Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2011

Για την αγωνία της ιδιοσυστασίας

Μια ακροτελεύτια σημείωση, βιαστική:

Όσοι πασχίζουν να συσχετίσουν την ελληνική ταυτότητα ή, πιο σωστά, τις ταυτότητές μας ως Ελλήνων, με αναλλοίωτες ουσίες και πλατωνικές κατηγορίες όπως "ελευθερία", "αντίσταση", "αξιοπρέπεια", "κοινοτισμός", "αδούλωτο φρόνημα" (ή τις κατά Νίκο Δήμου καρικατούρες, αναιρέσεις και αντιστροφές τους -- στην ίδια πλάνη υποπίπτει κι αυτός), ας θυμούνται:

Πρώτον, αυτό που είπε ο Κούντερας: Επαρχιωτισμός είναι η αδυναμία (ή άρνηση) να δούμε την κουλτούρα μας μέσα σε ευρύτερα συμφραζόμενα.

Δεύτερον, η ταυτότητά μας είναι ατομική, όπως και το σώμα μας: αντί να ψάχνουμε μεταφυσική και ουσία στο πώς είναι κατασκευασμένη, καλύτερα να επικεντρωθούμε στο τι μπορούμε να δημιουργήσουμε ή έστω να βιώσουμε με βάση τις δυνατότητες που μας δίνει αυτή, μέσα στα όριά της. Έτσι και με το σώμα: αντί να ψάχνουμε ουσία και μεταφυσική στις μεγάλες μύτες, στους ανθεκτικούς μύες των ποδιών, τα μακρυά δάχτυλα και τα ίσια μαλλιά, αφοσιωνόμαστε (ελπίζω) στο τι μπορούμε να δημιουργήσουμε ή να βιώσουμε με βάση τις δυνατότητες που μας δίνουν.

Αφαιρέσεις όπως η συλλογική ταυτότητα (αντίστοιχη με τη στατιστικά έγκυρη γενίκευση ότι οι μεσογειακοί τείνουν να είναι μαυροτσούκαλα) είναι ακόμα λιγότερο πρόσφορο έδαφος για αναζήτηση ουσίας.

Στο σώμα μιλάει η κληρονομικότητα και το περιβάλλον, στις ταυτότητες η ιστορία και η κοινωνία και η γεωγραφία. Ας χαλαρώσουμε λοιπόν: η ξανθή μας λεβεντιά, η κοντόμεση καρτερία και η στεατοπυγική μας περηφάνεια δε σημαίνουνε τίποτε από μόνες τους.

Καλή Χρονιά!

GatheRate

Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2011

Ξένος


στη Niemandsrose και στον Κ.Κ.Μοίρη, στην ανήμερη ευαισθησία της γραφής τους δηλαδή. Δυστυχώς, τον δεύτερο τον ανακάλυψα πολύ αργά (;).

Στην ιστορία των Χριστουγέννων πάντοτε με εντυπωσίαζε η εξής λεπτομέρεια: ο Θεάνθρωπος είναι ένας ξένος, εντελώς ξένος: ντιπ για ντιπ. Η γέννησή Του δε συνοδεύεται από θεϊκές τροφούς, υπερφυσικές φασκιές, υπερούσιο γάλα και νέκταρ, εκρήξεις φωτός και αστραπής, ασφαλή επουράνια καταφύγια και τα λοιπά. Δε γεννιέται κατευθείαν μέσα στην ωριμότητα αλλά ως βρέφος. Είναι ένας ξένος μέσα στους ξένους, και πολύ σύντομα γίνεται και πρόσφυγας (όταν άρον άρον ξεκουμπίζεται η οικογένειά Του για την Αίγυπτο).

Είμαι δεκαπέντε χρόνια ξένος. Από ένα σημείο και μετά, καταντάς ξένος και στον τόπο σου, δυσκολεύεσαι να τον παρακολουθήσεις, να ερμηνεύσεις το πώς αλλάζει ή γιατί δεν αλλάζει. Από τη μια η αντίληψη αυτού που θεωρείς τόπο σου γίνεται άκαμπτη και δυσκίνητη λόγω της σκουριάς της νοσταλγίας, από την άλλη εστιάζεις σε κάτι πράγματα μικρά, που τα διακρίνεις με απίστευτη οξύτητα, πράγματα που όσοι ζούνε στον τόπο σου θεωρούν ευτελή, πολλές φορές δικαίως.

Είδα λοιπόν γραμμένο αυτό πάνω σ' έναν τοίχο πολύ κοντά στο σπίτι μου. Πρώτον, τι λέει; "Αθηνά σε αγαπάω" ή "Αθήνα σε αγαπάω"; Οι λατινικοί χαρακτήρες δε βοηθάνε αλλά εντάξει, μάλλον το πρώτο -- κι ας θέλω εγώ να βλέπω ό,τι θέλω. Υποθέτω πως από κάποιο χέρι μαθητικό γράφτηκε, από κάποιο παιδί ξένο, νεοφερμένο ίσως στην Ελλάδα λίγο πριν την εφηβεία, που πασχίζει να μάθει τα ελληνικά γράμματα στο κοντινό σχολείο. Αν το δούμε έτσι το θέμα, εύκολα μπορούμε να παραβλέψουμε τα κεφαλαία στο 'ΣΕ' -- ανορθογραφία θα είναι κι όχι εκδήλωση αφοσίωσης.

Το παιδί αυτό, αγόρι ή κορίτσι, θέλει να βγάλει από μέσα του τον έρωτά του για την Αθηνά (ή, να ελπίσω, για την Αθήνα). Ούτε καν έναν μαρκαδόρο της προκοπής να γράψει το σύνθημά του δεν έχει. Γράφει το μήνυμά του όπως μπορεί κι όπως ξέρει, επείγεται, δε χωράνε καλλιέπειες και ορθογραφίες. Για να πει αυτό που θέλει χρειάζεται ένα ξένο αλφάβητο που δεν καλοκατέχει, γιατί είναι ξένο. Αλλά δεν πειράζει, είναι ερωτευμένο αυτό το παιδί: όλοι οι ερωτευμένοι ξένοι είναι. Και ξενιτεμένοι, και πρόσφυγες: τουλάχιστον στο ότι έχουν αφήσει ό,τι ξέρουν πίσω τους.

Αν πάλι η ερωτική εξομολόγηση (που λέγαμε μικροί) απευθύνεται στην Αθήνα, ταυτίζομαι μαζί του, αν και εγκάρσια: αυτό το παιδί ήρθε από κάπου αλλού, ξένο στην πόλη, και την αγάπησε σε βαθμό που να της γράψει σύνθημα. Εγώ ζω ξένος αλλού και πια ξένος από την πόλη μου, κι ας την αγαπάω.

GatheRate

Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2011

Κάστανα: μια χριστουγεννιάτικη ανάρτηση

Για μένα τα μπλογκ είναι ένα κειμενικό είδος στο οποίο πας από τη ζωή απευθείας στη γραφή. Πολλές φορές, πας από την ανάγνωση στη ζωή και από εκεί στη γραφή.

Διάβασα αυτό και αυτό. Μου άφησαν κυρίως μια διάθεση, αυτή της αναζήτησης της χαράς, της λάμψης των ψηγμάτων χαράς που ανακαλύπτει κανείς κοσκινίζοντας βουνά ολόκληρα καθημερινότητας για να τα βρει μέσα στα απλά πράγματα: ένα κυριακάτικο τραπέζι με την οικογένεια, ένα γλεντάκι Αλβανών κάτω από σκληρά φώτα. Δεν είναι αυτά τα βουνά που θα κοσκίνιζα εγώ, αλλά δεν έχει απολύτως καμμία σημασία αυτό, σημασία είχε η σύγκλιση της διάθεσης των δύο κειμένων.

Σήμερα η μέρα δε μου πήγε καλά. Όχι από άποψη συμβάντων. Εξωτερικά δεν έγινε τίποτε. Αλλά να, όλα πια τείνουνε να γίνουν ενοχή. Πάντα χαιρόμουν τη μεγαλύτερη νύχτα του χρόνου. Πάντα περίμενα το λίγο και πολύτιμο κρύο στην πόλη μου. Τώρα είναι κι αυτό πηγή ενοχής: γυρνώντας σπίτι από φαγητό αργά την Παρασκευή 25 Νοεμβρίου, πέρασα τόσους άστεγους κουκουλωμένους και χωμένους στις εσοχές της Βουλής και της Νίκης (πόσο ταιριαστά ονόματα για δρόμους όπου κουρνιάζουν άστεγοι) που για πρώτη φορά στη ζωή μου ο ερχομός του χιονιά δεν ήταν προσδοκία κι απαντοχή καθαρή, παρά λεκιασμένη με ενοχή. Τώρα που επιτέλους έρχεται ο χιονιάς, πώς να τον χαρώ.

Με τούτα και μ' εκείνα βάρυνα. Κατεβήκαμε λοιπόν στην τάφρο στην Παλιά Πόλη, στο χριστουγεννιάτικο λούνα παρκ. Λίγο τα φώτα, λίγο οι χαρούμενες φάτσες: άνοιξε η καρδιά μου. Μπήκαμε στον μεγάλο μύλο. Ξεκίνησε. Ανεβαίναμε πάνω από την πόλη, φώτα, φωτισμένες λεωφόροι, χριστουγεννιάτικοι διάκοσμοι, αυτοκίνητα, το ξενοδοχείο Σαράι, φωτεινές επιγραφές, το τζαμί, ο πύργος του Σιακόλα, το φωτισμένο περίγραμμα της μεγάλης σημαίας των Τούρκων στο βουνό, φώτα μακρινών χωριών, όλα απλώνονταν πανοραμικά από κάτω μας. Μετά στου κύκλου το γύρισμα ξανακατεβαίναμε. Το Κορίτσι μου ήταν ενθουσιασμένο, κοιτούσε με απορία και ενθουσιασμό, κράμα απορίας κι ενθουσιασμού που δεν είχα ξαναπροσέξει. Καθώς γύριζε ο τροχός και ξανανανεβαίναμε της είπα "κοίτα, μωρό μου, η πόλη όπου γεννήθηκες" και άκουσα τη φωνή μου να σκοντάφτει. Ένιωσα το ασυνάρτητο φολκλόρ της πόλης, αυτό που χωροταξικά και σα βιωμένος χώρος με τυραννάει δέκα ολόκληρα χρόνια, να εξαχνώνεται ξαφνικά, σαν από μαγικά. Και εκείνη κοιτούσε την πόλη από κάτω, μια πόλη χωρίς λόφους και εξάρσεις στο ανάγλυφο, την πόλη που γεννήθηκε.

Βγήκαμε από τον μύλο και πήγαμε στο παγοδρόμιο. Κάτι καλοφτιαγμένοι τύποι, εικοσάρηδες, πατινάρανε με ζηλευτή χάρη και θαυμαστή ταχύτητα. Εντυπωσιακό θέαμα. Κοιτούσα σα χαζός. Κοιτούσε και το Κορίτσι μου όλο θαυμασμό. Οι ανάσες μας αχνοί. Δύο έφηβοι, ραντεβού μάλλον, περισσότερο χαριεντιζόντουσαν πατινάροντας: αυτοί δεν είχαν ιδιαίτερη χάρη αλλά διασκέδαζαν την ασταθή ισορροπία τους πάνω στον πραγματικό πάγο. Σκέφτηκα τι υπέροχη χαρά να είσαι έφηβος και να χαίρεσαι αυτές τις στιγμές στον πάγο, να μαθαίνεις τη δεξιότητα της ασταθούς ισορροπίας. Κι αμέσως, απροσδόκητα και χωρίς κανένα προοίμιο, σπάζοντας τη μελαγχολική μανιέρα μου του "θέλω να είμαι άλλος και θέλω να είμαι αλλού", σκέφτηκα, ένιωσα, μου 'φεξε (δεν ξέρω ποιο) ότι ήμουν κι εγώ υπέροχα χαρούμενος να παρακολουθώ αυτό το θέαμα μαζί με το Κορίτσι μου, να νιώθω τον πάγο, να έχω βρει ένα δεύτερο ψήγμα χαράς μέσα σε τόσο λίγο χρόνο, μέσα στην τάφρο κάτω από τον προμαχώνα Κωνστάντζα. Πήραμε ωραία ζεστά κάστανα, άχνιζαν και έλιωναν στο στόμα. Έφαγα κι εγώ, που δεν τρώω κάστανα.

Γυρίσαμε σπίτι: φωτάκια στο δέντρο, φωτάκια πάνω στις βιβλιοθήκες. Χαμογέλασα, ως κάποιος που πάντοτε εκτιμούσε περισσότερο τα φώτα μέσα στο σκοτάδι. Κάθησα να γράψω αυτό. Από την ανάγνωση στη ζωή, από τη ζωή πίσω στη γραφή. Τη μεγαλύτερη νύχτα του χρόνου.

GatheRate

Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2011

Άλεφ, Λαμ, Μιμ

Σκόρπια νήματα που γνέθονται στο διάστημα μιας ημέρας. Ίσως να καταφέρω να τα πλέξω μαζί αλλά μάλλον τελικά μαλλιά κουβάρια θα καταλήξουν.

Μου είπε το καλοκαίρι ο φίλος μου ο Θ. ότι με προτιμάει όταν δεν είμαι καταγγελτικός. Το θυμήθηκα αυτό απότομα λίγο πριν το μεσημέρι σήμερα: όταν γράφω κάτι, βάζω τη φωνή μου να το διαβάσει όπως την ακούω μέσα στο κεφάλι μου. Λέω "όπως είναι μέσα στο κεφάλι μου" εξαιτίας αυτής της ιστορίας: όταν ήμουν 18 ήμουν ερωτευμένος (αλλά δεν το παραδεχόμουν) με τη Λίζα. Είχε προηγηθεί η χειρότερη χυλόπιτα της ζωής μου, από μια λεπτεπίλεπτη Έλενα που μύριζε σαπούνι: "Δεν μπορώ να είμαι μαζί σου, θα με συντρίψεις". Τέλος πάντων, παίρνω τηλέφωνο στο σπίτι της Λίζας (η οποία ήταν γυναικάρα) και το σηκώνει η αδερφή της, η οποία λέει δυνατά "Λίζαααααα, κάποιος που η φωνή του βγαίνει από νεροχύτηηηηη". Διαβάζω λοιπόν τα κείμενά μου όχι με τη δημόσια φωνή που βγαίνει από νεροχύτη, που πάσχει λέει από λόρδωση, αλλά με αυτή που ακούω μέσα στο κεφάλι μου. Όμως εδώ και κανα-δυο χρόνια, τα καταγγελτικά και τα οργισμένα κείμενα μου χτυπάνε κάπως, ακούγονται και μέσα στο κεφάλι μου σαν να βγαίνουν από νεροχύτη, με μια φωνή ξινή και υποκριτικά (και μόνο) αγέρωχη, με μια φωνή που ασώματη άτεχνα υποδύεται τον μισάνθρωπο. Δε μου λέει πια τίποτε αυτή η φωνή

Επιστρέψαμε στα συνθήματα. Δε θα μείνουμε για πολύ εκεί. Ευτυχώς. Ήρθε πια η ώρα του λόγου.

Άκουγα το Bleibtreu Café των Κατσιμιχαίων.

Με πήραν από τη δουλειά (Σάββατο είναι σήμερα, ναι) για να ετοιμάσω κάτι. Επειγόντως. Τι εννοούν, για αύριο; Είμαι ιεροψάλτης και δεν το ξέρω; Εγώ ποίηση θέλω να διαβάσω (Εμπειρίκο) και να δω καμμιά παλιά αγαπημένη ταινία (τι τα μαζεύουμε τα ντιβιντί).

Διάβασα αυτό. Μου άρεσε πολύ. Πάντοτε με αναστάτωνε η καταπίεση των γιορτών, με ανησυχούσε αυτή η επιταγή να χαρείς ντε και καλά. Μετά με πάγωνε η κούραση και το άδειασμα εκεί μετά το απόγευμα και προς το σούρουπο κάθε μεγάλης γιορτινής μέρας, όταν οι γυναίκες έπρεπε να μαζέψουν κόκαλα, να πλύνουν πιάτα, να ευπρεπίσουν κάπως τα γιορτινά σαλόνια και τις γιορτινές αυλές, να αναστενάξουν "πάει και φέτος", ενώ οι άντρες βάραιναν, νύσταζαν, ψιλοκοιμόντουσαν. Θυμήθηκα το μυστικό της φίλης μου της Σ.: σινεμά το βράδυ, ανήμερα τα Χριστούγεννα και το Πάσχα (πιο δύσκολο το Πάσχα).

Αν χάσουμε το χιούμορ μας, καήκαμε. Έχασες το χιούμορ, έχασες την αξιοπρέπειά σου, έγινες χειρότερα από καζαντζίδης, έγινες γραφικό κακέκτυπο ενός καζαντζίδη. Χρειαζόμαστε περισσότερο γέλιο.

Τη μελαγχολία τη σπούδασα χρόνια: να ξυπνάς το πρωί και να αισθάνεσαι μια γρανιτόπλακα να σου πλακώνει το στήθος, να κοιτάζεις μια οθόνη άπρακτος για 20 λεπτά, να νιώθεις τη ζωή σου σπαταλημένη. Κι αν καταφέρεις να αποφοιτήσεις από εκεί, δε θες με τίποτα να ξαναγυρίσεις πίσω στα θρανία της. Πάνε χρόνια που αποφοίτησα, όχι πολλά, αλλά φαίνονται τόσο γεμάτα όσο εκείνο το καλοκαίρι μετά την Γ' Λυκείου. Και περισσότερο.

