Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2017

Υπέρ των φτωχών


Το σύνθημα στο γκαράζ πάει ως εξής:

ΟΠΟΥ ΦΤΩΧΟΣ ΚΙ Η ΜΠΥΡΑ ΤΟΥ ΚΙ ΟΠΟΥ ΠΛΟΥΣΙΟΣ ΤΑ ΑΡΧΙΔΙΑ ΜΟΥ

Διάλογος:

"Τι θα πει αρχιδία;"
"Αρχίδια."
"Αρχιδία λέει."
"Αρχίδια. Είναι τα μπαλάκια που έχουν τ' αγόρια."
"Έχουν μπαλάκια τ' αγόρια;"
"Ναι, κάτω από το πουλί τους."
"Α! Μάλιστα."
"Αλλά δεν είναι πολύ καλή λέξη, είναι βρισιά. Όπως... Να..."
"Εντάξει δεν θα τη λέω."
"..."
"Άρα αυτό που γράφει είναι υπέρ των φτωχών;"
"Ναι."
"Ωραία."

GatheRate

Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2017

Ερωτηματικά

Πώς είσαι; Νιώθεις καλά; Πόσον καιρό έχεις να ζήσεις χαρά; Πόσον καιρό έχεις να θυμηθείς χαρά; Πάει καιρός που γέλασες χωρίς να λες "κλαίω"; Πάει καιρός που ένιωσες ρίγος ή αγαλλίαση διαβάζοντας κάτι; Κάτι μικρό σαν γράμμα, κάτι μεγαλύτερο σαν βιβλίο, κάτι σαν απόσπασμα; Από ταινίες; Καμμία που να σε πηγε και να σ' έφερε; Ή να μη σ' έφερε; Ή μόνο σειρές βλέπεις; Τι λένε; Χαίρεσαι αυτά που τρως; Τι τρως τώρα τελευταία; Πώς το τρως, έτσι με την ψυχή σου ή όλο ενοχές; Και με το γυμναστήριο και το τρέξιμο όλα εντάξει; Τη βρίσκεις που ασχολείσαι ή απλώς πρέπει, για λόγους υγείας ένεκα η καθιστική ζωή; Πράγματι μετά νιώθεις άλλος άνθρωπος; Σου αρέσει εκεί ο κόσμος και η όλη φάση; Τι σκέφτεσαι όταν περνάν οι κορμάρες για να πάνε στο μάθημα κι όταν βγαίνουν ιδρωμένες απ' το μάθημα κι όταν κουβεντιάζουνε στα βάρη και στα όργανα οι κορμάρες; Τι σκέφτεσαι όταν τρέχεις; Παρατηρείς γύρω σου; Αφοσιώνεσαι στη μουσική που ακούς εκείνη την ώρα; Σε τρων οι σκέψεις; Να ρωτήσω λοιπόν για τη δουλειά; Καλύτερα να μη ρωτήσω; Κι εσύ ευχαριστημένος δεν είσαι που έχεις τουλάχιστον δουλειά; Στο σπίτι σου πώς νιώθεις; Σαν στο σπίτι σου; Μυρίζει δικό σου; Σε ξεκουράζει; Θέλεις να το κατοικείς ή όλο για έξω είσαι θέλοντας και μη; Όλα εντάξει με την παρέα; Χαίρεσαι να τα βλέπεις τα κολλητάρια; Πόσον καιρό έχετε να κουβεντιάσετε κάτι που ήθελες εσύ να συζητήσεις; Ή μήπως πράγματι χαίρεσαι να τους ακούς και να τους ορμηνεύεις; Όταν πάτε για καφέ σ' αφήνουν να μιλήσεις; Σε ακούνε; Όταν πάτε για ποτό πού κοιτάς; Νιώθεις να θες να φύγεις και να πας να ανοίξεις την τηλεόραση; Παρακαλάς να πάνε καμμιά τουαλέτα για να σκαλίσεις λίγο το φέισμπουκ; Βρίσκεις πουθενά απάγκιο; Γαληνεύεις καθόλου; Με τους γονείς τι γίνεται; Ακόμα τους ρίχνεις ευθύνες; Τους κατηγορείς για πράξεις και παραλείψεις και για εκείνες τις φορές που φέρθηκαν ρουφιάνικα ή και σαν καθήκια; Ακόμα φταιν αυτοί; Για όλα; Ακόμα δεν είναι αρκετά αδύναμοι; Δεν βλέπεις πως έχουν σχήμα κι ιστορία, ότι δεν είναι οι απρόσιτοι θεοί της κούνιας; Ή μήπως νιώθεις πως εσύ δεν έχεις ωριμάσει ακόμα; Πότε θα ωριμάσεις; Μήπως τίποτε άλλο εννοείς; Μήπως τίποτε για ανευθυνότητα και φυγοπονία; Τα παιδιά καλά; Μήπως νιώθεις να έχεις αγκιστρωθεί πάνω τους; Κι όταν εκεί δεκάξι με δεκαοχτώ χρονών φύγουνε τα παιδιά, όσο κι αν μείνουνε στο σπίτι σου; Μετά τι; Θα περιμένεις ποιος θα πλειοδοτήσει, το έμφραγμα, ο καρκίνος ή το ισχαιμικό; Έτσι θα ζούμε; Γίνεται;

Για σεξ, ερωτικά, γκομενικά δεν ρωτάω. Γι' αυτά όλοι ρωτάνε.

GatheRate

Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2017

Εκεί γύρω στο 1992


Τα όνειρα της νεότητάς μας τα εικονόγραφησε ο Σπύρος Στάβερης, κυρίως μέσα από το 01. Το οποίο ήταν το πρώτο (και το τελευταίο) περιοδικό που αγόραζα ανελλιπώς.

Δεν το λέω έτσι. Όταν βγήκε το 01, δεν υπήρχε βεβαίως ίντερνετ. Αν ήθελες να μάθεις τι γίνεται στην κόσμο υπήρχε ο θόρυβος των νεαρών ιδιωτικών καναλιών, γεμάτων από τηλεπαιχνίδια, από σώου τύπου RAI και από σήριαλ που "έδωσαν ψωμί σε τόσους άνεργους ηθοποιούς". Επίσης υπήρχανε περιοδικά τύπου Κλικ και Maxx.

Δεν θα τα αναθεματίσω: σε μια Ελλάδα όπου τα ξένα περιοδικά κόστιζαν χιλιάρικα, στο Κλικ (και λιγότερο στο Max) έβρισκες ενδιαφέροντα κείμενα και διάβαζες λίγο για το τι συμβαίνει παραπέρα, πίσω από το όρος Αιγάλεω και μετά τη Ζάκυνθο και την Κέρκυρα. Αλλά αυτά τα περιοδικά, τουλάχιστον στο δικό μου το μυαλό, απευθύνονταν σε Βουπουδάκια και Γλυφαδιώτες: σε παιδιά με λεφτά και καβάντζες και καριέρες να τα περιμένουν, με ταξίδια και σπουδές -- ενώ εμείς το 1992 πρωτοακούσαμε κάτι που λεγόταν Erasmus. Χρειαζότανε λεφτά για να βγαίνεις στα φσσσς κλαμπ και να φοράς φσσςς ρούχα και να συμμετέχεις ισότιμα στο νταχτιρντί του λαϊφστάιλ: πού πας εσύ ρε Σραόσα από το Γκύζη, με τα τρε μπανάλ ρούχα;

Επίσης στο Κλικ και στο Max έγραφε για σεξ. Πολύ σεξ. Και εικονογραφήσεις και συμβουλές και κόλπα. Αυτό το ξέρετε καλά, άλλωστε το μισό ελληνικό ίντερνετ, που λέει ο λόγος, απόπλυμα αυτής της φάσης είναι. Μιλάμε τώρα για τον καιρό που η άλλη πηγή πληροφόρησης και αυτοερωτικής ψυχαγωγίας ήτανε τα ελεεινά τσοντοπεριοδικά στο περίπτερο. Ωστόσο υπήρχε ένα σοβαρό πρόβλημα: η ιλουστρασιόν και ρετουσαρισμένη εκδοχή της ερωτικής πραγματικότητας που κυριαρχούσε σε αυτά τα περιοδικά. Ήτανε γεμάτα με χελμουτνιουτονικές συνθετικές πλαγγόνες που συγκυλιζόντουσαν ή απλώς τριβόντουσαν είτε μεταξύ τους είτε με μοντέλους εντατικού γυμναστηρίου (πολύ αργότερα μάς μίλησαν για τα συμπληρώματα και τα αναβολικά, μέχρι τότε ψαρώναμε). Όλα ασπρόμαυρα ή σε μονοχρωμία και με προσεκτικότατες φωτοσκιάσεις. Καμμία σχέση με τη Χριστίνα, τη Χριστίνα, τη Σόνια, την Αλίκη, την Ντίνα -- κι ας ήταν όλες μα όλες πάρα πολύ ωραία κορίτσια.

Αν διάβαζες Κλικ και μετά κοίταζες γύρω σου, αισθανόσουν εντελώς μειονεκτικά. Δεν ανήκες σε καμμία από τις φυλές που απαριθμούσε, ή μάλλον σε καμμία φυλή στην οποία θα ήθελε αναγνώστης του Κλικ να ανήκει: ήσουν ξεφτίλας και μπύθουλας. Μακριά από τον φανταστικό κόσμο του Κλικ, που απαρτιζόταν από πολύ επιλεγμένα σημεία στην πόλη και στην παραλιακή, εσύ βολόδερνες μέσα στις πολυκατοικίες, στην Αλεξάνδρας, στου Ζωγράφου, στα Εξάρχεια και μέσα σε φρακαρισμένα λεωφορεία, υπήρχες σε μια Αθήνα πριν τα γκραφίτι και πριν τα μπαρ και πριν τη σημερινή μας, αναιμική έστω, περηφάνεια γι' αυτήν την πόλη -- δεν είχε και μετρό τότε, πού να πας. Επίσης έβγαινες σε καθόλου γκλαμ μαγαζιά γιατί στο Wild Rose ή Yellow Rose ή πώς στο διάολο το λέγανε θα έτρωγες πόρτα, μπέρδευες το Alt Berlin με το Berlin και το Booze με τον Μπούζιο, ενώ όταν πήγατε στο DOM στην Ικαριέων το ένα κορίτσι φρίκαρε μην της πιούνε το αίμα κάτι γκέι βρυκολάκια που είχανε σνιφάρει τη μισή Βιομηχανία Ζαχάρεως, ενώ ο μπαμπάς της δικιάς σου αναστατώθηκε που την πήγες στο Γκάζι, μέσα στους Τούρκους και στα χαμαιτυπεία.

