Κυριακή 28 Φεβρουαρίου 2016

Πόρτνοϋ, μανούλες, κέρατο

Τον Οκτώβριο του 2013 έγινα σαράντα χρονών ελπίζοντας ότι θα εκπληρωθεί το γνωμικό και θα αρχίσει η ζωή μου. Το γνωμικό θα δικαιωνόταν μερικούς μήνες αργότερα. Πάντως, λίγες μέρες μετά τα γενέθλιά μου διέσχιζα την πολιτεία της Νέας Υόρκης με αυτοκίνητο. Επειδή δεν μου αρέσει να οδηγώ, έκανα μια συμφωνία με μια συνάδερφο: εκείνη θα οδηγούσε τεσσερισίμιση ώρες πήγαινε συν τεσσερισίμιση ώρες έλα κι εγώ θα αναλάμβανα την επιμόρφωση και την ψυχαγωγία της μιλώντας της.

Αφού ολοκληρώθηκε η επιμόρφωση, κάπου εκεί μετά τον ποταμό Delaware, η συνάδερφος, Αμερικάνα ινδικής καταγωγής από κάστα βραχμάνων, έφερε την κουβέντα στις οικογένειες. Με έκπληξη συνειδητοποίησα ότι οι Ινδές μάνες είναι σαν Μεσογειακές μάνες που, ως γνωστόν, είναι σαν Εβραίες μάνες. Ίδιες όμως, ντιπ για ντιπ: μίρλα, οικοδόμηση ενοχής με διπλές παγιδεύσεις, passive aggression. Μέχρι και στο "πότε θα παντρευτείς παιδάκι μου;". Τη ρώτησα πώς γίνεται, ποια είναι η μέθοδος της Ινδής μανούλας. Οι Εβραίες και οι Ιταλίδες βάζουνε λίγο μέσα τον Θεό για να σε ποδηγετήσουν. "Α, οι Ινδές μανάδες δεν χρειάζονται θεούς, είναι οι ίδιες ο ανικανοποίητος θεός που διαρκώς γίνεται θυσία." Σαν τις Ελληνίδες, της είπα.

Όλα αυτά τα θυμήθηκα απόψε εξαιτίας του Φίλιπ Ροθ. Μετά την Αγανάκτηση, τον Καθένα και το 'Ζώο που ξεψυχάει' -- τρία βιβλία που αγαπώ πολύ -- αποφάσισα να διαβάσω τη 'Νόσο του Πόρτνοϋ'. Με ζορίζει σαν βιβλίο. Βγάζει παντού και καταιγιστικά όλο το ψυχαναλυτικό ζόρι του να έχεις Εβραίο μαμά και Εβραίο μπαμπά (δεν εννοώ τον ἐν τοῖς οὐρανοῖς που έχουμε όλοι μας), εμπειρία που κάνει τους Έλληνες γονείς να μοιάζουν παγεροί middle class Εγγλέζοι μπροστά τους. Το μειονέκτημα του βιβλίου είναι ότι γράφτηκε το 1969 και έκτοτε, κυρίως μέσω Γούντυ Άλλεν, έχουμε φάει πολύ αμερικανοεβραϊκό Angst στη μάπα. Επιπλέον, ο Γούντυ Άλλεν άνοιξε τον δρόμο για να γίνει το αμερικανοεβραϊκό Angst θέμα για αναρίθμητες κομεντί μέχρι και την 'Νταντά αμέσου δράσεως', άρα ως ζήτημα πάει, ψόφησε.

Η Νόσος του Πόρτνοϋ είναι, υποτίθεται, ένας σχοινοτενής μονόλογος που απευθύνεται στον ψυχαναλυτή του Πόρτνοϋ (η συνεδρία πρέπει να είναι πολύ σπέσιαλ και να διαρκεί μέρες). Έχοντας διαβάσει καμμιά σαρανταριά σελίδες σήμερα αισθάνθηκα ότι η δραματοποίηση μέσα από πλήθος ταινιών και μυθιστορημάτων, εν είδει μιας μεγάλης συλλογικής συνεδρίας ψυχανάλυσης, του τι σημαίνει να έχεις Εβραίους γονείς πρέπει να βοήθησε χιλιάδες αμερικανοεβραίους να έρθουνε τουλάχιστον σε επίγνωση της κατάστασής τους, ενδεχομένως και να χειραφετηθούν. Οι Ινδοί ή οι Ιταλοί δεν ξέρω τι έχουνε κάνει για το ζήτημα των μαμάδων τους, άλλωστε αναπόφευκτα ο νους μου πήγε στον ελληνόφωνο κόσμο.

Μανάδες που μας παιδεύουν υπάρχουνε παντού στην ελληνική πεζογραφία: από τη Γυναίκα της Ζάκυθος και τον Βιζυηνό (κι εδώ μιλάμε μάλλον για τα πελωριότερα πεζογραφήματα που έχουνε γραφτεί στα ελληνικά) μέχρι 'Το βιβλίο της Κατερίνας' του Κορτώ. Βεβαίως, πουθενά δεν βλέπω, χωρίς να παριστάνω τον φιλόλογο, την άγρια αποδομητική και εικονοκλαστική διάθεση που έχει ο Πόρτνοϋ απέναντι στη μητέρα του. Γενικά, νομίζω ότι η νεοελληνική λογοτεχνία δεν είναι ακόμα έτοιμη να τα βάλει με τη μαμά. Και πάλι, φιλόλογος δεν είμαι, μπορεί να μου διαφεύγει κάτι προφανές.

Απεναντίας, από τη δεκαετία του '70 και μετά η πραγματική ελληνική κοινωνία πασχίζει να ριζοσπαστικοποιηθεί κυρίως μέσα από το κέρατο, κάτι ενδεχομένως ατελέσφορο αλλά που οπωσδήποτε αντανακλάται στην ελληνική πεζογραφία. Δεν είναι νομίζω τυχαίο το ότι η κυκλοφορία της ελληνικής πεζογραφίας άρχισε να αναζωογονείται στα μέσα της δεκαετίας του '80 με τις πωλήσεις έργων όπως λ.χ. το Τάλγκο, του Αλεξάκη (με κινηματογραφική μεταφορά τον 'Ξαφνικό έρωτα '), η Πλωτή Πόλη της Δούκα ή τα μυθιστορήματα της Μ. Βαμβουνάκη. Φαίνεται πως η ελληνική "ψυχή", αντί να επιτεθεί κατά μέτωπο και στο πεδίο της μάχης στον ιερό θεσμό της οικογένειας και στο ιερό πρόσωπο της μάνας που την εμψυχώνει, προτιμάει τον ανταρτοπόλεμο.

Δεν ξέρω και σίγουρα δεν θέλω να τσακώσω καμμιά μεγάλη ανάλυση. Πάντως δεν είναι τυχαία η λειτουργία της μοιχείας στην πολύ νεώτερη ελληνική πεζογραφία: αντίθετα με το τι συμβαίνει στο λαϊκό τραγούδι ή στο εμπορικό αμερικανικό σινεμά, το κέρατο δεν είναι αφορμή καταστροφής και απώλειας παρά γεγονός που γίνεται αφορμή επιφάνειας, γεγονός σημαδιακό. Ακόμα και όταν δεν εξιδανικεύεται, η μοιχεία μεταφράζεται σε παράγοντας που εξαναγκάζει τον ήρωα ή την ηρωίδα να αφυπνιστεί και να αναθεωρήσει τη ζωή της ή τη ζωή του.

Όμως θα είχε πλάκα, έστω και πενήντα χρόνια μετά, να έβγαινε ένας Έλληνας Πόρτνοϋ.

GatheRate

Πέμπτη 25 Φεβρουαρίου 2016

Τετραετίες


Το 2004 νομίζαμε ότι θα είμαστε η γενιά των Ολυμπιακών Αγώνων. Ναι, ξέρω ότι είχατε δει την απάτη του καπιταλισμού κτλ. κτλ. και απείχατε από όλο αυτό το πανηγύρι των πολυεθνικών κτλ. κτλ. αλλά για 13 μέρες η Αθήνα ηταν ένα μεγάλο και ατελείωτο πάρτυ, παντού. Όμως οι Ολυμπιακοί τελείωσαν, οι ολυμπιακές εγκαταστάσεις σαπίζουν και το Ελληνικό θα γίνει μονολιθικές πολυκατοικίες με ολίγη από σκονισμένη πρασινάδα.

Το 2008 πιστέψαμε ότι η εξέγερση θα κινητοποιούσε και θα αφύπνιζε τη γενιά μας -- αν δεν την επαναπροσδιόριζε ριζικά. Πριν καλά καλά μπει το 2009 τα καθεστωτικά μέσα ενημέρωσης φρόντισαν να μας πείσουν ότι επρόκειτο για οργανωμένη αλητεία και τσαμπουκαλέματα πλουσιόπαιδων. Κάποιοι που ψέλλισαν μισή κουβέντα για το πώς και το γιατί του Δεκέμβρη έσπευσαν να ανακαλέσουν και να δηλώσουν δημόσια μεταμέλεια. Έκτοτε προσκυνάμε την κανονικότητα απ' όπου κι αν προέρχεται.

Το 2012 νομίζαμε ότι θα είμαστε η γενιά της αντίστασης στον καπιταλισμό στη βαρβαρότερη εκδοχή του που μας συντρίβει, ίσως να γινόμασταν και η γενιά της εξέγερσης. Οι λιγότερο αισιόδοξοι ελπίσαμε ότι θα είμαστε τουλάχιστον η γενιά που θα ξαναμάθει την Πολιτική μέσω της αλληλεγγύης και της ενσυναίσθησης. Όμως η συντριπτική κρατική βία του Φεβρουαρίου μάς άφησε να περιμένουμε ήσυχα τη μέλλουσα βασιλεία του ΣΥΡΙΖΑ επί γης. Στο μεταξύ η μηχανή της πολιτικής ενοχής μάς πειθανάγκαζε για το ότι φταίμε επειδή δεν αλλάζουμε.

Το 2016 μετράμε δύο χρόνια προσφυγιάς μετά τη Λαμπεντούζα. Μιλάμε πια για "ροές" ανθρώπων σε μια χώρα που έστελνε μετανάστες και που δέχτηκε ομογενείς πρόσφυγες εξίσου σκατόψυχα με όσους υπερχρεώνουν νερό και φορτιστές. Μιλάμε με απάθεια αν όχι με απέχθεια για χιλιάδες θύματα μιας ηθικά νεκρής Ένωσης, παιδιά και άλλους. Μιλάμε για λίχνισμα ανθρώπων και για μάντρωμα κυνηγημένων. Είμαστε ηθικά χρεωκοπημένοι και εγκληματούμε.

Ακόμα και χωρίς κλάψες και αριστερούλες ηττοπάθειες, ακόμα και χωρίς ενοχές που εγγυώνται την αδράνεια, τώρα πια ξέρουμε ότι τελικά είμαστε η γενιά που άφησε τους πρόσφυγες να ψοφάνε μεταφορικά και κυριολεκτικά.

Και ξέρουμε τι συμβαίνει, τι είναι ο καπνός που ντουμανιάζει πάνω από τα στρατόπεδα, και δεν κάνουμε τίποτα, όταν δεν επικροτούμε πολιτικές που έντρομες κατευνάζουν τον νέο ευρωπαϊκό φασισμό. Στέκουν μόνο λαμπρές εξαιρέσεις, άνθρωποι και συλλογικότητες που κάποτε θα αγιοποιηθούν στο μέλλον και που θα χρησιμεύσουν για την εξιλέωση όλων μας: ακριβώς όπως μια χούφτα αντιστασιακών στη χούντα των νοικοκυραίων, των "έκανε έργα" και του "εργατιά αγροτιά Παπαδόπουλο ζητά" ή όπως η Εθνική Αντίσταση στην Κατοχή των δωσίλογων, των μαυραγοριτών και των ταγματαλητών.

Στην πασίγνωστη πια φωτογραφία, ο ήρωας August Landmesser.

GatheRate

Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2016

Συνειρμοί


Όταν για χρόνια προσπαθείς να ξεχάσεις το παρελθόν σου, επειδή είσαι μαλωμένος μαζί του, και επανασυνδεθείς μαζί του κάθε ανάμνηση από τότε μοιάζει με επινοημένη. Ξαναθυμάσαι το παρελθόν και νομίζεις πού και πού ότι το επινοείς.

Απόψε θυμήθηκα τον Αβραάμ. Ο Αβραάμ ήτανε γέννημα θρέμμα Πολίτης και ήρθε στην Ελλάδα, στο Φάληρο βεβαίως, έναν χρόνο πριν τον γνωρίσω μέσω κοινού φίλου. Δεν τον άφησε να πάει φαντάρος το ελληνικό κράτος, Τούρκος πολίτης γαρ, κι έτσι έπιασε δουλειά στην οικογενειακή επιχείρηση στην Αθήνα. Ο άνθρωπος καταγόταν από την μία Κοσμόπολη του Παλαιού Κόσμου αλλά είχε το βλέμμα σαστισμένου και αμυντικώς τσαμπουκαλεμένου ΕΛΔΥΚάριου από χωριό της Γουμένισσας ή της Νιγρίτας που βολτάρει αδειούχος παρέα με κωλοπετσωμένους από Μενεμένη και Περιστέρι. Μου έλεγε ο Αβραάμ ότι οι Έλληνες της Πόλης, της δικής του κάστας τουλάχιστον και τότε στην εκπνοή της δεκαετίας του '80, ζούσανε σαν ξένοι μέσα στη δική τους αχανή και ακατάληπτη Πόλη. Χάρη στον Αβραάμ κατάλαβα δύο ιστορίες του παππού μου, αν και αυτός άφησε την Πόλη το 1924.

Η πρώτη ιστορία είναι ότι όταν κατέβηκε στη Σαλονίκη παρατήρησε δύο πράγματα: οι Εβραίοι μίλαγαν άλλη γλώσσα από αυτή των Εβραίων της Πόλης. Επίσης, όλοι βλαστήμαγαν. "Ταράχτηκα κι έλεγα 'τώρα θα πέσει φωτιά να τον κάψει αυτόν'. Όταν πάλε δεν έγινε τίποτα, έχασα κι εγώ την πίστη μου".

Η δεύτερη ιστορία του παππού διαδραματίζεται κάποια χρόνια μετά στην Αθήνα στο τυπογραφείο του Μυρτίδη, όπου δούλευε μαθητευόμενος τυπογράφος. Εκεί γνώρισε τον Κατσίμπαλη. Προφανώς ο Κατσίμπαλης τον αντιμετώπιζε με τον τρόπο που έβλεπα εγώ τον Αβραάμ, σαν ένα παιδί χαμένο μέσα στην Αθήνα, σαν να 'ταν χωριατόπαιδο κι ας ήταν Σταμπουλιώτης. Ανέλαβε να του μάθει τα "κατατόπια", γέλαγε δυνατά με τα "βιδολόγος", τα "τυρί άσπρο" και τα "maşallah!" του παππού μου, τον δίδαξε με το στανιό ορθογραφία γιατί ο τυπογράφος πρέπει να βλέπει τα λάθη οπτικά, χωρίς να διαβάζει.

Εγώ δεν ήξερα ποιος ήταν ο Κατσίμπαλης μέχρι τη στιγμή που ο παππούς είπε τη μαγική λέξη "Σεφέρης". Ήμουν Β' Γυμνασίου και το ένα έφερε το άλλο: ο Σεφέρης τον Καραντώνη, ο Καραντώνης τον Κατσίμπαλη, ο Κατσίμπαλης τον Κολοσσό του Μαρουσιού.

Διάβασα τον Κολοσσό 2-3 χρόνια αργότερα και ακόμη πιο μετά συνειδητοποίησα ότι εκείνο το ωραίο παρατημένο σπίτι με τη ζουγκλώδη περίκλειστη αυλή στο Μαρούσι, στα σύνορα με την Πεύκη, μπροστά από το οποίο περνάγαμε βολτάροντας με Νίκο και Γιώργο ήταν το περίφημο σπίτι της Μαγκουφάνας, εκεί όπου κατοικούσε ο Κολοσσός Κατσίμπαλης. Από το βιβλίο του Μίλλερ συμπεραίνει κανείς ότι ο Κατσίμπαλης πρέπει να ήταν μεγάλη μορφή στις παρέες της εποχής και φίρμα κανονική: η ψυχή της παρέας. Η σκιά του Κολοσσού πέφτει και στο σεφερικό έργο, σε τόση έκταση που ένας φιλόλογος φίλος ισχυρίζεται ότι δεν θα υπήρχε Σεφέρης χωρίς Κατσίμπαλη, Καραντώνη, Σαββίδη -- εγώ όμως αυτά δεν τα καλοξέρω.