GatheRate

Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2011

Λόγος και (οινό)πνευμα

Πριν 5-6 χρόνια, όταν δούλευα στο παλιό μαγαζί, ήρθε μια αντιπροσωπεία από τη Λιθουανία να συζητήσει προοπτικές συνεργασίας μαζί μας. Γιατί και πώς μη με ρωτάτε, πάντως είχαμε διάφορα μήτινγκ με κάτι κυρίες κι έναν κύριο από ταινία του Makavejev. Τέλος πάντων, πριν φύγουνε για τη Λιθουανία, μου άφησαν πεσκέσι ένα μπουκάλι 250ml που περιέχει ένα καραμελόχρωμο υγρό, απόσταγμα υποθέτω. Λέγεται Starka. Μόλις το είδαν οι συνάδερφοι (το είχα πάνω στο γραφείο) άρχισαν τα "εεεε, δε νομίζω να το πιεις αυτό" κτλ. Έτσι έμεινε σφραγiσμένη η Starka, από γραφείο σε μετακόμιση, κι από ντουλάπι σε μπαρ. Απόψε ήρθε η ώρα να την ανοίξω.

Επειδή όμως είναι πιθανό να μου προκαλέσει τύφλωση ή άλλα κουσούρια φρικτότερα, ξεκινάω:

Debating societies, ooh, very stimulating

Διάβασα σήμερα στον Ζενάκο αυτό. Έμεινα λιγάκι γιατί κατάλαβα τι ήταν αυτό το πράμα για το οποίο βούιζε το τουίτερ τις προάλλες αλλά και σήμερα.

Κατ' αρχήν, ως κάποιος που έζησε 6 χρονάκια στη Βρετανία, ένιωσα ελαφρά θυμηδία στη σκέψη ότι οι εκδηλώσεις μιας debating society (που έφτιαχναν κι αφισάκια με το εβδομαδιαίο τους θέμα ως "This House believes that...") θεωρούνται σοβαρό γεγονός που θα παραγάγει πολιτικό λόγο, και ενδεχομένως και πολιτική σκέψη, και το οποίο θα παρακολουθείται επί πληρωμή. Για όσους δεν είναι εξοικειωμένοι με αυτόν τον θεσμό, αποτελεί επιβίωμα των ρητορικών αγωνισμάτων των μεσαιωνικών πανεπιστημίων (π.χ στη Σορβόννη των Σχολαστικών φιλοσόφων) και -- όπως και τότε -- έχει παιδαγωγικό χαρακτήρα. Κάγχασα στο ότι ο συντονιστής ενός τέτοιου αγωνίσματος εν έτει 2011 θα ήταν τόσο ανόητος (και να μου συγχωρεθεί η έκφραση: αποφεύγω να αποδίδω χαρακτηρισμούς σε ανθρώπους) ώστε να ξεστομίσει τη φαιδρή αβελτηρία πως "η διακομματική συναίνεση στην ψήφιση του νόμου «πέρασε στην κοινωνία»".

Εδώ επιλέγω να σταθώ στα εξής σημεία, πάντα από το κείμενο του Ζενάκου:
«Μα δεν μπορούν τα αμφιθέατρα να είναι καθαρά, όπως αυτό εδώ όπου βρισκόμαστε;» Σημειώνω ότι το debate λάμβανε χώρα στο θέατρο του Κολεγίου Αθηνών, του ακριβότερου ιδιωτικού σχολείου της χώρας.
 Sic et non, που θα έλεγαν και οι μεσαιωνικοί συντονιστές των αντίστοιχων αγωνισμάτων. Ναι, ισχύει παγκοσμίως η γενίκευση ότι ό,τι πληρώνεις το σέβεσαι. Παράλληλα, όμως, τα χάλια των ελληνικών αμφιθεάτρων οφείλονται κυρίως στη γενικευμένη απαξίωση του δημόσιου χώρου στην Ελλάδα (τα έχω ξαναγράψει αυτά): ο δημόσιος χώρος στην Ελλάδα είναι νομανσλάνδη. Αυτό φαίνεται από τις πρακτικές της θείτσας Μαριγώς, που έχει αυλή λαμπίκο και σπίτι να ντρέπεσαι να πατήσεις αλλά πετάει τα σκουπίδια στο άδειο οικόπεδο, στον δημόσιο δρόμο, στον γιαλό κτλ., μέχρι τον φοιτητή που σπάει εποπτικό εξοπλισμό ξεφτιλίζοντας την κατάληψη, από τη χαρούμενη οικογένεια που μαζεύει τα σκουπίδια της από το κωλομώλ, τα βάζει σε ροζ πλαστική σακούλα περιπτέρου, και τα σουτάρει στην άκρη του δρόμου, μέχρι το γκρούβαλο που παριστάνει τον φυσιολάτρη αλλά είναι απλώς γκρούβαλο.

Τέλος, γιατί πρέπει να είναι καθαρά τα αμφιθέατρα, κύριε Άγνωστέ μου; Μήπως επειδή το ελληνικό δημόσιο πληρώνει τα πανεπιστήμια πλουσιοπάροχα για την καθαριότητα, τη φύλαξη και την ασφάλεια των κτιρίων και για την υγεία φοιτητών και προσωπικού; Στο Πανεπιστήμιο Κρήτης (δε λέω τη Σχολή) τους έκοψαν τα λεφτά για χαρτί προ πενταετίας, φαντάζομαι τώρα να έχουνε ρεύμα 10 με 2...
οι θιασώτες του νέου νόμου της παιδείας, θα επιχειρηματολογούσαν ακριβώς ότι κάτι τέτοιο δεν θα ήταν εφικτό, διότι στο Πολυτεχνείο θα πετούσαν αυγά στους δημοσιογράφους του ΣΚΑΪ και κάτι χειρότερο στον ειδικό γραμματέα του υπουργείου Παιδείας,
Και πάλι sic et non. Σίγουρα στην Ελλάδα (όχι επειδή είμαστε μεσογειακοί και σάχλες) προτιμούμε την πάλη, τον χλευασμό, το γκάρισμα και την "ορθή σκέψη" από τον διάλογο, σκεφτείτε λ.χ. τους καθεστωτικούς συνδικαλιστές μας, τους ημιμαθείς λογίους μας, τα κομματικά στέλεχα που υλακίζουν κι αλυχτούν, τους ημιάγριους φυλάρχους-συγγραφείς μας και τους πανεπιστημιακούς με Άσπεργκερ (ενδημεί) -- ποιος θα κάνει διάλογο; Ο Αλέφαντος με τον Χαρδαβέλα; Παράλληλα, για σκεφτείτε, εδώ που βρισκόμαστε, να μου φέρουνε το μεγκασκάι και εκπροσώπους της δοτής κυβέρνησης Papademos να μας κάνουν προπαγάνδα κουνώντας μας το δάχτυλο προς 10 ευρώ το άτομο μέσα στο αμφιθέατρο δημοσίου εκπαιδευτικού ιδρύματος που προορίζεται να μετατραπεί σε Υπερκολλέγιο για Χρήσιμα Στελέχη. Ε έχει και η διανοητική υποτέλεια τα όριά της.

Ο κάλπικος λήρος

Ας το πάμε όμως λίγο παραπέρα. Το έχει συζητήσει κάπως και ο ολντμπόυ, π.χ. εδώ: παρά τους ρητορικούς διαγωνισμούς, τα καλοραμμένα ταγιέρ και την επίφαση ορθολογισμού στον μηντιακό λόγο και στον διάλογο με αναβαπτισμένους Βοριδαίους και σοφούς σχολιαστές, φοβάμαι ότι ο δημόσιος λόγος στην Ελλάδα πλέον πρωτογονίζει επικίνδυνα. Και πάλι, έχω γκρινιάξει πολλές φορές ότι δεν παράγεται σκέψη. Απόψε νομίζω ότι κάτι χειρότερο συμβαίνει: έχουμε πισωγυρίσει στον Κουτσόγιωργα, τον Τσοβόλα, τον Βαγγέλη Γιαννόπουλο και την Αυριανή, στα φλογερά κηρύγματα του προκατακλυσμιαίου ΚΚΕ και στη χυδαιότητα (το τονίζω: χυδαιότητα) του μετεμφυλιοπολεμικού Μίσους της Δεξιάς (που, αν είστε γεννημένοι μετά το '80, δεν ξέρετε μάλλον τι ανθρωποφαγικό κι αιμοδιψές πράμα είναι). Βεβαίως η χυδαιότητα, η αβελτηρία, ο λαϊκισμός, τα ουτοπικά παραληρήματα και ο διδακτισμός του μίσους αποδίδονται πια με όρους λογικοφάνειας, κομψευόμενου κυνισμού, της ανάγκης "να λέμε τα πράματα με το όνομά τους" (κι όχι "τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη": αυτό πια βρωμάει μεταπολίτευση), μιας Realpolitik με παρωπίδες, του φριντμανικού διδακτισμού: το ντισκούρ της κατάστασης εξαίρεσης.

Ποτέ δεν μας άρεσαν οι καλοί τρόποι, φράγκικα χούγια αυτά, μας έλεγαν οι νεορθόδοξοι τσομπαναρέοι τη δεκαετία του '80 και τα τέκνα που απέκτησαν με τη Μαλβίνα τη δεκαετία του '90. Η αλήθεια είναι ότι οι όποιοι καλοί τρόποι στον δημόσιο λόγο πάντοτε λειτουργούσαν προσχηματικά εδώ: ως άλλα μικροκίνι ή αστεράκια του Ταρατατά καλύπτουν τα πλούσια και εκρηκτικά ελέη μας, τον καυλωμένο αυταρχισμό μας. Δεξιό κι αριστερό, επαρχιώτικο κι αστικό.

Η σημασία του να μην είχες παπάρια (ποτέ)

Σε αυτό το σημείο θα πει κανείς ότι πήρα φόρα. Ίσως. Αλλά πώς να μην πάρεις φόρα. Αφού πια έχουμε βολέψει τον πούστη στο κοσμοείδωλό μας (γραφικός, αν πολυκουνιέται, και ακίνδυνος, ιδίως αν δεν πολυκουνιέται -- το ουσιώδες είναι να μη μιλάει) πρέπει να βρούμε καινούργιο μορμολύκειο, καινούργιο υλικό για τους λαζόπουλους του μέλλοντός μας: τις διεμφυλικές γυναίκες. Είδα π.χ. αυτό το τουιτάκι των Νέων κάποιου μπάμια που ριτουίταρε η murplejane· διάβασα κι έναν διάλογο κάπου στον οποίο ζητάγαν από μια διεμφυλική να μην παριστάνει την πραγματική γυναίκα γιατί είναι "τεχνητή", τη ρωτούσαν αν έχει οργασμούς (όπως οι "πραγματικές γυναίκες"), ζητούσαν τη γνώμη της για τον φεμινισμό και κάτι τέτοια (δεν μπορώ να βρω την πηγή). "Η πραγματική γυναίκα", λοιπόν. Αφού χάσαμε τη μάχη, σύντροφοι Πραγματικοί Άντρες, να ξεχωριζόμαστε μεταξύ μας, ας ρίξουμε τις προσπάθειές μας στο να ορίσουμε ετερόνομα τις Πραγματικές Γυναίκες, οι οποίες γυναίκες έτσι κι αλλιώς είναι βολικότερες να τις κουμαντάρουμε και να τις ποδηγετούμε από τη Γεωργική Επανάσταση και δώθε. Ναι, ακούγομαι σαν φιλάνθρωπος λευκός που βγάζει λόγο για τα δικαιώματα των μαύρων, οκέι, αλλά δεν μπορώ να μην αγανακτήσω όχι μπροστά στις μεταμορφώσεις του αυταρχισμού, αυτές είναι δεδομένες, παρά με την ευκολία που περνάει παντού, στο ότι περνάει στο ντούκου.

Αυτή η αγανάκτησή μου απέναντι στην πανδημία αυταρχισμού είναι κάτι διαφορετικό από τη γνωστή μου μίρλα για το πόσο κλειστή και πουριτανική γίνεται η κοινωνία μας, για το ότι ο κοινωνικός συντηρητισμός μολύνει τα πάντα. Ναι, αφού εκεί θέτε να πάτε (δε θα έρθω μαζί σας), ας γυρίσουμε στην αγροτοποιμενική ηθική που τόσο αγαπάτε (και μην ακκίζεστε αποκαλώντας την "βικτωριανή", άλλη φάση εκείνοι). Αλλά τουλάχιστον αφήστε κατά μέρος τις διαπομπεύσεις και τους χλευασμούς και τη δυνάστευση τη ζωής των άλλων.

Ηθική κι ευαισθησία

Μετά το (κατά τα φαινόμενα προσωρινό, με ιστορικούς όρους) τρομακτικό σοκ του ναζισμού, και χάρη και σε ανθρώπους όπως λ.χ. ο Ράσελ και οι υπαρξιστές, ο όρος ηθική πήρε για κάποιες δεκαετίες μια πιο σοβαρή και ουσιώδη σημασία στην καθομιλουμένη, από το είναι απλώς το παρατσούκλι για το κουμάντο στο κορμί της γυναίκας (από το κεφάλι της μέχρι τους αστραγάλους). Ξεκίνησε η επαναδιατύπωση της ηθικής και για τον απλό κόσμο με όρους του αν καταπιέζεις, αν κάνεις ληστρικούς πολέμους, αν κλέβεις, αν καταχράσαι, αν σκοτώνεις εξ αμελείας με τα προϊόντα και τα εργοστάσιά σου. Στον αγγλόφωνο κόσμο η επαναδιατύπωση πολύ χοντρικά αποτυπώθηκε στη διαφορά μεταξύ morality και ethics (που γινόταν όλο και πιο κοινόχρηστος όρος). Για λίγο ίσως, ο κόσμος δέχτηκε ότι ανήθικο δεν είναι να "απολαμβάνεις υπεύθυνα" αλλά να εκμεταλλεύεσαι και να καταπιέζεις, ο κόσμος υπέθεσε ότι το να πλουτίζεις ανεύθυνα ίσως να είναι ανηθικότερο από το να παίρνεις διαζύγιο ή να συνάπτεις ερωτικές σχέσεις με ελεύθερους ανθρώπους.

Μετά έγιναν όσα έγιναν. Επιστρέφουμε στη λογική της αστυνόμευσης, της περιχαράκωσης, του αυταρχικού ετεροκαθορισμού. Σε αυτές τις περιπτώσεις το πρώτο θύμα είναι η ελευθερία, π.χ. η διαδικτυακή (θυμήθηκα ένα ωραίο κείμενο της Niemandsrose που είχε βγει στην Ελευθεροτυπία για την ψευδωνυμία -- σε λίγα χρόνια όσα λέει εκεί θα φαντάζουνε τόσο γραφικά όσο πλέον το σλόγκαν της Εμμανουέλλας, το "τίποτα δεν είναι λάθος αν είναι όμορφο"). Το δεύτερο θύμα είναι η αξιοπρέπεια, φαντάζομαι λ.χ. τηλεοπτικά πάνελ όπου ο καλεσμένος θα δίνει εξηγήσεις για την προσωπική του ζωή (και αν είναι διεμφυλική θα αποδεικνύει ότι είναι όντως γυναίκα επειδή, λ.χ., της αρέσουν τα παπούτσια και οι τσάντες). Το τρίτο θύμα είναι κάθε είδους ευαισθησία και κάθε είδους ευάλωτοι και ευαίσθητοι άνθρωποι. Το τελευταίο και ξεμοναχιασμένο θύμα είναι η χαρά. Ολονών.

Σκέτο λικεράκι η Starka. Τίποτε δεν έπαθα, ακόμα.

Η φωτογραφία είναι του Henrik Halvarsson

GatheRate

Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2011

Ποίηση

Κοιτούσα τον ωραίο ήλιο να φωτίζει το τοπίο, τα γυμνά δέντρα που μου θύμιζαν αγγεία που διακλαδίζονται, τα αγγεία της καρδιάς, μύριζα το νοτισμένο χώμα και ο κρύος πρωινός αέρας αντικαθιστούσε ακόμα και τον καλύτερο καφέ. Δεν είμαι καλύτερος από εκείνους που περιμένουνε να ζήσουν τις 2 βδομάδες του καλοκαιριού σε κάποιο μικρό νησί, στην παραλία που αγαπούνε, στο ουζερί που πάνε οι ντόπιοι και βλέπει τη θάλασσα από ψηλά. Κι εγώ τον σύντομο χειμώνα απαντέχω, τη ζεστασιά του σπιτιού, τα ρούχα που αγκαλιάζουν, τις ορατές ανάσες που εξαχνώνονται, τα βρεγμένα πεζοδρόμια που άξαφνα καθρεφτίζουν έναν μεταλλικό ουρανό.

Όχι ότι δεν έχω ζήσει καλοκαιρινά θαύματα, είπαμε: τα θαύματα, κινητές εορτές κι απρόβλεπτες, πέφτουνε πάντα καλοκαίρι. Θυμάμαι την Αστυπάλαια το 2009, που όταν γίνω γέρος και σεφέρης (όπως αρέσκεται να με σκυλοβρίζει ένας καλός φίλος, και ξέρει τι θα του ευχηθώ και να μη γελάει) θα ξέρω ότι εκείνες οι θεοτικές πέντε μέρες (μόνο πέντε ήταν; δε θυμαμαι) στην Αστυπάλαια ήταν η μαγευτική εισαγωγή σε ένα νέο έργο στη ζωή μου (ναι, αν το "εισαγωγή" θυμίζει όπερα είναι επειδή, ε, εντάξει, συνεννοηθήκαμε). Και δεν είναι μόνο η Αστυπάλαια, τα έχω ξαναπεί, δε δίνω το λινκ γιατί έχω φίλους (τρεις τον αριθμό) που ψάχνουν ευκαιρία να με ξεχέσουν κάθε φορά που θα θυμηθούνε την ύπαρξή του εν λόγω ποστ. "Νησιωτικά συμπλέγματα" λέγεται -- χοχό.