Από όλα αυτά μάς έσωσαν ο Στάβερης, οι Στερεο Νόβα και το 01. Και οι Τρύπες. Μετά σταθήκαμε στα πόδια μας, είδαμε πού είμαστε, τι έχουμε και πού πάει ο κόσμος πίσω από το Αιγάλεω, πέρα από τη Ζάκυνθο και την Κέρκυρα.

Ο Στάβερης χωρίς να υποκύψει στην πολαρόιντ, έσπασε την αισθητίλα του Κλικ: πήρε αυτό που τότε λέγαμε τρας και ξεφτίλα, το συνέστρεψε και το έβαλε να κοιτάξει πίσω από την πλάτη του. Στις φωτογραφίες του Στάβερη βλέπαμε πια κανονικούς ανθρώπους, θελκτικούς μέσα στην ανθρωπίλα τους, παιδιά σαν εμάς αλλά που έμοιαζαν με τα τσογλάνια του Λάρυ Κλαρκ. Τώρα είναι συνηθισμένος από αυτό ο κόσμος, τότε κοιτάγαμε σαν χαζοί, εκστασιασμένοι που υπήρχαμε και χαρούμενοι που το ξεκούδουνο μπορούσε να ήτανε σέξι έως και ιμερικό.


Οι Στέρεο Νόβα έκαναν πράγματα που δεν καταλαβαίναμε ακριβώς αλλά μπορούσαμε να τα χορέψουμε, οριακά και αρκετά πιωμένοι. Έβγαζαν ευαισθησίες που δεν ξέραμε ότι υπήρχαν, π.χ. ταξικά μεράκια που φύονταν στο χάσμα μεταξύ αριστερής θριαμβολογίας και του κυνισμού πέντε φραγκάτων που κήρυσσε
"φράγκα, γκομενες, παλάτια, άντε και καλά κρεβάτια". Οι Στέρεο Νόβα, "θλιμμένες αδερφές από τη Λένορμαν που έτρωγαν κράξιμο και ξύλο", όπως έλεγε ένας συμμαθητής, στάθηκαν απέναντι στον μαξιμαλισμό του εγωισμού, στη θεολογία του πλουτισμού. Απέναντι στην ντόλμπυ σαράουντ ουτοπία, που ήτανε προορισμένη για άντρες που γαμάνε, χώνουνε σκαμπίλια και έχουνε φράγκα, άντρες με ατομική και (παραδόξως) εθνική παραίσθηση μεγαλείου και έκπαγλης μοναδικότητας, άντρες με καύσιμο την κόκα και μπόμπες στολίσναγια, αυτοί οι ατσούμπαλοι έστησαν την ομορφιά και την καύλα (που τότε δεν λεγόταν έτσι) και το παράπονο, τη φάση να γυρίζεις σπίτι ζαβλακωμένος από κλαμπ της συμφοράς και να σε περιμένει ξάγρυπνη ξέρω γω η μάνα σου. Μίλαγαν για μια καψούρα λίγο φτωχή και πολύ αδέξια, για ηδονές που έμποιααν καινούργιες γιατί ε΄μείς ήμασταν ανώριμοι. Έγραφαν μοσυική ταξιδιάρικη και στίχους τελείως εδώ. Οι Στέρεο Νόβα έφεραν το αστικό τοπίο και τη βιομηχανική απόγευση ενός κόσμου που δεν είναι για σένα.

Όσο για το 01, όπως έγραψα πριν 9 χρόνια,"είμαι, κατά κάποιον τρόπο, παιδί του Τσαγκαρουσιάνου. Νομίζω ότι το έχω ξαναπεί: το 01, εκείνη η υπέροχη επίθεση νέου στησίματος, νέων κειμένων, νέων εικόνων στον "γαμάω" κόσμο του Κλικ, έκανε τη ζωή μου ομορφότερη τότε και τελικά, με το να επευλογεί τις ευαισθησίες μου, με καθόρισε". Ωστόσο το πρώτο τεύχος δεν το αγόρασα, με απώθησε αυτό το "κακάσχημο κοκαλιάρικο πρεζόνι" στο εξώφυλλο και, μην ξεχνάτε, τα περιοδικά κόστιαν χαρτζιλίκι. Όμως μέχρι να βγει το δεύτερο τεύχος το περιοδικό είχε γίνει θρύλος: Βιτγκενστάιν; Βέλτσος (και μάλιστα όχι για να τον σατιρίσει); Ξένοι; Τι διάολο είναι οι ξένοι; Το δεύτερο τεύχος, με το σπαρακτικά ωραίο κορίτσι στο εξώφυλλο, ένα κορίτσι "φτιαγμένο για χάδια και φιλιά", όπως έλεγε και ο Τσαγκαρουσιάνος στο edito εκείνου του τεύχους, με έκανε αναγνώστη. 

Από το 01 δεν θα ξεχάσω ένα σχεδόν πορνογραφικό άρθρο που απλώς απαριθμεί μονορούφι και λιγάκι σε φάση εσωτερικού μονολόγου και ρεύματος συνειδητότητας τις ομορφιές της Αθήνας. Αντιγράφτηκε κατά κόρον έκτοτε, ενώ το μιμήθηκα κι εγώ τουλάχιστον μια φορά. Επίσης δεν θα ξεχάσω ότι είχε προσφορά χάρτη του ουρανού σε ένα από τα πρώτα τεύχη του κι έτσι έμαθα κι εγώ τους αστερισμούς και τι έβλεπα ανά πάσα στιγμή πάνω από το κεφάλι μου στον νυχτερινό ουρανό.

GatheRate

Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2017

Ο Άντσο της Μελκ λαγνουργεί


Το όνομά του το είχα χρόνια ξεχασμένο. Πριν λίγα δευτερόλεπτα έμαθα ότι είναι Adso και όχι Anzo, όπως νόμιζα έχοντας διαβάσει το Όνομα του Ρόδου" σε ελληνική μετάφραση, της Ε. Καλλιφατίδη νομίζω.

Το βιβλίο με είχε εντυπωσιάσει σφόδρα. Αυτό βεβαίως επετεύχθη αφού ξεπέρασα τις πρώτες εκατό σελίδες, στις οποίες κόντεψα να πεθάνω με τη Σύνοδο της Κωνσταντίας και με κάτι θεολογικοδογματικά που ποσώς με ενδιέφεραν ή καταλάβαινα -- άλλωστε είθισται να μην καταλαβαίνεις ό,τι δεν σε ενδιαφέρει. Το διάβασα το καλοκαίρι των 15 ή των 16 χρόνων μου, νομίζω, δεν θυμάμαι. Θυμάμαι σκόρπια πράγματα: τη βιβλιοθήκη, που θα ξανάβρισκα στον Μπόρχες, λατινικά τσιτάτα, τη φάση "Δεύτερο βιβλίο Περί Ποιητικής", ποιος ήταν ο δολοφόνος, πολλές εικόνες έντονες τότε και τώρα ξεχασμένες. Και φυσικά μού έμεινε η ερωτική σκηνή.

Στο βιβλίο ο μοναχός Άντσο της Μελκ αναπολεί τον καιρό που ήτανε δόκιμος και πνευματικοπαίδι του Γουλιέλμου του Όκκαμ ή του Άνσελμου του Καντέρμπουρυ (αυτουνού που οι Ιταλοί αποκαλούνε της Αόστας), ή κάποιου φανταστικού χαρακτήρα που είναι λίγο κι από τους δύο, δεν θυμάμαι. Τότε, ενώ βρισκόταν στο μοναστήρι όπου κάποιος σκότωνε καλόγερους, ο Άντσαο γαμιέται με μια ζουμερή χωριατοπούλα μέσα σ' έναν αχυρώνα (βεβαίως). Ωραίες φάσεις, εφάμαρτες.

Η κοπέλα που καβαλάει (μάλλον) τον άπειρο νεαρό δόκιμο περιγράφεται ως σαρωτική καλλονή και θεοτική μουνάρα, βοηθάνε να το εμπεδώσουμε αυτό και διάφοροι βιβλικοί χαρακτηρισμοί στα λατινικά, σε βαθμό που όταν βλέπεις ποια την παίζει στη νερόβραστη κινηματογραφική μεταφορά του έργου απογοητεύεσαι και θυμώνεις λιγάκι. Για να γίνω σαφέστερος, όταν διαβάζεις για την κοπέλα που ξεπαρθένιασε τον Άντσο, πλάθεις μια Λολομπρίτζιτα μεσαιωνική με ολίγο τσαγανό από Μπαρντό στο "Και ο Θεός έπλασε τη γυναίκα".

Η αφήγηση γίνεται από τον ίδιο τον Άντσο στα γεράματα. Ο Έκο έχει φροντίσει να διαθλάσει την αναπόδραστη ερωτική νοσταλγία μέσα από επιβεβλημένη καλογερίστικη ενοχή με αποτέλεσμα εγώ ως αφελής και λίγο αλλού γι' αλλού αναγνώστης να αναρωτιέμαι πώς γίνεται κάτι όμορφο κι εκστατικό να είναι πηγή τόσης και τόσο αψιάς ενοχής -- κάπως έτσι στήνει την προβληματική του και ο ίδιος ο αφηγητής, βεβαίως. Γενικά, το πρόβλημα της σεξουαλικής ενοχής ως παραδόξου με απασχολούσε πολύ τότε και είχα καταλήξει, αφελέστατα, να πιστέψω για πολύ λίγο ότι είναι υποπροϊόν και απόβλητο του κοινωνικού συντηρητισμού και όχι της χριστιανικής πίστης καθεαυτής. Παράλληλα μου φαινόταν η ισόβια ερωτική αποχή και η επί της αρχής εξάρτηση των μοναχών από την ονείρωξη πράγμα βάρβαρο, απάνθρωπο και (όσο και να το εξιδανίκευαν με θείους έρωτες και, σόρυ κιόλας, παρόμοιες μπούρδες με Νυμφίους διάφοροι καλόγεροι που μίλησα μαζί τους) απίστευτα άχαρο τρόπο να συσσωρεύσεις αξόδευτη ζωή· σε αυτό δεν άλλαξα γνώμη: η απέχθειά μου για τη θεσμοθετημένη στέρηση και αγαμία δεν λυγίζει με τίποτα.

