Πέμπτη, 17 Αυγούστου 2017

Αριστεία και πάλι

Αν θα πρέπει να μιλήσω εγώ για αριστεία θα πρέπει να γίνω κάπως μελό και ελαφρώς Ξανθόπουλος.

Οι ικανότητές μου ήταν αδιαμφισβήτητες από την πρώτη δημοτικού. Οι δάσκαλοι, πάντα πρόθυμοι να γίνουν Αριστοτέλης εκ των υστέρων, έστω και από την πορεία κάποιου Αλεξανδρέως, με ανακήρυσσαν διάνοια και "παιδί θαύμα". Υπερβολές· καλόπιστες μεν, αλλά υπερβολές. Στην τρίτη δημοτικού η δασκάλα ρώτησε τον πατέρα μου αν θα έπρεπε να ζητήσει από το Υπουργείο να προαχθώ κατευθείαν στην πέμπτη, "όπως κάνουνε στην Αμερική". Άλλες εποχές τότε, είχαμε ΠΑΣΟΚ κι όλα ήτανε δυνατά, ακόμα και τάξη μπορούσες να πηδήξεις.

Η οικογένειά μου είχε σχετική άνεση τότε (έτσι νομίζαμε) αλλά ο πατέρας μου βασανιζόταν από τη σκέψη ότι αν ζούσαμε "στην Κουμμούνα", το Κράτος θα αναλάμβανε την εκπαίδευσή μου και δεν θα εξαρτιόταν αυτή από την οικονομική άνεση της οικογένειας. Κι είχε δίκιο να ανησυχεί γιατί όταν έγινα δεκαπέντε άρχισε η οικονομική κάτω βόλτα.

Όταν ετοίμαζα το μηχανογραφικό για τις εξετάσεις μού έγινε σαφές ότι δεν υπήρχανε χρήματα να με στείλουνε Σαλονίκη κι ότι αν δεν δεν πέρναγα Αθήνα απλώς θα ξανάδινα. Εγώ ήθελα να πάω να σπουδάσω στη Σαλονίκη γιατί εκεί ήτανε καλύτερο το πανεπιστήμιο (αληθεύει) αλλά αυτή ήταν η ες το φανερόν λεγομένη αιτία: ήθελα να φύγω από το πατρικό αλλά όχι να χωθώ σε κανα χωριό όπως η Πάτρα ή (θεμουσχώραμε) τα Γιάννενα. Ήθελα να φύγω ένεκα κυρίως το σεξ -- όμως τι άλλο περιμένατε από μένα;

Πέρασα στην Αθήνα δέκατος από το τέλος γιατί η έκθεσή μου ήταν αναβαθμολογημένη με 15/20. Οι σπουδές μου ήταν κυρίως απογοήτευση, με εξαίρεση κάποιους δασκάλους. Αμέσως μετά την αποφοίτηση δούλεψα σε φασφούντ για εννιά μήνες, μαζεύοντας λεφτά για το μάστερ. Ευτυχώς δεν ήξερα τότε ότι οι 500.000 δρχ που κατάφερα να βάλω στην άκρη θα έφταναν για να επιβιώσω περίπου δυόμισυ μήνες στο Λονδίνο.

Πήρα την υποτροφία του ΙΚΥ ως επιλαχών. Έκανα το μάστερ. Ξεκίνησα διδακτορικό. Στο τρίτο έτος κόπηκε η υποτροφία. Ζούσα με διδασκαλία δώθε-κείθε και με τη φροντίδα κι υποστήριξη της κοπέλας μου. Δύο απόπειρες να δουλέψω ως ερευνητής δεν ευοδώθηκαν, η δεύτερη λόγω κάποιας γραμματέως στο Καίμπριτζ που δεν έκανε σωστά τη δουλειά της κι έτσι πήγε όλη η πρόταση στον βρόντο.

Μετά το διδακτορικό, 74 κιλά (τώρα είμαι 95), έψαχνα οποιαδήποτε δουλειά: για βιομηχανικός εργάτης δεν είχα αμάξι, για δούλος που περνάει δεδομένα σε βάσεις δεδομένων ήμουν overqualifed. Επειδή δεν είχα λεφτά να πηγαίνω σε συνέδρια κατά τη διάρκεια του σύντομου (ακριβώς τρία χρόνια) διδακτορικού μου, κανείς δεν με ήξερε για να μου δώσει δουλειά στον τομέα μου, "you have no exposure whatsoever". Το διδακτορικό μου ήτανε σύντομο γιατί δεν είχα, όπως είπαμε, άλλα λεφτά. Τουλάχιστον ακόμα τσιτάρουν τη διατριβή μου, δεν με χάλασε.