Όμως εμένα οι καλοκαιρινές στιγμές μου είναι τον χειμώνα. Τον χειμώνα που μου λείπει τόσο πολύ εδώ και δέκα χρόνια.

Ίσως τελικά η ποίηση που ψάχνουμε στο καλοκαίρι και η ποίηση που ψάχνω στον χειμώνα να είναι η ίδια, κάποιου είδους άνοιγμα ταυτόχρονα με μιας μορφής αγκαλιά. Άφημα ίσως.

GatheRate

Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2011

Μιθριδατισμός

Έβλεπα το πρωί πριν φύγω για τη δουλειά ένα ντοκυμαντέρ για τον Θοδωρή Καλλιφατίδη. Επειδή το μυαλό μου ξυπνάει μετά τις 11, συγκράτησα το εσωτερικό του σπιτιού του στην Στοκχόλμη (την οποία πρόφερε 'Στοκόλμη'), τη γειτονιά του και ένα απόσπασμα (βιβλίου του; δε θυμάμαι) όπου έλεγε για τα μεγάλα λόγια στην Ελλάδα.

Τα μεγάλα λόγια στην Ελλάδα είναι κυρίως θέμα ρητορείας και στόμφου. Ο στόμφος δεν εγκαταλείπει κανέναν μας, ακόμα και όταν τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα. Όπως στις ιταλιάνικες όπερες, πρέπει να πεθάνουμε καλλιεπώς, καλολογικώς και με τον πομπώδη τρόπο που μας αρμόζει, μια κι είμαστε Έλληνες ρε.

Τα μεγάλα λόγια είναι και ζήτημα συναίσθησης του τι λέμε. Εδώ και χρόνια, ο δημόσιος λόγος αντιμετωπίζεται ως ένα φόρουμ έκφρασης χαλαρό, άνετο και ανοιχτό στο θυμικό. Ακόμα ακριβέστερα, ο δημόσιος λόγος αντιμετωπίζεται όπως ο δημόσιος χώρος: σαν μια απέραντη χαβούζα και χωματερή, μια νομανσλάνδη όπου ο καθένας αφήνει από γόπες μέχρι μπάζα. Ο καθένας λέει ο,τι θέλει και συνέπειες δε θα έχει. Απ' ό,τι φαίνεται, μάλιστα, τώρα πια που όλοι διολισθαίνουνε χαρωπά προς τα δεξιά με χάρη κούτσουρου που το παίρνει ο χείμμαρος, γίνονται ταυτόχρονα και όλο πιο χυδαίοι, ώστε κάτι προ εξαετίας παράπονά μου να φαντάζουνε πια σαν εστέτ καούρες.

Η μεγάλη φθορά του δημόσιου λόγου όμως προέρχεται, νομίζω, από το εξής: επί δεκαετίες είμαστε (;) μάρτυρες μιας συλλογικής ηθικής κρίσης. Δεν εννοώ δασκαλίστικες ανοησίες όπως "ζήσαμε πέρα από τις δυνατότητές μας". Εννοώ την πασοκοθρεμμένη διαστρέβλωση των κοινωνικών αγώνων σε αγώνισμα λαφυραγώγησης προνομίων. Εννοώ την υιοθετηση ενός αγέλαστου και βαθύτατα ντεκαυλέ καταναλωτισμού ως ιδεολογίας μας. Εννοώ τον θηριώδη και ληστρικό εθνικισμό από το '92 και μετά. Εννοώ την νίκη της απονιάς παράλληλα με την αποθέωση των αγροτοποιμενικών ηθών και την επικράτηση του σολιψισμού. Κουτουλού, κουτουλού, κουτουλού... Κατά τη διάρκεια αυτής της ηθικής κρίσης, και ενώ όλα έβαιναν καλώς λίγο πολύ, ο πολιτικός λόγος έγινε πληθωριστικός ανεξέλεγκτα. Δεν αρκούσαν τα πολλά, τα θέλαμε όλα. Δεν αρκούσε η ανευθυνότητα, έπρεπε να είναι προδοσία. Δεν αρκούσε το λίγο, ζητούσαμε το τίποτα. Οι πολιτικοί πομφόλυγες θάμπωσαν όσους παρήγαν δημόσιο λόγο, ήθελαν κι αυτοί να φτιάχνουν ωραίες και μεγάλες φούσκες που ιριδίζουν. Τα πάντα συζητιούνταν ωσάν να αποτελούσαν διακύβευμα πελώριο, σαν να ήταν θέματα ζωής και θανάτου.

Και φτάσαμε λοιπόν να μας κουνάνε το δάχτυλο οι Ιππότες του Τάγματος της Περικνημίδος, ο συνονόματος αείμνηστου κωμικού συγγραφέα, ένας με ονοματεπώνυμο που ούτε ο Νίκος Φώσκολος δε θα σκαρφιζότανε και κάτι άλλοι που δεν έχουνε μπλοκάκι αλλά μισθό. Και φτάσαμε τα λόγια να μη σημαίνουν τίποτα, να μην μπορείς να μιλήσεις για τίποτε πια χωρίς να ακούγεται σα μουσική για ασανσέρ. Να μην μπορείς να κάνεις διάλογο για τίποτα χωρίς να αντιμετωπίζεις τη συγκατάβαση ημιμαθών, ανοήτων, πουλημένων. Έχουμε μιθριδατιστεί στον δημόσιο λόγο, τίποτα δε μας πιάνει πια, ό,τι κι αν πάρουμε, όσο υψηλή κι αν είναι η δόση.

Γιατί τα λέω όλα αυτά. Γιατί ελπίζω ότι κάτι καλό θα μπορούσε να έρθει. Σκέφτομαι την αυριανή επέτειο της αυθόρμητης εξέγερσης του '08. Σκέφτομαι ότι δεν πάσχει ο λόγος και η γλώσσα, δεν πάσχουμε σαν κοινωνία, αλλά ότι πρέπει επιτέλους να αποτινάξουμε τον ζυγό των καθεστωτικών Μέσων από πάνω μας. Μετά ίσως μιλήσουμε ξανά σαν άνθρωποι. Στο μεταξύ, μπορούμε να δράσουμε κιόλας.

GatheRate

Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2011

Μέχρι πρόσφατα


Ό,τι δε γίνεται, θα γίνει
κι όσα χαθήκαν θα ξαναγεννηθούν.

Μέχρι πρόσφατα πίστευα στα χαμένα χρόνια, στα σπαταλημένα νιάτα, στις χαμένες ευκαιρίες· πίστευα στο ανεκπλήρωτο και στο "ποτέ". Μέχρι πρόσφατα ένιωθα να είμαι βάρος στις ζωές των άλλων, μια περιττή πολυτέλεια γι' αυτούς και μια επιπλέον δυσκολία (είμαι δύσκολος άνθρωπος). Ταραζόμουν πολύ εύκολα, θλιβόμουν ευκολότερα, θύμωνα χωρίς καθόλου προσπάθεια. Μόνο πείσμα είχα πάντα, και πολλές φορές τίποτε άλλο. Μέσα δειλός, έξω χειμαρρώδης. "Στην πραγματικότητα είσαι πολύ σκοτεινός τύπος", μου είπε κάποια ξωτική μορφή σε μια μικρή κουζίνα στα Εξάρχεια πριν πάρα πολλά χρόνια. Τότε κολακεύτηκα, δε θα έπρεπε ίσως.

Δεν έχω ιδιαίτερα εξομολογητική διάθεση. Απλώς θυμήθηκα μια βραδιά με πυροτεχνήματα στο Λονδίνο, Ιούλιος ήταν. Δεν έπαιρνα βεβαίως καμμία πρωτοβουλία (άλλωστε, όπως οι βρυκόλακες, αν δεν προσκληθώ δεν παίρνω πρωτοβουλία να διαβώ κατώφλια) αλλά μάλλον οι προθέσεις μου ήτανε σαφείς. "Ξέρεις, έχω σοβαρή σχέση", είπε. "Ναι", απάντησα. "Το ξέρω". Ίσως να είπα και "δε με νοιάζει" κιόλας. Δε θυμάμαι. Μέχρι πρόσφατα, αυτή ήτανε μία από τις λίγες στιγμές που δεν αισθάνθηκα να πρήζω και να ζαλίζω τους άλλους. Μεχρι πρόσφατα, μέχρι πριν περίπου δύο-τρία χρόνια. Τότε, πριν δύο-τρία χρόνια, εκεί σιγά σιγά άρχισα να ξεμαγκώνω: να νιώθω ξανά ζωή, να βλέπω καινούργια χρώματα, να ανοίγουν νέοι τόποι εντός. Σιγά σιγά, με πολλές αφορμές.

Και τελικά είναι μικρή η απόσταση από την αγωνία μέχρι τη χαρά, από την ανασφάλεια μέχρι τη γαλήνη, από την ταραχή των λογισμών μέχρι το να βουτήξεις από ψηλά (χωρίς να σκας για τη στιγμή που θα σκίσεις την επιφάνεια του νερού και τον αφρό που θα σηκώσεις). Πιο μικρή απ' όσο νόμιζα μέχρι πρόσφατα.

Βούτα, ρε συ, βούτα. Κι ας σηκώσεις νερά. Ή για να το πω όπως το αισθάνομαι πιο κοντά μου (αφού είμαι χειμερινός τύπος):

Περπάτα χωρίς ομπρέλα, τρέχα κιόλας. Κι ας ρίχνει. Κι ας γίνεις μούσκεμα.

GatheRate

Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2011

Μακάριοι οι πενθούντες, ότι αυτοί παρακληθήσονται

στον Ν.Ξ., απόψε

Όχι νεκρολογία
Έφτασα νωρίς το πρωί για το μνημόσυνο, είχα χρόνο να σκεφτώ και να αντιδράσω. Περνούσα μέσα από την Κυψέλη της αγάπης: οδός Σπετσών, πλατεία Κυψέλης, οδός Κύπρου. Ο εκλιπών ήταν άνθρωπος παλαιού τύπου, προοδευτικός και ανοιχτόμυαλος με έναν τρόπο που δεν μπορούμε πια να κουβεντιάσουμε καν. Παντρεμένος 60 χρόνια, αγαπημένος με τη γυναίκα του με έναν τρόπο που δεν μπορούμε να εντάξουμε πια στα στεγνά και στεγανά μας μέτρα, στον μονολιθισμό του καθωσπρέπει μας. Η κόρη του ήταν ο πρώτος μου έρωτας, όσο μπορεί να πει κανείς έρωτα τον απεριόριστο θαυμασμό και προσκόλληση ενός γητεμένου εντεκάχρονου για μια γυναίκα όμορφη, ευφυή, ψαγμένη και είκοσι χρόνια μεγαλύτερή του. Ο εκλιπών την έχασε με τον πιο σπαρακτικό τρόπο που μπορεί να φοβηθεί κανείς και έζησε άλλα 25 χρόνια δυνατός από πείσμα και αγέρωχος σαν πρωτότοκος, αλλά με μια τεράστια τρυπα να χάσκει μέσα του, μια τρύπα που φρόντιζε να στολίζει με κομψές γραβάτες.

Οι πενθούντες
Στα σαράντα του λοιπόν κοιτούσα τους πενθούντες. Συνήθως οι πενθούντες με κάνουν να δακρύσω. Κοιτούσα λ.χ. τη γυναίκα του εκλιπόντος το πρωί. Τι πράγμα, να χάσεις έναν άνθρωπο με τον οποίο έζησες πρόθυμα 60 χρόνια. Η γυναίκα του με έχει σαν τον γιο που δεν έχει. Αφού πέθανε ο άντρας της, με πήρε στην κουζίνα, καθήσαμε μαζί. Μου έσφιξε το χέρι. Μου μίλησε για τις τελευταίες μέρες του. Κάποια στιγμή σταμάτησε και μου είπε: Πάει ο θείος σου, έγινε παραμύθι. Και μετά συνέχισε να αφηγείται.
Οι Μακαρισμοί είναι τόσο σωματικό κήρυγμα, τόσο γήινο, τόσο ταπεινό, τόσο ανθρώπινο που κομπλάρει ερμηνευτές και θεολόγους επί 20 αιώνες. Θυμάμαι ταρζανικές ερμηνείες του Μακάριοι οι πενθούντες ότι αυτοί παρακληθήσονται. Ότι και καλά οι πενθούντες δεν είναι όλοι μας όσοι χάσαμε και θα χάσουμε τους αγαπημένους μας, αλλά -- ξέρω γω -- οι μάρτυρες του Χριστού, οι μοναχοί, όσοι πολεμήθηκαν στο όνομά Του κτλ. Ντάξει, δεν ξέρω. Νιώθω πάντως ότι αν οι Μακαρισμοί δεν είναι κουβέντες ενός ραββίνου μιας εποχής τουρλού σαν τη δική μας (όταν η γνώση καθιζάνει, η ελευθερία γίνεται προσχηματική ηρωδιάδα και η ανθρώπινη ζωή και το ανθρώπινο σώμα κόβονται οικόπεδα και κηδεμονεύονται από τους πλειοδότες) αλλά, ξέρω γω, ο λόγος του Θεού, τότε Μακάριοι οι πενθούντες σημαίνει "μακάριοι όσοι πενθούν".

Οι διανοούμενοι και το πένθος
Θεολογώ; Ποτέ και με τίποτα. Αλλού το πάω. Οι διανοούμενοι, και δεν εννοώ οργανικούς διανοούμενος αλλά όσους εξετάζουν τον βίο, όσους παράγουν υπεραξία σκέψης, έχουνε μεθοδικά κι επίπονα καταφέρει να επεκτείνουν εντυπωσιακά τα όρια της φούσκας τους, του υποσύνολου του κόσμου που ερμηνεύουν, πάνω στο οποίο τα εργαλεία τους μπορούνε να βγάλουνε δουλειά. Έχουν ακόμα καταφέρει να αγκαλιάσουν "τον πούστη, την πουτάνα και τον κλέφτη", έστω πατερναλιστικά, έστω προσχηματικά, έστω συμβολικά. Αυτό που δεν μπορούν να κουμαντάρουν είναι η αρρώστια και το πένθος. Εκεί η παρηγοριά είναι στα χέρια Αυτού που επικαλείται ο Ραββουνί. Εκεί, στην καλυτερη περίπτωση, είμαστε ακόμα στους Στωικούς και στον Επίκουρο (τέλος πάντων). Εκεί ο λόγος είναι η αμηχανία. Η μεγάλη αμηχανία.

Η Μεγάλη Αμηχανία
Η Μεγάλη Αμηχανία μάς πάει. Είναι η Αμηχανία της εποχής: μια φουρνιά δογματικών και ιδεολόγων αφανίζουν τον πλούτο του κόσμου, συσσωρεύοντάς τον υπό το μόδιον, όπως προηγούμενες φουρνιές σφαγίασαν λαούς ολόκληρους. Όσοι το αντιλαμβάνονται είναι αμήχανοι. Είναι αμήχανοι γιατί ίσως είναι διανοούμενοι. Είναι αμήχανοι επειδή, ως διανοούμενοι, δε γνωρίζουν πώς πραγματικά ζουν όσοι γίνονται πραγματικά φτωχοί. Είμαστε (για να μην το παίζω ότι είμαι απόξω) αμήχανοι επειδή βλέπουμε αριθμούς και συλλογικές τάσεις και στάσεις και μάζες και κινήματα και πολιτικές και τους μηχανισμούς της ιστορίας και τις δυναμικές της κοινωνίας αλλά όχι τις εκατομμύρια ατομικότητες, τη μεγάλη συλλογικότητα, που δεν μπορεί να πάψει να μιλάει για τα λεφτά, όπως δεν μπορεί ο στερημένος να πάψει να μιλάει για έρωτα. Και χειρότερα, πολύ χειρότερα: φτύστε αυτή την ανοησία, τη φενάκη του παραλληλισμού, τη μεθοδολογική φαρμακεία της μεταφοράς: "μπορεί να πάψει να μιλάει για τα λεφτά, όπως δεν μπορεί ο στερημένος να πάψει να μιλάει για έρωτα". Μαλακίες. Αυτό που ζουν οι άνθρωποι τους οποίους δημοσιονομικές πολιτικές, το διεθνές εμπόριο και η βαρβαρότητα του κεφαλαίου (όπως η αγριότητα των ιδεολογιών κατά τον εικοστό αιώνα) αφανίζουν αγεληδόν δεν το καταλαβαίνεις εσύ που με διαβάζεις στην οθόνη σου, ούτε εγώ που το γράφω στη δικιά μου. Καταστρέφονται ζωές, κανονικά. Άνθρωποι πεθαίνουν και θα πεθάνουν. Οι αδύναμοι θα εξαχρειωθούν. Αυτό είναι πένθος. Αυτό είναι πόνος, εξαθλίωση (γιατί ο πόνος εξαθλιώνει), αυτό είναι πένθος. Τα υπόλοιπα είναι φτενές ρητορείες. Όπως και αυτή η μαλακία που γράφω τώρα.

Το πενθος των άλλων
Η Μεγάλη Αμηχανία, η μεγάλη αντάρα, θα σηκωθεί όταν νιώσουμε το πένθος των άλλων. Γιατί οι πενθούντες είναι εξορισμού τσακισμένοι στη μέση και βουβοί.

GatheRate

Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2011

Οι δούλοι δεν έχουνε λίμπιντο

per un amico, il miglior fabbro

Σε τέσσερα σημειώματα. Όσοι έχουν εξουσία δεν ορίζουν τη γλώσσα (όπως λένε κάτι καμένα γαλλάκια), αλλά κουμαντάρουν ονόματα, τίτλους και όρους. Κι αυτό όμως είναι συχνά (υπερ)αρκετό για να πατήσεις κάτω τον αδύναμο και τον υποτελή.