Η ερωτοπραξία στο Όνομα του Ρόδου εντυπωσίασε κι άλλους εκτός από εμένα. Ως κριτικός ο Έκο ήξερε καλά πόσο μαύρα χάλια μπορεί να γίνει η περιγραφή του γαμησιού. Επιλέγει λοιπόν να την αποδώσει με σνάπσοτ, αλλά όχι απαραιτήτως φωτογραφικά: ο στροβοσκοπικός φωτισμός της αφήγησης σκάει σαν φλας με ρυθμό και φωτίζει εντυπώσεις, διαθέσεις, αισθήσεις, ρητά -- και μόνο δευτερευόντως πράξεις και εικόνες. Φωτίζονται φωτορυθμικά λεπτομέρειες. Με πρόσχημα την καλογερίστικη σεμνοτυφία του παρθένου δόκιμου μοναχού η αφαιρετική αφήγηση μέσω αυτής της στροβοσκοπικής περιγραφής της λαγνουργίας εξακτινώνεται και η ίδια.

Γνωρίζω ότι η ερωτοπραξία στο Όνομα του Ρόδου εντυπωσίασε κι άλλους εκτός από εμένα γιατί ασχολήθηκε εκτενώς με το πώς την έγραψε ο ίδιος ο Έκο στο Επίμετρο στο Όνομα του Ρόδου. Εκεί, απ' ό,τι θυμάμαι, λέει ότι ακολουθούσε με τη γραφομηχανή του τον "ρυθμό της περίπτυξης". Το δοκίμασα λοιπόν κι εγώ περιγράφοντας γραπτώς ερωτοπραξίες. Δεν δούλεψε στην περίπτωσή μου, ίσως γιατί δεν έχω γραφομηχανή.

GatheRate

Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2017

Ο θρίαμβος της σκανδαλοθηρίας

Διάβασα για τη θαρραλέα παρέμβαση της Συνατσάκη. Έμαθα και για τον οχετό μίσους αλλά και για τα ω πόσο σνομπ αλλά πολιτικοποιημένα αναθέματα από αριστερούς διανοητές -- ξέρετε τους ίδιους που έχουνε παραλύσει μπροστά στον οικειοποίηση της θεμουσχώραμε Αριστεράς από τον συριζαϊσμό, όσοι δεν τον έχουν εναγκαλιστεί.

Θεωρούμε ότι είναι θαρραλέα η Συνατσάκη και όντως είναι στο μισανθρωπο Κωσταλέξι που ζούμε. Και σκεφτόμουν σε πόσο ασφυκτική κατάντια έχουμε φτάσει, όταν το 1967 κάνανε άουτινγκ ορφανά 21 ετών, να λέμε πως είναι θαρραλέο ένα κορίτσι επειδή λέει τα αυτονόητα.

Πολιορκούμαστε από παντού: από τη μια ανοιχτό μίσος και καθαρή βαρβαρότητα εξ ονόματος του "αυτό λέω γιατί αυτό σκέφτομαι". Καμμία αντίρρηση: η ελευθερία του λόγου είναι απόλυτη και απαραβίαστη. Το πρόβλημα είναι γιατί το σκεφτεσαι, όχι γιατί τολμάς να το πεις. Από την άλλη έχουμε τις στρατιές των "μη μιλάς γιατί σε ανέδειξε το λάιφ στάιλε / γιατί κατά βάθος είσαι χίψτερ". Είδαμε εδώ και 7 ολόκληρα χρόνια (νέα λαμπρά Επταετία επέφανεν ημίν) τον λόγο που άρθρωσαν οι πνευματικοί κι οινοπνευματικοί μας άνθρωποι, είδαμε και το τσαγανό της αριστερής Σκέψης που είτε εξαχνώθηκε από τη συριζαϊκή Οικειοποίηση είτε προσκολλήθηκε πάνω της.

Και δεν είναι μόνον η τρομακτική στάση μας απέναντι στο Προσφυγικό και στους πρόσφυγες, η δεσποτοκρατία της πολιτικής Ορθοδοξίας, το ανοιχτό ετεροκανονικό μίσος. Είναι ότι πισωπατάμε και νομίζουμε ότι παραμερίζουμε. Αλλά πισωπατάμε: ούτε προχωρούμε, ούτε παραμερίζουμε.

Σκεφτείτε επίσης όλες αυτές τις κουβέντες περί μυστικών που γίνονται γύρω μας. Έγραφα κι εγώ, έγραφαν κι άλλοι για τα μυστικά του καθενός και για τη διαχείρισή τους. Και τι καταλαβαίνουμε πλέον όταν λέει κάποιος "μυστικά"; Είτε τα βίτσια του, λες και αφορούν κανέναν άλλον από εκείνους που  καλουνται να τα μοιραστούν, είτε παράλληλες σχέσεις και μοιχείες. Αυτά και τέλος. Και σιγά τα μυστικά ρε μαλάκες, σιγά τις "μικρές στιγμές και μεγάλες ιστορίες που εκτυλίχθηκαν στον υλικό κόσμο και μετά μετουσιώθηκαν σε μυστικά, εμφιαλώθηκαν και προσεκτικά εναποτέθηκαν στο κελάρι κάποιας μνήμης. Και γίνονται ο πλούτος της." Αυτά είναι τα μυστικά; Για αυτά προασπιζόμαστε την ψευδωνυμία και τα προσωπικά μας δεδομένα; "Ναι ρε, για αυτά", θα πουν μερικοί. Και θα διορθώσω λοιπόν: "Μόνο γι' αυτά;;;".

Επικράτησαν οι κουτσομπόλες και η σκανδαλοθηρία· όλο το τρελό πανηγύρι του ένδον βίου, όλο το χαρμόσυνο τσίρκο της αποκοτιάς, κάθε ώρα και στιγμή που δεν ήμασταν όπως μας ετεροκαθορίζουν μεταφράζονται σε ψυχασθένεια, μεθύσι, βίτσιο, ερωτικά βοηθήματα και κέρατο. Όλα μεταφράζονται σε κάτι ρηχό, απλοϊκό ή ευτελές.

Η κοσμοθεωρία της κουτσομπόλας, του άγαμου γυμνασιάρχη και της στερημένης θειας-Ρώυτερ, έγινε πια ο τρόπος να ερμηνεύουμε ό,τι δεν είναι γάμος-σπίτι-διακοπές-σπουδές-οικογένεια-παιδικό πάρτυ-ταβερνάκι. Έντρομοι πασχίζουμε να κλινικοποιήσουμε τα πιτσιρίκια που διαφέρουν και θυμιατιζουμε το αναξιόπιστο και όλο καπρίτσια τοτέμ της Οικογένειας. Τα μπαρ είναι ύποπτα, η ανεμελιά είναι ύποπτη κι η αφοσίωση ανωμαλία, μας κυβερνούν οι πούστηδες και οι μειονότητες. Οι καλλιτέχνες είναι προβληματικοί και οι επιστήμονες Άσπεργκερ. Όλοι έχουνε μυστικά κι είναι ψυχανωμαλία, εξάρτηση, κέρατο. Αυτά και μόνο.

Μετά βάζουμε μέσα την καρέκλα, κλείνουμε την πόρτα και από το μισάνοιχτο πατζούρι μπανίζουμε ποιος θα γυρίσει σπίτι αργά, από πού θα ακουστούν φωνές εορταζόντων ή βογγητά λαγνουργούντων, αν κανα παιδί είναι ξύπνιο αργά κι αν κάποιος παίζει μουσική δυνατά. Όλος ο κόσμος άθλιο χωριουδάκι, όλος ο κόσμος σκυθρωπός και νηφάλιος: προσδοκούμε τον πόνο και το βάσανο να μας δικαιώσει στα μάτια των άλλων.

Όμως Αν είναι ανθρώπινος ο πόνος δεν είμαστε άνθρωποι μόνο για να πονούμε.

GatheRate

Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2017

Από την ενηλικίωση στο σεξ (μετ' επιστροφής)

Θα πω πώς νιώθω εγώ την ενηλικίωση, άλλωστε είναι μια κατάσταση στην οποία κατέληξα πριν περίπου 3-4 χρόνια. Ήταν καλό από μια άποψη που άργησα τόσο να ενηλικιωθώ γιατί μου έδωσε χρόνο να σπουδάσω, να διαβάσω, να δουλέψω. Τώρα πια, ως ενήλικος, το μόνο που θέλω είναι ενατένιση, απολαύσεις και να ακούω μουσική. Βεβαίως συνεχίζω και θα συνεχίσω να δουλεύω, εκεί μέχρι τα 70-φεύγα, ζωή να 'χουμε και καλά να 'μαστε.

