Τρίτη 30 Οκτωβρίου 2012

Συνοπτικά ηθικολογικά

Μόνον το κράτος δικαιούται να συμπεριφέρεται ανήθικα ή και να παρανομεί: με τις οροθετικές, τους συλληφθέντες, την εξαίρεση από το χαράτσι της ΔΕΗ... (η λίστα είναι πολύ μεγάλη).

Η ηθική μιας κοινωνίας δεν εκπίπτει όταν οι έρωτες είναι ελεύθεροι και ο κόσμος γαμιέται και γαμεί με λιγότερες ενοχές απ' ό,τι οι ιδανικοί μαντρωμένοι αγροτοποιμένες που έχουμε στο συλλογικό μας υποσυνείδητο. Δεν πάσχουμε σαν κοινωνία επειδή αυξάνονται τα διαζύγια ή επειδή οι έφηβοι είναι ξύπνιοι.

Η ηθική μιας κοινωνίας σείεται και αρχίζει να καταρρέει όταν, ακόμα και αυτοί που δε νέμονται την εξουσία, αυτοί που ούτε συνδιαλέγονται ούτε συνδιαλλάσσονται με συμφέροντα, επιλέγουνε τον εφησυχασμό και τη διαχείριση (με συνοδεία την απαραίτητη μερίδα υποκρισίας) αντί για την ηθική στάση. Διαβάστε (από εδώ):
[...] μαθήτρια αλβανικής καταγωγής, πρώτη στη βαθμολογία, εμποδίστηκε να παρελάσει κρατώντας τη σημαία, με μερίδα συμμαθητών της να απειλούν τον διευθυντή του σχολείου πως αν δεν πάρει τη σημαία από τη μαθήτρια θα καλέσουν τη Χρυσή Αυγή. Το περιστατικό συνέβη στο ΕΠΑΛ Φαρσάλων, όπως αναφέρει το onlarissa.gr. Σύμφωνα με την ίδια πηγή, οι αντιδράσεις από μαθητές ξεκίνησαν πριν από δύο εβδομάδες, όταν ενημερώθηκαν πως σημαιοφόρος θα είναι η εν λόγω μαθήτρια, όπως άλλωστε ορίζει ο νόμος καθώς ήταν η πρώτη στη βαθμολογία. Όπως δηλώνει ο διευθυντής του σχολείου [...], μετά την αντίδραση των μαθητών και τις απειλές ο ίδιος απευθύνθηκε στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση Λάρισας, μεταφέροντας το όλο θέμα που είχε δημιουργηθεί. Η απάντηση ήταν πως «πρέπει να εφαρμοστεί ο νόμος». Οι αντιδράσεις εντάθηκαν και ο καθηγητής, με τον φόβο ότι η κατάσταση θα μπορούσε να ξεφύγει, είχε και δεύτερη επικοινωνία με τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση η οποία είπε στη διεύθυνση του ΕΠΑΛ να χειριστεί η ίδια το θέμα σταθμίζοντας όλες τις παραμέτρους. Ο διευθυντής είχε επαφές με το δεκαπενταμελές, που δεν εξέφρασε αντίθεση στο να γίνει σημαιοφόρος η Αλβανίδα μαθήτρια, με την οποία μίλησε στη συνέχεια για να της εξηγήσει την κατάσταση. Η μαθήτρια δέχτηκε να παραδώσει τη σημαία στην επόμενη σε βαθμολογική επίδοση συμμαθήτριά της. Στο πλαίσιο της μαθητικής εορτής την περασμένη Παρασκευή, η Αλβανίδα μαθήτρια ορίστηκε αρχικά ως σημαιοφόρος από τη διεύθυνση του σχολείου, η οποία τήρησε το γράμμα του νόμου, κράτησε τη σημαία για μερικά λεπτά και στη συνέχεια εξήγησε στους συμμαθητές της πως την παραδίδει επειδή «σέβεται τη σημαία, το διευθυντή, τους καθηγητές και τους συμμαθητές της και όχι επειδή φοβάται». Για την ιστορία αναφέρουμε πως η Αλβανίδα αριστούχος μαθήτρια παρέλασε ως παραστάτρια.
Κι ας πούμε πως κάνουν ό,τι κάνουν γιατί φοβούνται. Τι να πει όμως κανείς όταν η στάση υποκριτικής διαχείρισης προβάλλεται ως απαραίτητη ή και ως θεμιτή;

Αντιλαμβάνομαι ότι μάλλον θεωρούνται κάπως υπερβολικά όλα αυτά. Ότι Χίτλερ δε θα έχουμε. Κάποιοι θυμούνται ακόμα ότι ξενοφοβικές αντιδράσεις και εγκλήματα κατά ξένων που περάστηκαν στο ντούκου είχαμε και επί δημοκρατίας, χωρίς τη συμμετοχή της ναζιστικής συμμορίας: με Τσενάι, με το κουκούλωμα της φρικτής υπόθεσης Άλεξ, με την κάθε Βουλγάρα "πουτανίτσα" (όπως τη χαρακτήρισαν) που βίαζαν ομαδικά παλληκάρια δικά μας, με το κάθε ζευγάρι ξένων που φυλάκιζαν σε σταύλους και το κακοποιούσαν, με τους ανθρώπους της ηλιόλουστης αβύσσου στη Μανωλάδα, με τους βιασμούς και διαπομπεύσεις αλλοδαπών πορνών σε αστυνομικά τμήματα (κάποια τραβηγμένα σε βίντεο), με, με, με, με...

Χίτλερ δε θα έχουμε. όχι. Απλώς η γλυκειά ελπίδα του ελληνικού λαού, η συμμορία, θα ενσωματωθεί ως neighbourhood watch μέσα στην ελληνική πραγματικότητα, θα φτιάξει το στυλ της, θα ενταχθεί στη ζωή μας. Καλά τα λέει ο Καλαβρύτων Αμβρόσιος, ξέρει αυτός, δεν είναι χτεσινός. Όπως εντάχθηκαν οι μαυραγορίτες, οι ταγματασφαλίτες, οι χίτες, οι γερμανοτσολιάδες, οι χαφιέδες, όσοι έφαγαν τα σπίτια και της λίρες των Εβραίων της Σαλονίκης, οι βασανιστές, οι άνθρωποι της χούντας, οι ασφαλίτες της επταετίας, οι χουντικοί καθηγητές πανεπιστημίου.

GatheRate

Σάββατο 27 Οκτωβρίου 2012

Προφορική ιστορία

Δείτε πρώτα αυτό.

Πρώτη ιστορία, μέσω της μάνας μου

Ο νονός της μάνας μου "έλεγαν ότι ήταν αριστερός". Του έστησαν καρτέρι οι σουρλικοί ("αυτός ήταν ο δεξιός κατσαπλιάς, βασιλικός, δεν ξέρω") και τον πολτοποίησαν στο ξύλο και μετά τον βασάνισαν. Τον άφησαν μισοπεθαμένο σε ένα χωράφι. Κάποιος ειδοποίησε τον πατέρα του δικού μου νονού, που ήτανε κι αυτός με τους δεξιούς επειδή είχε χίλια πρόβατα και οι κουκουέδες θα του τα 'παιρναν. Εκείνος πήγε και τον βρήκε. Έσφαξε ένα πρόβατο και έβαλε τον νονό της μάνας μου μέσα στη ζεστή ακόμα προβιά του. Μετά τον ανέβασε στο κάρο και τον πήγε στη γιαγιά μου, για να τον περιποιηθεί: "Ελένη, κοίτα τι τον έκαναν τον κουμπάρο σου. Εδώ δε θα τον πειράξουν". Έκανε βδομάδες να συνέρθει ο άνθρωπος, "ήταν παραμορφωμένος".

Δεύτερη ιστορία, μέσω της μάνας μου

"Είχαμε γίνει κέντρο διερχομένων. Οι κατσαπλιάδες (=ελασίτες) έψαχναν κορίτσια και τα έστελναν οι οικογένειές τους να κρυφτούν στο υπόγειό μας. Δεκατριών, δεκατεσσάρων χρονών. Ερχόντουσαν οι αντάρτες και έλεγαν στη γιαγιά σου 'Συντρόφισσα, ξέρουμε ότι τις κρύβεις'. Η μαμά μου τους έλεγε όλους καπεταναίους, τους έλεγε να σκάσουν, τους έσφαζε κοτόπουλα και τους τα μαγείρευε, τους έβγαζε και κρασί." Μπορεί να μη γαμούσαν αλλά έφευγαν χαρούμενοι. Η γιαγιά μου ήτανε τότε 30 χρονών, μητέρα τεσσάρων παιδιών.

Τρίτη ιστορία, μέσω της μητέρας του πατέρα μου

"Οι Ιταλοί ήτανε βρωμιάρηδες. Πείραζαν τις γυναίκες στον δρόμο. Δεν είχαν αφήσει γάτα στην Αθήνα. Φωνακλάδες. Γελοίοι. Οι Γερμανοί ήτανε κύριοι, καλά παιδιά, πειθαρχημένα. Φασίστες αλλά καλά παιδιά. Αλλά, να σου πω, τα θηρία, τα κτήνη, ήταν οι ταγματασφαλίτες και οι γερμανοτσολιάδες κι οι χαφιέδες, κακό χρόνο να 'χουν, σκατά στον τάφο τους. Αυτοί. Αυτοί. Αυτοί. Οι προδότες. Από αυτούς υποφέραμε. Εδώ στου Γκύζη είχαμε έναν από δαύτους, τον Χ. Όταν έγινε το Μπλόκο στην Κοκκινιά, μου το είπε η Γ. απέναντι, έκλαιγα μια βδομάδα. Είχαμε την πείνα και τους μαυραγορίτες, είχαμε κι αυτούς."

Τέταρτη ιστορία, μέσω της μάνας μου

"Ο μπαρμπα-Κ. έπαιξε στα χαρτιά και στο μπαρμπούτι τα χωράφια που πήραν οι πρόσφυγες με τον αναδασμό. Στην Κατοχή δεν ξέρω τι έκανε. Μετά παρίστανε τον αντιστασιακό. Σιγά. Κάρφωνε πλούσιους δεξιούς στους αντάρτες. Ρεμάλι μια ζωή. Πήρε σύνταξη αντιστασιακού πάντως, με τον Παπανδρέου."

Πέμπτη ιστορία, μέσω της μάνας μου

"Στην Απελευθέρωση η γιαγιά σου μάς έβγαλε στην παρέλαση του ΕΑΜ. 'Συναγωνίστρια' και 'συντρόφισσα' την έλεγαν, ο παππούς σου ήτανε βενιζελικός και δεν ήθελε. Στην Απελευθέρωση η γιαγιά σου έπλεξε ένα κόκκινο πουλόβερ όλη νύχτα, το φόρεσε στον θείο σου τον Σ. και τον έβαλε να κρατάει μια σημαία. Κατεβήκαμε κάτω στην πλατεία [της Κωμόπολης]. Μιλιούνια. Τραγουδούσαμε "ΕΑΜ, ΕΑΜ, ΕΑΜ αντιλαλεί". Είχε μαζευτεί όλη η [Κωμόπολη]."

Έκτη ιστορία, μέσω του πατέρα του πατέρα μου

"Παραμονή Χριστουγέννων του '44 φύγαμε με τα πόδια από του Γκύζη με τον Γ. και τον Παππού τον Μουστάκια [τον πεθερό του], περάσαμε τη γραμμή στη ζούλα και πήγαμε στην Καισαριανή σ' ένα κουτούκι. Ο Παππούς ο Μουστάκιας δεν έβαλε τίποτα στο στόμα του, νήστευε. Ούτε νερό, γιατί θα μεταλάβαινε. Του λέω 'ρε άνθρωπε, εδώ θα μας γαζώσει κανας ελεύθερος σκοπευτής των Εγγλέζων όταν θα γυρνάμε σπίτι κι εσύ νηστεύεις;' 'Τότε να κολαστείτε, μόνοι σας, γαμώ το κέρατό σας, αντίχριστοι, που θ' αρτυθώ χριστουγεννιάτικα'. Εμείς πάντως φάγαμε, ήπιαμε και ρετσίνα -- δεν ξαναφάγαμε τόσο ωραία στη ζωή μας, ίσως επειδή ξέραμε ότι μπορεί να μας θέριζαν στην επιστροφή. Ακόμα το θυμάμαι."

Έβδομη ιστορία, μέσω του πατέρα του πατέρα μου

"Μας μάζεψαν κάτι αριστερούς και μας πήγανε σε μια αποθήκη στου Ψυρρή. Ίσα ίσα που πρόλαβα και χαιρέτησα τη γιαγιά σου, τον πατέρα σου και τον μικρό, γιατί ήξερα ότι δε θα τους ξανάβλεπα. Έτρεμα στον δρόμο. Έκτακτο στρατοδικείο. Ήμασταν συνοδοιπόροι, ύποπτοι κτλ. Η ποινή ήτανε θάνατος. Ήμασταν καμμιά δωδεκαριά. Με τα πολλά αγόρευσε ο Βασιλικός Επίτροπος και είπε "Κύριοι Δικασταί, δε βλέπετε ότι πρόκειται για ασήμαντα ανθρωπάκια; Δεν αποτελούν κίνδυνο για το Έθνος, ανθρωπάκια είναι." Μας απάλλαξαν, γύρισα σπίτι. Ούτε που κατάλαβα πώς βρέθηκα από του Ψυρρή στου Γκύζη. Μα πόσο χάρηκα που με είπαν 'ανθρωπάκι' και 'ασήμαντο', δε φαντάζεσαι."

Όγδοη ιστορία, του πατέρα μου

"Φαντάρος έκανα στην Αλεξάνδρεια του Γιδά. Το 1960. Ελεεινός τόπος, χάλια, καλά περάσαμε όμως: εμένα γραφιά με είχανε, καταλαβαίνεις. Τις πρώτες μέρες ο Διοικητής με ρωτάει "[Αμπού-Σραόσα], παιδί μου, από πού είσαι στην Αθήνα; Γκύζη, Πολύγωνο; Με τα κουμμούνια;" Με είχανε καλά δασκαλέψει όμως και είπα ότι είμαι από την Κυψέλη. Ο Διοικητής χαμογέλασε πονηρά και δεν το ξανασυζήτησε. Ευτυχώς είχα στο στρατιωτικό και τον Βορρά [τη θεία του], που ήταν εθνικόφρων, γιατί λόγω του παππού σου..."

Τα πολύτιμα απόνερα της Ιστορίας. Μην ψάχνετε καθαρότητα στα απόνερα. Αλλά μέσα τους βρίσκεται όλη η λάσπη, ο ιδρώτας, το αίμα, οι ροχάλες και τα δάκρυα της Ιστορίας. Όσο για μένα, relata refero. Απλώς αναρωτιέμαι τι θα λένε για τις άγριες μέρες του 2010-2014 (πιο πολύ δε θα κρατήσει αυτό... ε;) το 2070-τόσο, που εγώ θα είμαι ή ουφάκλα, ή χώμα (μπορεί και στάχτες).

GatheRate

Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2012

Γκρίνια

to P&P, who hate self-pity, whining and whinging -- and all that

Εδώ και έξίμισυ χρόνια που γράφω εδώ μέσα ασκούνται πάνω μου δύο δυνάμεις: η μία με ελκύει προς τη μεριά του να γράψω κάτι που κάποιος ίσως βρει χρήσιμο (επαγγελματική διαστροφή), η άλλη με σπρώχνει προς τη μεριά του να γράψω αυτό που με τρώει (προσωπική διαστροφή). Απόψε θα σχοινοβατήσω σύντομα και διστακτικά πάνω στη συνισταμένη τους.

Μην γκρινιάζεις. Μην γκρινιάζεις. Σταμάτα να γκρινιάζεις. Η γκρίνια είναι μομφή χωρίς αποδέκτη, να ρίχνεις το φταίξιμο εκεί που δεν υπάρχει φταίχτης. Εντάξει, έτσι σε μεγάλωσαν, στην ευκολία του να γκρινιάζεις, να παραπονιέσαι, να καταγγέλλεις αόριστα. Αλλά μην γκρινιάζεις, ρε μαλάκα. Παραπονιέσαι και καταγγέλλεις όταν υπάρχει φταίχτης και με σκοπό να τον συνετίσεις, να τον νουθετήσεις ή να τον αποτρέψεις, εάν είναι κακόβουλος. Αλλά η γκρίνια δεν απευθύνεται σε κανέναν. Η γκρίνια ξέρει ότι δεν υπάρχει φταίχτης. Η γκρίνια έχει επίγνωση του ότι το μόνο που θες είναι να δικαιωθείς, να μην αναλάβεις τις ευθύνες σου. Η γκρίνια είναι η φώνηση της κακής πίστης: δε θέλω να είμαι αυτός που είμαι, δε θέλω να μπορώ όσα μπορώ, δε θέλω να είμαι ελεύθερος. Θέλω να αλλάξω όσα δεν αλλάζουν ή -- ακόμα χειρότερα -- θέλω να γκρινιάζω για να μη φανώ άπρακτος ενώ δε δρω, επειδή δεν κάνω κάτι για να αλλάξω όσα αλλάζουν αλλά απαιτούν κόπο και κίνδυνο και πείσμα.

