Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2005

Η ποίηση ως υπερβατική συνάρτηση

Έχω γράψει και παλιότερα για το πώς η ποίηση (με την ευρύτερη έννοια) καταφέρνει να υπερβαίνει τις ιδεολογικές καταβολές και αφορμές της, μεταμορφώνοντάς τες. Κάπως έτσι είναι και ο έρωτας, αφού υπερβαίνει τις προϋποθέσεις και καταβολές του, δηλαδή τον πόθο και το φιστίκωμα, μεταμορφώνοντάς τα.

Έτσι είναι και ο Μπολιβάρ του Εγγονόπουλου, "ένα ελληνικό ποίημα". Ξεκινάει με τον ελληνοκεντρισμό και το αντικατοχικό παράπονό του και μας πάει, νομίζω, πολύ μακριά. Είμαι πολύ χαρούμενος που το λινκ που σας δίνω βγάζει σε ολόκληρο το ποίημα, μήνες τώρα το ψάχνω ονλάιν για να σας το προσφέρω.

Το παράδειγμα που θέλω να σας δώσω είναι το εξής.

Πρώτον, πάρτε το κάτωθι εθνόσημο (της Λιβερίας):



Δεύτερον, δώστε το στον Εγγονόπουλο.

Τρίτον, παρατηρήστε τι προκύπτει: από τους πιο δυνατούς στίχους που έχουνε γραφτεί στα ελληνικά:
αντιστροφή
(the love of liberty brought us here)

τ' άροτρα στων φοινικιών τις ρίζες κι' ο ήλιος
που λαμπρός ανατέλλει
σε τρόπαι' ανάμεσα
και πουλιά
και κοντάρια
θ' αναγγείλη ως εκεί που κυλάει το δάκρυ
και το παίρνει ο αέρας στης
θαλάσσης
τα βάθη
τον φριχτότατον όρκο
το φρικτότερο σκότος
το φριχτό παραμύθι :

L i b e r t a d

GatheRate

Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2005

Ένα ποίημα, καλησπέρα

Αναδημοσιεύω, κατόπιν αδείας, το ποιητικό σχόλιο του thas στο προηγούμενο ποστάκι:


Τα καημένα τα ποστάκια

Κρύο βαρύ, χειμώνας όξω,
τρέμουν οι φωτιές στα τζάκια,
τώρα ποιος τα συλλογιέται
τα καημένα τα ποστάκια!

Τα ποστάκια είναι στα δένδρα,
τα ποστάκια είναι στα δάση,
τα ποστάκια θα τα πάρει
ο βοριάς που θα περάσει,

η βροχή και το χαλάζι
κι ο βοριάς που θα περάσει,
και το χιόνι που το παίρνουν
στις αυλές με το φαράσι...

Κι αν η νύχτα είναι μεγάλη,
κι έρχεται γιομάτη τρόμους,
κι αν ο θάνατος απόψε,
φέρνει γύρα μες τους δρόμους,

κι αν η παγωνιά θερίζει
κι είναι δίχως ρουχαλάκια,
δε βαριέσαι, ποιος θυμάται
τα καημένα τα ποστάκια...

Στα παιδάκια είναι τα χάδια,
στα παιδάκια τα φιλάκια,
τώρα ποιος τα συλλογιέται
τα καημένα τα ποστάκια!

Κι όταν γίνει, πάλι, βράδυ
κι όλοι πάνε να πλαγιάσουν,
να χωθούν μες τα κρεβάτια,
μην τυχόν και ξεπαγιάσουν,

τα ποστάκια τα καημένα,
τα ποστάκια, τώρα, πέρα
θα χαθούν χωρίς ελπίδα
να φανούν την άλλη μέρα...

Ναπολέων Λαπαθιώτης

GatheRate

Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2005

Δεν έχει (;) σίδερα η καρδιά σου να με κλείσει

Ασχολούμαι ερασιτεχνικά με το Κυπριακό από 15 χρονών, ενώ εδώ και κάμποσα χρόνια κατέληξα και να πηγαινοέρχομαι στην Κύπρο. Οι εμπειρίες μου από τη Μεγαλόνησο (συνήθως χαρακτηριζόμενη και ως "μαρτυρική" από τους εξ Ελλάδος) θα συμπυκνωθούν κάποτε σε έναν πολυτελή τόμο, τον οποίο όλο και κάποιος θα μου φέρει στο κεφάλι (να ένας κίνδυνος που δε διατρέχουμε μπλογκάροντας).

Όσοι έχουν περάσει από την ελληνική κοινωνία (μέγα σχολείο, η ελληνική κοινωνία, κάτι σαν το ορφανοτροφείο του Όλιβερ Τουίστ), γνωρίζουν τη στάση και τα στερεότυπά της απέναντι στους (Ελληνο)Κύπριους. Όσοι Καλαμαράδες έχουνε ζήσει στην Κύπρο, έχουνε ζήσει την αντιφατική στάση των (Ελληνο)Κυπρίων απέναντι στον Ελλαδίτη / Καλαμαρά / εξ Ελλάδος / Αδελφό / Πουστοκαλαμαρά. Δε θα σταθώ σε αυτά. Να επισημάνω μόνο πως η Κύπρος μαζεύει (δυσανάλογα;) μεγάλο ποσοστό αλιτήριων Ελλαδιτών, καιροσκόπων και υπερφίαλων νεοαποικιοκρατών που βρίζουν, χλευάζουν κι ασχημονούν και λένε μεγάλα λόγια, αφού αισθάνονται άρχοντες και βεζύρηδες στο νησί σε σχέση με την Κυψέλη, την Τριανδρία, την Κοζάνη και το Ληξούρι, απ' όπου κουβαλήθηκαν φοροφυγαδες, φυγόστρατοι, φυγόδικοι -- ή τι στην ευχή. Φυσικά υπάρχουν και καλοί Ελλαδίτες στην Κύπρο (πρέπει να κάνω τέτοιες ρητές επισημάνσεις, μη μου βγει και τ' όνομα πως μισώ τους ομοίους μου...).

Ξέρετε πως οι Έλληνες στην Αίγυπτο (όπως καταγράφει και μαρτυρεί και ο Τσίρκας στην Αριάγνη), στο Κογκό, στη Νότια Αφρική αλλά και στην πατρογονική μου Πόλη έσπευδαν να συντάσσονται με τους αποικιοκράτες. Είμαστε απαρηγόρητοι που δε μας δόθηκαν αποικίες. Κι έτσι συμπεριφερόμαστε προς την Κύπρο, ως μία αποικία, όπου έχουμε στρατό και αεροπορία και μια κυβέρνηση που μας κοιτά στα μάτια σαν κακοποιημένος πιτσιρικάς μουρμουρίζοντας τον δικό μας εθνικό ύμνο, την ιταλιάνικη μάρτσια ενός κόντε. Κι έτσι, πότε τους αναγορεύουμε ακρίτες υπερέλληνες, πότε μιξο-ανατολίτες μπάσταρδους τουρκόσπορους. Πότε τους βαφτίζουμε βρετανόμουτρα διαβρωμένα με τους αγγλισμούς τους, πότε ανατολίτικες σκυλόφατσες με τα τουρκόφωνα (τάχα μου) ch και dzh και mba και ndou, πότε καθαρούς και ιδανικούς Αχαιούς με τις αρχαίες λέξεις και τα διπλά τους σύμφωνα. Πότε συνθέτουμε παιάνες και θρήνους για τη φτώχεια, την καρτερία, την απλότητα και την καθαρή καρδιά και ματιά τους ριγώντας μπροστά στη φρικτή προσφυγιά, πότε τους φτύνουμε σαρκάζοντας για τα λεφτά, τα ρούχα, τα αυτοκίνητα και τα διαμερίσματα. Άλλοτε σιχτιρίζουμε την Ευρώπη που παραγνωρίζει τα δίκια τους, άλλοτε τους κακίζουμε που ήρθαν στην Ελλάδα και μας πήραν τις δουλειές, τις μπίζνες και τα πάλκα.

Βεβαίως οι Έλληνες καλή κουβέντα δεν έχουν για κανένα. Βεβαίως ο ακυρωμένος αποικιακός μας οίστρος δεν αφορά και κανέναν πέραν από εμάς. Βεβαίως διανύουμε μια εποχή κατά την οποία έχουμε άλλα κι άλλα που μας καίνε και επιεικώς χεστήκαμε για την Κύπρο. Όμως, αυτά (και άλλα) που ανθολόγησα παραπάνω, έχουν εσωτερικευθεί από πολύ μεγάλο μέρος των Κυπρίων. Κοινώς, οι Ελλάδα και οι Ελλαδίτες οικειοποιούνται τη φωνή των (Ελληνο)Κυπρίων. Θέλουμε να μιλάμε εκ μέρους τους και αυτοί να ασπάζονται το τι λέμε γι' αυτούς και να το παπαγαλίζουν ευλαβικά.

Μιλάμε εξ ονόματός τους, κοινώς, κι αυτοί ακούνε τι έχουμε να τους πούμε για τη ζωή τους. Μετά το αναπαράγουν άψογα.

Εδώ και δεκαετίες, οι Ελλαδίτες προσπαθούνε να επιβάλλουν στους (Ελληνο)Κύπριους πώς να σκέφτονται, πώς να αισθάνονται, ποιοι να είναι. Ξεκινώντας από την πολιτική ηγεσία, τους διπλωμάτες, τον Σεφέρη, τη διανόηση και κατεβαίνοντας προς τους απλούς Καλαμαράδες (στην Κύπρο αλλά και στην Ελλάδα). Έτσι, όλα τα παραπάνω μεταφράζονται σε, κατά καιρούς αντιφατικές μεταξύ τους, οδηγίες προς τους (Ελληνο)Κύπριους, τις οποίες καλούνται να ενστερνιστούν: "να αισθάνεστε πολύ / λίγο / καθόλου Έλληνες", "να αισθάνεστε πολύ / λίγο / καθόλου Κύπριοι", "είστε ανατολίτες", "είστε Ευρωπαίοι", "να ζήσετε αγκαλίτσα με / να ζήσετε παράλληλα με / να εξοντώσετε τους (Τουρκο)Κύπριους". Και πάει λέγοντας.

Ο δεσποτικός λόγος της Ελλάδας, του εξ ορισμού εθνικού κέντρου των (Ελληνο)Κυπρίων, επελαύνει ανεξέλεγκτος, αναντίλεκτος, αγέρωχος. Ορίζει ποια ντόπια ψελλίσματα είναι προς βρώσιν και ποια ακάθαρτα. Τυποποιεί αναλόγως ιδέες, στάσεις και κινήσεις στο νησί. Απαιτεί την ανεπιφύλακτη υιοθέτησή του από τους ντόπιους. Έρχεται στη νήσο να της τραγουδήσει πώς πρέπει να αντιλαμβάνεται τον εαυτό της. Ο δεσποτικός λόγος της Ελλάδας καθορίζει ακόμα και το πώς πολλά άτομα βλέπουν τον εαυτό τους ως Κυπραίους εδώ στο νησί (το θυμάστε αυτό; υπάρχουν πολλά).

Κι όλα αυτά αναδύονται και μορφοποιούνται μέσα από την απέραντη ασχετοσύνη, άγνοια και άξεστη ιδεοληψία της Ελλάδας περί την Κύπρο, έναν κυκεώνα (τουρλού, καλύτερα) υλικών όπως ψέματα, προπαγάνδα, αποσιωπήσεις. Τουλάχιστον σε αυτό, η συνεργασία μεταξύ (κάποιων) Ελλαδιτών και (κάποιων) (Ελληνο)Κυπρίων ήταν αγαστή και, σχεδόν, ισότιμη.

GatheRate

Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2005

[επιδόρπιο]

"[...]
Τελειώσαµε το φαγητό χωρίς να πούµε κουβέντα, σαν αστοί που παριστάνουν τους ευγενείς – που µε τη σειρά τους παριστάνανε τους καλόγερους. Μού ξαναγέµισε το ποτήρι σιωπηλά ώσπου αδειάσαµε το µπουκάλι. Εγώ δεν έλεγα τίποτα γιατί το κεφάλι µου κολυµπούσε µέσα στους αφρούς και τα τελευταία κυµατάκια της µουσικής που αποτραβιόταν σιγά σιγά

[...]

«Πάω να φέρω το επιδόρπιο.»
Χαµογέλασα χαριτωµένα, ελπίζοντας πως δεν θα φάµε τίποτε µπακλαβάδες ή µαχλέπια µε σιρόπι από νεράτζι και τήλιο. Ευτυχώς ήρθε παγωτό, κι όχι καϊµάκι µε βύσσινο.
«Μη µού πεις πως κι αυτό το έφτιαξες µόνος σου;»
«Όχι, είναι παγωτό maple από το Sainsbury εδώ κοντά.»
«Πολύ ωραίο, µπα, δεν έχω ξαναφάει τέτοιο πράγµα.» Έχει κι ωραίο άρωµα. Τι θα πει ‘mapple’; Ο τελευταίος απόηχος της µουσικής έσβηνε στα αυτιά µου.
[...]"

GatheRate

Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2005

[Μπερδεψομαγειρέματα]

στον Αθήναιο, που μας ανοίγει την όρεξη


“[…]
Κάθησα στο τραπέζι. Είχε ένα εξαιρετικό λινό λευκό τραπεζομάντηλο και το σερβίτσιο το είχε στρώσει, απ’ όσο καταλάβαινα, εννοείται, σύμφωνα με όλα τα έδικτα και τους κανόνες του σαβουάρ βιβρ. Τα ποτήρια είχαν μια διαυγέστατη υποκύανη χροιά. Πώς είναι δυνατόν ένας φοιτητής να έχει κρυστάλλινα ποτήρια κρασιού; Μήπως κι αυτά τα βρήκε εδώ, μαζί με το πιάνο; Μήπως έτσι ζούνε όλοι οι διδακτορικοί φοιτητές κι απλώς εγώ δεν το ξέρω; Ο Μάρτιν έφερε από την κουζίνα μια σαλάτα και ξαναπήγε μέσα – «θέλεις βοηθεια;» «όχι, με τίποτα, κάτσε εκεί που είσαι, δεν θ’ αργήσω.» Πώς γίνεται να τρώω στο σπίτι κάποιου που γνώρισα ούτε σαραντα οκτώ ώρες πριν; Μήπως είμαι μια παρδαλή ξετσίπωτη και δεν το ξέρω; Α, ναι: ήρθα για τον Μπετόβεν.
Από ’κεί που καθόμουνα δεν έβλεπα τον φούρνο, κι έτσι αυτό το πράγμα που μύριζε υπέροχα παρέμενε μυστήριο. Ξανάρθε μέσα με μια μπουκάλα κρασί. Ξαναπήγε στην κουζίνα. Από κάπου, ίσως το διπλανό σπίτι, ακουγόταν μια τηλεόραση, μια φωνή μπουκωμένη μέσα από τη μεσοτοιχία έλεγε «the man from the guesthouse in Dorset» και κάτι γέλια κοινού. Τι κάνω εδώ μέσα περιμένοντας τον ξένο να με ταΐσει σαλάμια, πουρέδες και ζάουερ-κράουτ. Αισθάνθηκα το στομάχι μου να αντιδράει και από εκνευρισμό και στην πείνα. Ο Μάρτιν εμφανίστηκε με κάτι που έμοιαζε με δύο πιάτα γεμάτα κάτι που έμοιαζε με τυροπιτάκια.
«Ορεκτικά. Θα μού πεις αν τα πέτυχα.»
«Τι είναι;”
«Burekia – typical Northern Greek recipe.»
Τον κοίταζα με όλη την κατάπληξη του κόσμου. Γιατί από την Βόρεια Ελλάδα; Πώς μπορεί να ξέρει πως είμαι από κει; Πώς ξέρει να φτιάχνει μπουρεκάκια; Μήπως έχει καμμιά Ελληνίδα γιαγιά γκασταρμπάιτερ; Γιατί μού έφτιαξε ελληνικό φαγητό; – κάτσε να το φάμε πρώτα, να δούμε αν είναι ελληνικό και, κυρίως, αν είναι φαγητό.
«Πού τη βρήκες την συνταγή;»
«Σ’ ένα βιβλίο που λέγεται Greek Cooking. Το είχα αγοράσει όταν είχα πάει διακοπές στην Κρήτη με την οικογένειά μου.» Τοποθέτησε τα πιάτα στο τραπέζι και κάθησε.
Φαντάστηκα κάτι μουστακαλήδες βρακοφόρους με τσουγκράνες και κοσές να υποδέχονται αλεξιπτωτιστές αλλά δεν τού είπα τίποτε.
«Καλά, και πώς ήξερες πως είμαι από την Βόρεια Ελλάδα;»
«Μού το είπε ο Ρολάνδος.»
«Και πού άκουσε ο Ρολάνδος τη φωνή μου;»
«Στο προχθεσινό πάρτυ, καπνίζατε φούντα μαζί στον πάνω όροφο.»
«Α.»
Κοκκίνισα μέχρι το λαρύγγι και δάγκωσα ένα μπουρέκι. Το φύλλο ήτανε τραγανό απ’ έξω αλλά σωστά ψημένο κι όχι στεγνωμένο από μέσα, η γέμιση ήτανε το κάτι άλλο… ναι, φέτα, φέτα είναι, ρε – ούτε μυτζήθρες, ούτε ανθότυρα και κασέρια. Πού να το περίμενα πως θα ξαναφάω φέτα στο Λονδίνο στο σπίτι ενός Γερμανού. Και ωραία φέτα.
«Πώς σού φαίνεται;»
«Just like home. Or even better.»
Τότε άρχισε κι αυτός να τρώει ένα μπουρέκι, το πήρε με το χέρι, καθώς πρέπει. Ενώ το μάσαγε κομψά αλλά όχι χωρίς να το φχαριστιέται πετάχτηκε ξαφνικά επάνω και κατευθύνθηκε προς ένα μικρό στερεοφωνικό στη γωνία της τραπεζαρίας, που δεν το είχα προσέξει. Είχε ξεχάσει τον Μπετόβεν. Απλώς πάτησε το πλέι και επέστρεψε στη θέση του και το πιάτο του. Μια αργή μελωδία τσούλαγε τώρα μέσα από τα ηχεία. Δεν είπε τίποτα, δεν είπα τίποτα και συνεχίσαμε το ορεκτικό μας. Εγώ πάντως προσπαθούσα να τρώω αργά, μην γίνω ρεζίλι, λες και δεν είχα φάει από προχτές. Επίσης πρόσεχα πολύ μην πέσει κανα ψίχουλο στο λαδί το φόρεμα και είμαι γελοία ολόκληρο το υπόλοιπο της βραδιάς. Ακροβατούσα τέλος ανάμεσα στο καίριο βάψιμό μου, τα δόντια μου και τα θρύμματα του φύλλου κρούστας. Πιεζόμουνα λίγο, γενικά.

