Τρίτη 30 Μαΐου 2006

Διάλογος

Παραθέτω απόσπασμα από συζήτησή μου με τον Τάλω που ίσως έχει κάποιο ευρύτερο ενδιαφέρον. Ξεκίνησα εγώ, μεταφέροντας σχεδόν αυτούσιες τις απόψεις της συμβίας:

α. Κανείς δε θέλει να μάθει τίποτε από τους άλλους -- άλλωστε αυτό σου διδάσκει και το ελληνικό σχολείο,
β. Όσοι είχαν απλώς απόψεις, τώρα -- λόγω Ίντερνετ -- μπορούνε να βρουν μόνοι τους τις πληροφορίες που έχουν ανάγκη για να στηρίξουν τις απόψεις τους και να γίνουν σεντονάδες (εξακολουθεί φυσικά πάντα να τους λείπει η προπαιδεία, η κατάρτιση, η θεμελίωση και το βασάνισμα των ιδεών από τον ορθό λόγο, τον κοινό νου, την εμπειρία),
γ. Για διάλογο φυσικά, ούτε λόγος (βλέπε α.).

Ο δε Τάλως συμπλήρωσε:

α. Χειρότερα ακόμα... κανένας δεν πιστεύει ότι υπάρχει κάτι να μάθει από τους άλλους,
β. Το Google έχει κάνει την επιλεκτική τεκμηρίωση "υψηλή τέχνη", οπότε αν ψάχνεις για κάτι να στηρίξεις τις απόψεις σου θα το βρείς (και δεν θα βρεις τα 500 που την καταρρίπτουν),
γ. Γενικά υπάρχει μια άγνοια του τι σημαίνει συζητώ δημόσια (ή ιδιωτικά) και τι σημαίνει επιχειρηματολογία -- που προηγείται πολύ του διαδικτύου. Είναι παλιό πρόβλημα (όχι μόνο Ελληνικό, αλλά έντονο εδώ κάτω).

GatheRate

Σάββατο 27 Μαΐου 2006

Επί προσωπικού

Βλέποντας την Παρασκευή το πρωί φρέσκια φρέσκια μέσω RSS τη μούρη του von Clausewitz (ινδάλματος των απανταχού γης πολεμοκάπηλων) κάτω από τον σαφέστατο τίτλο "Στρατηγικές Παράμετροι ενός Ελληνοτουρκικού Πολέμου" στενοχωρήθηκα αφάνταστα: το θεώρησα πράξη μπλογκικής αναισθησίας εκ μέρους του αξιόπιστου Μπατζανάκη, μια και περνάμε μέρες πονηρές. Διάβασα προσεκτικά και πολλές φορές το κείμενο που ακολουθούσε, το διάβασα όχι ως λογοτεχνία (όπου η πολυσημία, το διφορούμενο και το διαρκώς διαλανθάνον, αν δεν επιβάλλονται, τουλάχιστον κρύβονται πίσω από τη γωνία) αλλά ως κείμενο άποψης και γνώμης. Με ενόχλησε βαθύτατα. Επαναλαμβάνω, διάβασα το κείμενο, όχι αν το έγραψε ο χ, ο ψ ή ο ω. Όποιος και να το είχε γράψει θα με ενοχλούσε, ακόμα κι ο Έκο ή ο Rakasha. Αντέδρασα.

Να πω και το άλλο, μια και είμαι από αυτούς που δεν πουλάνε μούρη: δεν το ξέρω το έργο του Κονδύλη (πέραν δυο-τριών ανθολογημένων κειμένων εδώ κι εκεί), μάλιστα δε γνωρίζω το έργο πολλών Ελλήνων 'στοχαστών' (ναι Γεώργιε, το 'τρανού' ήταν ειρωνικό, της αγνοίας μου αν μη τι άλλο): Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου, Κ. Τσιρόπουλου, Π. Κανελλόπουλου, Ε. Παπανούτσου, Β. Φίλια, Ε. Αρβελέρ, Κ. Τσάτσου, Κ. Αξελού, Κ. Τσουκαλά (αυτού νομίζω πως θα έπρεπε), και άλλων πολλών. Δεν το λέω ούτε για καύχημα, ούτε για να δικαιολογηθώ, ούτε για να ερίσω: δεν έχω ούτε χρόνο ούτε διάθεση να ασχοληθώ με πολλά -- εδώ τον Hobsbawm δεν έχω τελειώσει ακόμα.

Διάβασα λοιπόν ένα κείμενο ως κείμενο και με ενόχλησε βαθύτατα το (μάλλον ξεκάθαρο) νόημα όσων κατάλαβα από αυτό το κείμενο, όπως με ενόχλησε και η συγκυρία της δημοσίευσής του στο μπλογκ. Δύο πράγματα όμως μου διέφυγαν:

α. Ο Κονδύλης αποτελεί (κατά τα λεγόμενα φίλων, μην ξεχνάτε πως λείπω πάρα πολλά χρόνια από την Ελλάδα) πανίερη αγελάδα των "αντι-ιμπεριαλιστών / κρυπτοεθνικιστών" γιατί του την έπεσε βαρβάρως και άνευ επιχειρημάτων (κατά τις πάγιες πρακτικές της) η παλαιοκομμουνιστική λίγκα φωνασκώντας. Βεβαίως, ουαί κι αλίμονο εάν όποιος υφίσταται τις ασχημοσύνες των παλαιοκομμουνιστών (όπως λ.χ. ο Γιανναράς στο παρελθόν) αναγορεύεται αυτοδικαίως, αναδρομικά και απαρασάλευτα σε αυθεντία, όμως έτσι γίνεται μάλλον.

β. Περί φασισμού: ο Κουκουζέλης με επιτίμησε γιατί έβαλα στη συζήτηση την κατηγορία "φασισμός". Θεώρησε πως επέλεξα να σείσω το μορμολύκειο περιφρονώντας ή αφήνοντας κατά μέρος την επιχειρηματολογία· μάλιστα μου επισήμανε τον καινοπαγή αλλά καίριο νόμο του Godwin. Θα προσπεράσω το ότι κανείς φασίστας δε θέλει να τον αποκαλούν έτσι, αν και είναι σημαντικό, και θα αναφέρω το εξής: πιστεύω πως τα εν σπέρματι στοιχεία και η εν γένει δυνατότητα του φασισμού ενυπάρχουν σε όλες τις κοινωνίες που είναι οργανωμένες σε κράτη αλλά και σε όλα τα ανθρώπινα όντα που ζουν και αναπτύσσονται σε τέτοιες κοινωνίες -- δηλαδή σε όλους μας -- είτε λόγω της κρατικής ιδεολογίας, είτε λόγω της ανάγκης (;) μας να συμμορφωνόμαστε και να μη διαφέρουμε. Αυτό το έχω ξεκάθαρο μέσα μου: είμαστε όλοι δυνάμει φασίστες, είμαστε απλώς τυχεροί που δε ζούμε στη Μεσευρώπη του 1933. Η πεποίθησή μου αυτή παγιώθηκε όχι από τα ελλιπή διαβάσματά μου γύρω από την Αναρχία (ρωτήστε την Κυρα-'Ντολίνα σχετικά με την Αναρχία), αλλά όταν είδα το συγκλονιστικό 'Νύχτα και Ομίχλη' του Ρεναί, τη μία ταινία επί του θέματος που πρέπει να δει κανείς οπωσδήποτε.

GatheRate

Τρίτη 23 Μαΐου 2006

Πωπώ κι αμάν

Σήμερα στην πρωινή εκπομπή της ΝΕΤ: Κανέλλη (αφύσικα σιωπηλή, μπα), Μπίστης και κάτι άλλοι.

Κάτι έλεγε ο Μπίστης, πρέπει, λέει, να πάψουμε να κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας. Όταν πήγε ο Ερντογάν στη Θράκη δεν επισκέφθηκε τη μειονότητα ούτε ως μουεζίνης ούτε ως μούφτης. Αλλιώς κάθε ηγέτης μουσουλμανικής χώρας που θα ερχόταν στην Ελλάδα θα τους επισκεπτόταν, όπως, πρόσφατα, ο Πακιστανός πρωθυπουργός.

Εξανίσταται ο ένας από τους δύο παρουσιαστές (ούτε που ξέρω ποιος είναι ποιος, ο ένας λέγεται Λυρίτζης, πάντως) και του λέει:
Δηλαδή θα μας πείτε πως η μειονότητα είναι τουρκική;
Μπα σε καλό του!

Παρενθετικά να παραθέσω τα εξής δύο:

Ο πόνος για ακριβοδίκαιο και λεπτομερή προσδιορισμό και ταξινόμηση μειονοτικών πληθυσμών μας πιάνει μόνο στη Θράκη. Δεν άκουσα, λ.χ., ποτέ δημοσία να διαχωρίζονται οι Μογλενορουμάνοι από τους Αρμάνους από τους Αρβαντόβλαχους και τους Μακεντόβλαχους. Ωστόσο, οι 'μουσουλμάνοι' της Θράκης χωρίζονται, βεβαίως βεβαίως, σε Τουρκογενείς, Πομάκους και Αθίγγανους (τι όρος κι αυτός!).

Στην Ελλάδα, η αναγωγή μιας τοπικής ποικιλίας σε γλώσσα είναι δόκιμη και αποδεκτή μόνο για τα πομάκικα -- και μάλιστα τώρα τελευταία. Τα αρβανίτικα, τα μακεδονικά (με τις τρεις διαλέκτους τους), οι λατινογενείς ποικιλίες της Νότιας Βαλκανικής ('βλάχικα'), οι πολλές ποικιλίες των ρομάνι (να τα πω 'αθιγγάνικα';) αντιμετωπίζονται είτε ως παραφθαρμένη μορφή κάποιας επίσημης γλώσσας (ελληνικής, βουλγαρικής κ.ο.κ.), είτε καθόλου.

GatheRate

Κυριακή 21 Μαΐου 2006

Προτεραιότητες

Όπως σύσσωμος ο ελληνισμός χτες το βράδυ, παρακολούθησα κι εγώ την κάθοδο του χερουβικού άρματος (τι σύλληψη!) επί των δελφινιών και των κυμάτων και επί της Θαλασσινής Κόρης που Βγάζει Αναίτιες Κορώνες (γεια σου ρε Ελύτη!).

Μετά έπληξα ακούγοντας ανούσια τραγουδάκια και μασούλησα πατατάκια.

Μετά γέλασα μέχρι δακρύων που ο Κωνσταντίνος Χριστοφόρου εμφανίστηκε εκπροσωπώντας τον σταυρό της συνομοσπονδιακής Ελβετίας -- η εκδίκηση του δαίμονα της τηλεσκηνοθεσίας για το σχέδιο Ανάν.

Στο μεταξύ απολάμβανα το ατημέλητα κεκαλυμμένο ξίνισμα στα ξανά και ξανά πολεοδομημένα μούτρα της Βίσση κάθε φορά που η χώρα της, η Ελλάδα, τσίμπαγε κάποιο δωδεκάρι κουρτουνιά για την ανεμοδαρμένη κραυγή άρπυιας που και πάλι μάς χάρισε.

Τέλος αναθάρρησα που άνετα βγήκαν πρώτοι οι Κθούλου: ενδεχομένως να ξύπνησε το ευρωπαϊκό κοινό και να αποφάσισε έτσι να το σχολάσει αυτό το δαπανηρότατο πανευρωπαϊκό τσίρκουλο με τα ίδια τα μέσα που δικαιολογούν τη διαιώνισή του: την ψήφο του κοινού. Σ' αυτό θέλω να επιμείνω: ακόμα κι αν οι περισσότεροί μας (λέμε πως) παρακολουθούμε αυτό το καρναβαλίστικο κακέκτυπο βαριετέ για πλάκα και αποστασιοποιημένα, κοστίζει υπερβολικά πολλά χρήματα για να συνεχίζεται η διοργάνωσή του. Αν θέλουμε να ασχοληθούμε με μια ειρωνική δραστηριότητα, μπορούμε να παρακολουθούμε λ.χ. τους πολιτικούς μας -- ή κάτι τέτοιο.

Αφήστε που όλα αυτά περί ειρωνείας και αποστασιοποίησης είναι τελικά υποκρισίες: σήμερα με τα θλιβερά νέα που μάθαμε, μουδιάσαμε και ανοίξαμε την τηλεόραση για να ακούγεται μια φωνή μέσα στο σπίτι: ακουγόταν η σοβαροφάνεια της ΕΡΤ και η προπαγανδιστική κάλυψη του χτεσινού ταρατατζούμ από τα δελτία ειδήσεών της, ακούγονταν εκπομπές που ανέλυαν το θέμα σε βάθος. Έτσι βρέθηκα κι εγώ να γράφω εδώ, παρά το πένθος και την ανησυχία μου για όσους έμειναν πίσω να θυμούνται τον 25χρονο.

GatheRate

Πέμπτη 11 Μαΐου 2006

Μουσική από το Δυτικό Βασίλειο

Δε θα σας πω για τους κακόμοιρους τους Πιραχά (Pirahã) και τη γλώσσα τους, το έκανε ήδη ο Old Boy με τον δικό του λυρικοσαρκαστικό τρόπο εδώ.

Θα ξεκινήσω από κάποιες σκέψεις και θα πάω σε κάποιες διαπιστώσεις.

Το ελληνικό κράτος (από τον καιρό που ήταν κυκλαδορουμελομοριάς) λειτουργεί (και) ως σύμβολο. Εκπροσωπεί, ενσαρκώνει ή και υποστασιάζει -- αν προτιμάτε, την παρουσία του Ελληνικού πνεύματος στον σύγχρονο δυτικό κόσμο με χειροπιαστό τρόπο και εκτός και εντός των εκάστοτε ελληνικών συνόρων: με τα τοπωνύμιά του, με την ιστορία του, με τη γλώσσα του, με τα ερείπιά του, με χίλια-δυο τόσα άλλα. Αυτό ήτανε πολύ σημαντικό για τον 19ο αιώνα που την είχε ψωνίσει με την Ελλάδα, τον ελληνισμό, τα κλασικά γράμματα και την κλασική τέχνη. Με άλλα λόγια, το ελληνικό κράτος δε στήθηκε για να στεγάσει τους καλοκάγαθους Κεντρο-Σλάβους των νοτίων Άλπεων (Σλοβένους), ούτε τους απογόνους Κελτών, Πικτών και Βρετανών (Σκωτσέζων), ούτε τα ορεινά περισσέματα του φιλέτου της Ευρώπης (Ελβετία) αλλά τους οιονεί απογόνους του Ur-πολιτισμού στο κέντρο του Δυτικού Πολιτισμού και τα μνημεία αυτού του πολιτισμού, από τα ανύπαρκτα ερείπια της Σπάρτης έως τα στενά της Σαλαμίνας. Από ιδεαλιστική και ιδεολογική άποψη, μόνον ένα λόγου χάρη εβραϊκό κράτος θα ήτανε πιο σημαντικό (όμως οι Εβραίοι είναι κακοί και δόλιοι άνθρωποι, γι' αυτό και άργησε να υλοποιηθεί το συγκεκριμένο σενάριο -- άσε που, αντίθετα με τους Έλληνες, ήταν όλο διχόνοιες και δεν έλεγαν με τίποτε να πάνε ούτε στην Ουγκάντα ούτε στην Ουρουγουάη).

Άρα, εφόσον το ελληνικό κράτος θεσμίστηκε ως κράτος-έμβλημα του Δυτικού Πολιτισμού, ως η κολοβή Ντίσνεϋλαντ της κλασικής εποχής, ως ένα απέραντο μουσείο, τελικά καταλήγω να θεωρώ λογικό που το δέρνει ο μαύρος εθνικισμός, η άκρατη σπουδαιοφάνεια, ο επεκτατισμός, η συλλογική οίηση, ποικίλοι μεγαλοϊδεατισμοί και καταλήγω να το θεωρώ φυσικό που την πήρε τελικά και την Ολυμπιάδα (το Ολυμπιακό Ιδεώδες δεν εμφορείται από πανανθρώπινα ιδανικά, μια μαξιμαλιστική έκφραση πανδυτικισμού είναι -- η ελευθερία και τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι πανανθρώπινα).

Τι κάνει λοιπόν το ελληνικό κράτος ως κράτος-έμβλημα του Δυτικού Πολιτισμού, ως η κολοβή Ντίσνεϋλαντ της κλασικής εποχής, ως ένα απέραντο μουσείο που θέλει να είναι πιστό στη θέσμισή του, ως ένα κράτος που θέλει (όπως καλή ώρα η Γαλλία) να δικαιολογεί στη διεθνή κοινότητα τον εθνικισμό του, τις αντιμεταναστευτικές πολιτικές του, τον ντεκαφεϊνέ θρησκομιλιταρισμό του (ποιος τολμάει να σατιρίσει με δριμύτητα Στρατό και Εκκλησία;), τις εκλεκτικές συγγένειές του, τη διεκδίκηση τοπωνυμίων, τη σταδιακή σύνθλιψη του χαρακτήρα εθνογλωσσοθρησκευτικών μειονοτήτων; "Με το να θεραπεύει τις επιστήμες, τον πολιτισμό, τα γράμματα, τις τέχνες." Αυτό εν ολίγοις ήτανε και το πνεύμα πίσω από την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ: ούτε ελεημοσύνη θέλανε (τότε) να μας δώσουν (όπως στους δέκα νεήλυδες), ούτε τα λεφτά μας ζητούσαν (όπως στο κύμα Νορβηγία-Σουηδία-Φινλανδία-Αυστρία): εμείς εκπροσωπούμε το Geist, το (ευρωπαϊκό) πνεύμα!

Αντί να κλαυτώ γενικώς για το ότι ούτε την (ιδεο-φαντασιακή) θέσμισή του δεν τιμάει το Ελληνικό, θα επικεντρωθώ στην εκκωφαντική απουσία μιας πτυχής της: την αποπνικτική έλλειψη μουσικής παιδείας στην Ελλάδα.

