Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Greatest hits. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Greatest hits. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 24 Σεπτεμβρίου 2018

Η κομμουνιστική Ελλάδα του 2018


Ζούμε σε μια από τις πρώτες χώρες του Πρώτου Κόσμου στην οποία εφαρμόστηκε η νεοφιλελεύθερη συνταγή "λιτότητα και ξεπούλημα" και μάλιστα χωρίς Τσαουσέσκου και Πινοτσέτ ή άλλες τέτοιες τριτοκοσμικές ασχημοσύνες. Η εκτέλεση της συνταγής αυτής μετέτρεψε τον ΣΥΡΙΖΑ, που αν θυμάστε θα έφερνε τον κομμουνισμό, σε κεντροδεξιό κόμμα -- δείτε κι εδώ.

Υπάρχουν ωστόσο πάρα πολλοί που εδώ και τρία χρόνια διαμαρτύρονται ότι ζούμε σε σταλινικό καθεστως, το οποίο έχει ξεκινήσει πρόγραμμα θεμελίωσης του υπαρκτού σοσιαλισμού στην Ελλάδα.

Βεβαίως η πραγματικότητα τους διαψεύδει: δεν βλέπουμε ουρές για ψωμί και 450 γραμμάρια τυρί φέτα αλλά παντού μαγαζιά πολυτελείας· δεν μας κυβερνάν εργατικά συμβούλια παρά διάφοροι λεφτάδες και φιλάνθρωποι· δεν έχει κολλεκτιβοποιηθεί το σύμπαν (τρένα, αεροδρόμια, ξενοδοχεία, υπηρεσίες) παρά έχει ξεπουληθεί σε ιδιώτες· δεν παρελαύνουν κομσομόλοι της Κουμουνδούρου στους δρόμους αλλά ναζί και χριστιανοεθνικιστές· δεν δείχνει η τηλεόραση αντάρτικα, ιστορίες από το αγροτοεργατικό κίνημα και ρεπορτάζ από τοπικές συνελεύσεις παρά προβάλλει καταναλωτικά προϊόντα που ενθαρρύνουν την κατανάλωση κι έναν αδιανόητα αντιδιανοητικό ατομικισμό.

Το μόνο κομμουνιστικό καθεστώς στο οποίο κάπως μοιάζουμε είναι αυτό του σ. Τσαουσέσκου (φίλου δεξιών κι αριστερών τότε), που εξαθλίωσε μια ολόκληρη χώρα για να αποπληρώσει το ΔΝΤ. Όμως είμαι σίγουρος ότι δεν έχουν τον Τσαουσέσκου στο μυαλό τους όσοι θρηνωδούν για τον αποσοβιέτωσή μας.

Πολλοί δεν μπορούν καταπιέσουν τη θυμηδία τους όταν κάθε λογής δεξιοί και δεξιόστροφοι ισχυρίζονται ότι κατρακυλάμε προς τον κομμουνισμό ενώ η πραγματικότητα πηγαίνει αλλού. Γίνεται πολύς λόγος για "χαζούς" και "ιδεοληπτικούς" που σκιαμαχούν εμμονικά με το φάσμα του κομμουνισμού ακόμα και όταν αυτό διόλου δεν μετεωρίζεται πάνω από τα κεφάλια τους. Πλακίτσα γίνεται και γίνεται πολλή, γενικώς. Τα γέλια δυναμώνουν όταν κάποιοι από τους κατά φαντασία συμμοριτόπληκτους φωνασκούν ότι βρίσκονται υπό διωγμό. Γίνεται τότε λόγος για τζάνκια της εξουσίας ή κρατικών επιχορηγήσεων που στο παραλήρημά τους τρώνε φρίκη και υποκύπτουν σε μανία καταδίωξης.

Δεν είναι όμως τόσο απλά τα πράγματα. Όσοι βλέπουν την επέλαση της κομμουνιστικής λαίλαπος στην Ελλάδα δεν είναι απαραιτήτως κουτοί ή απλώς εξουσιοστερημένοι. Πολλοί από αυτούς ξέρουνε τι λένε, πολλοί από αυτούς έχουν όραμα. Ό,τι δεν συντελεί ενεργά στην υλοποίηση του οράματός τους είναι "σταλινισμός".

Το όραμά τους περιλαμβάνει κουκλίστικα κέντρα πόλεων, συμμαζεμένα κι εύτακτα κατά τα πρότυπα των τουριστοπόλεων της Μεσευρώπης, στα οποία θα μπορούν να ψωνίζουν και να σουλατσάρουν και να πίνουνε ριστρέτο και σπριτς και να τρώνε κονφί πάπιας με κριθαρώτο τρούφας και στα παγκάκια των οποίων θα μπορούν να φλερτάρουν (αν θέλουν και μπορούν).

Θέλουν το χρήμα να ρέει προς αυτούς και τα παιδιά τους ώστε να ξεκινήσουν τις δικές τους επιχειρήσεις που θα εντάσσονται μέσα στον ιστό αυτών των κουκλίστικων ιστορικών κέντρων. Σκουπίδια, φτωχοί, μη σέξι πλανόδιοι, μπανάλ πινακίδες, απεργοί, τηλεοπτικές κεραίες, μπαρμπάδες, άνεργοι, άσχημες προσόψεις, θείτσες, σπασμένες πλάκες πεζοδρομίου, φρικιά, πλαστικές καρέκλες, άπρακτοι μετανάστες που δεν φοράνε ποδιές ή δεν υποδέχονται χαμογελαστοί πελάτες να αποσκορακίζονται και να εξοστρακίζονται εκτός, εκεί, έξω, μακρια: στο μπανλιέ.

Θέλουν ζυγοσταθμισμένες δημόσιες υπηρεσίες χωρίς δημοσίους υπαλλήλους, γραφικές εκκλησίες χωρίς παπάδες και ζητιάνους και χαροκαμένους που σταυροκοπιούνται διώχνοντας τους τουρίστες, κομψές διαφημίσεις στο μετρό, έτζυ φοιτητές που θα ξεδιπλώνουν το σέλας της νιότης σε προσεκτικά ψαγμένες πολιτιστικές παρεμβάσεις κι όχι αφισοκολλήσεις και καταλήψεις, θέλουν πανεπιστήμια και Τύπο που θα αμφισβητούν οτιδήποτε εκτός από το δόγμα ότι ο κόσμος τούς χρωστάει επειδή είναι γόνοι και διάδοχοι, επειδή είναι οικογενειακοί φίλοι με κάποιον κάπου ή με μουμιοποιημένο μέλος της λματ.

Ανηκουν σε μια σκιώδη Ευρώπη, η οποία γεωγραφικώς απαρτίζεται από μια ντουζίνα μνημεία, μια ντουζίνα ΚΥΕ και 5-6 λιθόστρωτους δρόμους και κανα-δυο γέφυρες, ενώ πολιτικώς είναι διευθυντήριο για απείθαρχους λαούς.

Το όραμα όσων τρέμουν τον κομμουνισμό και τον θυμιατίζουν στανικώς και σπασμωδικώς σαν καταπιεσμένα γυναικωτός διάκος είναι μια πόλη δική τους, για το 10 με 20%, και οι υπόλοιποι ας βρούνε κάποιον τρόπο να υπάρχουν κάπου αλλού και μακριά -- ή και όχι. Θέλουνε μια χώρα να δουλεύει για αυτούς και να μην το πολυδείχνει, πολλώ μάλλον να μην παραπονιέται. Ό,τι αφήνει περιθώρια παραπόνων ή και διαμαρτυριών από τα συνήθη υποζύγια (μα δεν ξεχνιέται αυτή η διατύπωση!) είναι κομμουνισμός, σταλινισμός και αναξιοκρατία της νομενκλατούρας. Κι αυτά λέγονται από τους ίδιους κύκλους που θα στελέχωναν την κομματική νομεκλατούρα ή θα γίνονταν στυλοβάτης της αν είχε γίνει νικήσει ο ΔΣ, αν όντως είχαμε γίνει δορυφόρος της ΕΣΣΔ.

Ξυπνώντας ταξικώς λόγω του μνημονιακού εφιάλτη οι μη προνομιούχοι, πάντα σιωπηλοί και παραμυθιασμένοι, τελικά ξαναβυθίστηκαν στον ύπνο της Ελλάδας και της Παράδοσης και της Ορθοδοξίας κι Αντροσύνης -- αν και κατά πολύ φτωχότεροι: έπεσαν από το 3 στο 1. Οι υπόλοιποι ελάχιστοι, άντε ένα 10 με 20%, αυτοί που από τα 9 έπεσαν στα 8, επίσης αφυπνίστηκαν ταξικώς και λυσσάνε στην ιδέα ότι ότι δεν έχουν ήδη καβατζώσει τα 11. Και σίγουρα γι' αυτό φταίει ο σταλινισμός που ζούμε.

Ποτέ άλλοτε δεν ήταν τόσο απροκάλυπτα ταξικές οι απαιτήσεις των ελίτ στην Ελλάδα, έστω και πλαισιωμένες από αντικομμουνιστική φρεναπάτη.

GatheRate

Δευτέρα 23 Ιουλίου 2018

Υπέρ της πολυγαμικότητας


God, I’m fond of adultery. Aren’t you? […] The softness it brings to the hardness […] A world without adultery is unthinkable. The brutal inhumanity of those against it. […] To demand of human flesh fidelity. The cruelty of it, the mockery of it, is simply unspeakable.

Philip Roth — Sabbath’s Theater p. 336

Η πολυγαμικότητα δεν υπήρξε σχεδόν ποτέ ιδανικό ή αρετή· ακόμα και αν υπήρξε εύσημο και άθλημα για τους άντρες, πάντως ποτέ δεν ήταν αποδεκτή για τις "τίμιες" γυναίκες. Βεβαίως πολλές φορές η τέχνη έχει άλλη γνώμη για αυτά τα θέματα, όμως στο σφυρί της τέχνης ξέρουμε να αντιστεκόμαστε όταν δεν κάνουμε νιανιά όσα μας δείχνει ή όσα μας ξυπνάει.

Ας μιλήσουμε λοιπόν για την πολυγαμικότητα.

Ο έρωτας μάς δίνει διαφορετική χαρά, διαφορετικές χαρές και διαφορετικές χάριτες με διαφορετικούς ανθρώπους: με κάθε διαφορετικό άνθρωπο είναι αλλιώς η ερωτοπραξία. Αυτονόητο. Επίσης δεν υπάρχει ο ένας άνθρωπος με τον οποίο "όλα θα γίνουνε σωστά", ό,τι κι αν ισχυρίζεται η εποχή μας. Πολλώ μάλλον, ο ανθρώπινος πόθος δεν αποτελεί ένα οικονομίστικα δοσμένο κεφάλαιο το οποίο δεν πρέπει να σπαταλήσουμε δεξιά κι αριστερά παρά πρέπει να δαπανήσουμε "σωστά", όπως όταν αγοράζουμε σπίτι. Ο έρωτας είναι καινούργιος και ξεκινάει από την αρχή με κάθε καινούργια γνωριμία, ενώ αυτή η διαπίστωση καθόλου δεν συνεπάγεται ούτε εξιδανίκευση ούτε δαιμονοποίησή του.

Η μετά λόγου γνώσεως πολυγαμικότητα χορταίνει βαθιά την ψυχή και μιλάμε σαφώς για χορτασμό κι όχι για κορεσμό, μιλάμε για αποτέλεσμα πληρέστερο και οπωσδήποτε διαφορετικό από το να ξεκαυλώσεις απλώς.

Αυτός ο χορτασμός εν μέρει προέρχεται και από τις διαφορετικές λαγνικές εμπειρίες, αφού με κάθε διαφορετικό άνθρωπο ο έρωτας είναι διαφορετικός. Αυτό το εντελώς διαφορετικό που μας επιφυλάσσει κάθε καινούργιος εραστής και κάθε καινούργια ερωμένη δεν εξαρτάται σώνει και καλά από μαγικούς και μεταφυσικούς παράγοντες, παρά ξεκινάει από το ότι η καύλα βρίσκεται βεβαίως και στο μυαλό: είναι η επιθυμία για κάποιον, για κάποιον άλλο ή για κάτι. Αυτό το κάτι μπορεί να είναι μια ερωτική στάση, μια συγκεκριμένη κατάσταση-φάση ή σκηνοθεσία ή ένα συγκεκριμένο μέλος του σώματος κ.ο.κ.

Επίσης η πολυγαμικότητα μάς ποντίζει βαθιά  μέχρι τον βυθό των ανθρώπινων σχέσεων. Όταν τον κοιτάμε από την κατοπτρικά ακύμαντη επιφάνεια ο βυθός μοιάζει μια πάρα πολύ απλή εικόνα, εξόχως στατική. Όταν όμως ποντιστούμε μέσα του αλλάζει το πράγμα και οι κόσμοι του πλέον αποκαλύπτονται. Η πολυγαμικότητα μας αναγκάζει να ζήσουμε -- όχι απαραιτήτως να αναστοχαστούμε -- την αλήθεια ότι έχουμε διαφορετική ποιοτικά σχέση με κάθε διαφορετικό εραστή ή διαφορετική ερωμένη, όχι απλώς διαφορετικούς λαγνικούς συσχετισμούς.

Η εμπειρία της πολυγαμικότητας μας εξοικειώνει και με μία δεύτερη αλήθεια, ότι μετά το πέρας τους, διαφορετικές ερωτικές σχέσεις αφηνουνε δεσίματα διαφορετικής έντασης: από το μείον του μίσους μέχρι το μηδέν της αδιαφορίας και έως τη φιλία ή και την αγάπη. Επίσης μας αναγκαζει να αντιμετωπίσουμε και ότι διαφορετικές ερωτικές σχέσεις αφήνουνε πίσω τους δεσμούς διαφορετικής ποιότητας και διαφορετικού χαρακτήρα.

Η πολυγαμικότητα δεν είναι μόνον γαμήσια, λιγότερο περισσότερο αξιομνημόνευτα και αξιομακάριστα, χαρές και γλέντια. Η πολυγαμικότητα είναι και ένας τρόπος να ανεύρουμε άλλους, να μάθουμε τον άλλο, αλλά και να ανακαλύψουμε τον εαυτό μας. Μέσα από την πολλές φορές τυρβώδη πολυγαμικότητα μαθαίνουμε κυρίως τον εαυτό μας· τον σπουδάζουμε κοιτάζοντας τα βλέμματα των άλλων προς εμάς -- όσο στρεβλά, τυραννικά, ζηλόφθονα ή φθονερά και αν είναι κάποτε. Επίσης μαθαίνουμε τον εαυτό μας μελετώντας τι βλέπουν οι εραστές κι οι ερωμένες όταν μας αντικρύζουν.

Σε γενικές γραμμές ισχύει πως η πολυγαμικότητα "μας εξασκεί στην ενσυναίσθηση αλλά και στα όρια, μας κάνει θαρραλέους και μας αναγκάζει να αναλάβουμε την ευθύνη του εαυτού μας".

Επαναλαμβάνω ότι προφανώς η πολυγαμικότητα μπορεί να γίνει τρομακτικά επώδυνη και σε αυτό μοιάζει με το πιοτό, την ψυχοθεραπεία, τη σωματική άσκηση και τη συστηματική μελέτη. Η εξάσκηση της πολυγαμικότητας είναι δύσκολη: απαιτεί λεπτότητα και βαθιά ευγένεια ώστε να μην καταντήσει χονδροειδής και ισοπεδωτική, αλλά να παραμείνει κάτι βαθιά ανθρώπινο κι εξανθρωπιστικό -- πέρα από ιμερικό, μακάριο κι ιλαρό.