[...]

«Πάω να φέρω το κύριο πιάτο.»
Έφυγε για την κουζίνα κι εγώ τσίμπησα λίγη από τη σαλάτα κατευθείαν μέσα από το μπωλ, να τσιμπήσει κι αυτός μετά κι έτσι να με φιλήσει έμμεσα. Ντράπηκα με την ηλίθια αυτή ιδέα, ένιωσα κανονικότατα μαλακισμένη. Ήθελα να ξαναδώ αυτή τη θεσπέσια αχλύ. Απέναντι μου η πόρτα του διαδρόμου, απ’ όπου μπήκα, και στα αριστερά το πιάνο. Την αδιάφορη μουσική που ακούγαμε πριν την διαδέχτηκε μια παρόμοια κι εξίσου γλυκερή μελωδία. Οκέι. Τι περιμένω εδώ, εκτός από το φαγητό; Μέλλον ή παρόν; Ταύτιση ή τη γέφυρα που θα συνδέσει τα όσα γεννήθηκαν και αναπτύχθηκαν διαφορετικά; Θυμήθηκα τον χάρτη του Bloom. Το Αμβούργο πρέπει να βρισκόταν κανονικά στη θέση του, στη Γερμανία, στη ρίζα της χερσονήσου της Δανίας αλλά θυμάμαι πως, όταν έψαξα την Κομοτηνή, δεν υπήρχε πουθενά σ’εκείνον τον χάρτη· μόνο μια παραθαλάσσια τοποθεσία με τ’ όνομα Asbenosa δεξιά από τους Φιλίππους, στη χώρα Romania, τον τόπο των Ρωμιών στην άλλη άκρη της Ευρώπης, πίσω από πολλά βουνά, πίσω από τους Τούρκους και τον Δούναβη… Από πού ξεκινήσαμε για να συναντηθούμε τυχαία σε μια βιβλιοθήκη σε μια τρίτη άκρη της Ευρώπης; Άραγε έχουνε συναντηθεί ποτέ οι γραμμές των οποίων είμαστε οι απολήξεις; Θα συναντηθούν τώρα; Για πόσο;

[...]

Ο Μάρτιν μπήκε κρατώντας ένα ταψί που αποδείχτηκε η πηγή της ευωδιάς που είχε διαχυθεί σε ολόκληρο το σπίτι. Το άφησε πάνω σ’ ένα ψάθινο σουπλά κι αφού σέρβιρε και στα δυο πιάτα έκατσε στην θεση του.
«Συγγνώμη που άργησα, ήθελα να είναι στην εντέλεια.»
Αντίκρυσα ένα κρέας με σάλτσα και κάτι πατάτες στο πιάτο μου. Η σάλτσα είχε ελιές και μύριζε αυτό το γνώριμο μυρωδικό, «τι μυρωδικό είναι αυτό;»
«Αρνί με σάλτσα από ελιά και δεντρολίβανο. Με πατάτες, βεβαίως.»
Πήρα σαλάτα με την κουτάλα κι έβαλα στο πιάτο μου. Δοκίμασα μια πατάτα. Τραγανή απ’ έξω και ψωμωμένη από μέσα. Πολύ ωραία. Έφαγα λίγη σαλάτα. Ψωμί, πολύ περίεργο. Ο Μάρτιν με κοιτούσε μάλλον, μάλλον περιμένοντας να δει αν θα δοκιμάσω από το αρνί.
«Τι ψωμί είν’ αυτό;»
«Σικάλεως γερμανικό. Σού αρέσει;»
«Πολύ ωραίο.»
Έφαγα άλλη μια πατάτα. Θεσπέσια. Τώρα πρέπει να αντιμετωπίσω το αρνί και τη σάλτσα του. Μάλλον με ξανακοίταξε. Τελικά σήκωσα το μαχαίρι με το δεξί μου χέρι και έκοψα ένα μικρό κομμάτι εκεί που δεν έφτανε η σάλτσα. Πολύ ωραίο. Καλοψημένο και τρυφερό, πολύ τρυφερό και, ευτυχώς ευτυχώς, δεν μύριζε καθόλου αρνίλα, αυτή την ξινολιγδερή μυρωδιά που στάζει στο χώμα και στα ποδοπατημένα χόρτα και κηλιδώνει σβησμένα κάρβουνα κάθε Πάσχα Ελληνικό. Το είπα στον μάγειρα, πόσο καλοψημένο και λαχταριστό το αρνάκι του είναι από κάθε άποψη εξαίσιο. Αυτός ένευσε και με παρότρυνε να δοκιμάσω κι από τη σάλτσα. Τι να κάνω κι εγώ, έκοψα ακόμα ένα κομματάκι και το βούτηξα στη σάλτσα μάλλον με δισταγμό. Ωχ, ποιος ξέρει τι θα βάλω πάλι στο στόμα μου… κι αν το δεντρολίβανο έχει γεύση απαίσια παρά το άρωμά του, όπως η βανίλια; Κατόπιν θυμήθηκα κι ένα ειδεχθές αρνί με μέντα που είχα φάει μαζί με κάτι συναδέλφους από τη Σχολή σε μια παμπ ‘με πάρα πολύ καλό φαΐ’· ήταν αηδιαστικό, σαν αρνί (το αρνί είναι αρνί) πασαλειμμένο με τσίχλα χωρίς ζάχαρη. Μόνο που μέχρι και ζάχαρη πρέπει να είχε εκείνη η σάλτσα. Δοκίμασα κι εγώ λοιπόν από τη σάλτσα του αρνιού του Μάρτιν.
Δεν ήταν τόσο άσχημη, μύριζε ωραία, έδενε με το αρνάκι και οι ελιές κόβαν την κρεατίλα. Μάλλον εξωτική γεύση μού φάνηκε. Καθόλου άσχημο. Τού το είπα. Τού είπα επίσης πως μού φάνηκε εξωτική συνταγή. Πήρα άλλο ένα κομμάτι προσέχοντας πάντα μη στάξει στο τραπεζομάντηλο.
«Μού κάνει πάρα πολλή εντύπωση που σού φάνηκε εξωτικό το φαγητό. Εγώ διάλεξα να σού το φτιάξω για να σού ξαναφυσήξει λίγη από τη θαλασσινή δροσιά της πατρίδας σου εδώ στο ανταριασμένο Λονδίνο…»
«Όχι, δεν κατάλαβες. Μού αρέσει, με προκαλεί, ας πούμε.» Και δεν είμαι θαλασσινή και ο καιρός στο Λονδίνο τελευταία είναι μια χαρά.
«Κατάλαβα. Πάντως εγώ το έφτιαξα, όπως και τα burekia για να φάμε μεσογειακή κουζίνα σήμερα, πώς να το πω.»
«Τι εννοείς με το ‘μεσογειακή’; Ιταλία, Ισπανία; Μήπως Μέση Ανατολή; Η Μεσόγειος είναι μεγάλη.»
«Εε, νόμιζα πως πιο πολύ φέρνει προς την ελληνική κουζίνα.»
«Μπα, όχι απ’ ό,τι ξέρω. Πολύ βαριά αρώματα… Μάλλον, για να δούμε, βορειοαφρικανική φαίνεται η συνταγή.»
«Δηλαδή μάλλον δε σ’ αρέσει, αυτό θέλεις να μού πεις;»
«Γιατί το λες αυτό, επειδή είπα πως η συνταγή μοιάζει βορειοαφρικανική;»
«Όχι, επειδή σού φαίνεται βαρύ το φαγητό…»
Τσαντίστηκα. «Όχι, μ’ αρέσει, σού είπα. Δεν μού φαίνεται καθόλου βαρύ.» Μάς τα ’πρηξες. Στο μεταξύ σταμάτησε κι η μουσική να βγαίνει από τα ηχεία. Αφοσιώθηκα στο φαγητό μου. Δεν αρχίσαμε καλά. Άντε, να φάω και να πηγαίνω κι εγώ. Μού έκανε νόημα και ύψωσε το ποτήρι σε σιωπηλή πρόποση. Να δούμε από πού είναι κι αυτό, από τα ερείπια της Καρχηδόνας; Από αμπελάκια ανάμεσα στους κέδρους του Λιβάνου; Πήρα μια γουλιά κι ήταν υπέροχο, πάντως. Ένα ωραιότατο κόκκινο κρασί. Πολύ ωραίο.
«Το κρασί από πού είναι;»
Γαλλικό απλώς.
[…]”

GatheRate

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2005

Όταν θα λάβεις αυτό το γράμμα

εν Ιατνάνα, 25 Νοεμβρίου

Αγαπητέ Rakasha,

κουλτουριάρηδες μας ανεβάζουν, γκρινιάρηδες μας κατεβάζουν, δυσνόητους μας πάνε, κύμβαλα αλαλάζοντα μας φέρνουν. Λέω λοιπόν κι εγώ: άντε να διαβάσουμε και τίποτα εύθυμο κι ευτράπελο.

Κι εσύ, ω στωικέ, στείλε κανα μήνυμα. Ή πέρνα για σάντουιτς κι αφέψημα. Μας έχει φάει η δουλειά, σχόλασαν κι οι γάμοι, μας ξέχασε κι ο Κουκουζέλης...

Sraosha (με σήμα το πετεινάρι -- ανησυχητικό αυτό)

GatheRate

Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2005

Εγκλεισμός

Αφού κακώς-κάκιστα δε σχολιάζετε όσα εύστοχα λέει ο Ρακάσας (πουλάκια μου, αλλού κι αλλού είστε λαλίστατοι και ζητάτε το άδειο κεφάλι του Λουδοβίκου ΙΣΤ' επί πίνακι ενώ θα καίγονται γλυκά οι δυτικές συνοικίες πρωτεύουσας και συμπρωτεύουσας, εδώ όμως μούγκα ομοθυμαδόν), θα σας πω κι εγώ κάτι έλασσον, να ζοχαδιαστείτε και να ανάψουνε τα πληκτρολόγια (καλά, σιγά, λέμε τώρα, μη φοβηθείτε κιόλας).

Με αφορμή τα όπλα φωσφόρου και σε σχέση με κάτι που έγραψα κυριακάτικα πριν κανα μήνα, θυμήθηκα τα Φυλακισμένα Μνήματα της Λευκωσίας, τα οποία επισκέφτηκα μια Κυριακή πριν κανα χρόνο.

Τα Μνήματα βρίσκονται μέσα στις κεντρικές φυλακές της πόλης, οπότε περίμενα στην ουρά με συγγενείς κρατουμένων. Μπαίνεις μέσα και σου αναθέτουν ξεναγό έναν δεσμοφύλακα. Βλέπεις τα κελιά που δεν έχουν κάγκελα, παρά ψιλές τρύπες σαν του κόσκινου, για εντονότερη διέγερση του αισθήματος απομόνωσης του έγκλειστου, και μια τρύπα σαν καμένη από τσιγάρο, ακριβώς για να περνούνε μέσα τα τσιγάρα. Βλέπεις τη μιαρή αγχόνη, μέσα σε μια αίθουσα που από αισθητική θυμίζει καμπινέ στρατώνα και από καθαριότητα ήδη νεκροτομείο, και τίποτε από τις ιλουστρασιόν βιτρίνες πίσω από τις οποίες σε εκτελούν μερικές Ηνωμένες Πολιτείες. Βλέπεις τα μνήματα. Μέσα στα μνήματα κάτι ανήλικα, κυρίως.

Μην περιμένετε να σας πω εδώ για την ΕΟΚΑ. Ρωτήστε καναν άλλον. Ούτε να μου πείτε για την ΕΟΚΑ. Σύμφωνοι;

Όταν τα είδα αυτά ένιωσα αποστροφή. Στο μυαλό μου δούλεψε αντανακλαστικά το εύκολο μοντερνιστικό άλλοθι: "Θανατική ποινή. Φρικτά κελιά. Έγκλειστοι νεκροί. Α, η κατάσταση του κόσμου τότε." Κι όμως, υπήρχαν φωνές στη Βρετανία εναντίον αυτού του απροκάλυπτα στυγνού μηχανισμού άτεγκτης καταστολής. Υπήρχε αντίληψη του τι γίνεται και πώς. Ήδη από την εποχή των Νεάντερταλ η τιμή στους νεκρούς θεωρείται δεδομένη, μας λένε. Άρα;

Άρα επρόκειτο για τρομοκράτες που εκρατούντο σε χώρους υψίστης ασφαλείας. Είχανε καταδικαστεί ως τρομοκράτες από πολιτικό δικαστήριο. Καλύτερα από το Γκουαντάναμο, λόγου χάρη. Και αν τους θάβαν εκτός φυλακής, θα δημιουργούσαν τόπους προσκυνήματος και εστίες αναταραχής. Απλά τα πράγματα, πρακτικά.

Άρα ο κόσμος δε βρισκόταν σε εγρήγορση. Δεν έβλεπε την ουσία του πράγματος και το αυγό του φιδιού που κυοφορούσε η αποικιοκρατική καταστολή. Βρίσκεται τώρα; Ενδεχομένως. Τι βλέπει; Ρωτάω απλώς, δεν ξέρω τις απαντήσεις. Και στο βαθμό που και βρίσκεται σε εγρήγορση και βλέπει ό,τι πρέπει να βλέπει, μήπως κοιτάει μόνον προς την πλευρά της μεγάλης δύναμης και όχι προς τα δικά μας κοντέινερ που περιέχουν μετανάστες;

(Σας παρακαλώ, μην αναφέρετε τα στρατόπεδα συγκέντρωσης: δείξτε στοιχειώδη σεβασμό. Επίσης, μη μου στείλετε σχόλια για το αν το τάδε μπορεί να συγκριθεί με το δείνα και για το ποιος αρκουδιάρης είναι ο πιο κακούλης. Όπως είπε κάποτε κι ο Τσόμσκυ, το Λουξεμβούργο δεν είναι εκ φύσεως φιλειρηνικό. Κοινώς, ό,τι μπορεί κάθε ιμπεριαλισμός να κάνει, το κάνει...)

Θα ξαναφωνάξετε 'Κρεμάλα στους φασίστες';

GatheRate

Τρίτη, 1 Νοεμβρίου 2005

Της μάνας μας (το ελληνικό DNA)

Ακόμα ζαλισμένος με τις ανοησίες, τον εθνικισμό καφενέ και τους υποκριτικούς πομφόλυγες που ακούσαμε χτες στη Βουλή (πρέπει το θέμα να έχει σχολιαστεί εκτενώς, εγώ μόνον αυτό είδα), σας προτείνω να διαβάσετε και τίποτε εποικοδομητικό, λόγου χάρη το μπλογκ μιας βρετανής η οποία, ναι μεν δεν έχει την ατυχία να είναι ελληνίδα, έχει όμως τη δεινότερη ατυχία να ζει στην Ελλάδα χωρίς να είναι ελληνίδα. Καλό συμπλήρωμα αποτελεί κι αυτό το ποστάκι.

GatheRate

Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2005

The darkness of mere being

Συγγνώμη που επανέρχομαι σε κάτι μάλλον γνωστό. Διάβασα το πρωί κατά τις οχτώ και μια καταχώριση του ΥΚ που κατέληξα να τη σκέφτομαι όλη μέρα σήμερα. Ειδικά ένα απόσπασμά της, που παραθέτω πιο κάτω και περιγράφει αυτό που συνοψίζει και ο τίτλος, μου φάνηκε στην αρχή κομψό χαριτολόγημα, μετά ακριβολόγος σάτιρα, κατόπιν πικρό και κοφτερό αναστέναγμα και τώρα πια, προς το τέλος της ημέρας και όσο πλησιάζουν τα μεσάνυχτα, απλώς δυσοίωνο και ζοφερό, έτσι που αποτυπώνει το υπαρξιακό κνέφας (ωραία λέξη, πηχτή, σχεδόν ψηλαφείς το σκοτάδι της).
Επιχειρηματίες που έχουν κλείσει αεροπορικές εταιρίες, εφοπλιστές που έχουν βυθίσει τουλάχιστον δυο καράβια έκαστος, υπουργοί που έχουν περικόψει μισθούς και συντάξεις, κρυπτογκέι λαϊκοί τραγουδιστές που προσπαθούν να ξεπεράσουν τον χωρισμό από την γυναίκα της ζωής τους, φτηνά γύναια της τηλεόρασης, δημοσιογράφοι του lifestyle τύπου, σύζυγοι εκδοτών που προσπαθούν να χτίσουν το δικό τους όνομα με τα λεφτά του άντρα τους σαν εκδίκηση για τις νεότερες γκόμενες που πηδάει εκείνος, σχεδιαστές μόδας που τα ρούχα τους κάνουν τα Zara να μοιάζουν haute couture, κυρίες παλαιάς κοπής και παρελθούσης δόξας, χαριτωμένα gay κατοικίδια από αυτά που αστειεύονται και χαχανίζουν δίπλα σε διασημότητες στις κοσμικές συνάξεις, αναβαθμισμένες βίζιτες που δεν θα έλεγαν όχι για ένα ακόμη βράδυ στο δωμάτιο παρακείμενου ξενοδοχείου με αντάλλαγμα ένα μονόπετρο –ή έστω 200 Ευρώ-, άντρες και γυναίκες που με την αγωνία ζωγραφισμένη στα μάτια, έψαχναν να βρουν ποιον τραβά ο φακός της κάμερας, ή έστρεφαν το κεφάλι βιαστικά, με το χαμόγελο καρφωμένο στο στόμα, για να προλάβουν ένα ακόμη φευγαλέο φλας…

GatheRate

Τετάρτη, 12 Οκτωβρίου 2005

Οδηγός μπλογκανάγνωσης

Περισσότεροι γράφουνε μπλογκ παρά διαβάζουν. Οπότε, αυτομάτως, αυτή η καταχώριση καθίσταται περιττή, αφήστε την κι άντε να γράψτε στο μπλογκάκι σας.