Μετά ανεργία. 82 αιτήσεις συνολικά για δουλειά, 5 συνεντεύξεις, 2 δεύτερες θέσεις. Μετά βρήκα δουλειά στα Τρίκαλα στα δυο στενά, χαμαλεύοντας και παριστάνοντας και δύο χρόνια το middle management· μετά από 5 χρόνια βρήκα μια πολύ καλύτερη. Κι έτσι έγινα ο Αρχηγός που είμαι τώρα. Βεβαίως, όπως λέει και φίλος χειρουργός: "ό,τι έκανα στα 41 το κάνω και στα 51, τότε όμως ήμουν 'νεαρός' τώρα πια 'θεός': έτσι πάει". Περιμένω λοιπόν να πάω 51 κι εγώ, ξέροντας πόσο τυχερός υπήρξα, αφού κανονικά έπρεπε μόλις να είχα διοριστεί στην Κίμωλο, έχοντας φάει τα νιάτα μου κι άλλα πολλά σε φροντιστήρια.

Τι δηλοί ο μύθος; Τι θέλει να πει ο ποιητής; Ευγενικά: "η αριστεία είναι πολυπαραγοντικό ζήτημα και ο ταξικός παράγοντας είναι ενδεχομένως ο σημαντικότερος". Λιγότερο ευγενικά: "όποιος έρθει να σταθεί μπροστά μου να μου μιλήσει για αριστείες και πίπες θα του πάρει ο διάολος το κορόλλα".

Η φωτογραφία του Lee Materazzi.

GatheRate

Τετάρτη, 16 Αυγούστου 2017

Χλευασμός Δεκαπενταυγούστου

Τι είδους γιορτή είναι ο Δεκαπενταύγουστος; Γιατί τόσος ντόρος; Μη δίνετε σημασία σε καινοφανείς ετικέτες όπως "το Πάσχα του καλοκαιριού" κτλ, αυτά είναι σλόγκαν χριστομάρκετινγκ τόσο πρόσφατα, ώστε να θυμάμαι εγώ (νέο παιδί) την εποχή πριν από αυτά.

Παλιότερα υπήρχαν οι εορτάζουσες και οι εορτάζοντες, καθώς και η Μεγαλόχαρη για όσους είχαν τέτοιες κλίσεις. Η Παναγία Σουμελά εμφανίστηκε στον κόσμο έξω από την ποντιακή κοινότητα επί ΠΑΣΟΚ, οι λιτανείες και κάτι επιτάφιοι ακόμα πιο μετά. Θλιβερές ευχές όπως "Καλή Παναγιά" δεν θυμάμαι να είχαμε τον περασμένο αιώνα. Ο Δεκαπενταύγουστος δεν ήταν τότε παρά ένα ημερολογιακό ορόσημο: ο αρσενικός οργασμός του καλοκαιριού με τον οποίο αποθεώνεται κι αμέσως μετά μαραίνεται.

Θα εξαναστείτε: Μα γιορτάζει η μισή Ελλάδα, εκτός από τις παρθένες, που γιορτάζουνε τα Εισόδια· όπως και του Αγιαννιού, του Αη Γιώργη, ή στις 21 Μαΐου. Μα είναι θεομητορική γιορτή· όπως τόσες άλλες. Μα έχει δική της νηστεία· όπως και των Αγίων Αποστόλων, π.χ. Μα είναι δυνατόν;

Την ύστερη πρώτη χιλιετία μ.Χ. οι χριστιανικές εκκλησίες κατάλαβαν πολύ καλά πως μια πίστη όπου υπάρχει ένας Πατέρας κι ένας Γιος (με σχέση όπως αυτή που έχουν οι γιοι με τους πατεράδες τους) δεν πρόκειται να κερδίσει τις καρδιές των ανθρώπων και θα επιστρέφουν σε ξωθιές και νεράιδες κι αστάρτες και βένερες. Ναι, πατριαρχία και ξέρω γω τι, αλλά πατριαρχία χωρίς γυναίκες, τοποθετημένες στη "σωστή" τους θέση, δεν υπάρχει. Χρειαζότανε λοιπόν μια γυναίκα στο συνοπτικό πάνθεον του χριστιανισμού.