Η γκρίνια δεν είναι μόνον αόριστη και αντιπαραγωγική. Δεν είναι μόνον ατελέσφορη. Είναι το δειλό υποκατάστατο της δράσης. Είναι και η άστοχη και αστόχευτη εκδοχή της κριτικής. Η γκρίνια είναι άσφαιρη, είναι η στρακαστρούκα που περνιέται για βόμβα διάτρησης, αλλά μόνο για λίγα δευτερόλεπτα. Είναι η απόπειρα δικαίωσης του μαυλιστικά χαυνωτικού "δε θέλω να μπορώ" που έχουμε όλοι μέσα μας, και ως ψυχισμοί και ως κοινωνικά όντα. Ο άνθρωπος που δεν γκρινιάζει ζυγίζει. Όταν δεν γκρινιάζεις, κατανοείς. Λες: αυτός είμαι, μέχρι εκεί μπορώ. Και έχεις τρεις επιλογές, όλες επώδυνες: είτε αποδέχεσαι, εν γνώσει του ότι μπορεί απλώς να δειλιάζεις, είτε δρας, εν γνώσει του ότι μπορεί να σφάλλεις, είτε συζητάς, εν γνώσει του ότι συνήθως αυτό δεν είναι αρκετό.

Η γκρίνια δεν είναι οργή: η οργή ξέρει και η οργή βλέπει και η οργή κρούει με ορμή. Η γκρίνια δεν είναι παράπονο, το παράπονο είναι ταπεινό και ευάλωτο και εμπεριέχει την ίδια την ανεπάρκειά του: ότι είναι η αρχή για κάτι άλλο. Η γκρίνια δεν είναι το τέλος της καρτερίας: η γκρίνια χρησιμοποιεί την καρτερία ως πρόσχημα και για να δικαιολογεί την παρουσία της. Αλλά τίποτε δε δικαιώνει την γκρίνια, σίγουρα όχι η καρτερία. Γιατί η καρτερία μπορεί να είναι και πρέπει να είναι το προοίμιο και η προετοιμασία της δράσης, της οργής, της κριτικής, ίσως και κάποιου γενναίου άλματος στο κενό. Η γκρίνια είναι τζάμπα εκτόνωση, η γκρίνια είναι μαλακία.

Γι' αυτό σου λέω, ρε μαλάκα, μην γκρινιάζεις.

GatheRate

Τρίτη 16 Οκτωβρίου 2012

Σφάλμα

Νομίζω ότι πια τη θεματολογία του δημόσιου και του πολιτικού διαλόγου την ορίζει και την κατευθύνει η ναζιστική συμμορία. Διαβάζω λ.χ. αυτή την εξαιρετική αναίρεση της όψιμης χριστιανοπάθειας των ναζί. Η αντίδρασή μου είναι ότι η ναζιστική συμμορία είναι ακριβώς αυτό: συμμορία. Αν ο Μάκαρος ήγειρε θέμα ελληνικότητας του Κρουσόβου (για τους δικούς του λόγους), θα το συζητούσαμε με εμβρίθεια κι επιχειρήματα; Φεύγοντας από εγκληματίες του κοινού ποινικού δικαίου (που χαίρουν ασυλίας), θα έγραφε κανείς ποτέ τεκμηριωμένα κατεβατά υπέρ των ερωτικών πρακτικών και τεχνικών που ενοχλούν τον Πειραιώς Σεραφείμ, την πάλαι ποτέ κυρία Λουκά, τους τηλεοπτικούς υποαστέρες και τις περσόνες του θεάματος; Θα συζητάμε σε λίγο τις φαντασίες του Λιακόπουλου και τους μύθους των συνωμοσιολόγων;

Βεβαίως αναγκαζόμαστε να ασχοληθούμε με την εγκληματική συμμορία. Όχι γιατί μπήκε στη Βουλή, στη Βουλή είχε μπει και το ΛΑΟΣ, προλειαίνοντας το έδαφος, αλλά λόγω της εγκληματικής δράσης της (και όσων χειρότερων σκοπεύει να διαπράξει). Επειδή η ναζιστική συμμορία, όπως και άλλες συμμορίες στην Ελλάδα, συνεργάζεται με την αστυνομία. Επίσης, επειδή τα ΜΜΕ την έχουνε καταστήσει ισότιμο συζητητή. Η στάση μας πρέπει να είναι δυναμική αντιπαράθεση μαζί τους στον δρόμο (μήπως και καταλάβουν οι πιτσιρικάδες για τι θρασύδειλους τσαμπουκάδες πρόκειται) και συγκαταβατική αναίρεση, χωρίς πολλά πολλά, όταν συζητάμε μαζί τους. Βάλτε τους να δούνε το American History X στο κάτω κάτω. Τα υπόλοιπα περιττεύουν. Κι ας είμαστε όλοι μιας προϊόντα μιας παιδείας και μιας κοινωνίας που καλλιεργεί την αμάθεια και την αμερικανικού τύπου ιδιωτεία, αρκεί να εμφορούμαστε από "σωστή σκέψη", "αξίες" και "ιδανικά".

GatheRate

Πέμπτη 11 Οκτωβρίου 2012

Ένα ποστ γραμμένο αντίστροφα

Δε θέλω να ξαναγράψω πια για πολιτικά. Δε θέλω, δε θέλω. Όσοι καταλάβαμε, καταλάβαμε πάρα πολύ καλά τι γίνεται και πού ζούμε· και ήρθε η ώρα της δράσης, έστω και αν η δράση είναι απλώς να υπερασπιστούμε την αξιοπρέπειά μας και να ενηλικιωθούμε ως πολιτικώς σκεπτόμενοι άνθρωποι. Ήρθε η ώρα της δράσης.

Δε θέλω να ξαναγράψω για πολιτικά, αλλά θα ξαναγράψω, μάλλον όταν φτάσουμε στον πάτο του επόμενου βάραθρου στο οποίο μας ρίχνει η διαδικασία της εκτροπής: από βάραθρο σε βάραθρο, από αρνητικής δυνάμεως εις αρνητικήν δύναμιν. Ποιος αρνείται πια ότι έχουμε εκτροπή; Σε τι διαφέρουνε πια οι πρακτικές της κυβέρνησης από όλες αυτές των κατ' όνομα δημοκρατιών του 20ου αιώνα που χλευάζαμε και λοιδωρούσαμε;

Όταν μίλησα πριν μήνες για εκτροπή, οι συνετότεροι φίλοι μου με είπαν υπερβολικό και δαιμονισμένο -- με την έννοια του πλατωνικού δαιμονίου, διευκρίνισαν, αλλά εμένα δε μου το βγάζεις από το μυαλό ότι υπαινίσσονταν το ντοστογιεφσκικό αναρχοσοσιαλιστικό δαιμόνιο. Αλλά να λοιπόν, εκτροπή παντού πια. Τα ξανάπαμε. Και μια κοινωνία που δε νοιάζεται γιατί δε νοιάζεται, όχι γιατί είναι μουδιασμένη και παρηγοριές, παραμυθίες και παραμύθες. Όποιος όμως καταλαβαίνει, καταλαβαίνει καλά, κι ας δράσει.

Δε με ενδιαφέρει που είχα δίκιο. Δε με νοιάζει να έχω δίκιο. Ποτέ. Ξέρω καλά (δεν είμαι δημοσιογράφος ή φιλοσοφών) ότι η αλήθεια και το δίκιο δεν είναι κάτι που το κατέχει ένας. Είναι συλλογική προσπάθεια, έργο κι επίτευγμα μιας κοινότητας. Πάντα κι αναπόδραστα. Εγώ θέλω να πω κάτι, έστω μαλακία, συνήθως μαλακία, και πάνω σε αυτό να πατήσει κάποιος άλλος αναιρώντας, συμπληρώνοντας, διορθώνοντας, επαυξάνοντας -- και να μας πάει παρακάτω.

Το σλόγκαν μου είναι pecca fortiter: αμάρτανε γενναία. Κυρίως ως ιδανικό, το οποίο έχω αγκαλιάσει πολλές φορές. Δε γίνεται να έχεις πάντα δίκιο ούτε να είσαι απολύτως συνεπής. Και πρέπει να έχεις την ανδρεία (αστεία λέξη κάπως: πιο φιλάρεσκα πλάσματα και πιο πεισματάρικα δεν έχει από τα αντράκια) να πεις ότι έκανες λάθος, ότι έσφαλες, ότι βρισκόσουν σε πλάνη.

Κι αυτό που λέω εδώ πατάει πάνω στα λόγια άλλων. Λινκ δε βάζω. Αλλά έτσι είναι.

GatheRate

Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2012

Ένα ποστ α λα παλιά

Βαριέμαι (προσοχή: βαριέμαι, όχι κάτι άλλο)

τον Douglas Adams
τη βικτωριανή πεζογραφία
την J.K. Rowling
τους Iron Maiden
τις φορμουλαϊκές τσόντες με φώτα στούντιο
τα αρχαιολογικά μουσεία καθαρά αρχαιολογικού ενδιαφέροντος
το ποδόσφαιρο
εσπερινούς και όρθρους
να πλένω πιάτα
να γράφω εσωτερικά σημειώματα
τις αριστερές αναλύσεις
την επαρχία
να απλώνω ρούχα
την ιταλική όπερα (καλύτερα δώστε μου επιλεγμένες άριες)
τον κυπριακό μεζέ
την επιστημονική φαντασία χωρίς φαντασία
τους μαλάκες τους Pulp
την εμμονή με το πρωκτικό σεξ
τα έντεχνα που θα 'θελαν να είναι ροκ ή ρεμπέτικα
τους αμανέδες
την μπύρα (εκτός Τσεχίας και Βελγίου)
τις αναλυτικές περιγραφές εγκυκλοπαιδικού χαρακτήρα σε μυθιστορήματα
την ποίηση κατά 97% (αλλά το 3%!!!)
τις συζητήσεις για γκάτζετ
τις συζητήσεις επί της αρχής (γνωστές και ως "διύλιση του κώνωπος")
να καθαρίζω πατάτες
τις πλεοναστικές περιγραφές χαρακτήρων σε μυθιστορήματα
τα αεροπορικά ταξίδια
τα ταξίδια με πλοίο
τα ταξίδια με ΚΤΕΛ
να οδηγώ
τις αισθηματικές κομεντί με ηθικό δίδαγμα
τις κωμωδίες με ηθικό δίδαγμα
το oeuvre του Καπουτζίδη (πλην Θεοπούλας και Ντάλιας)
τον Μόμπυ Ντικ
τη βαρεμάρα των άλλων
να σιδερώνω πουκάμισα
τους φορτικούς συζητητές
τις εμμονές του Γούντυ Άλλεν (οι ταινίες οκέι)
τις πατάτες γιαχνί
τα ατέλειωτα σόλο του κάθε βιρτουόζου κιθαρίστα
το σοφτ πορνό
την εμμονή με το καλοκαίρι, τις διακοπές, τα νησιά
τις περιγραφές τοπίων στην πεζογραφία
τις λεπτομερείς ψυχολογικές σκιαγραφήσεις εκεί όπου δε χρειάζονται
τη μουσική που παίζεται πια μόνο για μουσικολογικούς σκοπούς
τη ρέγγε
τη χιπ χοπ
σάντουιτς (εκτός Αγγλίας)
τις μπίμπι μπο (δεν είστε σέξι, καθόλου)
τον Μπενίνι (όχι, δεν τον βαριέμαι: με τσαντίζει)
τη ζωγραφική του 18ου αιώνα

τις ατέλειωτες λίστες που δεν αφορούν κανέναν. ;-)

GatheRate

Παρασκευή 5 Οκτωβρίου 2012

Fearful symmetry

γραμμένο από κοινού με τον Old Boy

Ο Αλαίν ντε Μποτόν, σύγχρονος αποφθεγματιστής και ποπ φιλόσοφος, γράφει σε ένα πρόσφατο τουίτ του ότι ο μικρόκοσμος της σχολικής αυλής μάς προετοιμάζει όχι για την πραγματική ζωή παρά για τη σοσιαλμηντιακή.

Ωστόσο, ο μικρόκοσμος των ελληνικών σοσιαλμήντια είναι συστηματικός και μάλλον πειθαρχημένος, οργανωμένος σε διακριτές διαδικτυακές κοινότητες: οι αναρχικοί, οι αριστεροί, οι νεοφιλελεύθεροι, κάποιοι μπλαζέ βούδες της ΔΗΜΑΡ, οι φασίστες, κάποιοι αναρχοεθνικιστές, οι δύο ή τρεις κομμουνιστές, τα λοιπά. Τα μέλη κάθε ομάδας κηρύσσουνε στο κοινό της· ανταλλάσσουν μεταξύ τους γνώμες ευθυγραμμισμένες κι αλφαδιασμένες με τις κοινές της αρχές και αντιλήψεις, αστειάκια και ειδήσεις· κυκλοφορούν κωμικό υλικό κι εκφράζουν στοχευμένη αγανάκτηση. Οι αναρχικοί και οι αριστεροί αποκαλύπτουν τις απροκάλυπτες πια θηριωδίες της αστυνομίας και τη φρενήρη κούρσα όλων μας μαζί προς την άβυσσο της καπιταλιστικής απληστίας. Οι φασίστες καταγγέλλουν κάποια νέα τουρκική απειλή, την αδιαφορία των Ελλήνων, τα άγρια ήθη μουσουλμάνων ή την κυνοφαγία πακιστανών -- και ούτω καθεξής.

Η εικόνα όμως αλλάζει θεαματικά όταν βρεθεί κάποιος στον πραγματικό κόσμο, τον κόσμο της ελληνικής κοινωνίας. Τον κόσμο που διαμορφώνουνε τα Μέσα. Εκεί δεν υπάρχουν ασυμμετρίες και ασυνέπειες, δεν υπάρχει κανένα ασυνεπές εμπειρικό δεδομένο να αμφισβητήσει τις Μεγάλες Θεωρίες τους

Έτσι, ο Δεκέμβρης του '08 δεν ήταν τίποτα μα τίποτα άλλο παρά μόνο ένα κρεσέντο βίας και μανίας πυρπολήσεων· η διαδήλωση του πρώτου μνημονίου τίποτα μα τίποτα άλλο παρά οι φόνοι της Μαρφίν· η διαδήλωση του δεύτερου μνημονίου τίποτα μα τίποτα άλλο παρά μόνο το κάψιμο του Αττικόν· οι αγανακτισμένοι τίποτα μα τίποτα άλλο παρά μόνο το εκκολαπτήριο της Χρυσής Αυγής. Εσχάτως μάθαμε ότι η διακοπή της παρέλασης της 28ης Οκτωβρίου δεν ήτανε τίποτα μα τίποτα άλλο παρά μόνο μαγιά για πραξικόπημα.

Η Μεγάλη Θεωρία των Μέσων δεν έχει κενά, ασυμμετρίες, ασάφειες ή ασυνέπειες: ό,τι συμβαίνει εντάσσεται σε αυτές ομοιόμορφα και συμμετρικά. Συζητώντας λ.χ. τα ΜΜΕ για πραξικόπημα, αν δεν το είπαν ακόμα ακριβώς έτσι, σίγουρα θα πουν ότι το να βγαίνει ο στρατός στους δρόμους και το να μπαίνουν συνδικαλιστές στο Πεντάγωνο είναι τελικώς οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Συμμετρία: η σύγκλιση του άκρου της στρατιωτικής δικτατορίας με το άκρο της συνδικαλιστικής ασυδοσίας· βλάπτουν την δημοκρατία και τα δύο εξίσου. Μέχρι πρότινος θα μπορούσες να γράψεις κάτι τέτοιο και θα γινόταν αμέσως αντιληπτό ότι το γράφεις σαρκάζοντας, ότι προσπαθείς με την ειρωνεία να αποδομήσεις την κεντρική υπόθεση εργασίας της Μεγάλης Θεωρίας των καθεστωτικών ΜΜΕ. Τώρα πια η ειρωνεία ως εργαλείο τείνει να ακυρωθεί και να χάσει κάθε χρησιμότητα, αφού αδυνατείς να σκεφτείς οτιδήποτε κραυγαλέο που να μην σπεύδουν να το πουν τα Μέσα κυριολεκτώντας, να το εντάξουν στη Θεωρία τους.

Όπως λέει ένας φίλος, το θεώρημα των δύο άκρων τελικά διατυπώθηκε προκειμένου να οδηγηθούμε με συνέπεια σε ένα άλλο, του οποίου τα "δύο άκρα" αποτελούν υποπερίπτωση: στο θεώρημα του ενός και μόνο άκρου, δηλαδή του αριστερού. Όταν η ελληνική αστυνομία -- ή επίλεκτα τμήματά της, εν πάση περιπτώσει -- παίρνει ξεκάθαρη θέση με ποιο άκρο είναι και ποιο «άκρο» αντιμετωπίζει ως τον κατεξοχήν εχθρό του, τότε τα πράγματα απλοποιούνται: η πλευρά της κρατικής βίας είναι εξ ορισμού η πλευρά των θεσμών, της δημοκρατίας, της νομιμότητας. Άρα τελικά το φασιστικό άκρο είναι το άκρο της νέας νομιμότητας, η αιχμή του δόρατος της νομιμότητος, αν προτιμάτε.