Παρ' όλα αυτά, εκείνος που ο ομολογουμένως φαφλατάς κι αμπλαούμπλας Μίλλερ αποκαλεί στην εποχή του Κολοσσό έχει αφήσει ίχνος εξίτηλο και αμυδρό, γιατί δεν ύφανε έργο υλικό κι αποτυπωμένο. Είναι και ο Κατσίμπαλης ακόμη ένας "κάποιος καταπληκτικός", όνομα μαζί με τα ονόματα του τάδε ή του δείνα σε πλατωνικούς διαλόγους, σε λατινικά σατιρικά ποιήματα και σε καλλιτεχνικές παρέες από Αναγέννηση και μετά. Αν και βεβαίως η υστεροφημία αφορά πολλούς αλλά ποτέ τον θανόντα φορέα της.

Πάντως ο Μίλλερ θεωρούσε τις ελληνίδες κακάσχημες, ισχυρισμός που επαναλαμβάνει και στον Τροπικό του Καρκίνου, και επέχαιρε με την προσφυγιά του '22-'23, που μπόλιασε την Ελλάδα με ομορφιά.

Καλά όλα αυτά, αλλά τι σχέση έχουνε με το παρελθόν το δικό σου, που το ξαναθυμάσαι και νομίζεις ότι μπορεί και να το έχεις επινοήσει; Ω, μα καμμία.

GatheRate

Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2016

Μαύρη χήρα


Η μάνα μου ήτανε καλλονή. Όταν ο παππούς μου την άφησε να πάει σε χορό για πρώτη φορά, στους Εγγλέζους, κάποια λέσχη είχανε, κάτι τέτοιο, έπεσε αναστάτωση σε ολόκληρο το Χαρτούμ. Τι να σου λέω, παιδί μου, χαμός. "Η Ελληνίδα" και "η Ελληνίδα" -- χαμός. Η μαμά μου ήτανε σαν κι εμένα, μόνο που είχε πάρει τα μαλλιά της μάνας της, της γιαγιάς μου, που ήταν από την Ανδραβίδα. Δηλαδή κάπως είχε πάρει τα μαλλιά της, όχι ακριβώς. Αϊσέ την έλεγαν. Τέλος πάντων, την ξέρεις την ιστορία, κατέβηκε ο μπαμπάς μου με την κυβέρνηση στην Αίγυπτο και μετά κάπως με τους Άγγλους, δεν ξέρω κι εγώ πώς, βρέθηκε το '41 στο Χαρτούμ με πολλά λεφτά. Γνώρισε τη μαμά μου, την Ελληνίδα, και το '42 έκαναν εμένα.

Σαν όνειρο το θυμάμαι το Χαρτούμ. Θυμάμαι τον Νείλο. Όταν πρωτοείδα θάλασσα, στην Αλεξάνδρεια στο λιμάνι το '53, ρώταγα τον πατέρα μου γιατί είναι τόσο φαρδύς ο Νείλος εκεί. Μετά έμαθα ότι αυτό είναι θάλασσα και δεν έχει τη χάρη του ποταμιού, παρά είναι θηρίο που ανακατώνεται και γεμίζει αλάτι τα γυαλιά σου. Ναι, από μικρή τα φόραγα και όλοι έλεγαν στην Κυψέλη τι κρίμα να κρύβω τα μάτια μου πίσω από γυαλιά αλλά η μάνα μου κι ο πατέρας μου ήταν Ευρωπαίοι, από το Χαρτούμ ερχόντουσαν, και τους κορόιδευαν τους Κυψελιώτες. Άλλωστε τι ήταν η Αθήνα τότε; σχεδόν τη θυμάμαι: ένα χωριό σκονισμένο. Εκεί στο Πολύγωνο σχεδόν είχε παράγκες ακόμα, τα σύνορα της Κυψέλης ήταν η Ευελπίδων.

Μεγάλωσα στην Κυψέλη. Στο γυμνάσιο εδώ ήμουνα πρώτη, είχαμε καλό δημοτικό στην παροικία. Μαύρη με ανέβαζαν, αραπίνα με κατέβαζαν, αλλά μίλαγα ελληνικά καλύτερα από τα άλλα παιδιά στο σχολείο. Κι ο πατέρας μου ήταν κύριος με κουστούμι και καπέλο και τσιγάρα αμερικάνικα. Η καημένη η μάνα μου, όμως, αχ η μαμά μου, δεν την ήθελε την Κυψέλη, δεν την ήθελε την Ελλάδα. Στο Χαρτούμ ήταν Ελληνίδα και καλλονή, εδώ ήταν η Αϊσά η αραπίνα -- η κυρία Τερζίδου, στην καλύτερη περίπτωση.

Το '57 γνώρισα τον άντρα μου, τον παππού σου. Ήταν Ιούλιος, φόραγε ένα μαύρο κουστούμι και ίδρωνε όσο δεν φαντάζεσαι. Κουβάδες ίδρωνε. Μόλις είχε τελειώσει το στρατιωτικό κι αμέσως τον έβαλε ο πατέρας του, ο πεθερός μου, στη δουλειά. Εργολάβος. Εμείς μέναμε ήδη έδώ που είμαστε, τότε η Φωκίωνος ήταν πολυτέλεια, χλιδή που λέτε τώρα, την πήρα προικιό. Ο κόσμος ξέρεις έμενε σε μικρά δωμάτια που βρώμαγαν υγρασία τον χειμώνα και σκόνη το καλοκαίρι, με καμπινέ εξωτερικό. Εμείς όμως ζούσαμε σαν βασιλιάδες. Ήρθε λοιπόν ο Τάκης να μιλήσει με τον πατέρα μου για κάτι διαμερίσματα που ήθελε να αγοράσει ο μπαμπάς, οι μπαλκονόπορτες ήταν ορθάνοιχτες γιατί στον τέταρτο φύσαγε ακόμα περισσότερο τότε, είχαμε και ασανσέρ, άλλοι δεν είχαν. Αλλά ο Τάκης ίδρωνε. Μια κοίταγε εμένα μια τον πατέρα μου. Ίδρωνε πολύ. Εγώ ήμουν καθισμένη στην άλλη μεριά του σαλονιού και διάβαζα στα γαλλικά τα Αγνά Νιάτα, του Toth. Μου το είχανε συστήσει στο κατηχητικό, γιατί ήμουν ανεπτυγμένη κοπέλα. Κατάλαβες τώρα, σωστή γυναίκα ήμουν. Στο κατηχητικό πήγαινα για χατήρι του πατέρα μου, κυριακάτικα, η μάνα μου ήταν και παρέμενε μουσουλμάνα, "μωαμεθανή" έλεγε και στην ταυτότητα.

Όταν έφυγε ο παππούς σου, κάτω από το φλυτζάνι του καφέ του βρήκα έναν αριθμό. Αρχικά δεν ασχολήθηκα. Έλεγα στον εαυτό μου ότι ήταν άσχημος. Αν άντρας έχει προγούλι στα εικοσιτρία, πώς θα είναι στα σαράντα; Κι εμένα, ρε λεβεντάκο μου, πάντα μου άρεζαν οι ωραίοι οι άντρες.

Τελικά τον πήρα τηλέφωνο τον Τάκη. Ξένη ήμουν, αραπίνα ήμουν, πλουσιοκόρη ήμουν: λογαριασμό δεν έδινα σε κανένανε. Πήγαμε για μια πορτοκαλάδα εδώ κοντά στο σπίτι, γεμάτη από ζαχαροπλαστεία ήταν η Φωκίωνος. Βεβαίως εγώ ήμουνα μαθήτρια κι έπρεπε να προσέχω μη μας δει κανα μάτι, άγχος το είχα. Ο Τάκης μού έλεγε κάτι χαζομάρες, κάποιος τον είχε δασκαλέψει: ότι είμαι σαν αφρικανίς βασίλισσα (όχι αφρικανή, αφρικανίς), ότι μοιάζω με οπτασίαν οάσεως, ότι είμαι δαμάστρια λεόντων. Εγώ γέλαγα: αυτός νόμιζε επειδή ψηνόμουν, εγώ γιατί με πέρναγε για δούλα του Ταρζάν. Ευτυχώς τέτοιες κουταμάρες δεν μου ξαναείπε, ευτυχώς γιατί μετά από λίγο δεν θα είχανε πλάκα.

Ε, αγαπηθήκαμε. Πολύ. Παντρευτήκαμε το '59 στον Άη Γιώργη, δόξη και τιμή. Ο παππούς σου ο Τάκης ήτανε καλός σε όλα του, κατάλαβες. Και σωστός. Και δεν ήτανε τζογαδόρος, μάστιγα τότε ο τζόγος. Σινεμά, θέατρα, κέντρα -- τίποτε δεν μας έλειψε. Και στοργικός, πολύ. Η θεία σου γεννήθηκε το '60, ο θείος σου το '65 και η μάνα σου το '69. Ενδιάμεσα κάτι αποβολές... έτσι ήτανε τότε. Μετά τη μάνα σου έπαιρνα το χάπι. Όλες παίρναμε το χάπι τότε. Ζούσαμε καλά. Ο κόσμος υπέφερε αλλά εμείς ζούσαμε λαμπρά. Μην ακούς τι λένε, δεν ήτανε καλύτερα τότε. Χαφιές, παπάς, χωροφύλακας (όχι στην Κυψέλη, εμείς ήμασταν Αθήνα, Αστυνομία Πόλεων, σχήμα λόγου). Πάντως με τα παιδιά συμβαίνει το εξής: δεν περνάει ο καιρός, ιδίως άμα δεν κοιμούνται ή άμα αρρωστήσουν, αλλά περνάνε τα χρόνια. Γρήγορα. Πέρναγαν τα χρόνια και πέρναγαν καλά.

Βρέθηκα λοιπόν 35 χρονών γυναίκα να έχω τρία παιδιά, το προικιό μου εδώ, εδώ που θα πεθάνω, ψηλά πάνω από τη Φωκίωνος, και 17 χρόνια παντρεμένη. Είναι πολλά 17 χρόνια, τα παλιά τα χρόνια δεν κράταγαν τόσο οι γάμοι, ένας από τους δύο θα χήρευε -- το ίδιο και οι φτωχοί στο Χαρτούμ. Εγώ ένιωθα νέα γυναίκα, αν και τη δεκαετία του '70, ε, μετά τα τριάντα έμπαινες στη μέση ηλικία αν ήσουνα γυναίκα. Τον Τάκη τον αγαπούσα και δεν έπαψα ποτέ να τον αγαπώ. Άρχισε όμως κι αυτός να βγαίνει. Βέβαια στη δουλειά του πάντα σε τραπεζώματα γίνονταν οι δουλειές, αλλά καταλάβαινα ότι έβγαινε πια και για ποτά, θυμάσαι πόσο την ήθελε τη βότκα, έβγαινε και με γυναίκες. Κάναμε στην αρχή κάποιους καβγάδες. Εμένα βεβαίως με φρόντιζε πάντα, αδιαλείπτως και με έγνοια, αλλά έβγαινε και με άλλες. Ε, και εκεί το '76, το θυμάμαι, που ήτανε κι ο κόσμος πιο ελεύθερος, που όλες παίρναμε το χάπι, που δεν είχαμε και AIDS, έκανα κι εγώ τον πρώτο δεσμό. Εξωσυζυγικό.

Δεν ήταν δύσκολο. Πάντα με κοίταζαν στον δρόμο. Μαύρη στην Αθήνα, σπάνιο θέαμα τότε. Κι ωραία μαύρη η γιαγιά σου. Κι όταν άνοιγα το στόμα μου ακούγαν ελληνικά. Και πάντοτε ντυνόμουν μοντέρνα, ας είναι καλά ο παππούς σου. Ήμουν φρόνιμη, δεν θα έμπλεκα με γείτονα. όχι βέβαια, η γειτονιά στην Αθήνα είναι χωριό, έφεραν τα χωριά μαζί τους, τρομάρα τους. Επίσης, εκείνο τον πρώτο καιρό, έλεγα "εραστές έχεις, μα τον άντρα σου αγαπάς: το στεφάνι σου".

Ε, την πρώτη ιστορία την έχεις καταλάβει: ο γιατρός στη Μιχαήλ Βόδα. θα σου τα είπε η μάνα σου... Στο ιατρείο του συναντιόμασταν. Ωραίος άντρας, θερμός. Μύριζε κι ωραία. Με φίλαγε πάρα πολύ αδέξια, σαν μαθητής. Ήτανε στην ηλικία μου, οπότε με έκανε να νιώθω μικρότερη: μην ξεχνάς πως ο παππούς σου με περνάει εφτά χρόνια. Με πέρναγε. Δεν με περνάει πια. Σύντομα θα τη φτάσω την ηλικία του.

Ήτανε κι άλλοι. Δεν θέλω να πω πολλές λεπτομέρειες. Ήτανε κάποιοι μικρότεροι, τους ξετρέλαινε που ήμουν, λέει, μιγάδα. Εγώ εκνευριζόμουν να με λένε έτσι: ή πείτε μαύρη, αραπίνα, ή τίποτα. Τι θα πει "μιγάδα"; Μιγάδες είναι οι μουλάρες. Ήτανε κι άλλοι, όμως έλεγα πάντοτε στον εαυτό μου "Μόνα, οι amants είναι της χαράς και της χαράς της ζωής, ο Τάκης είναι η αγάπη σου και ο άντρας σου κι ο πατέρας των παιδιών σου". Εκείνη την εποχή και ο παππούς είχε ερωμένες, όχι μόνο μπαρόβιες, αλλά δεν ξέρω αν έκανε τέτοιες σκέψεις. Άντρες, δεν βγάζει άκρη κανείς μαζί σας: περιφράζετε τον κόσμο σας και ζείτε εκεί μέσα μόνοι, ολομόναχοι, με τις σκέψεις σας και τις λόξες σας.

Με τον Τάκη αγαπιόμασταν. Και μου λείπει ακόμα ο παππούς σου, παιδί μου, και σαν άντρας... Έπαθα κι εγώ λοιπόν το σοκ εκεί στα σαράντα. Με εκείνη την υπόθεση πήγαν όλα λάθος. Αλλά όμορφο λάθος, όμορφο. Στον γάμο που λες της θείας σου το '81, μια βδομάδα πριν κλείσω τα σαράντα, γνώρισα έναν πιτσιρικά. Τι πιτσιρικάς, εικοσπεντάρης ήταν αλλά τότε δεν πήγαινες με μικρότερο άντρα, πάει και τελείωσε. Το καλό με αυτόν, να σου πω το όνομά του, δεν έχει σημασία, Χρήστος, ήταν ότι δεν ήτανε μαλακισμένος. Εντάξει, ήτανε κνίτης, όμως είχε μυαλό το παιδί. Και είχε καλλιέργεια κι όρεξη στον έρωτα: ούτε παραμυθιαζόταν με την αραπίνα τη σιτεμένη, ούτε μου φερόταν σαν ήτανε μυξιάρικο. Ωραίος, σωστός, απελευθερώμενος. Ομιλητικός. μαθηματικός σε φροντιστήριο ήταν αλλά μιλάγαμε πολύ για τον Χατζιδάκι και τον Ελύτη, όλοι μίλαγαν τότε για τον Ελύτη. Κι εκεί ήρθε η κρίση σ' εμένα, η κρίση η δική μου: τον αγάπησα. Άμα έχεις και άντρα και παιδιά και έρωτες, την αγάπη την ξεχωρίζεις. Αμέσως. Τον αγάπησα. Κι αν ήμουν Αμερικάνα κι όχι η Μόνα, η κυρία Πετράκη από την Κυψέλη, θα χώριζα πολιτισμένα και θα ζούσα μαζί του. Μη με κοιτάς έτσι, τι νόημα έχει να κρυβόμαστε πια, πάνε και τόσα χρόνια. Αλήθεια λέω. Τον Χρήστο τον αγάπησα στ' αλήθεια. Μέχρι και βέρα θα ξαναφόραγα γι' αυτόν.

Αλλά δεν ήμουν Αμερικάνα. Κι είχα και παιδιά. Κι αγάπαγα και τον παππού σου. Μετά από τρία-τέσσερα χρόνια διέκοψα, του είπα να βρει ένα κορίτσι να παντρευτούν. Με τα πολλά αυτό έκανε. Μετακόμισε στη Ζάκυνθο, άνοιξε εκεί φροντιστήριο. Μιλάμε ακόμα, μια φορά τη βδομάδα, τον κοροϊδεύω: είμαι πια γριά και χήρα και δεν βλέπομαι, του λέω. Εκείνος δεν απαντάει. Μιλάμε. Το κλείνουμε κι ύστερα είμαι χάλια, καμμιά φορά πίνω μισό λεξοτανίλ.

Φυσικά και παίρνω φάρμακα: τα φάρμακα κάνουνε καλό. Τα φάρμακα είναι φίλοι μας. Και το κρασί επίσης.