Μουσική παιδεία δεν είναι να ακούς Μπαχ στο πούλμαν, Φίλιπ Γκλας στο τρόλεϋ, Παγκανίνι στη φάμπρικα και 'sensual classics 7' στο κωλάδικο, δεν είναι να γνωρίζεις πότε πέθανε ο Μότσαρτ και εάν ο Σούμαν είχε σύφιλη, δεν είναι να θεωρείς τον Ραχμάνινοφ χαλαρωτική μουσική και τον Μπετόβεν πηγή έμπνευσης, δεν είναι να αναγνωρίζεις ότι η παράφωνη κόρνα του ταρίφα μπροστά σου παίζει μια δευτέρα. Επίσης, έλλειψη μουσικής παιδείας δεν είναι η ύπαρξη Βέρας Λάμπρου και Μπέλας Μπούλα, δεν είναι η μυθική προβολή των ντενεκέδων του σκυλοπόπ, δεν είναι ο ισχυρισμός πως το Παγκάκι (Πεγκάκι, μπαρδόν) έχει σωστή φωνή (έχει, αλλά τι τραγουδάει). Για μένα η πιο μπανάλ έκφανση έλλειψης μουσικής παιδείας με βρήκε κατακέφαλα στο Île St. Louis, τρώγοντας παγωτό Μπερτιγιόν σε ένα καφέ με τη Missa Solemnis χαλάκι / ηχητικό μπακγκράουντ.

Τελικά μουσική παιδεία είναι (ανάμεσα σε άλλα) να μπορεί ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού να εκτιμάει και να απολαμβάνει τη μουσική, να κουτσοδιαβάζει μουσική και να κουτσοτραγουδάει και να κουτσοπαίζει και κανα όργανο. Να ξέρει με ποια μουσική θα κάνει έρωτα, με ποιες θα χορέψει, με ποια θα ξεδώσει, με ποια θα βρει ανάταση, με ποια θα χαλαρώσει -- και να του έχουνε δοθεί από την κοινωνία τα εργαλεία για να διαμορφώσει τις δικές του προτιμήσεις ο καθένας αναλόγως. Όπως είμαστε τώρα, μουσικά μοιάζουμε με μια αγράμματη κι αδιάβαστη κοινωνία όπου ψαγμένα και μερακλίδικα άτομα, μοναχικές μονάδες, ψάχνουνε και βρίσκουν και βασανίζουνε τη μουσική, είτε ως εκτελεστές είτε ως ακροατές, κι αυτή τους ανταμείβει.

Αφού σκοπεύουμε να βαραίνουμε τον κόσμο, τους ξένους μας (εμείς, οι κάποτε κατ' εξοχήν ξένοι) και τους γείτονές μας με την εθνική μας έπαρση, με την μάλλον αμερικανικής εμπνεύσεως ριγέ σημαία μας και με τις αρχαίες πέτρες που φυτρώνουν στα ζηλευτά ξερονήσια και τις κατσικοπλαγιές μας, με το ότι μας έπεσε το λαχείο να έχουμε στην κορφή της πρωτεύουσάς μας το τοτέμ της Δύσης και όχι κανένα φρούριο, ας δικαιολογήσουμε επιτέλους την ξιπασιά και τη βία που παράγουμε (κι έχουμε παραγάγει) δίνοντας πίσω κάτι, δικαιολογώντας λίγο την ύπαρξή μας: κάνοντας πολιτισμό, ίσως και μουσική.

Υστερόγραφο: Δυτικό Βασίλειο (χσι λα) είναι το όνομα της Ελλάδας στα κινέζικα, μου το θύμισε σήμερα η xilaren: μέχρι και τους Κινέζους έχουμε πείσει για τη σπουδαιότητά μας...

GatheRate

Τρίτη 2 Μαΐου 2006

Παράδοση (υπό όρους)

στον Ολντ Μπόυ, και για αυτό.

Ο Μπατζανάκης μού είπε πρόσφατα πως σκοπός των μπλογκ δεν είναι να κηρύξουμε στα έθνη και να προσφέρουμε ολοκληρωμένες λύσεις για τον κόσμο, την ψυχή και το μοντέρνο σπίτι, παρά να δώσουμε εναύσματα να ψάξει, να ψαχτεί και να σκεφτεί ο καθένας μας (τα παραδείγματα δικά μου και όχι τα μόνα). Συμφωνώ, γι' αυτό και ακόμα διαβάζω μπλογκ (για να ψάξω, να ψαχτώ και να σκεφτώ), αν και υπάρχουν φυσικά και άλλα αναγνώσματα στα οποία θα καταφύγει κανείς, ιδίως κάθε φορά που θα επικρατήσει απόγνωση και πανικός στην ελληνική μπλογκοκοινωνία.

Διαβάζω αυτές τις μέρες ένα πάρα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο, λέγεται Love, Sex & Tragedy : How the Ancient World Shapes Our Lives του Simon Goldhill (καθηγητή κλασσικών σπουδών στο Καίμπριτζ). Η θεωρία του Goldhill είναι σε γενικές γραμμές πως δε γίνεται να κατανοήσουμε τον εαυτό μας μέσα στον σύγχρονο κόσμο αγνοώντας την Αρχαία Ελλάδα. Αν και δεν την υποστηρίζει πάντοτε πειστικά, τα δυνατά σημεία του βιβλίου βρίσκονται αλλού: στον τρόπο που ο συγγραφέας μοναδικά φωτίζει ήδη 'γνωστά' γεγονότα και πράγματα, αναδεικνύοντας μια σειρά από πολύ σημαντικά θέματα γύρω από το σώμα και την πολιτική του, τα σεξουαλικά ήθη, τις απαρχές της Εκκλησίας, τη δημοκρατία, την πολιτική φιλοσοφία, τη διασκέδαση και άλλα πολλά. Κοινώς, μου φαίνεται πως μου έχει δώσει υλικό για πολύ προβληματισμό και για κάμποσο μπλογκάρισμα.

Ανάμεσα σε άλλα, σε κάποιο σημείο ο Goldhill ισχυρίζεται πως η διασκέδαση (η 'χθαμαλή' διασκέδαση, ας πούμε, και στις ταπεινές μορφές της -- η εκτόνωση, δηλαδή) είναι πολύ πιο σοβαρό θέμα από ό,τι θέλουμε να πιστεύουμε: αποκαλύπτει την κρυφή πολιτική (με την ευρεία έννοια) ζωή μιας κοινωνίας. Ενδεικτικά, στην αρχαία Ρώμη οι μονομάχοι αντιπροσώπευαν ένα ιδανικό ανδρείας και καρτερίας, αποτελούσαν πρότυπο αντοχής στον πόνο και υπόδειγμα αφοβίας απέναντι στον θάνατο -- αυτό διαφαίνεται και σε συγκεκριμένα σημεία του Κικέρωνα και του Πλίνιου· ο τελευταίος μάλιστα περισσότερο ενοχλούνταν από τα πλήθη και τα αγοραία ήθη του αμφιθεάτρου παρά από το πλούσιο σπλάτερ της αρένας.

Αναρωτιέμαι λοιπόν κι εγώ: τι να αποκαλύπτουν τα κάτωθι για τη σεξουαλικά υπερσυντηρητική και πολιτικά ασ'-τα-να-πάνε Ελλάδα;

grammisou1

karavi[1]

Βεβαίως, και για να σοβαρευτούμε λίγο, ως μιζεριάρης Εγγλέζος, αυτός ο Σίμων Χρυσολοφάς δεν μπορεί να γνωρίζει τη μυστική παρουσία της αρχαιότητας, μέσα από την αδιάσπαστη συνέχεια του ελληνισμού, στον σύγχρονο ελληνικό κόσμο, έστω ένα λείμμα του ελληνικού κόσμου, παρουσία που τον αιματώνει και τον ζωογονεί. Παραδείγμα μοσχάρι:

idealism

GatheRate

Παρασκευή 28 Απριλίου 2006

Της ελληνικούρας το κάγκελο

Το σλόγκαν της διαφήμισης του Σκάι για τον εαυτό του:

'Αγαπώ' σημαίνει ανατάσσομαι εξαιτίας άλλου.

Μάλλον νόμισαν πως το (αμάρτυρο; ας μας βοηθήσει ένας φιλόλογος ρε παιδιάααα...) ανατάσσομαι είναι το ρήμα του ουσιαστικού ανάταση -- είδατε πάλι; (επ)ανά(σ)ταση -- αντί του ανάταξη.
Προφανώς η εξυπνάδα μετράει περισσότερο από το να ανοίγεις κανα βιβλίο.
Ρε ουστ.
(Νιάου.)

GatheRate

Τρίτη 25 Απριλίου 2006

Σημειώσεις για μια (μεγάλη) εβδομάδα

Πέρασα ασκητικώς τη Μ. Εβδομάδα και το Πάσχα. Την αποκτηθείσα εμπειρία μου τη συμπύκνωσα σε ημερολόγιο-κήρυγμα που παραθέτω κάτωθι, ως μοναχός Κραυσίνδωνας.

Μ. Δευτέρα
Μπήκα στο μπλογκ του Αθήναιου (γνωστού και ως V for Vedetta – προσοχή χαμουτζήδες, χωρίς νι) και άφησα το κάτωθι σχόλιο με αφορμή το Ναρκωμένο Ντουλάπι:
‘Ναρκωμένο Ντουλάπι’, αγαπητές και αγαπητοί μου, είναι κάτι σαν το ‘Οκτάνα’ ή το 42: η Ουσία που μυστικώς, ταπεινώς και χαρμονικώς υποστασιάζει τον κόσμο δια του συναμφότερου και της εν γένει ανακράσεως-αναστάσεως-αντιστάσεως. Ωσάν το βότσαλο στη λίμνη, ωσάν στρουθίον γυμνάζων επί δώματος.
Αλλά, φευ, πού να τα πιάσετε αυτά εσείς τα ναζιγενή τέκνα της Αγάρ, της παμμίαρης ναζιγόνου Δύσεως και του τρισκατεπάρατου ορθολογισμού της που αλλοτριώνουν, αλλοιώνουν και λεκιάζουν και γαριάζουν — “Δύσις”! τι με εβάνατε κι έπιασα στο στόμα μου, μέρες που είναι· φτύνω τρις (πτου! πτου! πτου!) δίκην εξορκισμού, ανακρούω πρύμνα και αποχωρώ να υπάγω εις τους κήπους, εις την Μονήν Βάλτου (Βρωμονερίου Ακαρνανίας), ίνα ψάλω τον Νυμφίο και να καταναλώσω τα δέοντα τραγήματα (χρατς! χρουτς!). Ίσως δείτε σκιάν του ιματίου μου αποχωρούντος κατά Μικράν-Μεγάλην Σύρτιν μεριά.

Έρρωσθε,
Ο προβατόσχημος προ(βο)πατόρικος λύκος

(εντός πωλούνται κροτίδες πατροπαράδοτες, ίνα και φέτος την Λαμπρήν ορθοδόξως τρωθώμεν, αδελφοί).
Μ. Τετάρτη
Συναντήθηκα με τον Rakasha και ήπιαμε καφέ. Οι ποικίλες συζητήσεις μας θα αποτελέσουν τη βάση του μέλλοντος (πώς λέμε «Cavafy est un poète ultra-moderne», κάπως έτσι), οπότε δε μας απασχολούν προς το παρόν.

Μ. Πέμπτη
Καμμία συγκίνηση στα ετεροχρονισμένα Πάθη, έτσι μπρος-πίσω που τα όρισαν και τα ανακάτωσαν οι σοφοί Πατέρες της Αγίας αλλά ενίοτε Μωρής (με την ‘κακή έννοια’, Γεώργιε) Εκκλησίας: Τον σταυρώναμε βράδυ Πέμπτης (ενώ κανονικά έτρωγε τα μάτσο μπρεντ, το γκεφίλτε ψάρι του – ή τι άλλο) κι εγώ έβλεπα έναν από τους εκατομμύρια κατάδικους που κάποια αρχή, κάποια αυθεντία, αποφασίζει να θανατώσει διά νόμου, φρικτά ή ανθρωπιστικά, συνοπτικά ή δίκαια· εγώ εκείνη την ώρα σκεφτόμουνα πως, οκέι, τα βασανιστήρια και η εκτέλεση του Κυρίου έχουνε νόημα, τι γίνεται όμως με τα υπόλοιπα, ξέρω γω, έντεκα εκατομμύρια θανατοποινίτες από καταβολής κρατικής οργάνωσης. Είναι δυνατόν η πολιτική δράση για δικαιοσύνη και ίσα δικαιώματα να μη γίνεται αντιληπτή ως πνευματικό έργο; Ε, δυστυχώς, είναι...
Μετά βγήκα από την εκκλησία και δυο τετράγωνα πιο κάτω ο αέρας μύριζε φούντα. Περπάτησα στην Αθήνα και ξαναένιωσα πόσο αγαπώ αυτή την πόλη. Δεν είναι απαραίτητο να είναι κάποιος ωραίος για να τον αγαπάς. Βέβαια, η Αθήνα είναι και ωραία: η Ακρόπολη και οι δρόμοι και ο φωτισμένος ηλεκτρικός τη νύχτα, η τοιχογραφία-γκραφίτι φάτσα στο Γκάζι, οι προσόψεις της και ο κακότροπος και όμορφος κόσμος της πόλης – όσα ήδη ξέρετε.

Μ. Παρασκευή
Είμαι υπέρ του χωρισμού πίστης και όλων των άλλων μέσα μας, ας πούμε πως ο αέρας μου δίνει ζωή αλλά δεν είναι όλα αέρας. Αρνούμαι να μιλήσω για τον Θεό – αν ο Θεός είναι Θεός, δηλαδή ένα απόλυτα υπερβατικό Ον το οποίο (λέμε πως) ενδιαφέρεται για εμάς. Αρνούμαι να βάλω την παράμετρο 'πίστη' μέσα σε ζητήματα πολιτικής, επιστήμης, ηθικής, στοχασμού – αφού είναι και θα είναι εμβόλιμη (όταν δεν είναι υποβολιμιαία). Γενικά, η θρησκεία ως τελετές, καζουισμός-δικανισμός, συμβατική ηθική, σύστημα ιδεών-απόψεων και υπαρξιακή μυθολογία με αφήνει αδιάφορο ως άνθρωπο και πολύ εχθρικό ως σκεπτόμενο άνθρωπο. Έτσι με ενδιαφέρει μόνον η πίστη ως αποκάλυψη – αν υπάρχει τέτοιο στοιχείο. Τέλος πάντων.

Πάσχα
Διάβαζα για τον Συνέσιο, αρχαιότατο πατέρα της Εκκλησίας. Ο βίος του όαση καταλλαγής και ορθολογισμού (τζιζ, κακιά κουβέντα! Ζήτω ο Ζ φορ Ζουράρις) σε μία τερατωδώς ταραγμένη εποχή σφαγέων μοναχών και μουτζαχεντίν πατριαρχών, όπου οι εθνικοί γραπώνονται από υπολείμματα ανθρωπιάς κι ανεκτικότητας, άλλοι για να μη βουλιάξουν, άλλοι για να συμμετάσχουν στη διελκυστίνδα ξεσκίσματός τους παρέα με κάποιους χριστιανούς. Ο Συνέσιος, στην επιστολή 105 νομίζω, επιμένει: "θα ζήσω σαν άνθρωπος με τη γυναίκα μου, θα γράφω, θα διαβάζω – α, ναι, και δεν πιστεύω στην Ανάσταση".
Πολλοί χριστιανοί δεν πιστεύουν στην Ανάσταση. Δείτε τις εικόνες της Ανάστασης στη Δύση: λίγες και ακριβοθώρητες έως τον 19ο αιώνα· δείτε τις εικόνες της Ανάστασης στην +Ανατολή+ (ευλόγησον ή peace be upon it): η εις Άδου κάθοδος! Τι με ενδιαφέρει εμένα η κάθοδος του Κυρίου στο λίμπο των Καθολικών και των Άδη των Ορθοδόξων; Τι με νοιάζουν οι γκαραζόπορτες του Άδη που κανείς κλειδαράς των καταχθονίων δεν θα ξαναστήσει σε μεντεσέδες; Η απελευθέρωση, λέει, του Αδάμ. Οκέι. Εγώ; Πού είναι η εικονογραφία της ενσώματης Ανάστασης του Χριστού; Αυτουνού που σουλάτσερνε και κήρυττε κι έτρωγε κι έπινε 40 μέρες μετά κατά τας Γραφάς; Που είχε πληγές και σημάδια; Πού είναι το (αναστημένο) Σώμα (Του), ρεεεε;
Αλλά οι Χριστιανοί, ανατολικοδυτικοί, ανακάλυψαν το σώμα τον 19ο αιώνα. Γι’ αυτό και ατύχησαν. Too little, too late που λένε κι οι φονιάδες των λαών: είχαν προ πολλού προηγηθεί άλλοι.

GatheRate

Τρίτη 11 Απριλίου 2006

Land of Hope and Glory

Μετά την απήχηση που είχε η παρουσίαση του σουρεάλ προσώπου του ολοκληρωτισμού σας παρουσιάζω, στην ίδια σειρά, τη σελίδα του Προέδρου της Λευκορωσίας. Εάν αντέξει το στομάχι σας για αρκετή ώρα, μπορείτε να διαβάσετε και για τα χόμπυ του.

GatheRate

Δευτέρα 10 Απριλίου 2006

Σοκολατοκουβέντες

Κάτι έχουνε κάνει στη Σεράνο και δεν έχει τη γεύση που είχε πάντα.

Αντίθετα, τα τέσσερα σοκολατάκια της ΙΟΝ, αμαρέττο, μόκα, νουγκατίνα (γιαμ) και πραλίνα, παραμένουν τα ίδια και υπέροχα.