Γεράματα
Με πιάνει φανάρι μπροστά στην ελληνική πρεσβεία. Μπροστά μου πεζή κυρία ηλικιωμένη (θα επάνερθουμε σε αυτό) κουτσοπερνάει τον δρόμο, πολύ αργά. Αρθριτικά, οστεοπόρωση, ίσως και τα δύο, την κάνουνε να δείχνει αυτό που λέμε σκεβρωμένη. Φοράει πλεχτή ζακέτα μηχανής, ακρυλική φούστα μάλλον κινέζικη, τα μαλλιά της είναι γκρίζα και με το γνωστό κοντό κούρεμα της ηλικίας της. Γνωστά πράγματα, τετριμμένα. Το πρόσωπό της δείχνει πάρα πολύ κουρασμένο. Όχι βαριεστημένο, όχι με το βλέμμα αδειανό, που λένε, ούτε ενοχλημένο, ούτε αγχωμένο. Απλώς κουρασμένο. Σκέφτομαι διάφορα, σχεδόν αστραπιαία, για όση ώρα παίρνει να γίνει το φανάρι πράσινο. Ηλικιωμένη. Ποια είναι η ηλικία της; Πόσο χρονών να 'ναι; Εξήντα; Εξηνταπέντε; Όσο δηλαδή ευκατάστατες γυναίκες που δεν εξαρτώνται από τη μεγαλοφροσύνη παιδιών, όπου υπάρχουν, τη μεγαλοθυμία νυφάδων και γαμπρών, την επιβίωση και τη σύνταξη του συζύγου: κάτι καθόλου ηλικιωμένες κυρίες των εξηνταφεύγα και των εβδομήντα, που αλλοιώνουν προς τα πάνω το δείγμα των ερευνών διάφορων ινστιτούτων σεξολογίας σχετικά με το πότε εγκαταλείπει οριστικά την πάλη των κορμιών η "μέση" γυναίκα. Επιστρέφω στην πεζή κυρία, που πια έχει φτάσει στο πεζοδρόμιο και σκέφτομαι τους ωκεανούς πλήξης μέσα στην καθημερινότητά τους, πλήξης που διαχειρίζονται όλες αυτές οι "γιαγιούλες" των εξηντακάτι στήνοντας προσεκτικές ρουτίνες που προέκυψαν με δοκιμή και πλάνη. Αισθάνομαι αόριστη ενοχή.

Πουστάρες
Πίνω καφέ με τη συμβία (αν και δε θέλει να την αποκαλώ έτσι) και συζητάμε για έναν καλό μας φίλο που έχει πολύ υπεύθυνη και υψηλή θέση σε μεγάλη εταιρεία. Είναι επίσης ανοιχτά γκέι. Η συμβία Ζ αναρωτιέται αν θα μπορούσε να χτυπήσει μια παρόμοια θέση σήμερα, αν θα τον προσλάμβανε η εταιρεία του εν έτει 2011. Στην αρχή δεν καταλαβαίνω: "μα έχει όλα τα προσόντα και με το παραπάνω", λέω. Η Ζ αναφέρεται στο ότι είναι ανοιχτά γκέι. "Μα όταν πήρε τη δουλειά οι εποχές ήταν πιο άγριες, άλλωστε πήρε προαγωγή πρόσφατα". "Η προαγωγή ήτανε το λιγότερο: αν ήταν στρέιτ ή κρυφή τώρα θα τον είχανε συνέταιρο κανονικό", λέει. Η αλήθεια είναι ότι δεν ήξερα τι να απαντήσω, και πραγματικά δεν ξέρω ακόμη. Έμαθα πρόσφατα για φίλο φίλου που του έχουνε κόψει εφτά ευκαιρίες προαγωγής γιατί έκανε το λάθος να πει ανοιχτά στον εργασιακό του χώρο (στον ιδιωτικό τομέα) ότι είναι γκέι. Η αλήθεια είναι ότι σε επίπεδο κοινωνίας διακρίνω αποδοχή των γκέι στα λόγια και ενσωμάτωσή τους με αντίτιμο τη γραφικότητα. Ίσως όμως κάνω λάθος.

Πουτάνες κι αγάμητες
(Βλέπετε ότι επιστρέφω στον εμβληματικό στίχο του πελώριου ΦΠ, παραφράζοντάς τον)
Δε θέλω να επαναλάβω αυτά τα πρόσφατα προφανή. Έκανα ναργιλέ (αυτά πίνουμε εδώ στο Μίτολ Ιστ) με τον φίλο μου τον Α., ο οποίος είναι εικαστικών προσανατολισμών και έχει μια κορούλα. Αφού θάψαμε την κοινωνία όλη, μου λέει απότομα και χωρίς εισαγωγή ότι ανησυχεί σε τι κόσμο θα μεγαλώσει το παιδί του. Νόμισα ότι μιλάει για τη φτωχεια που έρχεται και την απευθείας υποδουλωσή μας στο κεφάλαιο (χωρίς τη μεσολάβηση πολιτικής, κρατών, κυβερνήσεων κτλ). Όχι γι' αυτό, μου απαντάει, απλώς συνειδητοποιεί ότι η κοινωνία θα είναι πιο πουριτανική, ακόμα πιο πουριτανική: η γυναίκα θα είναι "ή πουτάνα ή αγάμητη, όπως τον καιρό των γονιών μας". Όταν λέμε πουτάνα ξέρετε τι εννοούμε: "καθ' έξιν" (σύμφωνα με παλιότερο νομικό λεξιλόγιο), όχι "κατ' επάγγελμα". Εννοούμε τον στιγματισμό της γυναίκας που επιδιώκει και χαίρεται τον έρωτα, και μάλιστα έξω από συμφραζόμενα σχέση-συμβίωση-γάμος. Έχει ξαναγίνει αυτή η κουβέντα και δε θέλω να την ξανανοίξω: το θέμα δεν είναι πόσο σεξ κάνεις, το θέμα είναι αν το φχαριστιέσαι. Το θέμα δεν είναι τι κάνεις, το θέμα είναι πόσο δικαιολογημένοι και δικαιωμένοι αισθάνονται οι γύρω σου να σε αξιολογήσουν και να σε κρίνουν με βάση αυτά που κάνεις. Το θέμα δεν είναι αν οι γυναίκες είναι πιο "απελευθερωμένες" (χάχα! ορολογία ΕΓΕ και δεκαετίας ογδόντα: πφφφφ) από τον καιρό που τις πάντρευαν-παντρευόντουσαν, τις γάμαγαν, τις έδερναν, τις γκάστρωναν ανέμελα και τους έβγαζαν το όνομα αν αντιδρούσαν σε κάποιο από τα παραπάνω, το θέμα είναι αν ακόμα οι άντρες την περνάνε ζάχαρη και οι γυναίκες, συγκριτικά μιλώντας, αμμοχάλικο.

Ναι, και;
Είχα το προνόμιο να διαβάσω το πρώτο δοκίμιο συνέντευξης της γνωστής ακτιβίστριας Πάολας Ρεβενιώτη (ναι, της τραβεστί), ξέρετε, της αντεξουσιάστριας που κυνηγούσαν οι ζυθοπότες αντεξουσιαστές άντρες (σχεδόν υπήρξα μάρτυρας μιας τέτοιας φάσης, πήγαινα Γυμνάσιο νομίζω, πάνε και κάτι δεκαετίες). Δε θέλω να πω πολλά για τη συνέντευξη πριν βγει. Απλώς λέω ότι η τύπισσα είναι μεγάλη μορφή. Φαίνεται άνθρωπος "παλαιού τύπου", να το πω κι έτσι: από τους ανθρώπους που έκαναν επανάσταση κι ακτιβισμό γιατί πρωτίστως ήτανε βαθιά φχαριστημένοι αλλά και με τσαγανό. Άνθρωποι με μίνιμουμ απαιτήσεις από τον κόσμο γύρω μας (τον κάλπικο ντουνιά κι έτσι) αλλά με μάξιμουμ διάθεση να περάσουνε καλά, να γλεντήσουν, να το φχαριστηθούν. Άνθρωποι που δεν φοβόντουσαν να φάνε ξύλο (καλή ώρα σαν κι εμάς), γιατί ήξεραν ότι λ.χ. ο ρόλος του μπάτσου εν Ελλάδι είναι να ρίχνει ξύλο κι όχι να πιανει κλέφτες, καταχραστές, φονιάδες. Άνθρωποι που δεν πίστευαν ότι η ζωή τούς χρωστάει και άρα δε θεωρούσαν ότι πρέπει να πέσουν να πεθάνουν και να κλαίγονται στερεοφωνικά εάν η ζωή (που μας χρωστάει, και καλά) δεν πληρώνει τακτικά. Η Πάολα Ρεβενιώτη μου φάνηκε μορφή αξιοπρέπειας, όχι σαν τις ντεκάφ κλαψομαρίες (άντρες, γυναίκες, γκέι, στρέιτ, μπάι, φτωχούς, αριστερούς, διανοούμενους, μη-γαύρους -- για όλους μιλάω) που είμαστε εμείς σήμερα.  Μου φάνηκε τελικά φχαριστημένος άνθρωπος και γι' αυτό γενναίος. Όχι από νεύρωση και ακτιβιλίκι.
Και για να το κάνω φραγκοδίφραγκα: η επάνασταση, η εξέγερση, η αντίσταση, η αντίδραση πιάνουνε καλύτερα τόπο έτσι: όχι όταν πας να διεκδικήσεις "αυτό που σου στέρησαν" (κλαψ-σνιφ) αλλά όταν πας να διεκδικήσεις αυτό που σου αξίζει και δικαιούσαι. Και πάλι, δεν εννοώ το 'δικαιούσαι' σαν καθεστωτικός συνδικαλιστής αλλά σαν άνθρωπος, πολίτης κι εργαζόμενος. Άνθρωπος, πολίτης κι εργαζόμενος που είναι περήφανος και για τα τρία και τα φχαριστιέται το κατά δύναμιν.

GatheRate

Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2011

Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία

Όταν ήμουν μαθητής, επί ανδρεοκρατίας, περιφρονούσα την επέτειο του Πολυτεχνείου. Από αντιπασοκικά αντανακλαστικά: μας έπνιγε από παντού ο Ρίτσος, οι γιγάντιες κονσέρβες με πούλπα ροδάκινου, το γελοίο φολκόρ που μας πούλαγαν για ελληνική παράδοση, τα χυδαία διδακτικά βιβλία που απευθύνονταν σε κρετίνους, οι θρασείς πασόκοι γονείς του συλλόγου γονέων που θεωρούσαν ότι είχε έρθει η σειρά τους να μπουφλίσουνε τη Δεξιά, ο ντεκαφεϊνέ κομμουνισμός της Κλαδικής, οι εορτασμοί του Γοργοπόταμου, οι παραγγελιές για ζωγραφιές στους μαντρότοιχους των σχολείων μας που αναπαριστούσαν την ειρήνη και την αδελφοσύνη αναγνωστικών του Τσαουσέσκου, το μίκυ μάους που από 5 δρχ πήγαινε 9 δρχ και μετά 20 δρχ (κι ας έπαιρνες χαρτζηλίκι 20 και 50 δραχμές τη βδομάδα σταθερά, κι αυτό αν ήσουν "ευκατάστατος"). Το Πολυτεχνείο φάνταζε σαν μια ακόμα αφορμή να δοξάσουμε την Αλλαγή και το ΠΑΣΟΚ ή, χειρότερα, να πληρώσουμε τον ετήσιο φόρο πολιτικής υποτέλειας που απαιτούσαν οι αγέλαστοι, αχτένιστοι, ατσούμπαλοι και ελαφρώς άπλυτοι κομμουνιστές -- οι οποίοι καμωνόντουσαν ότι αυτοί έκαναν το Πολυτεχνείο κι ότι το Πολυτεχνείο ήτανε δικό τους.

Στο Λύκειο, στην πρώτη, άλλαξε αυτό το πράγμα. Πήγα στην πορεία, για παρέα, κυνηγήθηκα από τα ΜΑΤ, έφαγα δακρυγόνα (που ήταν απλό μπούκοβο σε σχέση με αυτά που ρίχνουν τώρα), κρύφτηκα τρέχοντας πίσω από την Πινακοθήκη, με την απορία γιατί τα ΜΑΤ να θέλουν να δείρουν τύπους σαν κι εμένα. Σαν φοιτητής, όπου το σπορ μας ήταν να χλευάζουμε δαπίτες και να προσπαθούμε να εντοπίσουμε πασπίτες να τους χλευάσουμε, άρχισα να καταλαβαίνω. Πάντοτε όμως το Πολυτεχνείο ήτανε για μένα μια μουσειακή επέτειος. Βεβαίως πάντα ανατρίχιαζα στη σκέψη του τι έγινε, του τανκ, του αίματος στην Πατησίων, της Βέμπο, της έλλειψης εικόνων από το τι ακριβώς έκαναν στα παιδιά, πάντα σκεφτόμουν ότι εκείνη τη νύχτα είχε πάρει σβάρνα την Αθήνα ο πατέρας μου να βρει διανυκτερεύον που ήμουν άρρωστος, μέναμε στο Μεταξουργείο τότε, και βρέθηκε με τα πόδια στο γνωστό φαρμακείο της Πατησίων, όπου -- κατά τον πάντοτε σιβυλλικό Αμπού Σραόσα -- "γινότανε χαμός, ρε παιδί μου". Όμως πάντα χλεύαζα συνθήματα τύπου "ένα, δύο τρία -- πολλά πολυτεχνεία". Ακόμα και το "Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία" (που μέσα μου όμως ήτανε πάντοτε εκεί ψηλά μαζί με το Liberté, Égalité, Fraternité) μου φαινότανε παρωχημένο, ντεπασέ, ένα σύνθημα για τριχερούς μαλλιάδες, αξύριστα ταγάρια, γραφικούς αγάμητους που διάβαζαν Μαρκούζε μπας και ξεπεράσουν τον διπλό ευνουχισμό τους από τη μικροαστική Ελλάδα και το διεθνιστικό Κόμμα: ψωμί είχαμε (έστω και διατίμησης), η ελευθερία ήταν κατοχυρωμένη, την παιδεία την είχε πάρει και την είχε σηκώσει ο διάολος και γι' αυτό μας έστελνε μαζικά το ΙΚΥ στην Αγγλία να σπουδάσουμε, όπως η Γαλλική Δημοκρατία έσωσε μετεμφυλιακά τον ανθό της ελληνικής νεολαίας με εκείνο το βαπόρι το πώς-το-λένε.

Φλας φόργουορντ: 2011. Ζούμε πια στο μέλλον. Ζούμε σε ένα μέλλον πολύ μετά και από τα πιο τρελά όνειρα του παρελθόντος, λ.χ. Διάστημα 1999, 2000, 2001, 2002 GR, 2010: the year we make contact, κτλ. Και τα γράφω όλα αυτά για να πω:

ήμαρτον.

Ε, ρε Πολυτεχνείο που μας χρειάζεται...

GatheRate

Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2011

Οι Γερμανοί ΕΙΝΑΙ φίλοι μας

... όπως και οι Σλοβένοι, και οι Τατζίκοι, και οι Γκανέζοι, και οι Περουβιανοί κτλ. Δεν το λέω σε στιγμές διεθνιστικής έξαρσης: όποιος έχει ζήσει εκτός Ελλάδος νομίζω ότι ξέρει πόσο αναγνωρίσιμη αλλά και προνομιακή τελικά είναι η ετικέτα "Έλληνας" (μου το έλεγε π.χ. μια συνάδερφός μου Τουρκάλα, για να καταλάβετε).

Επί της ουσίας: οι Γερμανοί μάς έκαναν και μας κάνουν ό,τι θα κάναμε και κάνουμε κι εμείς. Πέρσι πήγα στη Σερβία και την είδα αλωμένη από ελληνικές τράπεζες και άλλες γαλανόλευκες επιχειρήσεις: κατεβαίνοντας στο αεροδρόμιο του Βελιγραδίου δε βλέπεις καν το όνομα του αεροδρομίου από τις πολυάριθμες διαφημίσεις των δύο μεγάλων ιδιωτικών τραπεζών της πατρίδος μας. Σιγά σιγά κατάλαβα έκτοτε ότι η θερμή υποστήριξή μας στις εγκληματικές περιπέτειες των Σέρβων τη δεκαετία του '90 δεν ήτανε μόνο προϊόν ιδεοληψίας: αν μη τι άλλο έκανε τις τράπεζές μας, τον ΟΤΕ και τα παγωτά μας συμπαθή. Παράλληλα, το ότι τους έχουμε δώσει διακριτικά μεν αλλά στεγνά τώρα τελευταία (π.χ. στο θέμα του Κοσσυφοπεδίου), υπενθυμίζοντάς τους παράλληλα πόση ανάγκη την έχουν την ΕΕ άρα και εμάς, προφανώς έχει να κάνει με το ότι δεν έχουμε καμμιά διάθεση να πληγούν οι επενδύσεις μας.

Έτσι λειτουργεί η διεθνής πολιτική (πού να δείτε π.χ. την ελληνική πολιτική στο Μεσανατολικό, μιλήστε με καναν Παλαιστίνιο να δείτε τι δούλεμα αλλά και τι υποτροφίες έχουνε φάει), ακόμα και των μικρών πλην τιμίων κρατών, όπως η Ελλάς. Οι κυβερνήσεις δεν είναι ηθικοί παράγοντες, οι άνθρωποι (μπορούν να) είναι: εναπόκειται στους ανθρώπους να πιέσουν τις κυβερνήσεις τους. Βεβαίως, για να συμβεί αυτό προϋποτίθεται ενημέρωση, αλλά σιγά μην ξεσκεπάσουν τα πουλημένα ελληνικά μέσα (με εξαίρεση λαμπρούς δημοσιογράφους, μάχιμους και γνώμης, που ξέρουμε όλοι, έτσι;) την υπόθεση "ελληνικές αποικιακές μπίζνες στα Βαλκάνια": είναι απασχολημένα με το να μας πείσουν για την αναγκαιότητα να κολοβώσουμε το πολίτευμά μας για να κάνουν τα συμφέροντα (που έχουν ή δεν έχουν πατρίδα, αδιάφορο) τη δουλειά τους κι αυτά.