Ταμπουρωμένοι μέσα στον μικρόκοσμο των σοσιαλμήντια, μπορούμε να ισχυριστούμε το προφανές: ότι με τέτοια αστυνομία και τέτοια ΜΜΕ η δημοκρατία πάσχει και όζει. Και μπορούμε αναδρομικά να πούμε πως ό,τι κι αν ήταν τελικά ο Δεκέμβρης του 08, αυτήν τουλάχιστον την σαπίλα την ανέδειξε. Αλλά όχι, βγείτε από τον πριζωμένο κόσμο του ίντερνετ, ακούστε τι λέγεται πέραν του ολιγάριθμου εκκλησιάσματος στο οποίο κηρύσσετε: τον Δεκέμβρη απλά κάηκε η πόλη, απειλήθηκαν «οι αρχές της κοινής μας ζωής» και βασικοί κανόνες της δημοκρατίας. Τα χρόνια που ακολούθησαν το '08, οι ίδιοι διανοούμενοι που ανησυχούσαν για τη λειτουργία της δημοκρατίας στάθηκαν με φυσικότητα κι άνεση στο πλευρό του πολύπλευρου τσαλακώματός της, ενός τσαλακώματος που βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη.

Η συμμετρία της Μεγάλης Θεωρίας είναι συντριπτική και οπωσδήποτε μάλλον όχι λογική, αλλά η λογική έχει εγκαταλειφθεί προ πολλού στον πραγματικό κόσμο όπου δογματίζουν τα κανάλια (οι νέοι άμβωνες) κηρύσσοντας πειθαρχία, χρηστομάθεια, νομιμότητα και ατελέσφορη καρτερία. Ενώ οι αριστεροί ανταλλάσσουμε στα σοσιαλμήντια εξυπνάδες και βαθειές αναλύσεις, τα μέλη της κυβέρνησης και των κομμάτων που τη στηρίζουν, ακόμα και κρατικοί λειτουργοί, κάνουν δηλώσεις που -- αν κάποιος τις πρόσεχε -- θα χλεύαζε ακατάσχετα τους είτε θρασείς, είτε αμετροεπείς, είτε απλώς κυνικούς που τις ξεστόμισαν. Οι φασίστες βεβαίως δε χρειάζεται να μιλάν, αφού κάνουν αυτό που κάνουν μια χαρά οι φασίστες: δέρνουνε και σκοτώνουν παίζοντας μπιζ και τις κουμπάρες.

Όταν ο πρώην επικεφαλής του ΣΔΟΕ Διώτης δηλώνει πως: «δεν υπάρχει λίστα, η οποία να μπορεί να καταστεί νομίμως αντικείμενο επεξεργασίας μιας υπηρεσίας, η οποία λειτουργεί εντός των νόμων και του Συντάγματος», έρχεται στον νου ο τρόπος που ο εισαγγελέας Διώτης μια δεκαετία πίσω κατέστησε νομίμως αντικείμενο επεξεργασίας έναν πολυτραυματία. Εκεί οι υπηρεσίες και προσωπικά ο ίδιος λειτουργούσε εντός του νόμου και του Συντάγματος, εκεί μεταχειρίστηκε τον Σάββα Ξηρό με απόλυτο σεβασμό στα δικαιώματα του ως κατηγορουμένου. Και το θέμα δεν είναι ντε και καλά ότι κακώς πήρε τις αποφάσεις που πήρε, το θέμα είναι τα δύο μέτρα και τα δύο σταθμά με τα οποία αντιμετωπίζονται οι νομικές γκρίζες ζώνες: μπορεί όντως το θέμα της 17Ν να ήταν τόσο εξαιρετικής σημασίας ώστε το να παίζεις με τα όρια του Συντάγματος και των νόμων να μπορεί να γίνει κατανοητό. Νά όμως που, σε μια χώρα που καταρρέει οικονομικά και βρίσκεται σε μέγιστη κοινωνική κρίση, το θέμα της αξιοποίησης μιας λίστας πληροφοριών με πιθανούς φοροφυγάδες αξιολογείται ως όχι εξίσου σημαντικό. Ο πήχυς της νομικής ευαισθησίας σηκώνεται, ο πήχυς της σημασίας του ευρύτερου θέματος χαμηλώνει αναλογικώς. Η λίστα παραδίδεται και ο Διώτης αναμένει εντολές που όπως λέει, δεν θα του δοθούν ποτέ από τον Βενιζέλο. Να δει κανείς την ιστορία ως μια μεταφορά για το γενικότερο ταξικό και πολιτικό πρόσημο της Δικαιοσύνης; Να δει τελικά κανείς πόσο, ακόμα και σε νομοθετικό και δικαστικό επίπεδο, ο τρομοκράτης είναι ο απόλυτος εχθρός, πώς ο κουκουλοφόρος τείνει να έχει πια μεταχείριση τρομοκράτη και πώς ο απλός διαδηλωτής τείνει πια να έχει μεταχείριση κουκουλοφόρου -- την ώρα που σε νομοθετικό τουλάχιστον επίπεδο, όσο περισσότερα λεφτά έχεις τόσο πιο νόμιμο καθίσταται το να μην πλήρωνεις φόρους; Ο εφοπλιστής Ρέστης καγχάζει "ελάτε να με βρείτε να με φορολογήσετε". Αυτή του η απειλή είναι η κεντρική ιδέα ενός παγκόσμιου οικονομικού συστήματος που ευλογούμε και προσκυνούμε.

Η επίπλαστη συμμετρία και η ψευδεπίγραφη ορθολογικότητα της Μεγάλης Θεωρίας συγκαλύπτει ένα ανθολόγιο καζουισμού, ένα ποτπουρί αυθαίρετων προκειμένων και ανακόλουθων συμπερασμάτων, ένα βοτανολόγιο ad hoc αξιωμάτων. Ό,τι με ασφάλεια αναγνωρίζουμε ως κοινές λογικές πλάνες είναι το στημόνι. Ό,τι έχουμε μάθει να είναι ανήθικα συμφέροντα και κυνισμός είναι το υφάδι. Το αδράχτι που υφαίνει τον ασυνάρτητο πέπλο που μας σαβανώνει είναι η Μεγάλη Θεωρία. Μια Θεωρία με ποταπό σκοπό: όχι βεβαίως να ερμηνεύσει, να διορθώσει ή να παιδαγωγήσει, παρά να στηρίξει πρακτικώς την αυθαιρεσία και την αγυρτεία, την ακύρωση του πολιτικού διαλόγου, την καταστρατήγηση δικαιωμάτων και ελευθεριών, τελικά να επιβραδύνει την αποσύνθεση ενός ταριχευμένου κουφαριού που όζει πτωμαΐνη: του τερατωδώς τετρακέφαλου πλάσματος '(Ο ήδη νεκρός) Δικομματισμός-(Τα με τεχνητά μέσα διατηρούμενα στη ζωή) Καθεστωτικά ΜΜΕ-Ολιγάρχες αλά Ελληνικά-(Διασωζόμενες ξανά και ξανά με κρατικό χρήμα) Τράπεζες'. Χρεοκοπημένες τράπεζες που δανείζουν σε χρεοκοπημένα ΜΜΕ και χρεοκοπημένα κόμματα, για να μας κάνουν όλοι μαζί από κοινού διαγγέλματα περί χρεοκοπίας.

Κι έτσι, στον πραγματικό κόσμο έξω από τα σοσιαλμήντια, επικρατεί απόλυτη σύγχυση, ο πολτός της εντροπίας που στο τέλος επιφέρει η απόλυτη συμμετρία. Αν κάποτε λέγαμε ότι κάθε Έλληνας και άποψη, πλέον ισχύει κάτι σαν "κάθε Έλληνας και 3-4 απόψεις, αναλόγως το κοινό και την ώρα της ημέρας". Κι όσο εμείς επιχειρηματολογούμε περί της αστυνομικής βίας ή κατά του να μπαίνει το δημόσιο χρέος πριν από τις ζωές μας, όσο εξετάζουμε τις ευθύνες της Αριστεράς ή των κυνικών μη-εκλεγμένων δουλικών της πλουτοκρατίας, ο κόσμος που δεν μπαίνει στα ίντερνετς κι ενημερώνεται ή σχηματίζει γνώμη από την τηλεόραση και τους γείτονες ετοιμάζεται για όλα. Ή μάλλον, για ό,τι να 'ναι: όλα παίζουν, όλα ισοδύναμα και συμμετρικά τοποθετημένα

GatheRate

Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2012

Fortius

Απόψε είδα μια πάρα πολύ όμορφη παράσταση χορού από το σύνολο Aterballetto. Χόρεψαν το Rossini Cards (τι παθαίνουν οι χορογράφοι κι οι χορευτές όταν ακούνε τις ματζοριές του Ροσσίνι) και το Cantata (με μια πολύ ζωντανή ματιά πάνω σε παραδοσιακά ναπολιτάνικα τραγούδια). Είχα να ευχαριστηθώ χορό τόσο πολύ από μια παράσταση του NDT2 στο Λονδίνο, προ αμνημονεύτων.

Στο διάλειμμα σκεφτόμουν τη σκιά που απλώνεται, για να το πω κι εγώ με όρους ψευτοεπικούς και Lord of the Rings. Και μόνον ένα πράγμα αισθάνθηκα:

Όσο πήζει ο πουριτανισμός κι ο βικτωριανισμός γύρω μας, όσο η πατριαρχία κατάγει νέες νίκες και η επιθυμία κι η ερωτική χαρά που φέρνει σπιλώνονται, στιγματίζονται και ποινικοποιούνται, τόσο πιο ελευθεριάζοντες και ερωτολογικοί πρέπει να γίνουμε, τόσο πιο ελευθέρια να μιλάμε και να πράττουμε, τόσο πιο έντονα να υπερασπιστούμε τις ελευθερίες των πόθων και των ηδονών.

Όσο η μετριοπάθεια, η σωφροσύνη και η ψυχραιμία τείνουνε να ταυτιστούν με τον δογματικό νεοφιλελευθερισμό και τις εκβιαστικές ερινύες που τον συνοδεύουν (ήτοι του φασισμού, του γραφειοκρατικού αυταρχισμού και της νομικιστικής και ηθικολογικής καθωσπρέπειας), τόσο πιο επαναστατική και ελευθεριακή και υπέρ αδυνάτων πρέπει να γίνεται η πολιτική μας σκέψη και δράση.

Όσο η ελευθερία του λόγου και της σκέψης περιστέλλονται στο όνομα του δημοσίου συμφέροντος και των ευαισθησιών όσων ηγεμονεύουν ιδεολογικά και διαφεντεύουν τα πλήθη, τόσο πρέπει να στεκόμαστε όρθιοι και να κάνουμε τη φωνή μας να ακουστεί -- όπου μπορεί ο καθένας μας να σταθεί και όσο μπορεί να ακουστεί η ελεύθερη φωνή του.

Όχι γιατί είμαστε δογματικοί απέναντι στους δογματικούς. Όχι γιατί θα γίνουμε μανιχαϊστές (αυτό ποτέ). Όχι γιατί θα φανούμε επιεικείς απέναντι σε όσους πρόδωσαν όνειρα, ελπίδες και προσδοκίες: πανσεξουαλιστές φαλλοκράτες, τους δικτάτορες του "υπαρκτού", κάθε λογής καπήλους μικρούς και μεγάλους. Αλλά γιατί η ζωή είναι μικρή, λαμπρή και πολύτιμη, αλλά γιατί πρέπει να την προστατέψουμε και να την υπερασπιστούμε απέναντι στην επιδημία του δικού μας καιρού. Να την υπερασπιστούμε και να τη λαμπρύνουμε.

GatheRate

Σάββατο 29 Σεπτεμβρίου 2012

Ενα σημείωμα για την αστυνομία και τον αναρχικό κι αντεξουσιαστικό χώρο

Με αφορμή τη διαπόμπευση συλληφθέντων 'διαδηλωτών'.

Τόσα χρόνια οι αναρχικοί (όχι αποκλειστικά, όμως) καταγγέλλουν την ελληνική αστυνομία: τις μεθόδους της, τη διαφθορά της και τη συμμετοχή οργάνων της σε πώληση προστασίας και διακίνηση ναρκωτικών, τη στιβαρώς ακροδεξιά στελέχωσή της, τον καθαρά κατασταλτικό προσανατολισμό της που συνδυάζεται με την ανετοιμότητά της να καταπολεμήσει το έγκλημα, τη φασιστική κατήχηση στις σχολές της, τα λιγότερο και περισσότερο γνωστά εγκλήματά της.

Τόσα χρόνια, όσοι κατήγγελλαν τα παραπάνω θεωρούνταν από γραφικοί έως κακόβουλοι. Πολλοί γραφιάδες μιλούσαν για τις εμμονές του αναρχικού κι αντεξουσιαστικού χώρου με την αστυνομία, λόγω της ανάγκης του να κατασκευάσει έναν εχθρό κτλ. Σε περιβάλλοντα χαλαρών συζητήσεων, στελέχη της αστυνομίας θα παραδέχονταν κατά καιρούς κάποια από τα παραπάνω, αλλά θα προσπαθούσαν να τα αποδώσουν σε (συστηματική;) ανοργανωσιά της ΕΛ.ΑΣ., σε ασύγγνωστα λάθη, σε ιστορικές συγκυρίες ("ποιο κουμμούνι θα πάει να γίνει αστυφύλακας;") ή στην ανάγκη να κρατηθεί ψηλά το χθαμαλό ηθικό του κακοπληρωμένου μπάτσου.

Και ιδού τώρα: ο συστηματικά συστηματικός χαρακτήρας της ΕΛ.ΑΣ. ως αποκλειστικά και στυγνά κατασταλτικού μηχανισμού
αποκαλύπτεται πια, τώρα που το δικομματικό σύστημα και τα συνιστώντα μέρη του κρατιούνται στη ζωή με μηχανική υποστήριξη. Αποδεικνύεται ότι δεν είναι μόνον οι αναρχικοί και αντεξουσιαστές οι εχθροί της αστυνομίας αλλά και οποιοσδήποτε εχθρεύεται τα δύο κόμματα και αντιστρατεύεται στον εξανδραποδισμό και την εξαθλίωση που μας επέβαλαν. Γιατί ακόμα και όποιος δεν κρίνει (συστηματικά ή μη) την εξουσία και τους μηχανισμούς της, στο τέλος θα υποστεί και τον τρόμο και την αθλιότητά των μηχανισμών αυτών: η δημοκρατία είναι εύκολο να παραμεριστεί όταν δεν εξυπηρετεί τους σκοπούς τους.

Και περνάμε στο εξής: κυκλοφορεί εδώ και μέρες στα σοσιαλμήντια, ίσως ως αντίδραση στη διαπόμπευση των 'διαδηλωτών', μια αφίσα με φωτογραφίες εγκάθετων, ασφαλιτών πιθανότατα, και περιγραφή αντίστοιχου περιστατικού με ασφαλίτες με δορά αναρχικού. Η αφίσα είναι από εδώ και πρωτοβγήκε ήδη πριν ενάμισυ περίπου χρόνο. Με αφορμή αυτή την αφίσα έκανα κάποιες σκέψεις.

Πρώτα πρώτα, εδώ και χρόνια ομάδες από τον αναρχικό κι αντεξουσιαστικό χώρο χρεώνονται σχεδόν αυτομάτως όλα τα επεισόδια σε πορείες, φθορές, ζημιές και βομβιστικές επιθέσεις και -- εσχάτως -- τρομοκρατικές και εγκληματικές ενέργειες. Από τον καιρό που θυμάμαι τον εαυτό μου, αυτές οι ομάδες, για τις οποίες χρησιμοποιούνται συλλήβδην και αδιακρίτως όροι όπως "κουκουλοφόροι", "γνωστοί άγνωστοι", "μπαχαλάκηδες", "μαύρο μπλοκ" και, φυσικά, "αναρχικοί", κατηγορούνται για όσα έκτροπα γίνονται σε σχεδόν οποιαδήποτε κινητοποίηση.

Βεβαίως υπάρχουν ομάδες αναρχικών και αντεξουσιαστών που έχουν ως τελικό σκοπό την καταστροφή του κράτους και που χρησιμοποιούν ως μέσο για την επίτευξή του τη βία στους δρόμους και τη σύγκρουση με τα σώματα ασφαλείας. Κρίνοντας από την επιδερμική και αποσπασματική μου σχέση με τον αναρχικό και αντεξουσιαστικό χώρο τα τελευταία 15 χρόνια, αυτές οι ομάδες αποτελούνε μειοψηφία. Οι περισσότεροι άνθρωποι του χώρου (και από το Μνημόνιο και μετά, και εκτός του αναρχικού κι αντεξουσιαστικού χώρου) καταφεύγουν στη βία αποκλειστικά για άμυνα απέναντι στην αστυνομική βία. Υπενθυμίζω ότι οι "αναρχικοί" αποτελούν την πιο κυνηγημένη πολιτική ομάδα και ο αναρχισμός την πιο κυνηγημένη πολιτική πεποίθηση (ναι, κομμουνιστές, μη φωνάζετε: μιλώντας υπό κλίμακα και ακόμα και παραβλέποντας τι τους έχει κάνει η ΚΝΕ) τα τελευταία 65 χρόνια, και δη υπό συνθήκες δημοκρατίας κτλ.

