίτλο]

Λόγια, πάλι λόγια. Βαρέθηκα.

Υπάρχει μια σειρά από θέματα, λοιπόν. Δεν μπορώ να τα συνθέσω σε κάτι ολοκληρωμένο, πολύ περισσότερο σε κάτι που θα οδηγεί κάπου. Επιπλέον έχουμε πήξει από γνώμες, πόνο, δημηγορίες, διακηρύξεις, αίμα, απόψεις, προβλέψεις, καταγγελίες, οργή, διαγνώσεις, χειροκροτήματα, θυμό, επικλήσεις, αναλύσεις, μίσος, διαγγέλματα, ισοσκελισμούς, απειλές, αγριότητα, υποσχέσεις, χυδαιότητες, κατάρες, καλέσματα, κηρύγματα, ετυμηγορίες, προτροπές, ιερεμιάδες, χλευασμούς, ξυπνάδες. Ποιος έχει ανάγκη από ακόμα μια κουβέντα.

Γραφ' τα κι ας είναι.

α.

Θα το επαναλαμβάνω μέχρι να με διαβάζω μόνος εγώ: η κριτική σκέψη, η περιέργεια, η αναλυτική ικανότητα και η απορία-αμφιβολία δεν καλλιεργούνται στο ελληνικό σχολείο για εθνικούς λόγους. Πρόκειται για στρατηγική του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος: αν ενθαρρύνεις την αμφιβολία και την περιέργεια στα παιδιά, αν τα προτρέπεις να ψάξουν και να εξετάσουν και να ασκήσουν κριτική, κινδυνεύεις να κλονίσεις την πίστη τους στην εθνική ιδεολογία της ομοιογένειας-συνέχειας-ανωτερότητας-ιδιαιτερότητας του ελληνισμού. Ωστόσο, από τη στιγμή που αποκαταστάθηκε η δημοκρατία στη χώρα συνέπεια αυτής της στρατηγικής είναι ότι αποκτήσαμε πολίτες (και ψηφοφόρους) οι οποίοι είναι ευάλωτοι στην προπαγάνδα και ανίκανοι να σκεφτούν καθαρά και συγκροτημένα, περισσότερο απ' όσο θα περίμενε κανείς.

Δεν μπορούμε να σκεφτούμε καθαρά και συγκροτημένα σημαίνει ότι κατανοούμε πρόσωπα, πράγματα και καταστάσεις
  1. στη βάση σαρωτικών γενικεύσεων, άρα αδυνατούμε να σκεφτούμε πολιτικά, κάτι που απαιτεί να κάνεις λεπτές αλλά ουσιώδεις διακρίσεις ή
  2. ως αντιθετικά δίπολα, άρα γινόμαστε ευάλωτοι σε εκβιαστικά διλήμματα.
Ένα παράδειγμα που θέλω να φέρω δεν είναι από το πρόσφατο περιστατικό με τον υπόδικο ναζί Κασιδιάρη και τις πραγματικά ανησυχητικές αντιδράσεις μεγάλου μέρους της κοινής γνώμης, αν και θα ταίριαζαν γάντι· είναι με αφορμή  αυτό:

Η αστυνομία μπαίνει σε θέατρο και συλλαμβάνει τους ηθοποιούς του έργου Corpus Christi για προσβολή των θείων, επειδή το έργο παρουσιάζει τον Κύριο και τους μαθητές Του ως ένα τρελό γκέι παρεάκι. Αντιπαρέρχομαι
  1. τον σουρεαλισμό του περιστατικού και την αιτιολόγηση της εφόδου μιας αστυνομίας ξεφτιλισμένης, ακριβής στα πίτουρα και φτηνής στο στάρι,
  2. την ποταπότητα μιας δικαιοσύνης αποπληκτικά τυπολατρικής και
  3. τη χυδαιότητα μιας κοινωνίας που χειροκροτεί (όπως χειροκροτεί την αυτοδικία του παλληκαριού που μετανόησε για τον φόνο του διαρρήκτη) -- είπαμε, αρκεί πια με τις καταγγελίες -- και μένω στη δήλωση του σκηνοθέτη:
«Να αποφεύγουμε να καταδικάζουμε κάτι εάν δεν έχουμε προσωπική γνώμη γιατί κάτι τέτοιο είναι ρατσισμός.»

Ο ρατσισμός ως σαρωτική γενίκευση, συν μια γενικότερη σύγχυση. Από έναν άνθρωπο που έχει ανεβάσει τουλάχιστον μία παράσταση στη ζωή του, άρα μάλλον ξέρει γράμματα. Δε φταίει όμως αυτός. Ελληνικό σχολείο έβγαλε, ελληνικά έντυπα διαβάζει, ελληνικά ΜΜΕ καταναλώνει, με Έλληνες μιλάει...

Φίλοι, την έχουμε πατήσει άγρια ως λαός: το μόνο που θα μας σώσει είναι πολιτική σκέψη και πολιτική δράση. Αλλά πώς να γεννηθεί πολιτική σκέψη; Η κριτική σκέψη, η περιέργεια, η αναλυτική ικανότητα και η απορία-αμφιβολία θα μπορούσαν τελικά να είχανε σώσει την πατρίδα.

β.