Άλλωστε, σιγά, ποτέ δεν ήμασταν πολύ της ηθικής.

Συνεπώς, οι Γερμανοί είναι φίλοι μας, οι Σέρβοι δεν είναι αδέρφια μας. Ίσως να είναι κι αυτοί φίλοι μας.

GatheRate

Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2011

Της αντοχής τα υλικά

Ξεκινάμε με τη φτώχεια, με αφορμή αυτό.

Για κάτι παραπάνω από δέκα χρόνια έζησα φτωχικά, μέχρι σχετικά πρόσφατα. Φτωχικά σημαίνει ότι τα φράγκα έφταναν ίσα-ίσα για το μήνα, με πολύ περιορισμένα μέσα, πολλή προσοχή και εγκράτεια που μου έχει μείνει σχεδόν κουσούρι. Φτωχικά σημαίνει ότι είχα 20 ευρώ (και τίποτε άλλο) για τις τελευταίες 10 μέρες του Αυγούστου. Φτωχικά ήτανε που είχα για χρόνια δύο πανωφόρια, που δεν είχα χρήματα να αγοράσω δώρο επετείου, που δεν έπινα ποτέ πάνω από δύο ποτά (μπύρες δηλαδή), που δεν είχα λεφτά να πάρω το τρένο να πάω μέχρι την Οξφόρδη (ποτέ δεν έχω πάει) ή να σε κοροϊδεύουν που είσαι τσιγκούνης γιατί δεν τρως έξω κάθε βδομάδα κτλ. κτλ. Δε μιλάμε για πραγματική φτώχεια, δε μιλάμε για τον εξευτελισμό της φτώχειας, δε μιλάμε να κλαις στον καμπινέ γιατί δεν έχεις να πάρεις δώρα στα παιδιά σου, δε μιλάμε για μενού ζυμαρικών 3 φορές τη βδομάδα, δε μιλάμε για αυτά που έρχονται για τους πολλούς και που οι περισσότεροι που διαβάζουν αυτά που λέω θα περάσουν ξώφαλτσα. Στο σπίτι στην Αθήνα δεν πολυάναβαν τα καλοριφέρ πέρυσι, για οικονομία και γιατί παραπονιόντουσαν οι άλλοι ότι δεν έχουν να πληρώνουνε πετρέλαιο. Τα Χριστούγεννα τουρτουρίζαμε. Ούτε που θέλω να σκεφτώ τι θα γίνει φέτος.

The mess we are in

Ενώ το κοινοβουλευτικό πραξικόπημα που μας έδωσε αυτό το φαιό και φαιδρό παράνομο κυβερνητικό συνονθύλευμα ήτανε σε εξέλιξη ήμουν κολλημένος στο τουίτερ. Οι περισσότεροι αντιμετώπιζαν τη συνταγματική εκτροπή όπως οι γονείς και οι παππούδες κι οι γιαγιάδες τους τη Χούντα των συνταγματαρχών: με χιουμοράκι, ενίοτε επιθεωρησιακό -- φαρμακερό στις καλύτερες περιπτώσεις. Χρησιμοποιούν δε, όπως τότε, διάφορες σεξουαλικές μεταφορές, λες και το να έχεις φασίστες στο υπουργικό συμβούλιο που προέκυψε άνευ εκλογών είναι το ίδιο λ.χ. με το να το κάνεις a tergo και να ζοριστείς λίγο παραπάνω...

Θα ακουστώ γραφικός στην εποχή του γενικευμένου κυνισμού, της τάχα μου στωικής παραίτησης και της μηντιακής προπαγάνδας επισημαίνοντας δύο πράγματα:

Πρώτον, οι αγορές (το κεφάλαιο, οι πολυεθνικές) είναι εχθρός της δημοκρατίας. Ναι, αυτηνής: της 'αστικής' δημοκρατίας. Τα νεοφιλελεύθερα κουτορνίθια, οι σταλινικά τυφλωμένοι ιδεολόγοι του 21ου αιώνα, είναι (εκόντες-άκοντες) εχθροί της ελευθερίας και της δημοκρατίας. Τελεία. Και μόνον ότι έχουνε μια απάντηση για όλα, και μόνον ότι οι θεωρίες τους και οι υποθέσεις τους δεν επιδέχονται διάψευση (όπως ακριβώς της αστρολογίας ή της καφετζούς), και μόνον ο εκνευρισμός τους για την πραγματικότητα που δεν ακολουθεί τις φαντασιώδεις νομοτέλειές τους, τους καθιστά επικινδυνότερους από τους πιο επικίνδυνους σταλινικούς, αφού αυτοί είναι κατ' επίφαση θιασώτες της ελευθερίας.

Δεύτερον, έχουμε πάλι κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ. Μια κυβέρνηση που όμως δεν προέκυψε από εκλογές, με πρωθυπουργό έναν εξωκοινοβουλευτικό "τεχνοκράτη" (όπως απαιτούσαν σοφοί και βαθιά ψημένοι δημοσιογράφοι), μια κυβέρνηση ενισχυμένη με υπουργούς από ένα υπερδεξιό-καιροσκοπικό κόμμα, το οποίο δεν υπήρχε ανάγκη να συμμετέχει αλλά το προσεταιρίστηκαν για να μαζέψουν την "παλαβή Αριστερά" (κατά τον γνωστό μεταπράτη ημιμάθειας, κοινής λογικής και  αυταρχισμού). Από αυτό το κόμμα συμμετέχουν ένας τραμπούκος για υπουργός και ένας πανθομολογουμένως καραγκιόζης (πώς να περιγράψει κανείς κλινικά κι ακαδημαϊκότερα την περίπτωσή του;) για υφυπουργός αρμόδιος του μεγαλύτερου πλουτοπαραγωγικού τομέα της χώρας. Επίσης υπάρχουνε και κάτι ανύπαρκτοι αναλώσιμοι από τη ΝΔ. Αυτό το καθόλου ευέλικτο και πολυπληθές κυβερνητικό τάγμα  έχει αναλάβει να μας οδηγήσει σε εκλογές (χάχα) ενώ ο κόσμος καίγεται κανονικά. Επόμενος σταθμός: κατάσταση έκτακτης ανάγκης και αναστολή άρθρων του Συντάγματος. Όπως ορίζει και το Σύνταγμα, η απάντηση στο τερατουργηματάκι του οποίου ηγείται ο κύριος Παπαδήμος είναι μία: ο πατριωτισμός των Ελλήνων.

Αγώνες τώρα. Τα υπόλοιπα είναι σαχλίτσες.

Το κάζο της Αριστεράς

Εδώ πια τι να πει κανείς. Ό,τι και να πεις λίγο είναι. Και, Μιχάλη, πες του Αλέξη ότι αυτές οι μαλακίες με τους Μόντυ Πάιθον και οι λοιπές εξυπνάδες που λέει είναι για το μπλογκ του Πιτσιρίκου κτλ., όχι πολιτικός λόγος σε ώρες ανωμαλίας. Επίσης, Θανάση, πες στην Αλέκα ότι μπορούν στον Περισσό κάλλιστα να ξανακηδεμονεύσουν το λαϊκό κίνημα και να μας πατρονάρουν καταπώς ξέρουν καλά αφού ρίξουν αυτή την κυβέρνηση βγάζοντας τον κόσμο στους δρόμους και αφού προκηρυχθούν εκλογές. Μέχρι τότε να κρατήσουν τις παραισθήσεις μεγαλείου κι επανάστασης για πάρτη τους. Τέλος, ανώνυμε αναρχικέ φίλε (που είσαι ανώνυμος γιατί μας διαβάζει και η Ασφάλεια), εξήγησε στους συντρόφους της υπογκρούπας μέσα στην οποία μιλιέστε ακόμα ότι οι κάλπες είναι σκουπιδοντενεκέδες αλλά ότι είναι μάλλον καλύτερες οι εκλογές από την έλλειψή τους και από την ανοχή σε φασίστες υπουργούς και σε μη εκλεγμένες κυβερνήσεις.

Ομορφιά, έρωτας

Όχι, δεν είναι τρόποι να ξεφύγουμε. Τώρα που και η γενιά μας απέκτησε το πολιτικό-εθνικό τραύμα της, το 1922, το 1944, το 1974 της, ξέρουμε ότι κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει από τον αυταρχισμό και τη φτώχεια: το ξέρουν όσοι έχασαν τα νιάτα τους μέσα στην Κατοχή και τον Εμφύλιο, μέσα στην Επταετία, το μαθαίνουμε κι εμείς. Κανείς δε θα γλυτώσει. Όμως η ομορφιά και ο έρωτας θα γίνουν μέρος της αντίστασης και της (πιθανής) ανατροπής: αυτά που θα μας κρατήσουν ανθρώπους. Κι ίσως και να μάθουμε ότι η ομορφιά δεν αγοράζεται, ότι ο έρωτας κάνει ό,τι θέλει και μας ξεπερνάει, ότι η αγάπη δεν έπεται κανενός όρου. Ίσως.

GatheRate

Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2011

100.000

Σήμερα, λέει, συμπληρώθηκαν 100.000 χιτ σε αυτές τις σελίδες από τότε που μετράει ο μπλόγκερ (τον Μάιο του 2009).

Ξέρω ότι είναι αμαρτία το μεταμπλόγκιν αλλά θέλω να ευχαριστήσω από καρδιάς όσους διαβάζετε κι όσους ασχολείστε. Ποτέ δε θεωρούσα σπουδαία (άντε, με καμμιά εικοσαριά εξαιρέσεις) αυτά τα στριφνά κι αυστηρά και σολιψίστικα που γράφω εδώ μέσα αλλά -- και πάλι -- σας ευχαριστώ που, ενδεχομένως, διαφωνείτε εν μέρει.

Ελπίζω να αντιλαμβάνεστε ότι το γράφω με κάθε ευθύτητα κι ειλικρίνεια.

Ευχαριστώ. Χιλιάδες φορές ευχαριστώ.

ΥΓ. Κι αυτό είναι, μόλις είδα, το 700στό ποστάκι! Χάχα!

GatheRate

Τρίτη, 8 Νοεμβρίου 2011

Μικρό σημείωμα από τις μέρες της ήπιας ανωμαλίας

στον γιο που δεν έχω

Ο χρόνος θα δείξει αν η πρόταση δημοψηφίσματος -- που, ας το πούμε άλλη μια φορά, έπρεπε να είχε γίνει πριν το Μνημόνιο, το πρώτο -- ήτανε ντρίμπλα του Παπανδρέου του Εσχάτου. Πάντως έβαλε απότομα στην κουβέντα την πιθανή έξοδό μας από το ευρώ, οπότε τα θερμά μου συγχαρητήρια (έτσι, για αλλαγή το λέω μέσα στα τόσα σιχτιρίσματα που ακούει ο ανθρωπάκος).

Αυτό που ξέρουμε καλά πια είναι ότι το τεχνητό βρυκολάκιασμα της παρούσας Βουλής και η προσπάθεια επιβολής ενός κάποιου όποιου να 'ναι πρωθυπουργού είναι ξεκάθαρα κι ολοφάνερα κοινοβουλευτικό πραξικόπημα. Μου κάνει εντύπωση ότι κάτι κεντρώες ψυχές, που λοιδωρούν τις λεγόμενες αποστασίες, επιδοκιμάζουν τη δημιουργία μιας κυβέρνησης ab ovo (ναι, του φιδιού) μεσούσης της θητείας μιας βουλής. Αλλόκοτο. Στο κάτω-κάτω, η κάθε "αποστασία" είναι δικαίωμα του βουλευτή και κανονικά έτσι πέφτουν κυβερνήσεις και γίνονται εκλογές. Εδώ τώρα, τι;

Κι επειδή είμαστε στην Ελλάδα, κάθε συνταγματική εκτροπή κι εκτροπούλα είναι οπερέτα. Ας την πούμε "εκτροπούλα" την παρούσα γιατί τα προσχήματα τηρούνται και, ως γνωστόν, τα προσχήματα στην Ελλάδα είναι ιερά. Πάντα. Θυμηθείτε λοιπόν κάτι δικτατορίες της δεκαετίας του '30. Θυμηθείτε το ελεεινό μπαλέτο που κρατούσε ναρκωμένη τη χώρα από το '67 μέχρι το '73. Δείτε τώρα τον Παπανδρέου τον Γ' και το Παιδί της Μεσσηνίας να μην μπορούνε να βρούνε έναν άνθρωπο να παραστήσει τον πρωθυπουργό για 3 μήνες ή 6 μήνες ή δεν ξέρω πόσο θα διαρκεί η κατάσταση εξαίρεσης: τα μέσα θα μας πούνε για πόσο θα υπάρχει κρίση, ανάγκη και ιδιάζουσες περιστάσεις, τα μέσα που είναι πια βρωμερότερα, βλακωδέστερα και χυδαιότερα κι από την Αυριανή στα πάνω της, ναι, τότε. Κι αν χρειαστεί, ρε αδερφέ, κηρύσσεται και μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης, αναστέλλουμε και μερικά άρθρα αν πάμε για στάση πληρωμών τον Γενάρη. Έχουμε τη δεδηλωμένη και καθόλου τσίπα. Το σκαϊμέγκα θα εξηγήσει στον κόσμο ότι κινδυνεύει η πατρίς, σόρυ, η πατρίδα.

Παρακολουθήστε στωικά την οπερέτα της μερικής κατάλυσης του πολιτεύματος, τον καθορισμό της ζωής μιας Βουλής και μιας κυβέρνησης κατά τα καπρίτσια του Πορφυρογέννητου και κατά το ένστικτο πολιτικής αυτοσυντήρησης γραφικών, συμφεροντολόγων, επικίνδυνων και ανόητων βουλευτών (εδώ κι εδώ). Και προπάντων, Έλληνες πολίτες, παρακολουθήστε μουδιασμένοι, όπως λέτε ότι είστε. Ετοιμαστείτε μοιρολατρικά για εικόνες και παραγματικότητες ανέχειας και φτώχειας. Θα βρεθεί πρωθυπουργός. Προπάντων, ΜΗ βγείτε στους δρόμους. Με τίποτα.

GatheRate

Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2011

Απ' ο,τι κάλλη έχει ο άνθρωπος τα λόγια έχουν τη χάρη / και κάνουσι κάθε καρδιά παρηγοριά να πάρει

Κανονικά τώρα έπρεπε να κλείνω εκκερεμότητες στην υπερσυσσωρευμένη αλληλογραφία μου (της δουλειάς εννοώ) εν όψει της επερχόμενης Δευτέρας. Σήμερα όμως είμαι χαρούμενος. Όταν είμαι χαρούμενος, δεν έχω όρεξη για δουλειά (I just wanna sing, φάλτσα βεβαίως). Όταν είμαι μελαγχολικός, δεν μπορώ να συγκεντρωθώ στη δουλειά. Ασ' τα να πάνε, δηλαδή.

Είμαι χαρούμενος με πολλά μικρά πράγματα. Ένα από αυτά είναι και το εξής:



Ο τίτλος είναι εν μέρει ακατανόητος. Η ιδέα, ένα ελληνικό We are the World, μάλλον κουτή και σίγουρα ευτελής. Όμως, το αποτέλεσμα είναι πανέμορφο, μου έχει φτιάξει το κέφι. Οι πολλαπλές οπτικές και εκδοχές πάνω σε κάτι οικείο και αγαπημένο, τον Ερωτόκριτο που άκουγα στο ραδιόφωνο μικρός (με τον Ξυλούρη, το ισοδύναμο του δικού μου κοντινού Έλβις κατά την προεφηβική μου ηλικία), είναι από αξιοπρεπείς μέχρι ενδιαφέρουσες μέχρι κα-τα-πλη-κτι-κές. Ο Γιατρός μου, που είναι Κρητικός (συμμορία, συμμορία: γεμάτη η ζωή μου άπο -άκηδες, κρυφούς και φανερούς), τη βρήκε την προσπάθεια "εξωστρεφή". Τέλος πάντων, θα τους αφήσω να αποφασίσουν ζητήματα γνησιότητας-αυθεντικότητας (κατά το "μαρξισμού-λενινισμού") μεταξύ τους, μπας και ξεκινήσουν καμμιά βεντέτα και αλληλοσφαχτούν, αν και κορακοζώητους τους βρίσκω (ζωή να 'χετε, βρε -- πλάκα κάνω).

Βεβαίως, εγώ χαίρομαι διπλά, που βλέπω αγαπημένα σημεία της αγαπημένης πόλης. Από πού να αρχίσω. Από το παγκάκι του Τσακνή, όπου φιλιόμουν με την πρώτη αγάπη μου; Από το σημείο στην Ασκληπιού μισό τσιγαρο κοπάνας δρόμο από το Λύκειό μου; Από τη γέφυρα Μουστοξύδη; Την Κυψέλη; Τα Εξάρχεια; Την ταράτσα στου Γκύζη με θέα τα Τουρκοβούνια; Του Στρέφη; Τη θέα από τον Λυκαβηττό; Τον Εθνικό Κήπο στα ερείπια της ρωμαϊκής έπαυλης; Το σημείο μπροστά από τη ΣΕΘΑ που στέκεται ο Σιόλας (αν και στο φόντο είναι η Ευελπίδων); Το Σούνιο; Τη γέφυρα που στέκεται ο Χαρούλης; Τον Reininger που τα είχε (έχει;) με φίλη φίλης και εμείς ήμασταν στο διακριτικό χαζογουάου; Το σημείο "Πεδίον Άρεως-Μουστοξύδη", εκεί όπου είχε στουκάρει ένα φορτηγό μέσα σε μια πολυκατοικία, απέναντι από το 28ο Δημοτικό Σχολείο (μου); Ε, μέχρι να αρχίσω, τελείωσε το βίντεο.

