Παρασκευή, 6 Δεκεμβρίου 2013

Το γραμματόσημο

Εκείνη τη νύχτα τη θυμάμαι ακόμα.

Είχε λίγο κρύο, θυμάμαι. Μπορεί και να ήταν αρχές Δεκέμβρη. Είχα τελειώσει νωρίς από τα ιδιαίτερα και είχα κανονίσει να πάρω την Μπαλαρίνα από τη σχολή της, που στεγαζόταν σε ένα ωραίο εκλεκτικιστικό κτήριο της Πατησίων με σκάλες στριφογυριστές και ξύλο μέσα παντού. Είχα πολλή ώρα μπροστά μου. Σήμερα, χρόνια μετά, θα πήγαινα για κανα ποτό πρώτα. Αλλά τότε δεν είχα λεφτά ούτε για μπύρα (που δε μ' αρέσει, έτσι κι αλλιώς).

Ντύθηκα και βγήκα. Με βασάνιζαν δύο ζητήματα. Το πρώτο, επιτακτικό και θορυβώδες: η επιθυμία. Αναλογιζόμουν αυτά τα κολλητά που φόραγε στο μάθημα, ξέρω πώς τα λένε στα αγγλικά αλλά δεν έμαθα ποτέ να τα ονομάζω στα ελληνικά. Γνώριζα ότι θα έφευγε από το μάθημα χωρίς να κάνει ντουζ πρώτα, κοντά έμενε άλλωστε. Ακριβώς η σύντομη διαδρομή, Πατησίων, Κοδριγκτώνος, άντε και τίποτε στενάκια μετά, εξανέμιζε κάθε σοβαρή δυνατότητα ξεμοναχιάσματος. Στην εικόνα έμπαινε και ένας πατέρας που κράταγε χρόνους, κυρίως γιατί δεν του άρεσα εγώ, και με το δίκιο του: δεν είχα κανένα μέλλον μπροστά μου και ήμουνα και θανατερά σοβαρός. Κι εγώ αν είχα κόρη στα είκοσι θα ψέκαζα έναν τέτοιο γκόμενό της με φλιτ.

Υπήρχε λοιπόν η άγρια επιθυμία, προβάριζα χρόνους και έκανα επισκόπηση της φωταγώγησης εκεί στα στενά, στις καθυστερήσεις, αλλά βεβαίως ο λογαριασμός δεν έβγαινε και η επιθυμία θα παρέμενε ανεκπλήρωτη. Υπήρχε όμως, όπως είπα, και κάτι άλλο: η Μπαλαρίνα βρισκόταν σε τροχιά διαφυγής. Ίσως το ήξερα και προτιμούσα να μην το σκέφτομαι -- το έκανα πολύ αυτό τότε. Ίσως το γνώριζα υποσυνείδητα και δεν άφηνα να αναδυθεί στην επιφάνεια -- ήμουν πολύ της άρνησης τότε. Ίσως να ήτανε μια βαθιά ασυνείδητη διαίσθηση, από αυτές που πρωταγωνιστούν λαμπρά κι εφημέρα στους εφιάλτες μας. Πάντως, εκ των υστέρων, είναι σαφές: τελειώναμε τότε. Φυσικά, εκ των υστέρων όλα σαφή και όλοι σοφοί.

Περπάταγα κατεβαίνοντας αργά την Αλεξάνδρας, αργά για να περάσει η ώρα. Τότε δεν άντεχα να περιμένω τίποτε και κανέναν. Ακόμα σιχαίνομαι να περιμένω, αλλά το κοελικό σύμπαν με κέρασε τόσες αναμονές και με εμβολίασε με τόσο στήσιμο και τόσο περίμενε, που πια έχω εναγκαλιστεί την καρτερία, το σλόγκαν της Εταιρείας του Ιησού: cunctando regitur mundus. Τέλος πάντων, δεν ήθελα να περιμένω ξεροσταλιάζοντας έξω από τη Σχολή -- πολύ περισσότερο μέσα: και ένιωθα κάπως ξεφτίλας και μου είχε ζητήσει κι η Μπαλαρίνα να μην το κάνω. Περπάταγα λοιπόν πολύ αργά.