Εννοείται επίσης ότι η ταυτόχρονη ενασχόληση με διαφορετικούς ανθρώπους υπό διαφορετικούς όρους μπορεί να καταστεί από κυνική διαχείριση και ναρκισσιστική κούρσα μέχρι πρακτική μελέτη της ανθρώπινης κατάστασης και άσκηση στην ενσυναίσθηση.  Μαθαίνει κανείς, να συναναστρέφεται τους άλλους -- ιδίως όταν οι συγκεκριμένοι άλλοι χύνουν μαζί του ή τον έχουνε δει να βογγάει αναλόγως.

Οπωσδήποτε η πολυγαμικότητα και η πολλαπλότητα των ρόλων που εισάγει μάς καθαίρουν: μας ασκούν στην απόταξη της φρεναπάτης πως μας ανήκει οποιοσδήποτε άνθρωπος ή πως θα γίνουμε ο θεός του -- όσο τρελός κι αν είναι ο έρωτάς μας, όσο βαθιά κι αν είναι η αγάπη μας.

Ανθρώπινη και εξανθρωπιστική είναι τέλος και μία παραγνωρισμένη χρήση της πολυγαμικότητας: η αποσυμφόρηση των σχέσεων Παρά την αναπόφευκτη παρενέργεια της ζήλειας, η πολυγαμικότητα ως επιλογή σώζει σχέσεις, ιδίως μακροχρόνιες: αντί να εγκαταλείπεις τον άνθρωπό σου γιατί σου λείπει κάτι ή γιατί του λείπει κάτι, του αφοσιώνεσαι ή του παραμένεις αφοσιωμένος ανοίγοντας τον εαυτό σου.

GatheRate

Κυριακή 8 Ιουλίου 2018

Πληθωρισμοί


Δεν χρειάζεται να είναι όλα ναζισμός.
Δεν είναι όλα Ολοκαύτωμα. Δεν είναι καν γενοκτονία.
Δεν είναι κάθε αυταρχισμός φασισμός.
Δεν είναι κάθε κρατισμός σταλινισμός.
Δεν είναι κάθε συντηρητισμός νεοφιλελευθερισμός.

*

Αποτελεί επιτακτική ανάγκη να είμαστε ακριβείς σε έναν κόσμο στον οποίο η ραθυμία στην ανάγνωση και η ακηδία στη γραφή πλέον σκοτώνουν. Ο πολτός των εννοιών και οι ακυρολεξίες θαμπώνουν το πώς αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο, όμως αυτή την πολυτέλεια την έχουμε προ πολλού στερηθεί. Η ευκολία των γενικεύσεων και των εξισωτισμών δηλητηριάζουν την ερμηνεία του κόσμου περισσότερο και από τα fake news.

Η Νότια Αφρική δεν ήτανε ναζιστικό κράτος. Ήταν όμως ένα από τα απεχθέστερα τυραννικά καθεστώτα του 20ου αιώνα. Οι κυβερνήσεις του Ισραήλ δεν είναι ναζιστικές, εφαρμόζουν όμως απαρτχάιντ στυγνότερο από το νοτιοαφρικανικό. Είναι φρικώδες να εξισώνεται το απαρτχάιντ με τον ναζισμό, όχι γιατί το ένα είναι "καλύτερο" από το άλλο.

Η γενοκτονία των Αρμενίων δεν ήταν το Ολοκαύτωμα. Ήταν όμως ένα από τα φρικτότερα εγκλήματα του 20ου αιώνα: γενοκτονία. Η αποικιοκρατία δεν ήταν το Ολοκαύτωμα, αλλά φονικότερη από το Ολοκαύτωμα· επίσης η αποικιοκρατία είναι λιγότερο αναγνωρίσιμη ως γενοκτονία και σίγουρα πιο δικαιωμένη. Η μνημονιακή άλωση της Ελλάδας δεν είναι γενοκτονία. Αποτελεί τρομακτική προσβολή στα θύματα γενοκτονιών να μιλάμε με τέτοιους όρους για τη δήωση που υφιστάμεθα από το 2010.

Ο Περόν εγκαθίδρυσε ένα προσωποπαγές αυταρχικό καθεστώς έχοντας προσεταιριστεί και καθυποτάξει τα αργεντίνικα συνδικάτα αλλά δεν ήτανε φασίστας: αν μη τι άλλο ο ίδιος και οι εκλεκτοί του κέρδιζαν αβέρτα εκλογές. Αν ο φασισμός είναι πολιτική λατρεία θανάτου με θεό το κράτος -- και ο ναζισμός με θεό τη φυλή -- οι δικτάτορες της Κεντρικής Ασίας είναι πολύ πιο φασίστες από τον Περόν.

Ο Τίτο δεν ήτανε σταλινικός, κι όχι μόνο γιατί δεν ανήκε στο ανατολικό μπλοκ. Η Βενεζουέλα δεν είναι σταλινική. Αν ο συγκεντρωτικός κρατισμός ήτανε σταλινισμός, τότε η Γαλλία θα ήταν πιο σταλινική από την αποκεντρωμένη Κούβα της πρόσφατης συνταγματικής αναθεώρησης.

Οι πατρίς-θρησκεία-οικογένεια δεξιοί ανά τον κόσμο δεν είναι νεοφιλελεύθεροι. Ο Τραμπ δεν είναι, η Χίλαρυ ήταν.

*

Δεν είναι κάθε κακό ανταλλάξιμο με κάποιο άλλο. Η ζωή στην Ουγγαρία του '70 είναι εξίσου χάλια με αυτή στην Αυστρία του μέλλοντος -- αλλά μιλάμε για διαφορετικά καθεστώτα. Ο Ερντογάν και ο Κάστρο δεν το έχουν με την ελευθερία του Τύπου αλλά δεν μοιάζουν.

Τέλος, δεν είναι καλό ένα καθεστώς μόνο και μόνο επειδή το υποστηρίζουν οι όποιες ελίτ του. Όταν πηγαίνουμε πέρα από αυτό το αντανακλαστικό αρχίζουμε να έχουμε αυτό που λέμε δημοκρατία. Όταν προστατεύουμε όσους μειοψηφούν, τότε έχουμε δημοκρατία.

Ναι, αυτονόητα πράγματα.

GatheRate

Παρασκευή 22 Ιουνίου 2018

Αλλάζει ο κόσμος, μπρε;


Ο παππούς μου, μεταμελημένος κομμουνιστής, προσπαθούσε να με πείσει ότι αυτός ο κόσμος δεν αλλάζει με τίποτα. Επιπλέον προσπαθούσε να μου παρουσιάσει αυτή του την πεποίθηση ως νόμο της φύσης περίπου, ως κάτι αναπόφευκτο. Καταλάβατε, στο πνεύμα του βοτανιού "Καληνύχτα Κεμάλ, αυτός ο κόσμος δεν αλλάζει με τίποτα" που καλύπτει μεγάλες χορτολιβαδικές εκτάσεις των σοσιαλμήντια.

Εννοείται πως αυτή η πολιτική μοιρολατρία ενθαρρύνεται από όσα βλέπουμε γύρω μας, με τον τρόπο που καταλήγουμε να τα βλέπουμε. Εννοείται πως μπορείτε να τη βαφτίσετε κοινωνική εντροπία αν ξέρετε και λίγη Φυσική. Ό,τι κι αν εννοείται, βεβαίως, είναι ψευδές: ο κόσμος αλλάζει.

Ο κόσμος όμως αλλάζει προς το καλύτερο σε πολλούς τομείς, σε εκείνους ακριβώς τους τομείς στους οποίους οι ελίτ δεν έχουνε καταφέρει ακόμα να στήσουνε το παιχνίδι ώστε να τζογάρουν ανενόχλητες το μέλλον της ανθρωπότητας με σκοπό να αυξήσουν τα κέρδη τους την επόμενη πενταετία και να συσσωρεύσουν περισσότερο μπανάλ πλούτο. Ο επισιτισμός, τα φάρμακα, η εκπαίδευση, κάποιες απλές τεχνολογικές λύσεις σώζουν εκατομμύρια ζωές και βελτιώνουν τη διαβίωση σε τόπους που δεν φτάνουν στις ειδήσεις.

Ο κόσμος επίσης αλλάζει προς το χειρότερο, με τις μηχανές του πολέμου να αναπτύσσονται και να κάνουν τη φονική δουλειά τους, με τη σε εξέλιξη περιβαλλοντική συντέλεια (κλιματική αλλαγή, τοξικά απόβλητα, πλαστικοπλημμύρα...), με την υποχώρηση ελευθεριών κι εργασιακών δικαιωμάτων και με τους φασισμούς στο προσκήνιο του ανεπτυγμένου κόσμου. Με άλλα πολλά.

Άρα, ως φαταλισμός και ΤΙΝΑ, ως απολίτικη πολιτική μοιρολατρία, γαμιέσαι Κεμάλ (μετά συγχωρήσεως). Ο κόσμος αλλάζει, οι ελίτ και η θεομηνία της απληστίας τους δεν αλλάζουν.

Στον ανεπτυγμένο κόσμο, ο κόσμος αλλάζει λοιπόν προς το χειρότερο: τα σύνορα κλείνουν για μια ακόμα φορά στην ανθρώπινη ιστορία παρά το πρόσχημα (ή με το πρόσχημα) του ανώτερου πολιτισμού μας, τα εργασιακά δικαιώματα συρρικνώνονται, οι ελευθερίες κατακερματίζονται και αντιμετωπίζονται επιλεκτικά και κατά περίπτωση, ανορθολογισμοί από ταυτοτικοί μέχρι ανοιχτά φασιστικοί κερδίζουν το παιχνίδι του δημόσιου λόγου ονλάιν κι οφλάιν, η θλιβερή ομοιομορφία και ο χαρωπός αυταρχισμός νεοφιλελεύθερων σοβιετιών εξαπλώνονται.

Στην Ελλάδα, όπως και στον υπόλοιπο ανεπτυγμένο κόσμο, τα ίδια και λίγο χειρότερα: ναζί βουλευτής υπόδικης οργάνωσης καλεί σε πραξικόπημα και σε ανατροπή του πολιτεύματος, διαφεύγει, καταδιώκεται (;), συλλαμβάνεται, αφήνεται ελεύθερος. Τι συμβαίνει με την Ηριάννα και τι συνέβη παλιότερα με τον Θεοφίλου ή τον Σακκά να μην τα υπενθυμίσω. Θυμάται κανείς την Combat 18; (εγώ ο ίδιος δυσκολεύτηκα)

Προφανώς οι φασίστες εχθροί της δημοκρατίας είναι λιγότερο επικίνδυνοι γι' αυτήν από τους αναρχικούς πολέμιούς της. Το οπλοστάσιο κάποιας αριστερής οργάνωσης επιμολύνει όσους αγγίξουν κάποιον που ίσως το άγγιξε -- περίπου όπως οι διατάξεις περί του μιάσματος της εμμηνόρροιας στον μωσαϊκό νόμο. Τα οπλοστάσια των φασιστών είναι συλλογές και η ύπαρξή τους είναι χρήσιμη σε περισσότερους από όσους θα το παραδέχονταν. Αυτή η κραυγαλέα μεροληψία, που καταστρέφει ανθρώπινες ζωές, είναι επιλογή του ελληνικού κράτους κι εδράζεται στα αντανακλαστικά της ελληνικής κοινωνίας: ο αναρχικός είναι αλήτης, ο φασίστας νοικοκύρης που αγανάκτησε (ενίοτε κι οι γκάνγκστερ νοικοκυραίοι είναι). Μέχρι εδώ καλά. Μόνο που ο νόμος και τα δικαστήρια δεν επιθυμούν να πάνε κόντρα σε αυτά τα αντανακλαστικά: προφανώς εδώ δεν μας χρειάζεται κράτος δικαίου. Ενδεχομένως οι φασίστες είναι πιο χρήσιμοι από όσο θέλουμε να παραδεχτούμε.

Και πάμε στην έξοδο από τα μνημόνια -- ή όπως αλλιώς θέλετε να πείτε αυτό που αποφασίστηκε χτες. Πέρασαν οχτώ χρόνια αυταρχισμού και αστυνομικής βίας κατα τα οποία εξαθλιώθηκαν ή πέθαναν εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι και καταληστεύτηκε ο εθνικός πλούτος. Πράγματι, αν δεν αισθανθήκατε τις συνέπειες της εξαθλίωσης μάλλον κακώς διαβάζετε αυτό το κείμενο: είτε ανήκετε στις ελίτ (μην ταράζεστε, παρά τις διαβεβαιώσεις λματ και κωστόπουλων στην Ελλάδα δεν τις διακρίνει γκλαμουριά), είτε ζείτε εκτός Ελλάδας. Στην Ελλάδα πάντως, τα όργανα των ελίτ με ιεραποστολικό ζήλο προσπάθησαν τρία πράγματα:
  • να πείσουν την ελληνική κοινωνία για τη χρησιμότητα μεταρρυθμίσεων που δεν έγιναν ποτέ ή που έγιναν με οθνεία αποτελέσματα, συνήθως κολοβώνοντας εργασιακά δικαιώματα·
  • να πείσουν όσους δεν ανήκουν στις ελίτ ότι εκείνοι ακριβώς ευθύνονται για τη Μνημονιοκρατία και, 
  • να μη θιγούν ποσώς τα ντήλια, τα προνόμια και ο τρόπος ζωής των ελίτ.
Τα πέτυχαν και τα τρία, ενώ χάρη στο νοβοκαϊνικό μούδιασμα της εξουσίας του ΣΥΡΙΖΑ μετά το '15, εξουδετερώθηκαν οι κοινωνικές αντιστάσεις και τα κοινωνικά κινήματα, ακόμα και τα συστημικά συνδικάτα, αφήνοντας την όποια αντιμνημονιακή αντίσταση σε εθνικιστικές αταξικές φαιδρότητες τύπου ΛΑΕ και Πλεύσεις ή στο ξεκούτικο και ζαβλακωμένο ΚΚΕ. Με δυο λόγια, το έτος 2018 ξέρουμε ότι μπορείς να πάρεις μια μικρού μεγέθους ανεπτυγμένη χώρα και να της αλλάξεις τον αδόξαστο στο εργαστήριο του δόκτορος Καλιγκάρι.

Μιλώντας για τον ΣΥΡΙΖΑ τώρα. Αν το ΠΑΣΟΚ έπαθε pasokification, η Νέα Δημοκρατία άντεξε ενόσω έπειθε τις ελίτ και τους θεράποντές τους ότι είναι κεντροδεξιό κόμμα. Όμως έχει πάψει από καιρό να είναι. Σήμερα πλέον μπορεί κανείς να πει ότι λίγο οι άψογες κεντροδεξιές πολιτικές του ΣΥΡΙΖΑ, λίγο το φλερτ της ΝΔ με φασίστες, παλιοημερολογίτες και θιασώτες του αγροτοποιμενισμού εγγυώνται ότι με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο θα μας κυβερνάει ο Παππάς για τα επόμενα 10 χρόνια και βάλε. Το παραδέχεται ή το ελπίζει και η πατρίδα μας η Ευρώπη.

Συνοψίζοντας, όπως έγραψε και η Καλυψώ Λάρα στο φέισμπουκ πριν λίγο, "Οι κρίσεις τελειώνουν μόνο όταν οι φασίστες ντρέπονται να πουν δημόσια αυτά που σκέφτονται. Προς το παρόν ο πλανήτης βρίσκεται σε προηγούμενο λέβελ."

Η εικόνα από το κόμικ Fascista του Τάσου Αναστασιάδη.

GatheRate

Σάββατο 9 Ιουνίου 2018

Ζήσε τ' όνειρο και be yourself


Η γενιά μου, είμαι 44, μεγάλωσε εγκλωβισμένη στην αυταπάτη ότι τη ζωή μας τη φτιάχνουμε εμείς οι ίδιοι όπως τη θέλουμε. Εμείς είμαστε οι αφέντες του εαυτού μας, εμείς ορίζουμε τη μοίρα μας. Αν η ζωή δεν μας έρχεται όπως τη θέλουμε, τότε μπορούμε και οφείλουμε να την αλλάξουμε. Η αλλαγή στον κόσμο δεν ήταν υπόθεση συλλογικών προσπαθειών, πέραν των πιο ανώδυνων και αποστασιοποιημένων όπως οι εκλογές, η συλλογή υπογραφών και η αγορά προϊόντων από τους σωστούς εμπόρους και παραγωγούς.