Η κατάλληλη θεολογία υπήρχε, ήδη από τη Σύνοδο εκείνη με τους Μονοφυσίτες, που ανακηρυξε τη Μαρία Θεοτόκο. Κι η απαραίτητη εν προκειμένω παρθενία της Μαρίας υπήρχε ήδη από τις ανατολίτικες καταβολές της πίστης, όπου οι συλλήψεις είναι άσπορες ή (έστω) κατόπιν πολλής και ωρίμου σκέψεως άμωμες. Αυτό που οι Δυτικοί ονομάζουν μαριανή λατρεία και εμείς "τιμή στο πρόσωπο της Θεοτόκου" (που αν έχει δει ο Χριστός τέτοια τιμή στο δικό Του πρόσωπο, εγώ έχω χασαποταβέρνα δίπλα σε μονή) ήτανε ζήτημα χρόνου και κατάλληλου πλασαρίσματος.

Χαρακτηριστικό είναι ότι η θηλυκή ημίθεος της χριστιανοσύνης, ημίθεος όχι ως τέκνο θεού και μισή θεά, παρά ως μητέρα του Θεάνθρωπου -- που ομως είναι ολόκληρος Θεός -- είναι μάνα. Αυτή είναι η ιδιοσυγκρασία της μονοθεϊστικής-τριαδικής πίστης μας: όχι εργάνη, όχι διδασκάλισσα, όχι σύζυγος, όχι αμαρτοσφάχτρα, όχι ψυχοπομπός, όχι γιάτρισσα αλλά πρωτίστως μάνα και μάλιστα χαροκαμένη μάνα σε διαρκή οδύνη, που εικονίζεται έτσι στο διηνηκές. Μόνον η Αναγέννηση θα επανεφεύρισκε τη Μαντόνα ως περήφανη μάνα και ως mulier amicta sole, με το κυκλικό στέμμα από δώδεκα άστρα. Κατά τα άλλα και για τους άλλους, εμάς, πάντοτε χαροκαμένη.

Εν πάση περιπτώσει, αυτή την Παναγία μάς έδωσαν, με αυτή θα πορευτούμε. Αυτή είναι το πρότυπο, έχει εξαχθεί και σε όλον τον κόσμο, και εκτός Μεσογείου, με χαρακτηριστική επιτυχία: στη Λατινική Αμερική, στην Αφρική και αλλού. Μόνον οι εντελώς Βορειοευρωπαίοι δεν συγκινήθηκαν ποτέ ιδιαιτέρως από μια γυναίκα που η μπαρόκ εικονογραφία τοποθέτησε ψηλά στην ουράνια νομενκλατούρα ακριβώς από κάτω από έναν πολιό γέροντα με τριγωνικό φωτοστέφανο, έναν γενειοφόρο Ιταλό κι ένα περιστέρι· μόνο και μόνο γιατί ήταν η μαμά του γενειοφόρου Ιταλού (μπορεί και Προβηγκιανού). Στον τόπο μας, τη Μεσόγειο, ο Γιος της συμβασιλεύει με τη Μαρία την Παναγία, όπως οφείλει να κάνει κάθε μεσογειακό παλληκάρι.

Ο Δεκαπενταύγουστος υπάρχει παλαιόθεν λοιπόν. Στην Ελλάδα η νηστεία του υπήρξε αποθέωση της ντοματοσαλάτας και αποχή από τα γενετήσια εν μέσω πνιγηρού καύσωνα, για όσους λίγους ασχολιόντουσαν με τα αγιωτικά και τα θεωτικά. Για τους υπόλοιπους ο ίδιος  ο Δεκαπενταύγουστος λειτουργούσε ως ημερομηνία βαθμονόμησης αδειών και πανηγυριών, ή για όσους βρίσκονταν σε θλίψη, οδύνη ή ανάγκη γινόταν αφορμή επίκλησης της Παναγίας στην Πάρο και στην Τήνο, κυρίως στην Τήνο.

Η σταδιακή μετατροπή της γιορτής σε "Πάσχα" και σε θερινό αντικατοπτρισμό του Ευαγγελισμού (πατρίδα και θρησκεία και μάνα μαζί) συντελέστηκε μετά το 1981 σταδιακά μέσα σε ένα τοπίο πυρίκαυστο, όπου οι πεφτοσυννεφάκηδες (κυρίως άνθρωποι των πόλεων) καταριούνται ως άλλοι Ζαχαρίες Παπαντωνίου τον εμπρηστή, αγνοώντας πώς πλάστηκε το ελληνικό τοπίο με τη μαύρη πέτρα του και το ξερό χορτάρι ή πώς ανακατανέμεται η έγγεια ιδιοκτησία στην Ελλάδα όταν δεν γίνονται αναδασμοί και προσαρτήσεις.