Οι άνθρωποι του λεγόμενου "χώρου" μιλούν επί δεκαετίες για εγκάθετους, προβοκάτορες κι ασφαλίτες που παρεισφρέουν στις πορείες και προκαλούν ή βιαιοπραγούν, ακόμα και για πράκτορες της Ασφαλείας που έχουνε διεισδύσει μέσα σε ομάδες αναρχικών και αντεξουσιαστών με αποστολή να παρακολουθούν και, ενδεχομένως, να σαμποτάρουν τον χώρο. Οι σώφρονες και μετριοπαθείς πολίτες τα θεωρούσαμε αυτά προπαγάνδες κι υπερβολές, δεδομένου και του (κατά τα μέσα ενημέρωσης) "κλεφτοπολέμου αναρχικών και αστυνομικών". Ωστόσο, έχουμε πλέον μισές παραδοχές της ΕΛ.ΑΣ. ότι βεβαίως και τοποθετούνται μέσα στις πορείες αστυνομικοί με πολιτικά. Επίσης, το σημαντικότερο: υπάρχουνε βίντεο (πολλά πια) ατόμων με στολή διαδηλωτή τα οποία είτε διενεργούν συλλήψεις, είτε τα σπαν απρόκλητα, είτε προκαλούν επεισόδια και σύγχυση, είτε ζητάνε από τα ΜΑΤ να μην τους δείρουνε γιατί είναι "συνάδερφοι" κτλ... Το ζήτημα είναι ήδη πολύ σοβαρό: αν έστω κι ένα από τα πολυθρηνημένα μάρμαρα της Αθήνας έχει σπαστεί από κρατικό λειτουργό των σωμάτων ασφαλείας, πρέπει να διερευνήσει την υπόθεση εισαγγελέας. Πολύ περισσότερο πρέπει να διερευνήσει τον ρόλο των εγκάθετων εισαγγελέας ενόσω διατυπώνεται επανειλημμένα και αβίαστα η κατηγορία ότι οι φρικτοί φόνοι της Μαρφίν το 2010 είναι το ένα και μεγάλο έγκλημα ανθρώπων του αναρχικού και αντεξουσιαστικού χώρου: προσωπικά, βρίσκω ύποπτο και άξιο διερεύνησης το γεγονός ότι έγιναν μηδέν συλλήψεις τόσα χρόνια μετά, αν και οι κάμερες κατέγραψαν, είπαν τότε, τους δράστες. Με δυο λόγια, μετά τη Μαρφίν αλλά και το ανελέητο ξύλο και καρκινογόνο που έφαγαν δεκάδες χιλιάδες πολίτες το 2011-2012 ενίοτε με αφορμή τη δράση "κουκουλοφόρων", το ζήτημα του ρόλου των εγκάθετων της ΕΛ.ΑΣ. μέσα στις διαδηλώσεις και στις πορείες γίνεται κεφαλαιώδες.
 

Όμως η δικαιοσύνη οκνεύει και ραθυμεί, όπως και σε ό,τι έχει να κάνει με τη ναζιστική συμμορία που κάποιοι ανακάλυψαν στις προηγούμενες δημοτικές εκλογές. Εισαγγελέας δε βλέπω να επιλαμβάνεται της υπόθεσης. Για να γίνω διαλλακτικός: αν είχε αναλάβει η δικαιοσύνη να κοιτάξει το θέμα, δε θα συμφωνούσα π.χ. στο να κυκλοφορούνε φωτογραφίες πιθανών χαφιέδων. Όμως η δικαιοσύνη οκνεύει και ραθυμεί ενώ ταυτόχρονα αφήνει να γίνονται παρόμοια και τρισχειρότερα από την ΕΛ.ΑΣ. (θυμηθείτε, πέρα από τα πρόσφατα, τις οροθετικές κτλ). Επομένως, κάπως πρέπει να κυκλοφορούν τα χαρακτηριστικά των πιθανότατα ασφαλιτών που παριστάνουν τους αναρχικούς και καταγγέλλονται από τους ίδιους τους αναρχικούς ως προβοκάτορες. Αν μη τι άλλο, θα καούν οι συγκεκριμένοι εγκάθετοι και θα αναγκαστούν να κρυφτούν, ενώ ίσως καθυστερήσει και η αντικατάστασή τους ή γίνει δυσχερέστερη.

GatheRate

Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2012

La vie s'écoule

Δεν είμαι σε παροξυσμό. Δεν είμαι πιωμένος. Δεν τα έχω πάρει. Εδώ και 60 λεπτά κάθομαι ανόρεχτος μπροστά στον υπολογιστή, αμάρτημα βαρύ για όσους εργαζόμαστε χωρίς ωράριο και διαρκώς. Διαβάζω τα ψιλά νέα που διηθούνται μέσα από τα σοσιαλμήντια, μέσα από τις ψιλοκουβέντες του τουίτερ και του φέισμπουκ και που παραπέμπουν στις ειδήσεις της ημέρας. Ο όρος που κανένας δε θέλει να χρησιμοποιήσει για τη σημερινή απεργία και τη σημερινή συγκέντρωση είναι μάλλον αυτός: φιάσκο.

Είμαι πολύ θυμωμένος και βαθιά απογοητευμένος. Δε θα κάνω βαθυστόχαστες αναλύσεις, δεν ήτανε ποτέ το φόρτε μου: άλλωστε κάτι θα πει ο Ξυδάκης για τη μοίρα του Γένους και το αγιοπατερικό αλλά και μπατμανικό "πέφτω για να σηκωθώ". Θα γεμίσει το επόμενο Unfollow: με κάτι δύσκολο του Τραμπούλη, κάτι αμφιταλαντευόμενα χολερικό του ολντμπόι, κάτι θεωρητικά στιβαρό του Ζενάκου, κάτι ανατρεπτικό κι ενοχλητικό του Le Nonce, κάτι σχηματικό αλλά χαχανιστά ξεσηκωτικό του Πιτσιρίκου· θα περιλαμβάνονται και κείμενα με σωστές και θεμελιωμένες μαρξιστικές αναλύσεις. Κάτι θα γράψει κι ο Αντώνης Radical, δικαιωμένος, κάτι του στυλ "εγώ σας τα 'λεγα, οι μικροαστοί δεν έχουν ταξική συνείδηση και να πάνε να πνιγούν εν χορώ και ομοθυμαδόν στο Φάληρο μπροστά από το συγκρότημα του Σκάι". Κι εγώ γιατί βγάζω τη δική μου ουρά απ' έξω; Γιατί είμαι μαλάκας.

Στο μεταξύ τα εκκαθαριστικά θα αφανίζουν κόσμο, θα κάνουν εκκαθαρίσεις. Όσοι λίγοι μπορούνε θα την κοπανάνε από τη χώρα. Στην Αθήνα θα πεινάει ο κόσμος και τον ερχόμενο χειμώνα θα κρυώνει και θα αρρωσταίνει αλλά δε θα παίρνει τις ροζ γραμμές του ΕΟΠΥΥ για ραντεβού, ούτε θα αγοράζει τα έτσι κι αλλιώς δυσεύρετα φάρμακα. Δεν πειράζει. Με αυτούς ποτέ κανείς δεν ασχολήθηκε. Κανένα πρόβλημα. Κι ο κόσμος δε θέλει ούτε απεργία διαρκείας (μεταξύ μας: η μόνη λύση), ούτε λαοθάλασσες που θα πνίξουν τον δικομματισμό. Τον δικομματισμό που σαν κοπρικό απολειφάδι εξακολουθεί να επιπλέει και -- το κυριότερο -- να διαφεντεύει ανεύθυνα και πότε κωμειδυλλιακά, πότε γκρανγκινιόλικα τις ζωές μας: ο κάθε Δένδιας, ο κάθε Μεϊμαράκης, ο κάθε Λοβέρδος, ο κάθε Κουβέλης, όλα αυτά τα λέλουδα που θα τα έκοβαν στο πρώτο εξάμηνο μάστερ ακόμα και κάποιου αγγλικού πανεπιστημίου του καμπινέ. Κανένα πρόβλημα. Κάτι θα πουλήσουμε, κάτι θα κόψουμε: οι αγέλαστοι καλβινιστές των Μέσων μάς έχουνε κανονικότατα πείσει ότι για όλα φταίμε εμείς ή ανθ' ημών η Αριστερά, ο ηγεμονικός τράγος που φορτώνεται τις αμαρτίες μας. Οι αγέλαστοι καλβινιστές των Μέσων και οι τάχα πρακτικόνοες δογματικοί που κηρύσσουν από μέσα τους θα ορίζουν την ημερήσια διάταξη: ξένοι, δραχμή, μετανάστες, η Χρυσή μας η Αυγή στη γειτονιά μας, ο Παΐσιος που από καλογεράκι ταπεινό έγινε ο ψευτοεθνοπροφήτης των χριστοκάπηλων για να καταλήξει έδεσμα προς βρώσιν και προς θρησκευτικό σωφρονισμό δια της σύλληψής του. Όλα πολτός. Η ελληνική επαρχία θα συνεχίσει μια χαρά. Θα ψηφίζει Σαμαρά και θα οιωνοσκοπεί στα καφενεία, στους φρεντοχανέδες και στις φραπεδερίες για τις προθέσεις της Τριμούρτης που μας κυβερνάει. Και θα σχολιάζει ό,τι άλλο προκρίνουν τα μέσα. Κι η ζωή θα συνεχίζεται.

Κι εσύ ρε μαλάκα; Εγώ ο μαλάκας θα συνεχίσω να θλίβομαι. Θα προσπαθώ να μη μιλάω -- δεν έχω και τίποτα να πω, αν διαβάσατε προσεκτικά τα παραπάνω, ασφαλής προς το παρόν, με τους δικούς μου ανθρώπους να υποφέρουν και να εξαθλιώνονται και χιλιάδες άλλους να βγαίνουνε στην ανεργία και στην απελπισία, στη φρικτή μοίρα να βλέπεις τα παιδιά σου να στερούνται. Άλλωστε κι αν ήμουν κάτω, στην Αθήνα, στην πατρίδα, τι; Σήμερα θα κατέβαινα στην πορεία, θα με διέλυαν μάνι-μάνι οι μπάτσοι και θα κατέληγα με φίλους και με τα μάτια κόκκινα στην Καλλιδρομίου να αναλύω κοινότοπα την κατάσταση των πραγμάτων μιλώντας αργά με τη φωνή μου που βγαίνει από νεροχύτη και πίνοντας πολύ νερό και κάπως λιγότερο εσπρέσο. Μετά θα πίναμε ρακή ή τσίπουρο. Αλλά είμαι εδώ. Θα συνεχίσω να γράφω για το ασυνείδητο, για την ιστορία της ζωής μου και το Μπλεκ που διάβαζα μικρός, για το δροσερό από την έρση του ιδρώτα μέσα των γυναικείων ποδιών. Και μετά καιρό θα ξαναγράψω κάτι για πολιτικά, κάτι που θα υπαγορευθεί βεβαίως από τα μέσα και τους φασίστες κάθε κόμματος. Ίσως καμμιά ελληνοτουρική κρίση, καμμιά σφαγή δυστυχισμένων και φτωχών, καμμιά διαπόμπευση πορνών, τίποτε εικόνες του Αιγαίου να ανθεί πνιγμένους (κατά τους ποιητάς). Και τότε ωωωπ, θα πέσουν μαζικά να με διαβάσουν. Ε, να πάω να γαμηθώ κι εγώ.

GatheRate

Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου 2012

Ο Μπετόβεν κι ένα αδιανόητο μέλλον

Χτες δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Παλιά με έπιαναν αϋπνίες κάθε δίμηνο περίπου, τώρα πια κανα δυο φορές τον χρόνο. Λήγουνε πάντα στις 4 πμ.: Ελβετικές αϋπνίες, ακριβείας. Τέλος πάντων. Σε αυτές τις περιπτώσεις, για να αποκοιμηθώ ονειροπολώ. Σκεφτόμουνα λοιπόν την πρώτη φορά που είχα εισπνεύσει το άρωμα του λουλουδιού που έχει φυτέψει ο Θεός ανάμεσα στα πόδια των γυναικών (είδατε τι ωραία μετωνυμία για το μουνάκι; ούτε γαλλικιά ταινία να ήμουν), αλλά αυτό θα το συζητήσουμε άλλη φορά.

Σκεφτόμουν και το εξής: την ανθρώπινη τάση που έχουμε να θέλουμε να δικαιώνουμε τις επιλογές των καλλιτεχνών που αγαπάμε. Έστρεψα τη μομφή στον εαυτό μου: κι εγώ είπα τον Μπετόβεν "αριστερό" (χάχα, χαζός αναχρονισμός) μόνο και μόνο γιατί ο στριμμένος μπεκρής ήταν κατά της μοναρχίας και υπέρ του επαναστάτη Βοναπάρτη.

Μαγκιά του όμως, σκέφτηκα. Μουσικός ήταν. Τότε οι μουσικοί περίμεναν να ζήσουν από τη δούλεψή τους σε κάποιον βασιλιά, δούκα, πρίγκηπα-αρχιεπίσκοπο, ευγενή κι άλλα τέτοια κομψά κοπρόσκυλα. Ένας μουσικός που προσδοκούσε την επανάσταση να έρθει να τους σαρώσει όλους αυτούς σίγουρα δε θα ήξερε τι του γινόταν. Κι αν πετύχαινε η επανάσταση, σε ποιον θα πήγαινε να δουλέψει αυτός, ο μουσικός; Σε κανα καπηλειό; Πού;

Βεβαίως, μια χαρά άνθισε η τέχνη όταν σαρώθηκαν τα πολλά πολλά της φεουδαρχίας και των πολυεθνικών αυτοκρατοριών του βούρδουλα.

Μέσα στο μισοΰπνι σκέφτηκα αντίστοιχες αντιρρήσεις για την μετά τον καπιταλισμό κατάσταση: πώς θα ζούμε; πώς θα συνεχιστεί η τεχνολογική πρόοδος; ποιος θα αναπτύξει το λειτουργικό για το iPhone το 11; θα έχουμε σούσι; αυτοκίνητα; κτλ.

Ποιος θα μπορούσε να αντιτείνει στις αντίστοιχες ανησυχίες του Μπετόβεν ότι οι μουσικοί δε θα χρειαζόταν να προσκολληθούν σε κάποιον φιλόμουσο λεχρίτη ευγενή; Κανείς. Λένε, σχηματικά, ότι πρώτος ο Μπετόβεν έσπασε αυτή τη σχέση εξάρτησης των συνθετών από πρίγκηπες κι ευγενείς.

Το ηθικό δίδαγμα προφανές: μη φαντάζεστε, μην προβλέπετε το μέλλον, φτιάξτε το. Όσο μπορείτε. Το κατά δύναμιν. Αμήν.

GatheRate

Δευτέρα 24 Σεπτεμβρίου 2012

der Fall nach oben

στους Φίλους 

Είμαι άνθρωπος των παθών. Εννοώ κυρίως τα δύο αριστοτελικά πάθη, δηλαδή τον έλεο και τον φόβο. Όταν πρωτοάκουσα τον ορισμό της τραγωδίας, σε αυτό το σημείο κόλλησα: ότι, από όλα τα πάθη, ο Αριστοτέλης θεωρεί την τραγωδία καθαρτική ακριβώς αυτών των δύο παθών.

Είμαι άνθρωπος των παθών, ναι, και των άλλων, των προφανών· εκτός από τον τζόγο. Η μεγάλη πλειονότητα όσων ακούω, βλέπω, νιώθω, ζω εγείρουνε πάθη μέσα μου. Με άλλα λόγια, τρώω πολλά φλας και μάλιστα σε ανύποπτο χρόνο. Μάλιστα, επειδή το εξωτερικό μου περίβλημα είναι συνήθως απαθές, νεφοσκεπές κι ακύμαντο, δε φαίνεται εύκολα ότι με κλυδωνίζουν πάθη κι έτσι η συμπεριφορά μου καμμιά φορά γίνεται απρόβλεπτη, για να το πω κάπως ευγενικά. Συνήθως ως δυσάρεστη έκπληξη, σπανίως ευχάριστη.

Το παραπάνω είναι προϊόν ενδοσκόπησης. Η ενδοσκόπηση είναι από τις προσφιλείς ενασχολήσεις του δυτικού ανθρώπου, ίσως και του ανθρώπου εν γένει. Αυτό το "ένδον σκάπτε", που λέμε, η για πολλούς διαρκής απόπειρα να πετύχουμε το χιμαιρικό "γνώθι σαυτόν". Χρησιμοποιούμε την ενδοσκόπηση με σκοπό να αποκαλύψουμε αλήθειες για το σημαντικότερο και πιεστικότερο ζήτημα καθενός από εμάς: τον εαυτό μας. Με περιορισμένη, βεβαίως, αποτελεσματικότητα. Άλλωστε,  όπως η ψυχολογία και η ψυχανάλυση έδειξαν, η ενδοσκόπηση είναι το αντίστοιχο π.χ. της αυτοψηλάφησης: όσο συστηματική, έντονη και λεπτομερής κι αν είναι, δεν υποκαθιστά τα διαγνωστικά μέσα του ειδικού.