Η αυταπάτη μας είχε συνέπειες. Αν κάποιος ξέφευγε από τη μιζέρια, τη δυστυχία ή τη χλιαρότητα στον βίο του, ήμασταν βέβαιοι ότι το πέτυχε γιατί τον διέκρινε θάρρος ή τόλμη, τρέλα καλή, δεν ήταν μίζερος και συμβατικός. Ενδεχομένως ήτανε μποέμ και ασυμβίβαστος, όχι σαν εμάς τα καλά παιδιά που κοιτάγαμε προσεκτικά πού θα βρίσκεται το επόμενο πάτημα, που δεν κοιμόμασταν σε σταθμούς τρένων όταν ταξιδεύαμε, που δεν τα τινάζαμε όλα στον αέρα για μια τέχνη ή για έναν έρωτα ή για το όνειρό μας.

Δεν ρωτάγαμε βεβαίως αν είχε δίχτυ ασφαλείας ο τολμητίας, ο τρελός, ο αντισυμβατικός. Όχι μόνο δεν ρωτάγαμε, δεν το αναρωτιόμασταν καν. Θα ήταν μικροπρεπές εκ μέρους μας, τρανή απόδειξη ακριβώς του πόσο δειλοί και ξενέρωτοι ήμασταν, ανίκανοι να πάρουμε τη ζωή στα χέρια μας και να γίνουμε κύριοι της μοίρας μας κι αφέντες της ψυχής μας.

Φυσικά τα χρόνια πέρασαν και αυτό το μπανάλ σώμα γνώσης που λέγεται πείρα σωρεύτηκε πάνω μας. Είδαμε ότι το τρελιάρικο καλλιτεχνάκι ζούσε από δυο νοίκια, ότι ο υπεργαμιάς είχε καβάντζα να πληρώνει αμβλώσεις αν ο μη γένοιτο, η μις από πάρτυ σε πάρτυ είχε μαμά φραγκάτη, ο Κώστας είχε μηχανή γιατί του την αγόρασαν, η Μίνα τραβιόταν με τον αδιάφορο γι' αυτήν καθηγητή της από πρωτεύουσα σε Πρίνστον γιατί διέθετε τον ναύλο, το χίπικα ζωσμένο παιδί του ατέρμονου ιντερέιλ τράβαγε ντάλαρς σε κάθε σιδηροδρομικό σταθμό, η ατίθαση ζωγράφος που μας υποσχόταν ελευθερία στο διαμέρισμα-στούντιό της ήταν οικονόμος της μαμάς της που έλειπε 5 μήνες τον χρόνο στο νησί ταΐζοντας τουρίστες -- δεν έχει νόημα να συνεχίσει κανείς.

Και ναι, υπήρχε κόσμος που ζούσε στην αλητεία και πενόταν και έτρωγε μυική μάζα για να θρέψει την τέχνη ή το όνειρό του -- αλλά αυτός ο κόσμος βρισκόταν κάπου αλλού και πριν το ίντερνετ το "κάπου αλλού" παρέμενε βολικά αόρατο.

Υπήρχαμε κι εμείς βεβαίως, που λεφτά για ναρκωτικά δεν είχαμε, ούτε καν για αλκοόλ, πολλώ μάλλον για γκράντε καταχρήσεις που θα μας καθιστούσαν κι εμάς επιτέλους μαγικούς και καταραμένους.

Με άλλα λόγια, μάθαμε σιγά σιγά ότι τα "ζήσε τ' όνειρό σου", "be yourself, no matter what they say" και "μην ακούς κανέναν και προχώρα" είτε προϋποθέτουν καβάντζα, είτε απαιτούν να το λέει η περδικούλα σου και να το λέει πολύ.

GatheRate

Τρίτη 15 Μαΐου 2018

Τέκνα του Ισραήλ


Έχω γνωρίσει πολλούς Ισραηλινούς μέχρι τώρα. Στη χώρα έχω πάει μια φορά μα δεν τρελαίνομαι να ξαναπάω.

Εδώ θα πω για πέντε από τους ισραηλινούς που γνωρίζω, ενδεχομένως οι ιστορίες τους να μας βοηθήσουν να καταλάβουμε τη χώρα περισσότερο κι από τον Άμος Γκιτάι ή την ταινία The Bubble. Απλώς σπεύδω να προειδοποιήσω ότι το The Bubble μιλάει για τον κόσμο του Τελ Αβίβ, που έχει τόση σχέση με το υπόλοιπο Ισραήλ όση σχέση έχει, ξέρω γω, η παρρησία και η τόλμη της Ha'aretz με τις περισσότερες "καλές εφημερίδες" της Ευρώπης.

Ο Ιτσάκ ήταν ο πρώτος ισραηλινός που γνώρισα. Μετακόμισε δίπλα μου το 2000, όταν έμενα στην Αγγλία. Χημικός. Πολύ ντροπαλός και χαμηλόφωνος άνθρωπος. Έφυγε από το Ισραήλ γιατί "ο Νετανιάχου έχει κάνει τεράστια ζημιά" αν και "αυτόν θέλει ο κόσμος". Παραπονιόταν ότι όλοι έχουνε γίνει νταήδες κι επιθετικοί στο Ισραήλ, ότι η κοινωνία κατρακυλάει προς τα δεξιά, ότι ο τσαμπουκάς και η ξενοφοβία θα είναι η ταυτότητα της ισραηλινής κοινωνίας τον 21ο αιώνα. Με τις πενιχρές μου γνώσεις για την πατρίδα του τον ρώταγα αν εννοεί την περίφημη στροφή του 1967, όταν το Ισραήλ κέρδισε τον πόλεμο και το τρόπαιο της Ιερουσαλήμ αλλά, όπως λεν, έχασε την ψυχή του. Όχι: για τον Ιτσάκ τη ζημιά την έκαναν οι Αμερικάνοι έποικοι, οι Ρώσοι μετανάστες ("βασιλικότεροι του βασιλέως, αντικομμουνιστές και αραβοφάγοι") και το πόσο βλάκας και λίγος αποδείχτηκε ο Μπαράκ (ο Εχούντ) κι ότι "κάτι τέτοιοι που θέλουν με όλους να τα έχουνε καλά καταστρέφουν την Αριστερά". Ο Ιτσάκ δεν ήταν αριστερός, δεν άντεχε όμως και να ζει σε μια κοινωνία που το νταηλίκι κι ο τσαμπουκάς βασιλεύουν και στην οποία "ευημερούμε στην πλάτη των Παλαιστινίων". Τον ρώταγα αν αυτή η κουλτούρα της μαγκιάς συμβαδίζει με αυτό που οι εθνικοί προσλαμβάνουμε ως ευγενή κληρονομιά του εβραϊσμού: "Μα οι Ισραηλινοί περιφρονούμε τους Εβραίους της Διασποράς, είναι φλώροι κι αδερφές και βλάκες του βιβλίου. Μέχρι μια εποχή έως και τους επιζώντες του Ολοκαυτώματος χλεύαζαν, που έκατσαν σαν μαλάκες ανάμεσα στους εθνικούς να υφίστανται πρώτα τα πογκρόμ και μετά το Ολοκαύτωμα, που κάθονταν να τους σφάξουν" -- μια κουβέντα που με ανατρίχιαζε, με την κακή έννοια. Συνέχιζε: "ξέρεις τι έλεγε η Γκόλντα Μέιρ; Ότι οι Παλαιστίνιοι δεν υπάρχουν. Αυτό θα είναι στο εξής το πρόγραμμα του κράτους του Ισραήλ." Εγώ βέβαια ζούσα ακόμα στις αγκαλιές και τις χειραψίες του 1993 στο Όσλο και σκεφτόμουν "υπερβολές, τον φρίκαρε ο ματσίσμο κι ο τσαμπουκάς των Ρώσων".

Ο Άβι κι εγώ κολλήσαμε αμέσως. Βγήκαμε από μια παμπ στο Μπέλφαστ γκαρίζοντας μεθυσμένοι στον δρόμο "είμαστε Εβραίοι, είμαστε Έλληνες, όλος ο πολιτισμός σας είναι το τσιφλίκι μας". Παραμερίζοντας αυτή τη μάλλον αμήχανη στιγμή, να πω ότι ο Άβι έχει κάνει πολλή φυλακή. Πάρα πολλή φυλακή. Πλέον κάθε χρόνο σχεδόν. Γιατί οι Ισραηλινοί πάνε στον στρατό κάθε χρόνο. Κι όταν του έρθει φύλλο πορείας για κάπου μέσα στα σύνορα του '49, πάει κανονικά: "Είναι καθήκον μου". Όταν όμως του έρθει φύλλο πορείας για τα Κατεχόμενα (που σχεδόν απαγορεύεται να τα λες έτσι), αρνείται να πάει: "Να σφάξουν Παλαιστίνιους στη Ζζενίν χωρίς εμένα, να κάνουνε μόνοι τους την κατοχή τους, οι γαμιόληδες." Στρατοδικείο και στρατιωτική φυλακή, για 1-2 βδομάδες, "νταξ, όχι πολύ". Το κακό είναι ότι όσο περνάνε τα χρόνια, η IDF του βγάζει φύλλο πορείας σχεδόν αποκλειστικά για τα Κατεχόμενα: Γκολάν και Δυτική Όχθη. Για να τον σπάσει. Που σημαίνει ότι τα τελευταία χρόνια ο Άβι πάει κάθε χρόνο φυλακή. Δυστυχώς ο εργοδότης του είναι μια εταιρεία πολύ του καθεστώτος και αποφάσισε να περικόπτει από τον μισθό του τις εβδομάδες που λείπει "χωρίς άδεια". Αλλά ο Άβι στα Κατεχόμενα δεν υπηρετεί.

Ο Ντοβ κι η Σόνια ζουν στο Σικάγο, έριξαν μαύρη πέτρα πίσω τους το 2005. Πιστεύουν στην καταστροφή του κράτους του Ισραήλ. Την οποία οι Παλαιστίνιοι αποκήρυξαν το '93. Δεν έχει σημασία. Ο Ντοβ κι η Σόνια είναι Εβραίοι που μισούν το Ισραήλ. Σαν αυτούς τους υπερορθόδοξους που ανεμίζουνε σβάστικες και θέλουν να καταλυθεί το κράτος του Ισραήλ γιατί μόνον ο Μεσσίας θα αναστήσει τον Ισραήλ; Όχι. Είναι Εβραίοι που μισούν το Ισραήλ γιατί φοράνε πράσινες κεφίγιες και γιατί οι ισλαμιστές θα φέρουν την ταξική επανάσταση και θα ανατρέψουν τις εβραϊκές αλλά και τις παλαιστινιακές ελίτ στην Παλαιστίνη. Που ενδεχομένως να βγάζει νόημα αν ζεις στο Σικάγο ή και στα Εξάρχεια, δεν ξέρω.

Με την Αβίβα γνωρίστηκα το 2009. Την έχω μέσα στην καρδιά μου και τη θαυμάζω. Γενναία. Γλυκύτατη. Προτού πείτε "ωωωπ, να τη η Jewish princess του Σραόσα" να σας πω ότι η Αβίβα είναι λεσβία και κανονικότατα ενταγμένη μέσα στο κουίρ κίνημα. Ναι ναι, από αυτές που δεν γούσταραν καθόλου το ξέπλυμα της χοντρούλας Μπιορκ στη Γιουροβίζιον, από αυτές τις άσχημες ρε παιδί μου, όχι σαν τις λεσβιάρες Τζέσικα Ράμπιτ της πορνογραφίας. "Επιβιώνω γιατί ζω στο Τελ Αβίβ, παραέξω θα με έπαιρναν με τις πέτρες." Μαζί της πήγα στην Ιερουσαλήμ το '11. Μου έλεγε ότι κάποτε επισκέφθηκε στη Χεβρώνα τον Τάφο του Αβραάμ με κάτι φίλους Άραβες (δηλαδή μέλη της παλαιστινιακής κοινότητας που ζει στο εντός των συνόρων του 1949 Ισραήλ και έχει ισραηλινή ιθαγένεια: το 20% του πληθυσμού, που εκπροσωπείται στην Κνεσέτ), άντρες και γυναίκες. Ο Τάφος του Αβραάμ είναι σούπερ μουσουλμανικό προσκύνημα και άπιστοι δεν μπαίνουν, η Αβίβα φόρεσε μαντήλα, κοίταζε χαμηλά (είχε και μακριά μαλλιά τότε), την έβαλαν στη μέση οι υπόλοιποι της παρέας και προσπάθησαν να μπουν όλοι μαζί. Τους σταμάτησε ο φύλακας: "περάστε όλοι κι όλες εκτός από την Εβραία στη μέση". Αν κρίνω από τη σαύρα-καλόγερο στον Πανάγιο Τάφο, αυτή είναι μια φάρα που τους μυρίζεται τους αλλόθρησκους, ό,τι κι αν είναι.

Το πρώτο βράδυ στην Ιερουσαλήμ ανεβήκαμε στο εστιατόριο του Ιδρυματος Νταγιάν να φάμε. "Έκανε Ίδρυμα για να εξιλεωθεί ο καριόλης", γέλαγε η Αβίβα. Από τον εξώστη του εστιατορίου βλέπεις την Παλιά Πόλη, βλέπεις τη Σιών, βλέπεις τον Φράχτη και τα παλαιστινιακά παραπήγματα που κρύβει. Στην Ιερουσαλήμ πάντα φυσάει αύρα λεπτή το βράδυ, χτισμένη καθώς είναι στα 900 μέτρα υψόμετρο, αλλά το αεράκι μετά τον καύσωνα της μέρας είναι αρκετό να σου βάλει ιδέες ότι αυτή τη φρικτά αιματοκυλισμένη πόλη την αγαπάει ο Θεός. Ξαφνικά με διακόπτει η Αβίβα, που βρίζεται στα εβραϊκά με τον σερβιτόρο. Ο σερβιτόρος την κοιτάει με ένα "μη σου γαμήσω" ύφος, η Αβίβα τον κοιτάει με το αγέρωχο αλλά πεισματικά συναρμολογημένο κουράγιο των κουίρ, αντρών και γυναικών. Ο σερβιτόρος φεύγει. Ρωτάω τι έγινε. "Τον ρώτησα από πού είναι το κρασί και μου είπε από τη Γαλιλαία, το αρχίδι." Κατάλαβα ότι δεν ήθελε να πάρουμε κρασί από το κατεχόμενο Γκολάν. "Και;" τη ρώτησα. "Ε ρε συ, λένε Γαλιλαία για να μην πουν Γκολάν. Του το είπα και με έβρισε." Τσίμπησα το ορεκτικό, κάτι με μελιτζάνα, και σκέφτηκα τι θα έπρεπε να πω τώρα. Ένας συνδαιτυμόνας μού έδειξε το μοντερνιστικό ξενοδοχείο στο ΄Όρος των Ελαιών, που οι Ιορδάνοι έχτισαν ξεχώνοντας εβραϊκούς τάφους (ποιος ξέρει πού το βρήκαν το νόου-χάου): "Από εκεί οι Ιορδανοί ελεύθεροι σκοπευτές έκαναν σκοποβολή πάνω στους Εβραίους πριν το '67". Η Αβίβα τον κοίταξε πάρα πολύ ήρεμα και του είπε πολύ στιφά να μην ανησυχεί: "Τώρα που ξεκουμπίστηκαν κι αυτοί θα φέρουμε τους έποικους να κάνουν σκοποβολή πάνω στους Παλαιστίνιους".

Η φωτογραφία από παλιότερη επιχείρηση 'αυτοάμυνας' του IDF.