Η αναγωγή του Δεκαπενταύγουστου σε "μεγάλη γιορτή της χριστιανοσύνης" γίνεται ώστε να τέρπονται χουντικοί απόστρατοι υπαξιωματικοί, μικρομεσαίοι πασόκοι καταχραστές, οικογενειάρχες και καταστηματάρχες γαλουχημένοι από τους δίδυμους μαστούς Ζωή-Σωτήρ.

Η έμφαση στον Δεκαπενταύγουστο επιτείνεται περαιτέρω σε μια χώρα όπου οι μόνες φωνές που ακούς πια είναι εκείνες που αρθρώνουν όλο στόμφο κάτι εσωτερικοί αποικιοκράτες, ευρωπαϊστές ανιστόρητοι κι αστοιχείωτοι, μια ντουζίνα ιταμοί δεσποτάδες που έχουνε ξεθαρρέψει γιατί δεν είναι πια μόνο φολκλόρ-βάφτιση-γάμος-εγκαίνιο, τηλεοπτικές περσόνες νταγκλαρισμένες από την κοινοτοπία που ζουν, πού και πού κανας αριστερός με τσιτάτα στα σοσιαλμήντια, χυδαίοι γέροντες στα καφενεία και μπροστά στις τηλεοράσεις τους.

Σε μια κοινωνία όπου οι κοινωνικοί αγώνες αυτοκαταργήθηκαν, όπου οι εναλλακτικές λύσεις διακυβέρνησης εξαντλήθηκαν και όπου τίποτε δεν αλλάζει (πρός τέρψη των "μια χαρά είμαστε" και εις απώλεια των συνήθων υποζυγίων) τον χαβά τον παίζουν η θρησκεία και οι φασίστες. Και εδώ και αλλού.

GatheRate

Τετάρτη, 2 Αυγούστου 2017

Οι επίγονοι του Ζάχου Χατζηφωτίου


Οι Μένουμε Ευρώπη (και οι πνευματικοί προπάτορές τους) αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της τριτοκοσμικής εικόνας που καταγγέλλουν: απαρτίζουν μια ομάδα που περνιέται για αστούς κι αφρόκρεμα και που παρακαλάει τους πεφωτισμένους ξένους (αφέντες ή μη) να σώσουνε την πατρίδα τους και να την κάνουνε "κανονική χώρα".

Η ύπαρξή τους λοιπόν είναι ένα είδος αυτοεκπληρούμενης προφητείας αφού, αν έλειπαν, δεν θα υπήρχε τίποτε τριτοκοσμικό σε αυτή τη χώρα. Όχι βεβαίως γιατί θα έλειπαν τα κακώς κείμενά της, όπως π.χ. η αδιαφορία για τον δημόσιο χώρο και η άλωσή του, η πολεοδομική ακαταστασία κτλ. Όμως αν δεν είχαμε τις ελληνοκεμαλικές θείες και τους γυμνασιάρχες της εσωτερικευμένης αποικιοκρατίας, αντί να επικαλούμαστε παθολογίες της φυλής, τις κατάρες του έθνους ή το μύθευμα της "αριστερής ηγεμονίας", θα κοιτάγαμε να εξηγήσουμε και να αντιμετωπίσουμε τα όποια κακώς κείμενα με ορθολογικούς και μη-αποικιακούς όρους

Η εικόνα είναι κολλάζ του Pantelis Bagos.

GatheRate

Η άχαρη γυμναστική του σεξ


Όταν ήμουν μικρός το γαλλικό μυθιστόρημα έχαιρε πολύ μεγαλύτερης εκτίμησης απ' όσο σήμερα. Ιδίως κάτι μυθιστορήματα με ήρωες εύπορους αστούς που τους κατατρύχουν ασαφή υπαρξιακά αδιέξοδα -- πολύ πριν τις εστέτ μισανθρωπίες του Ουελμπέκ δηλαδή.