Μπα, ακόμα εδώ είστε; Περιμένετε τον οδηγό; Καλά λοιπόν.

Κατ' αρχήν, περί ορέξεως, σπανακοτυρόπιτα (ξέρω την αυθεντική ρήση, αλλά δε μ' αρέσει η κολοκυθόπιτα). Άρα, μην τρελαίνεστε όταν τα γούστα του έρμου του ανθρώπου που γράφει το μπλογκ δεν εφάπτονται των δικών σας, πήζοντας τα σχόλιά του στο μπινελίκι. Δεν πειράζει. Άλλο τα γούστα, άλλο οι απόψεις. Εκεί χωράει και μπινελίκι.

Δεύτερον: όπου βλέπετε πολύ σεξ, και μάλιστα ιστορίες σεξ, σηκωθείτε όπως είστε και
α. είτε αγοράστε το λογοτεχνικό ένθετο του Free ('Love Letters' λέγεται),
β. είτε, εάν ντρέπεστε την περιπτερού, ξανακαθήστε και πηγαίνετε στον Ευταξία, όπου μερικές ιστορίες μπορεί και να είναι αληθοφανείς.
Τρίτον και κυριότερον, μακριά από τα μπλογκ που αναπαράγουν την τηλεοπτική πραγματικότητα. Γιατί να διαβάζετε κάτι που θα μπορούσε να σας το πει και η τουβού με μία εικόνα; (Βεβαίως, 1 εικόνα=1000 λέξεις.) Πολλώ δε μάλλον, γιατί να το γράφετε; Ε; Εε;

GatheRate

Πέμπτη, 6 Οκτωβρίου 2005

Το βοτάνι της ευγλωττίας

Σήμερα συνέβη κάτι αξιοσημείωτο που με προβλημάτισε. Μπήκε στο γραφείο μου στη Λευκωσία ένας άγνωστος κύριος, κάθιδρος και ταραγμένος. Μου είπε πως πουλάει κάτι βιβλία. Αμέσως σκέφτηκα "αμάν, πλασιέ ρε γμτ" και όπλισα τα μπουρλότα (κοτζάμ Σραόσα να μην έχω ένα αξεσουάρ;) αλλά του είπα να καθήσει.

Μου είπε πως ετοιμάζει ένα βιβλίο για τα φαρμακευτικά βότανα της Κύπρου. "Έχω φοβερό πρόβλημα με την ορθογραφία, με τα τελικά 'ν'. Τι να κάνω, σας παρακαλώ βοηθήστε με." Παρότι έζεχνε από ιδρώτα (διόλου δύσκολο με τους 30 βαθμούς που είχε έξω), φαινότανε μάλλον σοβαρός άνθρωπος και ανέδιδε, συν τοις άλλοις, πραγματική αγωνία για αυτό που με ρώταγε. Αφόπλισα τα μπουρλότα. Έβγαλε και μου έδειξε ένα δακτυλόγραφο δεμένο με σπιράλ, καλοστημένο και με ολοσέλιδες καταχωρίσεις για κάθε βότανο και δύο φωτογραφίες (δικές του) ανά βότανο: ολόκληρο φυτό και άνθος / καρπός. Τα βότανα τα είχε κατανεμημένα σύμφωνα με την τοξικότητά τους: από τα χαμηλής τοξικότητας προς τα υψηλής. Ωραία και στρωτή παρουσίαση, όπως είπα.

"Κοιτάξτε, είμαι εντελώς αναρμόδιος να σας βοηθήσω. Γιατί δεν πάτε το βιβλίο σας σε έναν επιμελητή;" Όντως, καμμία σχέση με τη δουλειά που κάνω, παρότι πέρασα κάποτε κι από τη Φιλοσοφική.
"Και πού θα βρω επιμελητή;"
"Ε, σε κάποιον εκδότη."
Και μετά συνειδητοποίησα πως δεν έχει (πραγματικούς) εκδότες στη Μεγαλόνησο. Άρα τι να κάνει ο άνθρωπος. Στο μεταξύ με είχε συγκινήσει η αγωνία του να βγει σωστό το βιβλίο από κάθε άποψη, όταν στην Κύπρο, όπως και στην Ελλάδα, σου βγαίνουνε τα μάτια ανάποδα ξεφυλλίζοντας έντυπα 'πραγματικών' εκδοτών από λάθη στο στήσιμο, κακές μεταφράσεις, τυπογραφικά λάθη και νεγκλιζέ επιμέλειες...

Του είπα να ρίξω μια ματιά, μήπως και μπορούσα να τον καθησυχάσω. Διάβασα το άρθρο για τον αγάπανθο (μέσης τοξικότητας). Μετά άλλα δύο. Άψογα γραμμένο, περιεκτικό, πληροφοριακό.
"Μα πού είναι το πρόβλημα;"
Μου έδειξε σε ένα άλλο άρθρο ένα χωρίο όπου έγραφε "το γάμο"; Με ρώτησε αν το 'ν' χρειάζεται ή όχι. Να μην τα πολυλογώ, του εξήγησα πως όλη αυτή η ιστορία με τα τελικά 'ν' είναι μία κατάσταση φέξε μου και γλίστησα και καλύτερα να μην τον αγχώνουν αυτά και να κοιτάξει να του βάλει σωστά τις φωτογραφίες ο εκτυπάνθρωπος, μη γίνει η μπελλαντόνα μαντζουράνα. Ησύχασε κάπως, μου είπε πως ελλέβορος (το βοτάνι των τρελών) δεν υπάρχει στην Κύπρο, πως στο νησί παίζουν πολύ αφρικανικά βότανα και άλλα πολλά. Συζητήσαμε λίγο ακόμα και έφυγε ήρεμος και ήσυχος.

Θα διακατείχε μία αντίστοιχα έντονη γλωσσική ανασφάλεια έναν Κρητικό, έναν Καρδιτσιώτη, έναν Καβαλιώτη, έναν Κομοτηναίο, έναν Καλαματιανό ερασιτέχνη βοτανολόγο; Μάλλον όχι. Λόγω έλλειψης φιλότιμου; Πιθανότατα όχι. Τότε; Τότε πρέπει κανείς να έχει υπ' όψη του το γλωσσικό κόμπλεξ των ελληνοκύπριων και πώς επιβάλλεται και συντηρείται από τις γλωσσικές πολιτικές του κυπριακού Υπουργείου Παιδείας, σχιζοφρενική η κάθε μία τους. Πολιτικές, λόγου χάρη, που απαγορεύουν δια ροπάλου τη χρήση της διαλέκτου εν ώρα μαθήματος, πολλώ δε μάλλον αποκλείουν τη διδασκαλία και ουσιαστική καλλιέργειά της. Πολιτικές που οδηγούν στον στιγματισμό όσων χρησιμοποιούν τη διάλεκτο δημοσία (εξόν αν είναι παλιάτσοι ή αν κάνουν πλάκα). Πολιτικές ελλαδικής και ντεμοντέ έμπνευσης, με τη διάλεκτο να παίζει τον ρόλο της μαλλιαρής, πολιτικές που ζηλώνουν τη γλωσσική εξαφάνιση και την (εν πολλοίς) διαλεκτική ισοπέδωση που επισυνέβη στην Ελλάδα. Γιατί; Γιατί η διάλεκτος θα "αποκόψει την Κύπρο από το σώμα του ελληνισμού", όπως μου είπε κάποιο μεγάλο καπέλο κάποτε. "Έχετε πάει στα Γιάννενα;" τον ρώτησα. Δεν κατάλαβε.

Η κυπριακή διγλωσσία (δε μιλάω για την εξωτερική πολιτική τους τώρα) δεν είναι πια τόσο μοναδικό και ανεπανάληπτο φαινόμενο, δε διαφέρει π.χ. από της Βαυαρίας, όπου τα βαυαρικά απέχουν από την επίσημη γερμανική σχεδόν όσο η κυπριακή από την κοινή ελληνική. Έχετε υπ' όψη σας να μην καλλιεργείται η βαυαρική διότι θα αποκόψει τάχα το νότιο κρατίδιο από το σώμα του "γερμανισμού"; Δε χρησιμοποιούν οι Βαυαροί γερμανικά στο(ν) δημόσιο βίο και βαυαρικά στον ιδιωτικό; Η ερώτηση δεν είναι ρητορική, περιμένω αντιδράσεις.

GatheRate

Δευτέρα, 3 Οκτωβρίου 2005

Δραματική έκκληση

Αυτή τη στιγμή που σας γράφω, ο γνωστός κι αγαπητός μας διάολας Rakasha βρίσκεται θαμμένος κάτω από καμμιά ντουζίνα τόνους δουλειάς. Γνωρίζουμε όλοι πως, εκτός από κοπιώδες, κάτι τέτοιο μπορεί και να αμβλύνει το διαολικό του κριτήριο, οπότε πάει, το κλείσαμε το ναφάδικό μας.

Όθεν απευθύνω έκκληση και παρότρυνση στους μπλογκιστές που διαβάζουν το παρόν να του εκφράσουνε τη συμπαράσταση και τους αγωνιστικούς χαιρετισμούς τους στα σχόλια.

Save Rakasha!

***

Την επόμενη μέρα:

Αφισοκολλώ το σχετικό πόστερ που μου έστειλε η helion.

GatheRate

Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2005

Αδελφάτα

Κάποτε ανέφερα τον Τρεμπέλα και ο kuk πέταξε τη σκούφια του από χαρά. Του κερνάω λοιπόν το κάτωθι:

Μία από τις δυνάμεις που διαμορφώνουν ήπια μεν αλλά πολλές φορές πολύ αποτελεσματικά την ελληνική κοινή γνώμη, ιδίως στην επαρχία και τις λαϊκές γειτονιές, είναι οι λεγόμενες (παρ)εκκλησιαστικές / θρησκευτικές / χριστιανικές οργανώσεις / αδελφότητες, ιδίως μέσω των θυγατρικών τους (όπως η κραταιά ΓΕΧΑ, τα μόνα αναγραμματισμένα αρχικά της ελληνικής γλώσσας). Βέβαια λίγοι κάθονται να ασχοληθούν: είναι αποδυναμωμένες πια, αβάσταχτα παλαιοδεξιές (και όταν το αρνούνται τα μέλη τους αξίζει κανείς να χαμηλώσει το χαζοκούτι για να ακούσει τα επιχειρήματά τους και να διασκεδάσει), μπανάλ, έχει περάσει από τις νεολαίες τους (Χριστιανικές Μαθητικές Ομάδες, ΧΜΟ, και Χαρούμενοι Αγωνισταί, ΧΑ) όλο, μα όλο, το ανφάν γκατέ άνω των 35-40 που δεν έχει περάσει από την ΚΝΕ -- μερικοί πέρασαν κι από τα δύο μετερίζια, ενώ ο χριστοδουλισμός υποτίθεται ότι τις παραγκώνισε οριστικά. Εγώ λοιπόν θα ασχοληθώ με μια παραμελημένη πτυχή ενός παραμελημένου θέματος: τη λογοτεχνία τους.

Ποια; Τη λογοτεχνία τους. Και δεν καλομοιρίζω, εννοώντας 'literature' (τα εντυπά τους): εννοώ ακριβώς τα μυθοπλαστικά-αφηγηματικά καθώς και έμμετρα έργα που έγραφαν και γράφουν μέλη και φίλοι των άνωθι αδελφοτήτων, ως υγιή υποκατάστατα της θύραθεν πεζογραφίας και ποίησης, της δυσνόητης και μη αφηγηματικής θεολογίας καθώς και, κυρίως, της κοπιώδους κριτικής σκέψης.

Θυμάμαι τώρα σκόρπιους τίτλους πεζογραφημάτων: 'Ο κατάσκοπος του Θεού', 'Τα χρυσάνθεμα της καλοσύνης', 'Όλοι ενίκησαν', 'Προς τους Φοίνικες', όλα με εξώφυλλα ζωγραφισμένα. Θυμάμαι ονόματα: Χλόη Αχαϊκού, Ευστάθιος Μπάστας (τον είδα μια φορά, ένας κυριούλης σαν ξαδερφάκι του Βενιζέλου, μάλλον έχει σχωρεθεί πια). Το σκηνικό: η σύγχρονη εποχή ιδωμένη κάπως λοξά και λίγο σαν ελληνική ταινία του '50-'60, όπου όλοι οι άντρες έχουνε μουστάκια κι όλες οι γυναίκες φοράν εμπριμέ γιαγιάς, οι διωγμοί των χριστιανών (στη Ρώμη), ο Εμφύλιος (συνήθως υπαινικτικά αλλά από τη σκοπιά του Εθνικού Στρατού πάντοτε), ο αγών των Κυπρίων '55-'59. Γυναικεία θεματική σε όσα ήταν γραμμένα από γυναίκες: ευαισθησία, τα πάρτυς (το αντίστοιχο της παρτούζας στα βιβλία μαζικής παραγωγής Λιβάνη: πάει καλά μέχρι να μπλέξουμε ανεπανόρθωτα τα μπούτια μας), πολύ γαλλικό μπούρου-μπούρου που περιστρέφεται γύρω από παλαιορθόδοξη θεματολογία. Αντρική θεματολογία σε όσα ήταν γραμμένα από άντρες: θυσία, αγνότητα (= εθελούσια αγαμία, όχι καθαρή καρδία κττ.), θυσία, αντρεία, ναρκωτικά, αντίσταση (στους πανταχόθεν εισχωρούντες 'υλισμό' και 'πανσεξουαλισμό' -- τον οποίο παρεμπιπτόντως, ακόμα ψάχνω) και (παλιότερα) στα κουμμούνια... Το ύφος; από Τόμας Χάρντυ έως Μπαλζάκ, από ντεκαφεϊνέ Ζολά μέχρι Βίκτωρ Ουγκώ.

Αν υπάρχει κανένας φιλόλογος δω μέσα, ιδού στάδιο λαμπρό: Σολωνος 100, Αθήνα.

GatheRate

Πέμπτη, 15 Σεπτεμβρίου 2005

per vitsiozi

Μίλαγα με τον Κώστα σήμερα το πρωί. Ο Κώστας είναι αριστερός στοχαστής, και δεν κάνω πλάκα (γιατί τη σήμερον ημέρα, ναούμ', οι δύο αυτοί όροι είναι μειδιαματογόνοι, ενώ ο συνδυασμός τους αέριο γέλιου -- άσε που έχει την παρενέργεια να παραπέμπει στον ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ, ή όπως αλλιώς τον λένε τώρα τον artist formerly known as ΚΚΕεσ). Είχα ξυπνήσει στις έξι και, γι' αυτό και κοιτούσα τον κόσμο γύρω μου ήρεμα κι αγελαδινά. Μου έλεγε ο Κώστας για ευρωπαϊκά προγράμματα, για το αγοραίο πολιτικό ύφος, τον Τίτο ("μπλιαξ", είπα) και την αυτοοργάνωση ("όχι μπλιαξ"), το τρισκατάρατο ΠΑΣΟΚ που κατάφερε να καταστήσει συντηρητική την ελληνική κοινωνία. Σημαντικά όλα αυτά, τα λέει και το Ιστολόγιο. Μετά μου λέει καπάκι:

"Άσε, ρε [Sraosha], δεν κοιμήθηκα προχτές."
"Γιατί;"
"Ε, μα με τον Ολυμπιακό..."
"Αμάν, κι εσύ έχεις βίτσιο. Είσαι γαύρος."
"..."
"Καλά, όλοι έχουμε κάποιο βίτσιο. Εγώ να δεις."
"Εσύ τι βίτσιο έχεις;"
"Άσε, θα με απολύσουν άμα σου πω" (ήμασταν στη δουλειά).

Στην πραγματικότητα, το πρόβλημα δεν είναι (μόνο) η γαυροσύνη. Είναι που μορφωμένοι και ευφυείς άνθρωποι ασχολούνται τόσο, μα τόσο, πολύ πια με την μπάλα.

Όσο για τον ανορθόγραφο τίτλο, τον είχα δει ώς ένδειξη-προειδοποίηση στο κάλυμμα κασέτας εξωτικού (που λένε κι οι φίλοι μας οι αμερικάνοι) περιεχομένου και ήταν το μόνο που μου έβγαλε το μάτι. Αλλά από το να σου βγει το όνομα...

GatheRate

Πέμπτη, 18 Αυγούστου 2005

Η σκοτεινή πλευρά του ήλιου

Απ' ό,τι φαίνεται, η υπόθεση της εταιρείας πάει πολύ μακριά. Εδώ πρόκειται μάλλον για υπογραφές μηχανικών που βεβαιώνουν συντηρήσεις που δεν έγιναν ή που έγιναν ελλιπώς (με 'σπιτ φιξ', που λένε και στην Κύπρο), για πιλότους χωρίς βιογραφικά, για τον κύριο Δράκο που μιλούσε για τα ψυχολογικά του προβλήματα στην πρώτη συνέντευξη τύπου που έδωσε (κάμποσες ώρες μετά τη συντριβή) εμπαίζοντας συγγενείς και την κοινή γνώμη και ατιμάζοντας τους νεκρούς. Να τους φτύσουμε και, αμήν Παναγία μου, να σαπίσουνε στα χρέη ή πίσω από τα σίδερα ή και τα δύο.