GatheRate

Τετάρτη 5 Απριλίου 2006

[Πάρτυ]

στον Alberich και την xilaren, και την ευγένειά τους

"[...]
Η Νατάσα έµενε κοντά στη στάση, απέναντι από το οµώνυµο πάρκο. Σκέφτηκα πως πρέπει να είναι απίστευτα µατσωµένη για να µπορεί να µένει σ’ αυτή την περιοχή, πράγµα που ξανασκέφτηκα εµφατικότατα µόλις είδα το ίδιο το σπίτι, µια φρεσκοβαµµένη καλοσυντηρηµένη βικτωριανή βίλλα, πανταχόθεν ελεύθερη φυσικά, µε ωραιότατη στέγη. Κοίτα ρε πού µένει ο φοιτητόκοσµος, όχι σαν εµάς µέσα στο πενταόροφο…
Το εσωτερικό και οι συστάσεις µε την Νατάσα µε γείωσαν αµέσως: το σπίτι το µοιράζονταν εφτά άτοµα παρακαλώ, συν ο γκόµενος της Νατάσας, από το Βανκούβερ, οκτώ. Έτσι έβγαινε και το νοίκι. Τώρα, όταν µε ξενάγησε η Νατάσα στο σπίτι, ξενέρωσα εντελώς: είχε ένα χωλάκι, δύο σαλόνια (πάνω-κάτω), µία σοφίτα (της Νατάσας και, ανεπισήµως, του Καναδού), πέντε υπνοδωµάτια και µία κουζίνα και ένα µπάνιο. Σαν σε Εστία, δηλαδή, άσε που κάποιος κοιµότανε στο σαλόνι, τον γνώρισα, ένας πανύψηλος µε ξυρισµένο κεφάλι και µια σκουλαρίκα από το πειρατικό του κάπταιν Τζίµυ. Φορούσε κάτι µπότες χρώµα σάπιο µήλο. Πάντως το πάρτι είχε ήδη ψιλοξεκινήσει, καθήσαµε µε την Εύη σε κάτι καρέκλες µε κόκκινη κεντητή ταπετσαρία και κουτσοµπολεύαµε τον κόσµο. Η Εύη ήτανε προπτυχιακή στο τελευταίο έτος και την κορόιδευα πάντα λέγοντάς της ότι θα µπορούσε να είναι κόρη µου, όµως εύστροφος άνθρωπος· απόψε πάντως έµοιαζε τελείως µε Λονδρέζα ξέκωλη, από αυτές που ούτε κυλότα δεν φοράνε, για καλύτερα, γρηγορότερα κι ευκολότερα… η Εύη µε βεβαίωσε πάντως ότι όσον αφορά τα εσώρουχα, η ίδια ήτανε σεµνά ντυµένη.
Πήραµε ποτά, βότκες µε τόνικ, ιδέα της Εύης. Γιατί βότκα τόνικ; Γιατί είναι η χρυσή τοµή µεταξύ βότκας πορτοκάλι (ποτό για άσχετους που κατά βάθος θέλουνε µια Ήβη µπλε) και τζιν µε τόνικ (ποτό για λείψανα). Τους δίσκους έπαιζε στο σαλόνι του ισογείου ο Έρνεστ ο από κάτω της Νατάσας (µιας γλυκύτατης Καλαµατιανής), ένας Ολλανδός που είχε όψη παστής ρέγκας, µάλλον αφυδατωµένος από τις κούτες έκστασυ που είχε πιει στα νιάτα του. Μουσική πάντως έπαιζε υπέροχη, πράγµατα που δεν ήξερα καν ότι υπάρχουν ή ότι είναι δυνατόν να υπάρχουν: ατµοσφαιρικά πνευστά (φυσούσαν, έβρεχαν, ανάσαιναν, κροτάλιζαν, θρόιζαν) θεµελιωµένα πάνω σε πονηρούληδες ρυθµούς, έξυπνοι τεχνητοί ήχοι πλεγµένοι µε ακουστικά όργανα, φωνές µέσα από συνθεσάιζερ σαν λιτές ευθείες που συγκλίνουν στο άπειρο, άγνωστα όργανα που έβγαζαν έναν ήχο σαν να έριξες πετράδια πάνω σε γυαλί, κάτι κοµµάτια που έµοιαζαν απλώς µε βραχώδεις παραλίες …

[...]

Στο µεταξύ ερχόταν όλο και περισσότερος κόσµος κι εγώ αγχωνόµουν πού θα µπούν όλοι αυτοί, τι θα πιούνε και τι θα φάνε. Όµως το σπίτι ήτανε µεγάλο και ο καθένας έφερνε κι από κάτι (η Εύη είχε κουβαλήσει κεφτεδάκια και µία βότκα µολότωφ). ∆ιάφορες φάτσες ήταν αρκετά γνωστές, µάλλον από το Κολλέγιο µοιάζανε να είναι, τύποι που κοιτάς κατά λάθος κατάµατα ανεβαίνοντας τρέχοντας την σκάλα κι αυτοί αρπάζονται από το κιγκλίδωµα µήπως και τους κουτουλήσεις παίρνοντάς τους σβάρνα. Η Εύη είχε εξαφανιστεί ξαφνικά και την βρήκα στο χωλάκι, όπου µαζί µε την Νατάσα και την Νάγια (Ιταλίδα συγκάτοικο) ξεσκεπάζανε µε επισηµότητα αλουµινόχαρτα και ιδρωµένες χαρτοπετσέτες, αποκαλύπτοντας εδέσµατα, σαλάτες και πιλάφια, ενώ η µουσική άλλαζε σιγά σιγά. Η µυρωδιά του φαγητού και το κάλεσµα της Νατάσας «∆ε φουντ ιζ ρέντυ, έβρυ µπόντυ» σύναξε όλους όσους ήτανε διασκορπισµένοι από ’δω και από ’κει ψιλοκουβεντιάζοντας και πίνοντας τζάµπα οινοπνεύµατα. Επειδή φυσικά η σπαραγγόσουπα δεν επρόκειτο να µε πιάσει, µε τόσες συγκινήσεις και µε ήδη δύο βότκες τόνικ που έκαναν το στοµάχι µου να συστρέφεται, στιχήθηκα µε το πιάτο στο χέρι και περίµενα να δοκιµάσω.
Αφού φόρτωσα το πιάτο κι εφοδιάστηκα µε πολλές χαρτοπετσέτες για κάθε ενδεχόµενο, βρήκα έναν καναπέ τελείως άδειο, µια και ήµουν από τις πρώτες που πήγε στον µπουφέ, και θρονιάστηκα. ∆οκίµασα απ’ όλα κι επικέντρωσα το ενδιαφέρον µου σε έναν ταµπουλέ, κεφτεδάκια Εύης, τυροπιτάκια, τοννοσαλάτα, παραµελώντας το ριζότο και τις ψητές πατάτες. Καθώς µασούσα κοίταγα τον κόσµο γύρω µου συλλέγοντας φάτσα-ντάτα, που λέει κι ο φίλος µου ο Γιώργος

[...]

Τη ρώτησα πού είχε κρυφτεί, µού εξήγησε πως η Νατάσα τής έλεγε για µια περιπέτεια µε τον Κόλιν, άλλος συγκάτοικος αυτός: περπατούσανε στο Μπρίξτον και τους σταµάτησαν και βρήκανε δυο-τρία γραµµάρια στην τσέπη του Κόλιν και τους πήρανε στο τµήµα για επίπληξη κι υπόδειξη κι η Νατάσα είχε κάπως κοψοχολιάσει και πανικοβληθεί – αυτά συνέβησαν το προηγούµενο σαββατοκύριακο. Άρχισε να µού ψιλοπονάει και η κοιλιά µου.
«Αυτό που αναστάτωσε τη δόλια τη Νατάσα είναι ότι ο Κόλιν έχει αγοράσει κι άλλη φούντα και θα τη βγάλει απόψε. Έχει πανικοβληθεί παντελώς το χρυσό µου και πολύ σοβαρά µού έλεγε πως οι µπάτσοι που τούς έκαναν εξακρίβωση τούς έχουνε βάλει στο µάτι κι ότι µπορεί µέχρι κι απόψε να µπουκάρουν εδώ µέσα. Κι εγώ, Λίλα µου, προσπαθούσα να τής εξηγήσω πως αυτή εδώ η χώρα είναι, ανοργάνωτη, ένα κωλοχανείο του κερατά, κι ότι είναι αδύνατο των αδυνάτων να ενηµέρωσε το τµήµα στην άλλη άκρη το εδώ τµήµα για ένα ζευγάρι που κουβαλούσε δυο τσιγαράκια χασισάκι.»

[...]

Χορεύαµε συνέχεια σαν τρελές και σχεδόν αδιακρίτως τσιφτετελιάζαµε ο,τιδήποτε κι αν έπαιζε ο Έρνεστ ο τσίφτης και χορέψαµε πολλά και διάφορα κοµµάτια. Επειδή η τέταρτη βότκα κατέληξε η µισή στη µοκέτα, µαζί µε λάσπες και ποπκόρν και άλλες τροφές, όπως είδα όταν κοίταξα έντροµη προς τα κάτω, πήγα και γέµισα µία πέµπτη. Ο χορός καλά κρατούσε και σε κάποια φάση η Εύη µε έδειξε σαν να µε παρουσίαζε στο κοινό µου – αν και ο καθένας χόρευε για πάρτη του και δεν πτοούταν – και φώναξε ‘ζήτω η Γκιουµουλτζίνα! να ζήσει η Τουρκία!’· τη διαολόστειλα µε έµφαση και συνέχισα τον χορό µου σαν θραίσσα µαινάδα µε τη µαλακισµένη την Εύη πάντα απέναντί µου. Ο χορός συνεχιζόταν και όλες οι σκέψεις και οι µέριµνες και τα άγχη των τελευταίων ηµερών κυλούσανε µαζί µε τον ιδρώτα µέσα από τους πόρους µου προς εξάχνωση στην ατµόσφαιρα, που, ήδη βαρειά από τα τσιγάρα, µού έτσουζε τα µάτια. Ωραίο πράγµα ο χορός: καθαρή κίνηση, εικαστικός ρυθµός, ορατή µουσική. Κι ό,τι δεν είναι καθαρή µορφή και αρµονική κίνηση θολώνει και οσµώνεται µε όλα τα όµοιά του και δεν έχει σχήµα και ρυθµό.
Μετά από περίπου µια άνοιξη που µπορεί να κρατήσει για πάντα ή και για δύο καλοκαίρια, ο Έρνεστ έβαλε ένα τελείως παράξενο κοµµάτι, έµοιαζε µε κλασσικό κοµµάτι διασκευασµένο µε µπιτ· και κόπηκα αµέσως. Σταµάτησα ακίνητη κι έµεινα το σταθερό σηµείο µέσα στην κίνηση Μπράουν ολόγυρά µου.
«Yo Ernest, what da fuck is dis?», φώναξα µε τις διαλεκτικές ικανότητες που µού έδινε τώρα η έκτη βότκα («δεν πρέπει να ανακατέψουµε τα ποτά, Λίλα χρυσό µου»).
«Το Sanctus από τη λειτουργία σε ha-moll του Μπαχ, διασκευασµένο από κλώνο του κυρίου William Orbit» ακούστηκε µια φωνή δίπλα µου. Πάλι αυτός. Τον ευχαρίστησα όσο πιο ψυχρά µού επέτρεπε το γελοίο της κατάστασης και η ιλαρή µατιά προς τον κόσµο που χαρίζει το οινόπνευµα. Κι έτσι τον ρώτησα αν σπουδάζει µουσική εδώ στο Λονδίνο.

[...]

«Τι θα πει ha-moll, Μάρτιν;»
«Εε, κάτσε να δεις, B minor.»
«∆ηλαδή;»
«Si minore.»
«Κατάλαβα.» Πολύγλωσσος. «Από πού είσαι;»
«Γερµανία. Εσύ είσαι Ελληνίδα.»
«Πού το κατάλαβες;»
«Ε, η δουλειά µας. Άσε που φωνάζετε και χαλάτε τον κόσµο… κι έχεις κι ελληνική µύτη.»
Το βορειοευρωπαϊκό φλέγµα συναντάει τον νεοκλασσικισµό, ρε άει στο διάολο. Κι είναι όµως καλό να έχεις ελληνική µύτη; Ελληνική µύτη όπως η Κνιδία Αφροδίτη και η Αθηνά του Πειραιώς ή όπως η Παξινού, η Μελίνα κι η Ειρήνη Παππά; Τι να τού πω κι εγώ:
« Τι λέει λοιπόν ο Μπαχ που ακούµε;»
«Sanctus Sanctus Sanctus Dominus Deus Sabaoth, pleni sunt caeli et terra gloria tua. Hosanna in excelsis. Είναι κάτι που ακούς στην εκκλησία την ώρα της λειτουργίας.»
«Α, µάλιστα.» Είναι και µισσιονάριος, ο εξυπνάκιας, Αλβέρτος Σβάιτσερ, πάνω που νόµιζα πως έβγαλα γκόµενο στο πάρτι. Μού έδωσε και τη µετάφραση του ύµνου καθώς προχωρούσαµε προς τον κήπο, όπου είδα πως είχανε βρει καταφύγιο πολλοί ξαναµµένοι από την ζέστη και τα τοιαύτα. Η µουσική που ερχόταν από µέσα, στο µεταξύ, ακουγότανε ξαφνικά να είναι τελείως χάλια – µπας κι έπαθε ξαφνικά κανα εγκεφαλικό ο Έρνεστ και δεν ξέρει τι βάζει; – κι έτσι, εντάξει, ας τα πούµε µε τον Γερµαναρά στον καηµένο τον αφρόντιστο κήπο. Η κοιλιά µου στο µεταξύ πονούσε πιο έντονα τώρα.
«Που λες, Μάρτιν, στα ελληνικά µόνον για σάς και τους Τούρκους έχουµε υπερθετικούς.»
«Υπερθετικούς; τι εννοείς;»
«Μµµ, όπως στα ιταλικά, εεε: stella - stellone, barba - barbone.»
«Α, εννοείς µεγεθυντικά.» Γαµώ το! «Πολύ ενδιαφέρον! Για πες µου πώς είναι ο µεγάλος
Γερµανός λοιπόν;»
«Γερµαναράς.»
«Πώς;»
«Γερµαναράς!» φώναξα. Μαλάκα εξυπνάκια.
«Γιέρ-µαν-άρας.” επανέλαβε σχεδόν γελώντας. «Α, Germania

[...]

Όσο για τους σποραδικούς πόνους, βεβαίως µού ερχόταν περίοδος, ευτυχώς παρά τη γενικότερη ζαλάδα το συνειδητοποίησα και, αφού βρήκα την τσάντα µου κάτω από στοίβες πανωφόρια και άλλες τσάντες κατευθύνθηκα στην τουαλέτα. Η τουαλέτα ήτανε καταπληκτική, µε υπέροχα είδη υγιεινής, έναν πελώριο καθρέφτη και µια µπανιέρα µε ποδαράκια πάνω σε ένα χαµηλό βάθρο. Είχε και δύο πολύ όµορφες καρέκλες, ντουζιέρα κι έναν τεράστιο νιπτήρα κοχύλι. Οι οκτώ ένοικοι του σπιτιού, οι νυν κι οι προηγούµενοι, δεν φαίνονταν να έχουνε προκαλέσει σοβαρές φθορές ή και δολιοφθορές σε αυτό το παραµυθένιο λουτρό. Περίεργο, σκεφτόµουν αλλάζοντας, ποιος φτιάχνει ένα τέτοιο µπάνιο σε σπίτι που νοικιάζεται από φοιτητές; Προφανώς αυτό µέχρι πρόσφατα ήταν οικογενειακό σπίτι και πουλήθηκε κοψοχρονιά και ο καινούργιος ιδιοκτήτης του το έχει προς εκµετάλλευση. Ναι, έτσι εξηγείται.
Καθώς χτενιζόµουνα, συνειδητοποίησα ωστόσο πως, παρότι ήτανε µεγάλο και στενόµακρο, εξου κι ο καθρέφτης, το µπάνιο ήταν ιλιγγιωδώς ψηλοτάβανο. Με το µάτι υπολόγισα πως, παρότι ήµουνα στο ισόγειο, το ταβάνι του µπάνιου ήτανε το ταβάνι του δευτέρου ορόφου. Αυτή η ανεξήγητη δυσαναλογία, η υπερτροφία της κατακορύφου, µε ενόχλησε και µε τάραξε, µου δηµιούργησε αγωνία και ίλιγγο, λες και το µπάνιο ήτανε ένα κελλί επιστηµονικής φαντασίας και σε λίγο θα έπεφτα µε φόρα προς τα πάνω, προς το ταβάνι δυο ορόφους πάνω. ∆εν άντεξα τη θέα αυτού του µακρινού ταβανιού, τόσο ψηλά πάνω από το κεφάλι µου και ένιωσα ίλιγγο.
Ζαλίστηκα. Παρότι προσπαθούσα να µην κοιτάω προς τα πάνω, έκανα τελικά εµετό µέσα στην φιλόκαλη λεκάνη, έπλυνα το πρόσωπό µου, ξαναβάφτηκα κι ανασυνταγµένη έκλεισα την πόρτα πίσω µου και πήγα να βρω τον Μάρτιν στον κήπο.

[...]