Στο άγαλμα του Κωνσταντίνου, στο τέλος του Πεδίου του Άρεως, κοίταξα το ρολόι, είχα ένα με καφέ λουρί και τεράστιο καντράν. Απέμεναν άλλα 35 λεπτά μέχρι να τελειώσει το μάθημά της η Μπαλαρίνα. Η διάθεσή μου κάθε άλλο παρά ενατενιστική ή καρτερική ήταν, η επιθυμία γαρ και η λαχτάρα έστω και να τη δω για όσο θα την έβλεπα: ήξερα ότι το περισσότερο που είχα να προσδοκώ εκείνη τη νύχτα ήτανε να γλυστρήσω την παλάμη μου κάτω από αυτό το συνθετικό ύφασμα πάνω στα ακόμα ιδρωμένα λαγόνια της ή ίσως να αδράξω το στήθος της -- λέμε τώρα. Εκεί στα στενάκια, στις καθυστερήσεις. Αλλά ακόμα κι αυτό φάνταζε όνειρο: ακόμα και μέσα στο μονομελές τρελοκομείο του πόθου καταφέρνει κανείς κάποτε να είναι ολιγαρκής.

Κάθησα ψηλά πάνω στο βάθρο του αγάλματος και κοίταζα προς την Πλατεία Αιγύπτου, τα πορτοκαλί ΚΤΕΛ Αττικής, τα φώτα, τον κόσμο που έβγαινε από εκείνη τη μέτρια πιτσαρία που χτίσαμε με χαρτζιλίκια, γιατί νομίζαμε ότι φτιάχνει αυθεντική ιταλική πίτσα. Η ώρα δεν πέρναγε. Αποφάσισα τελικά να πάω να περιμένω στο ισόγειο της Σχολής και να μη με απασχολήσουν οι παραινέσεις της Μπαλαρίνας "μη με δούνε". Λίγο πριν βγω από το πάρκο, με σταματάνε δύο τύποι. Δε φαίνονταν από αυτούς που κάνανε κρούζιν (τότε λέγαμε "ψωνίζονταν") στο πάρκο, με ρώτησαν ελαφρώς σαστισμένοι αν μιλάω αγγλικά. Χάρηκα στην ιδέα ότι θα σκότωνα κανα πεντάλεπτο δίνοντας οδηγίες σε αμερικανάκια πώς να πάνε πίσω στην Πλάκα κτλ.

Αλίμονο: ήτανε προτεστάντες ιεραπόστολοι. Με το πού απαντάω αγγλικά, με αρχίζουνε σε κάτι ερωτήσεις του τύπου "τι ωφελεί τον άνθρωπο αν κερδίσει τον κόσμο όλο" κτλ. Σήμερα θα λέγαμε ότι αποφάσισα να τους τρολάρω, τότε σκέφτηκα ότι να μια καλή ευκαιρία να σπάσω πλάκα ταρακουνώντας χριστιανόπουλα που ήρθαν από το Όρεγκον να μας κάνουνε χριστιανούς. Τους είπα ότι την ερώτηση την έκανε ο Κύριος. Αναθάρρησαν, βγάζουνε μια Βίβλο από κάπου (αυτοί τις Βίβλους τις έχουν όπως ο Έλληνας τα πακέτα τσιγάρα). Μου διάβαζαν κάτι περικοπές από Απόστολο Παύλο και Ευαγγέλια. Εγώ άκουγα. Προσπαθούσα να μη γελάσω. Ταυτόχρονα κατάλαβα ότι είχαν έρθει στο Πεδίον του Άρεως να κάνουνε προσηλυτισμό για να σώσουνε τίποτε ψυχές πούστικες, επίτηδες (λογοπαίγνιο για ψωλές κτλ. δε θα κάνω). Προφανώς θεωρούσαν ότι κι εγώ ήμουν ψυχή πούστικη, ε, δε βοηθούσε και το μπουφάν δερματίνη-Τομ Κρουζ που είχα βάλει γιατί άρεσε στην Μπαλαρίνα.