(Θέλω να ακούσω περισσότερα από τις Σανάδες, μου άρεσαν πολύ.)

Ένας λόγος παραπάνω που χάρηκα και συγκινήθηκα είναι και γιατί δεν είμαι συνηθισμένος να βλέπω οικεία μέρη (και ανθρώπους) μέσα σε κινούμενη εικόνα. Όχι μόνο λόγω ηλικίας αλλά και γιατί κάμερα αγόρασα πέρσι για πρώτη φορά, μια φτηνή, την οποία δεν πολυχρησιμοποιώ. Οπότε, φαντάζεστε τη χαρά μου.

Χτες το βράδυ που πρωτοείδα το βίντεο σκεφτόμουν τα εξής: θα πρέπει να ζήσουμε στην ανέχεια σε σχέση με το πώς ζούσαμε. Ο αυταρχισμός πολεμάει να μας σβερκωθεί (αλλά θα του περάσει; ε, όχι). Τα κοινωνικά μας αντανακλαστικά είναι ελληνικά, συντηρητικά, αθεράπευτα οικογενειοκεντρικά, με μπόλικο πόνο, κλάψα, θρησκεία και μπουκέτο ενοχών. Το σαμάρι της παράδοσης το έχουμε βαριά φορτωμένο έτσι κι αλλιώς (αν και, ξανακούγοντας τον Ερωτόκριτο, αυτό με πείραξε λίγο λιγότερο). Τι άλλο μάς μένει από το να φτιάξουμε ομορφιά, "τέχνη" ρε αδερφέ;

Σκεφτείτε την εποχή που γράφτηκε ο Ερωτόκριτος, ένα κείμενο απολαυστικά τολμηρό. Όχι επειδή είναι αναφανδόν δυτικότροπο, επειδή το έκανε δικό του ο λαός, ή γιατί, ξέρω γω, ενσαρκώνει την ελληνική συνέχεια ή την κρητική λεβεντιά ή δεν ξέρω τι χαζά. Στο κοσμοείδωλο του Ερωτόκριτου δεσπόζει μια καθαρότητα κι ένα πείσμα. Από μέσα του απουσιάζει η καλογεροσύνη (σχεδόν σε βαθμό counterculture) αλλά και ο μάτσο ηρωισμός. Απουσιάζει και η στοχαστική μελαγχολία που βλέπουμε στους σχεδόν σύγχρονους Σαίξπηρ και Θερβάντες. Είναι κείμενο πολλαπλά αναγνωρίσιμο αλλά μοναδικά πρωτότυπο. Σε μια επαρχία της Γαληνοτάτης, από έναν που σήμερα δε θα θεωρούνταν βέρος Κρητικός (αν και το γενετικό υλικό του πρέπει να είναι παντού, κι έτσι καμμιά φορά περπατάς στην Κρήτη και σου απαντούν φάτσες από τις Ιουλιανές Άλπεις). Τέλος πάντων, όλα αυτά μπορεί να τα λέει κι ο Σεφέρης. Σημασία έχει ότι η τέχνη και η ομορφιά γίνονται με τα υλικά της ψυχής μας και με πείσμα. Κι ας μας κόψουνε τις επιχορηγήσεις.

Κι έτσι σήμερα αισθάνθηκα, μέσα σε τόσα άλλα, αισιόδοξος.

Επίμετρο 9.ΧΙ.2011: Ωραίο κείμενο για τον Ερωτόκριτο (Σίμκα!) και το βίντεο εδώ.

GatheRate

Σάββατο, 5 Νοεμβρίου 2011

now the drugs don't work

Βουλή είχα να παρακολουθήσω συστηματικά από το 1990-1991, όταν συζητιόταν το σκάνδαλο Κοσκωτά. Από τότε θυμάμαι την καταπληκτική ως ρητορικό έργο απόλογία του Πέτσου, το κείμενο της οποίας δεν κατάφερα να εντοπίσω ποτέ.

Τις δύο τελευταίες μέρες, μετά από 20 έτη, πέρασα δυο μέρες με Βουλή και κανάλια. Οι περιστάσεις ήταν πολλαπλάσια κρισιμότερες από εκείνεις του '91. Ολοφάνερα οι βουλευτές δεν ήθελαν να προβούν σε πράξεις ή παραλείψεις που θα οδηγούσαν σε διάλυση του Κοινοβουλίου, αφού περίπου 200 από αυτούς θα το ξανάβλεπαν, όπως είπα, μόνον ως ξεναγοί σχολικών εκδρομών.

Οι ελιγμοί που έγιναν με γνώμονα αυτή την κοινή διαπίστωση ήταν αναμενόμενοι, κυνικότατοι και απαξίωσαν τον κοινοβουλευτισμό ακόμα βαθύτερα, και ως προβατώδη συμμόρφωση με εξωτερικά συμφέροντα και με την κομματική πειθαρχία (ομερτά συμμορίας που βάλλεται) και ως ιδρυματική αυτοσυντήρηση αντιπροσώπων που έχουν το ακαταλόγιστο μέχρι τις επόμενες εκλογές. Οι κωλοτούμπες και η υποκρισία και οι θεατρινίστικα γελοίες παλινωδίες (γιατί το να αλλάξεις γνώμη είναι και ανθρώπινο και τίμιο) προκαλούν σε ανθρώπινο επίπεδο οίκτο για το πού σε ρίχνει η εξουσία και το αξίωμα (κατά το "πού σε ρίχνει η πρέζα"), αλλά και ηθική απαξίωση και διάθεση αποκήρυξης των πολιτικών και της πολιτικής όπως ασκείται.

Σε επίπεδο λόγου και ρητορικής το πλήγμα ήταν ακόμα πιο καίριο. Εδώ και δύο χρόνια έχουμε συνηθίσει υπερθετικούς, υπερβολές, μεγαλαυχίες, μεγαλοστομίες, τα 'κανείς', τα 'τίποτα', τα 'όλοι', τα 'πάντα', τα 'ποτέ', τα 'οπωσδήποτε', τα 'απαραιτήτως' και τα 'αναπόφευκτα. Έχουμε ακούσει τόσες φορές για σωτηρία, για γκρεμούς, για συντέλειες και για καταστροφές. Έχουμε λοιπόν οδηγηθεί σε έναν λεξιλογικό και εννοιολογικό μιθριδατισμό: ό,τι κι αν ακούσουμε, όσο γελοίο και εξωφρενικό, όσο υπερβολικό, όσο ανόητο, όσο γελοίο, όσο εξώφθαλμα ψευδολογικό, τερατολογικό, υποκριτικό κι αν είναι, δε χαμπαριάζουμε, δεν καταλαβαίνουμε τίποτα, δε μας πιάνει.

Αυτό όμως δε σημαίνει, ελπίζω, ότι δεν αισθανόμαστε οι περισσότεροι πια βαθύτατη αποστροφή για τη μεγάλη συμμορία που εξακολουθεί να θέλει να είναι στα πράγματα, και δη εις βάρος μας. Το ότι ο καθένας, ο κάθε Παπουτσής, ο κάθε πορφυρογέννητος πρωθυπουργίσκος, η κάθε πασοκοφιγούρα, ο κάθε βλαξ αγράμματος ακροδεξιός, ο κάθε καβαλημένος ημιμαθής αριστερός λέει ό,τι θέλει όπως θέλει και ότι μετά το διανθίζει και με παραθέματα από τις Βέδες, τον Γιώργο Σαραντάρη, τον Ντος Πάσος, το Τρίο Στούτζες και τον Ίψεν δε σημαίνει πως δεν αισθανόμαστε πια οργή και αηδία. Είναι καλό ή κακό αυτό; (όπως με ρωτούσε κάποτε, πολύ παλιά, ένας μαθητής μου). Δεν ξέρω, δεν έχει σημασία: είναι η καινούργια πολιτική πραγματικότητα, εν μέσω διάφορων εκδοχών φτώχειας και διάλυσης ή κατάλυσης του κράτους.

Ακόμα και οι πρώην μετριοπαθείς μισούμε πλέον το ποιόν σας. Σας αποστρεφόμαστε και σας απεχθανόμαστε. Αυτή είναι η νέα πολιτική πραγματικότητα. Είστε ανόητοι, είστε λίγοι, βρεθήκατε καιροσκόποι και λειψοί, όντας αμαθείς και αρπακολλατζήδες -- ή και όλα τα παραπάνω. Είστε ακατάλληλοι και καταστροφικοί, επιτρέψατε (με την ψήφο σας ή με την ανοχή σας ή με την ανικανότητά σας) σε μια ελεεινή κυβέρνηση Παπουτσήδων, Παγκάλων και Βενιζέλων υπό τον Παπανδρέου τον Έσχατο να φύγει (;) εν δόξη και τιμή, παρατείνοντας τη ζωή ενός Κοινοβουλίου που ώλεσε τη χώρα.

Εύχομαι ακόμα να σας πάρει ο διάολος με εκλογές (για το καλό του τόπου)· και ογλήγορα.

GatheRate

Πέμπτη, 3 Νοεμβρίου 2011

Τώρα

Οι δημοσιογράφοι που επινόησαν τον όρο "Κασσάνδρα" για μαντεις κακών (που όμως διαψεύδονται), έπρεπε να έχουν υπόψη τους ότι στη μυθολογία πίσω είχε η Κασσάνδρα την ουρά. Κι ότι δε διαψεύστηκε.

Τώρα ακόμα και οι Κασσάνδρες έχουμε χάσει την μπάλα. Ο γιος κι εγγονός μάς έχει φέρει σε μια κατάσταση την οποία ακόμα κι ένας γκρινιάρης, πεσιμιστής και ολίγον τι curmudgeon όπως εγώ αδυνατούσε να διανοηθεί πριν μόλις ενάμιση χρόνο. Βλέπετε στο προηγούμενο κειμενάκι πώς εκτιμούσα ακόμα ότι ο Γιωργάκης ήταν άβουλος, κουτούτσικος και αδύναμος (αλλά τελικά αυτές οι σιγανοπαπαδιές κάνουνε τα δημοψηφίσματα γιατί θέλουνε να τους αγαπάει όοοολος ο κόσμος: όποιος γαβγίζει δε δαγκώνει, όποιος ΓΑΠίζει μάς σκοτώνει κτλ.) αλλά κατά βάση ικανός και καλοπροαίρετος: είχα μείνει στη σεμνή θητεία του ως υπουργού Παιδείας.

Ο ΓΑΠ δεν είναι πλέον απλώς επικίνδυνος, αυτό ήτανε το καλοκαίρι (Δεύτερο Μνημόνιο-21η Ιουλίου κτλ). Είναι πια καταστροφικός.

Η κυβέρνηση πρέπει να χάσει τη δεδηλωμένη και να πέσει. Τώρα. Πρέπει να προκηρυχθούν εκλογές. Τώρα. Οι κυβερνήσεις εθνικής σωτηρίας είναι φορέας ανωμαλίας και λιπαίνουν την ολίσθηση  προς την εκτροπή.

Όσοι πασόκοι διαβάζετε αυτό το ποστ πάρτε τον βουλευτή σας τώρα τηλέφωνο και τρομοκρατήστε τον: ότι θα τον μαυρίσετε, ότι θα ξαναδεί τη Βουλή από μέσα μόνον ως συνοδός εκδρομής. Εσείς που ρυπαίνατε τον τόπο (γαμώ το κέρατό σας) σπαταλώντας επιχορηγήσεις και μίζες της Ζήμενς σε φυλλάδια με τη μάπα του βουλευτή σας καρπούζι τρουά-καρ, πάρτε τον και χέστε τον. Τώρα. Είμαστε πέρα από τον διασυρμό πια. Στο κάτω-κάτω, αν μίλησε για δημοψήφισμα για να φύγει με το κεφάλι ψηλά, βοηθήστε τον λαοπρόβλητο αρχηγό σας να φύγει με το κεφάλι ψηλά. Τώρα, όμως.

GatheRate

Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2011

Προτάσεις βιωματικής εναντιοδρομίας

Η "πατρίδα" (για να χρησιμοποιήσω κι εγώ μια έκφραση του συρμού) βουλιάζει, κανονικά όμως, οι υποτελείς τάξεις (που τις έλεγε κι ο φίλος μου ο Αντώνης προτού αποφασίσει να γίνει ινστρούχτορας) συνεχίζουν να εξαθλιώνονται σταθερά. Όσοι έχουμε λεφτά να πληρώνουμε ίντερνετ (εκτός κι εντός Ελλάδας) μάλλον δεν ανήκουμε ακόμα στις υποτελείς τάξεις (μέχρι να μείνουμε κι εμείς με το ίντερνετ στο χέρι). Ναι, να αγωνιστούμε, να αντισταθούμε, να αντιδράσουμε, να διαμαρτυρηθούμε: ό,τι μπορεί ο καθένας μας. Και στις ανάπαυλες; Να αφήσουμε την απότομη αναχώρηση της ευμάρειας, την διάρρηξη από άνωθεν έως κάτω του μπερντέ, την απώλεια των αντικειμένων που είχαν παραγκωνίσει τη ζωή και των ψευδαισθήσεων που είχαν υποκαταστήσει τους ανθρώπους να μας πάρουν από κάτω; Όχι ρε, όχι μιζέρια. Αγάπη ρε (να με συμπαθάτε αλλά το "μουνιά" δεν μπορώ να το χρησιμοποιήσω σα βρισιά, ούτε καν σαν χαλαρό συνώνυμο του "μαλάκες").

Άντε να σας πω από πού πιάνομαι αυτές τις μέρες, να ψάξει να βρει ο καθένας τα δικά του.

Κυψέλη

Το ντοκυμαντεράκι από κάτω είναι της σχολής Ρικάκη (π.χ. "Ο άλλος", "Όνειρα σε μια άλλη γλώσσα", "Τα παιδιά της χορωδίας", "Τα λόγια της σιωπής"): αντί να προβάλει την αδικία, τη σύγκρουση και τη ρήξη, επιλέγει να αφήσει να μιλήσουν οι άνθρωποι και ο τόπος για τις χαρές που κρύβουν. Συγκινήθηκα τόσο μα τόσο πολύ με αυτό το ντοκυμαντέρ, που ο νους μου τρέχει συνέχεια στην Κυψέλη από το Σάββατο (κι όχι μόνο γιατί μένει η αδερφή μου εκεί). Είναι απολαυστική γειτονιά, κι ας είναι πολύ δύσκολη, δυναστεύεται από τα αυτοκίνητα, αλλά έχει τόσες κρυφές γωνιές, τόση ζωντάνια και ζωή. Si alza perpendicolarmente, που θα έλεγε κι ο Έλληνας ποιητής, όχι μόνο γιατί ξεκινάει από το υπαίθριο τούνελ της Πατησίων και από το Πεδίον του Άρεως κι ανεβαίνει στο βουνό. Όχι μόνο γι' αυτό, αλλά γιατί συγκεφαλαιώνει ό,τι σημαίνει να είσαι μεγαλούπολη, ανανεώνεται και επανεφευρίσκεται. Σκέφτομαι την Αγίας Ζώνης, τη Φωκίωνος, τα νέα στέκια που δημιουργούνται, τη στρητ κουλτούρα που ζυμώνεται, μια νέα φυλή καθόλου παχύσαρκων, πανύψηλων, αγχίνοων, ευγενικών αλλά τσακαλάτων ελληνόπουλων που μεγαλώνει σαν εκείνο το δέντρο στο Μπρούκλυν που δε διάβασα μικρός. Νομίζω ότι στην Κυψέλη περνάει την εφηβεία του το μέλλον της Αθήνας. Κι αν δεν είχαν εγκαταλείψει τα γκαφάλια που μας κυβερνάνε τα σχέδια για τη γραμμή μετρό Γαλάτσι-Κυψέλη-Εξάρχεια-Παγκράτι (την ημικυκλική κίτρινη), θα πήγαινα να ζήσω εκεί. Γειτονιές χρειάζεται η Αθήνα, ούτε προσαρτημένες  επαρχιακές πόλεις, ούτε πληκτικά υπνωτήρια.

Μουσική

Μετά από παραινέσεις φίλων, έκατσα και άκουσα Θανάση (ναι, ένας είναι ο Θανάσης, μου λένε). Μεγάλος ποιητής, σχεδόν Γκάτσος-Σαββόπουλος, όχι αστεία. Ωραία φωνή. Αλλά οι συνθέσεις του... δε μου λένε τίποτα. Δε μου κολλάνε. Δεν τραγουδιούνται μέσα μου. Θα μου πείτε "κάτσε ρε (μαλάκα), ακούς Μάλαμα". Ε, ο Σωκράτης είναι μουσικά πιο ευκολος και επιφανειακά πιο λαϊκότροπος. Κι είναι όλα τα τραγούδια του πάνω-κάτω ίδια: μετά το έκτο τσίπουρο, φάλτσα ξεφάλτσα, όλα του μπορώ να τα τραγουδήσω.