Όταν ήμουν μαθητής είχε πέσει στα χέρια μου η Οικογένεια Εγκλετιέρ του Ανρί Τρουαγιά. Η υπόθεση ήταν απλή σε γενικές γραμμές αλλά θυμάμαι μόνο την ατάκα πατέρα προς γιο να μη σιχαίνεται το αίμα γιατί δεν υπάρχει τίποτε πιο καθαρό από το αίμα, μια θεία σε ρόλο μητρικής φυσιογνωμίας και μια πιστή καθολική φοιτήτρια που τα είχε με ένα πιστό καθολικό παλληκάρι και πήγαιναν μαζί σε περιπάτους κι εσπερινούς (κάτι που θα ζούσα αργότερα με μια λουθηρανή αλλά τεσπά). Το ζεύγος, στο πρότυπο των αγνών νιάτων, δεν είχε ερωτικές σχέσεις, μάλιστα τότε δεν έκαναν ζαβολιές με δακτυλισμούς και καταγλωττισμούς τα αγνά νιάτα. Βεβαίως η πιστή κοπέλα τελικά κερατώνει τον ευσεβή νέο με κάποιον εμιγκρέ καθηγητή της -- ή κάτι τέτοιο. Μετά την πλησμονή και κένωση παραπονιέται για την "άχαρη" ή "κωμική" γυμναστική που είναι η ερωτοπραξία -- και γενικώς μελαγχολεί μετά.

Έχω γνωρίσει πολλούς ανθρώπους που αισθάνονται ότι η ίδια περίπτυξη, το old in-and-out, το γαμήσι τέλος πάντων, έχει κάτι το αντιαισθητικό καθεαυτό. Και για αυτούς η ερωτική πράξη μοιάζει σαν αντιαισθητική γυμναστική, την αντιλαμβάνονται σαν το σπασμωδικό κι επαναλαμβανόμενο μπρος-πίσω που κάνουν οι φιγούρες στο θέατρο σκιών ή, άλλοι, ως κάτι δεμένο πάνω στα κρουστά ρυθμικώς αφελούς μουσικής. Οι διατάσεις και οι επικύψεις, οι τανύσεις και οι εκτάσεις, οι γονυκλισίες και τα σπαγγάτα τούς θυμίζουν όντως άχαρη γυμναστική. Χώρια όλα τα άλλα βεβαίως: τα σάλια και τα λοιπά υγρά, οι λαβές και οι θηλασμοί και χώρια όσα ακούγονται.

Δεν πρόκειται απαραιτήτως για ανθρώπους που φοβούνται ή σιχαίνονται τη λάγνευση και τις συνέπειές της. Πολύ περισσότερο δεν μιλάμε για ανθρώπους με κάποιο "πρόβλήμα", όπως συνηθίζουμε να διαγινώσκουμε τους διαφωνούντες και αλλόνιωθους. Μάλλον όσοι βρίσκουνε το σεξ κωμικό κι άγαρμπο συνήθως προτιμούν όσα γίνονται αλλά δεν λέγονται ή και δεν αναπαρίστανται γενικότερα. Όπως δεν θα ήθελαν να ξέρουν πώς αντιδρούν ή τι γκριμάτσες κάνουν όταν παρακολουθούν κάτι που τους συναρπάζει, άλλο τόσο δεν θέλουνε να ξέρουνε πώς παράγονται μαζί τους ηδονές και οργασμοί. Ανθρώπινο κι αυτό, βεβαίως.

Αν και δεν ανήκω στους παραπάνω, αλλά και χωρίς να εξιδανικεύω το σεξ σαν Ιταλός σκηνοθέτης σοφτ πορνό, τους νιώθω τελικά: δεν είμαστε πολύ εξοικειωμένοι με την εικόνα ή την αλληλουχία του γαμησιού (ούτε καν με την ορολογία του), ενώ η σωματικότητα παραγκωνίζεται ακόμα και από τα εξόχως αισθητά, αφού η αναπαράσταση του έρωτα περιορίζεται συνήθως στο πριν, στην αλληγορία ή τη μετωνυμία και στο μετά. Επίσης σχεδόν κανείς μας δεν αισθάνεται απολύτως ικανοποιημένος με την εικόνα του σώματός του -- εκτός βεβαίως από κάτι απάλευτα πληκτικούς νάρκισσους, αρσενικούς και θηλυκούς, που περιπτύσσονται σαν γκιφάκια ή σαν κουρδιστά κουνέλια καθώς μπανίζουν την κορμάρα τους σε καθρέφτες κι οθόνες.

GatheRate