«Σάς είδα που φλερτάρατε, αχ τα χρυσά µου!»
Ανατρίχιασα που µίλαγε σαν θείτσα αλλά τι να τής λέω πάλι· «Μπα, εγκυκλοπαιδική συζήτηση είχαµε ανοίξει, µού έλεγε για κάτι γλωσσικά δέντρα. Εσύ πώς περνάς;»
«Χόρευα µέχρι πριν από λίγο, ήρθα να πιω λίγο νερό. Πού είναι τώρα ο ξανθός;»
«∆εν ξέρω, τον έχασα όταν πήγα στην τουαλέτα.»
«Μάλιστα. Κοίτα, στο πάνω σαλόνι έχει µαζευτεί το µισό πάρτι – δεν παρατήρησες πώς ξαφνικά αραιώσαµε; – και καπνίζουν κάτι joints. Πάµε πάνω κι εµείς;»
«Ρε συ εγώ δεν χρειάζοµαι ουσίες για να φτιαχτώ…»
«Γι’ αυτό έχεις πιει µισό βυτιοφόρο βότκα;»
«Εννοώ πως εγώ µπορώ να φτιάχνοµαι µόνη µου, απλώς ανασαίνοντας τον βραδινό αέρα και χορεύοντας στον δρόµο. Όταν ερχόµουνα να σε βρω…»
«Καλά, πριν µάς τραγουδήσεις τη Μαίρη Πόππινς, να σού πω ότι µ’ αυτά που λες µπορώ να σε διαγνώσω ως κυκλοθυµική…»
«Πάρε µωρή πρώτα το πτυχίο και µετά κάνεις και τη διάγνωση, το κέρατό µου.»
Βγάλαµε η µια στην άλλη τη γλώσσα και ανεβήκαµε την υπέροχη ξύλινη σκάλα µε το κόκκινο χαλί της στερεωµένο στην εσοχή κάθε σκαλοπατιού µε µπρούτζινα κιγκλιδωµατάκια. Τα πλανερά φύλλα της καννάβεως τα πρωτοδοκίµασα σε σπανακόρυζο της γιαγιάς µιας συµµαθήτριας. Μετά κάπνισα µερικά κιόλας στη Σαλονίκη και µετά ξανά σε µια εκδροµή στην Ολλανδία τον Μάιο, αλλά προς το παρόν δεν έχω ολισθήσει προς τα σκληρά, όπως υποτίθεται ότι είναι η νοµοτέλεια των ναρκωτικών. Μάλλον είµαι από αυτούς που δεν τους πιάνει, ποτέ δεν έχω νιώσει κι εγώ τη µαστούρα. Οι φανατικοί του εν λόγω λαχανικού επιµένουν πως αυτό συµβαίνει γιατί ποτέ δεν έχω χαλαρώσει πριν καπνίσω για να µπορέσω να δηµιουργήσω την κατάλληλη διάθεση. Όµως αν χρειάζεται να αυτοϋποβληθώ για να φτιαχτώ, φτιάχνοµαι και µόνη µου τραγουδώντας της Μαργαρίτας το αλωνάκι χωρίς να σκάω τις ωραίες µου λίρες στον τύπο µε το υπεραιωνόβιο πουλόβερ και το σκουριασµένο ταχυδροµικό ποδήλατο που κάθε τόσο κάνει βράδυνες επισκέψεις στο δωµάτιο δορυφορικής τηλεόρασης του Cattermole House, του ενδόξου ερειπίου της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, γεµάτου µνήµες και αγαθές προθέσεις, αρχιτεκτονικά ιδανικά που χάθηκαν από ετήσιο προϋπολογισµό σε ετήσιο προϋπολογισµό.
Στο µεταξύ είχαµε µπει µέσα στον τεκέ, πώς µυρίζει έτσι αυτό το πράµα, σαν πολυκαιρισµένο µάλλινο, ιδρωµένο ξανά και ξανά και άπλυτο. Ο κύκλος των ινδιάνων στο πάτωµα άνοιξε και καθήσαµε µε την Εύη, µερικοί χαµογέλασαν καλωσορίζοντάς µας, άλλοι ξεκαρδίστηκαν απλώς. Όλα στο πρόγραµµα, no offence. Α, να κι ο Έρνεστ, γι’ αυτό κι είχε αλλάξει η µουσική απότοµα όταν ήµουνα στον κήπο µε τον Μάρτιν. Πού είναι η αφεντιά του; Η συζήτηση ήτανε φυσικά µαστουροκουβέντα, όλες οι φυλές της γης µε τεχνητά και εξαρθρωµένα αγγλικά µοιραζόντουσαν τις εµπειρίες τους από ταξίδια, αεροδρόµια, βαπόρια, ωτοστόπ και νερό δυσεντερίας στο Κάιρο. Η µουσική που έβγαινε από ένα µικρό στέρεο ήτανε το Abbey Road – µπήκαµε στο δωµάτιο µεταξύ Come Together και Something. Το παράθυρο ήταν ορθάνοιχτο και κάποια στιγµή σίγουρα θα έβγαινε κανένας γείτονας να µάς τραγουδήσει, αφού τα γέλια έδιναν κι έπαιρναν. Ο µπάφος έφτασε στην Εύη κι αυτή τράβηξε µια τζούρα µε µια έκφραση Σαρτρ µε το Γκωλουάζ στο χέρι, καθώς εµπνέεται την ιδέα για το Μηδέν και τη Φούντα. Τρεις ινδιάνους δεξιά της καθόταν ένας λιγδερός µούσιας µε πράσινα µάτια και ένακόκκινο φουλάρι Νίκος Παπάζογλου στο λαιµό. Η σκέψη πως θα έπρεπε να κάνω τζούρα από τσιγάρο που είχε περάσει απ’ αυτόνε µε αποκαρδίωσε – κι έτσι το πέρασα κατευθείαν στ’ αριστερά µου χωρίς να τραβήξω.
Τρεις γύρες µετά, άκαρπες κι οι τρεις για µένα, αφού ο µούσιας προθυµότατα ρούφαγε τζούρες, κι οι ιστορίες για κράχτες, τελωνειακούς κι αγρίους συνεχίζονταν. Ο Κόλιν µάς έλεγε τώρα γελώντας για όταν γύριζε από το Νεπάλ πέρσι µε µια εταιρία που δεν την ήξεραν ούτε οι αεροσυνοδοί της κι ότι ένιωσε πως το αεροπλάνο έκανε σαφέστατα περισσότερη ώρα να ξεκολλήσει από τον διάδροµο του Κατµαντού απ’ ό,τι θα ’πρεπε κι ότι ήταν ο µόνος που το κατάλαβε και πανικοβλήθηκε. Συµπαθέστατο, όλοι γέλασαν µε την παντοµίµα της παλάµης του µε τον αντίχειρά τεντωµένο που δεν έλεγε να σηκωθεί από το χαλί. Η θεά που είχα δει στην αρχή του πάρτι, η κατάλευκη µε τα στιλπνά µαλλιά, σηκώθηκε και βγήκε από το δωµάτιο, δυο τύποι που όταν µπήκα ήτανε ψαρωµένοι, τώρα ήταν κι αυτοί υπό την επήρεια και άρχισαν να χαχανίζουν µε µια καθυστέρηση µισής φάσης. Η θεά γύρισε µετά από λίγο µε έναν ναργιλέ. Ωχ. Η ώρα πέρναγε, το Abbey Road είχε προπολλού τελειώσει, είχε αλλαχτεί µετά από σιωπή δύο, πέντε, δεκατριών λεπτών και οι ιστορίες γινόντουσαν όλο και πιο µινιµαλιστικά αστείες. Τα γέλια γινόντουσαν πιο δυνατά και πιο συχνά, ο κύκλος των ινδιάνων είχε σπάσει και µερικοί ζητούσαν να τους φέρνουνε τον ναργιλέ στον τόπο της ύπτιας αναπαύσεώς τους, πράγµα καµµιά φορά δύσκολο – άντε να σηκώνεσαι τώρα, και ούτω καθεξής. Μέσα σ’ όλους αυτούς που την είχαν ακούσει στερεοφωνικώς ήµουν η µόνη ξενέρωτη και βαριόµουν, η νηφαλιότητα είναι κακός σύµβουλος σε τέτοιες περιπτώσεις. Κάποιοι κιόλας είχαν σταµατήσει να συµµετέχουνε στον διάλογο του ελαχίστου, ασυµπτωτικά µηδενικού, κι απλώς γλαρωµένοι και χαµογελαστοί κουτούλαγαν και πότε-πότε µούγκριζαν. Η Εύη είχε λαγοκοιµηθεί πάνω στην κοιλιά κάποιου άσχετου, κι ας λεν ότι η κάνναβις είναι αφροδισιακή. Σε τέτοιες φάσεις η συµµετοχή είναι το παν, κι εγώ δεν είχα την δυνατότητα. Ευτυχώς, είχα πάρει κανα-δυο ψυχαναγκαστικά δυνατές ρουφηξιές από τον ναργιλέ και αυτό δρούσε σαν αποτελεσµατικό παυσίπονο στο υπό κατάρρευση ενδοµήτριό µου – που λέει κι ο ∆ρακούλης ο γυναικολόγος. Βγήκα άπρακτη από το δωµάτιο µε την όραση οξυµένη, µπορούσα να διακρίνω τα µοτίβα πάνω στο ξεθωριασµένο κόκκινο χαλί της σκάλας µε θαυµαστή ακρίβεια και οξυδέρκεια. Στη βάση της σκάλας, αντίκρισα σχετική ερηµιά. Ένιωθα ελαφριά καθώς κατέβαινα την σκάλα, µάλλον µ’ έπιασε κάπως το πράµα το καλό, λοιπόν. Στον νου µου είχανε προσκολληθεί ασυνάρτητες λέξεις: Ποδοκάταρο, αΐδιος, κροκίδωση, Ιόλαος, βάρθακας, άνωση, perpendicolarmente, στροβιλορόδακας, κρηπίδωµα. Έφτασα µε ασφάλεια στο ισόγειο και αντίκρισα ερήµωση. Στάθηκα στην πόρτα του κήπου και στον κήπο ήτανε τρεις κι ο κούκος. Πρέπει να έµεινα εκεί περίπου κανα πεντάλεπτο, ίσως παραπάνω, ώσπου άκουσα την φωνή του Μάρτιν δυνατή σαν σάλπιγγα πίσω µου· και στράφηκα πίσω µου και τον είδα ωραίο κι ολόφωτο.
«Άργησες στην τουαλέτα, ε;»

[...]"

GatheRate

Κυριακή 2 Απριλίου 2006

Β όπως ΒημαDonna

Αντιγράφω από τη σελίδα 296 του ΒημαDonna της 26ης Μαρτίου 2006, όπου σε ένα ταξιδιωτικό αφιέρωμα της Κατερίνας Κολιού για την Κοπεγχάγη διαβάζουμε
Επίσημη γλώσσα είναι η δανική, συνονθύλευμα σουηδικής και νορβηγικής.
Κι ύστερα ο Rakasha παραπονιέται για το ότι ο Δανίκας μπέρδεψε το σιδηρούν προσωπείο με τον Κόμη Μοντεχρίστο και τον Guy Fawkes· και γκρινιάζει πως καλό είναι να ρίχνει κανείς καμμιά ματιά στη Wikipedia. Κλείνοντας, μάλλον πέρασε από διορθωτή το συγκεκριμένο κείμενο, αφού το "συνονθύλευμα" είναι ορθογραφημένο, παρότι του ξέφυγε στην ίδια σελίδα η εξής διατύπωση:
Μην παραλείψετε:
Να απολαύσετε ένα ποτήρι μπίρα Carlsberg, που ζυμώνεται στα προάστεια της Κοπεγχάγης από το 1847.
... και ψήνεται σε παραδοσιακό φούρνο με ξύλα, κατά τα φαινόμενα.

GatheRate

Τετάρτη 29 Μαρτίου 2006

[Προσφυγιές]

"[...]

«Τι σκέφτεσαι, Λίλχεν» (ή κάπως έτσι).
«Πώς με είπες;»
«Μικρή Λίλα. Diminutive.»
«Δηλαδή;»
«Δηλαδή χαϊδευτικό, περίπου.»
«Α.»
«Λοιπόν;»
Πού να εξηγώ. «Αφαιρέθηκα… σκεφτόμουν τη θεία μου, αυτή με μεγάλωσε. Για μένα αυτή η γυναίκα είναι η Ελλάδα που ήξερα, ενσαρκώνει την Ελλάδα που ξέρω, της επαρχίας.»
«Ω.»
«Είχε μαγαζί στο κέντρο με εσώρουχα. Έκανε πολύ καλές δουλειές, κυρίως γιατί ένας άλλος που είχε παρόμοιο μαγαζί έπαιρνε μάτι τις πελάτισσές του, ή έτσι τουλάχιστον έλεγαν τα κομοτηναίικα όρνια. Και για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, όταν έπεσε η μεγάλη κρίση πριν κάτι αιώνες, ο πατέρας μου, που ως δικηγόρος δεν πεινάει ποτέ, τής ξεχρέωσε κάτι φέσια με φούντα… Η θεία μου δεν ήξερε να μαγειρεύει καλά, η γιαγιά μου είναι επί των γαστρονομικών. Ήταν όμως δεινή παίκτρια.»
«Σε τι άθλημα;»
«Κουμκάν.»
«Τι είναι αυτό πάλι;»
«Χαρτοπαίγνιο. Για κυρίες. Παίζεις λεφτά.»
«Μάλιστα.»
«Φοράει κάθε Τετάρτη και Παρασκευή κάτι λουλουδάτα φορέματα, φοράει τις πέρλες ή την χρυσή καρφίτσα, κάτσε όχι, αυτή τη φοράει με τα μονόχρωμα στην εκκλησία την Κυριακή, και παίρνει την τσάντα με τον προϋπολογισμό αφρικανικής χώρας (κρύο χιούμορ του αδερφού της). Παίζουνε γύρω από ένα τραπέζι με ένα πράσινο ύφασμα, don’t know the word in English, και καπνίζουν αμίλητοι, σαν βαλσαμωμένοι. Παίζουνε με τέμπο και νεύρο. Βασικά μια φορά τους έχω δει, δε γουστάρουνε περισπάσεις και ηλίθια σχόλια του τύπου ‘μα καλά, δεν βαριέστε;’ από τρίτους. Το άλλο πράγμα που κάνει η θεία μου είναι να τρέχει με τις κυρίες της Μητρόπολης σε διάφορες φιλανθρωπίες.»
«Όταν κερδίζει;»
«Όχι, πάντα. Τρέφουνε φτωχές οικογένειες – πριν κάτι χρόνια αποφάσισαν να συμπεριλάβουν και Τούρκους, Μουσουλμάνους εν πάση περιπτώσει, και την έβγαλαν όλα τα κανάλια, και στην Αθήνα.»
«Α, είναι επικεφαλής;»
«Όχι, έχει λέγειν σαν τον αδερφό της. Τέλος πάντων, ανοικοδομούν εκκλησίες, βρίσκουνε δουλειές σε μετανοούσες και κακοπληρωμένες βουλγάρες μπαρόβιες και στριπτιζούδες, μοιράζουνε γεύματα, ντύνουν παιδάκια, ανακαινίζουν μοναστήρια, κινούν αγωγές κατά των Γιεχωβάδων, ταχυδρομούνε βοήθεια σε πληγείσες χώρες, μοιράζουνε φυλλάδια κατά των εχθρών της Ελλάδας και της Εκκλησίας, φιλοξενούν άπορους Ουκρανούς και Σλοβάκους φοιτητές της Θεολογίας Θεσσαλονίκης που λένε να πάνε στα μέρη μας για προσκύνημα να ξεσκάσουν – αυτά. Από το δωμάτιο ξένων του πατέρα μου έχει περάσει όλο το Παραπέτασμα, που λέει κι εκείνος…»
«Γιατί σαρκάζεις; Όποια κι αν είναι τα κίνητρα αυτών των κυριών, ωφελούνε και βοηθάνε κόσμο.»
«Καλά ντε, εντάξει.»
Παύση.
«Λεφτά έχει ο πατέρας μου, όχι εγώ. Με υποτροφία ήρθα εδώ. Και δεν μού φτάνει κιόλας»
«Οκέι.»
Μετά τον πιάσανε κάτι τρανταχτά γέλια που αντιλάλησε το ντεσεβώ, λες και το δονούσε καρ στέρεο.
«Όταν μού είπες πως η θεία σου γυναίκα συμβολίζει την Ελλάδα, περίμενα άλλα. Περίμενα να μού πεις τίποτε για αρχαίες πέτρες και καμμιά μαυροφορεμένη χήρα, κυπαρίσσια κι ερείπια που χαϊδεύει το τραχύ ελληνικό φως. Ή κάτι τέτοιο.»
«Ωχ καημένε… Πάντως δεν μπορείς να χηρέψεις αν δεν παντρευτείς. Κι αυτή δεν ήθελε να πάρει κανέναν: όλοι οι γαμπροί της Κομοτηνής ήταν ή καπνοκαλλιεργητές ή εμπορίσκοι ή γύφτοι.»
«Από πού είναι η οικογένεια σου;»
«Πρόσφυγες από την Μικρά Ασία.»
«Πρόσφυγες; Πότε;»
«Το 1923.»
«Α, πριν από πολύ καιρό.»
«Ε, ναι… καλά, άσε, μεγάλη ιστορία, μην το ψάχνεις…»

[...]

Τέλος πάντων. Γιατί φλομώνω τον έρμο τον ξένο τον καλό με ιστορίες για πρόσφυγες με ανταλλαγές πληθυσμών και τους φίλους μας τους Τούρκους; Άνοιξε το ραδιόφωνο όπου μια κότα έσκουζε στα λατινικά, pax sincera, κι έτσι. Προσφυγιές και μιζέριες με τους Βούλγαρους και τον μουστάκια Πλαστήρα, κι ο Κεμάλ από της Ανατολής τα μέρη, τι δουλειά έχουν οι Βόρειοι, οι οικοδόμοι της ευρωπαϊκής ενότητας, με όλο αυτό το τσίρκο; Έρχονται στο Λονδίνο και κάνουν διδακτορικά και κλείνονται σε ποντικοδωμάτια ψάχνοντας από πού έρχεται η γνώση και για πλατωνικά αρχέτυπα, ενώ εμείς κουνιόμαστε για τοπική υπερδύναμη αλλά στο παραμικρό βγάζουμε παντιέρα την επαρχιώτικη μοναδικότητά μας και την καθ’ ημάς Αναντολού.
«Και οι παππούδες μου από την πλευρά της μητέρας μου ήταν πρόσφυγες. Κομμουνιστές βαμμένοι, έφυγαν ωστόσο πιτσιρικάδες από την Πολωνία μαζί με τους υπόλοιπους Γερμανούς το ’45, από την Πομερανία συγκεκριμένα, και βρέθηκαν στη Λειψία. Σε πέντε χρόνια αυτομόλησαν τρέχοντας στη Δύση και, παρότι ήτανε κοντοχωριανοί πίσω στην ‘πατρίδα’, μεταξύ τους γνωρίστηκαν στον σταθμό του Μονάχου.»
Μάλιστα. «Κατάλαβα. Κι από κει είναι η μάνα σου; Βαυαρέζα;»
«Ναι. Μισή άνθρωπος, μισή Αυστριακή.»