Μετά ήρθανε κι άλλοι. Δεν τους υποτιμώ. Η χαρά της ζωής είναι ο έρωτας. Σε βγάζει έξω από το σπίτι και έξω από τον εαυτό σου, σε κάνει να νιώθεις πως δεν είσαι μόνο σύζυγος, μάνα κι αραπίνα. Καθαρή χαρά είναι ο έρωτας κι όσοι τον κακολογούν έχουν άλλα να πάνε να λύσουν με τον εαυτό τους και με τους άλλους. Κανα δύο από τους αγαπητικούς είχανε και πλάκα, δεν είχανε "ξαναπάει με μαύρη", φοβόντουσαν -- ε, τι ρωτάς κι εσύ! Αναγκάστηκα να τους αποπλανήσω. Είχε πολλή πλάκα, πάρα πολύ γούστο.

Αλλά πέρναγαν τα χρόνια. Όταν έφυγε και η μάνα σου από το σπίτι, το '91, ε, έμεινα με τον παππού σου. Σπάνια έβγαινε πια, αν κι είχε σχεδόν μπλέξει με μια κοπελιά ξένη, το αντίθετο από εμένα: λευκή, κατάξανθη, μικρή, με μικρά στήθη. Ελπίζω να μην ντρέπεσαι: πρέπει να μάθεις να μην ντρέπεσαι γιατί όσο αφήνεις την ντροπή να κυκλοφοράει στο αίμα σου, τόσο θα σε δηλητηριάζει. Αυτό να θυμάσαι από τη γιαγιά σου την Αφρικάνα από το Χαρτούμ, που τη βρίζουνε κάθε φορά που θα πάει να ψηφίσει, ότι την έκαναν Ελληνίδα οι "φαύλοι πολιτικοί". Κι εσάς ρε κωλοφασίστες ποιος σας έκανε ανθρώπους; Τέλος πάντων.

Μετά τα ξέρεις, τα εγκεφαλικά του παππού σου. Τι ειρωνεία, μια ζωή φοβόταν τα καρκινογόνα, δεν έπινε πάνω από τρία ποτήρια σερί ποτέ, έκοψε το καπνισμα όταν γεννήθηκε η μάνα σου, απέφευγε το χοιρινό --  αλλά μετά τον πήρανε φαλάγγι τα εγκεφαλικά. Τον έβλεπα να χάνεται κομμάτι κομμάτι, εγκεφαλικό το εγκεφαλικό. Αξιώθηκα να μη χάσω παιδί αλλά ο Αλλάχ, που θα 'λεγε κι η μάνα μου, μου το χρέωσε με το να χάνω τον άνθρωπό μου λίγο λίγο. Αχ ρε Τάκη, αχ ρε Τάκη μου. Γαμώτο.

Πέρσι έγινε κι ο Τάκης παραμύθι. Πάει. Θα τον κλαίω μέχρι να πεθάνω. Το ήξερα πως θα γίνω χήρα απ΄την αρχή, εφτά χρόνια με πέρναγε, τι διάολο, αλλά σκεφτόμουν ότι μετά τη χηρεία θα ξαναρχίσω τη ζωή μου. Αν το σκεφτείς, τι, 75 χρονών γυναίκα είμαι, δεν είμαι και κανα ερείπιο. Όμως απλώς δεν έχω πια όρεξη, είμαι πια χήρα και νιώθω χήρα. Είμαι τώρα μια χήρα που έχει μόνον ιστορίες παλιές. Ευτυχώς υπάρχουνε κι αυτές.

GatheRate

Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου 2016

Η κανονική ζωή



σ' εσένα που με διαβάζεις

Καθένας από εμάς λέει τις ιστορίες του.

Ίσως οι ιστορίες είναι για να λέγονται και όχι για να γράφονται, τελικά. Να τις παίρνει κάποιος άλλος και να τις πειράζει λίγο, ένας να τις στρίβει εδώ και άλλος να τις τανύει εκεί, κάπου να τις ξεχειλώνει ο κιμπάρης και κάπου να τις μαζεύει ο στριφνός, να ρίχνει κάποιος άλλος κι ένα καρίκωμα. Ίσως άμα τη γράψεις την ιστορία τελικά την αγκυλώνεις και ύστερα σκαλίζεις και κεντάς περισσότερο το πώς τη λες την ιστορία παρά την ίδια την ιστορία. Βεβαίως, κάποιοι αγαπάμε να τις γράφουμε και να τους δίνουμε υλικότητα σε φωτεινές κι ετερόφωτες οθόνες ή στο χαρτί, άλλοι όμως ζούνε και χαίρονται την άψη να τη λες την ιστορία και να την ακούει ο άλλος εκεί και τότε -- όχι να την αμολάς γραμμένη για όποιον τυχόν την περισυλλέξει σε διαδίκτυα, σε περιοδικά και σε ράφια βιβλιοπωλείων.

Το ουσιώδες είναι να μη μένουνε φυλακισμένες οι ιστορίες μέσα στα καύκαλά μας, να μη χάνονται μαζί μας όταν σβήσουμε εμείς. Όποιες και να είναι αυτές, όσο ασήμαντες ή απλές ή και κάπως κακογουστες. Έχουνε δεν έχουν το κατιτίς τους. Δεν είναι όλα τέχνη και δεν χρειάζεται.

Καθένας από εμάς λέει την ιστορία του και θέλει να πιστεύει ότι είναι η ιστορία της γενιάς του.

Και ας ξέρουμε όλοι ότι η γενιά δεν ορίζεται με το διάστημα της τριακονταετίας αλλά με το ποιοι είναι σαν εσένα, γεννημένοι συν-πλην λίγα χρόνια από εσένα. Και λέμε ιστορίες για αυτούς, για τους φίλους τους και για τους φίλους των φίλων τους και για όσους εκείνοι μπορεί και να γνωρίζουν. Λέμε τις ιστορίες για αυτούς, για παρέες, και πιστεύουμε πως μιλάμε για τη γενιά μας.

Είναι αξιοσημείωτο πως εκείνοι που θέλουν να πουν ιστορίες για τη γενιά τους είναι συνήθως εκείνοι που δεν βρίσκονταν στον πυρήνα της παρέας που θεωρούν τα πνευμόνια την καρδιά και το συκώτι της γενιάς τους. Αναμενόμενο, θα μου πείτε: άλλος ο παλληκαράς κι άλλος ο παραμυθάς, άλλη η μαυλίστρα κι άλλη η κεντήστρα (για να παραμείνουμε εντός αρχετύπων). Είναι όμως χαρακτηριστικό ότι για τη γενιά τους μιλάνε συνήθως αυτοί που είναι έξω από αυτήν, δηλαδή ούτε ανάμεσα στους φίλους, ούτε ανάμεσα στους φίλους φίλων. Τις ιστορίες μιας γενιάς θέλουνε να τις πούνε μάλλον όσοι απλώς τη γνωρίζουν, και δη εξ ακοής.

Καλύτερα λοιπόν να μην ασχολούμαστε με τη γενιά μας ή με το να δώσουμε στον τόπο μας λαλιά -- οι ίδιοι τόποι δίνουνε πολύ διαφορετικούς χρησμούς σε διαφορετικούς ανθρώπους. Καλύτερα να πούμε ο καθένας την ιστορία του ξέροντας ότι είναι μια ανθρώπινη ιστορία, όσες εμμονές μας και όσα καθέκαστα και ό,τι χούγια ολοδικά μας κι αν κουβαλάει.

Ίσως η ιστορία μας μιλάει για μια κανονική ζωή αλλά με λαμπρή μεταξωτή φόδρα ή για μια ζωή που θα ήθελε να γίνει κανονική μα δεν χωράει σε αυτό που είναι κανονικό. Ίσως να μην είναι στην τελική μια καθόλου κανονική ζωή, αλλά και τότε τα νέα είναι ευφρόσυνα: μια κανονική ιστορία σπάνια θεμελιώνεται σε κανονική ζωή. Κι όπως είπε και η Αναΐς Νιν, ποιος θέλει κανονική ζωή στο κάτω κάτω; Ένα ωραίο κέλυφος κανονικότητας θέλουμε -- όσοι το θέλουμε κι όσοι δεν αγαπάμε την ύπαιθρο και το έναστρο στερέωμα της παλαβομάρας -- για να κοιμούνται όσα θα ωριμάσουν και θα γίνουν ιστορίες μέσα στα υπόσκαφα κελάρια από κάτω από αυτό το κέλυφος.

GatheRate

Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2016

Ενας θαμπός κι αμφίθυμος Βαλεντίνος


Πρέπει να τελειώνουμε. Ο κόσμος κινείται προς μία κατεύθυνση, εμείς πρέπει να κινηθούμε προς μια διαφορετική. Ο κόσμος προσπαθεί να κανονικοποιήσει όσο δυνατόν περισσότερες ερωτικές συμπεριφορές, αυτές που μπορεί να αντέξει και να εντάξει, παραγκωνίζοντας και περιθωριοποιώντας τις υπόλοιπες, δηλαδή τις περισσότερες.

Με αυτή τη βάναυση και γενικευμένη ροπή για ρύθμιση και ποδηγέτηση δεν συνδιαλέγεσαι. Δεν της απαντάς. Όπως και σε άλλα θέματα, δεν περιορίζεσαι στα πλαίσια του διαλόγου που επιτρέπει και ανέχεται η Εξουσία ή η Αυθεντία: την αμφισβητείς, αρνείσαι να την αναγνωρίσεις και αρθρώνεις τον δικό σου λόγο.

Ξεκινάμε λοιπόν: Ο απλούστατος κανόνας περί τα ερωτικά, αυτός της συναίνεσης μεταξύ ενηλίκων, ο μόνος που έχει οποιοδήποτε ηθικό χαρακτήρα, καταστρατηγείται καθώς φορτώνεται με κάθε λογής υποσημειώσεις και τροπολογίες: επικλήσεις στο φυσιολογικό ή αποφάνσεις για το τι αντανακλά ψυχική υγεία και τι νόσο,  μέχρι δισταγμούς για το κοινωνικά ωφέλιμο. Είναι όμως ο μόνος κανόνας: ό,τι κάνουνε συναινούντες ενήλικοι μεταξύ τους κι ανάμεσά τους είναι άμεμπτο και αυτοδικαίως ορθό.

Για θέματα συμβίωσης δεν μιλάω: επί της αρχής δεν αφορά την κοινωνία η ερωτική ζωή όσων επιλέγουν να συμβιώσουν και όλοι έχουνε δικαίωμα να επιλέξουν με ποιον άνθρωπο θα μοιραστούν τις μέρες, τις ώρες, τις μπουγάδες, τις δυστυχίες, τις χαρές και την πλήξη τους.

Συνεχίζω. Έχοντας ημιτελώς και σχεδόν ανεπιτυχώς εξοστρακίσει τους θεούς από την ερωτική μας ζωή, έχοντας απαλλαγεί από χαράμ, καντός, αμαρτίες, κρίματα, κοσέρ, ευλογίες και νηστείες, ήρθε η ώρα να στείλουμε κατά διαόλου και τον ίδιο τον διάολο, τον σατανά. Είναι αναγκαίο να μουτζώσουμε πια την εικονογραφία και τη μεταφορά του διαβόλου στο κορμί και του σατανά που γαμά υπέροχα, που και καλά does this thing with his tongue. Δεν πρόκειται απλώς για ακόμη ένα κατάλοιπο μαγικής σκέψης που μας λερώνει, παρά για λίβελλο και κηλίδωση της ανθρώπινης φύσης, για την πιο ρυπαρή κληρονομιά του βικτωριανισμού μετά την πεφωτισμένη αποικιοκρατία. Το ερωτικό πάθος, η καύλα (ο τεχνικός όρος της μόδας), η παραφορά της κλινοπάλης και η θηριωδία του ίμερου είναι αυτό που μας κάνει ανθρώπους. Δεν είναι ούτε ο διάολος που μας καβαλάει, ούτε ο δαίμονας που μας καυλώνει.

Ούτε δαίμονας ο έρωτας, ούτε κτήνος. Είμαστε άνθρωποι (ή δελφίνια) γιατί ασχολούμαστε διαρκώς με τον έρωτα και με το γαμήσι, όπως ο καθένας το παλεύει και μπορεί. Απεναντίας, τα ζωάκια ζούνε ανέραστες και τακτοποιημένες ζωές δέκα-έντεκα μήνες τον χρόνο και απλώς κάνουνε τη δουλειά της μάνας φύσης την εποχή του οίστρου τους, γόνιμα κι αποτελεσματικά. Ζωώδες δεν είναι να ζεις και ανάμεσα στα σκέλια σου, ζωώδες είναι να αποσκωρακίζεις με έδικτο και με στυγνή πειθαρχία αυτή την όψη του κόσμου εντός σου και του βίου σου, στη μεγάλη σου πλάνη ότι έτσι αγνίζεσαι και μεταρσιώνεσαι.

Κι αφού ξεμπλέξουμε με θεούς, δαίμονες και τους τάχα ζωώδεις έρωτες, πρέπει να επιτεθούμε στις κόκκινες ζαχαρόπηκτες παραμύθες της αγάπης που κυβερνάνε την ποπ κουλτούρα και που μας ζορίζουν να ερμηνεύουμε τον έρωτα σαν κάτι που θα καρποφορήσει αγάπη -- λες και δεν αρκεί ο έρωτας, όταν αρκεί, σαν να είναι ο έρωτας προνύμφη της αγάπης. Ας βγούμε να κράξουμε, έστω και φάλτσα ρε γαμώτο, την πλάνη ότι το σεξ είναι συνεκδοχή ή, έστω, προοίμιο της αγάπης. Πρέπει κάποτε να γυρίσουμε την πλάτη στον ιδεασμό ότι η ερωτική προσκόλληση, η εμμονή του πάθους και οι άγριοι έρωτες ωριμάζουν και τελεσφορούν ως αγάπες ιερές και καθαγιασμένες -- ή ότι οδηγούν αναπόδραστα είτε προς την αγάπη είτε προς τον γκρεμό και στη δυστυχία.

Τέλος, μια και πήραμε φόρα, να ξεμπερδεύουμε και με την εξιδανίκευση του γαμησιού, με την αναγωγή του σεξ σε αυταξία και σε ευεργετική δύναμη που όλα τα επανορθώνει και όλα τα ανακουφίζει. Μάλλον για υπόλειμμα εφηβικής αδιάκοπης διέγερσης είναι αυτή η αντίληψη, ότι δηλαδή το σεξ είναι εγγενώς και απολύτως καλό, κάτι εξ ορισμού όμορφο, ένα απόλυτο αγαθό. Το σεξ είναι αυτό που το κάνουν όσοι το κάνουν -- και όπως κάθε συνεργατική προσπάθεια, απαιτεί πολλά περισσότερα από ευτυχείς φυσιολογίες και καλή διάθεση.

Αν ο Βαλεντίνος είναι γιορτή του έρωτα, ας τη γιορτάσει όποιος θέλει. Αλλά να θυμόμαστε ότι είναι λίγο σαν γενέθλια, που μαζί με τη γιορτή φέρνουν ίσως και αναμνήσεις απώλειας, προοικονομία θανάτου ή τη διάθεση είτε να ξεκινήσει κανείς κάτι καινούργιο είτε να τιμήσει ό,τι θεωρεί κατακτημένο. Ας είναι θαμπός και ιριδίζων Βαλεντίνος, ούτε εξαϋλωμένος, ούτε γλασαρισμένος κόκκινος με σκέτη σοκολάτα -- ούτε καν εξιδανικευτικό πανηγύρι του ξεκαυλώματος.

GatheRate

Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2016

Ισλάμ, μπέικον, μαντήλες

Το Ισλάμ δεν είναι χειρότερη θρησκεία από τη δική μας. Και η δική μας και το Ισλάμ είναι καθολικές εξ αποκαλύψεως μονοθεϊστικές θρησκείες. Συνεπώς
  • καθολικές, άρα αφορούν όλη την ανθρωπότητα, όπως ο βουδισμός αλλά σε αντίθεση με τον ιουδαϊσμό,
  • εξ αποκαλύψεως, άρα προσκολλημένες στη θεία αποκάλυψη, είτε λέγεται Κοράνι, είτε Βίβλος (οι προτεστάντες), είτε "η αλήθεια της Εκκλησίας" και
  • μονοθεϊστικές, άρα ένας είναι ο Θεός, δεν υπάρχει άλλος, ούτε εναλλακτικές λύσεις.
Το γνωστό ιδεολόγημα ότι το Ισλάμ βρίσκεται στην ιστορική φάση που ο Χριστιανισμός βρισκόταν τον Μεσαίωνα, δηλαδή στη φάση "βαρβαρότητα και βαρβατίλα", είναι ανιστορικό και βαθιά οριενταλιστικό. Πρέπει κανείς να λάβει υπόψη δύο παραμέτρους για να το δει αυτό:

Πρώτον, τα δισεκατομμύρια των χριστιανών έχουν γενικά υψηλότερο βιοτικό επίπεδο από τα δισεκατομμύρια των μουσουλμάνων. Από τη σκοπιά του ισχυρού και χορτάτου οι φτωχοί τείνουν να φαίνονται κομματάκι βάρβαροι -- συμβαίνει αυτό όταν τους κόβεις όλες τις υπόλοιπες επιλογές.  Ταυτόχρονα, το σκοτάδι της όποιας θρησκείας, και δη της μονοθεϊστικής, αποτελεί άριστο περιβάλλον για να τους κρατήσεις αδρανείς. Το Ισλάμ των ουαχαμπιστών συντηρεί τη σαουδική απολυταρχία, ο ευαγγελικός χριστιανισμός το ρεπουμπλικανικό κόμμα.