Προς τους φίλους του Σιν Μπετ που διαβάζουν: άλλαξα τα ονόματα και τις λεπτομέρειες. Βεβαίως ήδη ξέρετε για ποιους μιλάω...

GatheRate

Σάββατο 5 Μαΐου 2018

Η τσόντα σήμερα δεν έχει σύνορα



... κι αυτό είναι και καλό και κακό.

Η πορνογραφία σήμερα δεν είναι αυτό που θυμούνται όσοι ήταν νέοι πριν είκοσι χρόνια, ή παλιότερα. Δεν περιορίζεται πια στη μία εξάδα βιντεοκασέτες που έχεις φυλαγμένη ή στη συλλογή από τραπουλόχαρτα με γυμνές ή στα περιοδικά πίσω από τα βιβλία των αγγλικών ή στις γαλλικές καρποστάλ σου. Παραθέτω σχεδόν αυτούσιο σχόλιο του Φανούτο Κουσουράκι -- και συνιστώ να διαβαστεί ολόκληρο.
Πριν 10-15 χρόνια βλέποντας βιδεάκια στο YouPorn ήσουν στην υπεραιχμή της πορνικότητας, και γελούσες με τον μεσήλικα που νοίκιαζε βιντεοκασέτες DVD για να την παίξει. Σήμερα το pornhub που θα ανοίξεις σε ανώνυμη περιήγηση για να την παίξεις πριν την πέσεις για ύπνο, είναι αντίστοιχη φάση με τον μεσήλικα με την καπαρντίνα στο βιντεοκλαμπάδικα.

Το πορνό ακολουθεί όπως κάθε βιομηχανία νέες διεξόδους και τεχνολογίες. Self-produced παραγωγές, monetization σε instagram και twitter accounts, η μετεξέλιξη των συνδρομητικών sites σε συνδρομητικό personal / private stream, subscriber snapchat, από τα cams και τα chat rooms μπορείς πλέον να μπεις σε πριβέ κανάλι πορνοστάρλετ στο Discord! Crowdfunding για πορνό, Patreon για τσονοφωτοσετ, γενικά οτιδήποτε μπορείς να βάλεις από τη μία μια πιστωτική και απο την άλλη να ανοίξει ένα μικρόφωνο και μία κάμερα, μέχρι και ένα application code για να ρυθμίζεις το ρυθμό που δονείται το κωλοφτιαγμένο Hitachi πάνω στην κλειτορίδα της.
Συνελόντι ειπείν: η πορνογραφία σήμερα είναι μαζική και εύκολα προσβάσιμη· δεν είναι αποκλειστικά προϊόν στούντιο και ηθοποιών. Ταυτόχρονα, η πορνογραφία το 2018 είναι εξατομικευμένη, όπως πρέπει να έγινε σαφές πιο πάνω, και εν πολλοίς ιδιωτική υπόθεση: τι άλλο είναι η ανταλλαγή βίντεο φωτογραφιών (δικών μας ή όχι) στα διάφορα ίνμποξ;

Τώρα πια λοιπόν τρομάζει και απωθεί για τρεις λόγους:

Ο πρώτος και ο πιο σοβαρός είναι επειδή μέρος της πορνογραφίας που παράγεται σε αφθονία καταγράφει και ενδεχομένως ενισχύει την κουλτούρα του βιασμού και τον μισογυνισμό με ιδιαίτερα στυγερούς τρόπους. Με άλλα λόγια, επειδή αφθονούν απροσχημάτιστα κακοποιητικές πορνογραφικές αναπαραστάσεις. Αυτό φυσικά ισχύει για κάθε πεδίο του ανθρώπινου βίου, εκτός πορνογραφίας απλώς τηρούνται (;;;) κάποια προσχήματα. Και πάλι είναι σημαντικό να έχει κανείς υπόψη του ότι οι τσόντες με κακοποιητικές καταστάσεις που δεν παρουσιάζονται ως παιχνίδι ή ως μέρος συναινετικού σεναρίου δεν είναι τόσο διαδεδομένες όσο νομίζει κάποια ή κάποιος άνω των 30 (καλή ώρα εγώ), που μπορεί να πέσει πάνω τους, άθελά του ή και όχι, σε ανώνυμη περιήγηση. Αφήνω φυσικά κατά μέρος παραλογισμούς τύπου "η σεξεργασία είναι βιασμός, άρα κάθε επαγγελματική τσόντα είναι βιασμός και κακοποίηση", η άποψή μου βρίσκεται εδώ.

Ο δεύτερος λόγος που η τσόντα τρομάζει κι απωθεί είναι επειδή το επαγγελματικά παραγόμενο μέρος της, και μάλιστα ούτε το πιο ενδιαφέρον ούτε το πιο συναρπαστικό ούτε το πιο ανατρεπτικό, διαμορφώνει τη δημόσια αισθητική και το γούστο μας όσον αφορά την αναπαράσταση του εαυτού μας και του έρωτα. Επειδή πλέον δεν έχει σύνορα, πολλή τσόντα χαμηλής ποιότητας και πρωτοτυπίας (η τζάμπα βιομηχανική, κλεψίτυπη ή μη) διαποτίζει την ποπ κουλτούρα. Όπως έλεγα εδώ, το πρόβλημα μας είναι ότι
Η τσόντα, και μάλιστα αυτή που κυκλοφορεί και καταναλώνεται στο τζαμπέ διαδικτυακώς, κυριαρχείται από αυτό το προκάτ και βιομηχανοποιημένο πράμα που [...] δεν είναι ούτε ανταρσία ούτε αντίσταση παρά ακόμα ένας τρόπος να καλουπώσουμε βίο, επιθυμίες και ηδονές. Επιπλέον, [...] αλλοιώνει όχι μόνο τον τρόπο που κατανοούμε και αντιλαμβανόμαστε αναλυτικές κατηγορίες όπως σέξι ή διεγερτικό αλλά διαμορφώνει και τον τρόπο που βλέπουμε τι φοράει π.χ. η Μπιγιονσέ.
Τέλος, η πορνογραφία μάς φρικάρει και θα μας φρικάρει επειδή ανάλογα με τις προτιμήσεις μας, τις αναμνήσεις και τις επιθυμιες μας, μας διεγείρει στα ίσια, απροσχημάτιστα και απροκάλυπτα: άλλωστε αυτός είναι ο σκοπός της. Και τότε ακριβώς αρχίζει και γίνεται ανατρεπτική. Στο μεν προσωπικό επίπεδο, γίνεται ο καθρέφτης επιθυμιών που είτε θέλουμε να εκπληρώσουμε, είτε αρκούμαστε να ικανοποιούμε μπανίζοντας -- κι είναι κοινός τόπος ότι δεν θέλουμε πάντοτε να αντικρύσουμε αυτό που μύχια επιθυμούμε. Σε επίπεδο κοινωνικής παρτήρησης, όταν δηλαδή μπανίζουμε το μπανιστήρι σε φάση μέτα, η πορνογραφία αναδεικνύει την ασύλληπτη και ατίθαση ποικιλομορφία της ερωτικής επιθυμίας και της σεξουαλικής χαράς -- πάντοτε ως θέαμα ή και ως τσίρκο, βεβαίως.

Από αυτή την άποψη, εφόσον πια η πορνογραφία παράγεται εν πολλοίς κατ' ιδίαν και χειροποίητα και εφόσον είναι πολλές φορές στοχευμένη σε συγκεκριμένο, έως και μονοπρόσωπο, κοινό και μακριά από τα όποια βιομηχανικά πρότυπα, είναι καλό που δεν έχει σύνορα: πλέον αποτυπώνει "το αρεσούμενο του ανθρώπου" με τρόπους που ελέγχει ο αυτόνομος μικροπαραγωγός της.

GatheRate

Τετάρτη 14 Μαρτίου 2018

«Καθώς γίνεσαι μαλάκας» από το «Πώς να μη γίνετε μαλάκας»

Εάν πράγματι μαλάκα σε κάνουν οι βεβαιότητες, ποια είναι η διαφορά βεβαιοτήτων και πεποιθήσεων; Η διαφορά είναι μάλλον απλή: οι βεβαιότητες δεν μεταβάλλονται, δεν αναθεωρούνται, δεν αναιρούνται και, βεβαίως, δεν καταρρίπτονται. Ήδη νιώθει κανείς να σχηματίζεται το προφίλ του ιδανικού μαλάκα: εκείνου που δεν θα σαλέψει ούτε ρούπι από τις βεβαιότητές του, που μερικά χρόνια πριν θα σου έλεγε κιόλας το παλιακό "ου με πείσεις καν με πείσης".

Οι βεβαιότητές σου σε κάνουνε σιγά σιγά μαλάκα καθώς αμφισβητούνται ή καθώς ο κόσμος ή ο εαυτός σου σε εξαναγκάζουνε να τις αναθεώρησεις. Αυτό που σε καθιστά σιγά σιγά μαλάκα είναι η άρνηση: η αντίστασή σου στην πραγματικότητα· επιπλέον, η αντίστασή σου στον ίδιο σου τον εαυτό, στις ιδιαιτερότητες και στους περιορισμούς του, μπορεί να σε κάνει δυστυχισμένο ή μαλάκα.
Εδώ κάνουμε μια πρώτη διάκριση σε δύο τύπους μαλάκα:
  1. εκείνου που αντιστέκεται στην πραγματικότητα και συνεπώς έχει βεβαιότητες κυρίως για τον κόσμο γύρω του (και συνεπώς και για τον εαυτό του) και
  2. εκείνου που αντιστέκεται στον ίδιο του τον εαυτό και συνεπώς έχει βεβαιότητες κυρίως για τον εαυτό του -- αφού τον κόσμο γύρω του τον έχει εντελώς γραμμένο.
Αυτή η δεύτερη κατηγορία μαλάκα είναι η πιο επιδραστική, αφού περιλαμβάνει ανθρώπους που ναι μεν είναι μαλάκες απροσχημάτιστα αλλά εντοπίζονται δύσκολα γιατί δεν σε προειδοποιεί κανενός είδους κενοδοξία, μεγαλαυχία, αμετροέπεια, επιδειξιομανία, στόμφος κ.ο.κ. Πολλοί λοιπόν προτιμούν την ατραπό του μαλάκα τύπου 2 από εκείνη της δυστυχίας, αγκιστρωμένοι επώδυνα και οριακά στο τσιγκέλι των βεβαιοτήτων τους. Άλλωστε, παραφράζοντας τη γνωστή ρήση, όταν είσαι μαλάκας βλάπτεις μόνο τους γύρω σου, όχι τον εαυτό σου. Είναι λοιπόν εύλογο να προτιμάει κανείς να είναι μαλάκας παρά δυστυχισμένος.

Έχοντας ακλόνητες βεβαιότητες έχεις λοιπόν πάντοτε δίκιο. Πάντοτε. Δεν είναι δυνατόν να έχεις άδικο. Έτσι ξεκινάει η διαδικασία και έτσι εξελίσσεται. Καθώς λοιπόν γίνεσαι μαλάκας διαπιστώνεις επιπλέον ότι οι βεβαιότητές σου για τον κόσμο ή για τον εαυτό σου σε θωρακίζουν από τη δυστυχία και από την ενοχή. Αυτό είναι το μεγάλο πλεονέκτημα του μαλάκα: δεν φταίει ποτέ.
Το πλεονέκτημα αυτό υφίσταται ακόμα και αν ανήκεις σε εκείνη την κατηγορία μαλάκα του οποίου οι βεβαιότητες έχουν χαρακτήρα αυτομεμψίας ή και αυτοκαταστροφικό. Και σε αυτή την περίπτωση, που η δυστυχία καταφέρνει τελικά να σε διαποτίσει παρότι είσαι μαλάκας, βρίσκεσαι σε καλύτερη μοίρα από τον απλώς δυστυχισμένο: με τη βεβαιότητά σου ότι είσαι άχρηστος, ένοχος γενικώς, ανίκανος και λούζερ, συνελόντι ειπείν χάλιας, και πάλι απαλλάσσεις τον εαυτό σου από κάθε ευθύνη. Χαμηλώνοντας τις προσδοκίες σου, γίνεσαι μια ωραία αυτοεκπληρούμενη δυσοίωνη προφητεία ενώ, όπως κάθε μαλάκας, εσύ δεν φταις και δεν ευθύνεσαι για τίποτα.

Καθώς ανεβαίνει κανείς τούς αναβαθμούς του μαλάκα, συνήθως εγκαταλείπεται σταδιακά από τους ανθρώπους γύρω του εκτός και αν α) εξασφαλίσει την ανοχή τους με ταλέντα κι ικανότητες ή β) την εκβιάσει με ψυχαναγκασμό, δόλο, χειρισμό ή και βία ή γ) την εξαγοράσει με εξουσία, σεξ ή χρήμα. Ωστόσο, όπως είδαμε, ο μαλάκας είναι βλαπτικός για τους γύρω του και συνήθως ανυπόφορα βλαπτικός -- ακόμα και όταν δεν είναι εξόφθαλμα αντικοινωνικός. Περιττό να πούμε ξανά ότι βεβαίως ο μαλάκας δεν έχει καμμία επίγνωση του ότι φταίει ο ίδιος που εγκαταλείπεται και αποξενώνεται από τους άλλους: εξυπακούεται ότι φταιν εκείνοι.

Αν είναι μαλάκας τύπου 1, γνωρίζει ότι φταιν οι άλλοι που φεύγουν τρέχοντας να σωθούν από την ευθυκρισία του και από το ότι έχει πάντα δίκιο. Αν είναι μαλάκας τύπου 2 διαισθάνεται πως οι δραπέτες από το μεγαλείο του είναι μάλλον είτε ανήθικοι, είτε λίγοι, είτε (απλούστατα) βλάκες. Σε αυτό ο μαλάκας τύπου 2 θυμίζει σταλινικά καθεστώτα και κάθε λογής θεοκρατίες: αν δεν αντέχεις φταις εσύ που είσαι είτε δόλιος, είτε βλαξ, είτε λίγος, είτε -- απλούστατα -- τρελός. Κι έτσι όσο ανεβαίνει την κλίμακα του μαλάκα ο μαλάκας μαθαίνει να δουλεύει με αυτούς που τον ανέχονται, με αυτούς που εκβιάζει και με αυτούς που εξαγοράζει. Ενδεχομένως δεν τους θεωρεί αντάξιούς του αλλά -- ως έρμαιο των βεβαιοτήτων του -- ο μαλάκας συμπεραίνει ότι η μοναδικότητά του ευθύνεται για τη σχετική μοναξιά του και όχι που είναι μαλάκας.

GatheRate

Πέμπτη 22 Φεβρουαρίου 2018

Η εισαγωγή του "Πώς να μη γίνετε μαλάκας"


Μαλάκα σε κάνουν οι βεβαιότητες. Όσο περισσότερες και όσο πιο στέρεες είναι οι βεβαιότητές σου, τόσο αυξάνεται η προδιάθεσή σου να γίνεις μαλάκας. Μαλάκα δεν σε κάνει η μαλακία, αυτή είναι κοινή κληρονομιά της ανθρωπότητας. Επίσης, παρά όσα θρυλούνται, δεν σε κάνουνε μαλάκα οι αρχές, οι πεποιθήσεις ή τα ιδεώδη σου: αυτά στη χειρότερη περίπτωση σε καταντούν αφελή, στην καλύτερη σε ζωοποιούν ώστε να είσαι Άνθρωπος.

Οι βεβαιότητες δημιουργούν την προδιάθεση να γίνεις μαλάκας όχι μόνον επειδή σε αναγκάζουν να σκέφτεσαι και να ζεις με έναν συγκεκριμένο και κλειστό τρόπο -- έναν τρόπο που είναι η οδός η απάγουσα στη μαλακία -- αλλά κι επειδή σε αναγκάζουν να τον επιβάλεις τον τρόπο αυτό στους άλλους στανικώς και χωρίς πολλά πολλά. Κι αυτή είναι η ουσία του μαλάκα: κάποιου που ζει με ανεξέταστες παραδοχές τις οποίες λόγω τεμπελιάς ή αλαζονίας έχει λαξέψει σε βεβαιότητες που προσκυνάει και που ψάχνεται να τις επιβάλει και στους άλλους.