[...]"

GatheRate

Δευτέρα 27 Μαρτίου 2006

Σραοσικό δράμα

ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ (από τα παρασκήνια): Όταν ήμουν παιδί (είχα βρει ένα σκύλο).

[Exit.]

SRAOSHA: Πάμε πάλι.

[Exit. Re-enter]

Όταν ήμουν φέρελπις νέος βρέθηκα στο Έσσεξ. Το Έσσεξ είναι αυτό με το οποίο έπλεναν οι δύσκολες στον καιρό μου. Έκτοτε, είναι γραμμένο στα άστρα να με κυνηγάει.

Όταν πρωτοείδα το χλοερό κάμπους του Έσσεξ, εκ Λονδίνου ορμώμενος μετά δυνάμεως και δόξης πολλής (λέμε τώρα), αναγούλιασα. "Τι στο διάλα είναι δω;", είπα. Γκέτο ήταν. Όταν πολλά πολλά χρόνια αργότερα πρωτοπάτησα το πόδι μου στο αεροδρόμιο της Λάρνακας έμπηξα τα κλάματα.

ΧΟΡΟΣ
(κορυφαία: Λαίδη Άντζυ)
Και στις δύο περιπτώσεις
(που δεν ήσαντε συμπτώσεις)
οι πρώτες σου οι εντυπώσεις
-- όπως και να το διατυπώσεις --
ήντουσαν ορθές.

SRAOSHA: Πέρασα έξι χρόνια πίκρα(ς) στο Έσσεξ. Στο Έσσεξ είχε τότε επι συνόλου 5000 φοιτητών 1200 Έλληνες και Ελληνοκύπριους. Η πολυάριθμη αυτή ολοζώντανη μικρο-ομογένεια αναπαρήγε άψογα τις πολεμικές και άλλες αρετές των Ελλήνων, ήτοι:

[Καπνοί. Ήχοι βόθρου. Φωτιές. Θειαφίλα.]
Ψωνάρα και καβάλημα (γίγνονται παίδες δύο).

[Καπνοί. Ήχοι βόθρου. Φωτιές. Θειαφίλα.]
Πελώρια κουτοπονηριά -- "μαλάκες που 'ν' οι Άγγλοι".

[Καπνοί. Ήχοι βόθρου. Φωτιές. Θειαφίλα.]
Αναίτιες διχόνοιες, μικρόνοη φιλαρχία.

[Καπνοί. Ήχοι βόθρου. Φωτιές. Θειαφίλα.]
Αγένεια, σπουδαιοφάνεια -- "εγώ τα ξέρω όλα"

Ατέλειωτη ακολουθία περιστατικών, η ζωοπανήγυρη της ταπιρίλας, με πρωτοπαλλήκαρα κάτι επονείδιστα βρωμόπαιδα που πούλαγαν μυαλό και αρχίδια. Είδα, λόγου χάρη, ευγενέστατο παλαιστίνιο σε στάση λεωφορείου να υφίσταται δύο μαλακομπουκώματα με μπουφανάκια Toggs Unlimited (ναι, για τέτοιες εποχές μιλάμε) επί τριανταπέντε λεπτά (καλύτερα να περιμένεις καύσωνα στην αγγλική επαρχία παρά λεωφορείο), να τον βάζουνε να επαναλαμβάνει στοιχειώδεις προστυχουλιές στα ελληνικά, π.χ. Είμαι μαλάκας, τον παίρνω, η μάνα μου... κτλ., νομίζοντας τα ζαγάρια πως ο άνθρωπος δεν καταλάβαινε τι γινόταν (αρκεί να τον κοιτούσανε στα μάτια, πλην όμως ήσαν Έλληνες). Και γελούσαν. Από πού βγήκαν; Σήμερα πρέπει να είναι στελεχάρες πια, με σπουδές στην Αγγλία.

Απέφευγα λοιπόν τους Έλληνες σαν το χτικιό αυτοπροσώπως. Έτσι πέρασα έξι χρόνια στο Έσσεξ. Και πέρασα καλά, σε σχέση με πώς θα τα πέρναγα αλλιώς (δηλαδή μαζί τους).

ΧΟΡΟΣ
(κορυφαία: Λαίδη Άντζυ)
Bleu, bleu
l'amour est bleu.
Τι θες να πεις τώρα κι εσύ
αυτιά μου καθοδηγητή,
Σραόσα, που όλα τα ακούς
φορώντας επαφής φακούς
μαύρους κι άραχλους;

SRAOSHA: Εννοώ τα εξής (ακολουθεί λίστα, κατά την προσφιλή μου μέθοδο):

  1. Στην μπλογκοκοινωνία έχουμε συμπύκνωση των εθνικών ελαττωμάτων μας (βλέπε άνωθι, βαριέμαι να επαναλαμβάνω τα ειδικά εφέ). Εννοώ πως υπάρχουν μασκοφόρα ζουλάπια που θεωρούνε σκόπιμο να μπινελικώνουνε την Ψιλικατζού. Γιατί; Γιατί είναι Έλληνες. Και, φυσικά, γιατί μπορούν. Επίσης, προς όσους θάβετε τον Νίκο Δήμου. Αγαπημένα μου παιδιά, όταν ο Δήμου έλεγε μερικά δυσάρεστα πλην, κανονικά, αυτονόητα πραγματάκια, οι περισσότεροι από εσάς στρογγυλοκαθόσασταν στις ωοθήκες της μάνας σας. Ο άνθρωπος έγινε διάσημος για τις απόψεις του, ούτε για τις γάτες του, ούτε για τις φωτογραφίες του, ούτε καν για τις διαφημίσεις του (τουλάχιστον ως "Νίκος Δήμου"). Έχει ένα μπλογκ. Δεν είναι φυσικό το κάθε Ελληνόπουλο, που διψάει για το παλκοσένικο, να θέλει να δει τις σκέψεις του σχολιασμένες από έναν τέτοιο άνθρωπο; Φταίει ο Δήμου που κάθεται και ασχολείται μαζί τους; Είναι θέμα γνώμης. Όμως, ακριβώς το πώς και πόσο (δηλ. λίγο μίζερα, λίγο ζηλόφθονα και πολύ άκομψα) ασχολείται ο μπλογκόκοσμος με το μπλογκ ενός ανθρώπου άνω των 65 με τα 526 σχόλια ανά ποστ δίνει το μέτρο της κοινωνικής ψυχοπαθολογίας μας. Σημαίνει αυτό πως συμφωνώ με αυτά που γράφει ο Δήμου (ο Τσαγκαρουσιάνος, ο Αντώναρος, ο Πρετεντέρης, η Τριανταφύλλου, ο Γεωργελές, ο Τάλως); Ε, όχι (πάντα). Που μας φέρνει στο βου.
  2. Δε μ' αρέσει το μπλογκ του Χοιροβοσκού, συνήθως διαφωνώ μαζί του και δεν το πολυδιαβάζω. Γι' αυτό δε θα το βρείτε εδώ αριστερά, επειδή ό,τι βλέπετε εδώ αριστερά συνήθως το συνιστούμε ολόψυχα -- ό,τι δε βλέπετε είτε συνήθως το συνιστούμε απλώς, είτε δεν το συνιστουμε καθόλου. Ωστόσο, εκτιμιόμαστε τόσο πολύ με τον Χοιροβοσκό ώστε να ανταλλάσουμε 2-3 μηνύματα την ημέρα. Θα συμφωνήσω δηλαδή μαζί του πως πάνω από τις απόψεις είναι οι άνθρωποι. Επίσης θα συμφωνήσω πως πρέπει να αφήσουμε τον καθένα να κάνει το κομμάτι του. Αν δε μας αρέσει, ας μην το διαβάζουμε. Ασιχτίρι πια, αρκετό odium theologicum έχει αυτός ο κόσμος.
  3. Ωραίο ποστάκι του Τάλω το πρόσφατο.
  4. Θα ακολουθήσω καθυστερημένα τη συμβουλή του Γ. Στρατή (βλέπε αριστερά), μεταφρασμένη στην τοπική μου διάλεκτο: Άμα μου έρχεται όρεξη να το ρίξω στο μεταμπλόγκινγκ, κλείνω τον υπολογιστή.

GatheRate

Τρίτη 7 Μαρτίου 2006

Η ωλένη, οστούν του κρανίου

Η λεγόμενη 'ζούγκλα' των μπλογκ, μάλλον φέρνει περισότερο προς τη λεγόμενη 'ζούγκλα των πόλεων' παρά προς κάποια άναρχη κατάφυτη λόχμη όπου σε κεντούν αράχνες στο μέγεθος πιατέλας και μετά σε τρώνε οι λεοπαρδάλεις. Δηλαδή, στις μεγάλες πόλεις, ο καθένας μας εκ των πραγμάτων αναγκάζεται να στήσει ένα δίκτυο γνωριμιών με ανθρώπους που ο ίδιος επιλέγει να κάνει παρέα, και δε συναναστρέφεται απαραίτητα (μόνον) όποιον μένει δίπλα ή απέναντί του. Γι' αυτό στις μεγάλες πόλεις, άμα διαλέξεις τις παρέες σου, περνάς καλά. Φυσικά, ο καθένας έχει τις ασχολίες του, καμμιά φορά χάνονται λίγο οι φίλοι και οι γνωστοί μεταξύ τους, αλλά έτσι δεν είναι οι άνθρωποι; Φυσικά, όλο και κάποιος διαταραγμένος μπορεί να σου χτυπήσει το κουδούνι, όλο και κάποιος θα σε βρίσει τζάμπα, όλο και κάποιος άσχετος θα σου γδάρει το αμάξι. Αλλά αυτός δεν είναι λόγος να μη ζεις στην πόλη.

Παρομοιάζω λοιπόν την μπλογκοκοινωνία με μια πόλη, όπου ο καθένας φτιάχνει τις παρέες του. Δίνω έμφαση στο ότι άμα διαλέξεις σωστά τις παρέες σου, γενικά περνάς καλά. Γιατί τα λέω αυτά.

Όταν πρωτοξεκίνησα εδώ είχα μια φοβία ότι θα μου την πέσουν από παντού ψυχασθενείς και φασίστες. Ότι, λόγου χάρη, θα γεμίσει το ιμέιλ μου βρισίδια κι απειλές σαν κι αυτές που λάβαινα κάπου 8-9 χρόνια πριν, επειδή είχα ισχυριστεί δημοσία πως υπάρχουν παλιά αλβανικά και μακεδονικά τοπωνύμια στην Ελλάδα. Ο Τάλως με είχε καθησυχάσει. Δεν είναι έτσι στα μπλογκ, μου είχε πει. Είχε δίκιο.

Πρόσφατα έγραψα ένα ποστάκι εν είδει συγκρίσεως. Για τα ελληνικά δεδομένα, ήταν ελαφρώς εμπρηστικό (αν και σε μια κοινωνία όπου η κριτική σκέψη έχει εμπεδωθεί θα ήτανε μόνο στοιχειωδώς ενδιαφέρον και, τελικά, μάλλον μπανάλ). Η συζήτηση που επακολούθησε ήτανε πάρα πολύ ενδιαφέρουσα, έντονη αλλά κόσμια -- στο τέλος εγώ τουλάχιστον αισθάνομαι πως έμαθα και πέντε πράματα παραπάνω. Επιστρέφοντας στη μεταφορά της πόλης, ούτε μου άνοιξαν το διαμέρισμα, ούτε το αυτοκίνητο μου έκαψαν, ούτε μου σέρβιραν κηροζίνη για τζιν.

Για μένα η διαφορά διαφάνηκε πολύ έντονα λόγω συγκυριών: στην αρχή της προηγούμενης εβδομάδας έκανα το λάθος να γράψω ένα γράμμα σε (κανονική, έντυπη δηλαδή) εφημερίδα επισημαίνοντας κάποια σφάλματα σε ένα άρθρο της. Θα σας το πω πάλι με παραβολή:

Ας πούμε πως είμαι ορθοπαιδικός / ορθοπεδικός (πώς σιχτίρι πρέπει να γράφεται) και διαβάζω ένα άρθρο σε εφημερίδα για την ωλένη που μαζί με άλλα οστά απαρτίζει το κρανίο, για τους τέσσερις ιπποκρατικούς χυμούς και πώς ρυθμίζουνε τη συμπεριφορά και για το ότι το έλκος οφείλεται αποκλειστικά στο άγχος κι όχι σε παθογόνους μικροργανισμούς. Γράφω λοιπόν στην εφημερίδα αναιρώντας τα παραπάνω. Ο αρχισυντάκτης, ευγενέστατος, προωθεί το γράμμα μου στον υπαίτιο, αν και με ενημερώνει ότι δεν μπορεί να δημοσιεύσει την επιστολή αφού δε δημοσιεύουν επιστολές αναγνωστών.

Ο υπαίτιος στην απάντησή του με ειρωνεύεται, προβάλλει τις σπουδές του στη ΣΒΙΕ, αρνείται να αποδεχτεί τα χονδροειδή σφάλματά του και εν γένει με μπινελικώνει, κατακεραυνώνοντας την επιστημοσύνη μου και το αυστηρό ύφος μου. Ολοκληρώνει διαμηνύοντάς μου πως γιατρούς σαν κι εμένα, που δεν μπορούν να καταλάβουν το συναίσθημα και τον υποκειμενισμό (γιατί φυσικά υπάρχει υποκειμενισμός στην Ιατρική, όλα είναι ρευστά και ανατρέψιμα, πολτός, καπνός, Θρασύβουλας -- που λέει κι ο Ρακάσας), δεν τους αναγνωρίζει και δεν τους παραδέχεται. Και τα λοιπά.

Οπότε, μπλογκ και πάλι μπλογκ. Καλύτερα η ψευδώνυμη λογοδιάρροια και περιστασιακή θρασυδειλία παρά η επώνυμη αγυρτεία.

GatheRate

Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2006

Δύο μέτρα δυο σταθμά

Αυτές τις μέρες σκεφτόμουνα πάλι το Κοσσυφοπέδιο.

Αναρωτιόμουν τι να απέγινε η Florina Krasniqi, που γνώρισα το '95: ήταν αρκετά μορφωμένη και μετριοπαθής για να αποτελέσει στόχο οποιασδήποτε πλευράς.

Αναρωτιόμουν πού να το πήγαινε το ντοκυμαντέρ που είδα στην ΕΡΤ για την εισαγωγή κυνηγετικών όπλων στο Κοσσυφοπέδιο μέσω Αλβανίας για να πουληθούν στον UCK. Μήπως στο ότι οι έμποροι όπλων που συνεργάζονται με το UCK είναι άτιμοι; Υπάρχουν τίμιοι έμποροι όπλων;

Τελικά απλώς κατάφερα να ξαναθυμηθώ την ξεκάθαρη και μνημειώδη υποκρισία της ελληνικής πολιτικής ηγεσίας και της ελληνικής κοινής γνώμης όσον αφορά την εν λόγω σερβική επαρχία.

Η υποκρισία της πολιτικής ηγεσίας δεν είναι τελικά αξιοσημείωτη. Όπως μου είχε πει και ο μέγας Διδάσκαλος (όχι ρε σεις, δεν είμαι μασώνος) στο υπόγειό του με τους δράκους (ούτε σατανιστής) στο Λονδίνο (ούτε μέλος των Μπητλς): Governments are not moral agents. Οπότε...

Όσον αφορά την ελληνική κοινή γνώμη όμως; Με τα δημοκρατικά αντανακλαστικά της; Που πονάει τον πονεμένο και μισεί τον πονηρό; Που αγαπάει τους Παλαιστίνιους χωρίς ίχνος αντισημιτισμού;

Ήδη εδώ και καιρό ανησυχούσα για την πόλωση του κόσμου και την περιχαράκωσή του σε άσπρα και μαύρα στρατόπεδα. Όμως γράφει πολύ ωραιότερα για το θέμα ο Γεωργελές στην τελευταία AV (ούτε ο Γεωργελές είμαι). Οπότε εδώ απλώς να δώσω ένα δείγμα του μέτρου της υποκρισίας (μεγάλου μέρους) της ελληνικής κοινής γνώμης:

Κόσοβο, Κύπρος και ο τίμιος ελληνικός λαός.

Οι Ελληνοκύπριοι αυτοπροσδιορίζονται ως Έλληνες και μιλάν ελληνικά. Άρα είναι Έλληνες.
Οι Κοσοβάροι, αν και αυτοπροσδιορίζονται ως Αλβανοί και μιλάν αλβανικά, είναι αλβανόφωνοι.

Το 80% του πληθυσμού της Κύπρου είναι Ελληνοκύπριοι. Άρα δεν μπορούν να τους λένε το 20% τι να κάνουν.
Το 95% του πληθυσμού του Κοσσυφοπεδίου είναι Αλβαν(όφων)οί. Αλλά μπορεί το 5% να τους λέει τι να κάνουν.

Οι Ελληνοκύπριοι είχαν ασυζητητί το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης (δηλαδή της ένωσης με την Ελλάδα). Η αυτοδιάθεση ακόμα αποτελεί το παραπονάκι των ελληνοκυπριακών εθνικοφρόνων σωματείων και των περί αυτά πνευματικών ανθρώπων της Μεγαλονήσου (συνήθως ανώτατων δημοσίων υπαλλήλων).
Οι Κοσοβάροι επ' ουδενί δεν έχουν το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης (δηλαδή της ενδεχόμενης ένωσης με την Αλβανία).

Ο ένοπλος αγώνας των Ελληνοκυπρίων κατά των Βρετανών αποικιοκρατών (και κατά των άμαχων κομμουνιστών και -- μετά το '57 -- κατά των Τουρκοκυπρίων) ήταν τίμιος, ιερός, δικαιολογημένος, επιβεβλημένος και άντε τολμήστε μέχρι και σήμερα να τον επικρίνετε (βλέπε υπόθεση Π. Ηφαίστου).
Ο ένοπλος αγώνας των Κοσοβάρων κατά των Σέρβων εθνικιστών (και των άμαχων Σέρβων του Κοσσυφοπεδίου) ήταν βρώμικος, ξενοκίνητος, δόλιος -- καθαρή τρομοκρατία και ούτε καν αντάρτικο.