Εγώ από αυτά δεν πολυξέρω. Έχω καταλάβει κάτι άλλο όμως. Όποιος κοιτάζει μέσα του, κανονικά πρέπει να βλέπει μια άβυσσο: την αντανάκλαση ή τις θαμπές φωτεινές σκιές των φώτων της καθώς και τα πηχτά σκοτάδια του ασυνειδήτου (που τίποτε δε θα φανερώσουν αβίαστα). Πρέπει να βλέπει τα βάθη της αβύσσου, τα οποία σβήνουν κι εξαφανίζονται πριν οριστεί κάποια γραμμή φυγής για να δείχνει προς τον βυθό της. Κοιτώντας μέσα σου ίσως βλέπεις ένα τοπίο, ίσως βλέπεις έναν ουρανό να σε τραβάει προς τα πάνω ή ένα πέλαγος να σε καλεί προς τα έξω (αλλά το "έξω" της θάλασσας είναι το "μέσα" και "βαθιά"). Όποιος κοιτάζει μέσα του βλέπει την άβυσσο που διαρκώς βαθαίνει όσο προχωράει κανείς μέσα της -- όπως το φεγγάρι που πάντα μας ακολουθεί. Δεν είναι βεβαίως άπειρη, απλώς εμείς έχουμε βραχείες ζωές και λίγο χρόνο για να την εξερευνήσουμε.

Κάνοντας την ενδοσκόπησή μας πολλες φορές είμαστε παγιδευμένοι στη σαμσάρα, στον κύκλο της νεύρωσης: στην αλάνθαστη αίσθηση ότι κάτι σπουδαίο μόλις ανακαλύψαμε κι ας είναι κάτι που έχουμε ανακαλύψει ξανά και ξανά, στην εντύπωση ότι κάτι σημαντικό μόλις διαπιστώσαμε -- και ίσως εμπεδώσαμε -- ενώ αυτόν τον ουδό τον έχουμε διαβεί ξανά και ξανά σαν διστακτικοί βρυκόλακες που πρέπει να τους μπάσεις μέσα στο σπίτι σου για να διαβούνε το κατώφλι του. Γυρίζουμε γύρω από την ίδια στροφή του λαβυρίνθου, κάνουμε ξανά την ίδια λάθος επιλογή μέσα στη μέθη μας που μας δόθηκε ξανά η δυνατότητα επιλογής. Της επιλογής να ξαναγυρίσουμε στα ίδια. Όσοι είμαστε στον κύκλο του 'ξανά εδώ' και του 'πάλι τα ίδια' εστιάζουμε στην τάχα καινούργια λεπτομέρεια που όλα θα τ' αλλάξει και η οποία μας κοίταζε κατάματα για χρόνια. Αντί για τις γραμμές φυγής της αβύσσου που σκιάζουν τα σκοτάδια της, βλέπεις την επίφαση του απείρου, έναν καθρέφτη να καθρεφτίζει όσα εσύ είσαι έτοιμος να καθρεφτίσεις, ετερόφωτος: έχεις εγκλωβιστεί μέσα σε μια περίπτωση του φαινομένου Ντρόστε, είσαι εγκιβωτισμένος επ' άπειρον μέσα στον εαυτό σου που εγκιβωτίζει τον εαυτό σου. Μπορεί να το λένε mise en abyme, αλλά είσαι πολύ μα  πολύ μακριά από την άβυσσο και την ελευθερία της πτώσης μέσα της, είσαι στριμωγμένος μέσα σ' ένα καρυδότσουφλο και λογίζεις τον εαυτούλη σου βασιλιά του άπειρου σύμπαντος: I could be bounded in a nutshell, and count myself a king of infinite space, were it not that I have bad dreams -- ειρωνικά και ιοβόλα δεν το έβαλε αυτό ο Ποιητής στο στόμα του Άμλετ;

Ο παπα-Γαβριήλ μού είπε όταν ήμουν δεκαοχτώ: "οι ωραίες αποφάσεις είναι οι δύσκολες αποφάσεις". Τρολάριζε Θουκυδίδη με το θρυλικό (και χιλιοκαπηλευμένο) "…τὸ εὔδαιμον τὸ ἐλεύθερον, τὸ δ' ἐλεύθερον τὸ εὔψυχον"; Με έβαζε να ψυλλιαστώ όσα θα διάβαζα στον Σαρτρ για τη μοναξιά και τη δυσκολία της ελευθερίας και την πλατεῖαν καὶ εὐρύχωρον ὁδὸν της mauvaise foi; Δεν ξέρω. Ξέρω ότι αυτή η μικρή κι ίσως ανέμελη συμβουλή με συντροφεύει. Ξέρω ότι κάθε φορά που τα πάθη μεταμορφώθηκαν σε ζώσα ποίηση, κάθε φορά που έσπασε ο κύκλος του ελέου για τον εαυτό μου, της αυτολύπησης, και του φόβου, ανοίχτηκαν μπροστά μου αδιανόητα τοπία. Τελικά αυτό και μόνο έχω να μοιραστώ απόψε.

GatheRate

Κυριακή 16 Σεπτεμβρίου 2012

Η άβυσσος των φώτων


Υπάρχει μια αρχή. Ισχύει, ή μάλλον θα έπρεπε να ισχύει, σε κάθε ουσιαστική μας σχέση, είτε πρόκειται για καλή παρέα και φιλαράκι, είτε για φίλο, είτε για έρωτα, είτε για συζυγία: ό,τι δεν επιλέγει να μας πει άλλος, δε μας αφορά. Τελεία. Υπάρχει όμως μια ουσιαστικότατη σχέση στην οποία αυτή η αρχή καταστρατηγείται, και πρέπει να καταστρατηγείται: αυτή που έχει κανείς με τα παιδιά του. Τα παιδιά, όσο είναι παιδιά, σε αφορούν εκατό τοις εκατό. Ιδίως όσα σου κρύβουν.

Βεβαίως τα παιδιά δεν ανήκουνε στους γονείς τους. Έστω κι όταν είναι μόλις ημερών. Τα παιδιά είναι άνθρωποι, τόσο άλλοι από εμάς όσο και οι ενήλικες. Ούτε η αγάπη τους προς τους γονείς είναι δεδομένη, ούτε καν των γονέων τους προς αυτά. Δώρα είναι αυτά, καθόλου δεδομένα, σε καμμιά περίπτωση. Πρέπει να απαλλαγούμε από την κουλτούρα της εξιδανίκευσης που διαποτίζει τον πολιτισμό μας: το σεξ δεν οδηγεί απαραιτήτως στον έρωτα, ο έρωτας δε μεταμορφώνεται πάντοτε σε αγάπη, το μητρικό φίλτρο (ό,τι πιο ισχυρό και τρομερό υπάρχει στον άνθρωπο, δίπλα στην αυτοσυντήρηση) δεν είναι συνεκδοχή της αγάπης. Η αγάπη χτίζεται, ίσως προκύπτει -- ποιος ξέρει άραγε, όχι εγώ. Πάντως η αγάπη δε χορηγείται αυτομάτως. Και, όπως ξέρουμε πολλοί από την ανάποδη, δε χαρίζεται η αγάπη ούτε προκύπτει εξ αντανακλάσεως. Γι' αυτό και δυο άνθρωποι που αγαπιούνται είναι μεγάλο θαύμα, ένα από τα θαύματα που δε χρειάζονται θεό.

Όι γονείς είναι οι φύλακες και τροφοί των παιδιών τους, οι επιμελητές της ζωής τους μέχρι να ενηλικιωθούν. Δεν είναι ιδιοκτήτες των παιδιών. Δεν τους παρέχονται σχέσεις αγάπης μαζί τους αυτοδικαίως. Και, βεβαίως, οι γονείς είναι αυτοί που αναλαμβάνουν τη διακόσμηση του ασυνειδήτου μας. Ή μεγάλου μέρους του ασυνειδήτου μας.

Σκεφτόμουν ότι δε θυμάμαι τίποτα πριν τα τέσσερά μου. Μια σκιά η γέννηση της αδερφής μου, με είχαν αφήσει στη θεία μου για να γεννήσει η μητέρα μου, σκιά που ίσως και να υφάνθηκε από αφηγήσεις μεγαλυτέρων. Ξυποληταρία πάνω σε κάποιο κρύο μωσαϊκό σπιτιού, ξυποληταρία που ξέρω ότι είναι παλιότερη από το τέταρτο έτος μου. Να κάθομαι στο καρότσι, στο πάρκο (αλλά και γι' αυτό υπάρχει φωτογραφία). Κι όμως, τα παιδιά, μιλάνε, σκέφτονται, παρατηρούν και σχολιάζουν, φοβούνται και χαίρονται, ζωγραφίζουν και τραγουδούν, κάνουνε παρέες κι έχουνε συμπάθειες, πολλές φορές παθιάζονται κιόλας, πολύ πριν τα τέσσερα. Πού παν όλες αυτές οι αναμνήσεις;

Στην άβυσσο του ασυνειδήτου, υποθέτω. Όταν γεννήθηκε ο ανιψιός μου, παρατηρούσα πώς τον σηκώναμε όλοι ψηλά και γελούσε όλος χαρά -- να τα όνειρα της πτήσης. Πώς τον αφήναμε τάχα να πέσει και τον αρπάζαμε την τελευταία στιγμή -- να και τα όνειρα της πτώσης. Αναρωτιόμουν πώς να του εντυπώνονταν τα μεγάλα πρόσωπά μας πάνω από την κούνια και τα δυνατά χέρια που τον κρατούσαν και τον πλησίαζαν και τον περιεργάζονταν, οι όψεις των μεγάλων που του γέλαγαν και του μούτρωναν -- ίσως αυτό είναι το υλικό των υπερφυσικών δυνάμεων, των παρουσιών, ροπών και δυνάμεων που νιώθουμε εντός μας, στο πλευρό μας ή απέναντί μας -- καθώς και των όποιων αγγέλων, δαιμόνων, γιγάντων, σκιών, θεών.

Αναλογιζόμουν ότι η αγκαλιά μετά το κλάμα, τα ψιθυριστά νανουρίσματα μέσα στο σκοτάδι, το ρεύμα του αέρα καθώς ο γονιός χυμάει να σε αρπάξει προτού ή όταν πέσεις, ε, αυτά κάπως αποτυπώνονται μέσα μας, κάπως στοιχειοθετούν (πτώση με την πτώση, αγκαλιά με την αγκαλιά, γάβγισμα με το γάβγισμα, νανούρισμα με το νανούρισμα) το μεγάλο πανανθρώπινο και βαθιά προσωπικό κείμενο του ονείρου, του τρόμου, του καταφυγίου, του παραδείσου. Ίσως κάτι βλέμματα που τα βρέφη δείχνουνε να μη χορταίνουν να κοιτάζουν να μην είναι απλό αντανακλαστικό (οι άνθρωποι έχουμε εξελιχθεί με διακριτό άσπρο γύρω από τις κόρες μας -- αυτό σχετίζεται με το ότι κοινωνικοποιούμαστε και παρακολουθώντας ο ένας το βλέμμα του άλλου), ίσως να είναι η κατάκτηση του πρώτου λεξιλογίου των βλεμμάτων, των τρόπων να σε κοιτάζουνε τα μάτια: με στοργή, με βουβή ευτυχία, με κούραση, με αγωνία, με, με, με...

Παλιά αναρωτιόμουν τι νόημα έχει να πηγαίνεις τα βρέφη ταξίδια σε ωραίες πόλεις ή στη θάλασσα ή στα δάση ("δέντρα! πολλά δέντρα! κοίτα, δέντρα!"). Μετά κατάλαβα ότι το χιόνι που θα δει για πρώτη φορά ένα βρέφος 3 μηνών μέσα σ' ένα παγωμένο διαμέρισμα, η όψη της θάλασσας ("νερό παντού!"), οι αγκαλιές και τα φιλιά, το τρένο, το αεροπλάνο, τα καπέλα και τα ρούχα και τα γέλια, όλα αυτά θα φτιάξουνε φωτάκι φωτάκι την προσωπική άβυσσο του ασυνειδήτου του, τον μεγάλο χώρο μέσα του, τη χώρα των ονείρων και των πόθων και την καταφυγή του ίσως, τη θρησκεία του ή την παρηγοριά του. Πιο κρυφό και πιο καθοριστικό και πιο βαθιά ουσιώδες από οποιαδήποτε συλλογή από φωτογραφίες της ευκολοφωτογράφητης εποχής μας. Κι όταν εμείς, που ένα άλμπουμ φωτογραφίες από τα πρώτα 5 μας χρόνια είχαμε όλο κι όλο, ψοφήσουμε, θα αφήσουμε στα τωρινά βρέφη και μωρά ίσως έναν χώρο εντός τους υπόρρητο, ζωγραφισμένο και τραγουδισμένο και με αφές πιο λαμπρές και παρηγορητικές από οποιαδήποτε άλλη μας κληρονομιά. Ίσως και με αγάπη, αν η ζωή αφήσει.

Η φωτογραφία είναι της murplejane.

GatheRate

Πέμπτη 13 Σεπτεμβρίου 2012

Ιστορίες για σημαίες


Έχω ακριβώς ένα χόμπι. Τις σημαίες. Αν θέλετε τον φυτουκλέ όρο, αυτός είναι βεξιλολογία. Ξέρω τα πάντα για τις σημαίες. Τα πάντα όμως. Ασχολούμαι από 7 χρονών (ή ήμουν μικρότερος;), από όταν το περιοδικό Μίκυ Μάους αντικατέστησε το οπισθόφυλλό του με δύο κάρτες διπλής όψεως με τις σημαίες του κόσμου. Αγόραζα κάθε Πέμπτη το Μίκυ Μάους (παρά τις αντιρρήσεις των γονιών μου) και τελικά συμπλήρωσα τη συλλογή μου. Κάτω από κάθε σημαία είχε και πληροφορίες: πληθυσμό, έκταση, πρωτεύουσα, νόμισμα, γλώσσα, υψηλότερο σημείο. Έμαθα ότι το υψηλότερο σημείο της ΕΣΣΔ λεγόταν 'Κομμουνισμός' ("ανοησίες", έλεγε ο πρώην κομμουνιστής παππούς,"το Ελμπρούζ στον Καύκασο είναι"), ότι της Γερμανίας λεγόταν Τσουγκσπίτσε. Ότι στις Μαλδίβες είναι 6 μέτρα ύψος κι ότι στη Γιουγκοσλαβία με το υπερμεγέθες κόκκινο αστέρι στη μέση μίλαγαν και μακεδονικά (τα οποία φανταζόμουν σαν τα ελληνικά που μίλαγε η θεια-Μαγδαληνή). Είχανε σημασία αυτά. Τότε, πολύ πριν το ίντερνετ.

Αργότερα έπιασα και από τις καρτέλες ξεγύρισα και κράτησα μόνο τις σημαίες -- μου είχανε κάνει δώρο 4-5 άτλαντες μέχρι τότε, οπότε δε χρειαζόμουν πια πληροφορίες όπως ποια είναι η πρωτεύουσα του Μαλάουι. Επειδή οι καρτέλες ήταν διπλής όψεως και οι σημαίες στις δύο όψεις δε συνέπιπταν, το ξεγύρισμα για τις 170 χώρες που τότε υπήρχαν ήθελε προσοχή και υπομονή: τελικά μου πήρε μέρες.

Τι νιώθω όταν βλέπω την "ελληνική σημαία" (έτσι την έλεγαν όταν ήμουν μικρός, είχαμε επίγνωση ότι υπάρχουν κι άλλες σημαίες); Συγκινούμαι γιατί γνωρίζω από την όψη της τη γωνιά του κόσμου που με πέταξε στο φως (και στη νύχτα του). Είχα ταραχτεί με τις τρύπιες σημαίες των Ρουμάνων τον Δεκέμβρη του 1989, έτσι όπως αφαίρεσαν το φλύαρο (μέχρι και γεωτρύπανα είχε πάνω!) έμβλημα του τυράννου από την παντιέρα τους. Στην υποστολή της σοβιετικής σημαίας στο Κρεμλίνο το 1991 μού είχε κοπεί η ανάσα. Όταν πρωτοείδα την τρικολόρ να κυματίζει πάνω σε ένα δημόσιο κτήριο και δίπλα σε ένα ακόμη, είπα: "τώρα είμαι αλλού".

Εξοικειωμένος όμως για τόσες δεκαετίες με τόσες σημαίες, συγκινούμαι πια με πάρα πολλές από αυτές. Σχεδόν όλες. Με την καθεμιά τους για άλλο λόγο. Είτε γιατί βλέπω την ιστορία τους, είτε γιατί σημαίνουν ελπίδα για πολλούς, είτε γιατί απλούστατα είναι όμορφες. Άλλωστε δεν υπάρχουν μόνο εθνικές σημαίες (κι ας μην το ξέρουμε στην Ελλάδα). Ξέρετε τι είναι σε έναν μουντό και μισοσκότεινο ουρανό να αστράφτει και να πεταρίζει σα φλόγα μια κόκκινη σημαία; Μεγάλο πράμα. Ξέρετε τι είναι μια κόκκινη σημαία με φόντο έναν άψογα γαλανό ουρανό κι ερείπια; Εμπειρία. Ξέρετε τι είναι να βλέπεις να κυματίζει η βουλγάρικη σημαία στο Σύνταγμα, 100 χρόνια μετά; Μάθημα.