Η ενηλικίωση συνεπάγεται ότι δεν βλέπεις πια την πολυπλοκότητα των ανθρώπινων σχέσεων ως τραγωδία. Θυμάστε με τι μας έβαζαν να κλαίμε όταν ήμασταν έφηβοι; Με κάτι διαπιστώσεις του τύπου "άλλον αγαπάς κι άλλος σε αγαπάει", με κάτι "άλλον θες, άλλος σε θέλει, άλλον αγαπάς κι άλλος σ' αγαπάει" κτλ. Θυμάστε πως αυτά και τα παρόμοια εκλαμβάνονταν ως λίγο-πολύ η ίδια η τραγικότητα της ανθρώπινης κατάστασης; Η ενηλικίωση μάς υπενθυμίζει επανειλημμένα κι επίμονα ότι δεν υπάρχει ένας άνθρωπος στη ζωή μας και ότι κάτι τέτοιο δεν χρειάζεται κιόλας. Οι ενήλικοι μαθαίνουμε, από την καλή και από την ανάποδη, ότι είναι και εφικτό αλλά και ευκταίο να μην υπάρχει ένας και μοναδικός άνθρωπος στη ζωή μας από τα 16 μέχρι τα 86· επίσης αναγνωρίζουμε ότι αν όντως υπάρχει ένας και μοναδικός άνθρωπος στη ζωή μας μπορεί να είναι από καταστροφή έως πανέμορφο. Η ενηλικίωση μάς προειδοποιεί ότι η αναζήτηση του ενός ή της μίας για σύναψη αποκλειστικής μονοθεϊστικής σχέσης είναι μια μάλλον χολλυγουντιανά χονδροειδής αποστολή, τόσο καταδικασμένη ή και ασυνάρτητη όσο να ψάχνεις το Άγιο Δισκοπότηρο. Η ενηλικίωση, ιδίως αν συνοδεύεται με συμβίωση, μας διδάσκει ότι δεν μπορεί να είναι τα πάντα ο άλλος, και μάνα κι αδερφή κι αγάπη μαζί· το μάθημα αυτό συνοδεύεται από τη συνειδητοποίηση πως αυτό δεν είναι ούτε αστοχία ούτε μιζέρια της ύπαρξης παρά ακριβώς η συνθήκη που εμπλουτίζει και μεταρσιώνει τον βίο μας.

Η ενηλικίωση μάς πλάθει σιγά σιγά πιο επιεικείς απέναντι στον εαυτό μας και απέναντι στους άλλους. Αυτό μερικοί το αντιλαμβάνονται ως συμβιβασμό αλλά μάλλον περί μεγαλοψυχίας  πρόκειται· η επιείκεια αυτή ίσως να αποτελεί αρχή σοφίας.

Η ενηλικίωση μεταμορφώνει και τη στάση μας απέναντι σε απολαύσεις και χαρές, ιδίως απέναντι στις πιο καίριες. Σταδιακά ερχόμαστε σε επίγνωση μιας πολύ απλής πραγματικότητας: το σεξ δεν είναι σύμβολο (έρωτα, αγάπης, αλήθειας, θέωσης ή δεν ξέρω τι άλλου ιδανικού)· το σεξ δεν είναι ούτε συμβόλαιο κι αν είναι διαρκεί τυπικά μέχρι τον οργασμό (κατά προτίμηση και των δύο, τριών κ.ο.κ. συμβαλλομένων). Το σεξ δεν μας δένει, οι συμβάσεις μάς δένουν, ενδεχομένως και τα μάγια: στην καλύτερη περίπτωση το σεξ από μόνο του μπορεί να γίνει αφορμή να επιστρέφουμε σε κάποιον. Ταυτόχρονα, με την ενηλικίωση μαθαίνουμε πως το σεξ δεν είναι διαδικασία, δεν είναι red bull: ανοίγεις το κουτί, βάζεις την οπή στο στόμα, πίνεις, το ρεύεσαι, πετάς το κουτί, σου δίνει φτερά, μετά από μια ωρίτσα πάει το ξέχασες -- δεν πάει έτσι. Κι αυτό το ξέρουν σίγουρα οι ενήλικοι.

Μετά την ενηλικίωση αφήνουμε κατά μέρος σύνθημα και άποψη για να πάμε παραπέρα. Δεν αρκείσαι πια στη διαφωνία, δεν σε εκτονώνει το κράξιμο κι η διαμαρτυρία, ούτε καν η συστηματική αναίρεση της πλάνης δεν σε ικανοποιεί. Επειδή πια περιτριγυρίζεσαι από ανθρώπους που διάλεξες εσύ, επειδή σιγά σιγά προπονείσαι για κηδείες πηγαίνοντας σε κηδείες, επειδή βλέπεις ότι ο κόσμος δεν αποτελείται από σκιές πλατωνικών στερεών μα από από τον χαοτικό χορό της πραγματικής πραγματικότητας, γι' αυτό αναγκάζεσαι να πας παραπέρα: στο ποιος επηρεάζεται από την όποια πλάνη.

Για παράδειγμα, και για να γίνω επικαιρικός, πόσους θα τσακίσει η ενοχή και ο ετεροκαθορισμός και η στερητική δυστυχία από τις δειλές κι ασυνάρτητες πολιτικές του Υπουργείου σχετικά με την εβδομάδα έμφυλων ταυτοτήτων ή από τους αφρούς μίσους, εις τόπον ονειρώξεως, του Πειραιώς Σεραφείμ; Πόσοι άνθρωποι αποστερούνται τα παιδιά τους και τα ταίρια τους τώρα, πόσοι θα πεινάσουν και θα πεθάνουνε στο μέλλον για να εφαρμοστεί η πολιτική φιλοσοφία του Bannon μέσω του ανερμάτιστου 45ου προέδρου των ΗΠΑ; Η πολιτική φιλοσοφία του Fortress Europe, η σταλινική παραφθορά του μαρξισμού και οι κίβδηλες εκδοχές του κλασσικού φιλελευθερισμού, η εγκληματική διαχείριση του Προσφυγικού δεν αποτελούν μόνο ζητήματα γνώμης και στίβους επιχειρηματολογίας. Για τον ενήλικο, ο οποίος ξέρει ότι κάθε ιδέα επηρεάζει ζωές και ότι κάθε πολιτική επηρεάζει κοινότητες και ομάδες, όλα αυτά έχουνε πολύ μα πάρα πολύ πραγματικές διαστάσεις, όλα αυτά μεταφράζονται σε ανθρώπινη δυστυχία κι ανθρώπινες απώλειες.

Ας πούμε ότι ως άπλαστοι νέοι είμαστε κεφάλι και μουνί, κεφάλι και καυλί: παθιασμένα ζώα του πιο ατόφιου και συνήθως αδιαπραγμάτευτου δυισμού. Όσο προχωράει η ενηλικίωση, τόσο συνδέονται τα πάνω με τα κάτω με νήματα πυκνά, διακλαδιζόμενα και πολύπλοκα, όσο ενηλικιωνόμαστε τόσο γινόμαστε ένα ζωντανό δίχτυ που ξέρει περισσότερα και νιώθει βαθύτερα από ιδέες και καύλα.

GatheRate

Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2017

Φίμωση


1.

Η ιστορία ξεκινάει στο εξωτικό Δεμερλί. Είναι νύχτα, κάνει κρύο και περιμένω ένα τραίνο μαζί με κάποιον μεγάλο. Το τραίνο είναι η Διεθνής, έρχεται από το εξωτερικό. Όμως αυτό δεν είναι δυνατόν. Το τραίνο που περιμένω δεν θα έρθει από Ειδομένη-Θεσσαλονίκη, αλλά από την Αθήνα. Άρα, και η Διεθνής να είναι, αυτή που πάει Μόναχο, δεν ερχόταν από το εξωτερικό. Πήγαινε στο εξωτερικό. Εγώ πάντως δεν γίνεται να τα ξέρω όλα αυτά τότε: είμαι πέντε χρονών και περιμένω τη μάνα μου. Έχω να της ανακοινώσω κάτι. Ο σταθμός φωτίζεται σε διαδοχικούς κώνους φωτός, έξω από αυτούς σκοτάδι.

Η Διεθνής έρχεται και σταματάει μπροστά μας. Τη σέρνει μια κόκκινη πετρελαιομηχανή που μουγκρίζει. Σκέφτομαι ότι αυτό το τραίνο πάει στην Γερμανία, πάει εκεί όπου είναι ο θείος μου. Η μηχανή φωτίζεται τώρα μέσα στη νύχτα από κάτι προβολείς του σταθμού. Βλέπω τη μητέρα μου. Φοράει ένα παλτό με γούνινο γιακά, περισσότερη γούνα από αυτό δεν θα φορέσει ποτέ στη ζωή της, ο πατέρας μου δεν θα της αγοράσει γούνα ποτέ και αργότερα όλοι θα κατανοήσουμε ότι είναι αμαρτία και φονικό η γούνα. Είναι όμορφη η μαμά. Τότε ήταν στην ηλικία που είμαι τώρα εγώ. Καταλαβαίνετε, παίζουμε λίγο τώρα με τα φροϋδικά μας. Άλλωστε προσφέρεται το θέμα.

Με αγκαλιάζει και με φιλάει. Με κοιτάζει χαμογελώντας. «Μαμά, τσούζει το πουλάκι μου όταν κατουράω», της λέω.

2.

Τα παντζούρια στο ιατρείο του κυρίου Οικονομόπουλου, Βασιλής Σοφίας 111 ή 110 ή 101, είναι ερμητικά κλειστά. Το αέναο βουητό της λεωφόρου μαζί με αιχμές φωτός από τις χαραμάδες μόλις που φτάνουνε μέσα στο ιατρείο. Έξω είναι μέρα μα το ιατρείο είναι σκοτεινό. Ένα πορτατίφ φωτίζει το γραφείο και ένα λαμπατέρ ένα ντιβάνι. Δίπλα στο ντιβάνι, μια διπλή συρόμενη πόρτα κλεισμένη. Έχει κρύο εκεί μέσα, όταν κατεβάζω το παντελόνι και ξαπλώνω, κρυώνω. Ο κύριος Οικονομόπουλος είναι φαλακρός και φοράει γυαλιά, μιλάει αργά και χαμηλόφωνα, πολύ ήρεμα. «Φίμωση», λέει. Μετά φέρνει ένα βιβλίο στον πατέρα μου και του δείχνει ένα διάγραμμα σε ένα βιβλίο. Δεν θα γίνει περιτομή, ούτε ο πατέρας μου θέλει να μου κάνουνε περιτομή. Θα γίνει η τομή του τάδε. Ξανανεβάζω τα παντελόνια μου. Η επέμβαση θα γίνει την επόμενη φορά. Ο κύριος Οικονομόπουλος ανοίγει τις συρόμενες πόρτες. Το δωμάτιο είναι εντελώς σκοτεινό. Μάλλον πρέπει να είναι σκοτεινό, επειδή είναι γεμάτο βιτρίνες που έχουν αρχαία μέσα τους. Πηγαίνω κοντά σε μια βιτρίνα και, όταν συνηθίζουν τα μάτια μου στο σκοτάδι, βλέπω μικρά αγαλματάκια και μικρά κανατάκια. Ναι, αρχαία τα λένε αυτά. Στη μέση του δωματίου, πάνω στο παρκέ, ένα ορθογώνιο πέτρινο κουτί, ακριβώς σαν τη γούρνα της τουλούμπας στο χωριό. Είναι κούφιο και σκοτεινό μέσα, σκεπασμένο με γυαλί. Δεν θυμάμαι αν την είδα τη μούμια παιδιού μέσα στη σαρκοφάγο. Δεν μου άρεσε η σαρκοφάγος, η λέξη. Σαρκοφάγα είναι τα ζώα όπως το λιοντάρι κι ο λύκος. Δεν μου άρεσε ένα πέτρινο κουτί που τρώει σάρκες. Με έβγαλαν από το δωμάτιο της συλλογής και μια γυναίκα σαν νοσοκόμα έκλεισε τη διπλή συρόμενη πόρτα.