Το μίσος είναι διαρκές και άσβεστο στην ελληνική κοινωνία τουλάχιστον από τον καιρό του Εθνικού Διχασμού. Μιλάω για το μίσος ως πολιτική συμπεριφορά, ως μια αναλυτική κατηγορία την οποία χρησιμοποιούμε (συγκαλυμμένα συνήθως) όταν μιλάμε για τα κοινά στην Ελλάδα. Αυτό που λέω μπορεί να διαβαστεί και σε συνάρτηση, χωρίς όμως να ταυτίζεται, με αυτό που λέει ο Καρασαρίνης εδώ: θεωρώ ότι το ζήτημα δεν είναι ο λόγος για τη βία αλλά η προϋπόθεση του μίσους που ενυπάρχει στον ελληνικό πολιτικό λόγο. O mao θα το ονόμαζε αδυναμία να κοιτάξουμε μπροστά, διαρκή επιστροφή στο παρελθόν όπως το αντιλαμβανόμαστε: στο 1453, στο 1922, στο 1944, στο 1974 κτλ. Δεν είναι όμως μόνον η προγονοπληξία και η ομφαλοσκόπηση, είναι και το μίσος που χρωματίζει αυτή τη διαρκή ενασχόληση με τα φαντάσματα του συλλογικού παρελθόντος: η γενικευμένη απέχθεια, η απρόσωπη αποστροφή, η οργή που καταριέται κι εύχεται θάνατο και συμφορά, η ανάγκη για αίμα, κρεμάλα, απόσπασμα, φωτιά.

Μέχρι το 2008 το μίσος είχε σαφείς αποδέκτες: τον Τούρκο, τον Βούλγαρο, τον (αντι)βενιζελικό, το κουμμούνι / τον αριστερό, τον μοναρχοφασίστα / δεξιό. Υποτίθεται ότι το μίσος καταλάγιασε τη δεκαετία του '80 (ή έμεινε με μόνον αποδέκτη τον Τούρκο) και το 1991 απέκτησε καινούργιο αποδέκτη: τον Αλβανό / ξένο. Τον Δεκέμβριο του 2008 καταλύθηκαν και αυτά τα στεγανά, το μίσος πλέον διαχυθηκε και διαπότισε ολόκληρη την κοινωνία. Ο καθένας πια μπορεί να μισεί οποιονδήποτε άλλο και για οποιονδήποτε λόγο. Επαναλαμβάνω: μιλάω για το μίσος ως γνώμονα και κίνητρο κοινωνικής συμπεριφοράς και πολιτικής δράσης.

Από αυτή την άποψη, μια εγκληματική ναζιστική οργάνωση που επανιδρύεται ως κόμμα μίσους έχει πολλή δουλειά να κάνει και θα συνεχίσουμε να τη βλέπουμε στις επόμενες Βουλές. Ιδίως τώρα που τα κόμματα-σουπερμάρκετ επιτέλους μάς άφησαν χρόνους.

γ.

Το ΚΚΕ φέρει ευθύνη για πάρα πολλά: για όλα όσα ξέρουμε καλά, για την ποδηγέτηση του άνθους της καλλιτεχνικής και πολιτιστικής δραστηριότητας επί δεκαετίες, για την νεκροφάνεια στην οποία έχει περιπέσει από το 2010. Υπάρχει όμως και κάτι άλλο, πταίσμα σε σύγκριση με άλλα: απενοχοποίησε την έννοια 'φασίστας'.

Έχουμε στενούς οικογενειακούς φίλους που είναι στελέχη του ΚΚΕ, ας πω 'επιφανή στελέχη' αν και είναι τίμιοι και διαβασμένοι αγωνιστές και άνθρωποι. Τέλος πάντων, πέρασα την εφηβεία μου -- όπως κι άλλοι στη γενιά μου -- να τους ακούω να ονομάζουν "φασίστα" οποιονδήποτε διαφωνούσε με το Κόμμα και δεν ήταν μαρξιστής (ως γνωστόν, για τους εκτός Κόμματος μαρξιστές υπάρχουν άλλοι όροι, κάποιοι καλιαρντοί κιόλας). Στο τέλος κατέληγες να μην μπορείς (όταν ήμουν φοιτητής) να πεις τον πραγματικό φασίστα "φασίστα", αφού στο μυαλό σου 'φασίστας' είναι απλώς ο μη-ΚΚΕ, άρα ο όρος 'φασίστας' κατέληγε τελείως ξεχειλωμένος και ενίοτε έως και τιμητικός. Σιγά σιγά καταλαβαίναμε κι εμείς ότι όταν κανείς κατήγγελλε κάποιον για φασίστα ήταν ή κνίτης ή κάπως υπερβολικός τέλος πάντων.

Έτσι καταλήξαμε καλλιεπείς ευφημισμοί όπως 'ακροδεξιός' να αποδίδονται όχι σε ακραίους εθνικιστές και οπαδούς του ολοκληρωτισμού, αλλά σε πραγματικούς φασίστες. Φτάσαμε άνθρωποι που είναι απλώς αντικομμουνιστές να αυτοαποκαλούνται 'φασίστες', θεωρώντας ότι είναι περίπου τιμητικός τίτλος. Κι εδώ δε μιλάμε για λέξεις, οι λέξεις είναι ασήμαντες. Μιλάμε για έννοιες και για το ξεχείλωμά τους, μιλάμε για σημαντική συμβολή στον εννοιακό και διανοητικό πολτό μέσα στον οποίο κολυμπάμε, από τη μια ανερμάτιστοι και από την άλλη ανίκανοι να επιπλεύσουμε πάνω του. Μιλάμε για το "όλοι το ίδιο είμαστε" που τόσο παραστατικά και ανησυχαστικά εικονογραφεί αυτό το έργο.

GatheRate