Ποτέ δεν ταυτίστηκα με στρατούς να κουβαλάνε τα κουρελόπανα του θανάτου στην πρώτη γραμμή. Με γέμιζε αποστροφή η (υποτιθέμενη) γένεση της πολωνικής σημαίας στον 'Άνθρωπο από πέτρα' του Βάιντα. Θέλω να θυμάμαι σημαίες να κυματίζουν πολλές διαφορετικές μαζί, χρωματικά παράταιρες μεταξύ τους, σε ανοιχτές στοές, σε λεωφόρους. Αυτό που λέει, αυτό που θα έπρεπε να λέει, κάθε σημαία είναι είμαι εδώ, είμαι αυτός που είμαι, είμαι και κάτι άλλο, είμαι πολλά.

Οπότε, αν θέλετε να με κάνετε να νιώσω παιδί και να ενθουσιαστώ, μιλάτε μου για σημαίες.

GatheRate

Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου 2012

Ιστορίες έρωτος και πολιτικής

Στα νεανικά μας όνειρα ο έρωτας είναι συνώνυμο της ελευθερίας. Αυτό το ξέρει καλά, το έχει νιώσει κατάσαρκα, όποιος στο άκουσμα λ.χ. του 'A life less ordinary' των Ash ένιωσε την ψυχή του έτοιμη να πετάξει και να γίνει πυροτέχνημα, όποιος πήρε δύναμη να ταξιδέψει άγρυπνος κι ας μην κλείστηκε τελικά στην αγκαλιά για την οποία ταξίδεψε, να τρέξει μισοάπλυτος μέσα στη νύχτα προς αφιλόξενα πάρκινγκ, όποιος ένιωσε μια ξένη πόλη σπίτι του για λίγο, όποιος περπατήσε κι οδήγησε αληθινά ανέμελος κοιτάζοντας κλεφτά κάθε τόσο δίπλα του, όποιος μέτρησε χαρτονόμισμα προς χαρτονόμισμα το αντίτιμο ενός δωματίου στις Κάτω Χώρες ή στην Ύδρα, στη Μήλο, στην Παλιόχωρα και στη Μεσευρώπη, στην Αθήνα, στον Πειραιά, στη Σαλονίκη.

Ο έρωτας πάντοτε μας επιβάλλει τη νεότητα, τη διαρκή απειρία και αδεξιότητα της νεότητας. Μέσα στη λαχτάρα και στην αποκοτιά που φέρνει, ναι, είναι αλήθεια: έρωτας ή τίποτα· όλα έρωτας· έρωτας κι ελευθερία· ο έρωτας θα μας σώσει: η επανασταση είναι ερωτική κι ο έρωτας επανάσταση.

Και θα ήταν όμορφα έτσι: να είμαστε όλοι μέθυσοι του έρωτα, μακάρια πρεζόνια της καλοκαιρινής δροσιάς και του αφρού των ηδονών, του χαμόγελου που επιμένει. Συνέπεια αυτής της ερωτικής πανδημίας θα ήταν ιδανικές αυτοργανωμένες κοινότητες, που θα προέκυπταν αυθόρμητα και θα διαρκούσαν. Έτσι δεν είναι;

Ίσως. Ποιος θα τολμήσει να ασκήσει συστηματική κριτική στα όνειρα, αλίμονο αν φτάσουμε σε τέτοιο βαθμό ξηρότητας. Πρέπει όμως να δούμε και την πραγματικότητα, που διακόπτει τη νεότητα. Την πραγματικότητα που αναπόφευκτα κάνει την εμφάνισή της, λιγότερο ή περισσότερο εντυπωσιακή: λογαριασμούς ρεύματος, το κλάμα ενός νεογέννητου, απολύσεις, καθημερινούς εξευτελισμούς του βιοπορισμού, βιοψίες κι επισκέψεις στην εντατική, εξανεμισμένες οικονομίες, την κηδεία αγαπημένου ανθρώπου που δε χρειαζόταν να πεθάνει ακόμη.

Σε αυτή την πραγματικότητα ο έρωτας είναι μόνο διάλειμμα χαράς. Είναι η έκσταση που λυτρωτικά αναστέλλει όλα τα άλλα. Είναι το άπληστο χάδι και ο τυφλός βόγκος που μπορεί να μην ανατρέπουν το καθεστώς μα σου υπενθυμίζουν ότι υπάρχει κι ένας κόσμος πέρα από τον κυνισμό των ισχυρών και την απληστία των πλουσίων. Είναι ο άγριος χορός που δε φέρνει αγριότητα αλλά (έστω και για λίγο) τη ρήξη της μοναξιάς. Και δεν είναι λίγο: αλίμονο σ' αυτούς που δεν αγάπησαν.

Όμως θα πω κάτι που δε μου αρέσει. Θα πω κάτι που δε θέλω να πω: ανήκω στο κομμάτι εκείνο μιας γενιάς που μεγάλωσε με το δίδυμο "έρωτας (έστω και απλώς σαν αψύ όνειρο κάποτε) και αναρχία (έστω και σαν κάτι που πραγματώναμε αφελώς κι ανούσια περιπλανώμενοι στην άδεια πόλη ή ξενυχτώντας στην παραλία)". Υπήρχαν όμως στη γενιά μας κι εκείνοι που μεγάλωσαν με το δίδυμο "γάμος και χρήμα". Κι εγώ που το γράφω δυσφορώ. Αναρωτιέμαι όμως: κι αν "γάμος" για κάποιους από αυτούς σήμαινε τη διάρκεια του έρωτα (αφελώς κι ανούσια ίσως); Κι αν το χρήμα για κάποιους (και δεν είναι απίθανο, στην εποχή που ζούσαμε) αποτελούσε εγγύηση αξιοπρέπειας και χειραφέτησης από τις αυθεντίες που πνίγουν τις μικρές ελληνικές ζωές μας; Και τι να σκέφτονται άραγε εκείνοι που ονειρεύτηκαν γάμο και χρήμα όταν ακούν "έρωτας"; ίσως την αδυναμία να ολοκληρωθείς. Και τι να σκέφτονται όταν ακούν "αναρχία"; ίσως την αδυναμία να συμφωνήσεις, να συνεννοηθείς. Ποιος ξέρει.

Τι θέλω να πω. Έρωτα θα κάνουμε, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, με εκείνους που θα ορίσει ο Έρωτας. Όπως λέει κι ο ποιητής, έρωτας είναι όχι κάτι που νιώθουμε αλλά κάτι που, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, κάνουμε. Πολιτική όμως θα κάνουμε με όσους περισσότερους μπορούμε, με όσους περισσότερους μπορούμε να πείσουμε ότι τα συμφέροντα και οι αγώνες μας και οι αρχές μας ταυτίζονται -- αν ταυτίζονται και αν μπορούμε να τους πείσουμε.

Δημοσιεύτηκε στο Μπαχάρ 3. Συνοδευόταν (τιμή μεγάλη) από φωτογραφία του Σπύρου Στάβερη.

GatheRate

Παρασκευή 7 Σεπτεμβρίου 2012

Η Δεξιά του Κυρίου

Έβλεπα χτες τον αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό να χαιρετάει πλήθη δίπλα στον Τσώρτσιλ.

Για τέσσερις λόγους ξέκοψα μαχαίρι από τα κατηχητικά και τα συγκοινωνούντα δοχεία τους. Πρώτον για την παπαδίστικη στάση τους απέναντι στον έρωτα. Όπου "παπαδίστικη" σημαίνει μισογύνικη, αγροτοποιμενικά ενοχική, καλβινιστικά εμμονική και ιησουίτικα παραπτωματολογική -- αυτή είναι η κληρονομιά του Νικόδημου του Αγιορείτη, αυτή είναι η Ορθοδοξία που από τον 9ο αιώνα μ.Χ. κωλοβαράει δογματικά και ποιμαντικά και της οποίας οι πατέρες μόλις και μετά βίας απαντούν στη δεύτερη μ.Χ. χιλιετία. Δεύτερον, για την χιλιαστική-κνίτικη αισθητική τους, κληρονομιά των παρεκκλησιαστικών οργανώσεων, με ολίγη από ούτι, βυζαντινέ γραμματοσειρές, βελονάκι και Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη (πρέσβευε υπερ ημών). Τρίτον, για τον κουτό ελληνοκεντρισμό της: στα δεκατέσσερα διάβασα Τατιάνα Γκορίτσεβα και είδα Ταρκόφσκι και συνειδητοποίησα ότι υπήρχε κι αλλού Ορθοδοξία, μέσα σε σοβιετικά (τότε) κοινωνικά συμφραζόμενα, μακριά από κρατικοδίαιτους παπάδες, από νηστίσιμη σόγια κιμά, από λυγρόφωνους ιεροκήρυκες, από μαυροφόρες κυρούλες με σκαμνιά και (κυρίως) μακριά από ανυπόφορες μουσικά ψαλμωδίες. Ο τέταρτος ήταν η Δεξιά. Η Δεξιά των παπάδων. Η Δεξιά των φυλλαδίων τους, των κηρυγμάτων τους, των λιτανειών που πλαισιώναν πολιτικοί της ΝΔ και, δειλά δειλά στην αρχή, του ΠΑΣΟΚ.

Ρώτησα κι εγώ τον παπα-Θ όταν ήμουν 16, κάπου εκεί, έναν άνθρωπο νέο που έδειχνε μονίμως προβληματισμένος και που το φόρεσε το σχήμα γιατί το πίστευε (υπάρχουν και τέτοιοι). Του είπα ότι αν οι χριστιανοί είναι συνεπείς, τότε πρέπει να είναι επαναστάτες, ότι το πολύ πολύ να ανέχονται το κράτος ως θεσμό (ήμουν μικρομέγαλο, είπαμε...), ότι είναι αδιανόητο να ευημερούμε ευσεβώς όταν υποφέρουν τόσοι και τόσο ελεεινά, ότι ο πόλεμος, η απληστία και η καταπίεση είναι θανάσιμες αμαρτίες, πολύ βαρύτερες από τα φραγκοδίφραγκα του καθημερινού ψέματος ή της οργής -- του είπα τα αναμενόμενα, τέλος πάντων. Ο παπα-Θ., ο οποίος δεν ήταν ποτέ συγκαταβατικός με κανέναν, προς τιμήν του, κατέβασε τη φωνή του μια οκτάβα, πανάρχαιο ποιμαντικό τρικ που επίσης χρησιμοποιούν οι πολιτικοί, οι πατεράδες, οι τηλεπαρουσιαστές και οι όλο αυτοπεποίθηση εραστές, και είπε: "Έχεις δίκιο σε όλα. Όμως οι επαναστάσεις προκαλούν αναστάτωση, αναταραχή, αιματοχυσία, καταστροφή -- δεν προσφέρουν το κατάλληλο κλίμα για πνευματική καλλιέργεια". "Ούτε οι εθνικοί πόλεμοι ούτε τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα, αλλά η Εκκλησία επευλογεί", ήταν η απάντησή μου (την είχα σκεφτεί από πριν, μικρομέγαλο, είπαμε).

Η στεγανή ταύτιση των χριστιανικών εκκλησιών με την εκάστοτε και κατά τόπους Δεξιά είναι κοινοτοπία, όμως ο συγκεκριμένος άνθρωπος ίσως να ήτανε πράγματι κεντρώος. Η έλξη του κέντρου. Το Κέντρο. Προς το οποίο είναι σκληρό να λακτίζεις. Γιατί; Γιατί όχι. Σκεφτείτε, οι επαναστάσεις αποτυγχάνουν τελικά γιατί οι νοικοκυραίοι θέλουν να δουλέψουν και να ζήσουν: αν το Κέντρο τους τάζει μεταρρύθμιση ειρηνικά και συμμαζεμένα, ελευθερία χωρίς αίματα και ευημερία χωρίς δημεύσεις, ε, ναι, με αυτούς θα πας. Στο κάτω κάτω, αλλού ποθούμε τις εντάσεις στη ζωή μας.

Απλούστερα ακόμα: αυτοί που έχουνε παιδιά λαχταρούν να τα δουν να μεγαλώνουνε και, αν γίνεται, να έχουνε να φάνε. Δε θέλουν ούτε να τα σφάξουν οι φασίστες σε κανα χαντάκι, ούτε να αποκεφαλιστούν για παραδειγματισμό, ούτε να τα βομβαρδίσει ο λαβωμένος τύραννος μέσα στο σπίτι τους ή σε κανα νοσοκομείο, ούτε -- χειρότερα -- να πέσουν από ελεύθερους σκοπευτές του LFJ που τους πέρασαν για πεμπτοφαλαγγίτες του JLF επειδή πήγαν να αγοράσουν πράσα με το δελτίο. Και, ίσως, οι επαναστάσεις πετυχαίνουν όταν όσοι έχουνε παιδιά συνειδητοποιούν ότι αν δεν πετύχει η επανάσταση τα παιδιά τους θα τα σφάξουν οι φασίστες σε κανα χαντάκι, ή θα ζήσουνε σα σκλάβοι, ή θα τα λησμονήσει ο γιατρός που λύγισε από υπερκόπωση μέσα σε κανα νοσοκομείο "με ελλείψεις", ή -- χειρότερα -- θα πέσουν νεκρά από νευρικούς ελεύθερους σκοπευτές του Κράτους που τους πέρασαν για τρομοκράτες με σακίδιο στην πλάτη, σαν εκείνο το παιδί που το ξεχάσαμε, τον βραζιλιάνο που πήγε στο Λονδίνο κι αυτό για να σπουδάσει.

GatheRate

Τρίτη 4 Σεπτεμβρίου 2012

Ο μικρός μοντερνιστής, η σαμσάρα κι η μετάνοια

Self portrait Υπήρξα μοντερνιστής. Ένας μικρούλης ΛεΚορμπυζιέ. Όταν ήμουν μικρός προτιμούσα τις καθαρές επιφάνειες, τα συμμετρικά σχήματα. Έφτιαχνα με μπόλικη ούχου μοντέλα αεροπλάνων αλλά αρνιόμουν να προσθέσω οτιδήποτε μου φαινόταν διακοσμητικό. Αναρωτιόμουν γιατί δεν υπάρχει λουλούδι που να μοιάζει με το πώς ζωγραφίζουμε τα λουλούδια, γιατί τα μόνα σπίτια που έμοιαζαν με τα σπίτια που ζωγραφίζαμε (σκεπή, καμινάδα, πόρτα, δυο παράθυρα) ήταν κάτι σπίτια στις φωτογραφίες από τη Γερμανία που μας έδειχνε η Gastarbeiter θεία μου. Αναρωτιόμουν γιατί όλοι οι κάτοικοι της Λιμνούπολης, εκτός της οικογένειας Ντακ, ήτανε μολοσσοί. Αργότερα, έψαχνα να βρω το κανονικό στρουμφάκι, αυτό που δεν ήταν στριμμένο, προκομμένο, κοκέτικο, πλακατζίδικο, διαβαστερό, αλλά σκέτο: με σκουφί και σορτσάκι και τέλος, χωρίς αξεσουάρ.

Και πάντοτε, μα πάντοτε από όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, πάντοτε, ντρεπόμουν για το παρελθόν μου. Ακόμα κι όταν είχα ελάχιστο παρελθόν. Θυμάμαι να είμαι έξι ή εφτά χρονών και να ντρέπομαι πραγματικά για το πώς έκανα όταν ήμουνα παιδί μικρομέγαλο και λαλίστατο, θυμάμαι να είμαι στο Λύκειο και να ντρέπομαι που ήμουνα μυθομανής όταν ήμουν παιδί -- συνήθεια που έκοψα μαχαίρι στην Α' Γυμνασίου. Η Α' Γυμνασίου ήταν ορόσημο και αλλιώς: με παρότρυνση της ανεπανάληπτης Μιράντας Καλούδη, της σημαντικότερης ίσως δασκάλας που είχα ποτέ, της φιλολόγου που μου έμαθε ότι οφείλουμε 'νάφειν και μεμνάσθαι απιστείν' (not in those very words), ξεκίνησα να γράφω ημερολόγιο το οποίο συνέχισα μέχρι να φύγω για την Αγγλία. Οι εγγραφές του προηγούμενου μήνα, του προηγούμενου χρόνου, τριών ετών πριν μέσα στο ημερολόγιο γίνονταν ανελλιπώς πηγή αισχύνης και οδύνης: η ρηχότητα, η φλυαρία, η αφέλεια, η καθαρή χαζαμάρα τους με έκαναν να αναστατώνομαι, να ανατριχιάζω. Πού και πού έγραφα μάλιστα στο ημερολόγιό μου πόσο ενοχλητικό ήταν να διαβάζω παλιότερες εγγραφές, αποκήρυσσα με επιμέλεια και διάθεση αυτοκριτικής το πώς ήμουν, ανακουφισμένος με το πώς έγινα, ελπίζοντας ότι δε θα βρεθώ στη θέση να ντρέπομαι στο μέλλον για το πώς ήμουν εκείνη τη στιγμή που ήμουν ανακουφισμένος. Βεβαίως, οι ελπίδες διαψεύδονταν, η σαμσάρα συνεχιζόταν: αργά ή γρήγορα θα ντρεπόμουν για τον εαυτό μου του ίδιου παρελθόντος στο οποίο αποτασσόμουν ένα παλιότερο παρελθόν.