Σας είπα: παίζουμε με τα φροϋδικά μας. Το θέμα προσφέρεται.

 3.

Ξανά στο ιατρείο του κυρίου Οικονομόπουλου. Πάλι σκοτεινά. Ξαναξαπλώνω στο ντιβάνι, κατεβάζω το παντελόνι, είναι καφέ κοτλέ. Τα κοτλέ μου τα φόραγαν τότε γιατί, λέει, μου πήγαιναν. Εγώ έσερνα το νύχι μου, όποιο ήτανε λιγότερο φαγωμένο, κατά μήκος των αυλακιών του κοτλέ ή χοροπηδώντας τα. Από πάνω μου είναι ο πατέρας μου, η γυναίκα που είναι σαν νοσοκόμα και ο κύριος Οικονομόπουλος. Αυτός κρατάει ένα σπρέι και μου ψεκάζει το πουλί. Το πουλί μου παγώνει αμέσως. Μετά τον βλέπω να κρατάει κάτι που μετά θα καταλάβω ότι είναι σαν μαχαίρι. Μου λένε να κοιτάξω αλλού, ο πατέρας μου και η γυναίκα με κρατάν ακίνητο. Δε θυμάμαι να πονάω. Αλλά μετά έχω γάζες γύρω από το πουλί μου για μέρες. Κι όταν φύγουν οι γάζες, το πουλί μου είναι περίεργο στην όψη: στην κορυφή του μοιάζει σαν να έχει γίνει τριαντάφυλλο.

Τότε μου είπαν ότι έπρεπε να αρχίσω ασκήσεις.

4.

Οι ασκήσεις ήταν απλές: τραβάγαμε πίσω το πετσάκι (βιβλιστί: ακροβυστία) για να γίνει ελαστικό και να ανοίγει αβίαστα. Στην αρχή μού έδειξε η μάνα μου πώς να το κάνω. Ο πατέρας μου απέφευγε κάθε συμμετοχή – μάλλον έκτοτε φοβότανε μη με κάνουν πούστη κατά λάθος. Κάθε μέρα, έπρεπε να τραβάω προς τα πίσω το πετσάκι 40 ή 50 φορές, δεν θυμάμαι. Ακόμα και μετά την επέμβαση, σταδιακά στένευε κάπως και είχα μια αίσθηση σαν να περνάει από μια κάπως στενή τρύπα το κεφάλι, η βάλανος. Αν παρουσιαζόταν ζόρι, έπρεπε να μαλακώσω πρώτα το πουλί μου μέσα σε κρύο χαμομήλι, ακόμα θυμάμαι τη μυρωδιά. Άλλες φορές στάζαμε λίγο ελαιόλαδο, για λιπαντικό, θυμάμαι ακόμα και αυτή τη μυρωδιά. Το άλλο θέμα ήταν ότι με το μπρος πίσω της ακροβυστίας κατέληξε σε κάποια φάση να μου σηκώνεται το πουλάκι. Τότε δεν καταλάβαινα ότι όταν είναι σε στύση μεγαλώνει κιόλας, νόμιζα πως απλώς ορθώνεται και μόνο. Και έπρεπε να κάνω καθημερινά τις ασκήσεις. Και όταν γινόντουσαν όλο και πιο δύσκολες, γιατί το πετσάκι επουλωνόταν και ξανάσφιγγε το κεφάλι, τότε έπρεπε να επαναληφθεί η τομή του τάδε, που είχε το όνομα του γιατρού που την επινόησε, ώστε τα αγόρια των χριστιανών να μη μοιάζουνε με εβραιόπουλα ή με μουσουλμανόπαιδες. Νομίζω ότι ξαναέκανα την επέμβαση άλλες δύο φορές. Δεν θυμάμαι καλά.

Ήταν πολύ αγχωτική διαδικασία.

GatheRate

Τρίτη, 17 Ιανουαρίου 2017

Μετατροπίες


Ξαναξεκίνησα να γράφω αυτό:
Χρειάζεται οξυδέρκεια, διορατικότητα και λίγη τύχη ώστε να μπορεί να διακρίνει κανείς τι αποτελεί κατάκτηση μιας εποχής και μιας κοινωνίας και τι περιλαμβάνεται στις μόδες της και τι στις διαστροφές της. Με άλλα λόγια, δύσκολα καταλαβαίνει κανείς τι είναι διαστροφή, τι τυφλό σημείο και τι πρωτοπορία και κατάκτηση.

Αυτές τις σκέψεις τις κάνω εξαιτίας του υπολογιστή των Αντικυθήρων, των ηθών του ρωμαϊκού κόσμου και του μπαλζακικού Peau de chagrin, που κουτσοδιαβάζω αυτή την εποχή: η γνώση χάνεται εύκολα χωρίς να αφήσει ίχνη, οι εμμονές και οι πείσμονες βεβαιότητες μιας κοινωνίας με ευκολία αναγορεύονται καθολικές και πανανθρώπινες αξίες, ένας ολόκληρος κόσμος μπορεί να αμαυρωθεί λόγω κακόπιστων κριτικών και κριτών.
Μετά από λίγο αισθάνθηκα αδέξια, ιδίως μετά από ένα ουίσκι και από ακόμα μια ανάγνωση αυτού. Σε αυτή τη διαρκή ταλάντωση μεταξύ δουλειάς (που εδώ δεν αφήνει ίχνη), πολιτικού καημού και ενδότερου βίου αισθάνθηκα το μαντικό pendule -- μια από τις πρώτες λέξεις που έμαθα στα Γαλλικά -- να προσηλώνεται επίμονα στον ελκυστή του ενδότερου βίου.

Αναλογιζόμουν πόσο ωραίο είναι να έχεις οικογένεια που φτιάχνεις εσύ. Όχι απαραίτητα από τις οικογένειες που συστήνονται και εγκαθιδρύονται με γάμους, σύμφωνα ή και τη συμβίωση. Σκεφτόμουν τις οικογένειες που φτιάχνει η ακατάλυτη αγάπη, ο δεσμός μας με ανθρώπους που δεν πρόκειται να αποχωρήσουν από μέσα μας, που η σκέψη μας τους χαϊδεύει διαρκώς και επανειλημμένα. Ανθρώπους που μας έφερε κοντά τους ο έρωτας ή δυνατή φιλία ή, περισσότερες φορές από όσες παραδεχόμαστε, ειλικρινής και σφοδρή εκτίμηση, ή και όλα τα παραπάνω, ή δύο από τα παραπάνω: συνταγές στο ποιος θα γίνει η δική σου μυστική οικογένεια, ο άνθρωπος ο δικός σου, δεν υπάρχουνε.

Σκεφτόμουν επίσης κάτι σαν κι αυτό, πως "ο έρωτας μού έμαθε να είμαι ο εαυτός μου και μου έμαθε ότι έρχεται σ’ εμένα επειδή είμαι ο εαυτός μου και όχι κάποιος άλλος" και ότι "με απελευθέρωσε από ό,τι βάρος δεν ήτανε δικό μου και το έστησε απέναντί μου για να το αντικρύσω με ψυχραιμία κι επιείκεια".

Και όλα αυτά παρότι γνωρίζω καλά ότι "επειδή το σεξ είναι ισχυρό και ασχολούμαστε μαζί του, μπορεί να φορτωθεί (και φορτώνεται) με χίλια μύρια κουκουβίδια, οπότε η ιδιότητά του να μας κάνει να αισθανόμαστε άνθρωποι μπορεί κάλλιστα να επισκιαστεί, ή και να πάει κανονικά για περίπατο: εξουσία, λεφτά, αρρώστια, ηλικία, ανασφάλειες, θρησκεία, άγχος για το ίδιο το σεξ, να μη σ' αρέσει το σεξ ή το να δείχνεις ότι σ' αρέσει το σεξ".

Αλλά δεν μπορώ να το αρνηθώ: "Ό,τι νιώθω και ό,τι είμαι μου το έχει διδάξει ο έρωτας" κι έφτασα πια να είμαι αυτός που ήθελα να είμαι χάρη στον έρωτα και σε όσα του επέτρεψα να μου χαρίσει. Δεν είναι μικρή χαρά.

Νιώθω πια ότι η πιο ατόφια ηδονή δεν βρίσκεται στην επιδίωξη και ούτε βεβαίως εκπορεύεται από την κτήση ή την ανάγκη. Η ηδονή και ο γλυκασμός, και κυρίως η χαρά που έρχεται και σκεπάζει την απόγευσή τους, είναι η φευγαλέα στιγμή που διαστέλλεται και μοιάζει να κρατάει για πάντα. Απατηλή και φευγαλέα, αφού όλους απώλειες κι αρρώστειες και θάνατος μάς περιμένει, αλλά χορταστική και αθάνατη. Κι αυτό το ήξερα πάντοτε και το προσδόκησα και το έζησα και το ζω. Και νυν και ξανά.