Δεύτερον, υπάρχουν αυτή τη στιγμή πολλά Ισλάμ και πολλοί χριστιανισμοί. Το Ιράν και η Σαουδική Αραβία βρίσκονται "στη φάση" που βρίσκεται ο αφρικανικός προτεσταντισμός και οι Βαπτιστές και οι Ευαγγελικοί των ΗΠΑ, και στην οποία βρισκόταν η Ιρλανδία της δεκαετίας του '80. Ο εκλεπτυσμένος χριστιανισμός των αγγλικανών και του πάπα Φραγκίσκου βρίσκεται "στη φάση" του ευγενούς και φιλεύσπλαγχνου Ισλάμ των Ιορδανών φίλων μου, των Τούρκων διανοούμενων που το αντιμετωπίζουν ως ηθική δύναμη και στοιχειο παράδοσης, κάτι σούφηδων, της συμφοιτήτριάς μου Diane που αλλαξοπίστησε γιατί το Ισλάμ είναι αγάπη. Τέλος, το Ισλάμ των τζιχαντιστών και του Daesh είναι ο προτεσταντισμός της Κου Κλουξ Κλαν και του David Koresh, ο καθολικισμός του Opus Dei, η Ορθοδοξία των Εσφιγμενιτών και της μονής του Αγίου Σάββα στην Παλαιστίνη.

Με δυο λόγια, ο μονοθεϊσμός παράγει νησίδες γαλήνης, μελέτης και αγαπητικής ενατένισης αλλά και νησίδες φρενήρους φανατισμού και ωμής βίας. Ενδιάμεσα θρέφει ενοχές, συντηρεί καταπίεση και εξανδραποδισμό, καταπραΰνει τη δυστυχία δισεκατομμυρίων ανθρώπων.

Επί της ουσίας: δεν οφείλουμε κανέναν σεβασμό στους ακκισμούς, καινοφανείς ή πανάρχαιους, καμμιάς μονοθεϊστικής ή άλλης θρησκείας. Θα σεβαστώ προσωπικά τον πιστό Εβραίο συνδαιτυμόνα μου και δεν θα χλαπακιάσω μπέικον μπροστά του, δεν θα παραγγείλω μπέργκερ δίπλα σε φίλο που νηστεύει. Καθαρά σε προσωπικό επίπεδο: παρομοίως θα στερηθώ το τυρί με τη βίγκαν φίλη μου και τα θαλασσινά με τη συνάδερφο που τα σιχαίνεται.

Φεύγοντας όμως από τις προσωπικές σχέσεις: τα γυμνά αγάλματα τα καλύπτουν οι Ιταλοί γιατί θέλουν να κάνουνε μπίζνες με τον Ιράν, ενώ οι Γάλλοι ακυρώνουν γεύμα με τον ηγέτη του έχοντας για πρόσχημα το κρασί επειδή τους παίρνει. Η Κύπρος εξεταζει το ενδεχόμενο να αφαιρέσει την αναδυομένη Αφροδίτη από τα διαβατήριά της για να μην προσβάλλονται οι σεμνότυφοι σαουδάραβες συνοριοφρουροί (...).

Όσο για τη μαντήλα, τα περιγράφει μια χαρά εδώ: κι αυτή μέσο άσκησης πολιτικής είναι. Υπενθυμίζω ότι η κάλυψη της γυναικείας κεφαλής ήταν παγχριστιανική πρακτική γιατί την απαιτεί ο Απόστολος Παύλος (Α' προς Κορινθίους 11,4-14 -- λέει κι άλλα όμορφα εκεί), ενώ διατηρήθηκε μέχρι πολύ πρόσφατα, πολλές φορές μεταμφιεσμένη σε καπέλο. Η κυρία Μπαζιάνα καλύφθηκε για να εμφανιστεί δημοσία στο Ιράν όχι από σεβασμό προς το Ισλάμ αλλά προς την ιρανική κυβέρνηση, πάντως από τον κύριο Τσίπρα δεν απαιτήθηκε αναλόγως να αφήσει μια ευπρεπώς ισλαμική γενειάδα.

Κι αυτό το πολιτικό παιχνίδι πάνω στο γυναικείο σώμα παίζεται: και από όσους επιβάλλουν μαντήλες, και από όσους τις συνιστούν και από όσους τις απαγορεύουν. Γενικότερα, ας μη μεταφράζουμε τις πολιτικές σκοπιμότητες σε σεβασμό και ανεκτικότητα.

GatheRate

Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2016

Αλκοολικά δελφίνια


Από το "Heroes" του Μπόουι, που ακούω συνέχεια από προχτές, μέχρι το Getting away with it (all messed up), που τραγούδαγα πιωμένος περνώντας τη γέφυρα της Friedrichstrasse το 2011.

Και τα δύο είναι τραγούδια για το αλκοόλ:

I, I wish you could swim
Like the dolphins, like dolphins can swim
Though nothing, nothing will keep us together
We can beat them, forever and ever
Oh, we can be heroes, just for one day

Και τα δυο μιλάνε για δελφίνια:

Daniel drinks his weight
Drinks like Richard Burton
Dance like John Travolta now
Daniel's saving Grace
She was all but drowning
Now they live like dolphins

GatheRate

Πέμπτη 28 Ιανουαρίου 2016

Υπόμνημα για τη λογοκρισία στον 21ο αιώνα

1.
Οι παλαιοδεξιοί, αν και μασκαρεμένοι σε φιλελεύθερους, δεν ενδιαφέρονται για την ελευθερία του λόγου. Ενδιαφέρονται να διατηρείται απαραβίαστος ή και άθικτος ο ιδεολογικός πομφόλυγας στον οποίο κατοικούν, αυτή τη φούσκα ουνιβερσαλισμού που ιριδίζει μαυλιστικά. Βρίσκονται εγκατεστημένοι στο κέντρο της φούσκας αυτής, η οποία πιστεύουν με ζέση δογματική σταλινικού ή ιησουίτη ότι περικλείει απόλυτες αλήθειες και πανανθρώπινα ιδανικά. Δεν τους ενδιαφέρει τους παλαιοδεξιούς-νεοφιλελεύθερους η ελευθερία του λόγου. Τους αφορά ο ηθικός σχετικισμός ή ο αποδομητικός κυνισμός ή η επίκληση στο πανανθρώπινο εφόσον τους επιτρέπουν να μη θίγονται τα λεπτεπίλεπτα τοιχώματα του πομφόλυγά τους.

Αυτά περί των λογοκριτών.

2.
Λοιπόν. Μετά τον Τελευταίο Πειρασμό, το Asperge me και το Corpus Christi, η Ισορροπία του Nash. Το Εθνικό, που την κατέβασε, λέει ότι η παράσταση "ξέφυγε από τον καλλιτεχνικό της στόχο και μοιάζει, χωρίς να το επιδιώκει, να εξαντλεί τις αντοχές μιας κοινωνίας". Υπενθυμίζω σε ανθρώπους βουτηγμένους στην τέχνη, σε ανθρώπους για τους οποίους ισχύει το vissi d'arte, ότι ένας υψηλός καλλιτεχνικός στόχος είναι να προκαλείς την κοινωνία και να εξαντλείς τις αντοχές της. Είτε πρόκειται για τον κώλο του Θεού, είτε για το συναξάρι απόκληρων ή και εγκληματιών, είτε για τον εξπρεσιονισμό, είτε για κριτική για την οποία "δεν είναι έτοιμη η κοινωνία" (θυμήθηκα και τον Ιβάν τον Τρομερό του Αϊζενστάιν).
 
3.
Συνεχίζει η ανακοίνωση ότι η παράσταση παρερμηνεύτηκε. Μα δεν είναι αυτή η μοίρα πολλών ενδιαφερόντων έργων; Αν θέλω να ανεβάσω κάτι στρωτό, μονοσήμαντο και καταπραϋντικό, π.χ. μια εκ των υστέρων συμφιλιωτική και ανιστορική διασκευή της Λωξάντρας, δεν χρειάζομαι το Εθνικό Θέατρο: μου κάνει τη δουλειά και ιδιώτης θεατρώνης.

4.
Η ανακοίνωση επισημαίνει "το βασικό της μήνυμα είναι πως καμία ιδέα δεν δικαιούται να αφαιρέσει ανθρώπινη ζωή". Εντυπωσιάζομαι ότι έργο που επιδέχεται παρερμηνείας και διαστρέβλωσης διαθέτει ταυτόχρονα κεντρική ιδέα και μονοσήμαντο δίδαγμα, όπως οι ιστορίες χρηστομάθειας της παλιάς καλής εποχής.

GatheRate

Σάββατο 23 Ιανουαρίου 2016

Κεφάλαιο γ': η Συνάντηση


Και είπε ο Δάσκαλός μου:
Όλα σ' εμένα έρχονται και εγώ δεν πάω σε τίποτα.

Κινούμαι ευθύγραμμα και ομαλά, αλλά δεν υπάρχει μία μόνο διάσταση: μπορείς να με συναντήσεις και χωρίς να έρχεσαι μετωπικά κατά πάνω μου.

Αφού θα έχεις έρθει εσύ σ' εμένα, έχω χρέος να σε ακούσω.
Μπορείς να μείνεις όσο θες ή όσο πρέπει ή όσο γίνεται.
Όμως
αφού θα έχεις έρθει εσύ σ' εμένα, εγώ δεν θα σε αφήσω
αν δεν μου το ζητήσεις.

Θα σου μιλήσω αν μου το ζητήσεις, και πάλι ίσως όχι.
Θα σου δείξω αν μου το ζητήσεις αλλά και αν μπορώ.

Σ' εμένα θα δεις ό,τι σε τρώει
από εμένα θα ακούσεις κάτι δικό μου ή δεν θα ακούσεις τίποτα
δεν θα είμαι καλύτερός σου, γιατί μαλλον δεν μπορώ,
αλλά ούτε χειρότερός σου, γιατί δεν θέλω.

Αν δεν μπορείς να γελάς με τον εαυτό σου δίχως να τον οικτίρεις, μην έρθεις σ' εμένα.
Αν δεν μπορείς να γελάς με τον κόσμο δίχως να τον περιφρονείς, μην έρθεις σ' εμένα.
Αν δεν μπορείς να γελάς μ' εμένα, μην έρθεις σ' εμένα.

Είμαι το δέντρο που βλέπεις όταν κοιτάς το δάσος. Αλλά δεν είμαι ξέχωρος από το δάσος.
Δεν είμαι ένας από εσάς, γιατί δεν βρίσκομαι απέναντι από εσάς, είμαστε εμείς και είμαστε μαζί. Είμαστε το δάσος και είμαστε ο κόσμος.

Η φωτογραφία είναι του Boris Dmitriev

GatheRate

Τετάρτη 20 Ιανουαρίου 2016

Σύνοψη

Άρα:
Όλα πήγαιναν πρίμα με τον σώφρονα Σαμαρά, τον σωφρονέστερο Βενιζέλο και με τον ολύμπιο Στουρνάρα (την Α' Τριανδρία). Όμως δεν εκλέχτηκε Πρόεδρος της Δημοκρατίας ο Σταύρος Δήμας, εξαιτίας ενός ανεύθυνου αριστερού, του Φώτη Κουβέλη.

Έπεσε η κυβέρνηση, οι ηλίθιοι εξέλεξαν τους φανατικούς-τσαρλατάνους. Αμέσως ανέλαβε ο υπερφίαλος και υπεροπτικός Βαρουφάκης και καταστραφήκαμε.

Στο λαϊκιστικό δημοψήφισμα που οι ηλίθιοι ψήφισαν Όχι απαξιώθηκε η Μνημονιοκρατία αλλά ευτυχώς η ΕΕ δεν μας εγκατέλειψε και μας χάρισε μια τρίτη ευκαιρία υπό μορφή Μνημονίου.

Μετά οι ηλίθιοι ψήφισαν ξανά τους τσαρλατάνους (οι φανατικοί κι ο Βαρουφάκης αποπέμφθηκαν). Αυτοί οι τσαρλατανοι οι τσιπραίοι φταίνε για όλα από το 1949 και μετά.

Θα μας σώσει όμως ο Μητσοτάκης, που τον ψήφισαν μετά από ωδίνες και σπρωξίματα σόφοι υπερήλικες, νέστορες και μενουμευρωπαίοι, λίγοι αλλά καλοί. Θα μας σώσει με περισσότερες θυσίες συνήθων υποζυγίων στον Βαάλ.
Καλή η θρησκεία, αλλά δεν γαμιέστε και λίγο να ξελαμπικάρετε; Ενδείκνυται.

(Όσοι συριζαίοι χαίρεστε, η κυβέρνηση του Σεπτεμβρίου είναι η χειρότερη εκλεγμένη μεταπολεμική κυβέρνηση: προσλαμβάνεις χειρουργό να σου σώσει τον άνθρωπό σου και σου προκύπτει βοηθός του Χάνιμπαλ Λέκτερ. Τέλος, συγχαρητήρια στην υπόλοιπη Αριστερά που συνεχίζει να κάνει με συνέπεια αυτό που κάνει από το 1949: να μουτζοκλαίει.)

Η φωτογραφία είναι του Dimitri Daniloff.

GatheRate

Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2016

Νυχτερινά μικρά


Αυτό που πάντοτε με βοηθούσε να ταυτιστώ με τους βρυκόλακες, εκτός από το ότι είναι νυκτόβιοι, είναι και ότι δεν μπορούν να διαβούν το κατώφλι σου αν δεν τους προσκαλέσεις, αν δεν τους πεις εσύ να περάσουνε μέσα. Βεβαίως άπαξ και το έκανες έβαλες τον βρυκόλακα στο σπίτι σου και, πιθανότατα, πάνω στον λαιμό σου.

*

Υπάρχουν ανθρωποι που τους χρωστάω ουσιώδη και ανυπολόγιστη ευγνωμοσύνη, τόση που δεν μεταφράζεται καν σε "χρέος" και τέτοιες ποσοτικοποιημένες μεταφορές.

*

Όλα θα περάσουνε βεβαίως, κι εμείς θα περάσουμε άλλωστε. Αυτά που περνάνε από δίπλα μας, έχουμε να τα λέμε. Όσα περνάνε από μέσα μας, ανασκολοπίζοντάς μας, ή και από πάνω μας αφήνοντας ίχνη, ε, αυτά είναι. Τι να λέμε.

*

Αυτό που λέμε "χαμένος χρόνος" και που μας βαραίνει (εμένα τουλάχιστον με βάραινε πολύ μέχρι πρόσφατα) είναι ο χρόνος κατά τον οποίο κάνουμε άλλα πράγματα χωρίς να τους πολυδίνουμε σημασια και -- συνήθως -- τα κάνουμε και καλά.

*

Ένας εικοσάρης μού είπε ότι το φαγητό είναι το σεξ της μέσης ηλικίας. Ο καημένος, νόμιζε ότι αυτό που κάνουμε οι άντρες μέχρι τα 30 είναι σεξ. Χαχά.

*

Μικρός ντρεπόμουν πολύ που δεν ήμουν όπως οι άλλοι και πάσχιζα να το κρύψω. Μετά πείστηκα ότι είμαι ακριβώς όπως όλοι οι άλλοι, όμως δεν μπορούσε να κρατήσει για πολύ η αυταπάτη. Κατόπιν νόμιζα ότι αυτά στα οποία διαφέρω είναι τα κουσούρια τα δικά μου. Αργότερα αποφάνθηκα ότι είμαι όπως όλοι οι άλλοι στα κουσούρια μου και ότι, απεναντίας, οι αρετές μου με κάνουν να διαφέρω. Δεν βλέπω να βγάζουμε άκρη πριν τα ογδοντακάτι, οπότε και δεν θα έχει σημασία, γιατί τα γηρατειά είναι μπλαζέ και φωτισμένα από την αυτοπεποίθηση της παραίτησης.

*

Δεν έχω δει πολλές σειρές και δεν είμαι των σειρών, αφού ένας κύκλος τους απαιτεί τον χρόνο που σου ζητούν 8 με 12 ταινίες. Ωστόσο, όποιος θέλει να μάθει για τη ζωή, να δει το Sex and the City, αγνοώντας όμως τις ιστορίες της Κάρι Μπράντσω, που πρέπει να είναι ο πιο μαλακισμένος χαρακτήρας από καταβολής τιβί σε μη κωμική σειρά.