Το δύσκολο είναι ο στίχος, τελικά. Εκεί είναι το ένοχο μυστικό του τραγουδιού. Τα απλά τραγούδια του Νιόνιου στο Φορτηγό τα κρατάει ο στίχος. Ο ποπ-ροκ στίχος πρέπει να είναι απλός νομίζω: πρέπει να υπαινίσσεται χωρίς να προαπαιτεί να ξέρεις τον διακειμενικό υπαινιγμό (γι' αυτό π.χ. ο υπέροχος στίχος "τυφλό κορίτσι σ' οδηγά, παιδί του Μοντιλιάνι" δεν είναι ποπ-ροκ-λαϊκός, ενώ ο "hot diggity dog / I love God all the same / but all I wanna do is get off" είναι)· πρέπει να είναι λίγο πονηρούτσικος αλλά ποτέ συνθηματολογικός: πώς προτιμάτε να διαμαρτυρηθείτε, με το "φοβάμαι όλα αυτά που θα γίνουν για μένα χωρίς εμένα" ή με το "κάγκελα, κάγκελα, κάγκελα παντού / και τα μυαλά στα κάγκελα του αόρατου εχθρού";

Μετά είναι και η μουσική. Το Blackbird είναι τραγουδάρα, αν και εξαιρετικά δύσκολη (όποιος το έχει βγάλει στην κιθάρα να αφήσει σχόλιο, τον κερνάω ουίσκι), γιατί δίνει την επίφαση μπαλαντίτσας τραλαλά. Το Happiness is a warm gun (που μου αρέσει πολύ) είναι τόσο ακαδημαϊκό, που σε κουράζει ίσως. Γι' αυτό οι Stones θα παίζουνε μέχρι και μέσα από τις κάσες: κάνουνε παπάδες αλλά νομίζεις ότι ακούς ένα τραγουδάκι ένα-δύο-τρία. Γι' αυτό και το Bad Romance είναι το απόλυτο ποπ τραγούδι (ξεχάστε το θεαματιλίδικο βίντεο).

Απαξιώνω την τεχνική; Όχι, Θεός φυλάξοι. Η τεχνική είναι απαραίτητη για να βγουν αυτά που θες "να πεις", ιδίως αν είναι δύσκολα, σκοτεινά, σύνθετα, ημιυπόρρητα. Αλλά, τελικά (όπως είπε ο Μαρξ) την τεχνική πρέπει να την κρύβουμε όπως τα ελατήρια της πολυθρόνας, να νομίζει ο άλλος ότι κάθεται στα πούπουλα, ότι όλα είναι απλά, ότι βλέπει την ψυχή σου ως καλλιτέχνη ξέρω γω. Στη τζαζ φαίνεται αυτό πολύ ωραία. Και στη Σονάτα του Κρώυτσερ (την οποία ομολογώ ότι ανακάλυψα μόλις το 2009 και την οποία υπόσχομαι να ανεβάσω μόλις ευκαιρήσω, της οποίας το πρώτο μέρος μόλις ανέβασα, στην ωραία εκτέλεση Μενούχιν και Κεμπφ), που στην εποχή της εξήπτε τα πάθη των δεσποσυνών και τις έκανε να λιγοθυμάνε ενώ τον 21ο αιώνα ακούγεται σαν κάλεσμα, περίπτυξη και κλινοπάλη. Κι ας το έγραψε ο θεός. Ακριβώς επειδή το έγραψε ο θεός, δηλαδή, κι έχει την τεχνική να τα πλάσει όλα αυτά στα αυτιά σου ακόμα και διακόσια χρόνια μετά.

Βούδας

(Και) με τον βουδισμό έχω θέμα. Πηγή του πόνου η επιθυμία; όχι, πηγή του πόνου είναι ότι ζούμε κι αναπνέουμε. Όπως λένε κάτι γέροι: χαίρομαι όταν ξυπνάω το πρωί και πονάω, αυτό σημαίνει ότι ζω ακόμα. Δεν είμαι υπέρ του πόνου (παρά σε ελάχιστες τσαχπίνικες δόσεις, but I digress) και δε θεωρώ ότι ο πόνος παιδαγωγεί, διδάσκει ή εξανθρωπίζει. Ίσα ίσα: ο πόνος αμβλύνει, μουδιάζει, γδέρνει την ψυχή και της δημιουργεί ουλές και κάλους.

Ωστόσο η εικονογραφία του βουδισμού μού αρέσει: ο άνθρωπος που ακινητεί και διαλογίζεται, που μένει σταθερός και ατάραχος και με αυτόν ακριβώς τον τρόπο ελκύει τον φωτισμό. Δε ζορίζεται για να φωτιστεί. Δεν πηγαίνει προς το φωτισμό, ο φωτισμός τού έρχεται. Ο Ζελάζνυ στο Lord of Light, όπου παίζει κι ένας ερζάτς Βούδας, τον βάζει να λέει "everything comes to me".

Ωραία τα έχει πιάσει αυτά ο Μπερτολούτσι στην παρακάτω σκηνή της παιδαριώδους κι ανυπόφορης ταινίας κατηχητικού, του "Μικρού Βούδα", την οποία είδα μια φορά ανήμερα Χριστούγεννα μετά από πολλά κρασιά και ωραίο χοιρινό με μανιτάρια. Το οποίο ήτανε και το τελευταίο γεύμα του Σιντάρτα Γκαουτάμα.



Αγάπη

Έζησα χωρίς αγάπη για περίπου ένα χρόνο. Το μόνο που με κρατούσε ζωντανό ήταν η πρέζα του να ζω σε μια πόλη που με σκότωνε και με είχε κάνει τζάνκι της. Δεν μπορώ να πω τίποτα για την αγάπη. Για την αγάπη δε μιλάς. Εκτός κι αν θες να κάτσεις κάτω να γράψεις τη Β' προς Κορινθίους. Και μετά να σου το πάρει το κείμενο ο Πράισνερ, να παρατονίσει όλες τις λέξεις στην παραλήγουσα και να βγάλει τον Ύμνο για την ενοποίηση της Ευρώπης (which went horribly wrong).



Να, ορίστε: είναι πολύ δύσκολο να μιλήσει κανείς για την αγάπη. Ξεκινάς να μιλάς για την αγάπη και καταλήγεις να λες άσχετα. Τι να πω κι εγώ, αγαπώντας ζω.

GatheRate

Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2011

Γη κι Ελευθερία


Οπωσδήποτε, γράφω υπό το κράτος της συγκίνησης. Μόλις ξαναείδα το "Γη κι Ελευθερία" του Μάικ Λη Κεν Λόουτς, είχα να το δω κι εγώ δεν ξέρω από πότε. Την πρώτη φορά έκλαιγα στο τέλος, τώρα που είμαι ώριμο παλληκάρι και έχουνε κοπάσει οι συναισθηματισμοί της δεκαετίας του 20, απλώς βούρκωσα.

Η ταινία είναι επώδυνα επίκαιρη. Επώδυνα, αφού μοιάζουνε τόσο πολύ το 1938 και το 2011 (σταθείτε μια στιγμή να σκεφτείτε πώς φανταζόντουσαν το 2011 οι άνθρωποι που πέθαιναν το 1938 πολεμώντας το καινοφανές τέρας του φασισμού). Υπάρχει μια σκηνή (τουλάχιστον) της ταινίας που θα έπρεπε να προβάλλεται στα σχολεία: σ' ένα χωριό που απελευθερώθηκε από τους φρανκιστές γίνεται λαϊκή συνέλευση στο παλατάκι ενός δοσίλογου παπά. Ακούγονται πολλές γνώμες, ανάμεσα στις οποίες ενός που λέει ότι, νταξ, καλή η επανάσταση αλλά πώς θα τα βάλουμε με τους τραπεζίτες και τις διεθνείς αγορές; ("διεθνές κεφάλαιο" το λέει). Η ταινία τον βρίσκει αργότερα στο τάγμα των σταλινικών-κυβερνητικών στρατευμάτων που έρχονται να αφοπλίσουν την αναρχική πολιτοφυλακή του POUM.

Δεν ξέρω τι άλλο να πω, δεν είμαι ταινιοκριτικός, ούτε καν ταινιοφιλόσοφος, να αποστάζω την ουσία μιας ταινίας όπως κάνει ο ολντμπόι. Λέω απλώς ότι η ταινία θα έπρεπε να προβάλλεται στα σχολεία, μέρες που είναι, με τις φασιστοειδείς μαθητικές παρελάσεις υπό τον ήχο τυμπάνων και τη ρητορεία κατά του ιταλικού φασισμού, ρητορεία που θυμίζει σκέτο φασισμό.

Καληνύχτα σας.


GatheRate

Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2011

Ομφαλοσκόπηση


(η τραγουδάρα, με τη γυναικάρα, από την ταινιάρα, αφιερωμένη στον Ξυδάκη, που του αρέσει κι αυτουνού η ταινιάρα)

Σε κρίσεις αναίτιας κι απρόκλητης ματαιοδοξίας, αναρωτιέμαι τι θα μπορούσα να βάλω σε μια αυτοβιογραφία μου. Δυστυχώς, το σάουντρακ της ζωής μου ήτανε πάντοτε πολύ πιο εύκολη υπόθεση: συνέχεια παίζουνε τραγούδια μέσα στο μυαλό μου κι αν μπορουσα να κάνω μια επιλογή και να τα βάλω σε μια σειρά, έτοιμο το σάουντρακ. Κατά τ' άλλα η ζωή μου είναι ελάχιστα περιπετειώδης: θα δυσκολευόμουνα να γεμίσω ένα βιβλίο, έστω και λεπτό, με επεισόδια του βίου μου. Πολλά σπίτια, πολλά βιβλία, αρκετά ταξίδια, μερικές ταινίες, λίγοι φίλοι, λίγες γυναίκες, λίγη δουλειά, λίγες συμφορές, λίγες κραιπάλες, λίγες επιτυχίες, μικρές κρίσεις, λίγα πάθη και όχι όλα άγρια, μεγάλες θλίψεις, ανέλπιστες χαρές που τις οξύνει η τάση μου να ζητάω λίγα και να μην εγκαταλείπω, να πολεμάω λυσσασμένα αλλά πάντα έτοιμος για την ήττα. Κάθε τόσο η ζωή μού κάνει ένα "τζα!", μια έκπληξη, συνήθως όχι δυσάρεστη. Τίποτε ιδιαίτερο.

Αν ασχολιόμουνα με την αυτοβιογραφία μου δε θα ήταν οργανωμένη σε επεισόδια. Ίσως. Θα ήταν οργανωμένη ανά ανθρώπους, κάθε άνθρωπος στη ζωή μου φέρνει μια εποχή της μαζί του. Θα ήταν οργανωμένη ανά τόπους: Αθήνα, Λονδίνο, Έσσεξ, Κύπρος, ταξίδια. Θα είχε μπόλικη ενδοσκόπηση: ό,τι λείπει σε επεισόδια, αφθονεί σε πλούτο, ένταση, λεπτομέρεια, κρυφές αρμονίες, εκρήξεις καθαρού φωτός, σιωπηλές θύελλες. Θυμάμαι δειγματοληπτικά: τη Ρωμαϊκή Αγορά τη νύχτα, πυροτεχνήματα στο Γκρένιτς, τη συμφωνική της Όσακα στο Παλάς, μια κουζίνα Ζωοδόχου Πηγής και Καλλιδρομίου γωνία, μια βόλτα στον ήλιο για μπύρα στο Φλοράλ, το μπαλκόνι του σπιτιού μου, έναν αργαλειό, βλέμματα φίλων, το κόκκινο Ρενώ, ένα κρύο πρωινό σε μια ξένη πόλη, τον Ταΰγετο, ανάβαση στα Μετέωρα με χιόνι την τελευταία νύχτα στην Ελλάδα, έναν καθρέφτη στη Σκιάθο. Ζω λίγα αλλά πολύ, μαρτυράω λιγότερα. Κι ας είμαι γκρινιάρης.

Ομορφιά υπάρχει.

GatheRate

ομΕΡΤά

Ευτυχώς πια υπάρχουνε τα ίντερνετς. Δείτε (και) εδώ το κομμένο βίντεο:


GatheRate

Δευτέρα, 17 Οκτωβρίου 2011

Οργή

Guy Debors is coming to town

Ας τα πω συνοπτικά για όσους, σαν εμένα, είτε δεν μπορούν να διαβάζουνε πολλά, είτε κουράστηκαν από τους ποταμούς λέξεων.

Η κυβέρνηση Γιώργου Παπανδρέου:
α) με σαφή πολιτική της απόφαση έστησε το έλλειμμα σαν τοτέμ στη μέση της ελληνικής πολιτικής ζωης. Υποθέτω ότι αυτό είναι μέρος ενός γενικότερου παγκόσμιου ντου σε κάθε είδους πλούτο που δεν ελέγχουν ακόμα οι "αγορές" (αυτό που την περασμένη δεκαετία λέγαμε πολυεθνικές), αλλά δεν έχει πια σημασία. Παράλληλα,
β) με σκοπό την αποπληρωμή του χρέους αφάνισε και αφανίζει εισοδήματα μικρών και μεσαίων στρωμάτων καταδικάζοντάς τα στη φτώχεια και στην πραγματική εξαθλίωση και
γ) αλώνει Υγεία, Παιδεία και Πολιτισμό ενώ
δ) αδυνατεί να προβεί σε οποιαδήποτε ουσιώδη μεταρρύθμιση (η οποία ήταν, υποτίθεται, ο απώτερος σκοπός της κυβέρνησης) πέραν όσων ονειρεύονται νεοφιλελεύθεροι μαθητευόμενοι μάγοι και
ε) δεν έχει θίξει ούτε κατά τι τους προνομιούχους. Εντωμεταξύ
στ) χρησιμοποιεί επανειλημμένα, συντριπτικά και αδίστακτα χυδαία και φονική κατασταλτική βία μαζί με
ζ) έναν πρωτοφανή καταιγισμό προπαγάνδας ο οποίος αποσκοπεί να πείσει τον ελληνικό λαό για τη συλλογική του ευθύνη και (ακόμα πιο επικίνδυνα) στηλιτεύοντας το πολιτικό σύστημα και όχι την ποινικά κολάσιμη φιέστα άνωθεν διαφθοράς εδώ και δύο δεκαετίες (τουλάχιστον). Σε αυτό
η) έχει τη συνδρομή των προνομιούχων, πολλών συνδικαλιστών και των πολιτικών που προετοιμάζονται να αναλάβουν τα πράγματα στη διάδοχη κατάσταση (μέχρι και στην Κατοχή έτσι γινόταν).
θ) Στο μεταξύ, βεβαίως, έχει εκχωρήσει εθνική κυριαρχία στους ερασιτέχνες της Τρόικας και
ι) έχει επιδείξει μνημειώδη αδεξιότητα και αμηχανία στη διαπραγμάτευση μαζί της, χαϊδεύοντας τις τράπεζες
ια) οι οποίες κάθονται πάνω στα λεφτά που ρουφάμε από τους Ευρωπαίους φορολογούμενους και τα κλωσσάνε ενώ η οικονομία ζαρώνει κι εξαχνώνεται, μαζί και οι ζωές μας.

Συνοπτικά: η ώρα της Εξέγερσης έχει προ πολλού έρθει. Δε μιλάω για αίμα: το αίμα φέρνει αίμα και το αίμα φέρνει (ακρο)δεξιούς για να μας σώσουνε: γκιλοτίνες-Ναπολέων, Εμφύλιος-δεξιά, "Ανένδοτος" (η αβελτηρία πάει βασίλειο)-Χούντα.

Μιλάω για ένα εκατομμύριο κόσμο, όχι του Μπιρσίμ για τον Αντρέα, αλλά ένα εκατομμύριο μπρελόκ (σαν αυτά που "ξεκούφαιναν ενοχλητικά" τους κομμουνιστές στην Πράγα το 1989), μιλάω για ένα εκατομμύριο ροκάνες. Ούτε αμεσοδημοκρατικές συνελεύσεις, ούτε τσαντήρια, ούτε πάρλες, ούτε τίποτα.

Μιλάω για ένα εκατομμύριο φωνές (όσο έχουμε ακόμα) που θα πείσουν ακόμα και τον αδίστακτο Σαμαρά (που ενδεχομένως θα ηγηθεί κάποιας επόμενης κυβέρνησης) ότι τέλειωσαν τα ψέματα, που θα αναγκάσει την επόμενη κυβέρνηση να αναστρέψει το ξήλωμα του κοινωνικού κράτους που έχουνε καταφέρει οι σοσιαλιστές μας (περίπου όπως το CDU αναγκάστηκε να αναστρέψει όλες τις αντικοινωνικές, αντιλαϊκές και αυταρχικές πολιτικές του Σραίντερ στη Γερμανία -- τη Μέρκελ δεν την ψήφιζαν γιατί είναι σέξι).

Mιλάω για δίκαιες δίκες και ποινικές ευθύνες. Πόσα ΜΑΤ θα ρίξουν; Πόση λάσπη θα ρίξουν; Τα μάτια όλου του κόσμου είναι στραμμενα πάνω μας. Επιτέλους να ανατραπούν οι καραγκιοζοπαίχτες, αυτό το κωμικό τημ σκακιέρας (με τους δυο χοντρούς για πύργους): κυβερνήσεις πέφτουν για πολύ λιγότερα από όσα εγκληματικά έχουν διαπράξει αυτοί.

Εξέγερση, να τελειώνουμε. Κι αν σπάσει και καμμιά βιτρίνα στο κέντρο, ας τη θρηνήσει η γνωστή δημοσιογραφική κλίκα: άλλωστε το ένα τέταρτο των μαγαζιών έχει κλείσει.

GatheRate

Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2011

Grey Havens / Fight the Power

Νυστάζω, θα είμαι σύντομος.

Αυτό που με έπεισε να διαβάσω τον ανοικονόμητο Άρχοντα των Δαχτυλιδιών το 1998 ήταν το εξής: η φίλη μου η ΙΜ μου είπε ότι αν το Δαχτυλίδι καταστραφεί θα ηττηθεί το Κακό (...) αλλά ταυτόχρονα θα χαθεί η μαγεία από τη Μέση Γη και όλα τα μαγικά όντα θα πρέπει να την εγκαταλείψουν και να φύγουνε για τη Δύση. Επίσης, ότι δεν υπάρχει περίπτωση να χρησιμοποιηθεί το Δαχτυλίδι για καλό σκοπό (...), αφού η ισχύς και η επήρειά του διαφθείρουν και αφανίζουν όποιον το φοράει.