Σε αυτό το βιβλίο θα δούμε πρακτικούς... [cetera desunt]

GatheRate

Παρασκευή 2 Φεβρουαρίου 2018

Η φωλιά του φιδιού

Η υπόθεση "συλλαλητήρια για το Μακεδονικό" δεν είναι αστεία και σίγουρα δεν είναι καρναβάλια. Όπως οι πλατείες εκφράσανε την απολίτικη αγανάκτηση στο μνημονιακό καθεστώς, έτσι και αυτά είναι η ώρα που σαρκώνεται ένα μεγάλο πρωτοφασιστικό-εθνικιστικό κίνημα. Και αν το απολίτικο κίνημα των πλατειών ήταν θνησιγενές, ο πρωτοφασισμός-εθνικισμός στην Ελλάδα έχει εκκολαφθεί σε ζεστή φωλιά και γι' αυτό έχει μέλλον.

Το κίνημα των ταυτοτήτων, που κατάφερε να ξανακάνει τους δεσποτάδες πολιτικούς παράγοντες, ξεκίνησε από μια χούφτα ιεροκήρυκες στη Θεσσαλία και αλλού τη δεκαετία του '80· προσωπικά ξέρω τον ηγούμενο Αθανάσιο στη Μονή Αγίου Δημητρίου στο Στόμιο του Κισσάβου, είναι κι άλλοι. Αυτοί οι ιεροκήρυκες έπεισαν πολύ κόσμο ότι η τριλογία του Αντιχρίστου είναι βιβλικές προφητείες, χέρι χέρι με τρελούς Αμερικάνους Ευαγγελικούς και ψευδοπροφήτες. Ο Αντίχριστος, που θα είναι Εβραίος (φυσικά) θέλει να μας σφραγίσει με το 666 και οι ταυτότητες ήτανε το πρώτο βήμα στο να δεχτούμε το Χάραγμα.

Αστειότητες, ναι, αλλά μερικά χρόνια μετά ο αδίστακτος Χριστόδουλος (αδίστακτος ήδη από τον καιρό που ήτανε δεσπότης στον Βόλο: "εργαστείτε για να πλουτίσουμε" έλεγε στις συνάξεις νεολαίας στα στάδια) χρησιμοποίησε ακριβώς αυτό το μέγα πλήθος για να αναδειχθεί σε κάτι σαν Εθνάρχη. Συνέπεια του κινήματος εκείνου είναι ότι κληρονομήσαμε το φάσμα της ελληνορθοδοξίας σε επίπεδο ιδεών και τους δεσποτάδες ως πολιτικά πρόσωπα σε επίπεδο ηγεσίας. Και γελάμε ακόμα και με τα δύο γιατί ζούμε στη φούσκα μας ενώ στα αποκαΐδια της (όποιας) αριστεράς χτίζονται οικισμοί ολοκληρωτικών χριστιανοφασιστικών ιδεολογιών, όπως και αλλού στην Ευρώπη.

Το κίνημα του Μακεδονικού ξεκινάει από μερικούς Έλληνες Βλάχους και από τον Φλωρίνης Αυγουστίνο, τον περιβόητο Καντιώτη, μπροστά στον οποίο οι Άνθιμοι και οι Αμβρόσιοι φαντάζουνε γατάκια του γιουτιούμπ. Ο Αυγουστίνος κυβέρναγε τη Φλώρινα, κατέστρεφε σλαβονικές επιγραφές στις εκκλησίες με το πρόσχημα της συντήρησης κι αποκατάστασης ενώ κυνήγησε απηνώς και τους ζωηρούς (Σλαβο)Μακεδόνες της Φλώρινας και κάθε ίχνος της γλώσσας τους. Αν θυμάστε, έκανε ανταρτοπόλεμο στον Αγγελόπουλο που "τόλμησε" να γυρίσει το Μετέωρο Βήμα στη Φλώρινα, στο οποίο ακούγονται σλαβομακεδονικά -- όπως παντού στα τρένα και στα ΚΤΕΛ για Φλώρινα. Ο Αυγουστίνος ήτανε τόσο ισχυρός και γιατί είχε τη δική του παρεκκλησιαστική οργάνωση, τους ταλιμπάν του Σταυρού με γραφεία στη Ζωοδόχου Πηγής. Οι υπόλοιποι δεσποτάδες, όταν δεν τον θαύμαζαν, τον θεωρούσανε γραφικό, άλλωστε τότε τους περισσότερους μόνον τα λεφτά και τα γκομενικά τούς ενδιέφεραν, και τον άφηναν να παίζει μέσα στο τσιφλίκι-επισκοπή του και με την οργανωσή του.

Η ώρα του Μακεδονικού ήρθε λίγο μετά, με τον λαμπρό ηγέτη Αντώνη Σαμαρά, τον γητευτή του Ελύτη και των τότε νεοφιλελεύθερων. Τη συνέχεια, το τι θα χτίσει αυτός ο αντισημιτικός-εθνικιστικός-πρωτοφασιστικός οίστρος θα τη δούμε σύντομα.

Εν ολίγοις: αν θέλετε να μάθετε τι μας περιμένει σε είκοσι χρόνια, ακούστε τι συζητάει ο κόσμος γύρω από ενορίες, κύκλους μελέτης Αγίας Γραφής, συνάξεις νέων, παρεκκλησιαστικές οργανώσεις, "σωματεία" κτλ. Αυτές είναι οι φωλιές που αφήνει το φίδι τα αυγά του.

GatheRate

Κυριακή 28 Ιανουαρίου 2018

Δύο αποσπάσματα από το «Πώς να μη γίνετε μαλάκας»


Απόσπασμα α': Πόρνη στο κρεβάτι αλλά, ε, χμ, εντάξει, όχι -- εξαρτάται.

Στους περισσότερους άντρες η ερωτική επιδεξιότητα και η λαγνική προθυμία μιας γυναίκας προκαλούν αμηχανία και πολλές φορές καχυποψία.

Ο προφανής λόγος είναι ότι μια γυναίκα που "τα κάνει όλα" ενδεχομένως να έχει περάσει και καλύτερα απ' ό,τι θα περάσει μαζί μας, ενώ σίγουρα είναι περπατημένη κι εξασκημένη. Με άλλα λόγια, αν κάνει κόλπα και "ανωμαλίες" και αν θέλει διάφορα δεν περιμένει από εμάς για να δει χαρά ενώ μάλλον έχει συμμετάσχει σε διάφορα έργα λαγνικά στα οποία ίσως δεν μπορούμε να αντεπεξέρθουμε.

Βεβαίως, αν δεν περιμένει από εμάς να της ανοίξουμε τα μάτια αλλά εντέλει επιλέγει εμάς, πάει να πει ότι εμάς θέλει κι ότι εμάς διάλεξε -- και δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι κολακευτικότερο για τον λεγόμενο ανδρικό εγωισμό, που πολλοί λένε κι ανδρισμό.

Παρ' όλα αυτά συγκαταλέγεται σε κοινοτοπίες επιπέδου σεξολόγου της τιβί και ποιότητας "γυναικείων" σάιτ η επισήμανση ότι μεγάλο μέρος της πατριαρχίας είναι οργανωμένο ακριβώς γύρω από το να μοιάζουν οι γυναίκες παρθενικές και πειθήνιες στην ερωτοπραξία, ώστε π.χ. να μην "ευνουχίζουν" τον άντρα.

(Επαναλαμβάνω ότι προσωπικά ποτέ δεν κατάλαβα γιατί μια γυναίκα που θα πέσει με τα μούτρα πάνω σου θα σε "ευνούχιζε", όμως εγώ είμαι ούφο.)

Ταυτόχρονα, οι άντρες θέλουμε πολύ να είναι ερωτικώς επιδέξια και λαγνικά πρόθυμη, κοινώς καυλιάρα, η γυναίκα· κατά πρότίμηση αφού την καβατζώσουμε και βεβαίως αποκλειστικά μαζί μας -- εκτός εάν τρωγόμαστε για κανα τρίο οπότε και δεν πρέπει να φέρει πολλές αντιρρήσεις (σίγουρα να φέρει κάποιες, μην τυχόν και ψάχνεται ή μας βαρέθηκε) και δεν πρέπει να κάνει ζήλειες αν ασχοληθούμε λίγο παραπάνω με το τρίτο πρόσωπο.

Κανείς άντρας, εκτός από οριακά νεκρόφιλους, δεν θέλει να λαγνουργεί πάνω σε ένα κομοδίνο ή σε μια χαλκομανία. Μια τσαχπινιά τη χρειάζεται η γυναίκα, σωστά; Να κάνει διάφορα. Πολλά από τα ζητήματα που τόσα χρόνια έρχονται και μου εμπιστεύονται φίλοι και λιγότερο γνωστοί είναι της κατηγορίας "πώς να την κάνω να μου κάνει / πάρει / δώσει / βάλει Χ", όπου Χ το αρεσούμενο του αντρός.

Και πάλι είναι προφανές πόσο αντιφατική κι οξύμωρη είναι η κατάσταση: η γυναίκα οφείλει να θέλει τόσα όσα και όπως θα ήθελε ο άντρας -- αλλά να μη φαίνεται ότι του κάνει και χατήρια. Και ξανά, είναι κουρασμένα προφανές να τονιστεί ότι η πατριαρχία αποσκοπεί στο να εξοπλίσει τις γυναίκες με ένα μιλομανάρειο κουμπί που θα ρυθμίζει ανά πάσα στιγμή την ένταση της καύλας τους αλλά και, στα πιο προχωρημένα μοντέλα, τον τύπο της επιθυμίας τους και τον τρόπο εκπλήρωσής της.

Απόσπασμα β': Πληθωριστικές κουβέντες

Υποτίθεται ότι ένας από τους λόγους που αυξήθηκαν και πληθύνθηκαν οι γλωσσικοί πρόγονοι του ανθρώπου και κατακυρίευσαν τους άγλωσσους homo sapiens είναι ότι είχανε στη διάθεσή τους ένα υπερόπλο: τη δυνατότητα να κάνουνε ψηστήρι, να αποπλανήσουν με κουβέντες, να καυλαντίσουν.

Στον κόσμο μας η ιεραρχία σεξ < έρωτας < αγάπη είναι εδραία, πακτωμένη και μονολιθική σαν πυραμίδα -- αλλά και αντίστοιχου περιεχομένου: είτε περιέχει μούμιες είτε είναι συλημένη.

Ο σύγχρονος αρσενικός άνθρωπος λοιπόν χρησιμοποιεί το υπερόπλο, την καυλάντα και το λακριντί, για να πείσει τον θηλυκό άνθρωπο ή τον αρσενικό άνθρωπο ότι δεν θέλει απλώς σεξ, αλλά ότι είναι ερωτευμένος μαζί του. Πουλάμε έρωτα (και βάλε). Προσπαθούμε να φέρουμε την αποπλάνηση και το φλερτ σε πέρας υποκρινόμενοι ότι παίζουμε σε (τουλάχιστον) ένα επίπεδο πάνω από αυτό στο οποίο πραγματικά βρισκόμαστε και στο οποίο ζοριζόμαστε.

Κι έτσι η επιθυμία αποκαλείται έρωτας, η καύλα πεπρωμένο, η προσδοκία του λαγνέματος βασίλειο του έρωτα, το μουνί καρδιά, η καψούρα μάγεμα και σάστισμα -- και πάει λέγοντας και λέγοντας.

Έχουμε πόθο και τον πουλάμε για έρωτα. Θέλουμε να γαμήσουμε και λέμε πως θέλουμε το μαγικό δέσιμο του έρωτα. Είμαστε ερωτευμένοι και διακηρύσσουμε αγάπη.

Θα μου πείτε, ναι, έτσι πέφτουνε τα γκομενάκια. Εννοείται. Επίσης έτσι πουλιούνται και οι κρέμες με βάση τη λανολίνη: ως ελιξήρια νεότητας· έτσι πλασάρεται η Βίβλος: ως λόγος του Θεού· έτσι εξαπατώνται τα εκλογικά σώματα.

Θα σας ρωτήσω λοιπόν αν θέλουμε να βάλουμε το παραμύθιασμα και το ψέμα και ανάμεσα στα σώματά μας, giving love a bad name.

GatheRate

Τρίτη 23 Ιανουαρίου 2018

Το σώμα που πάντοτε ήθελα

Έπρεπε να φτάσω 44 χρονών για να φτιάξω το σώμα μου όπως ήθελα πάντοτε. Εντάξει, όχι ακριβώς και όχι ακόμα, αλλά η αλλαγή είναι πλέον παραπάνω από ορατή.

Δεν είναι ότι δεν προσπάθησα ξανά και ξανά. Αφού βρήκα μόνιμη δουλειά γράφτηκα σε γυμναστήριο. Άντεξα έξι χρόνια και με πενιχρά αποτελέσματα: δεν πήγαινα όσο τακτικά έπρεπε, δεν έμενα όσο έπρεπε και βαριόμουν αβάσταχτα. Άλλωστε βαριέμαι τα γυμναστήρια όπως βαριέμαι κάθε άθλημα και οτιδήποτε δεν έχει προορισμό ή χαρά στη διαδρομή -- κάτι που μας αφήνει μόνο με το περπάτημα, την πεζοπορία και την ορειβασία (όχι τίποτε αναρριχήσεις).

Γιατί όμως δεν μπορούσα τόσα χρόνια να φτιάξω το σώμα που πάντοτε ήθελα υπερνικώντας τη βαρεμάρα; Νομίζω ότι μου λείπει η αποφασιστικότητα. Γενικώς. Όπως δεν θέλω να επιβάλλομαι στους ανθρώπους γύρω μου, κάτι που τουλάχιστον δις εισπράχθηκε ως αδιαφορία και το μετάνιωσα πικρά, έτσι δεν μπορώ να μείνω προσηλωμένος σε έναν Σκοπό. Θυμάμαι λ.χ. τον φίλο μου τον Π.: έφτιαξε δισκοθήκη όταν ηταν μαθητής βάζοντας στην άκρη τα λεφτά που του έδιναν για κολατσιό. Κι εγώ ήθελα να φτιάξω δισκοθήκη, αλλά τα έφαγα στις τυρόπιτες (γενικά, πόσα λεφτά θε μου έχω φάει στο φαγητό). Έτσι και με τα γυμναστήρια: άφηνα τη βαρεμάρα να με καταβάλλει, ειδικά όσον αφορά την αεροβική και τους διαδρόμους και τα ποδήλατα, με αποτελέσμα να φτάσω κάποια στιγμή να είμαι ένα θρεφτάρι με γράμμωση μεν, αλλά κυρίως θρεφτάρι. Μετά ξανακατάντησα απλώς θρεφτάρι.

Τι άλλαξε από εκείνη την εποχή; γιατί τελικα μάλλον τα καταφέρνω; Πρώτον, υπάρχουνε πια τα χρήματα. Ποτέ μην αποσυνδέετε ζητήματα υγείας και υγιεινής ζωής από το οικονομικό ζήτημα: στον κόσμο μας το εύκολο και το φτηνό είναι να κάθεσαι και να τρως σκατολοΐδια, όχι να τρως ψωμί κι ελιά και να γυμνάζεσαι τσαπίζοντας περβόλια. Δεύτερον, είμαι καλά και το ξέρω και θέλω να είμαι καλά και να νιώθω καλά, περικυκλωμένος από ενδεχόμενα ασθενειών και μέχρι τον επόμενο θάνατο, ο οποίος θα είναι ξέρω γω γονιού μου, αν είμαι τυχερός. Το είπα ανοιχτά στον εαυτό μου το φθινόπωρο που πέρασε: καλύτερα να μου τα φάνε τα γυμναστήρια παρά οι γιατροί. Τρίτον, βρήκα γυμναστήριο κατάλληλο για την τεμπελιά που με δέρνει. Τα υπόλοιπα απλώς προκύπτουν: βλέπεις το αποτέλεσμα της εκγύμνασης και ενθαρρύνεσαι, ενώ στο μεταξύ η γυμναστική σού κόβει την όρεξη να τρως το καταπέτασμα. Αρχίζεις να νιώθεις ότι τουλάχιστον η εικόνα σου συμβαδίζει με το πώς αισθάνεσαι.