*

Η ζωή αρχίζει στα σαράντα, όντως. Ή λίγο πιο πριν. Αφού τελειώσουν οι πρόβες, δηλαδή.

GatheRate

Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2016

Περπατώντας

Στην πραγματικότητα δεν έχω τίποτα να πω. Απολύτως τίποτα. Απλώς πριν λίγο μπήκα σε ένα ταξί και είπα στον οδηγό να ανεβαίνει τη Θηβών μέχρι να γράψει τέσσερα ευρώ. Τόσα είχα. Την υπόλοιπη απόσταση θα την περπάταγα, σιγά, εδώ άλλοι πάνε γυμναστήρια για να κάψουν. Ο ταξιτζής κατάλαβε ότι ντρεπόμουν, ότι ήμουν τσαντισμένος μάλλον, άκουσε κάτι για το σύμφωνο στο ράδιο και μου γύρισε την κουβέντα στις πλούσιες αδερφές που περνάνε καλά και έχουνε κλίκα και κυριαρχούνε, κυριαρχούνε, νεαρέ μου, στα κανάλια και παντού, που έχουνε πιάσει όλες τους τις άκρες και κλαίγονται. Έγραψε 4 ευρώ, έδωσα τα δύο κέρματα που κράταγα στο χέρι, το ένα με τη γερμανική πουλάδα, το άλλο με ένα λουλούδι, σήκωσα το γιακά και το 'κοψα για το σπίτι.

Εγώ είμαι αδερφή, όπως μας λέει ο ταρίφας, και δεν είμαι καθόλου πλούσια. Και δεν κυκλοφορώ στα κανάλια και πουθενά. Μια φορά ο Γιάνναρης, που εγώ θεωρώ μεγάλο σκηνοθέτη αλλά ο Παύλος μού λέει ότι είμαι μπανάλ, μου είπε να παίξω σε μια ταινία του, τον Όμηρο. Αλλά εγώ τι; Πώς θα κυκλοφόραγα μετά στη γειτονιά; Είμαι πια σαράντα χρονών γάιδαρος και μένω με τους δικούς μου. Εκεί όπου μεγάλωσα. Στο ίδιο δωμάτιο που άκουγα τον Σόμερβιλ να λέει turn away run away, στο ίδιο δωμάτιο που έκλαιγα γιατί στην ταινία του μακαρίτη του Μπίστικα πήγε ο άλλος στο Λονδίνο να ζήσει το όνειρο με τη γραβάτα κι εγώ δεν θα πήγαινα ποτέ πουθενά. Γιατί εγώ δεν είχα λεφτά ούτε μέχρι τη Σαλονίκη να πάω να δω τον Αντρέα δεν είχα και, πιστέψτε με, ο κόσμος είχε λεφτά τότε. Όχι οι άνθρωποι σαν εμάς, οι κανονικοί άνθρωποι: αυτοί είχανε λεφτά. Έτσι λοιπόν. Είμαι μια φτωχειά αδερφή. Δεν είμαι τσόλι, δεν είμαι λαϊκό τεκνό: είναι βαριοί οι τρόποι μου, αντρουά (που λέει κι ο Παύλος), άλλωστε προσέχω πού κυκλοφορώ. Αλλά με καυλώνουν άντρες, ερωτεύομαι άντρες, γουστάρω άντρες -- άρα αδερφή.

Ναι, θα έπρεπε να τους μουτζώσω όλους και να τα μουτζώσω όλα και να φύγω. Φυσικά. Θα ζούσα τη φτώχεια της αλητείας, μετά κάτι θα έβρισκα, κανα ημιυπόγειο, θα ζούσα κάπως. Εντάξει. Όμως έλα που δεν είμαι γενναίος, πούστης είμαι. Άσε που η φτώχεια της αλητείας δεν είναι τόσο ελκυστική όταν ζεις την κανονική φτώχεια κανονικότατα όσο χρονών είσαι. Και, εντάξει, το ψωνιστήρι δεν το αντέχω. Δεν είμαι κανας συναισθηματικός, ούτε από αυτούς τους μοντέρνους γκέι που θέλουνε μία σχέση μόνιμη και συζυγική και κάθονται πάνω της και την κλωσσάνε -- αίμα τρέχει στις φλέβες μου. Αλλά δεν αντέχω. Δεν αντέχω να βάλω τιμοκατάλογο στο μόνο πράγμα που μου δίνει χαρά. Στο μόνο, όμως. Χαχά, ξέρω: φρίξατε τώρα. Τέτοιος μαλάκας είμαι, θα μπορούσα να έχω βρει καναν ευγενικό κύριο, μην πας μακριά, τον Παύλο λ.χ. Ίσως και όχι, όμως.

Έτσι λοιπόν, κάτω από το φωτιστικό της κουζίνας κουβέντες και μαθήματα για το σχολείο και μακαρόνια δυο φορές την εβδομάδα με τον μπαμπά και τη μαμά. Σουβλάκια την Κυριακή μπροστά στην τηλεόραση. Και μακαρόνια δυο φορές τη βδομάδα όχι από το '13, ούτε από το '10, αλλά από το '93 και μετά. Ούτε εσώκλειστος με ωραία αγόρια στα κρύα σχολεία της Αγγλίας, ούτε ατελείωτες διακοπές στην Ανάφη, ούτε ιντερέιλ για το Βερολίνο στα είκοσί μου (τότε που πήγαιναν όλοι), ούτε κρασιά στο Μαραί -- δύο συγκοινωνίες για τα λιμανάκια της Βουλιαγμένης και πολύ μου έπεφταν. Και το γαμημένο εξοχικό, η παράγκα, στο Δασκαλιό, το σπίτι της μαλακίας και των αναστεναγμών: ατέλειωτα καλοκαίρια εκεί.

Μελό ε; Κάργα μελό. Αλμοδόβαρ. Ταινίες. Όχι βιβλία, ποτέ βιβλία, μόνο ταινίες βλέπω. Αλλά βεβαια, οι γκέι είναι πλούσιοι και είναι κλίκα. Εγώ όμως, εκτός από φτωχός μέχρι γλίτσας, είμαι και γκαντέμης. Παλιά, αν και είμαι κανονικός και στρέιτ άκτινγκ, που λένε τώρα τους αρρενωπούς στο ίντερνετ και στα grinder, το κουτσομπολιό κουτσομπολιό: εμ δεν ήμουνα θεούσος κι απάρθενος εμ δεν εμφανιζότανε γκόμενα στον ορίζοντα ούτε για δείγμα -- και που δεν βαφόμουνα και δεν έβαζα αϊλάινερ, και που ήμουν αυτό που ήμουνα, ψιλοαδερφή με ανέβαζαν, πουστράκι με κατέβαζαν. Μετά που πιάσαμε τα πράιντ και τα άουτ και γέμισε η σκηνή αβανγκάρντ νεοδημοκράτες, ντεκλαρέ πασόκους και εκσυγχρονιστές αριστερούς με διαμερισματάρες στο Γκάζι, ήμουν βαρετός και αχ τόσο μα τόσο κομφορμιστής. Αργότερα μού έμαθαν όλοι καλιαρντά και τότε έγινα ξενέρωτη και λιγάκι λαϊκιά. Έχουνε μια ωραία έκφραση στα αγγλικά, μου την είχε πει ένας αμερικάνος που παρθήκαμε στο Πεδίον του Άρεως, ήταν εντελώς φτιαγμένος και έτρωγε χάσιμο με τα φώτα της Αλεξάνδρας μετά: always falling through the cracks. Αυτός είμαι εγώ.

Κι οι γονείς μου δεν ξέρουνε τίποτα, και καλά: απλώς το παιδί είναι ήσυχο. Βασικά, δεν έχει σημασία αν ξέρουν. Από τη μια ο πατέρας μου έχει μετατραπεί εδώ και μια δεκαετία σε φάντασμα που σκαλίζει χαρτιά, το άθλημά του είναι να πληρώνει λογαριασμούς: κάθε φορά που θα πληρώσει λογαριασμό κάνει κι από ένα προσωπικό ρεκόρ. Η μάνα μου μετά τα τριακοστά τόσα γενέθλιά μου έκοψε το τροπάρι του γάμου. Δεν ξέρω τι κάνει όλη μέρα, όταν κουτσοδουλεύω (όταν έχω καμμιά δουλειά πουθενά), όταν περπατάω. Περπατάω πολύ. Σαν τους μετανάστες, που περπατάνε γιατί δεν έχουνε τι να κάνουν και γιατί δεν μπορούνε να πληρώσουν. Γιατί πια όπου και να καθήσεις πρέπει να πληρώσεις. Ξεκινάω λοιπόν και βάζω για στόχο το σπίτι του Παύλου. Μένει Μιχαήλ Βόδα, σε ένα αχανές διαμέρισμα στον τρίτο. Το πήρε μετά τους Ολυμπιακούς γιατί του είπαν ότι θα ανέβαινε η περιοχή. Έχει ελάχιστα έπιπλα, τις τέσσερις γάτες (Πείνα, Λοιμό, Πόλεμο, Θάνατο), κυκλοφορεί όλη μέρα με μεταξωτές ρομπ ντε σαμπρ, "για το performance" λέει, ενώ ακούει αυτή τη μάγισσα τη Ντιαμάντα Γκαλάς να δρακιάζει. Το βράδυ φέρνει σπίτι κάτι ασύλληπτα τεκνάκια και γαμιούνται. Αυτή είναι κατά τον Παύλο η συμφωνία μας, είμαι πολύ γέρος για τα γούστα του αλλά μια μέρα θα τον κληρονομήσω -- εγώ δεν θέλω καν να το κουβεντιάζω γιατί δεν του περνάει από το μυαλό πόσο ταπεινωτικό και πόσο φρικτός εμπαιγμός είναι να το λέει αυτό για έναν άνθρωπο που περνάει με διακόσια ευρώ τον μήνα. Ο Παύλος λοιπόν, ναι, είναι πλούσιος γκέι. Κληρονόμος. Κι έτσι νομίζετε, αν μου επιτρέπετε να σας βάλω απέναντι, που εκεί είστε έτσι κι αλλιώς, ότι είμαστε όλοι. Διότι αν δεν είμαστε αστοί και πλούσιοι, κι είμαστε από τον Μπύθουλα, που λέτε, πάμε γραμμή και παντρευόμαστε και κάνουμε κουτσούβελα και πού και πού παιρνόμαστε κρυφά και με βιασύνη για λόγους ψυχικής υγείας. Επειδή είμαστε φτωχομπινέδες δεν μπορούμε να έχουμε τον τιμητικό τίτλο του queer. Ε, της μάνας σας.

Εγώ θα ήθελα να έχω τον τρόπο να ζω αξιοπρεπώς. Θα ήθελα να μπορώ να βγω να φάω με καναν τύπο, έστω, να πάρω μια μπύρα. Δεν σπούδασα, δεν υπήρχανε λεφτά γι' αυτό. Λέγαμε μεταξύ μας, η μάνα μου σ' εμένα, εγώ στον πατέρα μου κι ο πατέρας μου στη μάνα μου και στον εαυτό του, ότι δεν παίρνω τα γράμματα -- παρηγοριόμασταν έτσι. Άλλωστε τότε ήταν το '93, τη χρονιά που τον απέλυσαν. Άλλωστε τότε ήμουν ευτυχισμένος. Είχα γνωρίσει τον Χρήστο το καλοκαίρι προς Γ' Λυκείου, οι γονείς του έλειπαν συνέχεια από το σπίτι και στο τέλος χώρισαν, πήγαινα και βλέπαμε ταινίες στο βίντεο, πίναμε τα κρασιά του πατέρα του και τα λικέρ της μάνας του και γαμιόμασταν. Έμενε ψηλά στην Πετρούπολη, τέρμα θεού, βγαίναμε μετά στο μπαλκόνι γυμνοί και χαζεύαμε την πόλη από πάνω. Ύστερα, φυσικά, ο Χρήστος έφυγε να σπουδάσει μηχανικός στην Ολλανδία: ήταν η πρώτη φορά που έμενα πίσω σύξυλος και όχι η τελευταία. Κάθε φορά γύριζα στο διαμέρισμα των δικών μου, που να είμαστε κι ευχαριστημένοι που το ξοφλήσαμε.

Μετά έφαγα ξύλο που ήμουνα πουστάρα. Μετά έβρισκα δουλειές: οικοδομές, συγκολλήσεις, σιδηροκατασκευές κτλ. Μετά με πλησίαζαν κάτι τελειωμένοι τύποι εξηνταφεύγα με το μάτι να αστραφτεί από τις κόκες να θέλουνε να πηδηχτούνε με τον εργάτη. Καύλωναν και μόνο στην ιδέα ότι "ζω με το κορμί μου" -- τέτοιες κουβέντες. Μετά απολυόμουν και ήμουνα ξανά μεταξύ ΟΑΕΔ και περιπάτων. Ώσπου ξαναέβρισκα δουλειά. Συνήθως, για κάποιον λόγο, τότε έβρισκα και γκόμενο. Θυμάμαι τώρα τέσσερις-πέντε τύπους που ήτανε κιμπάρηδες, δεν θα ξεχαστούν ούτε οι τρόποι ούτε το σώμα τους (για δύο από αυτούς, ούτε το καυλί τους). Όμως είχε πλάκα, ένιωθα εντελώς φέικ, απατεώνας που μπαίνει σε έναν κόσμο στον οποίο δεν ανήκει, σε έναν κόσμο όπου ο κόσμος περνάει πάντα καλά. Με έναν Κυριάκο, ας μην πω περισσότερα γι' αυτόν, γνώρισα κι εκείνον τον κόσμο που το επάγγελμά του είναι να είναι γκέι: είναι γκέι, κάνει τον γκέι, λέει πως είναι γκέι και ασχολείται με γκέι θέματα. Μόνο που εγώ ήθελα να είμαι αυτός που είμαι, όχι ο "Μάνος ο γκέι", ο "Μάνος η αδερφή", ο "Μάνος ο πούστης". Πάντως ο πιο ωραίος από τους τέσσερις-πέντε ήταν ένας ποιητής, πιο μεγάλος από μένα. Δεν ήθελε να παραδέχεται πόσο τρυφερός είναι. Αλλά ήταν και γαμώ σε όλα του. Όλα. Ας μην πω λεπτομέρειες. Καμμιά φορά πάω μέχρι το κέντρο στον Παπασωτηρίου και στην Πολιτεία και κοιτάω τα βιβλία του. Τα μόνα βιβλία που κοιτάω.

Έφτασα σχεδόν σπίτι. Η μάνα μου θα έφτιαχνε γίγαντες. Ευτυχώς γιατί δεν πήγαινε άλλο με τα πιλάφια και τις κοτόσουπες.

GatheRate

Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2016

Το φίδι κι η περιστέρα

Εντάξει, όλα ξεκίνησαν εκείνη τη βραδιά τη στραβή. Δεν ήθελε να έρθει πάλι σπίτι μου. Ήθελε "σέξι κιτς", "κίνκυ καταστάσεις" και "τρελή ντεκαντάνς" ο άλλος. Εντάξει, τι να του πεις κι αυτουνού, εικοσιδύο χρονών παιδί, ήθελε να ζήσει αυτά που βλέπει στις τσόντες του και, αφού τα κρίσιμα τα ουσιώδη τα κάνουμε μια χαρά, ήθελε και τα συμπαρομαρτούντα: ντεκόρ με σατέν, πολυελαίους και μωβ κρέπια στους τοίχους, τζακούζια και κρυφούς φωτισμούς. "Όλοι έτσι είστε στην ηλικία σας;", του είχα πει, "με τουντού λιστ στο πήδημα;". Μου απάντησε κάτι του στυλ σιγά που δεν ξέρεις και με τσάντισε. Τεκνατζού με είπε. Αλλά δεν το έδειξα. Είμαι άλλης πάστας γυναίκα εγώ. Κρατάω τα κρατούμενα και κατεβάζω υπόλοιπα όταν έρθει η ώρα, όχι πριν. Αλλά με θύμωσε. Το μαλακισμένο. Κι ας του έχω πει ότι είναι η εξαίρεση, γιατί οι νεαροί είναι ανυπόφοροι, γνώμη τεκμηριωμένη που έχω σταθερά εδώ και τρεις δεκαετίες (να μην πω τέσσερις).