GatheRate

Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2017

Πενθέκτη


Η Πενθέκτη Σύνοδος, ή η εν Τρούλλω, είναι μια σύνοδος της Ανατολικής Εκκλησίας που εξέδωσε 102 κανόνες. Οι κανόνες αυτοί βασικά ποινικοποιούν το θέατρο, την πορνογραφία, τους μίμους, την ευθυμία και διάφορες άλλες χαρές της ζωής. Επίσης καταπιάνονται με φλέγοντα ζητήματα, π.χ. αν επιτρέπεται οι χριστιανοί να τρώνε γάλα και αυγά τη Σαρακοστή. Η ποινή για τη μη συμμόρφωση είναι σχεδόν παντού ο αφορισμός.

Η Σύνοδος αυτή έγινε το 692, δεν αναγνωρίζεται ως Οικουμενική (γιατί δεν την αναγνωρίζει η Ρώμη) αλλά οι πονηροί Ανατολικοί, εμείς, ισχυριζόμαστε ότι αποτελεί παράρτημα της Πέμπτης και της Έκτης Συνόδου. Άρα μας δεσμεύει.

Η ύπαρξη και ο χαρακτήρας της Πενθέκτης Συνόδου καταδεικνύουν ότι ο μισανθρωπικός, άχαρος, χρηστομαθής και δικανικά ρυθμιστικός των πάντων χαρακτήρας της χριστιανικής πίστης δεν είναι προϊόν ούτε του Καλβινισμού, ούτε του Ακινάτη. Είναι χαρακτήρας σύμφυτος με μια πίστη βαθιά κι ανεπανόρθωτα καχύποπτη απέναντι σε κάθε χαρά της ζωής, σε ό,τι ιμερικό και σε ό,τι γελαστό και ταξιδιάρικο.

Κι όλα αυτά τα σκεφτόμουν απόψε γιατί στο διπλανό τραπέζι καθότανε μια γνωστή μου με την καινούργια γκόμενά της και δυο φίλες της. Ανέδιδαν χαρά και λίγη μέθη ερωτική, γέλαγαν και μοιάζανε μαγεμένες -- ιδίως τα δυο κορίτσια τα διακριτικώς ερωτόληπτα. Και σκεφτόμουν ότι δεν υπάρχει απολύτως κανένας λόγος να ξαναπέσουμε στον κόσμο όπου ως ερωτοπραξία και συζυγία υπάρχει μόνον ο σεμνός γάμος αντρός και γυναικός με όλη την υπόλοιπη ανθρώπινη εμπειρία, το φιλέτο της, να κρύβεται στους ίσκιους όπου καταφεύγουμε για να κατουρήσουμε, για να κλέψουμε κανα πορτοφόλι -- ή χειρότερα.

GatheRate

Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2017

Η φαντασίωση της απαρασάλευτης ευταξίας


Απεχθάνομαι την άλογη βία και τα άσκοπα μπάχαλα. Στην εξέγερση του Δεκέμβρη του '08 αισθάνθηκα να εκτονώνεται οργή κι απελπισία όπως πάρα πολλοί άλλοι· νομίζω ότι δικαιωθήκαμε. Αλλά με ντου σε κρεοπωλεία και σε τρόλεϋ ή με σαχλές ασκήσεις νετσαγιεφικής κατεδάφισης του καθεστώτος δεν μπορώ καν να ασχοληθώ.

Σε προσωπικότερη κλίμακα, δεν είμαι από εκείνους που αισθητικοποιούν τον πόνο ή που του προσδίδουν ιαματικές ιδιότητες. Δεν ηρωοποίησα ποτέ την πρέζα και σε αυτό απλώς ακολουθώ όσους βγήκανε μέσα από την πρέζα. Δεν πιστεύω ότι μαθαίνει μόνον όποιος παθαίνει: μαθαίνεις και μέσα από τη χαρά, κυρίως μέσα από αυτή.

Συνεπώς δεν είμαι της γνώμης ότι "η νεολαία χρειάζεται να αλητέψει και να μπαχαλέψει λιγουλάκι" επειδή π.χ. "είναι στη φύση της". Βεβαίως το πρόβλημα της λεγόμενης νεολαίας είναι επί δεκαετίες ακριβώς το αντίθετο: της έχει απομυζήσει κάθε ικμάδα ο κομφορμισμός, η μεσιανική προσδοκία του γάμου, η προσκύνηση του δανείου και η εργασιακή χίμαιρα εν μέσω άνυδρης ανεργίας· ταυτόχρονα παραμένει δεσμώτρια των γονέων ή ανδράποδο ατυχών συμβιώσεων, μέσα στους οποίους μαραίνεται η χαρά κι η ελευθερία της. Άλλωστε, εν Ελλάδι μόλις κάνεις παιδί εκεί στα 30-κάτι τελειώνει η ζωή σου και αρχίζει η Μεγάλη Τεσσαρακοστή του βίου που καταλήγει στον τάφο και τέλος: νεαρά μποέμ ζευγάρια με παιδάκια βλέπουμε μόνο στις ξένες ταινίες.

Ωστόσο, αυτό που ζούμε τις τελευταίες δυο δεκαετίες πάει πέρα από την στανική προσκόλλησή μας στην κανονικότητα, ή έστω και σε μια χιμαιρική ιδέα της κανονικότητας. Εδώ και δύο δεκαετίες καμωνόμαστε ότι η ευταξία και το business as usual όχι μόνο πρέπει να προστατευθούν πάση θυσία αλλά και ότι δεν υπάρχει τρόπος να θιγούν, εκτός είτε άμα γίνει καμιά παλαβή επανάσταση, είτε άμα μας την πέσει η Τουρκία ή τίποτε στίφη αιμοδιψών αναρχικών. Μοιάζουμε να μην έχουμε καμμία εικόνα ούτε της ευπάθειας του συστήματος (του καπιταλισμού) ούτε της αστάθειας του κόσμου μας: θυμηθείτε όμως την Ιρλανδία, τη Βοσνία, τη Σερβία, τη Συρία, την Τουρκία ή τα μακελειά σε διάφορες ακόμα κανονικότερες χώρες κατά την πρωινή ώρα αιχμής (Ατότσα) ή κατά τη βραδυνή έξοδο (Μπατακλάν).

Προσδοκούμε λοιπόν ότι όλα τα κακά θα συμβούν κάπου αλλού σε κάποιους άλλους, παρότι η κοινωνία μας -- ή έστω: τα μεσαία στρώματα -- αποσυντίθεται μετά από 6 χρόνια λιτότητας που στην έμπνευση και στην εκτέλεσή της λίγο διαφέρει από τους τεχνητούς λιμούς του Στάλιν. Δεν κάνει κρύο στην Ελλάδα, κρύο δεν έκανε ποτέ: παραμένουμε προσηλωμένοι πιστά και φανατικά στην ύπαρξή μας κατά τις δύο εβδομάδες της παραθαλάσσιας παραθέρισής μας· αυτές οι δύο εβδομάδες είναι η αναφορά και η βάση μας για έναν τάχα ακύμαντο και απαρασάλευτο βίο τις υπόλοιπες πενήντα εβδομάδες.

Προσκυνούμε την ευταξία και τη φανταζόμαστε αΐδιο κι αιώνια. Αυτή είναι η επιταγή μας και αυτή είναι η λαϊκή εντολή μας και με αυτήν πορευόμαστε και με αυτήν ψηφίζουμε και δεν εξεγειρόμαστε.

Για να παραλλάξω μια πασίγνωστη εικόνα: καθώς πέφτουμε κρατάμε στο χέρι μια κανάτα με νερό. Το μέλημά μας δεν είναι ούτε να ανακόψουμε την πτώση μας, ούτε καν να πέσουμε στα μαλακά παρά να μη στάξει ούτε σταγόνα νερό ενόσω διαρκεί η πτώση.

Η εικόνα από το Kippur του Άμος Γκιτάι: ξυπνάς εραστής μέσα στα χρώματα, προγευματίζεις στρατιώτης.

GatheRate

Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2017

Προνόμιο

Γενικά οι άνθρωποι μού φέρονται καλά.

Η αλήθεια είναι ότι σπάνια μπλέκω σε καβγάδες. Έχω μάθει με τα χρόνια να μη μιλάω αν πρόκειται να προσβάλω κάποιον, εφόσον αυτός δεν ζητάει ανοιχτά τη γνώμη μου. Θυμώνω σπάνια μα πάρα πολύ δυνατά, όμως για λίγο και ποτέ αμετάκλητα: όταν φύγει ο θυμός είτε επανέρχομαι είτε ήδη έχω ξεγράψει όποιον με εξόργισε. Είμαι ψύχραιμος άνθρωπος και κάποιος που δεν προσέχει αρκετά θα μπορούσε και να με περάσει για σοβαρό άτομο.

Τα παραπάνω όμως δεν εξηγούν πώς γίνεται άνθρωποι που φέρονται σκαια κι απαίσια σε σχεδόν όλους τους άλλους να είναι τουλάχιστον τυπικοί μαζί μου. Τα παραπάνω προτερήματα, ας τα πούμε έτσι για να κυλάει η κουβέντα, δεν θα εγγυώνταν σώνει και καλά τον σεβασμό και τους καλούς τρόπους των άλλων απέναντί μου.

Το συμπέρασμα είναι σχεδόν προφανές: δεν με αφήνουνε στην ησυχία μου λόγω ήπιου χαρακτήρα και καλής διαγωγής, παρά γιατί είμαι οχυρωμένος πολλαπλώς πίσω από προνόμια:

Είμαι λευκός, άντρας και στρέιτ. Και πίσω από αυτές τις τάφρους και τα αναχώματα βρίσκεται το τείχος της δουλειάς μου, η οποία εξυπακούει κύρος (καλώς ή κακώς).