Σιγά σιγά, όσο περισσότερο είσαι κι όσο λιγότερο γίνεσαι, τόσο περισσότερο ηρεμείς. Και τελικά πολλά πράγματα ειναι θέμα ηρεμίας.




GatheRate

Τρίτη 26 Δεκεμβρίου 2017

Η ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς


Κάποιοι πολιτικοί και κοινωνικοί αναλυτές θεωρούν ότι για την κρίση ευθύνεται η κουλτούρα της Μεταπολίτευσης. Αυτό δεν είναι ούτε αληθές ούτε ψευδές μέχρι να ορίσει κάποιος τι είναι η κουλτούρα της Μεταπολίτευσης: είναι άραγε η δημαγωγία, η διαφθορά και το ρουσφέτι (αυτό που πια λέμε "διαπλοκή"); Βεβαίως και προϋπήρχαν. Εννοούμε μήπως ότι το παπανδρεϊκό ΠΑΣΟΚ διεύρυνε την κοινωνική ομάδα των "με οικονομική άνεση" πέρα από τις τάξεις των παλαιών αστών (καμμιά πενηνταριά οικογένειες), των κοτζαμπάσηδων (ή "δημογερόντων" επί το ελληνικότερον) και των απογόνων δοσιλόγων; Σίγουρα όμως το πρόβλημα είναι η διαφθορά και οι λοιπές παθογένειες και όχι αν όσοι μετέχουν σε αυτές είναι τρε μπανάλ πασοκογενείς ή τρε σικ μπουρζουά-και-σουαρέ-ντανσάντ ή ό,τι άλλο. Η λεγόμενη κουλτούρα της Μεταπολίτευσης δεν είναι αναλυτική κατηγορία αλλά καραμέλα.

Άλλοι αναλυτές φρονούν ότι για την κρίση ευθύνεται η ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς: η μουσική, οι τέχνες, η φιλοσοφία, οι κοινωνικές και πολιτικές επιστήμες, η λογοτεχνία βρίσκονται υπό την επιρροή του μαρξισμού ή και του ίδιου του ΚΚΕ. Εδώ τα πράγματα είναι κάπως πιο σύνθετα.

Πρώτον πρέπει να ρωτήσουμε ποιοι θα ήταν οι φορείς της υποτιθέμενης αυτής ηγεμονίας. Η Ακαδημία Αθηνών; Τα Πανεπιστήμια; (το δαιμονοποιημενο Πάντειο δεν ήταν καν πανεπιστήμιο μέχρι τη δεκαετία του '80.) Η μουσική βιομηχανία και οι δισκογραφικές εταιρείες; Το εκδοτικό κατεστημένο, πλην εξαιρέσεων; Το κινηματογραφικό ή το θεατρικό κύκλωμα; Ποιος λοιπόν διέδιδε την ιδεολογία και επέβαλλε την ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς;

Αναλογιστείτε λόγου χάρη ότι ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος και ο Κωνσταντίνος Τσάτσος συγκαταλέγονταν μεταξύ των μεγάλων πνευματικών μορφών της μετεμφυλιακής Ελλάδας. Αναρωτιέται κανείς βάσει ποιου έργου θεωρούνται σοφοί, φιλόσοφοι και νέστορες οι δύο αυτοί και οι όμοιοί τους. Δεν μας ενδιαφέρει εδώ η πολιτική στράτευσή τους αλλά το πνευματικό έργο με βάση το οποίο στήθηκαν προτομές και ονομάστηκαν δρόμοι προς τιμή τους -- άλλωστε στην Ελλάδα, όπου υποτίθεται ότι ηγεμονεύει η Αριστερά, στράτευση νοείται μόνο με το ΚΚΕ: η Δεξιά δεν στρατεύει αλλά μιλάει "με τη φωνή της λογικής". Βεβαίως το ευρύ κοινό αγνοεί το όποιο φιλοσοφικό έργο του Τσάτσου ή το (μάλλον λογοκλεμμένο) έργο του Κανελλόπουλου όσο αγνοεί τον Καστοριάδη, τον Πουλαντζά και πολλούς άλλους. Πλην όμως οι μεν αναγνωρίζονται ως σοφοί, φιλόσοφοι και νέστορες ενώ οι δε ως "αριστεροί διανοούμενοι". Περίεργο· όταν ηγεμονεύεις αποτελείς αυθεντία με τρόπο απερίφραστο κι αυτονόητο, δεν χαρακτηρίζεσαι "διανοούμενος" με επιθετικό προσδιορισμό.

Δεν υπήρξε ποτέ "ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς". Υπήρχε μόνον ένας σχεδόν ψιθυριστός αντίλογος στον πανοπτικό ελληνοχριστιανισμό του δοσιλογισμού και του παλαιοκαραμανλισμού. Στη συντηρητική Ελλάδα όμως και για την επαρχιώτικη δεξιά σκέψη μας ακόμα κι αυτός ο αντίλογος, πολλές φορές λιγότερο τολμηρός κι από τον πολιτικό λόγο ενός Ράσελ ή ενός Αϊνστάιν, ενοχλούσε κι ενοχλεί.

Μη συγχέουμε λοιπόν την "ηγεμονία", η οποία για παράδειγμα θα μας φόρτωνε τον Ρίτσο ως ύπατο των ποιητών, Σεφέρη στη θέση του Σεφέρη, με αυτό που ο Σταντάλ αποκαλεί empire du génie. Συνέβη κάποια αστέρια του στοχασμού και της τέχνης να έχουν υπάρξει ελεύθερα πνεύματα και δημιουργοί που απεχθάνονταν τη δεξιά κλειστοφοβία και τον καθωσπρέπει επαρχωτισμό της μετεμφυλιακής Ελλάδας. Κάποια από αυτά εντάχθηκαν στο ΚΚΕ, κάποια τα οικειοποιήθηκε το ΚΚΕ, κάποια στράφηκαν προς τη γενική κατεύθυνση της Αριστεράς -- και πώς αλλιώς σε μια χώρα που κυβερνούσαν χωροφύλακες, παπάδες, κότες, σχολάρχες και ταγματασφαλίτες.

Ακόμα κι έτσι, η επιρροή των πνευμάτων αυτών έχει διογκωθεί υπέρμετρα και έχει γίνει αντικείμενο ηθικού πανικού ή χλεύης. Ακόμα και σήμερα όποιος ασκεί οξεία κριτική στην πλέμπα, βεβαίως ασκεί διεισδυτική και καίρια κριτική, λέει αλήθειες που πονούν. Όποιος απεναντίας αρθρώνει οξεία κριτική στις ελίτ διασπείρει μίσος κι εχθροπάθεια, διχάζει. Η ιδεολογική ηγεμονία βρίσκεται πάντοτε στα χέρια του ελληνοχριστιανισμού ή της ελληνορθοδοξίας, που πραγματώνεται ως εθνικισμός, οικογενειοκεντρισμός, τοπικισμοί και  ξενοφοβίες.

Όσοι λοιπόν ακόμα συζητούν τη λεγόμενη ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς τη συγχέουν, μάλλον επίτηδες, με την αριστερή εικονογραφία που οικειοποιήθηκε το παπανδρεϊκό ΠΑΣΟΚ. Είναι πολύ ενδιαφέρον πάντως ότι το ΠΑΣΟΚ βεβαίως δεν οικοδόμησε τον σοσιαλισμό ακολουθώντας τον τρίτο δρόμο μεταξύ σοβιετικού και σοσιαλδημοκρατικού μοντέλου, παρά ανακύκλωσε ελληνορθοδοξία, εθνικισμό, κοινωνικό συντηρητισμό και ξενοφοβίες φορώντας τους αντάρτικα αμπέχονα και ειρηνιστικές ρητορικές.

Η μόνη ουσιώδης επιρροή της αριστερής διαλεκτικής όπως την ασκεί το ΚΚΕ στην κατασκευή ιδεολογίας στην Ελλάδα είναι ο ξέφρενος αναγωγισμός. Εάν για πολλούς μαρξιστές όλα μα όλα και πάντοτε κι αδιαμεσολάβητα ανάγονται στις σχέσεις παραγωγής, οι όποιοι δεξιοί στοχαστές, όσο τους φτάνει το μυαλό, ανάγουν κάθε κοινωνικό φαινόμενο σε ό,τι θέλουν και μπορούν: στο ότι δεν είμαστε λαός, στην κατάρα της φυλής, στο ότι δεν μας θήλασε η μάνα μας κι ότι είναι κοντή η γραβάτα μας -- και σε άλλες παρόμοιες δοξασίες.

GatheRate

Δευτέρα 27 Νοεμβρίου 2017

Εναντίον της τσόντας


Όσο εύκολος και δεκτικός είμαι με τους ανθρώπους, αρκεί να μη νομίζουν ότι μπορούνε να με πιλατεύουν όπως τους καπνίσει ένεκα καρτερίας και κατανόησης μου, τόσο δύσκολος είμαι με το τι μου αρέσει. Κάποτε η Ζ μού είπε ότι κάτι πρέπει να με πείσει και να με κερδίσει για να πω "μου αρέσει", μια και η αρχική μου κατάσταση και διάθεση είναι το όχι.

Ωστόσο με ενθουσιάζουνε δύο διαγωνισμοί ριάλιτυ: το αμερικάνικο Master Chef και το Project Runway. Τους τραγουδιάρηδες και τα ταλέντα τα βαριέμαι: προτιμώ να βλέπω να διαγωνίζεται κόσμος που μπορεί να φτιάξει κάτι.

Τις προάλλες πάντως έπεσα σε ένα My Style Rocks. Ελληνικό. Δεν θα πω για τα ρίγη θυμηδίας, οίκτου και αναφυλαξίας που μου προκάλεσε η κριτική επιτροπή. Το θέμα της βραδιάς ήταν "ντύσου σαν σταρ". Η Ραμόνα, η οποία μαθαίνω ότι εξελίσσεται στον Τσάκα της δεκαετίας, ήξερε πώς να σταθεί μέσα σε αυτό το υβρίδιο αποκριάτικου πάρτυ και κυριακάτικου τραπεζιού με τάχα μου αστή αρχαία θεία: είχε ντυθεί Γκρέις Τζόουνς. Μια άλλη είχε ντυθεί Μπιγιονσέ. Εγώ όταν την είδα νόμισα ότι είχε ντυθεί πορνοστάρ σε ταινία με κυριλέ μιλφάρες, αφού φόραγε κάτι μπούστα και ρόμπες αραχνοΰφαντες. Μια άλλη πίσω, που δεν φαινότανε και πολύ καλά, έμοιαζε σαν να βγήκε από κάτι πορνό παρωδίες του Sons of Anarchy με ολίγη από πανκιό ταινίας Δαλιανίδη. Μετά άλλαξα το κανάλι γιατί μία νόμιζε ότι έμοιαζε στην Τάμτα.

Αλλά ναι, νομίζω ότι η τσόντα έχει αλώσει το σέξι μας.

Να εξηγηθώ. Επαναλαμβάνω ότι επί της αρχής δεν έχω τίποτε κατά της πορνογραφίας: και αναγκαία είναι και ευχάριστη. Ευχάριστη για τους ευνόητους λόγους και αναγκαία ως αντίσταση και αντίπραξη στον ασκητισμό, στον πουριτανισμό και στην έξωθεν ρύθμιση του βίου, των επιθυμιών και των ηδονών. Επιπλέον, τάσεις και αισθητικές θέσεις που ξεκινούν από την πορνογραφία διαμορφώνουν και την αισθητική μας και τη νοοτροπία μας.

Και κάπου εκεί βρίσκεται το πρόβλημα, γιατί η πορνογραφία δεν είναι ανεξαιρέτως επαναστατική και απελευθερωτική. Συγκεκριμένα:
Υπάρχουν σοβαροί λόγοι να έχεις πρόβλημα με την πορνογραφία. Η μεγάλη πλειονότητα του επαγγελματικά φτιαγμένου πορνογραφικού υλικού που κυκλοφορεί μας έρχεται είτε από μια γειτονιά του Λος Άντζελες, είτε από τρεις-τέσσερις ευρωπαίους υπερπαραγωγούς. Υπερφωτισμένα πλάνα, υπερσουλουπωμένες γυναίκες λες και φτιαγμένες από πρωτόγονο πρόγραμμα τρισδιάστατης σχεδίασης, απόλυτη σεναριακή προσκόλληση στο εξής τελετουργικό: στοματικό αλλέ, στοματικό ρετούρ, λούπα· σφυροκόπημα α λα καρτ και αλλαγή στάσης (ν φορές, όπου ν≤4), τέλος στα μούτρα ή εκεί γύρω. Βλέπεις ουλές από τις προσθετικές, βλέμματα λιγωμένα μα ντεκαυλέ, δωμάτια ξενοδοχείων, πισίνες στελεχών και σαλόνια βιλλών, αλλόκοτες ανατομίες (αλογίσιες ψωλές ανεξαιρέτως περιτμημένες, μουνιά σα σχισμές κουμπαρά από τις εγχειρίσεις κτλ.), τανύσματα, διαστολές, διατάσεις, ακούς βρωμόλογα που δεν είναι βρωμόλογα παρά κάπως άνοστα ξόρκια. Και όλα τ' άλλα είναι niche.
Η αισθητική αυτής της σχολής πορνογραφίας μάς έχει σβερκωθεί άσχημα. Αυτό είδα στο My Style Rocks. Η αμερικανική βιομηχανική τσόντα έχει διαμορφώσει πώς βλέπουμε το σέξι, το παιχνιδιάρικο, το καυλιάρικο -- ακόμα και το πώς βλέπουμε το ντύσιμο ινδαλμάτων εκτός πορνογραφίας. Πέρα από το ότι έχουμε εθιστεί στη "φωταψία, τάχα μου ανυπόκριτη και ειλικρινή, στη φάση "όλα στο φως" της αμερικάνικης εποχής μας", ενδυματολογικά κάθε τι σχετικό με την επιθυμία και τη διέγερση περνάει σχεδόν αποκλειστικά μέσα από το φίλτρο της πορνογραφικής ματιάς.

Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει με το πώς αντιλαμβανόμαστε και ζούμε τους έρωτες και τα γαμήσια και με το τι προσδοκίες έχουμε από αυτά. Όπως έγραφα πέρσι,
διακρίνω μια τάση, ίσως αυξανόμενη, να σκηνοθετούν και να στήνουν πολλοί την ερωτική τους ζωή με βάση τις τσόντες που βλέπουν, οι οποίες βεβαίως βρίσκονται εύκολα πια και σε αφθονία. Δεν σχολιάζω τη σεξουαλική προσήλωση κάποιων σε (πάρα) πολύ συγκεκριμένες πρακτικές και διαδικασίες -- ανθρώπινα είναι και αυτά. Επίσης δεν αναθεματίζω γενικώς και συλλήβδην την ερωτογραφία και την πορνογραφία, ούτε καν ως πηγή ιδεών και λύσεων για την ερωτοπραξία. Με απασχολεί κάτι γενικότερο: η μανία της ταύτισης, η ανάγκη να κάνουμε αυτά που βλέπουμε και να τα κάνουμε όπως τα βλέπουμε, αλλά και η έπειξη να συμμετάσχουμε κι εμείς σε κάτι σαν κι αυτό που βλέπουμε.
Βεβαίως υπάρχουν εναλλακτικοί παραγωγοί πορνογραφίας, όπως η σχολή της Erika Lust και άλλες πολλές. Υπάρχει πια η ερασιτεχνική τσόντα, ιδιωτικής στόχευσης στη μεγάλη της πλειοψηφία. Υπάρχουν πολλές και διάφορες ερωτογραφίες.