Ιδανική αλληγορία, πολλαπλά.

Και για να μη μείνουμε εκεί, τι λέει η Μπλάνσετ στο 3:24; "Ακόμα κι ο μικρότερος άνθρωπος μπορεί να αλλάξει την πορεία του μέλλοντος". Έτσι.

GatheRate

Τρίτη, 11 Οκτωβρίου 2011

ἐκ γῆς Αἰγύπτου ἐξ οἴκου δουλείας (Έξοδος 20: 2)

Το ότι κάθομαι και γράφω αυτό το ποστ τώρα είναι μάλλον πράξη βαρειάς ανευθυνότητας: έχω πάρα πολλή δουλειά (και καθημερινά μου στέλνουν κι άλλη, πολύ επείγουσα κατά κανόνα). Από την άλλη, ίσως από τις λίγες φορές από τότε που άρχισα να μπλογκάρω (να ιστολογώ;) στα ελληνικά, το κάνω με αίσθηση σχετικής ευθύνης (αστυνόμος Σαΐνης): για να βοηθήσω, ίσως, όσους ετοιμάζονται να μεταναστεύσουν. Πραγματικά, ich kann nicht anders, που είπε κι ο χοντρός Μεταρρυθμιστής (εδώ βάζετε το δικό σας λογοπαίγνιο για τους δικούς μας μεταρρυθμιστές).

Το ποστ αποτελεί αντιστροφή, αντίφωνο, response στο εντυπωσιακό κείμενο της Niemandsrose Να φύγουμε, Νίκο. Όχι απάντηση, σε καμμία περίπτωση, άλλωστε όταν διάβασα το κείμενό της σκέφτηκα απλώς "αλήθεια είναι". Περισσότερο από το να απαντήσω, και τι να απαντούσα, θέλω να δώσω ακόμη μια οπτική στο θέμα.

Επέλεξα συνειδητά την ξενιτειά πριν πάρα πολλά χρόνια. Αρχικά τη Βρετανία και όταν απελπίστηκα από την ανεργία εκεί, μετά από μια οργανωμένη αλλά αποτυχημένη απόπειρα να πατήσω το Λέιντεν της Ολλανδίας, τσουβαλιάστηκα κι ήρθα στην Κύπρο πριν δέκα χρόνια. Δέκα χρόνια μετά, συγγενείς, φίλοι και λοιποί με αντιμετωπίζουν λες και είχα παππού ιδιοκτήτη πλαγιάς σε αυτό που σήμερα λέμε Πολιτεία, Διόνυσο κτλ. Αναγνωρίζω ότι, πράγματι, έχω δουλειά. Πράγματι, οι περικοπές που πέφτουν εδώ δε θα με καταδικάσουν στην αναξιοπρέπεια και ίσως στην ανέχεια όπως πολλούς συναδέρφους μου στην Ελλάδα. Αλλά πίσω από την ωραία εικόνα του Σραόσα που κάθεται στη Μεγαλόνησο και λέει "Βάστα Μεσολόγγι" (ούτε αυτό δε λέει πια, λέει "εκείθε με τους αδερφούς, εδώθε με τον Χάρο" -- ή κάτι τέτοιο) υπάρχουν, φυσικά, μια απόφαση, κάποιες συνέπειες και ένα τίμημα. Όπως συνήθως, δηλαδή.

Η απόφαση: όσες φορές μού δόθηκε η ευκαιρία να γυρίσω στην Ελλάδα, θα γύριζα σε μια επαγγελματική κατάσταση που για τον κλάδο μου θα ήταν αντίστοιχη με την κατάσταση που τον Οκτώβριο του 2011 επικρατεί για τους πάντες: είχα να διαλέξω μεταξύ της ανεργίας στην Ελλάδα ή του εξευτελισμού στην Ελλάδα ή της ετεροαπασχόλησης στην Ελλάδα (κάτι που δε θες να κάνεις όταν έχεις φάει τα καλύτερά σου χρόνια να μαθαίνεις την τέχνη σου). Διάλεξα κάτι άλλο. Δε μετανιώνω. Όχι μόνο τώρα, αλλά ούτε το 2009, ούτε το 2007, ούτε το 2005 ούτε το 2002...

Οι συνέπειες: δεν μπορώ να πω ότι κάνω καλή ζωή στην Κύπρο. Λέω συνήθως: "δουλεύω στην Κύπρο, ζω στην Ελλάδα". Δεν είναι ακριβές αυτό, υπάρχει και στην Κύπρο χαρά, λίγη αλλά καλή, η Κύπρος μου χάρισε πολλά και πέρα από τη δουλειά (και δε λέω μόνο το ωραίο ταξίδι). Η Κύπρος δεν είναι μακράν -- Αυστραλία; θα αστειεύεσθε, αγαπητή, όσο για τον Καναδά, εκεί θα πάμε όλοι, έτσι κι αλλιώς, όταν λιώσουν οι πάγοι στους πόλους: στη Βόρεια Ευρώπη να πάτε, που τους σπονσοράραμε τις επιχειρήσεις με το ευρώ μας. Όμως η Κύπρος, αγαπητοί αναγνώστες, δεν παύει να είναι ξενιτειά, και δεν το λέω με την έννοια του δημοτικού τραγουδιού, το λέω με την έννοια του ότι είναι ένας τόπος στον οποίο ζεις όχι γιατί έτυχε (κάτι που πραγματεύεται διεξοδικά η Niemandsrose), ούτε γιατί το επέλεξες, παρά γιατί εκεί βρήκες δουλειά. Επιπλέον, μετά τον πρώτο χρόνο, όπου κι αν είναι κανείς, αρχίζει να ανακαλύπτει τα ντόπια κολλήματα, την ντόπια κακοδαιμονία. Και, πιστέψτε με, σε λίγο του τη δίνουν εξίσου με της πατρίδας του. Εγώ είμαι ο πρώτος που περιφρονεί το οικείο και την προσκόλληση στην οικογένεια, σε όσα ξέρουμε κι αναγνωρίζουμε -- ταυτόχρονα όμως, όσο περισσότερο μένεις έξω από τα νερά σου, τόσο πολλαπλασιάζονται οι μικρές στιγμές που σου υπενθυμίζουν ότι είσαι ξένος, και δη σε μικρούς τόπους όπως η Κύπρος ή η βορειοαμερικανική σαμπέρμπια, ή τα πολίσματα της Β. Ευρώπης... Από την άλλη, αν και εραστής των μεγάλων πόλεων, αναγνωρίζω ότι εκεί δε χρειάζεται να σου υπενθυμίσει κανείς ότι είσαι ξένος, αφού σχεδόν όλοι είναι ξένοι. Εγώ το προτιμώ αυτό, άλλοι όχι.

Το τίμημα: όταν φεύγεις από εκεί που είσαι και πας κάπου όχι επειδή το επέλεξες αλλά επειδή εκεί σου βρήκανε δουλειά, βουλιάζεις σιγά-σιγά μέσα στον εαυτό σου. Μεγαλώνει η έκταση της σιωπής γύρω σου. Οι φίλοι γίνονται μακρινές φωνές μέσα από τηλέφωνα, θολές εικόνες στο σκάιπ, ιμέιλ που δε λένε να έρθουν. Αγκιστρώνεσαι στις ντόπιες συναναστροφές σου μέχρι να τις εξαντλήσεις ή να σε εξαντλήσουν. Καταλήγεις συνήθως υπέρμετρα ευσυγκίνητος: ακούς τη γλώσσα σου και αναρριγείς, ακούς Νένα Βενετσάνου και κλαις με μαύρο δάκρυ, βλέπεις τη Σαντορίνη στην τηλεόραση και νομίζεις ότι αντίκρυσες τον χαμένο σου έρωτα, τρως στα Έβερεστ και η μπουκιά που κατεβαίνει συναντάει τον μπανάλ κόμπο που ανεβαίνει, έρχεσαι στην πατρίδα και κάθε σου μέρα αποκτά υπερβολικό βάρος: δεν ησυχάζεις. Στο τέλος, και η ίδια η πατρίδα σού φαίνεται λίγο οφ, λίγο αλλόκοτη, κάπως αλλόκοτη πια. Τελικά καταλήγεις κάπως πρόωρα γερασμένος.

Θέλω να σας αποθαρρύνω από το να μεταναστεύσετε; Όχι, με τίποτα, προς Θεού: ίσα-ίσα: φεύγε και σώζου που λέει και η Φιλοκαλία (ή δεν ξέρω τι). Αλλά όποιος φεύγει για να δουλέψει, για να γλυτώσει τον εξευτελισμό και την ανέχεια, καταντάει να διαβάζει κάτι σαν κι αυτό (πάλι από το ποστ της Niemandsrose) και να σκιρτάει από συγκίνηση, λίγο ένοχη, λίγο ανώμαλη -- αλλά συγκίνηση πάντως:
από τον 5ο όροφο ατένιζα την Αθήνα των ατενίστας, του τενίστα Πολιτείας, του φασίστα Αγίου Παντελεήμονα, του σολίστα Μεγάρου, του φρίκουλου Εξαρχείων, του φύτουκλα Κάνιγγος, του αγανακτισμένου Συντάγματος, του καφεπότη Βουκουρεστίου, του καταναλωτή Mall Αμαρουσίου, του ποδηλάτη Χαλανδρίου, του μετανάστη Βοτανικού, του περιπτερά Περιστερίου, του πορτιέρη Μπουρναζίου, του τζάνκι Τοσίτσα, του καγιενούχου Φιλοθέης, του τραβεστί Συγγρού, του gay κλάμπ Ιεράς Οδού, του οδηγού κάμπριο διθέσιου Γλυφάδας, του σινεφίλ θερινών Αμπελοκήπων, του υποστράτηγου Παπάγου, του σκεϊτά Νέας Φιλαδέλφειας, του κράχτη σερβιτόρου Πειραϊκής, του φαντάρου Πενταγώνου, του φιλοθεάμονος Baddminton, του χριστιανορθόδοξου Λιοσίων, του διαδηλωτή της Πανεπιστημίου, του φοιτητή Νέου Κόσμου, της συνταξιούχου Πατησίων, του ντήλερ Ομονοίας.

Κι αυτό σας το λέει κάποιος που "πατρίδα" αναφωνεί και στο Λονδίνο και στο Άμστερνταμ και στο Βερολίνο. Και που θα ήθελε να κάνει το Μανχάταν πατρίδα του. Ίσως.

GatheRate

Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2011

Είκοσι χρόνια τίποτα

Δεν ξέρω αν είναι σωστό να συμβάλω στον θόρυβο και στη φλυαρία για το τι γίνεται στην Ελλάδα τα τελευταία δύο χρόνια. Δύο ελεεινά χρόνια που διαδέχτηκαν πέντε άθλια χρόνια: να μια νέα επταετία χειμασμού κι οπισθοδρόμησης. Δεν ξέρω, πραγματικά. Αισθάνομαι ότι άλλοι τα λένε πιο καίρια από όσο θα μπορούσα εγώ. Αισθάνομαι ότι είμαι έξω από τον χορό: άλλο να πληρώνεις έκτακτη εισφορά όταν μπορείς να ζεις από τον μισθό σου, άλλο ο μαζικός οικονομικός αφανισμός των μη προνομιούχων: χιλιοειπωμένα πράγματα.

Ένα ζευγάρι Γερμανών συναδέρφων με ρώτησε τι γίνεται με τα πανεπιστήμια στην Ελλάδα. Τους είπα. Φυσικά, είπανε σαρκάζοντας, τα πανεπιστήμια είναι σαν εργοστάσια που βγάζουνε τσατσάρες για το κάθε κράτος: πρέπει να είναι κερδοφόρα. Σκέφτηκα (αλλά δεν το είπα) ότι στην Ελλάδα, όπως έχει πει κι ο Τάλως, τα πανεπιστήμια είναι έτσι κι αλλιώς άχρηστα: σκοπό είχανε να σε ετοιμάζουν για την αγορά εργασίας, αυτό πλέον δεν μπορεί να γίνει ή δε χρειάζεται, άρα τα πανεπιστήμια είναι πλέον περιττά. Ένας λόγος παραπάνω που πολλά ελληνικά πανεπιστήμια είναι έτσι κι αλλιώς περιττά όπως κι αν το δει κανείς.

Αλλά το θέμα μας δεν είναι τα πανεπιστήμια. Δεν είναι να ανδρωθεί κοινωνικό κίνημα και τέτοιες αφαιρέσεις. Δεν είναι καν η ανιψιά μου που μετά από τρία χρόνια ανεργίας έφυγε για ελληνικό εστιατόριο της Βόρειας Ευρώπης να τους φτιάχνει κανα όσπριο, να εμπλουτίσουνε το μενού. Το θέμα είναι η ολοσχερής άλωση της χώρας από την Τρόικα. Δε μιλάμε πια για θυσίες χωρίς αντίκρυσμα, μιλάμε για μαζικό αφανισμό χωρίς νόημα, μιλάμε για το αντίστοιχο του τεχνητού λιμού της Ουκρανίας που σχεδίασε και εκτέλεσε ο Στάλιν ή του λιμού της πατάτας στην Ιρλανδία: συγκεκριμένες και με σαφήνεια διαγεγραμμένες πολιτικές επιλογές στέλνουνε στην ανεργία και στη φτώχεια έναν ολόκληρο λαό -- και εμμέσως ήδη πολλούς στον θάνατο.

Πότε θα γίνει η εξέγερση; Γιατί δε γίνεται εξέγερση; Να γίνει η εξέγερση ή να περιμένουμε μήπως εμφανιστεί το σημείο του Σταυρού πάνω από την Ορμύλια και κατεβεί από τα ουράνια ο Ανδρέας Παπανδρέου να μας παραμυθιάσει άλλη μια φορά; Δε μιλάω για κάποιου είδους επανάσταση που θα ανατρέψει το πολίτευμα και θα εγκαθιδρύσει άμεση πλατειακή δημοκρατία. Το πολίτευμα είναι μια χαρά, λυπάμαι που σας απογοητεύω. Ωραιότατο πολίτευμα. Το πρόβλημα είναι η κουλτούρα μας.

Στα τέλη της δεκαετίας του '90 και στην αρχή της ανώνυμης του 2000, η φωνή του λαού ήταν ο Θέμος Αναστασιάδης, ο Ανδρέας Ρουμελιώτης, ο Στάθης, ο Δημήτρης Δανίκας -- με ολίγη από Πέτρο Κωστόπουλο, Μαλβίνα Κάραλη και λαϊφσταϊλιές. Τι μας έλεγαν όλοι αυτοί; Ότι είμαστε τζαμάτοι, γαμάτοι και φευγάτοι, οι καλύτεροι. Θεσπέσιοι, μοναδικοί κι ανυπέρβλητοι. Οι αριστεροί (θε μου σχώρα με) εξ αυτών απλώς επέμεναν, στα πλαίσια της αριστερής μίρλας, ότι γι' αυτό ακριβώς μάς μισούν οι ξένοι: επειδή γαμάμε ενώ εκείνοι όχι (μπαρδόν για τα γαλλικά μου). Επίσης μισούνε και τους Σέρβους (αν θυμάστε).

Στις αρχές της δεκαετίας του '10 ο λαός δεν έχει φωνή, γιατί μάθαμε ότι ο λαός (εμείς) τελικά δεν είμαστε τζαμάουα, γαμάουα, σφαιράουα-πετάουα. Είμαστε ή κοθώνια και λαμόγια, κατά τον Πάσχο τον Μέγα, ή παιδιά που πρέπει να αλλάξουμε, κατά τον Όσιο Λάκη τον Χρηστομαθή. Η συνοδεία τους αναπτύσσει διάφορες αναλύσεις περί Μεταπολίτευσης. Υπενθυμίζω σε όσους έχουνε πρόβλημα με τη Μεταπολίτευση ότι προηγήθηκε μια Χούντα. Το πρόβλημα δεν είναι η κουλτούρα της Μεταπολίτευσης, παρά ότι την κάναμε τη Μεταπολίτευση και μετά τα αφήσαμε όλα στον Αντρέα και στην Αλλαγή. Από την οποία μας έσωσε το Μητσοτάκ. Και λοιπά, και λοιπά. Ακόμα και τώρα πολλοί περιμένουνε τον Σαμαρά. Ποιον; Τον Σαμαρά. Αν είναι ο Αντώνης ο επόμενος πρωθυπουργός, θα προτιμούσα τον Κωστάκη τον Νιντέντο και πάλι: καλύτερα ένας ανίκανος πολιτικός παρά ένας κατά τεκμήριο αδίστακτος και φανατικός...

Τι μας λεν όλα αυτά; Ότι πολιτική κουλτούρα δεν έχουμε στην Ελλάδα. Δε γίνεται ρε παιδιά εδώ και εικοσιτόσα χρόνια να διαμορφώνουν την κοινή γνώμη εξυπνάκηδες και δοκησίσοφοι. Δε γίνεται. Γενικά δεν έχουμε παιδεία, και δεν εννοώ να διαβάζει Καντ ο ηλεκτρολόγος, εννοώ να μην είναι τόσο άξεστη η λεγόμενη άρχουσα τάξη στο σύνολό της. Εννοώ να μην είναι εφικτό να είναι γεμάτος ο τύπος από εικοτολογίες, κοινοτοπίες και απλοϊκές σαχλαμάρες. Εννοώ να υπήρχε ένα σχολείο που να μην ασχολείται με το ποιος από τους πολλούς εχθρούς μας είναι ο χειρότερος, παρά με το να σε βοηθάει να σκεφτείς κριτικά.

Απλά πράματα κι αυτονόητα αλλά ήδη στη σφαίρα του μαγικού ρεαλισμού. Οπότε σταματάω εδώ.

GatheRate