Πήγαμε με το μηχανάκι ώστε να βρει να παρκάρει, γιατί το ξενοδοχείο ήταν χωμένο κάπου στα άδυτα της Δάφνης, ή κάπου εκεί μέσα. Με είχε φυσικά να φοράω κάλτσες, κρύωναν τα κάτω μου γιατί τα φύσαγε το αγιάζι, ενώ οι ελαστικές καλτσοδέτες (σιλικόνη) ήτανε τόσο σφιχτές που μου έκοβαν την κυκλοφορία. Φτάνουμε σε ένα νεοκλασικό πάνω σε μια ανηφόρα, ανοίγουμε την πόρτα, ανεβαίνουμε κάτι σκάλες και βρισκόμαστε σε ένα πάμφωτο φουαγιέ, σαν από ξενοδοχείο στην Αιδηψό. Μόνο που ήτανε γεμάτο ζευγάρια. Μιλάμε για συνωστισμό στην προκυμαία της Σμύρνης, για να κάνω κι εγώ το χιουμοράκι μου. Το μάτι μου πήρε μπροστά μας, στη ρεσεψιόν, ένα ζευγάρι τρομερά ευδιάθετο και χαμογελαστό. Αυτό με χάλασε επίσης, μετά τους υπαινιγμούς του Νίκου ότι είμαι τεκνατζού. Μεγαλώσαμε με την ντροπή. Έπρεπε να αφήνουμε να εννοείται ότι το σεξ το κάναμε για το κέφι του άντρα ή για να ξεφουντώσουμε, πάντως δεν ήτανε κάτι να το παινεύεσαι. Δηλαδή το παινευόσουν, αλλά με τις φίλες για καφέ, όταν έλειπαν οι άντρες για δουλειά. Προϊστορικά ακούγονται αυτά αλλά έτσι μεγάλωσα εκεί όπου μεγάλωσα, το σπίτι ήταν αυστηρό και οι δικοί μου ποτέ δεν μου το συγχώρησαν που έκανα του κεφαλιού μου. Κι εν πάση περιπτώσει, εγώ τώρα κοτζάμ γυναίκα στα σαρανταφεύγα να τρέχει με τον εικοσπεντάρη, που θα μπορούσε να είναι γιος μου, αν είχα παιδιά, να πάει να το κάνει στα ξενοδοχεία και να τη βλέπει κάθε καρυδιάς καρύδι, λες κι είμαι πουτάνα, ε, δεν ήταν και το καλύτερό μου.

Κοίταξα εγκάρσια τους γύρω μου. Πίσω από κάτι ψεύτικους φίκους κινέζικους ήταν ένα ζευγάρι άντρες. Ταράχτηκα στην αρχή. Μετά είδα πώς κοίταζε ο μελαχρινός τον καστανό και συγκινήθηκα. Τριαντάρηδες, ωραία παλληκάρια. Και μακάρι να με είχε κοιτάξει άντρας κι εμένα όπως ο μελαχρινός τον καστανό, αλλά τέλος πάντων, εδώ μάλλον επίτηδες κάνω ότι ξεχνάω. Πιο δίπλα ένας τσαλακωμένος σαν πακέτο Καρέλια σκληρό, με κίτρινο σακάκι, κράταγε από τον κώλο ένα κορίτσι σαν τα κρύα τα νερά, αν και κάπως σαν σκυλού. Ο ρεσεψιονίστας μας είπε να περιμένουμε στο σαλόνι, εγώ πιο μέσα δεν ήθελα να μπω κι αγριοκοίταξα τον Νίκο, που είπε ότι θα στεκόμασταν εκεί, στον διάδρομο, δεν πειράζει. Πιο μέσα προς το παράθυρο ήταν ένα κουρασμένο ζευγάρι, ένας κουρασμένος άντρας και μια γυναίκα στάνταρ μια δεκαετία πιο μεγάλη από εμένα: χαχά, κέρατο, σκέφτηκα. Μετά είδα δίπλα μας το χαμογελαστό ζευγάρι, ψιθύριζαν μεταξύ τους κι είχανε ξεραθεί σε βουβά γέλια. Τους ζήλευα. Θα ήθελα να ήμουνα νέα. Κι ακομπλεξάριστη. Κι ελεύθερη. Και θα ήθελα να είχα τολμήσει να κοιμηθώ με την Ελένη στη σχολή, τη μόνη γυναίκα που πόθησα. Και άλλα πολλά θα ήθελα, που καθόλου δεν ήτανε της στιγμής.

Όχι ότι δεν ήμουν ελεύθερη. Όσο μπορούσα, ήμουν. Μέχρι τα 32, που το πήραν οι γονείς μου απόφαση ότι δεν θα παντρευτώ και με άφησαν να πάω να μείνω μόνη μου ακριβώς από κάτω τους (κι ήταν σαν να πήγα στο Αμέρικα), έλεγε για μένα ο θείος φρόνιμη ως ο όφις. Ερχόταν κάθε Κυριακή και έπινε καφέ μετά την εκκλησία. Κάποια στιγμή μεταξύ καφέ και κέικ με κοίταγε καλά καλά και διερευνητικά, ετάζων νεφρούς και καρδίας, και έλεγε αυτό το πράγμα. Κι απαντούσε ο αδερφός του, ο πατέρας ο φιλεύσπλαγχνος, "ναι, αδερφέ, αλλά να είναι και ακέραια ως η περιστερά". Κάθε φορά το ίδιο. Εγώ τότε πίστευα, με τον δικό μου ενοριακό (έτσι τον λέγαμε τότε) κι ατίθασο τρόπο και θύμωνα: κοίτα να δεις που χρησιμοποιούν το ευαγγέλιο για να μιλήσουν για το σώμα μου, έλεγα. Που φυσικά, τότε έλεγα "σώμα" εννοώντας "μουνί". Τότε πίστευα ότι ο Χριστός ελευθερώνει, η αλήθεια ελευθερώσει υμάς, έτσι είπε. Τώρα δεν ξέρω αν είμαι ελεύθερη, δεν είμαι καθόλου μα καθόλου σίγουρη. Πράγμα που μάλλον με κάνει να νιώθω πιο ελεύθερη: δεν έχω αυταπάτες, που λένε.

Στεκόμουνα λοιπόν εκεί με τον αγαπητικό μου, έτσι τον αποκαλεί η Αγγέλα, να κοιτάζω πούστηδες, μοιχούς και βιζιτούδες. Κι αυτά τα μαλακισμένα ξεδιάντροπα δίπλα μου, που χασκογέλαγαν στην προοπτική να γαμηθούνε στα σεντόνια των πολλών, που λέει κι η Βιτάλη η θεά. Πήρα μια βαθειά ανάσα, "ώπα", είπα, "ώπα, μιλάει ο μπαμπάς σου πάλι, ώπα ρε συ, είσαι μεγάλη γυναίκα, άλλες έχουν εγγόνια στην ηλικία σου, δεν είσαι για ψυχαναλύσεις μωρή". Αυτό με τα εγγόνια με ξεκαύλωσε κάπως (το "καυλώνω" έμαθα να το λέω με τον καινούργιο αιώνα, "είμαι υγρή" έλεγα πριν, σαν βλάβη σωληνώσεων), αναρωτήθηκα τι κάνω με τα θάι-χάι (μα δεν ξέρουν τίποτε να το λένε στα ελληνικά αυτοί οι 30 και κάτω;) και την κυλότα τη μικροσκοπική κολλημένη στη ρεσεψιόν συνοικιακού γαμιστρώνα. Κοίταξα τον Νίκο, έπαιζε με το κινητό του, αμήχανα. Ή έχει κι άλλη. Στάνταρ έχει. Οι προικισμένοι άντρες (αυτό θα μάθω να το λέω κυριολεκτικά τον επόμενο αιώνα, καλά να είμαστε) πάντα είναι πολυγαμικοί. Όπως π.χ. οι ψηλοί καταλήγουν μπασκετμπολίστες.

Πέρασε από μπροστά μας μια συνομήλική μου, καθαρίστρια. Κατάκοπη, φόραγε ακόμα τα γάντια της. Ωραία, τώρα ήμασταν κανονικά τα Κόκκινα Φανάρια, μόνον η σκάλα η μεταλλική στη μέση έλειπε. Είχα πλέον ξεκαυλώσει εντελώς, ήθελα να φύγω, να πάμε πίσω στο σπίτι μου, να το κάνουμε στο μπάνιο και να τον διώξω, άντε με τα φρουφρού, τα μπλακ λάιτ, τις μαλακίες και τα στρογγυλά κρεβάτια. Το βλαμμένο. Άμα θέλει ιστορία και ντεκορασιόν, να πάει να μείνει μόνος του. Αλλά πού να πάει ο άνεργος; Πάλι καλά που δεν έχω παιδιά.

Για να ηρεμήσω έπιασα να κοιτάζω τον πολυέλαιο. Απομίμηση πολυελαίου με κεριά, τύπου γαλλικό ρουστίκ πανδοχείο, φτιαγμένη καλουπωτά από κάτι σαν τσίγκο βαμμένο επίχρυσο. Με φτηνές λάμπες οικονομίας αντί για πυρακτώσεως. Και τα ντουί να προεξέχουν πλαστικά (φτηνιάρικα) τουλάχιστον δυο δάχτυλα μέσα από τους κλώνους τους τσίγκινους. Χάλι. Ας κοιτάξω κάτι να μην έχει να κάνει με τη δουλειά μου, σκέφτηκα, και παρατηρούσα το χαλί. Φθαρμένο, τύπου Μοιραράκη. Μοιραράκη, τίποτα δεν θα σημαίνει αυτό σε δέκα χρόνια. Ήθελα πολύ τόσην ώρα να ισιώσω την αριστερή καλτσοδέτα την ελαστική που είχε τυλιχτεί ρολό και μ' ενοχλούσε αλλά ντρεπόμουν. "Η μπουτού, η χοντροπουτάνα, ήθελε και καλτσοδέτα", θα σκεφτόντουσαν. Το ζευγάρι των αντρών είχε φύγει στο μεταξύ, μάλλον τους είχαν ετοιμάσει δωμάτιο. Ο τσαλακωμούρης είχε κάτσει στον καναπέ με το κορίτσι και κοίταγαν κι οι δυο ευθεία μπροστά τώρα. Το κουρασμένο ζευγάρι στεκότανε πια πίσω από το ψεύτικο φυτό, φίκος μάλλον. Το γελαστό ζευγάρι είχε χυθεί στον άλλο καναπέ και χαμουρευόταν, αν έχεις τον θεό σου. Ο Νίκος κοίταζε το ταβάνι.

Δεν έχω να απολογηθώ για τη ζωή μου. Υπήρξα ο εαυτός μου και υπήρξα ο πιο ανελέητος κριτής του εαυτού μου, μάλιστα πιο αυστηρή απέναντί μου από ό,τι στους άλλους. Δεν το διάλεξα να μην παντρευτώ αλλά ευτυχώς δεν τα έριξα στον εαυτό μου: οι άντρες είναι κακομαθημένα και δεν το ξέρουν. Πίσω δεν έκανα ποτέ, ούτε και κώλωσα. Rien de rien, je ne regrette rien. Αν ήμουν άντρας δεν θα υπήρχε καμμιά ανάγκη να πω τίποτε από αυτά: οι άντρες είναι άνθρωποι, εμείς το δώρο του Θεού (ή η κατάρα Του) στους ανθρώπους. Δηλαδή στους άντρες.

Κι εκείνη την ώρα ανοίγει η πόρτα η ξύλινη του νεοκλασσικού και βλέπω μπροστά μου στον πάτο της σκάλας τον γαμπρό μου μαζί με μία αλόγα που του έριχνε ενάμισυ κεφάλι και φόραγε στολή εργασίας και κράταγε και βαλιτσάκι. Η σκηνή ήταν ακριβώς όπως όταν με τράκαρε ο μεθυσμένος στη Θηβών: εκτυλισσόταν πάρα πολύ αργά αλλά είχα κοκαλώσει σαν σε όνειρο. Ο μαλάκας ο γαμπρός μου ακαριαία έπιασε τη βίζιτα από το μπράτσο, τεντώθηκε, της είπε κάτι στο αυτί, έκαναν μεταβολή και έφυγαν. Περίμενα ένα ατελείωτο τρίλεπτο και μετά είπα στον Νίκο να φύγουμε. Με πήγε σπίτι, τον έδιωξα. Ήπια ένα νεροπότηρο γεμάτο σίβας, ανοιγμένο την Πρωτοχρονιά του 2011, έκανα κεφάλι επιτόπου, όπως ήλπιζα, μπήκα στα σκεπάσματα και κοιμήθηκα.

Οι βόμβες αυτές είναι βραδυφλεγείς. Βεβαίως, εγώ είχα πιάσει τον Αργύρη να κερατώνει την αδερφή μου με βίζιτα, άρα είχα στρατηγικό πλεονέκτημα, ενώ αυτός απλώς είχε δει τη γεροντοκόρη (έτσι με λέει το ζώον) κουνιάδα του με ένα τεκνό σε γαμιστρώνα. Αλλά δεν παν έτσι αυτά. Η αντρική υπόληψη είναι πουκάμισο, πλένεται και σιδερώνεται τακτικά και, αν είσαι προσεκτικός, μοιάζει κάθε φορά σαν καινούργια. Η γυναικεία υπόληψη είναι καυστήρας πολυκατοικίας: λίγο οι καλά κρυμμένες τέφρες, κάτι η σκουριά, οπωσδήποτε η χρήση, έστω κι ελαφρά (γιατί δεν είμαστε άνθρωποι, σκεύη είμαστε, σκεύη που ραγίζουνε με το ξεσφράγισμα και ξεχειλώνουν με τη χρήση) σταδιακά σπιλώνεται και φθείρεται, όση συντήρηση κι αν της κάνεις.

Άρα κανένα στρατηγικό πλεονέκτημα. Επίσης, ποιος ξέρει τι πήγε και της είπε της μικρής ο Αργύρης της, ως προληπτικό χτύπημα, ώστε να μη μετρήσει ό,τι κι αν της πω εγώ (τίποτε δεν θα έλεγα, η μάνα μου μου έμαθε να μισώ τους καταδότες). Από εκείνη τη βραδιά δεν πολυτηλεφωνεί, όλο βιάζεται, δεν έχει χρόνο ούτε από το μαγαζί να περάσει -- τέτοια. Πάνε τώρα εφτά μήνες. Επιπλέον δεν ξέρω τι διαδίδει η αδερφή μου στο σόι, γιατί με έχουνε τρελάνει στη σπόντα. Με νοιάζει; Με νοιάζει, ιδίως η θεια μου, που δηλώνει και πάλι να βρω έναν μόνιμο κύριο να έχω έναν "σύντροφο ζωής" στα γηρατειά μου.

Αλλά πόσο πια να ασχοληθεί κανείς με την υπόληψη και το καλό το όνομα; Όποια κι αν είμαι, το σόι θα με κρίνει, ό,τι και να καταφέρω πια, θα είμαι πάντοτε ο καημός με τον οποίο πέθανε ο σχωρεμένος ο πατέρας μου που δεν με αποκατέστησε, άγιος άνθρωπος, ο Θεός να αναπαύσει την ψυχούλα του  κτλ. κτλ. κτλ. Η ζωή όμως είναι μικρή, εδώ παιδάκια κανονικών ανθρώπων κάθε μέρα σκυλοπνίγονται μπας και γλυτώσουνε πολέμους και τέτοια. Εγώ λοιπόν που έφτασα τα 52 δεν δικαιούμαι να σπαταλάω την τόση ζωή που μου δόθηκε: όλες οι ζωές μικρές είναι, είτε ενός μήνα, είτε ενός αιώνα. Δεν μπορώ ν' αφήσω χέρσα τη δική μου.

Όσο για τον Νίκο, μπήκε στο ίντερνετ και βρήκε ένα άλλο ξενοδοχείο, στο Νέο Φάληρο. "Εκεί πάνε σελέμπριτι", μου είπε, "άρα δεν κινδυνεύουμε". Και πήγαμε. Κι είχε δίκιο. Διακριτικότατα ήταν εκεί. Κι ομολογώ ότι τα σατέν σεντόνια κι οι καθρέφτες ήτανε καύλα.

Ο πίνακας είναι του Malcolm Liepke.

GatheRate

Παρασκευή 8 Ιανουαρίου 2016

Εξακουστωδιανός


Όταν πρωτοκατέβηκα στον σταθμό του ΚΤΕΛ της πόλης με υποδέχθηκε μια αποφορά σαπίλας. Όχι από ψοφίμι, αλλά σαν να κακοφόρμιζε κάτουρο, κάπως έτσι. Σαν ξινισμένες κοπριές. Για χρόνια νόμιζα ότι ήταν η ιδέα μου, ότι σωματοποίησα ήδη από τα πρώτα λεπτά όλη την αποστροφή μου για τον τόπο που θα πέρναγα τον επόμενο χρόνο και στον οποίο κατέληξα να γεράσω, αυτή την ασυνάρτητη παραφουσκωμένη κωμόπολη στη μέση ενός ελεεινού γούπατου. Μετά μού εξομολογήθηκαν κι άλλοι ξενομερίτες ότι όντως έτσι μυρίζει ο σταθμός του ΚΤΕΛ. Άλλοι λένε πώς φταιν οι αιωνίως σάπιες τούρκικες τουαλέτες του, άλλοι τα ρίχνουνε στο αποξηραμένο έλος που δεν πέθανε, παρά ενταφιάστηκε, όπως το ρέμα της Πανδρόσου, ο Ιλισσός, η Καλλιρρόη, ο Ποδονίφτης. Όμως, τα θαμμένα ρέματα και τα ενταφιασμένα ποτάμια σε ξεπαγιάζουν, τα τενάγη και οι βάλτοι συνεχίζουν να σαπίζουν: όπως πάντα, ο καθένας κάνει αυτό που ξέρει.