Έχω προνόμια, αυτά με προστατεύουν από την εύκολη αγένεια, από τις διακρίσεις και από κάθε λογής καφρίλα. Τύποι που φέρονται σε γυναίκες συναδέρφους πατερναλιστικά και τις διακόπτουν εμένα με περιμένουνε με σέβας να τελειώσω ο,τι μαλακία λογοπαίγνιο και αστείο μού κατέβει στις 11 το πρωί. Άνθρωποι που βγάζουνε γλώσσα σε μη συναδέρφους, αν και εξίσου λευκούς, ή και λευκότερους, άντρες στρέιτ, σιωπούν με έστω συγκατάβαση εμπρός σε ό,τι κάνω ή λέω. Η γνώμη μου είναι σοβαρή και όχι παροξυσμοί καταπιεσμένης ή υπερβολικά χειραφετημένης πούστρας. Για την κωλοφαρδία να μην είμαι μαύρος ή και Ινδός ή Άραβας δεν χρειάζεται να πω τίποτα.

Το μόνο προνόμιο που δεν διαθέτω είναι λεφτά. Και πράγματι, μόνο τα λεφτά έχουνε τολμήσει να μου βγάλουνε γλώσσα ή να καμωθούν ότι έχουν υποψία δικαιώματος πάνω μου. Αντίθετα με τόσους άλλους, που τους κουνάνε το δάχτυλο και τους φέρονται χάλια η ετεροκανονικότητα, η πατριαρχία, οι κάθε λογής ελίτ.

Οπότε ναι: πριν συγχαρούμε τον εαυτό μας για την ακεραιότητα, τον χαρακτήρα μας και την ορθόφρονα πολιτεία μας, we need to check our privileges.

GatheRate

Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2017

Horror vacui


Μία Βελγίδα γλωσσολόγος, άνεργη, φιλάσθενη, λεσβία και ιδιοφυής, προσπάθησε να πείσει τους συναδέρφους της στη διδακτορική διατριβή της ότι στην καρδιά κάθε λέξης υπάρχει ένα κενό. Ένα τίποτα.

Με τρόπο τεχνικό που καταλαβαίνουν οι πολύ θεωρητικοί γλωσσολόγοι, αυτό το τίποτα εξαναγκάζει, λέει, τον γραμματικό μηχανισμό να σπάσει τη συμμετρία και να χτίσει δομή: λέξεις, φράσεις και προτάσεις.

Δυσνόητα πράγματα, τεχνικά, κρυμμένα κάτω από την απλή και άδολη προφάνεια του κόσμου όπως τον αντιλαμβανόμαστε. Μου λένε πως η γλωσσολόγος δεν κατάφερε να τους πείσει τους συναδέρφους της. Άλλωστε, απεχθανόμαστε το κενό: το είπε κι ο ευφυέστερος άνθρωπος που έχει ζήσει ποτέ.

Απεχθανόμαστε το κενό και την ενατένισή του. Θέλουμε να βλέπουμε στερέωμα χάλκινο εκεί όπου δεν υπάρχει τίποτα. Θέλουμε αιώνια επανάληψη εκεί όπου υπάρχει το άπαξ της ευτυχίας και αιώνια ραστώνη εκεί όπου βρίσκεται το μεταθανάτιο κενό.

Όμως το κενό είναι φίλος μας.

Το κάθε λογής μαγκάφιν, άθυρμα κενό νοήματος, μάς δίνει το ωραίο ταξίδι· το κενό κιβώτιο του Άρη Αλεξάνδρου που περιπλανιέται στην Ελλάδα νοηματοδοτεί και την περιπλάνησή του και την ίδια την Ελλάδα -- κάπως όπως σουλατσάριζε η Κιβωτός της Διαθήκης σαράντα χρόνια στην έρημο.

Το κενό μνημείο συγκεφαλαιώνει την ελπίδα των χριστιανών: ο Πανάγιος Τάφος είναι άδειος, ξενοδοχείο για μια διανυκτέρευση με late checkout.

Η απόσταση και η απουσία του έρωτα τoν λαξεύουν αναστεναγμό τον αναστεναγμό, αυνανισμό τον αυνανισμό, ανάμνηση την ανάμνηση, προσδοκία την προσδοκία. Το κενό, η απουσία, ο οιονεί χωρισμός ή ο μακροχρόνιος αποχωρισμός τον πλάθουν ασυμπτωτικά τέλειο.

Ανοίγεις λοιπόν την πόρτα και το δωμάτιο είναι άδειο: κενό κιβώτιο, κενό μνημείο, καινός έρωτας αν και παλαιός. Θα το κατοικήσεις εσύ από την αρχή, ξανά, γιατί το θες. Μέχρι το επόμενο κενό.

GatheRate

Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2017

Η ψωλή μου


Θέλω να έχω την ψωλή μου μόνο για να γαμάω
και για να μου της κάνουν όλα αυτά τα ωραία που κάνουν
στις ψωλές.

Δεν θέλω μ' αυτήν
ούτε να μιλάω
ούτε να επιβάλλομαι
ούτε να προπορεύομαι
ούτε να κοκορεύομαι
ούτε να κρίνω
ούτε να δείχνομαι
ούτε να ντύνομαι
ούτε να τρώω και να πίνομαι.

Δεν θέλω γι' αυτήν

ούτε να μιλάω
ούτε να κυβερνάω
ούτε να καμαρώνω (όχι πολύ).

Τα σύμβολα ας παίζουν με τα σύμβολα
οι εξουσίες με την αντίσταση
κι εμείς μεταξύ μας.
Κάπως έτσι.

GatheRate

Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2017

Μετρημένες προσδοκίες


Κάποιοι ξεκινήσαμε τη ζωή μας με πολύ σοβαρές αλλά τελικά μετρημένες προσδοκίες. Μπορεί να είναι υπόθεση γενιάς, μπορεί να είναι ζήτημα ταξικό, μπορεί να είναι θέμα καταγωγής.

Οι προσδοκίες ήταν απλές, λοιπόν: φιληδονία, βιβλία, μουσικές, ταινίες, δίσκοι, ταξίδια.

Ούτε οι γάμοι μάς απασχολούσαν: αγάπη θέλαμε· ούτε πελώριες καριέρες και λεφτάρες γουστάραμε: μας αρκούσε να κάνουμε μια δουλειά υποφερτή· ούτε τα στεγαστικά δάνεια μάς φτιάχνανε: ένα μικρό διαμερισματάκι δικό μας με κρεβάτι, βιβλιοθήκες κι ηχοσυστηματάκι θέλαμε, να έχει και μπαλκόνι στην κουζίνα ίσως.

Ακούγονται ευτελείς ενδεχομένως αλλά αυτές ήταν οι προσδοκίες μας. Δεν μιλάμε για όνειρα, άλλο τα όνειρα. Και στο κάτω κάτω, ο τυφλοσούρτης που ίσχυε και ισχύει για τα όνειρά μας ήταν και παραμένει το εξόχως αμφίσημο fuck your dreams, this is heaven.

GatheRate

Τρίτη, 3 Ιανουαρίου 2017

Προπαγάνδα, τσόντα, ή και τα δύο;

Πριν σβήσω την τηλεόραση χτες είδα που διαφημιζόταν σε μία από τις ΕΡΤ μια τηλεοπτική μεταφορά των Αδερφών Καραμάζοφ, η οποία έδειχνε εξαιρετικά προσεγμένη και πολύ κοντά στις εικόνες που έφτιαχνα εγώ όταν διάβαζα το βιβλίο 26 χρόνια πριν.

Προσπάθησα τότε να θυμηθώ γιατί ακριβώς χαιρόμασταν τόσο πολύ και για τόσα χρόνια με τα ιδιωτικά κανάλια. Χώρια ότι είχαμε 4-5 εθνικής εμβέλειας όταν το Ηνωμένο Βασίλειο είχε μόνο το ITV. Ως θεατής, το τονίζω, κατάφερα να ανακαλέσω μόνον δύο λόγους: την προπαγάνδα και τη διασκέδαση.

Οι τρεις ΕΡΤ επί ΠΑΣΟΚ ήταν ακάματη μηχανή προπαγάνδας εφάμιλλες της ρουμάνικης τηλεόρασης επί Τσαουσέσκου και του Fox News σήμερα, επιλεκτικά και προσεκτικά δοσμένες στην αποσιώπηση και στη μονομερή πληροφόρηση. Δεν μαθευόταν τίποτα και δεν ανακοινωνόταν τίποτα που δεν συνέφερε την κυβέρνηση.

Οι ειδήσεις ήτανε κάπως έτσι: το ΠΑΣΟΚ έφερνε την αλλαγή, οι συνεταιρισμοί συνεταιρίζονταν, ενώ παντού γινόντουσαν "πολιτιστικές εκδηλώσεις". Αυτός ο τελευταίος ήταν όρος που επινοήθηκε για να περιγράψει κάτι που δεν ήταν ούτε "απολίτικο" πανηγύρι με τίποτε γύφτους και τέτοια αλλά ούτε κνίτικο ή ρηγέικο φεστιβάλ, παρά ήταν κάτι μοναδικά πασοκικό για να γλεντάει και να επιμορφώνεται η ασαφής αφαίρεση που λεγότανε "λαός".

Πέραν των ειδήσεων, είχαμε γεμίσει με εκπομπές της Ένωσης Γυναικών Ελλάδας (υπό την  προεδρία της τότε πρωθυπουργικής συζύγου, αν θυμάμαι καλά), με ειδυλλιακά ντοκυμαντέρ από το λεγόμενο Παραπέτασμα, με εκπομπές για τον αφοπλισμό και τη δράση των συνεταιρισμών, με σήριαλ που παρουσίαζαν πασοκικές (τριτοδρομικές δηλαδή και με περιεκτικότητα σε ΚΚΕ κάτω από 1%) αφηγήσεις κοινωνικών αγώνων: Μαρία Πάρνη, Λαυρεωτικά, Ρόκκος Χοϊδάς, πολύ αταξικό Κιλελέρ, ιστορίες για το ΕΑΜ σαν να ήτανε πρόδρομος του ΠΑΚ.