Δύο πράγματα λίγο πιο πέρα. Έχετε παρατηρήσει πως οι μικρές αεροπορικές εταιρείες (για λόγους μάλλον ευνόητους) είναι επιρρεπείς στα δυστυχήματα; Θυμηθείτε την πρόσφατη πτώση στη Σικελία και πάμπολλες άλλες περιπτώσεις. Δεν πρέπει η μάνα μας η ΕΕ να επιβάλει αυστηρότερους ελέγχους ασφαλείας στις (μικρές) αεροπορικές εταιρείες της Ένωσης; Καλύτερα να στραγγαλιστεί οικονομικά η 'Rabbit Air' και η 'Air Costa Brava', λόγου χάρη, παρά να πηγαίνει ο κόσμος σαν τα κοτόπουλα.

Δεύτερον: όλοι του χώρου (όχι μόνον ο Κωστάκης) φαίνεται πως ήξεραν το ποιόν της εταιρείας και πολλοί μιλούν τώρα με τρόπο που ταράζει και προβληματίζει. Φυσικά, ήτανε δύσκολο να μιλήσει κανείς πριν: λίγο το ότι όλοι οι Κύπριοι είναι κουμπάροι μεταξύ τους και ξαδέρφια, λίγο η εταιρική πειθαρχία (omertà), λίγο ο φόβος να χάσει κανείς τη δουλειά του. Και για να μη φανεί πως κάνω άκαιρη πλάκα εις βάρος των Κυπρίων: σε πολλές μεσογειακές κοινωνίες ο κόσμος θα κράταγε το στόμα του κλειστό -- και εγώ ο ίδιος (που κηρύσσω) θα δίσταζα να βγάλω τα βρωμερά άπλυτα του εργοδότη μου στη / στα φόρα. Όμως, όταν μιλάμε για ζωές ανθρώπων, μήπως ήρθε η ώρα να μάθουμε και εδώ στην Εσωτερική Θάλασσα την τέχνη του whistle-blowing, στον δρόμο που χάραξε ο ισραηλινός ήρωας Βανούνου;

GatheRate

Κυριακή, 14 Αυγούστου 2005

Φαέθων

Πηγαινοέρχομαι χρόνια στην Κύπρο (αυτό μάλλον το έχετε καταλάβει) και είχα πολύ συχνά την ευκαιρία να παρατηρήσω τα μάλλον παλιά και κάπως ζαβλακοκαπνισμένα σκάφη της εταιρείας να λιάζονται στο αεροδρόμιο Λάρνακας. Πάντοτε αναρωτιόμουνα κατά πόσον πρέπει να εμπιστεύεται κανείς μια εταιρεία που δεν έχει να πληρώσει έναν σοβαρό γραφίστα για να της φτιάξει μια αξιοπρεπή λιβρέα (έτσι τη λέμε στο ελλήνικος;), ένα σήμα κι ένα λογότυπο της προκοπής.

Πέρσι, όταν η Aegean πρωτομπήκε στα κυπριακά δρομολόγια, πρώτα αναδεικνύοντας την αισχροκέρδεια του "καρτέλ" Ολυμπιακής-Κυπριακών και κατόπιν ρίχνοντας τις τιμές των ναύλων, είχε codesharing (ελλήνικος;) με την εν λόγω εταιρεία. Είχα ανησυχήσει σοβαρά και έψαξα τότε τον ιστότοπό τους, τον οποίο είχανε να ανανεώσουν από την τελευταία έκλειψη ηλίου. Μπήκα λοιπόν σε φόρα επιβατών και καθ' έξιν χρηστών αεροπορικών εταιρειών. Λίγες και μάλλον δυσοίωνες οι ιστορίες τους υπό τον ήλιο. Μόνον ένας επισήμαινε πως χάρηκε πολύ πετώντας μαζί τους για Αίγυπτο, επειδή πέρασε πάνω από τις Πυραμίδες. Ευτυχώς τελικά μάς βάλανε σε πτήσεις της Aegean και κάποια στιγμή η συνεργασία τους έληξε σιωπηλά.

Ο ταξιδιωτικός μου πράκτορας, ο θρυλικός Κωστάκης, ποτέ δεν κοιτούσε τα δρομολόγιά τους όταν του ζητούσα να μου κλείσει εισιτήρια. Κανα-δυο φορές τον ρώτησα μήπως υπάρχει θέση με τους ηλιολάτρες. Α, κλεισμένοι είναι, κι ύστερα με δέκα-είκοσι ευρώ / λίρες παραπάνω βρίσκετε με τις Κυπριακές...

GatheRate

Τετάρτη, 10 Αυγούστου 2005

Η πόλη το καλοκαίρι

Όλοι σχεδόν όσοι ξέρω έχουν φύγει, η πόλη δεν είναι άδεια αλλά τώρα πια οι μετανάστες της φαίνονται περισσότερο. Μ' αρέσει αυτό, έτσι αναδύεται μια "άλλη πόλη μες στην πόλη", ίσως λίγο πιο χαρούμενη, πιο πηγαία. Ίσως.

Αυτό που πραγματικά θέλω να γράψω μου διαφεύγει. Όλα όσα ξέρω και νομίζω πως αναγνωρίζω γίνονται σιγά σιγά αλλόκοτα και αλλάζουν κάτω από τη μύτη μου. Άλλοτε εξακολουθούν να μου αρέσουν και να με συγκινούν -- να με ταράζουνε σχεδόν -- και έτσι αλλαγμένα που τα ξαναβρίσκω, άλλοτε μου προκαλούν έντονη απέχθεια πλέον, σχεδόν σπασμωδική. Πολλά παύουνε να με αγγίζουν εντελώς, γίνονται αδιάφορα και περνούν.

Ακούω τους ήχους από τον ακάλυπτο. Με ηρεμούν. Με μαγεύουν, με κάνουν να αισθάνομαι σαν παιδί, μαγεμένη ψυχή, που έλεγα παλιά. Μεγάλη επινόηση ο ακάλυπτος, όπως και η ταράτσα, εκεί που πραγματικά αισθάνεσαι τι θα πει πόλη και αστικό τοπίο -- αλλά φαντάζομαι τα έχουνε πει αυτά οι πολεοδόμοι κι οι αρχιτέκτονες. Καλά τα λένε αυτοί, αλλά ποιος κάθεται να τους ακούσει. Σαν κι εμάς, ένα πράμα: ποιος μας ακούει.

Τώρα τελευταία, όλο και πιο τακτικά σκέφτομαι την Ψιλικατζού και όσα μάς γράφει. Με παρηγορεί να ξέρω πως υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι -- ιδίως σε εποχές όπως αυτή που νιώθω να πιάνω δυσανάλογα πολύ χώρο και έτσι καταλήγω να ντρέπομαι πολύ τους ανθρώπους.

GatheRate

Παρασκευή, 29 Ιουλίου 2005

Fartherland

Ωραία: ο κόσμος μας εξελίσσεται σε μια αρένα στη μια γωνία της οποίας θα έχουμε τον εσμό των φανατικών (κατά του καπνίσματος, της παχυσαρκίας, της υγείας, της Δύσης, της Ανατολής, του Ισλάμ, του Χριστιανισμού, των άσπρων, των μαύρων, των ροζ, των κόκκινων, των κίτρινων, των πράσινων, των ξυλοκόπων κ.ο.κ.) και από την άλλη τους φανατικούς διώκτες τους οι οποίοι θα υπερασπίζονται τα δικαιώματά 'μας' καταπατώντας τα.

GatheRate

Κυριακή, 17 Ιουλίου 2005

Οι μιαροί αρχικροκόδειλοι

Όταν αποπειράθηκα, όντας στα πέριξ, να πάω για κανα ποτό μαζί του, να δω τι σόι άνθρωπος έχει τόση παρρησία, τόση εντιμότητα και τόση οξυδέρκεια (σπάνιες αρετές), αυτός διακριτικά το απέφυγε με τον τρόπο των συντοπιτών του: δεν απάντησε καν.

Όμως όσα γράφει, τελικά, μας αφορούν πολύ. Δυστυχώς. Για ένα πρόσφατό δείγμα του γιατί, διαβάστε αυτό, που μιλάει για τους αρχικροκόδειλους.

(Η κολοβή συναυλία των White Stripes ήταν θεσπέσια εμπειρία.)

GatheRate

Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2005

Παραληρονησάκι

Διακοπολάγνοι (διότι διακοποστερημένοι) τριπλοπαρκαδόροι Έλληνες,

Όπου κι αν γυρίσω, όπου κι αν σταθώ, διαβάζω συγκριτικά τεστ νησιών. Το 'να τ' άλλο, παραλίες, παραλίες, παραλίες. Τι συμβαίνει; Τι άλλαξε από πέρσι, πρόπερσι, αντιπρόπερσι; Πώς σιγά-σιγά η Σέριφος, η Σίκινος και η Φολέγανδρος έγιναν εντελώς διαφορετικοί προορισμοί διακοπών; Τι διαφορές να έχουνε μεταξύ τους όλα αυτά τα ανεμόδαρτα ρημαδόβραχα; Ή οι παραλίες τους;

Οκέι, έχω πάει και στη Σχοινούσα: μας κατάκλεψαν, αλλά περάσαμε καλά, είχε πλάκα και καλό φαγητό. Τι να κάνω τώρα; να πάω φέτος στην Αρακλειά και να το ρίξω στον διαλογισμό, μπας και ανακαλύψω καμμιά ειδοποιό διαφορά;

Άλλο: κάποτε διαφήμιζαν την Κίμωλο, αφήσαμε κι εμείς τη Μήλο και μετά από μερικές ώρες πλήρους βαρεμάρας, θερμοπληξίας, δίψας και υπερτιμημένης ταγκιάς τηγανητής πατάτας επιστρέψαμε στη Μήλο.

Μου έλεγε τώρα πρόσφατα ένας φίλος, "α, οι Λειψοί". Οι Λειψοί;;;;; Τι λέτε ρε παιδιά, να πούμε; Μέχρι να πάω στους Λειψούς, στη Γαύδο και στο Αγαθονήσι, έχω πάει στο θεσπέσιο Γκαργκάνο του ιταλικού Ιονίου κι έχω γυρίσει. Για να μην πω για τους Παξούς και την Ιθάκη. Έλεος, πια, είπαμε να πάμε κάπου, να ανακαλύψουμε τίποτε, αλλά να πάρουμε σβάρνα όλες τις Γυάρους και τις Άγριες Γραμβούσες για να καταρτίσουμε σούμα και κατάλογο συγκριτικών τεχνικών χαρακτηριστικών από το σχεδόν τίποτις; Γκετ ε λάιφ, ρε (που λέει ο λόγος).

Πάντως, αν τα παραπάνω σας φαίνονται αλαμπουρνέχικα, αγνοήστε τα και έχετε υπ' όψιν και τα κάτωθι για φέτος:
Κέρο
Λαούσες
Οθωνούς
Αϊ-Στράτη
Ρω
Αιγόνησο
Αντικύθηρα
το ανώνυμο νησί απέναντι από τη Μηλίνα στον Παγασητικόοοοο...

GatheRate

Σάββατο, 2 Ιουλίου 2005

μορφή από χώμα κι ουρανό

Χτες το βράδυ με κουβαλησαν πάλι σε μια μουσική σκηνή, όπου το πρόγραμμα ήταν κατά τα τρία πέμπτα ίδιο με αυτό άλλων μουσικών σκηνών. Με μία διαφορά: τα παιδιά της 'Αυλαίας' ξέρουνε να παίζουν μουσική. Εξ ου και γίνεται το "δώσε κι εμένα μπάρμπα" εκεί μέσα.

Μέσα στα πολλά και διάφορα που (ξαν)ακούσαμε, ξανάκουσα και το 'Ζεϊμπέκικο' του Νιόνιου. Ανέκαθεν πίστευα πως πρόκειται για το καλύτερο ελληνικό τραγούδι στιχουργικά, και με πολύ μεγάλη διαφορά. Αφήστε την ποίηση στην άκρη τώρα, είναι άδικο να τα βάζει ο Ελύτης κι ο Αναγνωστάκης με τον κοσμάκη. Ξεχάστε μυρτιές, αετούς χωρίς φτερά, προσκυνητές, γυρίζει το γρανάζι, βυζάκια έξω, έι βαλλά, διψάω σαν ψάρι στον βυθό, ποια θυσία, τον Μπάμπη τον Φλου, το κόκκινο το κίτρινο το μπλε, μες στη νύχτα φύγαν τα πουλιά, δυο πόρτες, θάλασσα μνήμη, τη γάτα τη Σερενάτα, τον Γκάτσο συλλήβδην και τη δισέγγονη αυτού Λίνα -- ξεχάστε και το ρεμπέτικο ακόμα: ο Νιόνιος, μέσα στην πολύτιμη ώρα όπου έγραψε το 'Ζεϊμπέκικο', μας έδωσε ένα τραγούδι που εξακτινώνει αναγνώσεις επί αναγνώσεων και ανοίγεται σε πολλαπλά νοήματα. Συγκεφαλαιώνει όλη την Νεολληνική Παθολογία χωρίς συνθηματολογία και κορώνες (παραδόξως, θα πει κανείς εάν αναλογιστεί τι μάς έπαθε μετά ο Νιόνιος...), ενώ είναι ερωτικό τραγούδι κι ένας θεσπέσιος ύμνος ταυτόχρονα.

Όταν τα Χριστούγεννα του 2003 ζήτησα να δώσουν €40 για πάρτη μου και να μου πάρουν την ανοικονόμητα εκδεδομένη 'Σούμα' του Σαβ. (με όλους τους στίχους), περίμενα πως ο βησιγότθος που έκανε την επιμέλεια θα φρόντιζε να περιλάβει και τους στίχους της δεύτερης φωνής του τραγουδιού, χωρίς την οποία κολοβώνεται και γίνεται εν μέρει ασυνάρτητο. Αμ δε. Τουλάχιστον την άκουσα τραγουδισμένη χτες βράδυ και ηρέμησα λίγο.

GatheRate

Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2005

Τζούρα (και μέμνασο απιστείν)

Διάβαζα πρόσφατα (αναφέρεται εδώ, επικριτικά) ότι μία στατιστική βρήκε πως το 80% των χρηστών ηρωίνης ξεκίνησαν με κάνναβη. Ελάτε να βασανίσουμε αυτή την απλή πληροφορία.

Κατ' αρχήν, το περιεχόμενό της είναι σαφές: από τους 100 που κάνουν ηρωίνη, οι 80 ξεκίνησαν με χασίς ή μαριχουάνα (η επιλογή εξαρτάται από τον αν είναι στη Βερόνα ή στην Σάντα Κρουζ, συν τοις άλλοις). Και οι άλλοι 20, ενδεχομένως, με τηλεόραση, ή με τα μπριζολάκια του Τέλη.

Άρα, αφορμή απιστίας (δηλ. κριτικής στραβοκατάποσης) πρώτη: γιατί μας το λένε αυτό;

Απάντηση: τα 'κοινωνικά' συμφραζόμενα μιας τέτοιας πληροφορίας είναι πως τα ναρκωτικά (λ.χ. τα Σαντέ ή τα μπυρόνια) είναι σκάλα ή μάλλον τσουλήθρα, το ένα δηλαδή φέρνει τ' άλλο και στο τέλος, αντί για σκάμμα, ο θάνατος. Μέσα σε αυτά τα συμφραζόμενα (που παρέχονται άφθονα και δωρεάν από παντού), προκύπτει όμως η εξής ερμηνεία. Μία πληροφορία όπως

(1) Το 80% τον χρηστών ηρωίνης ξεκίνησαν με κάνναβη.

γίνεται αντιληπτή ως κάτι εντελώς διαφορετικό, και ενδεχομένως αναληθές (αν κρίνω από συμμαθητές, συμφοιτητές και συναδέλφους μου):

(2) Το 80% τον χρηστών κάνναβης καταλήγουνε στην ηρωίνη.

Θα αναρωτηθεί κανείς: καλά, χαζός είναι ο κόσμος; δε βλέπει τη διαφορά μεταξύ (1) και (2); Είναι όμως γνωστό πως τα γύρω-γύρω, τα συμφραζόμενα, πολλές φορές επισκιάζουν, ανασημασιοδοτούν ή και στέλνουν κόρνερ το λογικό, το ρητό και ξεκάθαρο, εάν θέλετε, νόημα μιας πρότασης. Δε χρειάζεται κανείς βαρειά φιλοσοφία, γλωσσολογία ή τον Στανισλάφσκι δασκαλο για να το αντιληφθεί αυτό.

Άρα, αφορμή απιστίας (δηλ. κριτικού λόξυγγα) δεύτερη: η έλλειψη σαφήνειας, η ελλειπτικότητα ή δεν ξέρω τι μήπως γίνονται ανεκτές επίτηδες; Ώστε να δοθούν περισσότερες και καλύτερες εντυπώσεις από αυτές που θα μας έδινε μία πιο 'προσεκτική' διατύπωση;

Τέλος: οκέι, ξέρουμε πως τα ναρκωτικά είναι κακά (ενώ τα ρημαδιασμένα τα τρίγωνα του Χατζή δεν είναι). Πού είναι η σύγκριση; Δηλαδή,

(3) Πόσο τοις εκατό των αλκοολικών, καρκινοπαθών, ατόμων με ψυχικές διαταραχές ξεκίνησε και με τι;

Άρα, αφορμή απιστίας (δηλ. κριτικής οισοφαγίτιδας) τρίτη: είναι η πληροφορία πράγματι μεμονωμένη; Με τι σχετίζεται; Πώς; Ποια είναι, λόγου χάρη, η τσουλήθρα του τσιγάρου, του αλκοόλ ή των ψυχοφαρμάκων (κανένα από τα οποία δεν προτίθεται να θέσει εντελώς εκτός νόμου ο πολιτισμένος κόσμος); Φανταστείτε μία πληροφορία (πλαστή, δεν ξέρω εάν ισχύει) του τύπου:

(4) Το 70% των χρηστών κάνναβης ξεκίνησε με σοκολάτα / πορτοκαλάδα / γκαζόζα Γεράνι (η αγαπημένη μου).