Η βούληση των Ελληνοκυπρίων είναι ιερή και απαράβατη, όπως εκφράστηκε με το δημοψήφισμα του 2004 (και με τα δάκρυα της Κονσουέλας).
Η βούληση των Κοσοβάρων είναι αδιάφορη και μάλλον δεν θα δούνε δημοψήφισμα όσο και αν δακρύσει η Κονσουέλα τους.

Δεν υπήρξε τζαμί στην Πάφο ούτε ανατινάχτηκε ποτέ. Το περίπου 33% των Τουρκοκυπρίων της περιοχής απλώς έβοσκαν πρόβατα.
Τα μνημεία της Ορθοδοξίας μας στο Κοσσυφοπέδιο φρουρούνται. Το ότι αποτελούν στόχους επιθέσεων οφείλεται σε παγκόσμια συνωμοσία, μάλλον αμερικανοκαθολικοσιωνιστική.

GatheRate

Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 2006

Un año de blog

Ζμπουφρρρρ! Μέσα σε καπνούς και θειάφια είδα μπροστά μου να εμφανίζεται ο Ρακάσα με υπόκρουση μουσική του οξαποδώ. Ολοζώντανος. "Τι θες ρε;" του είπα. Μου υπενθύμισε πως εορτάζουμε ένα χρόνο (σχεδόν) χωρίς μαλάκες (σχεδόν) κι εξαφανίστηκε.

Τι έμαθα αυτόν τον χρόνο;

Πρώτον, δεν κυκλοφορούνε τόσοι ανώμαλοι στον Ιστό όσοι νόμιζα στην αρχή. Ιδίως μέσα στην ελληνική μπλογκοκοινότητα κυκλοφορούν πολύ λίγοι (πλην όμως εκλεκτοί, ακούραστοι εργάτες της οιονεί κακοποίησης).

Δεύτερον, λίγοι θέλουνε και να ακούν, οι πιο πολλοί θέλουνε μόνο να μιλάνε.

Τρίτον, πολλές φορές μιλάνε και λένε ό,τι λένε για να γίνεται ψιλό λακριντί. Που καταντά λιγουλάκι αηδία, ενίοτε. Ιδίως όταν γίνεται νταβραντισμένα κι επιθετικά.

Τέταρτον, δυστυχώς το μπλογκάρισμα δεν υποκαθιστά την ψυχοθεραπεία, παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς.

Πέμπτον, η γενικότερη έλλειψη πνευματώδους πλάκας και χιούμορ από την οποία χειμάζεται η ελληνική κοινωνία δεν έχει (ακόμα) μολύνει τα μπλογκ με τη θανατερή μπόχα της σοβαροφάνειάς της.

Έκτον, μερικοί γράφουνε πάρα πολύ ωραία και το μπλογκ ως μέσο τους πάει γάντι. Αισθάνομαι τρελή ευφροσύνη να τους διαβάζω, κάθε νέο τους ποστ μ' ενθουσιάζει. Είναι οι μικρούληδες Σαικσπηρέτοι του μπλογκαρίσματος: η γραφή τους και ορίζεται από το μέσο και το ορίζει. Αν δεν έχετε ήδη καταλάβει ποιους εννοώ, και θέλετε να μάθετε ντε και καλά, ε, ρωτήστε.

Έβδομον, ακόμα κι αυτοί που δε γράφουν πια και τόσο ωραία, μπορούν ωστόσο να σε φέρουν σε επαφή με θαυμαστά και θαυμάσια πράματα και να σε προβληματίσουν. Μπορείς να μάθεις από αυτούς. Λίγο είναι;

Ευχαριστώ που διαβάζετε και σχολιάζετε.

GatheRate

Πέμπτη 9 Φεβρουαρίου 2006

Πλούσιοι για πάντα;

Για εμάς τους πλούσιους, δηλαδή για όσους έχουνε φαΐ στο πιάτο τους, νερό στη βρύση τους, ξέρουνε γράμματα, έχουνε στέγη πάνω από το κεφάλι τους και ρούχα κατά του χιονιά, η φτώχεια είναι είτε αποκρουστική είτε γραφική (αυτό το δεύτερο το είπε κι η Μαφάλντα).

Η φτώχεια είναι αποκρουστική, επειδή η φτώχεια συνεπάγεται βρωμιά (Τσιγγάνοι) ή, σε ελαφρύτερες μορφές, ακαταστασία (διαμερίσματα Ποντίων), μικροαπατεωνιά (οι μαύροι με τα CD) και ακαλαισθησία (Αλβανοί, κυρίως προ πράσινης κάρτας, όθεν εκφράσεις όπως 'αλβανικό κοτλέ', 'αλβανικό μπουφάν' κ.ο.κ. -- για να μαθαίνουν κι οι νεώτεροι). Ας ονομάσω αυτή την κατάσταση βρωμιάς, ακαταστασίας και ακαλαισθησίας, ξέρω γω, "εξαθλίωση". Εκεί σταματούν οι πλούσιοι άνθρωποι, παραπονιούνται για την εξαθλίωση των τάδε, π.χ. "μα πώς μυρίζει έτσι;", "καλέ, ζούνε στον δρόμο...", "πώπω, πετάνε τα χαρτιά (άρα Αθηναίοι;) / τα άδεια μπουκάλια (άρα Λονδρέζοι;) στον δρόμο!", "είναι φοβερό που μπορεί να πάει ο νους του [Χ] για να πεί ψέμματα και να καταφέρει αυτό που θέλει." (αυτό το τελευταίο από λεβεντομπλόγκ που δε συνιστώ.)

Όσοι είναι τάπιροι (να μη βρίσω τα προσφιλή γουρούνια που μας χαρίζουν ακουσίως μπέικον, γύρο, μπριζολάκια) τσακώνουν κάτι θεωρίες πως η εξαθλίωση είναι στο 'ντιενέι τους', 'στην κουλτούρα τους', 'στο αίμα τους' -- ανάλογα με τη θεωρητική αποσκευή και το επιστημονικό τους υπόβαθρο.

Απλώς να υπενθυμίσω και στους πλούσιους ανθρώπους και στους πλούσιους ταπίρους πως η φτώχεια είναι εύκολη, πολύ εύκολη. Είμαστε όλοι μας δυνάμει εξαθλιωμένοι: τη μια μικρασιάτες γαιοκτήμονες, την άλλη αποπατώντας στην αυλή του Κερατσινίου, τη μια αστοί στη Σμύρνη, στο Βαρώσι, στη Σαλονίκη, στο Σεράγεβο που τρέχουν από χοροεσπερίδα σε τσάι, την άλλη (κρέας στην ξιφολόγχη του κάθε φαντάρου ή, αν είμαστε τυχεροί,) ξεβράκωτοι βρωμιάρηδες, τη μια οικογενειάρχης οδοντίατρος στη Σταυρούπολη, την άλλη αποκλειστική στο Λαϊκό, τη μια αγροτόπαιδο στο Μπεράτι, την άλλη πορτοφολάς στην Τσιμισκή. Και τα λοιπά.

Η φτώχεια είναι εύκολη, η εξαθλίωση εκπορεύεται απευθείας από αυτήν. Δείτε και το Lamerica.

GatheRate

Πέμπτη 19 Ιανουαρίου 2006

της (Λαϊκής Δημοκρατίας της) Κορέας

Μιλώντας για εθνόσημα, κι άλλα τέτοια βαρετά, σας προτείνω να γουρλώσετε τα μάτια σας και να κοιτάξτε αυτό:


Πωπώ πρωί-πρωί, δηλαδή.

Μια και φάγατε που φάγατε την πίκρα, κοιτάξτε και την επίσημη σελίδα του κράτους, η οποία είναι έτσι λιγάκι πονηρούλα. Λόγου χάρη, μόλις περάσετε τον κέρσορα πάνω από το Enter, να σου η σημαία του κράτους, ενώ κλικάροντάς το μεταφέρεστε (όπως σαν να τρυπώσατε μέσα από τον μαγικό καθρέφτη της Αλίκης) σε έναν θαυμαστό και μαγεμένο κόσμο (τύφλα να έχει ο Νικήτας), αλλά πολύ πιο 'dark' (όπως αρέσκονται οι αμερικανοί κριτικοί να προσδιορίζουν οποιαδήποτε ταινία δεν έχει γεύση μίλκσεϊκ και αφή μοχαίρ, λ.χ. το δεύτερο Μπάτμαν με τα παπάκια και τους ασπρόμαυρους πιγκουίνους).

Απολαύστε.

GatheRate

Τρίτη 17 Ιανουαρίου 2006

Καλαί συστάσεις

Πνιγόμαστε: εγώ ανέλαβα και εξωτερική εργασία, παράλληλα με το κονσομασιόν, αλλά μόνο για τα λεφτά, ενώ ο Rakasha ασχολείται με γκόμενες, αλλά όχι (μόνο) με τον τρόπο που νομίζετε.

Στεγνώσαμε: μέχρι και στο ίνμποξ μου ησυχία, γενικά δε γράφουνε πολύ οι μπλογκάδες τώρα τελευταία. Είναι κι αυτό το μεθεόρτιο στίψιμο, περάσαμε δεν περάσαμε καλά, έχει και δουλειές ο κόσμος, δε βγαίνει κιόλας.

Όθεν, συνιστώ να διαβάσετε τη συναρπαστική σειρά του Κουκουζέλη (ναι, πάλι αυτός, αφού γουστάρω, τι θέλετε τώρα;) περί αυτογνωσίας, λεπτοφυών διαφορών και (όχι πάντα φαιδρών) παρεξηγήσεων. Μια και είστε εκεί, κοιτάξτε και μια πολύ ενδιαφέρουσα σύνοψη, που δυστυχώς έμεινε ασχολίαστη, όπως συμβαίνει πολλές φορές με σημαντικές κουβέντες. Ενώ άμα ήταν καμμιά Ιερά Σύνοψη του Χοιροβοσκού (γεια σου μπατζανάκη!), θα σας έλεγα εγώ: 144 comments, και βάλε... ;-Ρ

GatheRate

Τρίτη 10 Ιανουαρίου 2006

Οι αϋπνίες του ποδηλάτη

Χτες το βράδυ είχα αϋπνίες. Σπάνια μου συμβαίνει κάτι τέτοιο πια, πού καιρός για αϋπνίες τη σήμερον ημέρα. Για μία περίπου ώρα, εκεί που πήγαινα να βουλιάξω στον ύπνο, τσουπ, αναδυόμουν ξανά.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, όπως και σ' άλλες -- μακριά από πάνω μας -- η ζωή περνάει μπροστά από τα μάτια σου, "σαν κινηματογραφική ταινία", που λένε. Στη δική μου κατάσταση (και λόγω και του σεναριακού υλικού που η ζωή μου προσφέρει στον ασυνείδητο σκηνοθέτη), ήτανε λίγο ασυνάρτητη και σύντομη η ταινία. Μία σκηνή μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση. Θυμήθηκα που μάθαινα αγγλικά και διαβάζαμε ένα κειμενάκι που έλεγε πως κάποιοι ερευνητές ισχυρίστηκαν πως το να κάνεις ποδήλατο μέσα στην πόλη δεν είναι απαραίτητα υγιεινή συνήθεια, αφού μπουκώνεις με το περιρρέον μονοξείδιο του άνθρακα. Η τελευταία παράγραφος επισήμαινε πως αυτά τα συμπεράσματα αμφισβητήθηκαν από κάτι άλλους ερευνητές που βρήκαν πως και στις Ορκάδες (στο τρέχα-γύρευε πέρα προβατόνησο, δηλαδή) οι ποδηλάτες είχαν παρόμοια ποσοστά απορρόφησης μονοξειδίου του άνθρακα -- ή κάτι τέτοιο.

Από την αϋπνία πέρασα στην απογοήτευση. Συνειδητοποίησα πως σε ολόκληρη την παιδική και εφηβική μου ηλικία, σοβαρή και μη-εκθεσάδικη αντιπαράθεση λόγου και αντίλογου, επιχειρήματος και αντεπιχειρήματος δε βρήκα ούτε στο σχολείο, ούτε στα βιβλία του, ούτε στους δασκάλους του. Μάλιστα, ακόμα και οι πιο φωτισμένοι δάσκαλοί μου δογμάτιζαν, απλώς δογμάτιζαν συναρπαστικά, κάπως σαν τον παπαρίσκο στο Dead Poets Society που παίζει ο πώς-τον-λένε -- αλλά καλύτερα, χωρίς να είναι παπαρίσκοι, αφού μας εξέθεταν τουλάχιστον σε πρωτόγνωρες και ερεθιστικές απόψεις. Τίποτε από αυτά δε μου έδωσε ούτε το Πανεπιστήμιο (που με έκανε ένα επηρμένο ζονκ που έπαιρνε δεκάρια γράφοντας πονηρές εκθέσεις ιδεών), ούτε η πολυσχιδής εκκλησιοκεντρική εμπειρία μου, ούτε η ΕΤ 2, ούτε ο Τύπος, ούτε οι αναρχικές ημιγκόμενες και γκόμενές μου (αυτές κι αν δογμάτιζαν).

Σε ολόκληρη την παιδική και εφηβική ηλικία μου, αντιπαράθεση λόγου και αντίλογου, τεκμηριωμένου επιχειρήματος και σοβαρού αντεπιχειρήματος βρήκα μόνο σε ένα κωλοβιβλίο για το Προφίσενσυ που μίλαγε για ποδήλατα και μονοξείδια, από αυτά τα βιβλία που γράφουν με το κιλό κάτι τύποι που ξέρω και προσωπικά, δηλαδή οι "πληβείοι του πνεύματος", να 'ουμ', για να τα πουσάρει το Βρετανικό Συμβούλιο. Αυτή η ελληνική έλλειψη εν μέρει εξηγεί γιατί "έχουμε ανάγκη από πιο πολλή πρόοδο", όπως το έθεσε πολύ όμορφα ένας θυρωρός πρόσφατα. Όσο για πρωτόγνωρες και ερεθιστικές απόψεις, στα ελληνικά και στην Ελλάδα, ξαναβρήκα πρόσφατα σε κάτι μπλογκ και σε κάποια edito του Γεωργελέ. (Προσθήκη 17.Ι.2006: εννοώ αυτό της 15ης Δεκεμβρίου 2005.)

Συγγνώμη αν πλατείασα: ο σκηνοθέτης-ασυνείδητο(ς) είναι ερασιτέχνης. Δεν είχε και σενάριο να πατήσει. Οπότες...

Υ.Γ. Μην τολμήσετε (ναι, 'τολμήσετε') να μου μεταφέρετε εδώ φαγωμάρες και σαχλαμπούχλες περί AV και ούτω καθεξής. Την AV την έχω γενικά γραμμένη, όπως και όλον τον ελληνικό Τύπο, διαβάζω ανθρώπους που γράφουν και λένε κάτι, όχι έντυπα ή μέσα εν είδει κομμάτων, ποδοσφαιρικών ομάδων ή φραξιών. Δε γνωρίζω προσωπικά κανένα δημοσιογράφο, τουλάχιστον από αυτούς τους δεύτερους και τρίτους που απασχολούν τον κόσμο: είχα γνωρίσει την κυρία Ελένη Βλάχου όταν ήμουνα στο δημοτικό και τον κύριο Αντώνη Καρκαγιάννη στο γυμνάσιο -- ο πατέρας μου ήξερε εξ όψεως "τον Πάνο", αλλά τώρα έγινε κι αυτός υπουργός. Δεν είμαι δημοσιογράφος. Δε με κάλεσαν να γράψω σε ελληνικό έντυπο και ούτε πρόκειται, απ' ό,τι φαίνεται. Δεν είμαι γκέι. Δεν είμαι στρέιτ. Δεν είμαι Έλληνας. Άρα δεν είμαι άνθρωπος.

GatheRate

Τρίτη 20 Δεκεμβρίου 2005

Η ποίηση ως υπερβατική συνάρτηση

Έχω γράψει και παλιότερα για το πώς η ποίηση (με την ευρύτερη έννοια) καταφέρνει να υπερβαίνει τις ιδεολογικές καταβολές και αφορμές της, μεταμορφώνοντάς τες. Κάπως έτσι είναι και ο έρωτας, αφού υπερβαίνει τις προϋποθέσεις και καταβολές του, δηλαδή τον πόθο και το φιστίκωμα, μεταμορφώνοντάς τα.

Έτσι είναι και ο Μπολιβάρ του Εγγονόπουλου, "ένα ελληνικό ποίημα". Ξεκινάει με τον ελληνοκεντρισμό και το αντικατοχικό παράπονό του και μας πάει, νομίζω, πολύ μακριά. Είμαι πολύ χαρούμενος που το λινκ που σας δίνω βγάζει σε ολόκληρο το ποίημα, μήνες τώρα το ψάχνω ονλάιν για να σας το προσφέρω.

Το παράδειγμα που θέλω να σας δώσω είναι το εξής.

Πρώτον, πάρτε το κάτωθι εθνόσημο (της Λιβερίας):



Δεύτερον, δώστε το στον Εγγονόπουλο.

Τρίτον, παρατηρήστε τι προκύπτει: από τους πιο δυνατούς στίχους που έχουνε γραφτεί στα ελληνικά:
αντιστροφή
(the love of liberty brought us here)

τ' άροτρα στων φοινικιών τις ρίζες κι' ο ήλιος
που λαμπρός ανατέλλει
σε τρόπαι' ανάμεσα
και πουλιά
και κοντάρια
θ' αναγγείλη ως εκεί που κυλάει το δάκρυ
και το παίρνει ο αέρας στης
θαλάσσης
τα βάθη
τον φριχτότατον όρκο
το φρικτότερο σκότος
το φριχτό παραμύθι :

L i b e r t a d

GatheRate

Παρασκευή 16 Δεκεμβρίου 2005

Ένα ποίημα, καλησπέρα

Αναδημοσιεύω, κατόπιν αδείας, το ποιητικό σχόλιο του thas στο προηγούμενο ποστάκι:


Τα καημένα τα ποστάκια

Κρύο βαρύ, χειμώνας όξω,
τρέμουν οι φωτιές στα τζάκια,
τώρα ποιος τα συλλογιέται
τα καημένα τα ποστάκια!