Φεύγοντας για την Αγγλία τα ημερολόγια τη γλύτωσαν (αντίθετα με τα ποιήματα, που κάηκαν στη μπανιέρα). Το επιχείρημα υπέρ της διατήρησής τους ήτανε μια επαναλαμβανόμενη συμβουλή του παππού, που κάτι έλεγε για τα εμβλήματα του τσαρισμού που ο Λένιν είχε "διατάξει" (μου έκανε εντύπωση ότι ο αρχηγός μιας λαϊκής επανάστασης έδινε διαταγές) να προστατευθούν. Έπρεπε να διασώσω την ιστορία μου, όσο επώδυνη κι επονείδιστη και υπερμπανάλ και σαχλή κι αν ήταν. Τα ημερολόγια μπήκανε σε μια κούτα, σφραγίστηκαν και θάφτηκαν στην αποθήκη που, κατά Ιντιάνα Τζόουνς, κοιμάται μέχρι τη δευτέρα και ένδοξο Παρουσία η Κιβωτός της Διαθήκης (για να μην ξεχνάμε και πώς μεγαλώσαμε, ε;).

Η άφιξη στην Αγγλία, ένα πρωινό Κυριακής με καμπάνες σε μια Λέστερ Σκουέαρ που μύριζε πίσσα, κάτουρα και μπαγιάτικα μπυρόνια, καλυμμένη από λιγδερές λαδόκολλες που σάριζε ο άνεμος, σπαρμένη κομματιασμένα μπουκάλια, ποτισμένη από ξερατά, ξερατά και ξερατά. Ήταν η αρχή κυριολεκτικά ενός πολιτισμικού και προσωπικού σοκ (δε χρησιμοποιώ το 'κυριολεκτικά' μεταφορικά, όπως είθισται, παρά το χρησιμοποιώ κυριολεκτικά). Στην Αγγλία έμαθα ότι είμαστε η βιολογία μας, η ελεύθερη βούλησή μας αλλά και η ιστορία μας. Ο δάσκαλός μου, ο σημαντικότερος ίσως δάσκαλος που είχα ποτέ, του οποίου το όνομα κρατάω με καμάρι, τιμή κι αγάπη μυστικό για να μην καρφώνομαι εδώ ποια σχολή αγγειοπλαστικής έβγαλα, αφού με πέθανε στο καψόνι επί δύο συναπτά τρίμηνα, μου λέει μια μέρα: "Don't be sorry. It is important to know the art of self-restraint, however it is even more important to be yourself."

Όμως εξακολουθούσα να ντρέπομαι για το παρελθόν μου, δεν μπορούσα να συμφιλιωθώ μαζί του. Συνέχισα να μην μπορώ να συγχωρέσω τον εαυτό μου και για τις ντροπές και τις ευκαιρίες που δεν άρπαξα αλλά και για το πώς κατά καιρούς σπαταλιόμουν για μήνες ατέλειωτους, για τους φανατισμούς της εφηβείας, για τις φρικτές κουβέντες που είπα, για τη θηριώδη μου αφέλεια κάποιες στιγμές, για αμήχανα καραγκιοζιλίκια και ξεσπάσματα (ιδίως υπό την επήρεια), για διάφορες μικρές (και μεγαλύτερες) ατιμίες, για την ντοστογιεφσκική γελοιότητα που έβγαζα ώρες-ώρες.

Μπορεί λοιπόν η περίοδος του κύκλου της σαμσάρας να μεγάλωνε αλλά δεν έσπαγε. Δεν μπορούσα να συμφιλιωθώ με το παρελθόν μου. Ήθελα να είμαι κάποιος άλλος και δεν το παραδεχόμουν κιόλας.

Και μετά ήρθανε δύο Φίλοι. Που δε γνωρίζονται μεταξύ τους. Ο ένας είπε ότι πρέπει να σπάσω τον κύκλο της νεύρωσης (αυτό που λέω σαμσάρα). Ο άλλος είπε ότι πρέπει να συμφιλιωθώ με το παρελθόν μου. Κάτι έγινε τότε. Κάτι τεκτονικά βαθύ μετακινήθηκε, μια καινούργια οπτική γωνία (που τόσο αγαπούσαν οι μοντερνιστές) ανοίχτηκε. Μια μικρή πεισμωμένη φλογίτσα άνθισε σε φωτιά και φώτισε. Ο κύκλος έσπασε, ο μπερντές σκίστηκε από άνωθεν έως κάτω και το παρελθόν αναδείχτηκε μέσα μου. Η βιολογία μου είναι αυτή που είναι, η ελεύθερη βούληση επίσης -- τώρα έβλεπα πια και την ιστορία μου. Ήταν ένα θέαμα λυτρωτικά πρωτόγνωρο.

Μετάνοια, έλεγε ο κύριος Βιολάκης ο θεολόγος στο Γυμνάσιο (ή στο Λύκειο), δεν είναι η μεταμέλεια. Δεν είναι βεβαίως η ενοχή: ενοχή είναι το μουγκρητό του πληγωμένου εγωισμού, η αλαζονική (και βαθιά νευρωτική, θα προσέθετα) διερώτηση πώς γίνεται να το έκανα εγώ αυτό, πώς γίνεται να είμαι τέτοιος εγώ. Μετάνοια, έλεγε, είναι να αλλάξεις μυαλά (μεταφράστε το αυτό σε ψυχαναλυτικούς όρους -- εγώ δεν ξέρω). Στην περίπτωσή μου η μετάνοια δεν ήρθε με τη ναρκισσιστικά κυκλική ενδοσκόπηση δεκαετιών, δεν ήρθε με την αυτοεξέταση. Ήρθε με μια κουβέντα (δύο, αλλά μία ουσιαστικά) από δύο ανθρώπους που ήμουν έτοιμος να ακούσω.

Γι' αυτό σας λέω: το ένα Κεφάλαιο, το πιο ευάλωτο, το πιο δύστροπο, το πιο ευφρόσυνο, είναι οι άνθρωποι. Τα πράγματα είναι απλώς χρυσός/σκατά (που θα έλεγε και ο Εβραίος Μεσσίας Φρόυντ). ;-)

GatheRate

Κυριακή 26 Αυγούστου 2012

Σπίτια, αγιασμός, κεντήματα

στις γυναίκες 

Λίγοι από όσους με θεωρούν οξυδερκή έχουν αντιληφθεί ότι η όποια οξυδέρκειά μου δε διαθέτει σπουδαία περιφερειακή όραση. Δηλαδή, βλέπω καλά εκεί όπου κοιτάζω αλλά δεν πιάνω και πάρα πολλά από όσα συμβαίνουν γύρω μου.

Αυτό αλλάζει κάπως όταν μπαίνω στα σπίτια των ανθρώπων. Αμέσως ανοίγει το εύρος του οπτικού μου πεδίου και σαρώνω τον χώρο -- εντελώς άθελά μου: καταχωρίζω τη χαρακτηριστική μυρωδιά κάθε σπιτιού, δημιουργώ μια εντύπωση συγκεχυμένη των χρωμάτων που επικρατούν, παρατηρώ τα έπιπλα, την παρουσία βιβλίων και δίσκων και κάδρων, την ισορροπία τάξης-καθαριότητας και καταγράφω μπιμπελό και διακοσμητικά (θα επανέρθω σε αυτά). Στο τέλος δε θυμάμαι πολλά εκτός από μια γενική αίσθηση και κάποιες λεπτομέρειες που μου μένουν -- για χρόνια συνήθως.

Η πρώτη φορά που ανακάλυψα την αξιοσημείωτη για τα μέτρα μου παρατηρητικότητα σχετικά με τους χώρους όπου εκτυλίσσονται οι ζωές των άλλων ήτανε στα 12 ή στα 13 μου. Ο παπάς της ενορίας μας, ένας πολύτεκνος αποστεωμένος και καλογερίστικα αλαφροΐσκιωτος γέροντας (αν και δε θα ήταν τότε πάνω από 55 με 60) ζήτησε δειλά από τους δικούς μου να τον βοηθήσω στον αγιασμό πριν τα Φώτα: θα γυρνούσαμε τη γειτονιά και θα μπαίναμε στα σπίτια και θα ραντίζαμε τα δωμάτια των ανθρώπων με αγιασμό. Θυμάμαι ότι είχα αναρωτηθεί τότε πόσος κόσμος θα ήθελε να μπει ένας παπάς με αγιασμό στο σπίτι του και πώς θα καλύπταμε την τεράστια αστική ενορία. Αναρωτήθηκα επίσης γιατί δεν έκαναν αυτή τη δουλειά τα παπαδάκια.

Η τελευταία ερώτηση απαντήθηκε πρώτη: ποδαρόδρομος. Πολύς ποδαρόδρομος. Και ναι, δε θα καλύπταμε ολόκληρη την ενορία, το ξεκαθάρισε ο πάτερ, αλλά όντως πάρα πολύς κόσμος ήθελε να του ραντίσουνε το σπίτι με αγιασμό. Υπήρχε κόσμος που μας σταμάταγε στον δρόμο και ζήταγε να πάμε να τον αγιάσουμε -- εντάξει, γριούλες κυρίως.

Μπαίναμε σε πολυκατοικίες, παίρναμε το ασανσέρ και χτυπάγαμε κουδούνια στη σειρά. Ως εδώ, αυτό θύμιζε εφηβικές ζαβολιές (πάτα κουδούνια και βαλ' το στα πόδια) που έτσι κι αλλιώς κάναμε. Όμως ο κόσμος μάς άνοιγε και μας καλωσόριζε. Μετά το δεύτερο ή το τρίτο διαμέρισμα άρχισα να παρατηρώ πορσελάνινα μπιμπελό, κεντήματα σε κορνίζες, πίνακες από το κορνιζάδικο της γειτονιάς σε βαριά ξύλινα κάδρα, πόσες επιφάνειες ήτανε καλυμμένες με σεμεδάκια ή φλοκάτες, κάποια "μοντέρνα" έπιπλα, χώρους σα μαυσωλεία με έπιπλα βαριά και κουρτίνες αυλαίες θεάτρου, μυρωδιές φαγητού, κλεισούρας, μπαγιατίλας, γκλέιντ, τσιγάρου. Μπήκαμε και σε ένα φοιτητικό διαμέρισμα, μινιμαλιστικό πριν την εποχή του μινιμαλισμού με έπιπλα από σουηδικό ξύλο.

Αυτό που δε θα ξεχάσω ήταν ένα κόκκινο διαμέρισμα. Ερωτικό σκίρτημα. Κόκκινες παχειές φλοκάτες, κόκκινα λαμπατέρ, φούξια κουρτίνες, απαλή μυρωδιά από κάτι που ήταν άρωμα αλλά όχι γκλέιντ και που μου θύμιζε το πώς μύριζε το σπίτι της αμερικάνας ξαδέρφης μου. Και το κορίτσι που έμενε εκεί. Μόνο του, με μόνο το μικρό της όνομα στο κουδούνι. Που μας ζήτησε να ραντίσουμε όλα τα δωμάτια με αγιασμό. Και το διαμερισμά της ήτανε διαμπερές και πίσω από τις φούξια κουρτίνες έμπαινε λοξό το φως του Γενάρη, η κρεβατοκάμαρά της είχε ένα μεγάλο κρεβάτι από άσπρο ξύλο και την απαραίτητη υπερμεγέθη βεντάλια στον τοίχο πάνω από το κεφαλάρι. Παντού μέσα στο διαμέρισμα τα παντοφλέ ταλαιπωρημένα παπούτσια του πάτερ και τα καφέ τα δικά μου (δεν μπορούσα να δέσω κορδόνια παπουτσιών τότε) βούλιαζαν στις φλοκάτες. Μόνον η κουζίνα, με τον μαρμάρινο νεροχύτη και τα μαζικής παραγωγής ντουλάπια των αθηναϊκών διαμερισμάτων, έμοιαζε να είναι γνώριμη. Μύριζε καφέ. Και δεν υπήρχανε πουθενά στο διαμέρισμα κεντήματα κορνιζαρισμένα στους τοίχους.

Είμαι αρκετά μεγάλος για να θυμάμαι γυναίκες και κορίτσια να κεντάνε. Όχι από χόμπυ, παρά γιατί αυτό κάνουν -- λέει -- οι γυναίκες και τα κορίτσια τον ελεύθερο χρόνο τους. Ατέλειωτες ώρες. Τις παρακολουθούσα πιτσιρικάς όλο απορία. Οι πιο επιδέξιες κεντούσαν μετρητά, με το μάτι, δημιουργώντας τα σχέδια μετρώντας με το βελόνι και κεντώντας πάνω σε ένα λευκό ύφασμα χωρίς στάμπα, χωρίς πατρόν, χωρίς ίχνη. Όλες οι υπόλοιπες κεντούσαν το αντίστοιχο του colour by numbers: πάνω σε ένα ύφασμα τραχύ λίγο σαν φτιαγμένο από λινάτσα, λίγο σαν από λεπτές ίνες κάνναβης, ήταν σταμπωμένη κάποια εικόνα και οι κεντήστρες γέμιζαν τις επιφάνειες με κεντημένο χρώμα, ακολουθώντας τον οδηγό με τα χρώματα των κλωστών DMC (ντεμισέ) ή Πεταλούδας.

Ατέλειωτες ώρες δουλειάς για να παραγάγουν ένα κακοχυμένο σχέδιο: μια κεφαλή ελαφιού αλλήθωρου, ένα δασικό τοπίο αβάσταχτης βορειοευρωπαϊκής κοινοτοπίας, κάποια αναπαραγωγή πίνακα σαν με πολύ χοντρό πίξελ, μια γυμνή γυναικεία σιλουέτα από χρυσή ή ασημένια κλωστή σε μαύρο φόντο για τις πιο μοντέρνες. Χρόνια μετά, συγκινούμαι όταν βλέπω αυτά τα κορνιζαρισμένα κεντήματα που αποστέργουμε πια, κάτι κεντημένα ίχνη κακογουστιάς που θα διακοσμούσαν τοίχους, θα εικονογραφούσαν προκοπή και νοικοκυροσύνη -- αλλά στην πραγματικότητα απλώς κρατούσαν τα κορίτσια και τις γυναίκες στη θέση τους: μέσα στο σπίτι. Κοιτάζω αυτά τα κεντήματα και βλέπω ώρες ατέλειωτες από τη ζωή γυναικών που ξέρω ή που δεν ξέρω, που δεν είναι πια εν ζωή οι περισσότερες.

Πολλές φορές αυτά τα κεντήματα αντιμετωπίζονται έτσι κι αλλιώς, διαισθητικά, σαν κειμήλια, σαν κομμάτια κόπου και ζωής αγαπημένων γυναικών. Με τη δυσβάσταχτη κακογουστιά τους, την προχειρότητα με την οποία σταμπώθηκαν οι εικόνες για να ιχνηλατηθούν από γυναικεία χέρια και χεράκια, παίρνουνε τη θέση τους δίπλα σε κακοχυμένα σουβενίρ που κάποιο αγαπημένο πρόσωπο έφερε από μακριά ή και από τα ξένα, δίπλα σε φτηνά μπιμπελό μαζικής παραγωγής, δίπλα σε κάποιο πήλινο που ο μισομεθυσμένος-νταγκλαρισμένος γιος αγόρασε από κάποιο κυκλαδονήσι και που γράφει επάνω "ενθύμιο" ή "για να με θυμάσαι", δίπλα σε ένα σταυρουδάκι "διαβασμένο" παραγωγής κάποιας βιοτεχνίας στους Αγίους Τόπους και που είναι κειμήλιο ιερότατο. Δίπλα σε μια χάρτινη εικονίτσα από την Τήνο και το Άγιον Όρος. Κι αυτά τα φρικτά κακόγουστα κεντήματα, τα μνημεία της τυραννίας που το τέρας, το ανελέητο κι ακατάβλητο τέρας, της πατριαρχίας ασκεί πάνω στις ζωές εκατομμυρίων γυναικών, φτάνουνε να παραδειγματίσουν την απλή μα δύσκολη αλήθεια: ότι οι άνθρωποι δίνουνε νόημα στα πράγματα και μόνο και ότι όλα τα άλλα είναι Μαλακία και Καπιταλισμός.



GatheRate

Πέμπτη 16 Αυγούστου 2012

Ανακατώνομαι: το παραλήρημα ενός τέως ξένου


"Στη Γροιλανδία που δούλευε ο Πιερ, τον χειμώνα πέφτει η θερμοκρασία στους -47. Η κυκλοφορία έξω απαγορεύεται: αν βγεις έξω σε περιμένει ακαριαίος θάνατος."
"Α, να μια ωραία λύση: να πέσουν -47 στην Αθήνα, να πάνε περίπατο μαύροι, άσπροι, κόκκινοι -- όλοι αυτοί."