Τι θα έπρεπε "να πράξει η Πολιτεία";

Αυτά τα σκεφτόμουν με αφορμή κάτι απολαυστικά (;;;) σχολικά βιβλία ιστορίας που ξεφύλλιζα χτες: αυτοί οι Άλλοι πάντα όλο μια ροπή προς το έγκλημα και τη μυστική διπλωματία έχουν. Νομίζω όμως πως ο αρχικός μου συλλογισμός για τα ναρκωτικά ξεκινάει από ένα παλιό διαφωτιστικό τεύχος της Βαβέλ.

GatheRate

Παρασκευή, 24 Ιουνίου 2005

Αποτάσσομαι, ωρέ!

Ξεκίνησα να γράφω σε ελληνικό μπλογκ γιατί ζήλεψα την helion, την mor και, κατά κάποιον τρόπο, τον kukuzelis και τον πάλαι τότε dystropoppygus. Κι ούτε τους ξέρω προσωπικά κιόλας, ούτε γράφω σε αθηναϊκό φύλλο ευρείας κυκλοφορίας (λ.χ. το delica). Άρα, δε βλέπω τον λόγο να αρχίσω τώρα να ασχολούμαι με μπουρμπούτσαλα (δίκιο έχει ο τέττιξ).

Παραμένω λοιπόν πιστός στα εξής
Eσωστρέφεια, κυνισμό, αυταρέσκεια, ναρκισσισμό, πλήξη, ψυχαναγκαστική ανάγκη για ακόμη πιο γρήγορη διασημότητα, έλλειψη πρωτοτυπίας, ελάχιστες νέες ιδέες.
('Νέες Ιδέες'. Παλιό σύνθημα της Νέας Δημοκρατίας. Ή του ΠΑΣΟΚ; Όλο τα μπερδεύω αυτά τα δύο.)

Gonna get myself a life now, δηλαδής καμμιά μυτιά κόκα (αυτό εννοείται μάλλον με το 'life').

GatheRate

Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2005

Εις εαυτόν

ή 'Αυτοκριτική'

Τι είναι αυτό που κάνει τον κύριο Sraosha να 'νηστεύει' (και μετά παλινωδώντας να αρταίνεται και πάλι με το παραπάνω);

Τι έκανε τον κύριο Τσαγκαρουσιάνο να αγανακτήσει ελέγχοντάς μας πατρικώς και μετά να αγανακτήσει ξανά πληγωμένος, παρεξηγημένος και πάντα υπεράνω; (κι εμένα να γκρινιάσω και να τσαντιστώ -- ακαίρως κι ατελέσφορα-- 'εις απάντησιν' και καλά;)

Η τρομακτική διαπίστωση του πόσο μεγάλος και πόσο πολυποίκιλος είναι ο κόσμος και οι άνθρωποι. Το ότι υπάρχουν μέσα στον κόσμο, όχι μόνον καθήκια και ασκητές -- ακραίες, σαν να λέμε, και αξιοσημείωτα διαφορετικές περιπτώσεις, δηλαδή, αλλά και απλοί κοινοί θνητοί. Απλοί κοινοί θνητοί εξυπνότεροι και ωραιότεροι και πιο διαβασμένοι και πιο σέξυ και πιο τυχεροί και πιο πλούσιοι και πιο μάγκες και πιο πληγωμένοι και πιο εμπαθείς και πιο μπαγασάκηδες και πιο τίμιοι και πιο αγνοί και πιο περπατημένοι και πιο ενδιαφέροντες, εν τέλει, από εμάς. Επίσης, ότι ο κόσμος περιέχει και πιο ψωνισμένους πιο τούβλα, πιο κομπλεξικούς, πιο μοχθηρούς, πιο νευρωτικούς κτλ. κτλ. κτλ. από εμάς.

Όπως συμβαίνει στο Άλεφ του αξεπέραστου Μπόρχες, το να δεις στον κόσμο -- και 'κόσμος' σημαίνει, τελικά, τους ανθρώπους του -- έστω και εν εσόπτρω και εν αινίγματι, είναι συγκλονιστική και εντέλει τρομακτική εμπειρία, δεν αντέχεται εύκολα, σε ενοχλεί και σε πανικοβάλλει. Λίγοι αντέχουν τη χαοτική και ακατάσχετη θέα της ποικιλότητας και της ετερότητας 'των άλλων', αυτού του αθροίσματος ζωών και προσωπικοτήτων. Όσοι αντέχουν αυτή τη θέα είναι αξιέπαινοι και ίσως θαυμαστοί κιόλας. Ευσήμως και για παράδειγμα αναφέρω εδώ τον πώς-τον-λένε-σήμερα (αλλάζει ονόματα πρωτεϊκώς, ως άλλος Prince, ο άτιμος!), και μπράβο του, κι είναι μάγκας.

Ένα τέτοιο έσοπτρον, ένα τέτοιο Άλεφ, μέσο το λέμε σήμερις, είναι και το μπλογκ. Κι είμαι ευτυχής που υπάρχει. Κι ας βαριέμαι συνήθως ή κι ας μη μ' αρέσουν καμμιά φορά όλα όσα βλέπω μέσα του.

GatheRate

Τετάρτη, 22 Ιουνίου 2005

Ο καινούργιος Μπάτμαν είναι με διαφορά ο καλύτερος κινηματογραφικός Μπάτμαν. Καμμία σχέση με ακατονόμαστες αηδίες ή, ακόμα, με τα δύο μικρομέγαλα μεταμοντέρνα τσίρκα του Tim Burton, αν και στην εποχή τους ήταν ενδιαφέροντα, διασκεδαστικά και πρωτοποριακά. Εδώ έχουμε χαρακτήρες, πλοκή, ρυθμό, καθώς και το πιο ενδιαφέρον και υποβλητικό Γκόθαμ, ένα πάντρεμα Λονδίνου και Νέας Υόρκης -- ανάμεσα σε πολλά άλλα. Ο Michael Caine ως (λίγο τσαμπουκάς) Άλφρεντ με εξέπληξε ευχάριστα.

Επίσης χάρηκα τρελά που τα δικαστήρια του Γκόθαμ είναι (στον δικό μας κόσμο) το Senate House του Πανεπιστημίου του Λονδίνου: ο Νόλαν, όπως κι εγώ, ανήκουμε στη Μασονία των αποφοίτων του UCL...

GatheRate

Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2005

Being Boring

Μου γράφετε πολλά και ωραία πράγματα κατ' ιδίαν και εν κρυπτώ, και σας ευχαριστώ.

Αισθάνομαι βαρύς με αυτά που βλέπω κι αυτά που μου λέτε. Θα σας πω για τρία θέματα, τα οποία ίσως σχετίζονται, ίσως δε σχετίζονται μεταξύ τους:

α.
Βλέπω γύρω μου την επέλαση της ημιμάθειας (εξ ορισμού εξωστρεφής η ημιμάθεια) και τον πολύ πετυχημένο γάμο της με τον κυνισμό. Για την ανάγκη τόσο πολλών να συντρίψουνε τον συνομιλητή τους, ακόμα κι όταν δεν έχουν τα επιχειρήματα, αντί να καθήσουν να κουβεντιάσουνε μαζί του. Για το θράσος, την επιθετικότητα και τη μυαλοπουλοσύνη με την οποία επελαύνει η ημιμάθεια και εκφράζεται η ανάγκη συντριβής του άλλου.

β.
Το ελληνικό σχολείο είναι απόλυτα πετυχημένο στο να μορφώνει εθνικά υποκείμενα. Τίποτε άλλο δεν προσφέρει όμως: ούτε την αμφιβολία, ούτε τη διάκριση, ούτε την κριτική, ούτε καν την κατάρτιση, ούτε καν τη "στείρα γνώση" που έλεγαν οι εκθεσάδες στα χρόνια μας. Τίποτε. Τίποτε. Αμάθεια και άγνοια, ιδέες ανεξέταστες και στερεότυπες, αναπαράγουν αντίγραφά τους σαν ιοί. Χιλιάδες έλληνες καρκινοπαθείς, λέει, στους τσαρλατάνους. Πληγώθηκα, λες και έκανε τη (μάταιη) αποκοτιά δικός μου άνθρωπος. Άσε.

γ.
Η φτώχεια. Φυσικά απευθύνομαι σε λάθος ανθρώπους και είμαι ο λάθος άνθρωπος (τώρα πια) να μιλήσω για τη φτώχεια. Διάβασα (κατόπιν υπόδειξης του J95) πώς περνούν οι νέοι άνθρωποι, οι περισσότεροι, όχι αυτοί που ασχολούνται με το σεξ, το κλάμπιν και τις διακοπές κατ' αποκλειστικότητα. Άκουσα μια γυναίκα να μιλάει για δύο δουλειές και πέντε παιδιά και την αδυναμία της να τα βγάλει πέρα. Διάβασα για συνταξιούχους των 517 €.

Αυτά τα ασυνάρτητα και κοινότοπα είχα να μοιραστώ μαζί σας. Rakasha, μην ξεχνάς τα βγαλμένα μάτια...

GatheRate

Σάββατο, 11 Ιουνίου 2005

"πειρασμός... σαγήνη... κακεντρέχεια..."

Καλή η νηστεία (τι νηστεία, κολοκύθια, τσιμπολογούσα από 'δώ κι από 'κει σχολιάζοντας στα μπλογκ του κοσμάκη -- υποκρίταρος), αλλά πείνασα. Τι σας έχω λοιπόν για σήμερα; Κάτι καλο.

Εντελώς τυχαία βρήκα αυτό το πολύ ενδιαφέρον, τόσο στο περιεχόμενο όσο και στη γραφή, κείμενο. Σας προσκαλώ-προκαλώ (όπως έλεγε σε τζινγκλάκι του πολύ παλιά ο ραδιοφωνικός σταθμός της Εκκλησίας της Ελλάδος, με σήμα το χερουβείμ) να το διαβάσετε και να το σχολιάσετε ελεύθερα κάτωθι. Τουλάχιστον ο συντάκτης του Πολίτη (ο οποίος αντιλαμβάνομαι πως είναι σοβαρή εφημερίδα) είναι εχθρός της ενδογαμίας και δεν έχει κόμπλεξ με τη λεγόμενη 'φυλετική καθαρότητα'.

Υ.Γ. Μα γιατί να μην παραθέσω κι εδώ το κείμενο; Ορίστε:

ΕΝΑΣ ΣΤΟΥΣ ΤΡΕΙΣ ΠΑΝΤΡΕΥΕΤΑΙ ΞΕΝΗ

Οι άντρες προτιμούν τις ξανθές

Το 32% των γαμπρών του 2003 παντρεύτηκαν αλλοδαπές. Οι προτιμήσεις των αντρών αυτών στην εθνικότητα της νύφης, περιορίζονται στις πρώην ανατολικές χώρες. Κακά τα ψέματα, ο πειρασμός είναι μεγάλος. Ποιος δεν θαύμασε την απαράμιλλη ομορφιά των καλλονών του πρώην ανατολικού μπλοκ. Η παρουσία τους στην Κύπρο τα τελευταία χρόνια σαγήνευσε τον αντρικό πληθυσμό, ο οποίος και στατιστικά πια αποδεικνύεται ότι έχει καταγοητευτεί από αυτές. Πώς αλλιώς να εξηγήσουμε την απότομη στροφή στις προτιμήσεις του αντρικού πληθυσμού στην Κύπρο, σε ό,τι αφορά στην επιλογή της συζύγου. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας, μόνο το 2003 ένας στους τρείς γαμπρούς συνήψε γάμο με αλλοδαπή. Συγκεκριμένα, το 32% των αντρών παντρεύτηκε με ξένη. Σε πραγματικούς αριθμούς, το ποσοστό μεταφράζεται σε 1420 γάμους, από τους 4419 γάμους που τελέστηκαν κατά το 2003. Βεβαίως, το μεγαλύτερο ποσοστό επιμένει ... κυπριακά και συγκεκριμένα, το 68% των αντρών που παντρεύτηκαν κατά το 2003, επέλεξαν κατά την παροιμία "παπούτσι απ' τον τόπο τους". Τα στοιχεία επιβεβαιώνουν εν μέρει τις ανησυχίες μιας μερίδας Κυπρίων γυναικών, οι οποίες μάλιστα κατά το παρελθόν είχαν οργανωθεί, ιδρύοντας και Σύνδεσμο ! Βεβαίως, ως υπέρμαχοι των δικαιωμάτων μειονοτήτων και αλλοδαπών ξεκαθαρίζουμε πως ουδεμία προκατάληψη ή και κακεκντρέχεια τρέφουμε προς τις δίμετρες καλλονές. Ας το δούμε άλλωστε και από τη θετική του πλευρά. Σε είκοσι χρόνια από τώρα, το DNA των Κυπρίων θα έχει διαμορφωθεί με ψηλόλιγνα και ξανθά χαρακτηριστικά.

Προτιμούνται οι Ρωσίδες

Οι περισσότεροι άντρες και συγκεκριμένα εφτά στους δέκα που επιλέγουν για σύζυγό τους αλλοδαπή, τελούν πολιτικό γάμο. Τα στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας, για τους πολιτικούς γάμους του 2003, είναι ενδεικτικά και για τις προτιμήσεις των αντρών στην εθνικότητα της νύφης, οι οποίες ως επί το πλείστον εστιάζονται στο πρώην ανατολικό μπλοκ. Συγκεκριμένα, το 2003, 181 άντρες παντρεύτηκαν με πολιτικό γάμο Ρωσίδες, 174 παντρεύτηκαν Ουκρανές, 122 Μολδαβές, 106 Βουλγάρες και 103 Ρουμάνες. Με πολιτικό γάμο ενώνονται και πολλά ζευγάρια από το εξωτερικό, στην Κύπρο. Μάλιστα σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία, τουλάχιστον το 2003, η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτικών γάμων που τελέστηκαν στην Κύπρο, και συγκεκριμένα έξι στους εφτά, ήταν μεταξύ ζευγαριών από τρίτες χώρες. Τη χώρα μας επιλέγουν για να παντρευτούν κυρίως οι Βρετανοί και οι Ισραηλινοί. Οι μισοί σχεδόν πολιτικοί γάμοι κατά το 2003 ήταν μεταξύ Βρετανών.

Παραδοσιακές οι Κύπριες

Την τάση των αντρών δεν φαίνεται να ακολουθούν οι Κύπριες, οι οποίες επιμένουν παραδοσιακά. Αυτή τους όμως η επιμονή έχει και συνέπειες, καθώς, σύμφωνα με τα στατισικά στοιχεία, κατά το 2003, ο αριθμός των γυναικών που παντρεύτηκαν ήταν κατά πολύ μικρότερος, από αυτόν των αντρών (κατά 20%). Συγκεκριμένα, το 2003 παντρεύτηκαν 4419 άντρες, και 3475 γυναίκες, δηλαδή, 944 λιγότερες από τους άντρες. Μόνο το 14% των γυναικών επέλεξαν κατά το 2003 να παντρευτούν με ξένο. Η συντριπτική πλειοψηφία, το 86% παντρεύτηκαν με Κύπριο. Οι Έλληνες αποτελούν την πρώτη επιλογή των Κύπριων γυναικών που παντρεύονται ξένους. Ακολουθούν οι Βρετανοί, οι Λιβάνιοι και οι Αμερικανοί.

ΓΡΑΦΟΥΝ ΜΑΡΙΛΕΝΑ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΚΑΙ ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΘΕΡΑΠΟΝΤΟΣ
Κωδικός άρθρου: 553549
ΠΟΛΙΤΗΣ - 11/06/2005, Σελίδα: 24

GatheRate

Τρίτη, 31 Μαΐου 2005

Νηστεία

Έχω διάφορα να πω, όμως κουράστηκα: τα σχόλια έχουνε γίνει γύρω μας το πανηγύρι της Τάπας, της Εξυπνοασχετίλας και της Κουραδομαγκιάς.

Ούτε πάλι το να τα κόβω τα σχόλια αρμόζει στο μέσο (το μπλογκ) και στο μίνιμουμ αξιοπρέπειας που κουβαλάει κανείς μαζί του σε αυτά τα φόρα, ούτε κι εσείς χρωστάτε τίποτα να γκρινιάζω διαρκώς.

Θα το ρίξω κι εγώ στη νηστεία και θα επανέρθω Δημήτριος.

Προς το παρόν, έχετε τον Rakasha, που είναι και σοβαρός άνθρωπος.

GatheRate

Παρασκευή, 20 Μαΐου 2005

Sine studio et ira

Σχετικά με τις προηγούμενες σκέψεις μου για το Κυπριακό: ο Γιώργος Στρατής έκανε και πάλι το θαύμα του, αναδημοσιευοντας αυτό το συγκλονιστικό κείμενο του Άδωνι Φλωρίδη. Σας παροτρύνω να το διαβάσετε.

Επειδή ο κόσμος είναι μικρός, και η Κύπρος ακόμα μικρότερη, να τονίσω πως ο Φλωρίδης είναι βεβαίως σκηνοθέτης της ταινίας Kalabush, μιας από τις καλύτερες ελληνόφωνες ταινίες των τελευταίων δέκα χρόνων, η οποία θα άξιζε πολύ ευρύτερης προβολής και προώθησης από διάφορα πάρεργα που... τέλος πάντων. Δε συνεχίζω, μόνο να επισημάνω πως η άλλη καλή ελληνική ταινία (πέραν του oeuvre του Γιάνναρη) των τελευταίων δέκα χρόνων είναι επίσης από Κύπριο σκηνοθέτη, τον Γιάννη Οικονομίδη, το αδυσώπητο και κινηματογραφικά έκπαγλο Σπιρτόκουτο.