Όταν πρωτοκατέβηκα στον σταθμό του ΚΤΕΛ, που ήτανε κολλώδης παντού κι όχι σκονισμένος, παρά τον καύσωνα, στράφηκα κατευθείαν στην κοιλιά του λεωφορείου που με έφερε. Πήρα τη βαλίτσα, ένα θηρίο μεγαλύτερο από μένα, πάνω από 35 κιλά βάρος γεμάτη, τη σήκωσα και πήγα προς τα ταξί. Δεν είχε ουρά. Οι ταξιτζήδες με κοίταξαν όπως κάθε φορά που θα με κοίταζαν ενώ τους πλησίαζα στο ΚΤΕΛ, ακόμα και όταν το εκσυγχρόνισαν το υπόστεγο μαζί με την υπόλοιπη χώρα, ακόμα κι όταν εγκατέστησαν στην πιάτσα μπάτσο-φόβητρο: με κοίταξαν σαν κατσίκι στο τσιγκέλι. Κι εκείνη τη στιγμή, την πρώτη φορά στο ΚΤΕΛ, ακούστηκε ένας θόρυβος από την άκρη του χεριού μου: κόπηκε το χερούλι της βαλίτσας από τη μια μεριά του και έτσι όπως το βάρος της κρεμόταν πια από τη μια πλευρά του μόνο, ξεκόλλησε και σκίστηκε όλο το πάνω μέρος της βαλίτσας. Από μέσα χύθηκαν σαν σπλάχνα από σφαχτάρι εσώρουχα, πουκάμισα, κάλτσες, παντελόνια, όλα πάνω στη χιλιοπατημένη γλίτσα του σταθμού, βλεννώδη σαν το μέσα εντέρου κι όχι υγρή ή λασπερή. Θυμάμαι μια φανέλα μου να ξεδιπλώνεται, παρότι όλα μέσα στη βαλίτσα ήτανε σιδερωμένα και μετά τα είχα διπλωμένα, τυλιγμένα ή πατικωμένα, και να πέφτει κινηματογραφικά σαν μεγάλη μικροαστική σαλούφα, ώσπου χύθηκε κατάλευκη πάνω στη γλίτσα και στα λάδια μηχανής. Δεν αηδίασα, καθόλου. Ίσα ίσα, ζήτησα σακούλες σούπερ μάρκετ, μάζεψα τα ξεχειλισμένα ρούχα μου όπως τα σάπια λαχανόφυλλα από νεροχύτη και τα στούμπωσα μέσα σε τρεις σακούλες. Μετά, με τη βοήθεια ενός ταξιτζή που με κοίταζε περίπου όπως οι παπάδες τους αρρώστους στους οποίους πάνε να συμπαρασταθούν κατά τις άγιες μέρες, κουβάλησα τη βαλίτσα σαν κασόνι, για να μη χυθούν και τα υπόλοιπα πράγματα από μέσα της, μέχρι το πορμπαγκάζ ενός όπελ.

Πάντως δεν αηδίασα. Ή αηδίασα τόσο όσο να μην το πάρω χαμπάρι. Πάντως μάζεψα μεθοδικά τα εντόσθια της βαλίτσας μου, τα πρώην άμωμα και πεντακάθαρα και σιδερωμένα, όπως τα έφερα από έναν άλλο κόσμο στη γλίτσα του καύσωνα, με εμπιστοσύνη στα πλυντήρια. Είπα τότε, όπως λέω και διαρκώς έκτοτε: μη σιχαίνεσαι τώρα, πλύνε και σιδέρωσε αργότερα.

Ο ταξιτζής δεν ήξερε τη διεύθυνση αλλά τη βρήκε τελικά την πολυκατοικία, ρωτώντας στο σιμπί. Το διαμέρισμα ήταν επιπλωμένο με μπαταρισμένα έπιπλα σουηδικά από μάλλον φοιτητικές καταχρήσεις, αλλά χωρίς πλυντήριο και χωρίς κλιματισμό. Πέταξα την ξεκοιλιασμένη βαλίτσα στο πάτωμα και δίπλα της τις σακούλες με τα ασπρόρουχα που είχανε σφουγγαρίσει τις πλάκες και την άσφαλτο του ΚΤΕΛ. Η υγρασία ήταν αποπνικτική, σαν να 'μουνα στον πάτο χλιαρής πισίνας, και το γούπατο παρείχε άφθονη σκόνη για να αναμιχθεί μαζί της: ανέπνεα λάσπη. Έκτοτε λάσπη αναπνέω. Γδύθηκα τελείως, ίδρωνα, ίδρωνα σαν τρελός. Άνοιξα τη βρύση της μπανιέρας. Από απέναντι πήρε το μάτι μου μια κυρία πενηντάρα να με μπανίζει γουρλωμένη κι ακίνητη, υπό άλλες συνθήκες θα της έκανα πλακίτσα, θα της τον κούναγα ξέρω γω. Αλλά πνιγόμουν. Μπήκα στην μπανιέρα, το νερό το ένιωθα κρύο. Με πήρε ο ύπνος εκεί μέσα.

Ξύπνησα δυο δεκαετίες μετά, πριν μια βδομάδα. Σε ένα άλλο διαμέρισμα, καλύτερο, το τρίτο μου εδώ: αυτό εδώ έχει συσκευές που αγόρασα εγώ και κλιματιστικά ινβέρτερ που είχε εγκαταστήσει ο ιδιοκτήτης και ξύλινα πατώματα στα δυο υπνοδωμάτια (το ένα το έκανα γραφείο), βρίσκεται φάτσα σε ένα μαδημένο αλλά επαρκές πάρκο, περνάει και λεωφορείο απ' έξω. Εδώ και δυο μέρες πακετάρω όμως. Μετακομίζω, φεύγω από το γούπατο. Όταν με ρωτούν οι λιγοστοί φίλοι εδώ πώς πέρασαν κιόλας είκοσι χρόνια εγώ λέω ότι θα τους γελάσω, αφού απλώς κοιμόμουν τόσον καιρό. Έβλεπα κάτι όνειρα μόνο, μερικές φορές τον χρόνο, που άρχιζαν στον σταθμό του ΚΤΕΛ και τελείωναν στον ίδιο σταθμό, πότε μέσα στην ψύχρα και βρεγμένο από τις βροχές, πότε γλιτσερό με το γλάσο της σκόνης, γλάσο καμμιά φορά πηχτό σαν κι εκείνο που αφήνει το χοιρινό αίμα πάνω στο πριονίδι συνοικιακών κρεοπωλείων.

GatheRate

Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2016

Η παλινωδία του μενουμευρωπαϊσμού


Στον πυρήνα της ιδεολογίας του Μένουμε Ευρώπη και όλων των προηγούμενων ενσαρκώσεων αυτού του ιδιότυπα ελληνικού κεμαλισμού βρίσκεται μια αντίφαση.

Ο μενουμευρωπαϊσμός εμφορείται από την επιθυμία να γίνουμε περισσότερο "Ευρωπαίοι" και η Ελλάδα να γίνει περισσότερο "Ευρώπη". Παράλληλα, επισημαίνει την απόσταση, αβυσσαλέα συνήθως, που χωρίζει την Ευρώπη και τους Ευρωπαίους από την Ελλάδα και τους Έλληνες.

Ο μενουμευρωπαϊσμός λοιπόν είναι ένα κίνημα που προσπαθεί να κρατήσει πολιτικά στην Ευρώπη μια χώρα και έναν λαό που δεν ανήκουν στην Ευρώπη, τουλάχιστον όχι ακόμα.

Η αντίφαση είναι εξαρχής ολοφανέρη, ακόμα και αν παραβλέψει κανείς τον αφελή επαρχιωτισμό του αιτήματος να παραμείνει μια ενότητα (η Ελλάδα) μέσα σε ένα όλον (την Ευρώπη) στο οποίο δεν ανήκει.

*

Πάμε λίγο πιο μέσα, όμως:

Τα στοιχεία που κατά τους μενουμευρωπαϊστές χαρακτηρίζουν την Ευρώπη και τους Ευρωπαίους είναι στην πραγματικότητα
  • ανιστορικές γενικεύσεις ("χρηστή διοίκηση"),
  • προβολές της αποικιοκρατίας ("πολιτισμός"),
  • ταξικά χαρακτηριστικα ("σεβασμός στον δημόσιο χώρο") ή
  • γεωγραφικές ιδιαιτερότητες.
Η Ευρώπη των μενουμευρωπαϊστών ταυτίζεται με την Mitteleuropa των αυτοκρατοριών, την αστική τάξη, κάποια τοπία πέριξ των Άλπεων και τις σκανδιναβικές δημοκρατίες.

Ειδικά το ανιστορικό στοιχείο είναι έντονο στο πώς βλέπουν την Ευρώπη τους οι μενουμευρωπαϊστές. Για να τελειώνουμε μαζί του θα αρκούσε π.χ. ακόμα και η δειλή και ανισοβαρής ανάλυση της έννοιας της Ευρώπης από τον Norman Davies στο πολωνοκεντρικό Europe: a history. Η σύγχρονη Ελλάδα, αλλά ακόμα και η οθωμανική κληρονομιά, είναι οργανικό μέρος του ευρωπαϊκού συστήματος περισσότερο και πιο ουσιωδώς από ό,τι η Ισλανδία, ο σύγχρονος αγγλικός εξεψιοναλισμός, ο Καύκασος, η αμερικάνικη κουλτούρα στρωμάτων της ολλανδικής ή της ιταλικής νεολαίας ή η γλωσσα της Μάλτας.

Δεύτερον, ο πρόχειρος και σαρωτικός τρόπος που γίνεται αντιληπτή η Ελλάδα ως θύμα της Ορθοδοξίας, ως λείψανο της Ευρωπαϊκής Τουρκίας, ως ηλιόπληκτο μεσογειακό θέρετρο ή ως απόστημα στην άκρη της βαλκανικής προϋποθέτει πλειάδα οριενταλιστικών, νεοαποικιοκρατικών και -- το χειρότερο -- ανιστορικών προκειμένων. Το ίδιο ισχυει και για την όποια νεοαποικιακή αβελτηρία για "μετασχηματισμό" της Ελλάδας σε "συγχρονο ευρωπαϊκό κράτος". Αναρωτιέμαι ποιο είναι το πρότυπο "σύγχρονου ευρωπαϊκού κράτους" των μενουμευρωπαϊστών όταν ληφθεί υπόψη το μέγεθος και ο πλούτος της Ελλάδας. Η Δανία των εκατοντάδων τοπικισμών; Εάν ναι, η ανιστορικότητα τέτοιων ιδεών σοκάρει: θα απέβλεπε η πτωχή πλην με περασμένα μεγαλεία Πορτογαλία στο να γίνει η Αυστρία του Ατλαντικού;

GatheRate

Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2015

Η διπλή ζωή

Ταυτίζουμε ανθρώπους γύρω μας με έναν ρόλο τους, μία όψη της ζωής τους. Βεβαίως αυτή είναι μια ταύτιση που πολλοί από εμάς εσωτερικεύουμε: είμαστε μάνα, πωλητής, παππούς, κλειδαράς, ναξιώτης, συνταξιούχος, προϊσταμένη, πασόκος, αεκτζού, ταξιτζής -- και ούτω καθεξής.

Ορίζουμε τους άλλους και αυτοπροσδιοριζόμαστε μονοσήμαντα.

Συνέπεια αυτής της μίας και βασικής ταυτότητας είναι και ότι καταλήγουμε να αντιλαμβανόμαστε τον βίο μας, τον δικό μας και των άλλων, ως κάτι απλοειδές και ως κάτι με εσωτερική συνέπεια: η ζωή μας πρέπει να διακρίνεται από εσωτερική συνοχή μονιστικού χαρακτήρα. Βλέπουμε δηλαδή τη ζωή μας και τον χαρακτήρα μας σαν απλοϊκά θεωρήματα. Αυτός είναι και ο λόγος που η διπλή ζωή (της Βερόνικας ή κάποιου άλλου) ή οι δισχιδείς ή πολυσχιδείς άνθρωποι (π.χ. το πρωί ηλεκτροσυγκολλητής το βράδυ ντιτζέι) μας φαίνονται αξιοπερίεργες περιπτώσεις, ασυνάρτητες σπατάλες ή και αφορμή για καλαμπούρι.

Το παραμύθι του απλοειδούς βίου, ότι λ.χ. κάποιος είναι μάγειρας ή νηπιαγωγός ή πότης και αυτό τον ορίζει με επάρκεια, είναι από αυτά που δεν χορταίνουμε να λέμε στον εαυτό μας και στους άλλους. Και πρόκειται φυσικά για παραμύθι, γιατί κανείς μας δεν είναι απλοειδής και μονοσήμαντος, ακόμα και ο πιο ασκητικός αθλητής, ο πιο αφοσιωμένος στην επιστήμη του σπασίκλας, ο πιο συστηματικός πέφτουλας ή ο πιο στριφνός φιλόλογος. Ακόμα και αν οι χαρακτήρες και οι ζωές μας -- εξαιτίας μάλλον κάποιου θαύματος -- δεν περιέχουν "αντιφάσεις", οπωσδήποτε αποτελούνται από ζωντανά κι δυναμικά στοιχεία που δεν δένουν απαραίτητα μεταξύ τους.

Το παραμύθι καθίσταται επικίνδυνο όταν καλούμαστε να επιλέξουμε τι θέλουμε να είμαστε: ζευγάρι ή γονείς; μάνα ή επαγγελματίας; καλλιτέχνης ή πολίτης; Και καταλαβαίνει κανείς ότι δεν πρόκειται απλώς για ζήτημα κατανομής χρόνου, που είναι σοβαρό ζήτημα αλλά πολλές φορές άσχετο, όταν δει λιγάκι πώς αντιμετώπιζονται από την κοινωνία όσοι αποφασίσουν "δυσί κυρίους δουλεύειν": όχι ως άνθρωποι που θα συναντήσουν πρακτικά προβλήματα (π.χ. χρόνου) αλλά ως άνθρωποι χωρίς αφοσίωση και σίγουρα χωρίς στοχοπροσήλωση. Ο στόχος πρέπει να είναι ένας, ο ρόλος πρέπει να είναι ένας -- έστω κι αν έχεις χρόνο ή δυνάμεις για παραπάνω. Το να μοιράζεσαι, κάτι που τελικά είναι αναπόφευκτο, θεωρείται ένδειξη επιπολαιότητας και προχειρότητας.

Κατά βάθος έχουμε λίγο-πολύ ενστερνιστεί ένα υπερθετικά μοναχικό ιδεώδες, ένα σύστημα κατά το οποίο "ενός εστί χρεία" και σύμφωνα με το οποίο απλώς καλούμαστε να επιλέξουμε σε τι θέλουμε να αφοσιωθούμε κατ' αποκλειστικότητα. Τα πράγματα γίνονται ακόμα πιο αυστηρά και μονολιθικά όταν μέσα στο θεώρημα εισαχθεί ο παράγοντας "αγάπη", αυτό το πασπαρτού: "να αποφασίσεις τι αγαπάς και να αφιερωθείς ολοκληρωτικά σ' εκείνο".

Στο τέλος, όσοι δίνουνε την εντύπωση της ολοκληρωτικής αφοσίωσης γίνονται ινδάλματα και πρότυπα, με ό,τι κόστος και συνέπειες συνεπάγεται αυτό, αφού η "ολοκληρωτική αφοσίωση" σε κάτι ή σε κάποιον είναι είτε φενάκη, είτε ψυχαναγκασμός. Όμως η ιδέα της ολοκληρωτικής αφοσίωσης είναι το ίνδαλμα που προβάλλεται, το πρότυπο, ως τρόπος να ολοκληρώνεσαι και ως προσωπικότητα.

GatheRate

Δευτέρα 21 Δεκεμβρίου 2015

Charlatans

Ω, μα υπάρχουνε δεκάδες πράγματα για τα οποία δεν μιλάω. Εκατοντάδες.