Αυτοί οι άνθρωποι έστειλαν παιδιά να ζήσουνε ξένοι. Τα παιδιά τους έζησαν ξένοι και το μόνο που τους προστάτευε από τη ρατσιστική βία, τη χλεύη, την περιφρόνηση ήταν το όνομα "Έλληνας". Όχι επειδή ήτανε καλά παιδιά και λαμπροί νέοι -- είμαι σίγουρος ότι κάποια από τα ξένα παιδιά που σφάζουνε στην Αθήνα ήτανε καλά παιδιά και λαμπροί νέοι. Ούτε γιατί τα παιδιά τους ήτανε καλύτερα από των Ιρακινών, Κούρδων, Ιρανών, Πακιστανών γονιών τους...

Πάντοτε το πίστευα, και το έγραφα: η Ελλάδα που τόσο πονεμένα αγαπάμε, είναι ιστορικό προϊόν από τη μια μοχθηρών πουριτανών αγροτοποιμένων και από την άλλη εντελώς άπονων αστών. Δεν έχουμε άλλη Παιδεία από την υπερφίαλη χωριατιά του τάχα μου πολιτισμικά ανώτερου ελληνορθόδοξου, ενός δόγματος που εδώ και 500 χρόνια ορίζεται αντιστικτικά και εναντιωματικά απέναντι σε μια λαμπρά επιτυχημένη Δύση. Μισαλλοδοξία και περιχαράκωση και κομπλεξική αντιπαράθεση με κάποιον άλλο που μας μισεί αλλά που είναι χειρότερος μας (αλλά συνήθως δυνατότερός μας) είναι το παρελθόν και το παρόν μας.

Αλλά αυτό που ζούμε από το Μακεδονικό και μετά είναι πια εμετός. Αρχικά το μίσος και η μοχθηρία και η μισαλλοδοξία κόχλαζε κάπως ήμερα και οχυρωνόταν πίσω από το περιφραγμένο από δόντια ελληνικό χαμόγελο. Μετά χτύπησε η φτώχεια και έλειψαν τα προσχήματα: αίμα, τιμή, Χρυσή Αυγή. Και πάλι λίγο είναι το 7% τους.

Από την άλλη, η Κανέλλη στο Ανφόλλοου λέει ότι το ΚΚΕ δεν μπορούσε να ασχοληθεί με το μεγαλειώδες πλήθος της 12ης Φεβρουρίου, η αντίσταση του οποίου στο μέλλον θα τιμάται με κάποιου είδους εθνική εορτή αν εξακολουθήσουμε να είμαστε ελεύθερο έθνος, αφού όλοι αυτοί δεν ανήκαν στην εργατική τάξη αλλά ήτανε κυρίως άνθρωποι που θίχτηκαν τα εισοδήματά τους. Και πολύ σας πέφτει το 5%, τραγικά ανεύθυνα αγκυλωμένα ζώα του σταλινικού ολοκληρωτισμού, βιτσιόζοι φετιχιστές της φαντασιακής εργατικής τάξης: σας είδαμε και στη Χαλυβουργία.

Άντε στον διάολο, συνέλληνες. Άντε στον διάολο, φοβισμένοι ψηφοφόροι.

Είδα ειδήσεις απόψε. Ξένιος Ζευς. Ένας στους πέντε παράνομος. Μετά είδα εικόνες από την Αμυγδαλέζα. Στην αρχή, αλήθεια, δεν καταλάβαινα τι έβλεπα. Ανακατεύτηκα. Αυτό το μιαρό αίσχος, αυτό το μαντρί ανθρώπων, αυτό το βδέλλυγμα και άγος υπάρχει εδώ και μήνες αλλά δεν έχει γίνει καμμιά πορεία εναντίον του. Όλα καλά. Έχουμε και κρίση.

Αναγούλιασα και θύμωσα. Ένιωσα ότι έπρεπε να είχα βγάλει βρετανικό διαβατήριο όταν μπορούσα: τουλάχιστον θα ήμουν υπήκοος μιας εν γνώσει μου σκατοχώρας, χωρίς να έχω ψευδαισθήσεις. Δε θα πίστευα τόσα χρόνια σα μαλάκας ότι η αβασίλευτη δημοκρατία μας είναι αγνότερη κι ανώτερη από τη σκοταδιστική νεοφιλελέ μοναρχία τους. Ο μαλάκας.

Από την αυτομεμψία με έβγαλε το θέαμα των νέων φρικτών εγκλημάτων του Άσσαντ (βομβάρδισε αεροπορικώς μια συνοικία, βογκούσαν άνθρωποι εγκλωβισμένοι κάτω από τα σπασμένα μπετά, μισοσφαγμένα παιδιά στα νοσοκομεία), του Άσσαντ, του φίλου της Ρωσίας και της Κίνας, που τον υποστηρίζουν ακόμα κάτι αριστεροί σε σύγχυση. Ζαλίστηκα. Δεν έχω τίποτε καλό να πω απόψε. Τίποτε.

GatheRate

Σάββατο 11 Αυγούστου 2012

Δωμάτια

πολύ μικρές καλοκαιρινές ερωτικές ιστορίες παραγγελιά (σχεδόν) του ΚΚ Μοίρη

Ακούμπησε γυμνός με τον ώμο πάνω στο αλουμινένιο κούφωμα κοιτώντας έξω. Αν κάπνιζε, θα κάπνιζε τώρα. Ο δρόμος και από την άλλη μεριά του δρόμου η θάλασσα. Η νύχτα δεν ήτανε μαύρη, η νύχτα είναι μπλε. Δεν κάπνιζε. Δε λαχταρούσε τη θάλασσα. Γύρισε πίσω και την είδε να τον κοιτάζει.
 
Στην πόλη τράνζιτ για 6-7 ώρες μόνο. Ημιδιαμονή για ντουζ και μεσημεριανό ύπνο, την ωραία πατρώα συνήθεια. Έτσι έλεγε. Μπήκε στο δωμάτιο, έκανε ντουζ, κάθησε στο γραφείο του δωματίου με το σώβρακο και διάβαζε την αναφορά ενός Εσθονού. Της άνοιξε μόλις άκουσε το χτύπημά της στην πόρτα. Μπήκε χωρίς κουβέντα. Τη σήκωσε ανυπόμονα στα χέρια του, κόλλησε τα ιδρωμένα χείλια της στο στόμα του και την πλάτη της στον τοίχο. Νοσταλγία μύριζε. Φορούσε νάυλον κάλτσες καλοκαιριάτικα.

Στο τραίνο τον πείραζε, τον πιλάτευε, τον έτριβε πάνω από το παντελόνι. Μπροστά στον κόσμο, τάχα μου αμέριμνα. Στο αεροδρόμιο τον τράβηξε μέσα στις τουαλέτες αναπήρων. Έμοιαζαν με κάποιου είδους γιαπωνέζικο δωμάτιο: πάμφωτες, πεντακάθαρες και στιλπνές. Το στόμα της γλυκό. Το χαμόγελό της μετά, όσο πιο πικρό γίνεται να είναι ένα χαμόγελο.

Στην ερώτηση αν θέλουν το δωμάτιο για λίγο απάντησε με την ερώτηση πόσο θα έκανε αν έμεναν όλη τη νύχτα. Η ρεσεψιονίστ διακριτικά μειδιώντας απάντησε έντεκα χιλιάρικα. Τα έδωσε. Να κοιμηθούν μαζί. Ανέβηκαν επάνω. Πίσω από μια πόρτα ακούγονταν κραυγές. Το δωμάτιό τους ήτανε γεμάτο καθρέφτες. Δεν ήθελε να δει τον εαυτό του σε τσόντα, δεν ήθελε το ατροφικό ξανθό χνούδι στο κεφάλι του, η κωμικά φαρδιά λεκάνη του και οι χαλαρά προπετείς κοιλιακοί να παρεμβάλλονται στο οπτικό του πεδίο. Σύντομα ξεχάστηκαν οι καθρέφτες. Ξύπνησε κάθιδρος το πρωί σε ένα κατάκλειστο δωμάτιο χωρίς κλιματισμό. Κατέβασε τα μάτια από το ταβάνι στα δεξιά του. Θα έλεγε κανείς πως είναι αχνά αυτόφωτη.

Στο μικρό τυφλό δωμάτιο δέσποζε ένας μεγάλος αργαλειός. Τα σώματά τους γλυστρούσαν μεταξύ τους κι από τον πολύν ιδρώτα. Κλιματισμός κι ανεμιστήρας πουθενά. Στο στόμα του πικρή η γεύση από το άρωμά της, οι φτέρνες της σέρνονταν πάνω στα φρεσκοστρωμένα ξένα σεντόνια: κάποια άγνωστή του φίλη της τους είχε κάνει μια πολύ μεγάλη χάρη. Τα χέρια του την είχαν αρπάξει γερά κι ερωτευμένα αλλά με άγρια πείνα. Κατάλαβε ότι αυτή την ώρα ποτέ δε θα την ξεχνούσε κι έπαψε να ασχολείται με τον αργαλειό και το μισοϋφασμένο υφαντό μέσα του, με το ποιος θα πλύνει τα σεντόνια, με το τι θα γίνει όταν γυρίσει η φίλη από τη δουλειά. Κι αφοσιώθηκε στο σώμα της τυφλά.

Σκόνη και ζέστη. Πολλή σκόνη. Το πατζούρι έτρεμε και χτυπούσε υπόκωφα κόντρα στον αέρα. Ένα σπίτι γεμάτο ζευγάρια, όλα στρωματσάδα πλην ενός, ένα ζευγάρι σε κάθε δωμάτιο του διαμερίσματος. Μετά από ολονύχτιο ταξίδι. "Ποιανού είναι το σπίτι;" Ήταν του αδερφού της συναδέρφου. Έπεσαν στην κουρελού πάνω στο στρώμα θαλάσσης που επέπλεε πάνω στο παρκέ και κοιμήθηκαν όπως ήταν. Μύριζαν ιδρώτα και ταξίδι και από πάνω σκόνη. Μπήκε μέσα αντηλιά αργά το απόγευμα. Καθώς ξύπναγε έλυσε τη ζώνη του μηχανικά, έσπρωξε λίγο το τζιν προς τα κάτω και με κάποιον ευτελή ελιγμό μπήκε μέσα της. Αφού τελείωσαν τον χαστούκισε με νάζι και συνειδητοποίησε πού ήταν, ότι το προφυλακτικό ήταν ακόμα στην τσέπη σφραγισμένο και ότι είχανε στήσει όλους τους υπόλοιπους, που τους περίμεναν. Κράτησε την ανάσα του και αφουγκράστηκε γαμικά βογκητά από τουλάχιστον δύο μεριές, πίσω από τοίχους και πόρτες καπλαμαδένιες. Διπλώθηκαν όρθιοι από γέλια νευρικά.

Τώρα ανάσαινε κανονικά. Στα μάτια του ήρθε φως απ' έξω: κυανό, τεχνητό, της καλοκαιρινής νύχτας στην πόλη. Δίψαγε και δεν τον ένοιαζε. Την κοίταξε όπως ήτανε ξαπλωμένη στο πλάι και τον κοίταγε κι εκείνη, την κοίταξε όπως ατενίζεις τοπία. Όντως η γραμμή από το κεφάλι στον ώμο στον αγκώνα στη μέση στον γοφό στο τέλειωμα των ποδιών έμοιαζε με σιλουέτα νησιού στο φεγγαρόφωτο. Το δικό του κοντινό, ζωντανό νησί, ένα νησί που μπορείς να αγκαλιάσεις και να του κάνεις έρωτα χωρίς ψευτιές και λυρισμούς, παρά σαν ζωντανός άνθρωπος.

GatheRate

Τετάρτη 8 Αυγούστου 2012

Αυγουστιάτικα

Άνοιξα τον υπολογιστή μετά από μέρες (τον είχα ανοίξει και λίγο χτες) για να γράψω ένα ποστ παραγγελιά (σχεδόν) του ΚΚ Μοίρη, ένα καλοκαιρινό ερωτικό κείμενο.

Διαβάζοντας όμως όσα γίνονται, λέω ότι σίγουρα μπορεί το καλοκαιρινό κείμενο να περιμένει. Σίγουρα. Η φρίκη υπερισχύει.

Δε θα μας προκύψει κανένας Εμφύλιος, αφού η πλειονότητα των Ελλήνων, όσο εντωμεταξύ ξεπουλιέται κι εξαθλιώνεται κι εξανδραποδίζεται, με ομοψυχία συμβολικά και πραγματικά (πραγματικότατα) θα λυντσάρει και θα βασανίσει και θα μακελέψει τον βρωμερό ξένο.

Το λείμμα λοιπόν, η μειοψηφία, πρέπει να οργανωθούμε και να αντισταθούμε στην αχαλίνωτη αποθηρίωση που ξεκίνησε. Να οργανωθούμε πραγματικά, όχι συμβολικά, όχι μέσα από το facebook. Όσοι έχουμε υπάρξει ξένοι, όσοι έχουμε παιδιά, όσοι είμαστε άνθρωποι.

GatheRate

Πέμπτη 2 Αυγούστου 2012

Μικρός οδηγός για να μη χάνεστε στα σοσιαλμήντια


Γραμμένος από δεινόσαυρο, σε 16 σημεία. Πάμε:

Ι.
 Στα σοσιαλμήντια μπαίνεις:
1. γιατί την έχεις δει γραφιάς-ποιητής-συγγραφέας-δοκιμιογράφος-φωτογράφος...
2. γιατί θες να γνωρίσεις κόσμο
3. γιατί είσαι ψυχ
4. για οποιονδήποτε από τους ως άνω 3!+1=7 συνδυασμούς

ΙΙ.
Ο ψευδώνυμος σοσιαλμηντιακός χρήστης
1. Αν επιμένει ότι είναι άντρας, είναι γυναίκα.
2. Αν επιμένει ότι είναι γυναίκα, είναι γκέι άντρας.
3. Αν επιμένει ότι είναι γκέι άντρας, είναι γκέι άντρας.
4. Αν δεν επιμένει, καλή τύχη.

ΙΙΙ.
Φυλές:
1. Οι σοβαροί άνθρωποι έχουνε tumblr. Ή οι πορνογράφοι.
2. Οι πολυλογάδες έχουνε μπλογκ. Κι οι αιβέσθυτοι.
3. Οι εξυπνάκηδες κι οι πεφτάκηδες έχουν twitter.
4. Όλοι έχουνε facebook.
5. Τα υπόλοιπα είναι του Οξαποδώ και της CIA.

ΙV.
Στα σοσιαλμήντια, όλοι είναι τρολ. Εκτός από τον talos. Μάθετε να ζείτε με τα τρολ ή παίχτε το καμπόσος, ώστε να μάθετε να ζείτε με τα τρολ.

V.
Στα σοσιαλμήντια, η μεγαλοσύνη δε μετριέται με τα λάικ και τα ριτουή επειδή στα σοσιαλμήντια δεν υπάρχει μεγαλοσύνη. Μόνο μεγάλες ανατομίες, συνήθως όμως virtual κι αυτές. 

VI.
Οι lurker είναι φίλοι σου. Οι φίλοι σου είναι lurker.

VΙI.
Όσοι γράφουν, έχουνε το facebook και το twitter σαν τα παλιά φιλολογικά σαλόνια όπου ποιητές και άλλοι διάβαζαν δουλειά τους για να τεστάρουν το ιδανικό κοινό τους. Άρα, ακόμα και αν σας φλομώνουνε στα λάικ, δεν είστε Μπόρχες.

VIΙI.
Στα σοσιαλμήντια, nobody can hear you scream.

IX.
Στα σοσιαλμήντια δεν υπάρχει ειλικρίνεια, μπορεί ωστόσο να υπάρξει φιλαλήθεια.

Χ.
Αν είστε πάρα πολύ δημοφιλής στα σοσιαλμήντια
1. είτε λέτε αυτό που όλοι θέλουν να ακούσουν
2. είτε τη σπάτε σε πάρα πολύ κόσμο.

XI.
Αν είστε σχετικά δημοφιλής,
1. είτε κάνετε κάτι καλά,
2. είτε βγάζετε στα σοσιαλμήντια το καλό σας προφίλ.
Αν βγάζετε στα σοσιαλμήντια το καλό σας προφίλ, φροντίστε να το βγάλετε και στην πραγματική ζωή. Αν έχετε.

XII.
Στα σοσιαλμήντια δεν υπάρχει πρωτοτυπία. Υπάρχουν όμως πολλά κουτάβια, γατάκια, άρρωστα παιδιά, κορίτσια με καυτά σορτς, ημίγυμνα αγόρια και βίντεο που εικονογραφούν λέξη-λέξη στίχους τραγουδιών.

ΧΙII.
Όταν σας διαβάζει η μάνα σας και συμφωνεί και χαίρεται με όλα όσα γράφετε, κάτι κάνετε λάθος.

ΧΙV.
Μην απελπίζεστε: και μέσα στην κοπριά, τα διαμάντια είναι διαμάντια. Εκτός κι αν δεν είναι διαμάντια.

ΧV.
Τα σοσιαλμήντια, ό,τι κι αν σας πούνε, είναι υποκατάστατο της κοινωνικής ζωής. Απλώς είναι ενίοτε πιο ενδιαφέροντα ή και συναρπαστικά από οποιαδήποτε κοινωνική ζωή. Κάτι σαν ντραγκς, δηλαδή.

XVI.
Τέλος: τα σοσιαλμήντια, ό,τι κι αν σας πούνε, είναι υποκατάστατο του σεξ. Μάλλον αδύναμο.

GatheRate