Τέλος πάντων: διαβάστε το κείμενο, δείτε την ταινία

GatheRate

Δευτέρα, 16 Μαΐου 2005

Cum grano salis

Δεν ξέρω εάν τα διαβάζετε τα ψιλά. Εκεί δηλαδή όπου εναποτίθενται οι χαμένες υποθέσεις και τα μακρινά επίκαιρα. Όταν ήμουνα δεκάξι (ή κάπου εκεί) διάβασα στα ψιλά για έναν Πολωνό μετανάστη, από τους πρώτους τότε, Σταβομίρ Ζιμάνσκυ τον έλεγαν, που είχε κρεμαστεί σε ένα ελληνικό κρατητήριο. Οι λεπτομέρειες, δεν είναι του παρόντος, αλλά με είχανε τόσο συγκλονίσει, που ήθελα να γράψω ένα μυθιστόρημα. Αλλά αυτά είναι για άλλα τσακάλια, όχι για τον κακομοίρη τον Σραόσα. Αφήστε που μετά ακολούθησαν ορδές αντιθέων Αλβανών, μαύροι που βρίσκουνε σε νάρκες μέσα στη σιωπή του Έβρου και μαυριδεροί που πνίγονται και ξεπαγιάζουν έξω από τα νησιά του γαλανού Αιγαίου. Κύλησε νερό στο αυλάκι, δηλαδής (μετά το σουξέ του 'άραγες', λέω να τους γενικεύσω λιγάκι αυτούς τους διαλεκτικούς τύπους).

Μού έμεινε ωστόσο το κουσούρι των ψιλών. Διαβάζω λοιπόν στα ψιλά πως ο βαρύς μηχανισμός που κινεί το ρολόι 'Κυπριακό', στραβωμένος και σκουριασμένος ξαναμπαίνει σιγοτρίζοντας σε κίνηση. Χρίιιιτς, σκρουντς-σκρουντς-σκρουντς, γκζζζζζζνταπ. Επειδή θέλω να σάς κρατάω ενήμερους και ανήμερους, να σας πω δυο-τρία πραγματάκια που δε χωράνε στα ψιλά. Θα σας παρουσιάσω δύο σενάρια, με στοιχεία για το καθένα από πρώτο χέρι, αφήνοντάς σας να σχηματίσετε γνώμη μόνοι σας. (Άλλες πηγές: Δρουσιώτης, Γιώργος Στρατής, και το Cyprus Conflict, για μια πιο συστηματική θεώρηση)

Η ερώτηση που κανείς μα κανείς δεν θέλει να ρωτάει στην νότια / 'ελεύθερη' Κύπρο είναι και η πιο σημαντική: γιατί ψήφισαν οι Ελληνοκύπριοι 'όχι' στο δημοψήφισμα της 24ης Απριλίου 2004; Αν και κανείς δεν θέλει να θέτει αυτή την ερώτηση, ακριβώς επειδή είναι σημαντική, συνήθως ωστόσο απαντάται χωρίς καν να τεθεί ως εξής: "Ναι στη λύση, όχι στο σχέδιο Ανάν." Μια τέτοια θέση αποτελεί είτε, τουλάχιστον, οξυμωρο σχήμα είτε κρύβει κάτι. Οξύμωρο σχήμα, εφόσον το σχέδιο αποτελεί επιτομή των διαπραγματεύσεων από το '74 και μετά, υπό την αιγίδα του ΟΗΕ (του μόνου διαύλου μέσα από τον οποίο οι Ελληνοκύπριοι θεωρούν ότι μπορεί να περάσει η διευθέτηση) αλλά και της ΕΕ (πράγμα που κουκουλώθηκε τεχνηέντως στην Κύπρο). "Κρύβει κάτι", την αντίληψη πολλών (πάρα πολλών) Ελληνοκυπρίων πως λύση συνεπάγεται επιστροφή στην 19η Ιουλίου 1974 (οι Ελληνοκύπριοι στα σπίτια και τις μπίζνες τους και οι Τουρκοκύπριοι στα μαντριά / θύλακες) ή ένα κράτος όπου η κεντρική κυβέρνηση θα είναι αρκετά ισχυρή μόνον εάν ελέγχεται κατά πλειοψηφία από τους Ελληνοκύπριους ώστε να έχουνε τη δυνατότητα να επιβάλλουν πάντοτε τη θέλησή τους.

Γιατί λοιπόν το 'όχι'; Υπάρχουνε βασικά δύο σενάρια:

α. Η ελληνοκυπριακή κοινωνία είναι άρρωστη. Γνωρίζοντας πως μία "λύση" σαν αυτές που σκιαγράφησα πιο πάνω είναι ανέφικτη, προτιμάται η μη λύση και η διαιώνιση του ανώμαλου μεν, ποικιλότατα δε συμφέροντος (λ.χ.: η νόμιμη εκπροσώπηση της νήσου βρίσκεται αποκλειστικά στα χέρια των Ελληνοκυπρίων) και προσοδοφόρου (από πού να αρχίσει κανείς...) status quo. Κάτι τέτοιο έχει διαγραφεί καθαρά από κάποιες δημοσκοπήσεις, δυστυχώς κυρίως ανάμεσα στις νεώτερες ηλικίες. Πέραν των ρητορικών, βασικό επιχείρημα κατά του 'Ναι' στο δημοψήφισμα σε πηγαδάκια και καφενεία ήτανε πως θα κοστίσει λεφτά, θα προκαλέσει κοινωνική αναταραχή, θα οδηγήσει υπαλλήλους και αξιωματικούς στην ανεργία (αναληθής, όμως διαδεδομένη αντίληψη), θα είναι οι τουρίστες ελεύθεροι να πάν "από κει", που είναι και πιο ωραία κ.ο.κ. Αυτή η στάση εκφράστηκε περίφημα στο εξής ελάχιστα δημοσιοποιημένο (πλην όμως καταγεγραμμένο) περιστατικό: όταν αντιπροσωπεία προσφύγων παρακάλεσε τον Πάφου Χρυσόστομο να υποστηρίξει το 'Ναι', ο επίσκοπος τους επιτίμησε που χαλάνε τον κόσμο για μερικά "παλιοχώραφα" (και όχι, λ.χ., 'βωμούς και εστίες'), τάζοντας να τους παραχωρήσει όσα θα έχαναν, εάν επικρατούσε το 'όχι', από τα περιουσιακά της Μητροπόλεώς του -- το οποίο και δεν έπραξε. Εάν αυτά ισχύουν αυτούσια, το κυπριακό δεν θα λυθεί ποτέ, εν όσω οι Ελληνοκύπριοι θα καλούνται να αποφανθούν με δημοψήφισμα.

β. Η ανηλεής προπαγάνδα και η εκτενής (αλλά ανθρώπινης κλίμακας) τρομοκρατία στην οποία οι εθνικιστικές δυνάμεις και οι κυβερνώντες υπέβαλαν τους Ελληνοκυπρίους πανικόβαλαν, αποπροσανατόλισαν και παραπλάνησαν τους ψηφοφόρους. Αυτό διευκολύνθηκε πολύ από την επίτηδες μη διαπραγμάτευση (όσο και εάν φωνασκούν περί του αντιθέτου) εκ μέρους της κυπριακής κυβέρνησης στα τελικά στάδια, καθιστώντας το σχέδιο λιγότερο 'ελκυστικό'. Πριν το δημοψήφισμα προηγήθηκαν στο νησί διάφορα, όπως:
η διαρκής υπογράμμιση του πόσα λεφτά θα κοστίσει η λύση και συγκεκριμένα η ανοικοδόμηση της κλειστής πόλης Αμμοχώστου (εσκεμμένα, διότι οι περί τους 80.000 Αμμοχωστιανοί, που θα επέστρεφαν πρώτοι στις 15 Αυγούστου 2004, θα αποτελούσαν την αιχμή του δόρατος του 'Ναι'),

κυβερνητικές εγκύκλιοι όπου οι δημόσιοι υπάλληλοι καλούνταν να δηλώσουν εάν ενδιαφέρονται να υπαχθούν στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση, όπου και επισημαινόταν (ψευδώς) πως δεν υπήρχαν εγγυήσεις ότι δε θα βρεθούνε στον δρόμο. Φανταστείτε τι σημαίνε αυτό στη χώρα με τον μεγαλύτερο δημόσιο τομέα στην ΕΕ!

η κυκλοφορία φημών πως οι Ελληνοκύπριοι θα έπρεπε να καταργήσουν τις θρησκευτικές αργίες τους...

το ξυλοκόπημα μαθητών των οποίων οι γονείς έγραφαν υπέρ του 'Ναι' στις εφημερίδες,

η συστηματική διαστρέβλωση των προνοιών του σχεδίου για τις περιουσίες,

η μη κυκλοφορία του σχεδίου ευρέως (με το ψευδές πρόσχημα πως ήταν 9000 σελίδες, ενώ είναι γύρω στις 200),

η απροκάλυπτη φίμωση του 'Ναι' και ο αποκλεισμός των υποστηρικτών του 'Ναι' από τα κανάλια: τα δύο κρατικά, το Σίγμα (συμφερόντων ελληνοκυπρίων πολιτικών), του Μέγκα (συμφερόντων Εκκλησίας) και του Αντέννα (τρέχα γύρευε),

ο υστερικός τονισμός του δικαιώματος της Τουρκίας να επέμβει (με 600-τόσους στρατιώτες στην τελική φάση έναντι 900-τόσων Ελλήνων, χωρίς βαρύ οπλισμό, εάν φυσικά οι Ελληνοκύπριοι είχανε σκοπό να ξανασφάξουν),

το δόγμα πως μόνο μία παρελκυστική πολιτική (βλέπε τακτική Ντενκτάς) θα τελεσφορούσε, και μάλιστα στη μετά την ένταξη εποχή. Ο Παπαδόπουλος είχε δηλώσει πως πολλές ευκαιρίες για λύση θα εμφανίζονταν, και πριν τις 17 Δεκεμβρίου 2004. Όταν του το υπενθύμισαν (μετά τις 17 Δεκεμβρίου 2004), αρνήθηκε πως είχε ποτέ δηλώσει κάτι τέτοιο. Εάν αντέχετε, δείτε και το δακρύβρεχτο διάγγελμά του εν προκειμένω και σχηματίστε εσείς γνώμη,

και άλλα πολλά.
Εάν αυτό το σενάριο ισχύει, το κυπριακό δεν θα λυθεί ποτέ, εν όσω οι ίδιες δυνάμεις διαφεντεύουν στην ελληνοκυπριακή πλευρά.

(Αυτή τη φορά δεν θα επιτρέψω σχόλια εδώ, όμως καλοδεχουμενες όποιες σκέψεις σας στο ιμέιλ μου. Ελπίζω πως αυτό το μέτρο θα αποθαρρύνει μερικές λιγότερο σοβαρές αντιδράσεις.)

GatheRate

Σάββατο, 14 Μαΐου 2005

Να σας κάνω μια ερώτηση;

(προσοχή: η παρούσα καταχώριση αποτελεί ανεπίσημη δημοσκόπηση)

1. Εκτός από γραφιάδες (με την ευρεία έννοια), εκπαιδευτικούς (πάσης φύσεως) και αρχιτέκτονες, γράφει κανείς άλλος μπλογκ στα ελληνικά; Είναι κανένας συμπλογκιστής μας λ.χ. έμπορος; δακτυλογράφος; νοικοκυρά; γιατρός; Αυτό τι να σημαίνει, άραγες; Aπαντήσεις στα σχόλια.

2. Εμείς κι εμείς διαβάζουμε όσα γράφουμε, nicht wahr?

Αυτά τα ρωτάω από ανασφάλεια, προτού μ' αρχίσετε στα σοπάκια. Δικό μου είναι το πρόβλημα.

Άντε, τα λέμε (να μην απευθυνθώ στον καθένα σας ονομαστικώς, και ταραχτείτε).

GatheRate

Πέμπτη, 5 Μαΐου 2005

Το παράπονο του βλάχου (;)

Συγγνώμη που επανέρχομαι στο καπάκι (it never rains but it pours), αλλά έχω παράπονα από τη Σώτη Τριανταφύλλου. Κι επειδή είμαι πιστός αναγνώστης της, ελπίζω να μην παρεξηγηθώ: δεν ενυπάρχει εμπάθεια σε όσα θα πω, μόνον απορία και διαφωνία.

Λοιπόν, η Τριανταφύλλου σιχαίνεται την Αθήνα. Εντάξει, κανένα πρόβλημα. Όμως στο Athens Voice προ-ολυμπιακώς μάς αιτιολόγησε την αντιπάθειά της παραλληλίζοντας την πόλη (αδίκως, φρονώ) με την Τεχεράνη, μιλώντας για δημόσια έργα κολλημένα με ούχου (οψόμεθα) και εν γένει τριτοκοσμικά χάλια (όπως το μετρό της Ρώμης και τα παρισινά banlieu / 'λέγε με Κάιρο', λόγου χάρη;).

Μας ξαναμίλησε για την αντιπάθειά της πιο προσωπικά (άρα χωρίς να χωράν εδώ σχόλιά μου) σε μία εξαιρετική συνέντευξη στην ΕΡΤ.

Δυστυχώς (για μένα) επανήλθε σήμερα, πάλι στο Athens Voice (δεν το ανέβασαν ακόμα το κομμάτι στο Δίκτυο), λέγοντας πως η Αθήνα είναι χωριό κι όχι μεγαλούπολη, εν ολίγοις γιατί τη Μεγάλη Εβδομάδα όλοι (μπα;) συμμετέχουν στο οργανωμένο πένθος, ένα πένθος το οποίο και για μένα είναι εξίσου ορεκτικό με το κρύο αρνί τρεις μέρες μετά το Πάσχα... Επίσης, κατά την Τριανταφύλλου, οι γιορτές του Πάσχα θυμίζουν σχολείο-κατασκήνωση-στρατό, όπου όλοι τρώνε και εύχονται πανομοιότυπα, όπως ορίζει η βλαχοσύνη τους.

Διαβάζοντάς αυτό το τελευταίο θυμήθηκα το Λονδίνο: Χριστούγεννα και τα πάντα κλειστά, νεκρά κι ακίνητα. Γιατί; τρέξαν όλοι σούμπιτοι στο μαιευτήριο Bethlehem τρέμοντας με δέος ενώπιον της γέννησης του Θεανθρώπου; Και γιατί και οι ινδουιστές και οι Σιχ και οι μουσουλμάνοι κλειδαμπαρώνουν; Και γιατί κόβονται οι συγκοινωνίες; Και γιατί σχεδόν η ίδια εικόνα επαναλαμβάνεται στο πλέον πλήρως ακατανόητο Boxing Day (26 Δεκεμβρίου); Και γιατί εύχονται "Merry Christmas"; Ποια χαρά, ποιος Χριστός, ποια λειτουργία; Πλάκα κάνουμε; (Χώρια που τα Χριστούγεννα αποτελούνε μείζονα μηχανισμό ψυχοκαταπίεσης του μέσου Εγγλέζου). Για να μη μιλήσω για την κατάσταση που επικρατούσε στο Λονδίνο, όπως και σε ολόκληρη τη νήσο Βρετανία, μέχρι πολύ πρόσφατα με την ιερότατη Κυριακή αργία, όταν οι παμπ δεν άνοιγαν και τα τραίνα (όταν κυκλοφορούσαν) έφευγαν ανά ώρα...

GatheRate

Πασχαλιάτικα

Η Κατ. μάς επικαλέστηκε, οπότε κι εγώ (τουλάχιστον) εμφανίζομαι.

Ήθελα να γράψω κάτι αναστάσιμα, κυρίως για να τη σπάσω σ' αυτούς που νομίζουν πως η Ορθοδοξία είναι η μόνη, γνήσια και "πανυπερτέλεια" (ωραία λέξη, ε; την ανέσυρα από γραπτά του Τρεμπέλα, που για χρόνια -- πριν την εμφάνιση των παπαδιαμαντικών ζησιμομακρυγιάννηδων, των ποπ υπαρξιστών και των άρτι νικοδημικών υπεργεροντάδων -- αποτελούσε την κατ' εξοχήν φωνή της Ορθοδοξίας) εκδοχή της χριστιανικής πίστης. Αλλά μπα, ας αφήσω πασχαλιάτικα τις πολεμικές.

Άσε που από ό,τι βλέπω, οκέι, εντάξει, τις παραγράψαμε τις αθλιότητες του ανώτερου κλήρου, ορατές και αόρατες. Οπότε, τι να ασχολούμαι κι εγώ με αυτά, ε;

Κοιτώντας πίσω από την εθιμοτυπία των ημερών και την ουσία των ημερών ("ινατί με εγκατέλιπες;" -- πότε θα πάψει να με ανατριχιάζει;), μελετούσα το υπόβαθρο της καθημερινότητάς μας. "Και τι κατάλαβες;", θα μού πείτε. Τα εξής, τα οποία θα θέσω συνοπτικά (νυστάζω γαρ) και με παραδείγματα:

α. Στην Ελλάδα δεν υπάρχει σοβαρότητα. Ενδεχομένως γιατί η μνήμη μας είναι κομματάκι μυωπική. Σοβαρός μπορείς να είσαι μόνον άμα θυμάσαι, κυρίως τα ρεζίλια σου. Παράδειγμα: χαιρέτησα κάποτε μία φίλη αισθητικό μπαίνοντας στο μαγαζί της και γκαρίζοντας: "Τι κάνεις; μαδάς καμμιά ταλαίπωρη;" Χοντράδα κι έλλειψη σοβαρότητας. Ελληναριό που πάντοτε στηλίτευα (υποκριτικώς, κατά τα φαινόμενα). Όντως, όμως, εκείνη την ώρα μάδαγε μια ταλαίπωρη. Χαντακώθηκα, το βούλωσα (κατάπια τη γλώσσα μου, πιο συγκεκριμένα), το θυμάμαι και εν τέλει σοβαρεύτηκα. Όπερ εστί μεθερμηνευόμενον...