Ωστόσο το πρόβλημα παραμένει ότι η τσόντα, και μάλιστα αυτή που κυκλοφορεί και καταναλώνεται στο τζαμπέ διαδικτυακώς, κυριαρχείται από αυτό το προκάτ και βιομηχανοποιημένο πράμα που περιέγραψα πιο πάνω. Κι αυτό το πράμα δεν είναι ούτε ανταρσία ούτε αντίσταση παρά ακόμα ένας τρόπος να καλουπώσουμε βίο, επιθυμίες και ηδονές. Επιπλέον, όπως φάνηκε και στις παραπάνω περιπτώσεις διαγωνιζόμενων στο ριάλιτυ, αλλοιώνει όχι μόνο τον τρόπο που κατανοούμε και αντιλαμβανόμαστε αναλυτικές κατηγορίες όπως σέξι ή διεγερτικό αλλά διαμορφώνει και τον τρόπο που βλέπουμε τι φοράει π.χ. η Μπιγιονσέ.

Και τι να κάνουμε; Τα γνωστά: να βρούμε την δική μας τσόντα, τη σωστή, όπως ψάχνουμε να βρούμε το δικό μας φαγάδικο και το δικό μας μπαρ· να βρούμε την πορνογραφία που ταιριάζει σε εμάς και που δεν μας αναγκάζει να συμμορφωθούμε με τις δικές της μανιέρες -- πράγμα ευκολότερο αν είσαι πάνω από τριάντα, για να πω τη μαύρη αλήθεια. Και τι άλλο να κάνουμε; Να φτιάξουμε κι εμείς τη δική μας τσόντα.

GatheRate

Παρασκευή 3 Νοεμβρίου 2017

Friendzoned! Friendzoned?



Υποθέτω ότι οι συζητήσεις για το λεγόμενο friendzoning, το να ενδιαφέρεσαι για γυναίκα και να σου λέει "σε βλέπω σαν φίλο / φιλικά", είναι κάτι που αφορά μόνο "καλά παιδιά" και μάλιστα κάτω των 30, άντε 35 άμα μένουν ακόμα μαζί με τη μαμά.

Είμαι πρακτικός άνθρωπος όταν δεν είμαι επί της αρχής, οπότε ας το δούμε πρακτικά το ζήτημα.

Τα καλά παιδιά

Γιατί αφορά μόνον τα καλά παιδιά το friendzoning; Επιδή υποτίθεται ότι οι γυναίκες καβατζώνουν τα καλά παιδιά αποκλειστικά για παρέα, για υποστήριξη και αγνή συντροφιά, για επίδειξη εσωψύχων και για απάγκιο. Την ίδια ώρα πάνε και το δίνουν (ξέρουμε ποιο) σε κάτι μαλάκες ή ψυχάκηδες, γιατί οι μαλάκες είναι γαμιάδες ή είναι γαμιάδες και το ξέρουν κ.ο.κ. Όταν λοιπόν οι μαλάκες ή ψυχάκηδες τις πληγώσουν καταφεύγουν στο καλό παιδί που βρίσκεται στη friendzone. Και το μαρτύριο του Ταντάλου συνεχίζεται για το καλό παιδί, γιατί οι φίλοι δεν γαμούν ούτε κυριολεκτικά ούτε βεβαίως με την κακή έννοια.

Αυτό είναι το σενάριο. Το friendzone παρουσιάζεται ως φυλακή των καλών παιδιών, που ναι μεν δεν θέλουν μόνο μια ξεπέτα με την κοπέλα μα τελικά καταλήγουν να έχουνε λευκή σχέση μαζί της, αφού τη νοιάζονται βεβαίως την κοπέλα -- καλά παιδιά γαρ.

Το ψέμα δεν το βλέπεις 

Πριν μιλήσουμε για το friendzone πρέπει να το ξεχωρίσουμε από την ατάκα "α, σε βλέπω σαν φίλο / σαν φίλο". Το οποίο είναι ψέμα και ξεφόρτωμα: το έχω φάει ως χυλόπιτα 4-5 φορές (πάνε και δεκαετίες, δεν θυμάμαι πια), δεν το έχω ρίξει ποτέ γιατί τέτοια ψέματα δεν λέω. Άρα, το friendzone δεν είναι η (όποια) ξήγα που εξαρχής αποκλείει το σεξ ή το σεξ με προοπτική σχέσης -- άλλο το ένα άλλο το άλλο, να τα λέμε αυτά τώρα που γυρίζαμε στα φίφτιζ. Άμα σου πει "σε βλέπω σαν φίλο", λες σαν άντρας "έχω φίλους και φίλες που δεν προκαλούν, εσένα όμως σε θέλω" και την κάνεις με το κεφάλι σου ψηλά.

Συνεπώς στο friendzone το καλό το παιδί μπαίνει γιατί θέλει να μπει και με τη θέλησή του εισέρχεται και με τη θέλησή του παραμένει. Συνεταξάμην φάση. Και μπαίνει στη Ζώνη ενδεχομένως γιατί είναι σοσιαλδημοκράτης και πιστεύει ότι κύμα το κύμα η πέτρα λιώνει / το γκομενάκι αργά καυλώνει -- με καρμπονάρες και σειρές και φιλικά μασάζ. Ενδεχομένως πάλι είναι ασκηταράς και πιστεύει ότι την ταντάλεια στέρηση θα την εξαργυρώσει (σε αυτή τη ζωή) με ένα αποκαλυπτικό κι εκπάγλου δόξης πήδημα, με αυτή την προσδοκία μελλόντων αγαθών.

Γιατί λοιπόν θυμώνει το καλό παιδί που μένει με το πουλί στο χέρι ενώ βλέπει τα άλλα τραίνα (τα τσογλάνικα, τα καγκούρικα, τα μεσήλικα και αλκοολικά) να περνούν; Γιατί η σοσιαλδημοκρατία και η θρησκεία απογοητεύουν πάντοτε· άλλωστε ο κόσμος μας είναι γεμάτος απογοητευμένους οπαδούς και των δύο που τους έχει στρίψει λιγάκι.

Γιατί οι άντρες δεν βάζουνε γυναίκες στο friendzone;

Ένα καλό κορίτσι που φτιάχνει καρμπονάρες, βλέπει Νάρκοζ και σου κάνει φιλικά μασάζ το παντρεύεσαι. Επίσης, αν σε πιάσει γυναίκα για την οποία ψήνεσαι και σου πει "Βασιλάκη θα με γλείψεις λίγο;" δεν της λες "σε βλέπω σαν φίλη": είτε προσκυνάς τον Γιαραμπή που σε έλουσε με μπερεκέτια είτε φεύγεις πανικόβλητος από την κάργια: Ελληνική Πατριαρχία, μέρος 1ο. Παμ' παρακάτω.

Γιατί ρε γαμώτο ποτέ δεν κερδίζω σε τούτο το λόττο του έρωτα εγώ; 

Και φτάνουμε στο κρίσιμο ερώτημα: Γιατί εγώ, Θεέ μου; Κακά τα ψέματα, όποιος είναι άνω των 23 ξέρει καλά ότι στη friendzone δεν μπαίνεις απλώς γιατί είσαι "καλό παιδί" αλλά μπαίνεις εκουσίως όπως μπήκε ο άλλος στη Ζώνη στο Στάλκερ: πας γυρεύοντας. Και μένεις εκεί γιατί ναι μεν είσαι αρκετά ευαίσθητος ώστε να καρτερείς και να σκάβεις λίγο λίγο πίσω από το πορτραίτο της Ρίτας της Χέιγουωρθ, αλλά δεν είσαι και τόσο αδερφή για να αποδεχτείς ότι με κάποιες γυναίκες εσύ θες να παραμείνεις φίλος κι ας μην τις γαμήσεις ποτέ. Γιατί τότε θα είσαι, εεε, αυτό ακριβώς: αδερφή.

Το ερώτημα παραμένει όμως: τόσα και τόσα καλά παιδιά πιάνουν οι γυναίκες, τα βάζουν κάτω (ή κάπου, τέλος πάντων) και βγάζουνε το θηρίο από μέσα τους -- γιατί τα καλά παιδιά είναι μουλωχτά και κρυπτογρρρρ. Γιατί όχι εμένα, Θεέ μου;

Λοιπόν, έχουμε και λέμε. Μια γυναίκα θα σε βάλει στο friendzone επειδή:
  1. Τη γνωρίζεις, πάτε για φαΐ και μέσα σε 45 λεπτά τής έχεις πει για τον ανείπωτο πόνο που σου προκάλεσε η πρώην σου. Ότι δεν σε κατάλαβε καμμία ποτέ. Πόσα έχεις να δώσεις. Και λέει η γυναίκα "Θε μου, είναι κολλιτσίδας και είναι και ψυχ -- με την κακή έννοια, όχι την καυλωτική".
  2. Τονίζεις στο πρώτο ραντεβού -- σε φάση captatio benevolentiae -- ότι δεν είσαι σαν όλους τους άλλους, ότι δεν είσαι της ξεπέτας και ότι είσαι ευαίσθητος. Και λέει η γυναίκα "Αμάν, θέλει στεφάνι". Οπότε friendzone. Εκτός αν θέλει στεφάνι, οπότε εμπίπτει στην κατηγορία "κάργιες που θέλουνε να σε κουκουλώσουν" κι όχι "κάργιες φρεντζονίστριες".
  3. Απλούστατα επειδή δεν την καυλώνεις αλλά θεωρεί κατά τ' άλλα ότι θα ήσουν καλή παρέα. Αλλά αυτό θα ήταν φιλία, άρα θα ήσουν αδερφή. Και μπαίνεις στη friendzone, που εκείνη (θέλει να) νομίζει ότι είναι φιλία, κι εσύ ότι είναι προθάλαμος παστάδας ή, έστω, πίπας μετά από μαργαρίτες που της έφτιαξες για να δείτε τον πέμπτο κύκλο του Game of Thrones.

Δηλαδή δεν φταιν οι γυναίκες ποτέ ρε Σραόσα;

Φταίνε που δεν ακούνε πάντοτε αρκετό Γιώργο Μαργαρίτη, Έλλα Φιτζέραλντ, Έλβις Κοστέλλο, και Lady Gaga.

GatheRate

Τετάρτη 6 Σεπτεμβρίου 2017

Ταμπού, λογοκρισία και πολιτική ορθότητα


Η πολιτική ορθότητα συγχέεται με τον ευφημισμό και με τη λογοκρισία ("να μη λέμε κακές λέξεις") ή την κορρεκτίλα ("να μην προσβάλουμε κανέναν / να μην ενοχληθεί κανένας").

Η πολιτική ορθότητα, κατά τον ορισμό του Φ. Παναγιωτίδη, είναι η προσπάθεια να απαλλάξουμε "τον λόγο από λέξεις και εκφράσεις που φέρουνε το βάρος της μισαλλοδοξίας, του ρατσισμού, του σεξισμού και, γενικότερα, ιδεολογιών που νομιμοποιούν τον αποκλεισμό, την εκμετάλλευση και την καταπίεση συνανθρώπων μας".

Με άλλα λόγια, η πολιτική ορθότητα έχει νόημα και σκοπό ως πολιτική στάση, στον βαθμό που, ονοματίζοντας τους άλλους και τις πράξεις τους, τους πατρονάρουμε, τους καθορίζουμε, ή ασκούμε πάνω τους αυταρχικά την εξουσία μας: την εξουσία της ελίτ που καμώνεται την πλειοψηφία.

Πολιτική ορθότητα και ευφημισμός

Η πολιτική ορθότητα είναι στάση και πράξη πολιτική και καθόλου καλολογική. Άρα δεν μπορεί να είναι απλός ευφημισμός. Όπως σημειώνεται στο παραπάνω απόσπασμα του Παναγιωτίδη, "ποικίλοι φορείς, με προφανέστερους αλλά όχι μοναδικούς την πολιτική εξουσία και τη διαφήμιση, καταχρώνται τον ευφημισμό ως μηχανισμό για να πουν μισές αλήθειες, δηλαδή ψέματα, αφού η απόκρυψη συναφούς μέρους της αλήθειας αποτελεί ψέμα".

Στην πραγματικότητα, ο ευφημισμός έχει σκοπούς πολύ διαφορετικούς από την πολιτική ορθότητα, αφού πασχίζει να ωραιοποιήσει μια πραγματικότητα αλλάζοντας τις λέξεις: ονοματίζει παράπλευρες απώλειες τους αμάχους νεκρούς, σωφρονιστικό κατάστημα τη φυλακή, κ.ο.κ. Είναι πάγια πρακτική του νεοφιλελεύθερου απολίτικου και ρηχού δικαιωματισμού να προσπαθεί να καταστήσει αόρατη κάποια αδικία ή κάποιο κοινωνικό πρόβλημα καταφεύγοντας στον ευφημισμό και στην καλολογία, ορμώμενος από έναν αφελή οργουελισμό, κατά τον οποίο εξαφανίζεις την έννοια άμα απαλείψεις τη λέξη. Σύμφωνα με αυτή τη λογική, αν πάψω να λέω τους Τσιγγάνους Τσιγγάνους θα γίνουνε "Αθίγγανοι" (...) ή και Ρομά, άρα κανονικοί πολίτες και κανονικοί άνθρωποι και καθόλου θυματα αιώνων συνεχιζόμενου ρατσισμού.

Ο ευφημισμός προσπαθεί να υποκαταστήσει πραγματικούς κοινωνικούς αγώνες και πραγματική κοινωνική δράση. Η πολιτική ορθότητα απεναντίας εντάσσεται σε αυτούς τους αγώνες. Ο ευφημισμός ενδεχομένως αναγνωρίζει σιωπηλά τις σχέσεις ηγεμονίας και εξουσίας στον λόγο αλλά πασχίζει να τις κουκουλώσει ή και να τις ωραιοποιήσει. Ένα έμφυλο παράδειγμα είναι και το εξής: αν πω την πόρνη "ιερόδουλη", παριστάνω ότι οι γυναίκες με τη συγκεκριμένη εργασία και με συνήθως συγκεκριμένα ταξικά χαρακτηριστικά, γυναίκες αποσκορακισμένες από την πατριαρχία αλλά και αναγκαίες για αυτήν, επιτελούν ιερό λειτούργημα όπως οι γυναίκες των ναών της Αφροδίτης. Απεναντίας, η πολιτική ορθότητα προσπαθεί (αποτελεσματικά ή όχι) να κάνει φανερές τις ταξικές πραγματικότητες και να σταθεί απέναντι στις ετικέτες που κολλάει η πατριαρχία, προτείνοντας το "εργάτρια / εργάτης του σεξ" ή και την επαναοικειοποίηση του όρου "πουτάνα" -- δεν έχουμε να κάνουμε με φιλολογίες εδώ, παρά με μια δυναμική διαδικασία (εκ νέου) αυτοπροσδιορισμού.

Με δυο λόγια, η πολιτική ορθότητα αντιλαμβάνεται το πώς ασκούμε ηγεμονία πάνω στους αδύναμους και μη προνομιούχους ετεροκαθορίζοντάς τους και προσπαθεί να καταστήσει αυτή τη διαδικασία ορατή ή και να την ανατρέψει. Αντίθετα, ο ευφημισμός προσπαθεί να ωραιοποιήσει και να κουκουλώσει: είναι το γλωσσικό αντίστοιχο των ψεύτικων προσόψεων του Ποτέμκιν.