Τα ποστάκια είναι στα δένδρα,
τα ποστάκια είναι στα δάση,
τα ποστάκια θα τα πάρει
ο βοριάς που θα περάσει,

η βροχή και το χαλάζι
κι ο βοριάς που θα περάσει,
και το χιόνι που το παίρνουν
στις αυλές με το φαράσι...

Κι αν η νύχτα είναι μεγάλη,
κι έρχεται γιομάτη τρόμους,
κι αν ο θάνατος απόψε,
φέρνει γύρα μες τους δρόμους,

κι αν η παγωνιά θερίζει
κι είναι δίχως ρουχαλάκια,
δε βαριέσαι, ποιος θυμάται
τα καημένα τα ποστάκια...

Στα παιδάκια είναι τα χάδια,
στα παιδάκια τα φιλάκια,
τώρα ποιος τα συλλογιέται
τα καημένα τα ποστάκια!

Κι όταν γίνει, πάλι, βράδυ
κι όλοι πάνε να πλαγιάσουν,
να χωθούν μες τα κρεβάτια,
μην τυχόν και ξεπαγιάσουν,

τα ποστάκια τα καημένα,
τα ποστάκια, τώρα, πέρα
θα χαθούν χωρίς ελπίδα
να φανούν την άλλη μέρα...

Ναπολέων Λαπαθιώτης

GatheRate

Δευτέρα 12 Δεκεμβρίου 2005

Δεν έχει (;) σίδερα η καρδιά σου να με κλείσει

Ασχολούμαι ερασιτεχνικά με το Κυπριακό από 15 χρονών, ενώ εδώ και κάμποσα χρόνια κατέληξα και να πηγαινοέρχομαι στην Κύπρο. Οι εμπειρίες μου από τη Μεγαλόνησο (συνήθως χαρακτηριζόμενη και ως "μαρτυρική" από τους εξ Ελλάδος) θα συμπυκνωθούν κάποτε σε έναν πολυτελή τόμο, τον οποίο όλο και κάποιος θα μου φέρει στο κεφάλι (να ένας κίνδυνος που δε διατρέχουμε μπλογκάροντας).

Όσοι έχουν περάσει από την ελληνική κοινωνία (μέγα σχολείο, η ελληνική κοινωνία, κάτι σαν το ορφανοτροφείο του Όλιβερ Τουίστ), γνωρίζουν τη στάση και τα στερεότυπά της απέναντι στους (Ελληνο)Κύπριους. Όσοι Καλαμαράδες έχουνε ζήσει στην Κύπρο, έχουνε ζήσει την αντιφατική στάση των (Ελληνο)Κυπρίων απέναντι στον Ελλαδίτη / Καλαμαρά / εξ Ελλάδος / Αδελφό / Πουστοκαλαμαρά. Δε θα σταθώ σε αυτά. Να επισημάνω μόνο πως η Κύπρος μαζεύει (δυσανάλογα;) μεγάλο ποσοστό αλιτήριων Ελλαδιτών, καιροσκόπων και υπερφίαλων νεοαποικιοκρατών που βρίζουν, χλευάζουν κι ασχημονούν και λένε μεγάλα λόγια, αφού αισθάνονται άρχοντες και βεζύρηδες στο νησί σε σχέση με την Κυψέλη, την Τριανδρία, την Κοζάνη και το Ληξούρι, απ' όπου κουβαλήθηκαν φοροφυγαδες, φυγόστρατοι, φυγόδικοι -- ή τι στην ευχή. Φυσικά υπάρχουν και καλοί Ελλαδίτες στην Κύπρο (πρέπει να κάνω τέτοιες ρητές επισημάνσεις, μη μου βγει και τ' όνομα πως μισώ τους ομοίους μου...).

Ξέρετε πως οι Έλληνες στην Αίγυπτο (όπως καταγράφει και μαρτυρεί και ο Τσίρκας στην Αριάγνη), στο Κογκό, στη Νότια Αφρική αλλά και στην πατρογονική μου Πόλη έσπευδαν να συντάσσονται με τους αποικιοκράτες. Είμαστε απαρηγόρητοι που δε μας δόθηκαν αποικίες. Κι έτσι συμπεριφερόμαστε προς την Κύπρο, ως μία αποικία, όπου έχουμε στρατό και αεροπορία και μια κυβέρνηση που μας κοιτά στα μάτια σαν κακοποιημένος πιτσιρικάς μουρμουρίζοντας τον δικό μας εθνικό ύμνο, την ιταλιάνικη μάρτσια ενός κόντε. Κι έτσι, πότε τους αναγορεύουμε ακρίτες υπερέλληνες, πότε μιξο-ανατολίτες μπάσταρδους τουρκόσπορους. Πότε τους βαφτίζουμε βρετανόμουτρα διαβρωμένα με τους αγγλισμούς τους, πότε ανατολίτικες σκυλόφατσες με τα τουρκόφωνα (τάχα μου) ch και dzh και mba και ndou, πότε καθαρούς και ιδανικούς Αχαιούς με τις αρχαίες λέξεις και τα διπλά τους σύμφωνα. Πότε συνθέτουμε παιάνες και θρήνους για τη φτώχεια, την καρτερία, την απλότητα και την καθαρή καρδιά και ματιά τους ριγώντας μπροστά στη φρικτή προσφυγιά, πότε τους φτύνουμε σαρκάζοντας για τα λεφτά, τα ρούχα, τα αυτοκίνητα και τα διαμερίσματα. Άλλοτε σιχτιρίζουμε την Ευρώπη που παραγνωρίζει τα δίκια τους, άλλοτε τους κακίζουμε που ήρθαν στην Ελλάδα και μας πήραν τις δουλειές, τις μπίζνες και τα πάλκα.

Βεβαίως οι Έλληνες καλή κουβέντα δεν έχουν για κανένα. Βεβαίως ο ακυρωμένος αποικιακός μας οίστρος δεν αφορά και κανέναν πέραν από εμάς. Βεβαίως διανύουμε μια εποχή κατά την οποία έχουμε άλλα κι άλλα που μας καίνε και επιεικώς χεστήκαμε για την Κύπρο. Όμως, αυτά (και άλλα) που ανθολόγησα παραπάνω, έχουν εσωτερικευθεί από πολύ μεγάλο μέρος των Κυπρίων. Κοινώς, οι Ελλάδα και οι Ελλαδίτες οικειοποιούνται τη φωνή των (Ελληνο)Κυπρίων. Θέλουμε να μιλάμε εκ μέρους τους και αυτοί να ασπάζονται το τι λέμε γι' αυτούς και να το παπαγαλίζουν ευλαβικά.

Μιλάμε εξ ονόματός τους, κοινώς, κι αυτοί ακούνε τι έχουμε να τους πούμε για τη ζωή τους. Μετά το αναπαράγουν άψογα.

Εδώ και δεκαετίες, οι Ελλαδίτες προσπαθούνε να επιβάλλουν στους (Ελληνο)Κύπριους πώς να σκέφτονται, πώς να αισθάνονται, ποιοι να είναι. Ξεκινώντας από την πολιτική ηγεσία, τους διπλωμάτες, τον Σεφέρη, τη διανόηση και κατεβαίνοντας προς τους απλούς Καλαμαράδες (στην Κύπρο αλλά και στην Ελλάδα). Έτσι, όλα τα παραπάνω μεταφράζονται σε, κατά καιρούς αντιφατικές μεταξύ τους, οδηγίες προς τους (Ελληνο)Κύπριους, τις οποίες καλούνται να ενστερνιστούν: "να αισθάνεστε πολύ / λίγο / καθόλου Έλληνες", "να αισθάνεστε πολύ / λίγο / καθόλου Κύπριοι", "είστε ανατολίτες", "είστε Ευρωπαίοι", "να ζήσετε αγκαλίτσα με / να ζήσετε παράλληλα με / να εξοντώσετε τους (Τουρκο)Κύπριους". Και πάει λέγοντας.

Ο δεσποτικός λόγος της Ελλάδας, του εξ ορισμού εθνικού κέντρου των (Ελληνο)Κυπρίων, επελαύνει ανεξέλεγκτος, αναντίλεκτος, αγέρωχος. Ορίζει ποια ντόπια ψελλίσματα είναι προς βρώσιν και ποια ακάθαρτα. Τυποποιεί αναλόγως ιδέες, στάσεις και κινήσεις στο νησί. Απαιτεί την ανεπιφύλακτη υιοθέτησή του από τους ντόπιους. Έρχεται στη νήσο να της τραγουδήσει πώς πρέπει να αντιλαμβάνεται τον εαυτό της. Ο δεσποτικός λόγος της Ελλάδας καθορίζει ακόμα και το πώς πολλά άτομα βλέπουν τον εαυτό τους ως Κυπραίους εδώ στο νησί (το θυμάστε αυτό; υπάρχουν πολλά).

Κι όλα αυτά αναδύονται και μορφοποιούνται μέσα από την απέραντη ασχετοσύνη, άγνοια και άξεστη ιδεοληψία της Ελλάδας περί την Κύπρο, έναν κυκεώνα (τουρλού, καλύτερα) υλικών όπως ψέματα, προπαγάνδα, αποσιωπήσεις. Τουλάχιστον σε αυτό, η συνεργασία μεταξύ (κάποιων) Ελλαδιτών και (κάποιων) (Ελληνο)Κυπρίων ήταν αγαστή και, σχεδόν, ισότιμη.

GatheRate

Τετάρτη 30 Νοεμβρίου 2005

[επιδόρπιο]

"[...]
Τελειώσαµε το φαγητό χωρίς να πούµε κουβέντα, σαν αστοί που παριστάνουν τους ευγενείς – που µε τη σειρά τους παριστάνανε τους καλόγερους. Μού ξαναγέµισε το ποτήρι σιωπηλά ώσπου αδειάσαµε το µπουκάλι. Εγώ δεν έλεγα τίποτα γιατί το κεφάλι µου κολυµπούσε µέσα στους αφρούς και τα τελευταία κυµατάκια της µουσικής που αποτραβιόταν σιγά σιγά

[...]

«Πάω να φέρω το επιδόρπιο.»
Χαµογέλασα χαριτωµένα, ελπίζοντας πως δεν θα φάµε τίποτε µπακλαβάδες ή µαχλέπια µε σιρόπι από νεράτζι και τήλιο. Ευτυχώς ήρθε παγωτό, κι όχι καϊµάκι µε βύσσινο.
«Μη µού πεις πως κι αυτό το έφτιαξες µόνος σου;»
«Όχι, είναι παγωτό maple από το Sainsbury εδώ κοντά.»
«Πολύ ωραίο, µπα, δεν έχω ξαναφάει τέτοιο πράγµα.» Έχει κι ωραίο άρωµα. Τι θα πει ‘mapple’; Ο τελευταίος απόηχος της µουσικής έσβηνε στα αυτιά µου.
[...]"

GatheRate

Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2005

[Μπερδεψομαγειρέματα]

στον Αθήναιο, που μας ανοίγει την όρεξη


“[…]
Κάθησα στο τραπέζι. Είχε ένα εξαιρετικό λινό λευκό τραπεζομάντηλο και το σερβίτσιο το είχε στρώσει, απ’ όσο καταλάβαινα, εννοείται, σύμφωνα με όλα τα έδικτα και τους κανόνες του σαβουάρ βιβρ. Τα ποτήρια είχαν μια διαυγέστατη υποκύανη χροιά. Πώς είναι δυνατόν ένας φοιτητής να έχει κρυστάλλινα ποτήρια κρασιού; Μήπως κι αυτά τα βρήκε εδώ, μαζί με το πιάνο; Μήπως έτσι ζούνε όλοι οι διδακτορικοί φοιτητές κι απλώς εγώ δεν το ξέρω; Ο Μάρτιν έφερε από την κουζίνα μια σαλάτα και ξαναπήγε μέσα – «θέλεις βοηθεια;» «όχι, με τίποτα, κάτσε εκεί που είσαι, δεν θ’ αργήσω.» Πώς γίνεται να τρώω στο σπίτι κάποιου που γνώρισα ούτε σαραντα οκτώ ώρες πριν; Μήπως είμαι μια παρδαλή ξετσίπωτη και δεν το ξέρω; Α, ναι: ήρθα για τον Μπετόβεν.
Από ’κεί που καθόμουνα δεν έβλεπα τον φούρνο, κι έτσι αυτό το πράγμα που μύριζε υπέροχα παρέμενε μυστήριο. Ξανάρθε μέσα με μια μπουκάλα κρασί. Ξαναπήγε στην κουζίνα. Από κάπου, ίσως το διπλανό σπίτι, ακουγόταν μια τηλεόραση, μια φωνή μπουκωμένη μέσα από τη μεσοτοιχία έλεγε «the man from the guesthouse in Dorset» και κάτι γέλια κοινού. Τι κάνω εδώ μέσα περιμένοντας τον ξένο να με ταΐσει σαλάμια, πουρέδες και ζάουερ-κράουτ. Αισθάνθηκα το στομάχι μου να αντιδράει και από εκνευρισμό και στην πείνα. Ο Μάρτιν εμφανίστηκε με κάτι που έμοιαζε με δύο πιάτα γεμάτα κάτι που έμοιαζε με τυροπιτάκια.
«Ορεκτικά. Θα μού πεις αν τα πέτυχα.»
«Τι είναι;”
«Burekia – typical Northern Greek recipe.»
Τον κοίταζα με όλη την κατάπληξη του κόσμου. Γιατί από την Βόρεια Ελλάδα; Πώς μπορεί να ξέρει πως είμαι από κει; Πώς ξέρει να φτιάχνει μπουρεκάκια; Μήπως έχει καμμιά Ελληνίδα γιαγιά γκασταρμπάιτερ; Γιατί μού έφτιαξε ελληνικό φαγητό; – κάτσε να το φάμε πρώτα, να δούμε αν είναι ελληνικό και, κυρίως, αν είναι φαγητό.
«Πού τη βρήκες την συνταγή;»
«Σ’ ένα βιβλίο που λέγεται Greek Cooking. Το είχα αγοράσει όταν είχα πάει διακοπές στην Κρήτη με την οικογένειά μου.» Τοποθέτησε τα πιάτα στο τραπέζι και κάθησε.
Φαντάστηκα κάτι μουστακαλήδες βρακοφόρους με τσουγκράνες και κοσές να υποδέχονται αλεξιπτωτιστές αλλά δεν τού είπα τίποτε.
«Καλά, και πώς ήξερες πως είμαι από την Βόρεια Ελλάδα;»
«Μού το είπε ο Ρολάνδος.»
«Και πού άκουσε ο Ρολάνδος τη φωνή μου;»
«Στο προχθεσινό πάρτυ, καπνίζατε φούντα μαζί στον πάνω όροφο.»
«Α.»
Κοκκίνισα μέχρι το λαρύγγι και δάγκωσα ένα μπουρέκι. Το φύλλο ήτανε τραγανό απ’ έξω αλλά σωστά ψημένο κι όχι στεγνωμένο από μέσα, η γέμιση ήτανε το κάτι άλλο… ναι, φέτα, φέτα είναι, ρε – ούτε μυτζήθρες, ούτε ανθότυρα και κασέρια. Πού να το περίμενα πως θα ξαναφάω φέτα στο Λονδίνο στο σπίτι ενός Γερμανού. Και ωραία φέτα.
«Πώς σού φαίνεται;»
«Just like home. Or even better.»
Τότε άρχισε κι αυτός να τρώει ένα μπουρέκι, το πήρε με το χέρι, καθώς πρέπει. Ενώ το μάσαγε κομψά αλλά όχι χωρίς να το φχαριστιέται πετάχτηκε ξαφνικά επάνω και κατευθύνθηκε προς ένα μικρό στερεοφωνικό στη γωνία της τραπεζαρίας, που δεν το είχα προσέξει. Είχε ξεχάσει τον Μπετόβεν. Απλώς πάτησε το πλέι και επέστρεψε στη θέση του και το πιάτο του. Μια αργή μελωδία τσούλαγε τώρα μέσα από τα ηχεία. Δεν είπε τίποτα, δεν είπα τίποτα και συνεχίσαμε το ορεκτικό μας. Εγώ πάντως προσπαθούσα να τρώω αργά, μην γίνω ρεζίλι, λες και δεν είχα φάει από προχτές. Επίσης πρόσεχα πολύ μην πέσει κανα ψίχουλο στο λαδί το φόρεμα και είμαι γελοία ολόκληρο το υπόλοιπο της βραδιάς. Ακροβατούσα τέλος ανάμεσα στο καίριο βάψιμό μου, τα δόντια μου και τα θρύμματα του φύλλου κρούστας. Πιεζόμουνα λίγο, γενικά.

[...]

«Πάω να φέρω το κύριο πιάτο.»
Έφυγε για την κουζίνα κι εγώ τσίμπησα λίγη από τη σαλάτα κατευθείαν μέσα από το μπωλ, να τσιμπήσει κι αυτός μετά κι έτσι να με φιλήσει έμμεσα. Ντράπηκα με την ηλίθια αυτή ιδέα, ένιωσα κανονικότατα μαλακισμένη. Ήθελα να ξαναδώ αυτή τη θεσπέσια αχλύ. Απέναντι μου η πόρτα του διαδρόμου, απ’ όπου μπήκα, και στα αριστερά το πιάνο. Την αδιάφορη μουσική που ακούγαμε πριν την διαδέχτηκε μια παρόμοια κι εξίσου γλυκερή μελωδία. Οκέι. Τι περιμένω εδώ, εκτός από το φαγητό; Μέλλον ή παρόν; Ταύτιση ή τη γέφυρα που θα συνδέσει τα όσα γεννήθηκαν και αναπτύχθηκαν διαφορετικά; Θυμήθηκα τον χάρτη του Bloom. Το Αμβούργο πρέπει να βρισκόταν κανονικά στη θέση του, στη Γερμανία, στη ρίζα της χερσονήσου της Δανίας αλλά θυμάμαι πως, όταν έψαξα την Κομοτηνή, δεν υπήρχε πουθενά σ’εκείνον τον χάρτη· μόνο μια παραθαλάσσια τοποθεσία με τ’ όνομα Asbenosa δεξιά από τους Φιλίππους, στη χώρα Romania, τον τόπο των Ρωμιών στην άλλη άκρη της Ευρώπης, πίσω από πολλά βουνά, πίσω από τους Τούρκους και τον Δούναβη… Από πού ξεκινήσαμε για να συναντηθούμε τυχαία σε μια βιβλιοθήκη σε μια τρίτη άκρη της Ευρώπης; Άραγε έχουνε συναντηθεί ποτέ οι γραμμές των οποίων είμαστε οι απολήξεις; Θα συναντηθούν τώρα; Για πόσο;

[...]