Ακολούθησε ο εξής διάλογος:

"Αντιλαμβάνεσαι ότι πρέπει να αποδεχτείς τον Ιησού Χριστό ως Σωτήρα σου;"
"Απολύτως, εδώ και χρόνια."
"Είσαι έτοιμος να τον δεχτείς στη ζωή σου;"
"Βαφτισμένος είμαι, άρα ήδη το έχω κάνει." (αμ τζάμπα τα πήγαμε τα κατηχητικά;)

Ο ένας τσαντίστηκε λίγο:
"Καταλαβαίνεις τι σημαίνει να εναγκαλιστείς τον Λόγο του Θεού;"
"Ε ναι, το λένε και τα χωρία που μου διαβάσατε."
Σχεδόν τσίριζε, αν και δεν το καταλάβαινε μάλλον:
"Άρα πρέπει να απαρνηθείς την αμαρτία!"
"Κοιτάξτε, αλλού λέει η Γραφή για τη μετάνοια: αμαρτάνω, μετανοώ, έτσι πάει."
"Η αμαρτία είναι του σατανά!"
"Ναι, και τον αποτάχθηκα όταν με βάφτισαν. Δι' αντιπροσώπου."

Η κουβέντα τράβαγε σε μάκρος, εγώ βαριόμουν πια, η ώρα πλησίαζε, σχεδόν ανάσαινα τον ιδρώτα της Μπαλαρίνας πια (φαντασιακά μιλώντας πάντα). Έκοψα τον ιεραπόστολο στη μέση, του είπα το ελλην(ορθοδοξ)αράδικο ότι εδώ στην Αθήνα κήρυξε ο Απόστολος Παύλος, ότι in this part of the world υπάρχει χριστιανική πίστη (ναι, faith, είπα) επί είκοσι αιώνες και ότι δεν έχουμε ανάγκη ιεραποστόλων από την Αμερική. Καληνύχτισα και στην παραζάλη της προσδοκίας (έρωτα κερατά, που στις προσδοκίες σου καίμε μισάωρα, μέρες, βδομάδες, χρόνια από τη ζωούλα μας), με τροχάδην που άλλες δυο φορές έχω ρίξει για να ανταμώσω γυναίκα, πέρασα την Πατησίων. Έσπρωξα την πόρτα της Σχολής, μπήκα μέσα: καλοριφέρ, σκάλα, ξύλινο πάτωμα, δυο γράμματα πάνω του και τίποτε άλλο.

Από την πάνω μεριά της στριφογυριστής σκάλας ακουγόταν ακόμα το πιάνο, τα παραγγέλματα της δασκάλας μπαλέτου, τα τρακ-τρουκ των πουέντ. Είχα βιαστεί. Με μυρίστηκε σε λίγο από τον επάνω όροφο και ο σκύλαρος της σχολής που είχανε για λόγους ασφαλείας και άρχισε να γαβγίζει -- άκουσα τη γραμματέα να του λέει να σωπάσει. Κάνω μεταβολή να φύγω, να βγω έξω στην Πατησίων πάλι. Όμως βλέπω κάτι στον ένα από τους δύο φακέλους. Σκύβω, τον πιάνω και κοιτάζω το γραμματόσημο. Εκείνη τη στιγμή πίστεψα κι εγώ: ότι κάποιοι αγώνες δικαιώνονται και ότι αξίζει να πολεμάς για την ουτοπία. Ένας άνθρωπος από ένα κελί είχε απελευθερώσει 80 εκατομμύρια άλλους.

Επαναλαμβάνοντας ψιθυριστά για να την ακούω την επιγραφή πάνω στο γραμματόσημο, President Nelson R Mandela, και από κάτω South Africa / Suid-Afrika βγήκα στην Πατησίων. Έκλαιγα με ανεκλάλητη χαρά: είχα ζήσει να δω αυτό το γραμματόσημο, τη σκύλευση ενός καθεστώτος που δε θα έπεφτε ποτέ.

GatheRate

1 σχόλιο:

  1. Ανώνυμε, ευχαριστώ για το κολακευτικό σχόλιό σας, αλλά αποκαλύπτετε ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα μου και δεν μπορώ να το δημοσιεύσω. Είστε και ανώνυμος και δεν μπορώ να σας βρω αλλιώς...

    ΑπάντησηΔιαγραφή