β. Στην Ελλάδα δεν υπάρχει αιδώς, ντροπή, τσίπα. Μπορεί κάποιος να βγει στην τηλεόραση και να βρίζει τους Εβραίους χυδαία αλλά κανείς δεν θα του αφαιρέσει το μικρόφωνο, να του ρίξει πέντε φάσκελα και να τον στείλει πίσω στον Τάρταρο με τον θείο του τον Αδόλφο. Μπορεί κάποιος να ψεύδεται δημοσία..., αλλά κανείς... Μπορεί... αλλά... Μπορεί... Μπορεί...

γ. Στην Ελλάδα όλες οι γνώμες είναι ισοβαρείς. Η άποψη του ειδικού είναι εξίσου έγκυρη με τη δική μου, άρα αλληλοεξουδετερώνονται εάν τα διανύσματά τους είναι αντίθετα, η θέση του σεισμολόγου αντισταθμίζεται αυτοδικαίως από αυτήν του χ-ψ-ω. Ο Ζάχος Χατζηφωτίου και η Σουζάνα Αντωνακάκη είναι αυθεντίες επί της πλατείας Κολωνακίου εξίσου. Φυσικώ δικαίω. Δεν λέω πως δεν μπορεί ο μη ειδικός να έχει γνώμη, αλίμονο. Ναι, μπορεί ο μη ειδικός όντως να φρονεί πως η ελληνική γλώσσα ήρθε πάνω στον δίσκο της Φαιστού από τον Σείριο, τα Κράβαρα ή το Τσουμποτσάμπο. Αλλά ο γλωσσολόγος και η γνώμη του (και δη όταν θεμελιώνεται στη σχετική έρευνα κι όχι στις ιδιωτικές πεποιθήσεις του για τους εξωγήινους και τον Αγαθάγγελο) θα έπρεπε να έχουνε περισσότερο βάρος στη συνείδηση των πολλών. Αλλά μπάαα...

Αυτά, πείτε μου τι σκέφτεστε.

GatheRate

Παρασκευή, 22 Απριλίου 2005

[Το παιχνίδι με τα στρωσίδια]

Στην helion και στη mor, για τη θεσπέσια αχλύ και την αναψυχή που μας χαρίζουν.

" [...]
Έξω από το παράθυρο µια συννεφιά σαν ξέπλυµα λερωµένο µε άσπρη τέµπερα απλωνόταν και λέρωνε τον λουλακί ουρανό. Δε φαινόταν ούτε ένας ίσκιος έξω από το παράθυρο, µόνον απαλά χρώµατα Vermeer.

Thr

Κατάφερα να σηκωθώ για να βάλω λίγη µουσική, θεόρατη µητέρα στους ουρανούς που κυβερνά / ήλιους και φεγγάρια ηλεκτρικά και ξαναχύθηκα στο κρεβάτι. Άκουγα προσεκτικά, µην έχοντας µε τι άλλο να ασχοληθώ και σιγά-σιγά αναδύονταν µέσα από τη µουσική σούπα τα διάφορα όργανα, σαν καρότα, πατάτες, κρεµµύδια και µανιτάρια ψιλοκοµµένα, η κιθάρα παίζοντας τα δικά της παράλληλα µε το µπουζούκι και κάτι που πρέπει να είναι το πάντοτε άπιαστο µπάσσο. Άπλωσα το χέρι στο γραφείο και πήρα ακόµα ένα µανταρίνι, τα καλά των µικρών δωµατίων. Ωραίο είναι αυτό. Αποκαρωµένη στη γλυκειά νωθρότητα µόνο που δεν αποκοιµήθηκα πάνω στο ωραίο στρωσίδι µου, που το αισθανόµουνα δροσερό εκεί που άγγιζε το δέρµα µου και, όταν ζεσταινόταν, απλώς µετακινούσα λίγο το χέρι ή το πόδι ή τη µέση µου για να απλωθώ προς δροσερές ακόµα επιφάνειές του. Αυτό το παιχνίδι µε τα δροσερά στρωσίδια το παίζω από µικρή, όταν µε άφηναν µόνη µου στα σκιερά δωµάτια τα καλοκαιρινά µεσηµέρια ελπίζοντας πως θα κοιµηθώ για να ησυχάσουνε κι αυτοί. Θυµάµαι το ντιβάνι στο καµαράκι και το πράσινο κάλυµµά του µε σιέλ λαχούρια. Εγώ ξάπλωνα εκεί, βαριεστηµένη περιεργαζόµουνα µε πολλή προσοχή τα λαχούρια ελπίζοντας πως έτσι θα περάσει η ώρα και θα σηκωθούνε οι µεγάλοι για καφέ ή ότι στο µεταξύ θα µε πάρει ο ύπνος. Άπλωνα ταυτόχρονα προσεκτικά τα χέρια και τα πόδια µου ώστε το δέρµα µου να αγγίζει µέρη του στρωσιδιού ανέγγιχτα κι άρα δροσερά µέσα στο πνιγηρό καλοκαίρι. [...]"

φωτογραφία: Γ. Παπακώστας

GatheRate

Δευτέρα, 18 Απριλίου 2005

Αιρετοί άρχοντες

Αντιγράφω (από μνήμης) την προσφώνηση του Νομάρχου Θεσσαλονίκης προς μέλη διεθνούς συνεδρίου τα οποία δεξιώθηκε στους ωραιότατους κήπους της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης την περασμένη βδομάδα:
I am obliged to welcome you to Thessaloniki. I hope you are enjoying the Pontian [sic] hospitality.
[Παύση 5'']
If you don't know what 'Pontian' means, look at your history books. Thessaloniki is the most romantic city in the world. If you go down to Tsimiski Street, you will see the most beautiful women. Thank you very much and good work with your conference. [Exit]
Όλοι κοιτούσαν αποπληκτικά, μερικοί προσπαθούσαν όμως να χαζογελάσουνε ταυτόχρονα. Πάντως, για να μη φανώ τελείως διανοούμενο σκουλήκι, ε, ναι: οι Σαλονικιές έχουν ωραία πόδια και ωραιότερο αέρα. Τώρα, όσον αφορά την ορολογία (βλέπε και το τελευταίο ρακασικό σχόλιο αυτής της καταχώρισης), ας μην είμαστε και πλεονέκτες, να 'μαστε και λογικοί...

GatheRate

Κυριακή, 10 Απριλίου 2005

Θέλω να δω τον Πάπα

Αν και δεν είμαι φαν του (και ποιανού είμαι, τέλος πάντων), συνιστώ το κάτωθι άρθρο του Πρετεντέρη από το σημερινό Βήμα (συνυπάρχει με μια μίνι συνέντευξη του Ψωμιάδη στο περιοδικό τους, αλλά μην αρχίσω πάλι την γκρίνια): σαφής, ισορροπημένη και κριτική δημοσιογραφία, με προεκτάσεις κιόλας.

GatheRate

Τρίτη, 5 Απριλίου 2005

Ατελής έπαινος Δημήτρη Παπαϊωάννου

Πέρασε ο καιρός, ασχολούμαστε με όλα όσα ασχολούμαστε (και τα οποία πια δεν θέλω να ξαναπαριθμήσω, ας είναι καλά η τηλεόραση και όσοι μπλογκιστές την αναπαράγουν άνοστα και πειθήνια). Ξαναμίκρυναν όλα, ξαναευτελίστηκαν, μέχρι κι εγώ επαναλαμβάνομαι. Οι συμπαθείς (;) φιγούρες του θεάτρου σκιών (το οποίο κάποιοι επιμένουνε να αναγορεύουν σε εθνικό αρχέτυπο και τοτέμ) πιάνουν όλον τον χώρο που τους δίνεται, όπως τα αέρια.

Απόψε έτρωγα ψαράκι βλέποντας τα 'Αρίων'. Κακώς, μου έχει τώρα στραβοκάτσει. Βλέποντας κάτι παιδιά να αναδύονται από λεκάνες (με περμαγγανάτο; ποιος ξέρει) θυμήθηκα τον Δημήτρη Παπαϊωάννου, του οποίου το έργο αυτά τα καμωματάκια μάταια απηχούν.

Ελάχιστα έχουμε κατανοήσει το μεγαλείο και ακόμα λιγότερο αισθανθήκαμε την ομορφιά της Τελετής Έναρξης, ή το λοξό χαμόγελο (που λέει κι ο Μπακιρτζής) της Τελετής Λήξης (και τη γενναία, αν και επίσης λοξή, ανάδυση των Ρομά / Τσιγγάνων στη δημόσια συνείδησή μας εξ αιτίας της). Ακόμα λιγότερο μας άγγιξαν. Εγώ πρώτος (από τους πρώτους, τέλος πάντων) είμαι αυτός που αποστρέφεται το μύθευμα της συνέχειας του Ελληνισμού, και δη ως αλυσίδας αδιάσπαστης και όχι ως διαρκούς επανεφεύρεσης. Αλλά μακάρι όσοι το πρεσβεύουν κιόλας αυτό το μύθευμα να μπορούσανε να πλάσουν κάτι από τη ζώσα και μαγευτική ομορφιά που είδανε τα μάτια μας τη 13η Αυγούστου 2004.

Όσες φορές κι αν ξαναδώ την Τελετή Έναρξης, δεν μπορώ να μη μαγευτώ, να μην ταραχτώ, να μην παραλύσει το σαγόνι μου με δέος. Ήταν ένα γεγονός αρθρωμένο από προσωπικές επιλογές, καλλιτεχνικό γεγονός δηλαδή, σε καμμία περίπτωση γενικό κι αόριστο σόου φιεστικών προδιαγραφών: εξ ου και οι ρεμπέτες, ο Έρωτας, οι τυμπανιστές, η έγκυος, το DNA κι άλλα πολλά... Κι ας χλεύαζαν κάποιοι τσιμεντοκέφαλοι πως μας πλάνταξε στα τσαρουχικά γούστα του και τους γκέι εκλεπτυσμούς. Κι ας μην τα πιάσαμε όλοι όλα. Κι ας μην ανέβηκε το ικρίωμα της Μπιορκ.

(Δεν υπάρχει τρόπος να πω με λόγια τι έγινε εκείνη τη βραδιά: Ναι, τζάμπα έκατσα να γράψω απόψε.)

Όπως κατάλαβαν πολλοί, το περιεχόμενο της τελετής ήταν σύνθετο και βαθύ (πόσες φορές έχει συμβεί αυτό σε παρόμοια συμφραζόμενα;). Έστω και αν αυτό το περιεχόμενο ενίοτε με αφήνει αδιάφορο (Κάλλας) ή με βρίσκει εχθρικό (ιστορική συνέχεια). Το ίδιο αδιάφορο ή και εχθρικό βρίσκει κάποιους η ιερά ιστορία του Μπαχ ή οι ποταμοί κόκας των ροκάδων. Το ίδιο αδιάφορο ή και εχθρικό με βρίσκει εμένα το περιεχόμενο του παρακάτω, αντίστοιχης δύναμης και ομορφιάς, αποσπάσματος από τον Κρητικό του Σολωμού. Δεν μπορώ όμως παρά να ταραχτώ και να δακρύσω όποτε το διαβάσω, όπως όταν τύχει να δω λίγη από την Τελετή Έναρξης:


[...]
κι έβλεπα τ' άστρο τ' ουρανού μεσουρανίς να λάμπει
και του γελούσαν τα βουνά, τα πέλαγα κι οι κάμποι
κι ετάραζε τα σπλάχνα μου ελευθεριάς ελπίδα
κι εφώναζα "ω θεϊκιά κι όλη αίματα Πατρίδα"
κι άπλωνα κλαίοντας κατ' αυτή τα χέρια με καμάρι
καλή 'ν' η μαύρη πέτρα της και το ξερό χορτάρι.

Είναι ο Παπαϊωάννου ένας Σολωμός του ελληνικού χορού; Γενάρχης αλλά και τελειωτής ταυτόχρονα; Σίγουρα πάντως δύσκολα θα δημιουργηθεί σχολή άξιά του, όπως και στην περίπτωση του κόντε.

Ευχαριστούμε.

GatheRate

Σάββατο, 2 Απριλίου 2005

Παθητική Σονάτα

Δεν μπορώ να μην αναδημοσιεύσω αυτό:



(Από το Περιγλώσσιο, φυσικά.)

Κοιτάξτε με πόση λιτότητα (με περισσή λιτότητα, θα έλεγα) συγκεφαλαιώνει τον καημό της Ρωμιοσύνης, τα βαθιά και ακατάλυτα συμπλέγματά της, την ανάγκη της να σπρώξει λίγο παραπέρα το οικουμενικό μήνυμά της, τη σχεδόν ορθόδοξη εμμονή της στην ιστορική αλήθεια: όθεν, ae στο 'Graecus' -- φυσικά.

GatheRate

Δευτέρα, 28 Μαρτίου 2005

Τόσο χάλια, πια;

ή "Προ πάντων ψυχραιμία."

Γράφω εξ αφορμής πρόσφατων αγανακτισμένων σημειωμάτων του κρεϊζιμόνκυ (που απηχεί και παραθέτει Δήμου) καθώς και της Σοφίας Nervosa. Παραπονιούνται πως ζούμε στον Μεσαίωνα στην Ελλάδα, πως η Αναγέννηση και ο Διαφωτισμός αργούνε, πως μας κυβερνούν οι παπάδες (οι δεσποτάδες, μάλλον, μακάρι να μας κυβερνούσαν οι παπάδες -- που λέει ο λόγος). Κατ' επέκταση: η Ελλάδα είναι βαθύτατα συντηρητική (έως και οπισθοδρομική) κοινωνία, με ρατσιστικά αντανακλαστικά.

Δεν είμαι ιστορικός (ο Rakasha τα παίζει αυτά στα δάχτυλα: όταν μιλήσει ούτος εκείνος, όλα θα ξεκαθαρίσουνε), όμως έχω κάποιες παρατηρήσεις (ένα σχόλιο που έκανα στο πάντα ενδιαφέρον Don't Kiss the Frog σε διευρυμένη μορφή):

1. Μεσαίωνας: ο Μεσαίωνας ήτανε μια χαρά εποχή, από πολλές απόψεις. Ωστόσο, για να μην παριστάνω τον εξωγήινο, μπαίνω στην ουσία. Κατ' αρχήν, να επισημάνω πως χώρες όπως η Ισπανία και η Πορτογαλία, αλλά και κομμάτια της Ιταλίας, της Μεσευρώπης και αλλού, μοιάζουνε σαν να πέρασαν από τον Μεσαίωνα στο μπαρόκ κατευθείαν. Τις καθιστά αυτό πιο πεφωτισμένες από την Ελλάδα; Πρέπει να αφήσουμε τα γενικευτικά σχήματα και να κοιτάξουμε και την πρόσφατη ιστορία: η Φινλανδία γνώρισε Αναγέννηση και Διαφωτισμό; Μάλλον όχι με τη μορφή που τον γνώρισε η Γαλλία. Είναι η Φινλανδία οπισθοδρομική; Ε, όχι.

2. Παπάδες: η ύπαρξη επίσημης θρησκείας δεν είναι αφ' εαυτής σημάδι σκοταδισμού και γνόφου αγνοίας (αν και εμένα δε μ' αρέσει, άσχετο): Δανία, Ισλανδία και Νορβηγία έχουν επίσημη θρησκεία τον Ευαγγελικό Λουθηρανισμό. Μάλιστα, όσοι Δανοί πολίτες δηλώνουν Λουθηρανοί, πληρώνουν έξτρα ειδικό φόρο προς συντήρηση της Ευαγγελικής Εκκλησίας (ωστόσο, ελάχιστοι δηλώνουν άθεοι ή "άλλο", ακόμη και εάν όντως άθεοι ή "άλλο", για το φιλότιμο!). Η Ισπανία, η Ιρλανδία, η Πορτογαλία, η Ιταλία και το κρατίδιο της Βαυαρίας δεν έχουν επίσημη θρησκεία: εκεί ωστόσο η επιρροή της επίσημης Εκκλησίας στην πολιτική και κοινωνική ζωή είναι ισχυρότατη και, εν πολλοίς, αποπνικτική. Ανεκδοτολογικότερα: δεν έχω συναντήσει πολλές ελληνίδες ευνουχισμένες από μονογαμικά κηρύγματα θρησκευτικού χαρακτήρα, ισπανίδες και ιταλίδες πάμπολλες. Τέλος, κανείς δεσπότης δεν τόλμησε (κι ούτε πια πρόκειται να το τολμήσει, ευτυχώς!) να παροτρύνει ανοιχτά το ποίμνιο να ψηφίσει τον τάδε ή τον δείνα εάν θέλει να πράξει το "χριστιανικό καθήκον" του, όπως είθισται στην Ισπανία, στην Ιρλανδία και την Ιταλία ή και (πρόσφατα) στη Βρετανία.

3. Συντηρητισμός-ξενοφοβία: από πού να αρχίσει κανείς. Από όσα είπα παραπάνω για τις ιταλίδες και τις ισπανίδες; Από τους Αυστριακούς, βαθύτατα συντηρητικούς και ξενόφοβους; Από τους Ισλανδούς και τους Δανούς, σχεδόν εξίσου συντηρητικούς και ξενόφοβους, αν και πιο διακριτικούς; Από τους Τσιγγανοφάγους Τσέχους, Σλοβάκους και άλλους; (εκεί πάντως έφτασαν όλα τα σωστά προϊόντα: Αναγέννηση, Τριακονταετής Πόλεμος, μπαρόκ, Διαφωτισμός, κομμουνισμός...). Να αρχίσω λοιπόν από τους Ελβετούς, που με πρόσφατο δημοψήφισμα αρνήθηκαν ακόμα μια φορά την ελβετική υπηκοότητα σε παιδιά μεταναστών.