Εδώ και λίγους μήνες ξανακούω Charlatans. Αυτή τη φορά τους ακούω εντατικά. Απολαμβάνω τα σύνθια που σκάβουν (πόσοι μουσικοί μπορούν να καμαρώσουν ότι τα σύνθια τους σκάβουν;) και τις μαυλιστικές μπασογραμμές που ανεμίζουν, νίβομαι λίγο με τη χαρά της ζωής που βγάζουν και που δεν είναι εξώφθαλμα δεμένη στα ναρκωτικά, όπως με τους Happy Mondays. Γενικά ακούω, και όταν ακούω δεν πολυαναλύω, κι αυτό είναι πολύ καλό.

Σήμερα πάντως, κολλημένος στον δρόμο πίσω από μία μερσεντές υπερβολικά μεγάλη και βαρειά για τις οδηγικές δεξιότητες του οδηγού της, άκουγα πάλι το Then, που έμοιαζε υπερβολικά με μοιρολόι για να καταφέρει να κάνει σουξέ, και μετά το Weirdo, του οποίου το σινγκλάκι το είχε ψαρέψει περιχαρής και περήφανος ο κολλητός μου από το Happening και έβαλε να το ακούσουμε σχεδόν επιτόπου. Τότε δεν μου είχε κάνει ιδιαίτερη εντύπωση το τραγούδι, τώρα το θεωρώ το καλύτερό τους και δεν το χορταίνω. Θυμήθηκα λοιπόν ότι τότε το συγκρότημα το λέγαμε 'Τσάρλατανς' με τον κολλητό και ότι ένας Άγγλος σε οικογενειακό θέρετρο το καλοκαίρι του '91 μου είπε ότι προφέρονται 'Σάρλατανς' με παχύ σ.

Εκείνη τη στιγμή έπεσε το σόλο μπάσο του Weirdo, άναψε κόκκινο και συνειδητοποίησα ότι έχουνε περάσει 25 χρόνια σχεδόν από τότε. Φρέναρα μαλακά. Ο αριθμός μού προκάλεσε δέος. Είναι πολλά τα 25 χρόνια, πολλά είναι: μέσα τους χωράει π.χ. το κατακλυσμιαίο 1949-1974, η εποχή κατά την οποία φτιάχτηκε ο κόσμος που βαλθήκαμε να ξεκάνουμε, μια εποχή τρόμου κι εγρήγορσης, ελευθεριότητας και αμηχανίας.

Μετά άναψε πράσινο και θυμήθηκα τον Άγγλο. Δεν θυμάμαι πώς τον έλεγαν, ήτανε μπουρδούκος και αντιαισθητικά κάτασπρος. Μόλις λίγο μεγαλύτερός μου, κυκλοφορούσε με μια πάρα πολύ σέξι Αμερικάνα στα σαράντα, αδιανόητη ηλικία για μένα τότε, και με την εξάχρονη κόρη της. Η Αμερικάνα είχε όνομα αντρικό τύπου Ντύλαν ή Τσάρλυ και είχε διατελέσει πι-έι (άγνωστη λέξη) του Ρόμπιν Γουίλιαμς. Όλη η παραλία στο οικογενειακό θέρετρο κουτσομπόλευε το αταίριαστο ζευγάρι με το χαριτωμένο παιδάκι, μα εγώ μίλαγα και αγγλικά οπότε μπορούσα να συνεννοούμαι μαζί τους.

Ο Τζέιμς ή Ντέιβ ή πώς τον έλεγαν ήταν από το Σάσσεξ ή από το Σάρρεϋ, κάπου εντελώς Home Counties φάση δηλαδή. Μου εκμυστηρεύτηκε πολύ κομψά ότι δεν είχε σχέσεις με τη σέξι σαραντάρα, η οποία μου άγγιζε το χέρι πάνω στην άμμο και όταν το τράβαγα μού έλεγε να μην σκιάζομαι, αφού απλώς το χέρι μου έπιασε. Στην πραγματικότητα, ο Άγγλος που ήτανε σαν βιομηχανοποιημένο ψωμί σακούλας εγγλέζικο, ήταν ο μπέιμπι σίτερ της μικρής, της κορούλας της Αμερικάνας. Ήταν επίσης decoy (κι άλλη άγνωστη λέξη): παρίστανε δηλαδή και τον γκόμενο-συνοδό της Ντύλαν ή Μπομπ, ή πώς την έλεγαν, για να καλύπτει τη σχέση που είχε εκείνη με έναν ντόπιο, γέννημα-θρέμμα του θερέτρου. Γιατί χρειάζεται decoy, είναι παντρεμένος ο ντόπιος; (Βαγγέλη ή Τάσο ή Κώστα τον έλεγαν; δεν θυμάμαι). Όχι, but his mum does not approve of the American tart, as she calls her. Ο Άγγλος έβαλε το tart στο στόμα της ντόπιας μανούλας του καμακιού. Πώς όμως; Μέσω της αμερικάνας; Αυτή ήτανε του γυμναστηρίου, έκανε κάμψεις στην παραλία α λα καλιφορνέζ, είχε μαλλί κοντό Billy Idol αργασμένο από πυρηνικές βαφές,. Συνεπώς bitch ή slut θα έλεγε πώς αποκαλούν τον εαυτό της, έστω και σε μετάφραση από τα ελληνικά. Μπερδεμένα πράγματα.

Πιο μπερδεμένα ήταν ωστόσο τα υπόλοιπα: η Τσάρλυ ή Ντύλαν έφυγε από την Αμερική με την κόρη της για το γνωστό αμερικάνικο προσκύνημα στην Ευρώπη μετά από διαζύγιο με έναν malakas. Πρώτος σταθμός Αγγλία, όπου γνώρισε τον Ντέιβ ή Ίαν (τον Άγγλο λουκουμά) και τον πλήρωσε να έρθει μαζί της. Στη σάνυ Γκρης γνώρισε, στο οικογενειακό θέρετρο, τον Μπάμπη ή Τάσο -- κι εκεί κλήθηκε ο Άγγλος να κάνει και τον decoy. Ήδη ταξίδευαν μήνες. "Α, προσελήφθην ως μπέιμπι σίττερ αρχικά", διευκρίνισε ο Άγγλος. Άλλες ερωτήσεις δεν έκανα. Δεν χρειαζόταν και δεν το συνηθίζω. Εγώ τότε ημουν ξετρελαμένος με μια Χριστίνα, την οποία είχα δει μόλις μια φορά και μου είχε δώσει το τηλέφωνό της και όποτε την έπαιρνα το σήκωνε ο μπαμπάς της, και η οποία με τάισε συνοπτική χυλόπιτα τελικώς, την τελευταία που έφαγα ποτέ. Αυτά το 1991, τη χρονιά που ξαναγεννήθηκε η Αγία Ρωσία.

Πάντως ο Τζων ή Ντέιβ, ο Άγγλος, άκουγε κι αυτός Σάρλατανς. Και ο Σπύρος ή Κώστας, της Αμερικάνας, ήρθε στην παραλία μια μέρα με κάτι κολλητούς και δεν χάρηκε που με γνώρισε. Και με τον Τζών ή Ντέιβ συζητάγαμε για ίντι γκρουπάκια (μπάντες ήτανε μόνο του δήμου και του στρατού τότε), δυστυχώς του άρεσαν οι Inspiral Carpets.

Τράβηξα χειρόφρενο και έβγαλα το κλειδί.

GatheRate

Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2015

Λάσπη ή σκόνη;

Το δίλημμα είναι "λάσπη ή σκόνη;" Γιατί καθαρή δεν τη βγαζεις, όποιος κι αν είσαι, όπου και να ζεις. Μπορεί να έχεις λίγη λάσπη ή λίγη σκόνη. Μπορεί και να έχεις και τα δύο αναλόγως με την εποχή, αν είσαι άτυχος. Αλλά από τη σκόνη και τη λάσπη δεν γλυτώνεις.

Με άλλα λόγια, πρέπει να διαλέξεις τι προτιμάς: να μουλιάζεις και να τα πατάς τα σκατά και να λερώνεις τα ωραία σου παπούτσια; ή να τα εισπνέεις τα σκατά και να μπουχτίζεις τα ωραία σου πνευμόνια;

Μούχλα και μετέωρο ψιλόβροχο ή ξεραΐλα κι απροσμάχητο λιοπύρι;

Μισώ βαθιά τη σκόνη. Εγώ είμαι με τη λάσπη, με τη βροχή, έστω και με τη μούχλα. Καλύτερα να μουλιάζω παρά να αποξηραίνομαι.

Η εικονογράφηση από έργο της Apollonia Saintclair.


GatheRate

Σάββατο 12 Δεκεμβρίου 2015

Γυναίκες

Με ξετρελαίνει, μ' αρέσει πώς μας ποθούν οι γυναίκες: ήσυχα, έξυπνα, μονολεκτικά. Με λεπτότητα και ακρίβεια: μας βουτάνε από τον σβέρκο, ή από αλλού, την καίρια στιγμή και μόνο. Χωρίς σάχλες, χωρίς παπάντζες, δίχως κουβέντες μεγάλες, δίχως προκαταβολικές αγάπες και παντοτινότητες. Οι γυναίκες κρατούν το ουσιώδες, είτε βογκητό είτε ιμερικά λόγια, για την ώρα του οργασμού τους. Και μετά πράττουν αναλόγως. Οι γυναίκες πράττουν· εμάς η τρυφηλή εξουσία και τα αόρατα προνόμια 5 χιλιετιών πατριαρχίας μάς έχουνε κάνει καραγκιοζάκια της εξαγγελίας, της αυτοπροβολής και των μεγάλων λόγων. Μπλαμπλαμπλά και πούτσα.

Ποτέ δεν πρέπει να κάνεις μια γυναίκα να χάνει τον χρόνο της. Για κανέναν λόγο. Ο χρόνος των γυναικών είναι πολύτιμος και μετρημένος. Αντιλαμβάνομαι ότι οι σεξιστές αμέσως θα χαμογελάσουν σαρκαστικά, θα πέσουν και αστειάκια με τα "σε 5 λεπτά είμαι έτοιμη". Όμως όσοι άντρες στερεοτυπικά χασομεράμε με τσόντες και μπάλα είμαστε οι τελευταίοι που θα έπρεπε να τολμάμε να αμφισβητούμε τη σπουδαιότητα του χρόνου των γυναικών. Οι γυναίκες ξέρουν και το πότε, ξέρουνε και το για πόσο -- ενώ εμείς πάλι καθόμαστε και βαυκαλιζόμαστε: πάμε, ερχόμαστε, διστάζουμε, τσαμπουκαλευόμαστε, χασομεράμε, επιστρέφουμε και τελικά χανόμαστε. Γιατί είναι τόσο ικανές με τον χρόνο; Δεν ξέρω. Οι γυναίκες ξέρουν γιατί ξέρουν· κάτι εικασίες που συνδέουν την αίσθηση του χρόνου που έχουν με τον μηνιαίο κύκλο τους και με το ελαστικό όριο της εμμηνόπαυσης είναι μάλλον το πώς τα εξηγούνε σ' εμάς, μπας και καταλάβουμε: με όρους κυνηγιού και ματς.

Οι γυναίκες ξέρουν αλλά κάνουνε πως δεν καταλαβαίνουν. Οι άντρες θα σπεύσουμε συνήθως να δείξουμε πόσα καταλαβαίνουμε για τον κόσμο. Όσοι από εμάς είναι αισθαντικάριοι θα επιμείνουν και στο πόσο βαθιά και πλήρως τις καταλαβαίνουμε τις ίδιες τις γυναίκες, έστω κι όταν απλώς ιχνηλατούμε τη σκιά του εαυτού μας που προβάλλεται πάνω τους. Μετά από πέντε χιλιετίες υπό, οι γυναίκες έχουνε μάθει να κρύβουν όσα πρέπει σε λαγούμια και αβύσσους -- σύμβολα και τα δύο του αρσενικού άγχους για τον κόλπο, που είναι η μόνη πραγματική μας Ωγυγία και Αιαία. Επίσης έχουνε μάθει να κρύβουνε  σε δημόσια θέα όσα τις κάνουν ευάλωτες, ποντάροντας στην παροιμιώδη αντρική στραβομάρα. Το μυστικό είναι να τις ακούς, που είναι και το πιο δύσκολο.

Οι άντρες προστατεύουμε τον δικό μας χώρο με σύνορα, πακτώνουμε ψυχολογικά και χρονικά ορόσημα, κάτι nec plus ultra όλο φιγούρα και φαλλό. Είμαστε προνομιούχοι: μεγαλωμένοι φεουδάρχες, ορίζουμε τον κλήρο μας και τον διαφεντεύουμε. Οι γυναίκες προστατεύουν τον δικό τους χώρο κουβαλώντας τον εντός τους και αποτυπώνοντάς τον πάνω τους, γι' αυτό και είναι αναπαλλοτρίωτος, εάν βεβαίως δεν τις σπάσεις και δεν τις υποτάξεις και δεν τους μάθεις να μισούν τη φύση τους. Το οποίο και συχνά συμβαίνει.

Η φωτογραφία είναι του Bernard Boujot.

GatheRate

Τρίτη 8 Δεκεμβρίου 2015

Ερωτολογίες

Πάμε σιγά σιγά. Ο κόσμος δεν θέλει πια να διαβάζει, σίγουρα δεν θέλει να διαβάζει πολλά. Ο κόσμος δεν θέλει να σκέφτεται, έχει απωλέσει ακόμα και τη χαρά της κουβέντας του καφενέ.


Διάβασα πρόσφατα το παραπάνω παράθεμα από συνέντευξη του Χ. Παπακαλιάτη. Είναι κοινός τόπος αυτό που λέει, είναι μια ιδέα σε κυκλοφορία τουλάχιστον από την εποχή του "οι κυβερνήσεις πέφτουνε μα η αγάπη μένει". Νομίζω όμως ότι είναι πολλαπλά άστοχο το παράθεμα στο οποίο "επιμένει ο δημιουργός": Βεβαίως και ο έρωτας μπορεί να βρεθεί πέραν της πολιτικής, όπως άλλωστε και η τέχνη. Ο έρωτας όπως και η τέχνη, και η υψηλή, που μετακινεί, και η χθαμαλή, που παρηγορεί, αποτελούν παραμυθία, παραμυθία υγιέστερη από τον τρόμο και την έκσταση που τροφοδοτούν τις θρησκείες.

Ο έρωτας είναι όντως και παρηγοριά, ιδίως όταν η πολιτική λανθάνει ή αποτυγχάνει. Αλλά δεν είναι υπερπολιτικός, δεν ξεπερνάει το πολιτικό. Μπορεί μεν να μην ταυτίζονται τα δύο τελικά, ο έρωτας και η πολιτική, όμως συνυπάρχουν χωρίς να αλληλοσυμπληρώνονται και χωρίς να αλληλοεξουδετερώνονται: δύο δυνάμεις που πράγματι απορούν και δυσπιστούν και επαναδιαπραγματεύονται ιδεολογίες και ταυτότητες. Ιδίως όταν βρεθούν στην αγκαλιά της τέχνης, υψηλής ή χθαμαλής.


Παράλληλα, η εξιδανίκευση αλλά και το glamorisation του σεξ είναι μάλλον εξίσου πλανεμένα και στρεβλά με την απαξίωση και την περιφρόνησή του. Είναι χαρακτηριστικό πώς οι εξιδανικευτές και ωραιοποιητές του σεξ το παρουσιάζουν σαν μια δραστηριότητα όπου ο ιδρώτας γυαλίζει σαν μπέιμπι όιλ, το σάλιο απουσιάζει, όλα τα υπόλοιπα υγρά απλώς εξυπακούονται, ενώ τα σώματα είναι κουρδισμένα και σε λειτουργία σαν μηχανισμός ρολογιού, με τα γεννητικά όργανα να παραμένουν χρήσιμοι κι ακριβείς κομπάρσοι. Το σεξ εικονογραφείται σαν υπέροχος χορός, σαν κάτι εικαστικά πανέμορφο και ανεξαιρέτως, ίσως κι ατρέπτως, πνευματικό.

Παιδαγωγικά, κάτι τέτοιο είναι εξίσου βλαβερό με την απαξίωση και τη δαιμονοποίηση του σεξ. Αισθητικά αποτελεί παραμόρφωση κι ευτελισμό του, αφού το εξισώνει με γυμνικό περίπατο τροχάδην υπό ψιλή βροχή.

Μεταξύ του "φυσική ανάγκη, προς πλησμονή και κένωση" και του σεξ ως μυστικής εμπειρίας κάπου θα έχει παραπέσει αυτό που είναι, δηλαδή το εργαλείο που φτιάχνει ανθρώπους και που μας κάνει ανθρώπους, μαζί με τη γλώσσα. Και όταν λέω "ανθρώπους", εννοώ ανθρώπους, όχι Ανθρώπους.


Και ο έρωτας τι είναι; Τι κάνει; Δεν ξέρω, δύσκολα είναι αυτά τα θέματα, γελοιοποιούν τις εξιδανικεύσεις αλλά δεν χωρούν και αναγωγισμούς.

Η δεύτερη φωτογραφία είναι της Irella Konof.

GatheRate