Ο Μάρτιν μπήκε κρατώντας ένα ταψί που αποδείχτηκε η πηγή της ευωδιάς που είχε διαχυθεί σε ολόκληρο το σπίτι. Το άφησε πάνω σ’ ένα ψάθινο σουπλά κι αφού σέρβιρε και στα δυο πιάτα έκατσε στην θεση του.
«Συγγνώμη που άργησα, ήθελα να είναι στην εντέλεια.»
Αντίκρυσα ένα κρέας με σάλτσα και κάτι πατάτες στο πιάτο μου. Η σάλτσα είχε ελιές και μύριζε αυτό το γνώριμο μυρωδικό, «τι μυρωδικό είναι αυτό;»
«Αρνί με σάλτσα από ελιά και δεντρολίβανο. Με πατάτες, βεβαίως.»
Πήρα σαλάτα με την κουτάλα κι έβαλα στο πιάτο μου. Δοκίμασα μια πατάτα. Τραγανή απ’ έξω και ψωμωμένη από μέσα. Πολύ ωραία. Έφαγα λίγη σαλάτα. Ψωμί, πολύ περίεργο. Ο Μάρτιν με κοιτούσε μάλλον, μάλλον περιμένοντας να δει αν θα δοκιμάσω από το αρνί.
«Τι ψωμί είν’ αυτό;»
«Σικάλεως γερμανικό. Σού αρέσει;»
«Πολύ ωραίο.»
Έφαγα άλλη μια πατάτα. Θεσπέσια. Τώρα πρέπει να αντιμετωπίσω το αρνί και τη σάλτσα του. Μάλλον με ξανακοίταξε. Τελικά σήκωσα το μαχαίρι με το δεξί μου χέρι και έκοψα ένα μικρό κομμάτι εκεί που δεν έφτανε η σάλτσα. Πολύ ωραίο. Καλοψημένο και τρυφερό, πολύ τρυφερό και, ευτυχώς ευτυχώς, δεν μύριζε καθόλου αρνίλα, αυτή την ξινολιγδερή μυρωδιά που στάζει στο χώμα και στα ποδοπατημένα χόρτα και κηλιδώνει σβησμένα κάρβουνα κάθε Πάσχα Ελληνικό. Το είπα στον μάγειρα, πόσο καλοψημένο και λαχταριστό το αρνάκι του είναι από κάθε άποψη εξαίσιο. Αυτός ένευσε και με παρότρυνε να δοκιμάσω κι από τη σάλτσα. Τι να κάνω κι εγώ, έκοψα ακόμα ένα κομματάκι και το βούτηξα στη σάλτσα μάλλον με δισταγμό. Ωχ, ποιος ξέρει τι θα βάλω πάλι στο στόμα μου… κι αν το δεντρολίβανο έχει γεύση απαίσια παρά το άρωμά του, όπως η βανίλια; Κατόπιν θυμήθηκα κι ένα ειδεχθές αρνί με μέντα που είχα φάει μαζί με κάτι συναδέλφους από τη Σχολή σε μια παμπ ‘με πάρα πολύ καλό φαΐ’· ήταν αηδιαστικό, σαν αρνί (το αρνί είναι αρνί) πασαλειμμένο με τσίχλα χωρίς ζάχαρη. Μόνο που μέχρι και ζάχαρη πρέπει να είχε εκείνη η σάλτσα. Δοκίμασα κι εγώ λοιπόν από τη σάλτσα του αρνιού του Μάρτιν.
Δεν ήταν τόσο άσχημη, μύριζε ωραία, έδενε με το αρνάκι και οι ελιές κόβαν την κρεατίλα. Μάλλον εξωτική γεύση μού φάνηκε. Καθόλου άσχημο. Τού το είπα. Τού είπα επίσης πως μού φάνηκε εξωτική συνταγή. Πήρα άλλο ένα κομμάτι προσέχοντας πάντα μη στάξει στο τραπεζομάντηλο.
«Μού κάνει πάρα πολλή εντύπωση που σού φάνηκε εξωτικό το φαγητό. Εγώ διάλεξα να σού το φτιάξω για να σού ξαναφυσήξει λίγη από τη θαλασσινή δροσιά της πατρίδας σου εδώ στο ανταριασμένο Λονδίνο…»
«Όχι, δεν κατάλαβες. Μού αρέσει, με προκαλεί, ας πούμε.» Και δεν είμαι θαλασσινή και ο καιρός στο Λονδίνο τελευταία είναι μια χαρά.
«Κατάλαβα. Πάντως εγώ το έφτιαξα, όπως και τα burekia για να φάμε μεσογειακή κουζίνα σήμερα, πώς να το πω.»
«Τι εννοείς με το ‘μεσογειακή’; Ιταλία, Ισπανία; Μήπως Μέση Ανατολή; Η Μεσόγειος είναι μεγάλη.»
«Εε, νόμιζα πως πιο πολύ φέρνει προς την ελληνική κουζίνα.»
«Μπα, όχι απ’ ό,τι ξέρω. Πολύ βαριά αρώματα… Μάλλον, για να δούμε, βορειοαφρικανική φαίνεται η συνταγή.»
«Δηλαδή μάλλον δε σ’ αρέσει, αυτό θέλεις να μού πεις;»
«Γιατί το λες αυτό, επειδή είπα πως η συνταγή μοιάζει βορειοαφρικανική;»
«Όχι, επειδή σού φαίνεται βαρύ το φαγητό…»
Τσαντίστηκα. «Όχι, μ’ αρέσει, σού είπα. Δεν μού φαίνεται καθόλου βαρύ.» Μάς τα ’πρηξες. Στο μεταξύ σταμάτησε κι η μουσική να βγαίνει από τα ηχεία. Αφοσιώθηκα στο φαγητό μου. Δεν αρχίσαμε καλά. Άντε, να φάω και να πηγαίνω κι εγώ. Μού έκανε νόημα και ύψωσε το ποτήρι σε σιωπηλή πρόποση. Να δούμε από πού είναι κι αυτό, από τα ερείπια της Καρχηδόνας; Από αμπελάκια ανάμεσα στους κέδρους του Λιβάνου; Πήρα μια γουλιά κι ήταν υπέροχο, πάντως. Ένα ωραιότατο κόκκινο κρασί. Πολύ ωραίο.
«Το κρασί από πού είναι;»
Γαλλικό απλώς.
[…]”

GatheRate

Παρασκευή 25 Νοεμβρίου 2005

Όταν θα λάβεις αυτό το γράμμα

εν Ιατνάνα, 25 Νοεμβρίου

Αγαπητέ Rakasha,

κουλτουριάρηδες μας ανεβάζουν, γκρινιάρηδες μας κατεβάζουν, δυσνόητους μας πάνε, κύμβαλα αλαλάζοντα μας φέρνουν. Λέω λοιπόν κι εγώ: άντε να διαβάσουμε και τίποτα εύθυμο κι ευτράπελο.

Κι εσύ, ω στωικέ, στείλε κανα μήνυμα. Ή πέρνα για σάντουιτς κι αφέψημα. Μας έχει φάει η δουλειά, σχόλασαν κι οι γάμοι, μας ξέχασε κι ο Κουκουζέλης...

Sraosha (με σήμα το πετεινάρι -- ανησυχητικό αυτό)

GatheRate

Τρίτη 15 Νοεμβρίου 2005

Εγκλεισμός

Αφού κακώς-κάκιστα δε σχολιάζετε όσα εύστοχα λέει ο Ρακάσας (πουλάκια μου, αλλού κι αλλού είστε λαλίστατοι και ζητάτε το άδειο κεφάλι του Λουδοβίκου ΙΣΤ' επί πίνακι ενώ θα καίγονται γλυκά οι δυτικές συνοικίες πρωτεύουσας και συμπρωτεύουσας, εδώ όμως μούγκα ομοθυμαδόν), θα σας πω κι εγώ κάτι έλασσον, να ζοχαδιαστείτε και να ανάψουνε τα πληκτρολόγια (καλά, σιγά, λέμε τώρα, μη φοβηθείτε κιόλας).

Με αφορμή τα όπλα φωσφόρου και σε σχέση με κάτι που έγραψα κυριακάτικα πριν κανα μήνα, θυμήθηκα τα Φυλακισμένα Μνήματα της Λευκωσίας, τα οποία επισκέφτηκα μια Κυριακή πριν κανα χρόνο.

Τα Μνήματα βρίσκονται μέσα στις κεντρικές φυλακές της πόλης, οπότε περίμενα στην ουρά με συγγενείς κρατουμένων. Μπαίνεις μέσα και σου αναθέτουν ξεναγό έναν δεσμοφύλακα. Βλέπεις τα κελιά που δεν έχουν κάγκελα, παρά ψιλές τρύπες σαν του κόσκινου, για εντονότερη διέγερση του αισθήματος απομόνωσης του έγκλειστου, και μια τρύπα σαν καμένη από τσιγάρο, ακριβώς για να περνούνε μέσα τα τσιγάρα. Βλέπεις τη μιαρή αγχόνη, μέσα σε μια αίθουσα που από αισθητική θυμίζει καμπινέ στρατώνα και από καθαριότητα ήδη νεκροτομείο, και τίποτε από τις ιλουστρασιόν βιτρίνες πίσω από τις οποίες σε εκτελούν μερικές Ηνωμένες Πολιτείες. Βλέπεις τα μνήματα. Μέσα στα μνήματα κάτι ανήλικα, κυρίως.

Μην περιμένετε να σας πω εδώ για την ΕΟΚΑ. Ρωτήστε καναν άλλον. Ούτε να μου πείτε για την ΕΟΚΑ. Σύμφωνοι;

Όταν τα είδα αυτά ένιωσα αποστροφή. Στο μυαλό μου δούλεψε αντανακλαστικά το εύκολο μοντερνιστικό άλλοθι: "Θανατική ποινή. Φρικτά κελιά. Έγκλειστοι νεκροί. Α, η κατάσταση του κόσμου τότε." Κι όμως, υπήρχαν φωνές στη Βρετανία εναντίον αυτού του απροκάλυπτα στυγνού μηχανισμού άτεγκτης καταστολής. Υπήρχε αντίληψη του τι γίνεται και πώς. Ήδη από την εποχή των Νεάντερταλ η τιμή στους νεκρούς θεωρείται δεδομένη, μας λένε. Άρα;

Άρα επρόκειτο για τρομοκράτες που εκρατούντο σε χώρους υψίστης ασφαλείας. Είχανε καταδικαστεί ως τρομοκράτες από πολιτικό δικαστήριο. Καλύτερα από το Γκουαντάναμο, λόγου χάρη. Και αν τους θάβαν εκτός φυλακής, θα δημιουργούσαν τόπους προσκυνήματος και εστίες αναταραχής. Απλά τα πράγματα, πρακτικά.

Άρα ο κόσμος δε βρισκόταν σε εγρήγορση. Δεν έβλεπε την ουσία του πράγματος και το αυγό του φιδιού που κυοφορούσε η αποικιοκρατική καταστολή. Βρίσκεται τώρα; Ενδεχομένως. Τι βλέπει; Ρωτάω απλώς, δεν ξέρω τις απαντήσεις. Και στο βαθμό που και βρίσκεται σε εγρήγορση και βλέπει ό,τι πρέπει να βλέπει, μήπως κοιτάει μόνον προς την πλευρά της μεγάλης δύναμης και όχι προς τα δικά μας κοντέινερ που περιέχουν μετανάστες;

(Σας παρακαλώ, μην αναφέρετε τα στρατόπεδα συγκέντρωσης: δείξτε στοιχειώδη σεβασμό. Επίσης, μη μου στείλετε σχόλια για το αν το τάδε μπορεί να συγκριθεί με το δείνα και για το ποιος αρκουδιάρης είναι ο πιο κακούλης. Όπως είπε κάποτε κι ο Τσόμσκυ, το Λουξεμβούργο δεν είναι εκ φύσεως φιλειρηνικό. Κοινώς, ό,τι μπορεί κάθε ιμπεριαλισμός να κάνει, το κάνει...)

Θα ξαναφωνάξετε 'Κρεμάλα στους φασίστες';

GatheRate

Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2005

Της μάνας μας (το ελληνικό DNA)

Ακόμα ζαλισμένος με τις ανοησίες, τον εθνικισμό καφενέ και τους υποκριτικούς πομφόλυγες που ακούσαμε χτες στη Βουλή (πρέπει το θέμα να έχει σχολιαστεί εκτενώς, εγώ μόνον αυτό είδα), σας προτείνω να διαβάσετε και τίποτε εποικοδομητικό, λόγου χάρη το μπλογκ μιας βρετανής η οποία, ναι μεν δεν έχει την ατυχία να είναι ελληνίδα, έχει όμως τη δεινότερη ατυχία να ζει στην Ελλάδα χωρίς να είναι ελληνίδα. Καλό συμπλήρωμα αποτελεί κι αυτό το ποστάκι.

GatheRate

Τετάρτη 26 Οκτωβρίου 2005

The darkness of mere being

Συγγνώμη που επανέρχομαι σε κάτι μάλλον γνωστό. Διάβασα το πρωί κατά τις οχτώ και μια καταχώριση του ΥΚ που κατέληξα να τη σκέφτομαι όλη μέρα σήμερα. Ειδικά ένα απόσπασμά της, που παραθέτω πιο κάτω και περιγράφει αυτό που συνοψίζει και ο τίτλος, μου φάνηκε στην αρχή κομψό χαριτολόγημα, μετά ακριβολόγος σάτιρα, κατόπιν πικρό και κοφτερό αναστέναγμα και τώρα πια, προς το τέλος της ημέρας και όσο πλησιάζουν τα μεσάνυχτα, απλώς δυσοίωνο και ζοφερό, έτσι που αποτυπώνει το υπαρξιακό κνέφας (ωραία λέξη, πηχτή, σχεδόν ψηλαφείς το σκοτάδι της).
Επιχειρηματίες που έχουν κλείσει αεροπορικές εταιρίες, εφοπλιστές που έχουν βυθίσει τουλάχιστον δυο καράβια έκαστος, υπουργοί που έχουν περικόψει μισθούς και συντάξεις, κρυπτογκέι λαϊκοί τραγουδιστές που προσπαθούν να ξεπεράσουν τον χωρισμό από την γυναίκα της ζωής τους, φτηνά γύναια της τηλεόρασης, δημοσιογράφοι του lifestyle τύπου, σύζυγοι εκδοτών που προσπαθούν να χτίσουν το δικό τους όνομα με τα λεφτά του άντρα τους σαν εκδίκηση για τις νεότερες γκόμενες που πηδάει εκείνος, σχεδιαστές μόδας που τα ρούχα τους κάνουν τα Zara να μοιάζουν haute couture, κυρίες παλαιάς κοπής και παρελθούσης δόξας, χαριτωμένα gay κατοικίδια από αυτά που αστειεύονται και χαχανίζουν δίπλα σε διασημότητες στις κοσμικές συνάξεις, αναβαθμισμένες βίζιτες που δεν θα έλεγαν όχι για ένα ακόμη βράδυ στο δωμάτιο παρακείμενου ξενοδοχείου με αντάλλαγμα ένα μονόπετρο –ή έστω 200 Ευρώ-, άντρες και γυναίκες που με την αγωνία ζωγραφισμένη στα μάτια, έψαχναν να βρουν ποιον τραβά ο φακός της κάμερας, ή έστρεφαν το κεφάλι βιαστικά, με το χαμόγελο καρφωμένο στο στόμα, για να προλάβουν ένα ακόμη φευγαλέο φλας…

GatheRate

Δευτέρα 24 Οκτωβρίου 2005

Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2005

Οδηγός μπλογκανάγνωσης

Περισσότεροι γράφουνε μπλογκ παρά διαβάζουν. Οπότε, αυτομάτως, αυτή η καταχώριση καθίσταται περιττή, αφήστε την κι άντε να γράψτε στο μπλογκάκι σας.












Μπα, ακόμα εδώ είστε; Περιμένετε τον οδηγό; Καλά λοιπόν.

Κατ' αρχήν, περί ορέξεως, σπανακοτυρόπιτα (ξέρω την αυθεντική ρήση, αλλά δε μ' αρέσει η κολοκυθόπιτα). Άρα, μην τρελαίνεστε όταν τα γούστα του έρμου του ανθρώπου που γράφει το μπλογκ δεν εφάπτονται των δικών σας, πήζοντας τα σχόλιά του στο μπινελίκι. Δεν πειράζει. Άλλο τα γούστα, άλλο οι απόψεις. Εκεί χωράει και μπινελίκι.

Δεύτερον: όπου βλέπετε πολύ σεξ, και μάλιστα ιστορίες σεξ, σηκωθείτε όπως είστε και
α. είτε αγοράστε το λογοτεχνικό ένθετο του Free ('Love Letters' λέγεται),
β. είτε, εάν ντρέπεστε την περιπτερού, ξανακαθήστε και πηγαίνετε στον Ευταξία, όπου μερικές ιστορίες μπορεί και να είναι αληθοφανείς.
Τρίτον και κυριότερον, μακριά από τα μπλογκ που αναπαράγουν την τηλεοπτική πραγματικότητα. Γιατί να διαβάζετε κάτι που θα μπορούσε να σας το πει και η τουβού με μία εικόνα; (Βεβαίως, 1 εικόνα=1000 λέξεις.) Πολλώ δε μάλλον, γιατί να το γράφετε; Ε; Εε;

GatheRate