Εδώ υπεισέρχεται το θέμα του ετεροκαθορισμού: κάθε κοινότητα δικαιούται να αποκαλείται όπως εκείνη επιθυμεί να αποκαλείται, ιδίως όταν υφίσταται καταπίεση ή διακρίσεις. Συνεπώς, η καούρα των Ελλήνων να αποκαλείται η χώρα μας Hellas (λες και φτάνει μέχρι τον Όλυμπο και τη Δωδώνη) είναι χαριτωμένος (;) ακκισμός, η απαίτηση όμως των τρανς να λέγονται τρανς είναι το λιγότερο στο οποίο μπορούμε να ανταποκριθούμε.

Επίσης, το ζήτημα του ετεροκαθορισμού είναι και υπόθεση περικειμένου, κόντεξτ: ο Ρομ που επιθυμεί να αποκαλείται "Τσιγγάνος" (επανοικειοποιούμενος τον όρο) ή "Ρομ" έχει ως εναλλακτική ετικέτα το υβριστικό "Γύφτος" ή το πατερναλιστικό "Αθίγγανος". Ο Έλληνας όμως που θέλει να λέγεται Hellene έχει ως εναλλακτικό ετικέτα το τιμημένο Greek. Επίσης, το Άτομο με (Ειδικές) Ανάγκες -- όρος που υπογραμμίζει την ευθύνη της κοινωνίας απέναντι στις ανάγκες του και δεν αξιολογεί τις ανάγκες καθεαυτές -- έχει ως εναλλακτικές ετικέτες τα "ανάπηρος", "προβληματικός" και άλλα χειρότερα, ή το χυδαία ευφημιστικό ψεύδος του "Άτομο με Ειδικές Ικανότητες"...

Πολιτική ορθότητα και κορρεκτίλα

Η πολιτική ορθότητα δεν είναι υπόθεση ίσων αποστάσεων: ο λόγος ύπαρξής της είναι να χειραφετήσει όσους καταπιέζονται· μέρος του "καταπιέζω κάποιον" είναι και το "τον ονομάζω όπως θέλω κι όχι όπως θέλει" και το "οικειοποιούμαι τη φωνή του". Συνεπώς, το να αποκαλείς τις γυναίκες συλλήβδην "μουνιά" δεν είναι το ίδιο με το να αποκαλείς συλλήβδην τους άντρες "ψωλές" -- δείτε και μόνοι σας πόσο άκυρο είναι το δεύτερο ως απόπειρα προσβολής ή σβησίματος.

Τα παραπάνω αποσιωπώνται συχνά κι έτσι καβάλα πάνω στο κίνημα της πολιτικής ορθότητας πάνε διάφορες καλολογίες. Άλλοτε αγνοούμε τη διάσταση της εξουσίας και της ανισότητας, άλλοτε (όπως είδαμε) καμωνόμαστε ότι μπορούμε να απαλείψουμε αυτή τη διάσταση αν δεν την κουβεντιάσουμε. Και στις δυο περιπτώσεις καταλήγουμε να καλολογούμε· από την πολιτική ορθότητα εκπίπτουμε στην κορρεκτίλα, στη λογοκρισία της καλολογίας.

Κι έτσι φτάνουμε να προγράφουμε κάθε προσβολή και κάθε λέξη-ταμπού, κάθε "κακή λέξη". Η "πολιτική ορθότητα" -- που σε αυτές τις περιπτώσεις δεν είναι πια καθόλου political αλλά σκέτη correctness -- καταντάει να ασχολείται με trigger, δηλαδή με όρους και αναπαραστάσεις ταμπού: με οτιδήποτε μπορεί να προσβάλει ή να αναστατώσει οποιονδήποτε. Δυστυχώς όμως, ό,τι και να πει και ό,τι και να δείξει κανείς θα προσβάλει τουλάχιστον έναν άνθρωπο. Το ζήτημα δεν είναι να ειμαστε όλοι αγαπημένοι και να μη μαλώνουμε· ποσώς. Το ζήτημα είναι, επαναλαμβάνω, πολιτικό: να μην στοχοποιούνται με τον λόγο ομάδες και μέλη τους χωρίς φωνή και χωρίς εκπροσώπηση (ή, εννοείται, εξουσία).

Η επέλαση της κορρεκτίλας έχει τρεις συνέπειες: μας εθίζει στο προφανές, νομιμοποιεί τη λογοκρισία και βλάπτει την ίδια την υπόθεση της πολιτικής ορθότητας.

Το προφανές

Η ερμηνεία στο αρχικό επίπεδο, στο προφανές κι επιδερμικό, γίνεται σταδιακά η νόρμα: "αυτό που βλέπω είναι αυτό που βλέπω και όλα τα υπόλοιπα είναι θεωρίες". Αν μια φωτογραφία δείχνει κώλους είναι τσόντα, αν μιλάει για φτωχούς είναι αριστερή κλάψα, αν αφηγείται το 1922 είναι εθνικιστικό κήρυγμα. Και τέλος. Στην Ελλάδα το γύρισμα στην αποκλειστική κυριολεξία έγινε (ανεπαισθήτως) με τον Τελευταίο Πειρασμό του Σκορσέζε. Σιγά σιγά κάθε συζήτηση για οποιοδήποτε δημιούργημα δεν ήταν άνοστο, ανώδυνο κι ανεπαίσθητο, έπρεπε να διεξάγεται με όρους "ναι μεν αλλά": από την παιδοκτονική Μήδεια μέχρι τους οριακά παιδοφιλικούς πίνακες του Μπαλτύς, από καρναβαλικά γαμοτράγουδα μέχρι το μπουρλέσκ, από τον χριστόληπτο Μπαχ και τους σατανολάτρες Σάμπαθ μέχρι τα γυμνά του Μανιερισμού και του Μπαρόκ.

Η κορρεκτίλα παραγνωρίζει επίσης ότι όλοι οι όροι κι όλες οι αναπαραστάσεις λειτουργούνε μέσα σε συμφραζόμενα: τι λέει από πάνω και τι λέει μετά, και μέσα σε ποιο περικείμενο βρίσκεται. Η κορρεκτίλα δηλαδή αγνοεί μια θεμελιώδη διάσταση της επικοινωνίας: ποιος και πότε λέει τι και γιατί, ως τι και με ποιον σκοπό, από ποια θέση κτλ Η κορρεκτίλα αγνοεί τις διαφορές κυριολεξίας, χιούμορ, σάτιρας, παραθέματος, μεταφοράς, του να βάζεις λόγια στο στόμα άλλου κ.ο.κ. ... Η αγνόηση των συμφραζομένων και του ευρύτερου περικειμένου οδηγεί π.χ. το ελεεινά πουριτανικό Facebook, το οποίο πασχίζει να μη δημιουργεί αντιπάθειες φιμώνοντας ό,τι δεν αφορά γάτες και καρδούλες, να μπλοκάρει κάθε ανάρτηση που περιέχει τη λέξη nigger, ακόμα και αν είναι το τραγούδι του Λέννον ή κάτι που ανεβάζει ένας μαύρος πιτσιρικάς στη Βαλτιμόρη...
 
Λογοκρισία και προκατάληψη

Υπάρχει πολύ μεγάλη διαφορά μεταξύ του να μην ασκείς γλωσσική ηγεμονία και του να λογοκρίνεις "για χάρη" των μη προνομιούχων. Δυστυχώς για πολυ κόσμο, αυτή η διαφορά δεν είναι ευδιάκριτη: πολλοί λοιπόν λένε "χαλάλι η λογοκρισία άμα προστατεύει τους μη προνομιούχους". Ωστόσο, όσο πεφωτισμένα και καλοπροαίρετα και να ασκείται η λογοκρισία (για μένα η πεφωτισμένη λογοκρισία είναι οξύμωρο), όσο και να γίνεται προς όφελος των αδύναμων και κατατρεγμένων, είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι με το πέρασμα του χρόνου καταλήγει να γίνει ξανά όπλο στα χέρια της εξουσίας. Αν η λογοκρισία είναι λ.χ. DDT, καθόλου τυχαία επιλογή εντομοκτόνου, ενδεχομένως να σκοτώνει κουνούπια αλλά όχι όλα τα κουνούπια, ενώ στο μεταξύ σκοτώνει και πολλά άλλα...

Συνεπώς, ενώ με ευκολία μπορούμε να λογοκρίνουμε κάποιον που είπε "αράπηδες βουλευτές" ή "πουτάνα δημαρχίνα", σκεφτείτε ένα σεξιστικό "πρέπει να τη βάλουνε κάτω να τη γαμάνε δεκα με το στανιό" που απευθύνεται σε κάποια γυναίκα χωρίς εξουσία και άντε να αποδείξετε ό,τι θέλετε στα περισσότερα δικαστήρια αυτού του πλανήτη εν έτει 2017. Ταυτόχρονα, θα έχετε κανονικοποιήσει τη λογοκρισία προς όφελος και λευκών βουλευτών, ανδρών δημάρχων κ.ο.κ.

Γενικότερα, όταν την πολιτική ορθότητα, την αναίρεση κακοδοξιών και τους αγώνες τούς υποκαθιστά η λογοκρισία και η κορρεκτίλα, έχουμε τέρατα. Δείτε για παράδειγμα την υπό θεσμοθέτηση σε πολλές χώρες ταύτιση του αντισημιτισμού με την κριτική στην ισραηλινή κυβέρνηση, δείτε επίσης σε συμβολικό επίπεδο την εξίσωση σφυροδρέπανου και σβάστικας ως απαγορευμένων εμβλημάτων στην Ουγγαρία και αλλού.

Επί της ουσίας, όποιος θέλει να αγωνιστεί κατά του σεξισμού, του φασισμού, του αντισημιτισμού, της ισλαμοφοβίας, της ομοφοβίας, της τρανσφοβίας, κτλ. κτλ. καλό είναι να μη λησμονεί πως οι νόμοι και οι δίκες (πρέπει να) έπονται των κινητοποιήσεων και των αγώνων από κάτω: θυμηθείτε τους αγώνες για τα πολιτικά δικαιώματα στις ΗΠΑ του '60 ή αναλογιστείτε γιατί χρονίζει η δίκη των ναζί δολοφόνων μας.

Ανοίγοντας τη συζήτηση, είμαι υπέρ της απόλυτης ελευθερίας του λόγου όταν δεν υποκινεί ανοιχτά σε βιαιοπραγία κατά των μη προνομιούχων. Με άλλα λόγια: "φάτε τους πλουσίους", οκέι. "Οι Εβραίοι είναι σατανικοί", οκέι. "Φάτε τους Εβραίους", μάντρωμα. Βεβαίως, η ελευθερία του λόγου δεν συνεπάγεται ανοχή ή συναίνεση: θα αντιτάξω τον δικό μου λόγο στο μιαρό "οι Εβραίοι είναι σατανικοί" και θα χλευάσω ακόμα και το "φάτε τους πλουσίους", αφού δεν τρώγονται με τίποτα.

Το ζητούμενο λοιπόν δεν είναι ούτε να λογοκρίνουμε ούτε να αυτολογοκριθούμε. Παράλληλα, πλανώμαστε αν πιστεύουμε ότι η διασφάλιση της ελευθερίας του λόγου συνεπάγεται ότι θα πούμε κάτι όμορφο, καλό και κόσμιο· τουναντίον. Η πλάνη μας όμως αυτή προκύπτει από την απολίτικη ταύτιση τριών παραγόντων: της ελευθερίας του λόγου, της πολιτικής ορθότητας (η επίκληση της οποίας εισάγει στη συζήτηση τις παραμέτρους της αυθεντία και της εξουσίας) και των "ανθρωπιστικών αξιών", ιδίως όταν γίνονται αντιληπτές με το αίτημα να είμαστε όλοι καλά και να μη στενοχωριέται κανείς.
 
Ως συνήθως, το βαθύτερο πρόβλημα εντοπίζεται στην προσπάθειά μας να κατανοήσουμε τα ανθρώπινα πράγματα με τρόπο απολίτικο, αγνοώντας τους παράγοντες Εξουσία και Προνόμιο, αλλά και η απροθυμία μας να κάνουμε λεπτές μα αναγκαίες διακρίσεις.  Καταλήξαμε λοιπόν να ταυτίζουμε την πολιτική ορθότητα (μέθοδο πυρόσβεσης της γλωσσικής ηγεμονίας) με τη νεοσυντηρητική κορεκτίλα (που ενίοτε παριστάνει την αστική αβρότητα) ενώ καταντήσαμε να θεωρούμε την ανθρώπινη ευγένεια ομόλογη με εμμονικές απόπειρες να αποφύγουμε να προσβάλουμε οποιονδήποτε (ακόμα και τους φασίστες π.χ.).

Κι αυτό τελικά βλάπτει την ίδια την υπόθεση της πολιτικής ορθότητας

Όσο εθιζόμαστε στην κυριολεξία και στο αυτονόητο, όσο γινόμαστε πρόθυμοι να λογοκρίνουμε και να αυτολογοκριθούμε, τόσο περισσότερο καθίσταται αναγκαίο να κατανοήσουμε τι σημαίνει ανισότητα, καταπίεση, (γλωσσική) ηγεμονία. Ο αγώνας δεν είναι μεταξύ ελευθερίας του λόγου και πολιτικής ορθότητας, παρά μεταξύ νεοσυντηρητικής κορρεκτίλας από τη μία και κάθε μορφής καταπίεσης και ετεροκαθορισμού από την άλλη, εντός κι εκτός κειμένων, τέχνης και κουλτούρας.

Η χονδροειδής ταύτιση πολιτικής ορθότητας, κορρεκτίλας και "ανθρωπιστικής καλοσύνης" σε συνδυασμό με την ανοχή μας στη λογοκρισία επιτείνει τον ηθικό πανικό που επικρατεί γύρω από την πολιτική ορθότητα. Για πολύ κόσμο το "PC" είναι πλέον συνώνυμο της (αυτο)λογοκρισίας και του ευφημισμού και από πολιτική στάση η πολιτική ορθότητα γίνεται αντιληπτή ως ηθική κορρεκτίλα: κωμικοί φοβούνται ότι δεν θα μπορούν να λένε χοντρά ανέκδοτα, γυναίκες αναρωτιούνται αν είναι πρέπον να κραυγάσουν "γάμα με!" και άντρες ορρωδούν μπροστά στη ροπή να ανακράξουν "καριόλα!", ρέκτες του ύφους και της ακριβολογίας αγανακτούν με νεολογισμούς και άκομψες καινοτομίες, Εβραίοι καταλήγουν να αποκαλούνται "self-hating Jew", λάτρεις της τέχνης βλέπουν να έρχονται παπικά βρακάκια και ετικετούλες Parental Advisory... Αυτοί και όλοι μας (θα έπρεπε να) μισούμε τη λογοκρισία.

Άρα;


Τι να κάνουμε λοιπόν; Νομίζω ότι υπάρχει μια απλή συνταγή: πρώτα σκέφτομαι ποια σχέση προνομίων, ιεραρχίας ή κι εξουσίας έχω με εκείνον στον οποίο θα απευθυνθώ ή (χειρότερα) με εκείνον εξ ονόματος του οποίου θα μιλήσω. Αντιστρέφω αυτή τη σχέση και μπαίνω στη θέση του. Αν στο ίδιο περικείμενο θα έλεγα τα ίδια ή παρόμοια (αστεία, σκωπτικά, χυδαία, διδακτικά, βαρύγδουπα, εξυπναδίστικα, ζουμερά, στεγνά, κτλ. κτλ.), είμαι μια χαρά και προχωρώ.

Το ουσιώδες είναι να μη συγχέουμε τον νεοσυντηρητικό ηθικισμό (για την αναίρεση του οποίου απαιτούνται μεταμέλειες κι εξιλεώσεις κτλ.) με μια πολιτική στάση, η οποία υπόκειται σε κριτικό και διαλεκτικό έλεγχο μέσα στην κοινότητα και μέσα στην κοινωνία. Εκεί ακριβώς τελικά διαφέρει η πολιτική ορθότητα από τις ηθικιστικές και λογοκριτικές διαστρεβλώσεις της.

GatheRate