Τι φταίει στην Ελλάδα; Γιατί η Ελλάδα είναι όντως χάλια. Νομίζω πως φταίει (πέρα από τη ζοφερά αιμοδιψή μας ιστορία κατά τον 20ο αιώνα) η έλλειψη counter culture (ελληνιστί;). Κάποτε αυτόν τον ρόλο τον έπαιζε η αριστερά. Η αριστερά όμως πια έχει παραδοθεί αμαχητί στον αντιευρωπαϊσμό-πατριωτισμό, στο αξιακό-ιδεολογικό σύστημα Ζουράρι-Γιανναρά-Μίκη καθώς και κάτι λάβρους αντισιωνιστές. Εδώ δεν επεκτείνομαι: βλέπε το Ιστολόγιο, το Περιγλώσσιο, τον anti-Frog, ένα δικό μου πρόσφατο -- και άλλους πολλούς.

Και τώρα περιμένουμε να μιλήσει και ο Rakasha.

GatheRate

Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2005

Ω θεοί!

Καλοκαίρι 2003. Λεωφορείο από Κάθισμα προς Λευκάδα. Πήχτρα, δρόμοι στενοί, με στροφές και παρκαρισμένα αυτοκίνητα στα πιο απίθανα σημεία, Ιταλοί μάλλον ;-)

Στον Άγιο Νικήτα μπαίνει μια παρέα. Ένας απ' αυτούς φοράει μαύρα γυαλιά και την πετσέτα του σαν χιτώνα. Προχωρούνε μέσα στην πολυκοσμία, κατά μήκος του διαδρόμου του λεωφορείου. Ξεκινάμε και στο πρώτο, αναπόφευκτο, φρενάρισμα, ο 'αρχαίος' σηκώνει το χέρι. Με επιτονισμό Χάρυ Κλυν και εκφορά Παξινού-Κλυταιμνήστρα ανακράζει:

Ω θεοί!

Απίστευτο γέλιο μέσα στο λεωφορείο, οι ξένοι κοιτάνε σαστισμένοι. Η ατάκα επαναλαμβάνεται σε κάθε στροφή, φρενάρισμα, είσοδο κι άλλων υπεράριθμων επιβατών. Φτάνουμε στη Λευκάδα ξέπνοοι.

GatheRate

Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2005

Roma locuta, causa finita

Στον Thomas, εξ αφορμής του 'My Vocation'.

Θυμήθηκα σήμερα το βίντεο κλιπ του "Why does my heart" του Moby. Πιο συγκεκριμένα, θυμήθηκα να το βλέπω πρωί στo μικρό χαζοκούτι που είχαμε στη γκαρσονιέρα (κι έχουμε ακόμη), ένα βίντεο κλιπ όπου ο little idiot (βλέπε κάτωθι) προσπαθεί να ανέβει στα αστέρια.

little idiot

Θυμάμαι την αναίτια πίκρα που αυτός ο 'βλαμμένος' τυπάκος με τα δυσανάλογα μεγάλα όνειρα (και μάτια) με έκανε να αισθάνομαι πρωί-πρωί, άνεργο και χωρίς μέλλον πίσω από το πέτασμα που, κατά τον Όμηρο, το κρύβει από τα μάτια μας.

GatheRate

Σάββατο, 19 Μαρτίου 2005

Παίχτε μπάλα ρεεεεε

Δεν αναφέρομαι στο επικείμενο ματς με την Αλβανία. Η ελληνική ψυχή θα επικρατήσει και πάλι, όπως και άλλοτε. Γιατί, ως γνωστόν, μόνον οι Έλληνες έχουν ψυχή. Οι κουτόφραγκοι την ξεπούλησαν στο λατινικό ράτσιο (τόσο διαφορετικό από τον λόγο τον ελληνικό), οι Ασιάτες έχουνε περίσσευμα ψυχής και το εκτονώνουν σε αδελφοκτόνους πολέμους και βαρβαρικά έθιμα. Τα έχει πει αυτά κι ο Αριστοτέλης. Και οι Αλβανοί; Αυτοί είναι οι μπάσταρδοι αδερφοί μας, στην καλύτερη περίπτωση. Στη χειρότερη; Μπάσταρδοι απλώς. Δέστε πόσο κομφορμιστική είναι η εθνικοφροσύνη: σε κρίνει από το αν η μανούλα σου ήτανε παντρεμένη με τον μπαμπά σου. Η μητέρα η δικιά μας, που βγάζει μαυροτσούκαλα τουρκόσπορα και γασμούλα ξανθογάλανα, καθώς και όλα τα ενδιάμεσα σχέδια και χρώματα, τον είχε τελικά στεφανωθεί τον συγχωρεμένο;

Όχι λοιπόν, θα σας πω για μια είδηση που μισοάκουσα τρώγοντας σουβλάκια: ό,τι δεν έπιασα να το συμπληρώσετε, σας παρακαλώ, να μην παραπληροφορούμε. Η ομάδα της Βουλής των Ελλήνων δεν έπαιξε σε ματς με την Τουρκία γιατί αυτοί οι διάολες (που λένε και τα Ημισκούμπρια) κάλεσαν την ομάδα των "Σκοπίων" ως Μακεδονία. Οι βουλευτές μας επισήμαναν ότι κάτι τέτοια οδηγούνε τα Σκόπια σε απομόνωση. Ναι.

Λοιπόν, έχουμε και λέμε.

Τι θα είχε γίνει στην Ελλάδα αν κάποιοι γείτονες μας αποκαλούσαν Αθήνα (με το ιστορικό επιχείρημα πως οι Αρχαίοι Έλληνες είναι όλοι νεκροί); Αλλά εμείς έχουμε τα λεφτά (όχι αυτοί), εμείς είμαστε στην ΕΕ (ας ανήκανε κι αυτοί στη Δύση, τιτοϊκοί βρομορεβιζιονιστές), και θα λέμε τη Δημοκρατία της Μακεδονίας και Σκόπια και Τέτοβο και Μοναστήρι και Βαρδαρία, και όπως γουστάρουμε -- κι άσε τον υπόλοιπο κόσμο στην πλάνη του.

Έτσι, επειδή γουστάρουμε λέγαμε τους Αλβανούς του Κοσσυφοπεδίου 'Αλβανόφωνους' (μάλλον μην τυχόν και πικαριστούν οι Σέρβοι αδερφοί και πάνε να ξεπλύνουνε τα ντόλαρς σε άλλη βρύση), κι επειδή γουστάρουμε ονομάζουμε όσους Τούρκους της Θράκης Μουσουλμάνους. (Αλήθεια, η Συνθήκη της Λωζάννης πώς αποκαλεί τους συμπατριώτες μου στην Πόλη; Να ξέρω, αφού εμείς με τη Συνθήκη της Λωζάννης συμπλέουμε.) Δε λες πάλι καλά που δεν έχουμε γνώμη για το πώς πρέπει οι Μολδαβοί (πόρνες και ξεβράκωτοι εξ ορισμού σχεδόν) να αποκαλούνε τη χώρα τους; Κι ευτυχώς το Λουξεμβούργο είναι πιο φραγκωμένο από εμάς, μπορεί να κάναμε λόμπυ με το Vlaams Blok για να τους την πέσουμε... Πάντως, εν κατακλείδι, ωραίο αλλά και εύκολο είναι να δικαιώνεις την ιστορία σου εις βάρος των φτωχών.

Άντε, Ελλάς ολέ ολέεεεεε.

GatheRate

Πέμπτη, 17 Μαρτίου 2005

[Ενθύμια]

"[...]
Ξύπνησα γύρω στις εννιά, µάλλον αναδύθηκα µέσα από έναν βαρύ ύπνο. Πάλι έχασα το πρωινό και µπήκα έτσι κι αλλιώς για µπάνιο. Στο µυαλό µου επικρατούσε νηνεµία, µια ήρεµη ακίνητη θάλασσα βαρειά ακόµα από το αλάτι του ύπνου. Ντύθηκα, πήρα µαζί και τον χαρτοφύλακά που µού έκανε δώρο ο µπαµπάς αφού θυµήθηκα να βάλω µέσα και το δοκίµιο της διπλωµατικής. Βγήκα στον δρόµο, σήµερα αντί για πνιγηρή ζέστη είχε έναν ανοιξιάτικα έκπαγλο ουρανό µε ελαφρύ αεράκι, γι’ αυτό ο κόσµος κυκλοφορούσε µε κοντοµάνικα και καλτσωµένα σαντάλια (ηµερολογιακά είναι ακόµη καλοκαίρι και δεν έχει χιονιά), η αλήθεια είναι πως ούτε εγώ θα µπορούσα να πω πως ο καιρός ήτανε δυσάρεστος. Τα φύλλα των δέντρων (που δεν έχει ποτέ αρκετή ζέστη ώστε να τσιτσιριστούν και να σβήσουν νεκρά) θρόιζαν και σηκώνοντας το βλέµµα είδα τη σηµαία του Βατικανού τεράστια να κυµατίζει έξω από την καθολική εστία. Τα παραταγµένα δέντρα σηµατοδοτούσαν την πορεία προς τον τρούλλο του Κολλεγίου, leafy Bloomsbury, όπως µάς το διαφήµιζε ο οδηγός…

Η κεντρική βιβλιοθήκη βρίσκεται ακριβώς κάτω απ’ αυτόν τον τρούλλο. Έδειξα την κάρτα µου στον αγουροξυπνηµένο κι ήδη πηγµένο φύλακα κι ανέβηκα τα σκαλιά. Ακριβώς κάτω από τον τρούλλο, ένα γλυπτό όπου κάποιο τεκνό λογχίζει και ποδοπατάει κάποιον γέροντα, κλασσικά γυµνοί κι οι δύο. ‘Ο Αρχάγγελος Μιχαήλ καταβάλλει τον Εωσφόρο’. Δεν ήξερα πως είχανε τόση διαφορά ηλικίας αυτοί οι δύο, κανονικά δεν θα έπρεπε… Ωραίο γλυπτό πάντως, έτσι ακαδηµαϊκό. Έφερα γύρω του δυο-τρεις βόλτες. Ο τελευταίος ρόγχος του µιχαηλαγγελικού ιδεώδους, να σαρκώσουµε την πνευµατική ρώµη µέσα από το σωµατικό σφρίγος, να πλάσουµε οµορφιά ώστε να παραστήσουµε αρετή. Ένας ρόγχος παγωµένος και κρυσταλλιασµένος κάτω από τον κολλεγιακό τρούλλο, για τους εκλεκτούς.


flaxman

Μπήκα µέσα στην αίθουσα της βιβλιοθήκης, ξυλεπένδυση, ρολόι, ωραία ψηλά παράθυρα. Αφού βρήκα κάτι εισαγωγικά βιβλία και κάποια έργα αναφοράς που έψαχνα, τα κουβάλησα γύρω γύρω στους διαδρόµους µέχρι που βρήκα θέση. Η αίθουσα µύριζε κάτι ακαθόριστο, ίσως αυτή είναι η µυρωδιά της πολυκαιρίας, που λέει κι ο Ιούλιος Βερν. Ακούµπησα κάποια µικρότερου σχήµατος βιβλία πάνω στο αναλόγιο µπροστά µου κι άρχισα τις αναγνωριστικές αναγνώσεις.

Νύσταζα τώρα αρκετά και ήµουνα και χωρίς καφέ. Είχα κουβαλήσει από τα ράφια και µια σειρά τεσσάρων τόµων µε διάσηµες κατόψεις και τοµές, ‘Architectural Wonders’ λεγόταν, ώστε κάποια στιγµή να κάνω διάλειµµα ξεφυλλίζοντάς τους. Δυστυχώς η ώρα ήτανε δώδεκα και έντεκα ακόµα, πολύ νωρίς για διάλειµµα, όµως είχα βαρεθεί τα θεωρητικά κείµενα και τις συζητήσεις της ανοικειωτικής λειτουργίας του µεταµοντέρνου κτίσµατος όπως εντάσσεται και δεν εντάσσεται µέσα στην µοντερνιστική πόλη. Έτσι αποφάσισα να πάρω µια προκαταβολή από το ‘Architectural Wonders’. Έσπρωξα λοιπόν προς τις άκρες της περιοχής µου όσα περισσότερα ‘χρήσιµα’ βιβλία µπορούσα, τακτοποιώντας πεντ’ έξι σε µια παγόδα στα δεξιά µου και µπουκώνοντας τα υπόλοιπα πάνω στο αναλόγιο µπροστά µου. Άνοιξα λοιπόν έναν από τους τόµους του διαλείµµατος και άνοιξε στον Άγιο Πέτρο. Θυµήθηκα την εκδροµή στη Ρώµη που είχαµε πάει µε τη Σχολή από τη Θεσσαλονίκη, το πρωινό που βγήκαµε από το ξενοδοχείο.

Περιπλανηθήκαµε χωρίς να ξέρουµε ιταλικά, περπατήσαµε χωρίς χάρτη, χαθήκαµε αφού κανείς δεν ήξερε αγγλικά και τελικά βγήκαµε στον Τίβερη, περάσαµε µια γέφυρα και περπατούσαµε κατά µήκος της όχθης, του ‘Lungotevere’. Περάσαµε µπροστά από ένα τερατώδες πέτρινο ψευδοκλασσικιστικό µπάχαλο, το Palazzo di Giustizia ήταν, και αφού γλιτώσαµε από ζουρλαµένα αυτοκίνητα που ερχόντουσαν από παντού, στο βάθος αντικρίσαµε τον τρούλλο του Αγίου Πέτρου να υψώνεται κάτω από τα σύννεφα, µέσα σε µια ελαφριά καταχνιά, κάτω από έναν λόφο µε γλυπτά δέντρα αλλά σαν να ήτανε στην κορυφή της πόλης και περιβεβληµένος τον θόρυβο της πόλης. Η πόλη µύριζε, µύριζε όπως µυρίζουν εκ των υστέρων όλες οι ευτυχισµένες αναµνήσεις, στατικές και εξιδανικευµένες, κι ας έζεχνε σαπίλα το ποτάµι.

Σταθήκαµε ολόκληρο το γκρουπ, φοιτητές µε µάρσιπους και σακκίδια και παπούτσια αθλητικά µε φθαρµένες µύτες, έλληνες επαρχιώτες, Σαλονικιοί κι επαρχιώτες, να ατενίζουµε έκθαµβοι µε τα µάτια µισόκλειστα από τον ήλιο πίσω από τα σύννεφα το ποτάµι και τις γέφυρές του και την πόλη γύρω από τον τρούλλο, ασθµαίνοντας από το µεγαλείο. Αριστερά µια γέφυρα µε µπαρόκ αγάλµατα στα παραπέτα της, άγγελοι και άγιοι αγκυλωµένοι στον χρόνο. [...] Ο κόσµος έστεκε ακίνητος, αφού δεν χρειαζότανε να πάει πουθενά.

Η Ρώµη έµοιαζε εκείνη την αποκρυσταλλωµένη στιγµή λοιπόν ο τόπος αιωνίων διακοπών, µεγαλείο και έκσταση, θαύµασµα και φως γλυκερό αλλά δελεαστικό. Μας περίµεναν κατόπιν πάµπολλες τουρτόσχηµες εκκλησίες και στενοί βρόµικοι δρόµοι και η σκόνη της πόλης και όλη η µαγεία τους για την οποία µάς προετοίµαζε διακριτικά το εκπαιδευτικό σύστηµα και τα διαβάσµατά µας. Δεν ήµασταν οι τουρίστες της φοιτητικής εκδροµής, παρά ταξιδευτές και οδοιπόροι, περιηγητές µε παρελθόν και αναρίθµητες παραστάσεις, µαγεµένοι από τον Άγιο Πέτρο πάνω από τον Τίβερη και τις γέφυρες όχι γιατί είχαµε δει τη Σαλονίκη και τη Λάρισα και τις Σέρρες και την Κοµοτηνή (εγώ), παρά γιατί γι’ αυτό η Ρώµη υπάρχει και χτιζόταν και υπέστη το 1527 και τους άπλυτους επιδροµείς, ερηµώσεις και µεγάλα σχέδια, άναρχη δόµηση και προγραµµατική πολεδόµηση – για να γοητεύει τους πολυταξιδεµένους και τους κοσµογυρισµένους [...]"

GatheRate

Τρίτη, 15 Μαρτίου 2005

Αναγνωστικά Ανάλεκτα

Η φυγή της Σώτης Τριανταφύλλου. Καλά κάνει και γράφει πολλά, τα έχουμε ανάγκη. Ίσως η καλύτερη ελληνίδα πεζογράφος (συμπεριλαμβάνοντας φυσικά και τους άντρες πεζογράφους). Μελό το αφήγημα; Αν είναι έτσι τα μελό, δωσε κι εμένα μπάρμπα.

Ελληνική αϋπνία του Μισέλ Φάις. Ο Φάις γράφει καλά (σώωωπα), αν και υπερβολικά πυκνά ενίοτε και με τρόπο στριφνά υπαινικτικό. Μ' αρέσει το ξεφλούδισμα που κάνει στον Βιζυηνό, κι ας κακολογεί τον μεγάλο Ροΐδη. Δύο από τις ανθολογημένες λέξεις του Βιζυηνού που μας προσφέρει: ζώπηρον, νέρτερος.

Ο Σολωμός του Αλεξίου. Σολωμός: ανεκδιήγητος (και με τις δύο έννοιες) κι ανεξάντλητος. Διαβάστε φωναχτά:

Αλλ’ ήλιος αλλ’ αόρατος αιθέρας κοσµοφόρος
από το µαύρο σύγνεφο κι από τη µαύρη πίσσα
ο στύλος φανερώνεται…
…µ’ απάνου τη σηµαία

Τι να γράψουν μετά κι οι Έλληνες σουρρεαλιστές; Άσε δε ο Ελύτης.

GatheRate