Απεναντίας τα ιδιωτικά κανάλια αρχικά έφεραν στην επιφάνεια και μίλησαν στον κόσμο για γεγονότα και πραγματικότητες που κατά ΠΑΣΟΚ δεν υπήρχαν: υπενθυμίζω λ.χ. ότι το βάρβαρο ντου των ΜΑΤ στο Χημείο το 1989 καλύφθηκε από το "κανάλι" του Καρατζαφέρη, που δεν ήτανε κανάλι αλλά βιντεοκασέτες με ρεπορτάζ οι οποίες πουλιούνταν στα περίπτερα και στα ψιλικατζίδικα. Βεβαίως, πολύ γρήγορα τα ιδιωτικά κανάλια το γύρισαν από τις ειδήσεις στην "ενημέρωση" του τίποτα, με κοσμικογραφήματα κι επιδερμικά ρεπορτάζ και με εκτενή κάλυψη της μεγάλης θρησκείας του λαϊφστάιλ. Το 2010 τα ιδιωτικά θα αναλάβουν εντέλει τον προπαγανδιστικό ρόλο της παλιάς ΕΡΤ, αλλά με διαφορετικούς πελάτες αυτή τη φορά: τις μνημονιακές δυνάμεις.

Επίσης, τα ιδιωτικά κανάλια έφεραν μαζί τους τη διασκέδαση και την κατάφαση της ποπ κουλτούρας στο σύνολό της: ντόπιας (που ζούσε στις παρυφές του θεάματος μέσα στις θλιβερές βιντεοκασέτες) αλλά και της αμερικανοπαγκοσμιοποιημένης. Την ίδια εποχή που οι τρεις ΕΡΤ πάσχιζαν να μορφώσουν ένα έθνος σινεφίλ αργά το βράδυ με Γιάντσο, Μπέλα Ταρ, Φασμπίντερ (θυμηθείτε το σχόλιο του Τζιμάκου), Κοντσαλόφσκι και πρώιμο Βέντερς ή Φόρμαν, τα ιδιωτικά κανάλια έδειχναν τις ίδιες ώρες αμερικάνικες σαχλαμπούχλες για να χαλαρώσει ο μέσος εργαζόμενος -- με τον ΑΝΤ1 να έχει πάρει σβάρνα τα και με δεδομένα 2016 υπερtrash τερατουργήματα του Νίκου Μαστοράκη π.χ. Για τα σήριαλ του Mega και του ANT1, μνημεία προχειρότητας που ανέστησαν την ιδεολογική λειτουργία της χρηστομάθειας των Φίνου και σία, τι να λέμε: οι επαναλήψεις τα κρατάνε ζωντανά.

Ωστόσο την πραγματική επανάσταση στην τηλεοπτική διασκέδαση δεν έφεραν τα MEGA, ANT1 και STAR, με τις χαζοταινίες, τα χαζοσήριαλ ή με τα υβρίδια επιθεώρησης και ιταλικών σώου με γυναικεία μπούτια που πρόσφεραν. Την επανάσταση έφερε αφενός η ίδια η ΕΡΤ όταν ανέλαβε να αναμεταδίδει δωρεάν δορυφορικά κανάλια, φέρνοντας επί ελληνικής γης τη βασιλεία του MTV. Αφετέρου, διάφορα μικρά καναλάκια (ITA8 στην Αθήνα, TRT στη Θεσσαλία, κάποιο που δεν θυμάμαι στη Σαλονίκη) έδειχναν πολύ αργά τσόντες. Πολύ πριν το γρήγορο ίντερνετ και τις καλωδιακές, ήταν η πρώτη φορά που μπορούσες να δεις πορνό (χάλια ποιότητας, αλλά πορνό) χωρίς να πας να ρίξεις τα μούτρα σου στο βίντεο κλαμπ. Θυμάμαι ότι ο ΑΝΤ1 προσπάθησε να εκμεταλλευτεί την μόδα, που ανακόπηκε βίαια όταν ο Μητσοτάκης επιτέλους έγινε πρωθυπουργός και το ΙΤΑ8 έδειξε τσόντα με τρανς, προβάλλοντας κάτι γαλλικές σοφτ αθλιότητες τύπου Les jupons de la Révolution, τίγκα στο μπλα μπλα και στον ιστορικισμό.

Πριν το Ίντερνετ, ο κόσμος λαχταρούσε οτιδήποτε ποπ, από τον ΛεΠά μέχρι τη Σαμάνθα Φοξ και από τους Γουάμ μέχρι το ντουέτο Άντζελα-Χαριτοδιπλωμένος. Η ΕΡΤ επέμενε σταθερά σε Φαραντούρη και Γιάννη Μαρκόπουλο, σε Δόμνα Σαμίου και σε κάτι επιβιώματα της χουντοδεξιάς μηχανής διασκέδασης. Τα ιδιωτικά κανάλια τού έδωσαν του λαού ποπ, λάιφ στάιλ και λίγη τσόντα.

Βεβαίως θα ήταν σφάλμα να πάρει το ΠΑΣΟΚ όλα τα εύσημα για το πώς ήταν η ΕΡΤ τη δεκαετία του '80. Το 1989 ένας από τους προωτοπόρους της μη κρατικής τηλεόρασης ήταν ο δήμαρχος Πειραιά Ανδρέας Ανδριανόπουλος, ο οποίος παραδέχτηκε σε συνέντευξή του τότε πως όταν ήταν υπουργός Τύπου (ή κάτι τέτοιο) του Κωνσταντίνου Καραμανλή στα 1970-φεύγα είχε στήσει το κρατικό κανάλι (το άλλο ήταν η ΥΕΝΕΔ των Ενόπλων Δυνάμεων) ως έναν οργανισμό επιμορφωτικό και εκπαιδευτικό, άρα χωρίς ποπ και διασκέδαση, που δεν θα οξύνει τα πολιτικά πάθη: ναι, οι ανοησίες ότι υπάρχει μη-πολιτικός δημόσιος διάλογος χρονολογείται από τότε και από πολύ πριν από τότε.

GatheRate

Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2017

Koolasuchus

Ο κουλασούχος, που ο Κένεθ Μπράνα προέφερε "κουλασούκας", δεν ήτανε δεινόσαυρος, πανάρχαιο αμφίβιο ήταν, κι όποιος μπορεί καταλαβαίνει τη διαφορά· ο κουλασούκας ήτανε κάτι σαν τους σημερινούς φρύνους και βατράχους αλλά στη μεγάλη τους στιγμή, που τραγούδαγε η Μπέσυ Αργυράκη, η οποία αναδύθηκε για πρώτη φορά μετά από χρόνια απόψε, πρώτη νύχτα του 2017, μέσα από το ασυνείδητό μου, αφού η τηλεόραση την έδειχνε να χαϊδεύει καρυοθραύστες στο Άττικα, που τους λένε καρδιοθραύστες μερικοί -- αλλά πρόκειται οπωσδήποτε για παρεξήγηση και σίγουρα ο ρωσόφωνος Τσαϊκόφσκι δεν είχε κάτι τέτοιο κατά νου.

Ο κουλασούκας, όπως βλέπετε και στο βίντεο, ήτανε λίγο κεφάλας και δεν ήταν ούτε όμορφος ούτε θεληματικός. Αλλά, ενώ στα ελληνικά το ακριβές "κουλασούχος" ακούγεται γελοίο σχεδόν αφού ριμάρει με το "αδειούχος", το κατά Χρήστο Βακαλόπουλο "πτυχιούχος" και το "Καρδούχος", το μιξοβάρβαρο κουλασούκας, που έχει και Κούλα και Τάκη Σούκα μέσα του, ακούγεται μπουνταλάδικο και άγαρμπο, όπως ακριβώς βλέπετε στο βίντεο. Σε λίγο το "κουλασούκας" έγινε καραμέλα, σαν αυτές τις λέξεις που σου κολλάνε στα δόντια και όλο τις λες καθώς η γλώσσα σου τις επαναλαμβάνει παλεύοντας να τις ξεκολλήσει από εκεί, π.χ. οι λέξεις Αζερμπαϊτζάν, Αρλάντα και Gala Placidia.

Σιγά σιγά το "κουλασούκας" έγινε το παρωνύμι μου, σχεδόν συνώνυμο του νωθρού και ράθυμου εαυτού μου κάθε πρωί μέχρι τις 10:30 ή όταν μου λείπει η χαρά της ζωής ή οποτεδήποτε με σέρνει από τη μύτη το καθήκον και μόνο. Με έλεγε κουλασούκα και γέλαγε, ιδίως όταν έπεφτα με τα μούτρα στα διαμελισμένα κοτόπουλα του KFC, άλλωστε μην ξεχνάτε ότι τα κοτόπουλα είναι δεινόσαυροι κι ότι ο κουλασούκας τα έτρωγε τα δεινοσαυράκια για ουζομεζέ. Με έλεγε κουλασούκα καθώς απλωνόμουν στο κρεβάτι με επεκτατικές διαθέσεις: άλλωστε το κρεβάτι είναι το υγρό μου στοιχείο, και το προϊστορικό αμφίβιο ήτανε στο στοιχείο του μέσα στο υγρό στοιχείο.

Δεν ξέρουμε πότε ήτανε χαρούμενος ο κουλασούχος. Πάντως του άρεσαν τα ψυχρά τα κλίματα, το λέει και στο βίντεο,  οπότε κι εκεί υπήρχε μια αφορμή να με πει κανείς κουλασούκα. Εκεί όμως σταματούν οι ομοιότητες: ακόμα και στα θερμά κλίματα, κανένας κορκόδειλας δεν μου παραβγαίνει, στο τέλος ξεκουμπίζονται ή καταλήγουνε τσάντες και ζωνάρια στην Τσακάλωφ.

Η αποθέωση της λέξης κουλασούκας ήρθε πριν τα Χριστούγεννα του 1999, όταν εκεί στις αρχές Νοεμβρίου άρχισαν να παίζουν χριστουγεννιάτικα τραγούδια στα πολυκαταστήματα. Κάποια στιγμή άκουσε μαζί μου το Christmas time του αηδιαστικού Κλιφ Ρίτσαρντ, του οποίου η ύπαρξη με αναγκάζει να μην κρίνω κανένα σκυλί ελληνικό και καμμιά ανθυποπόπ ασημαντότητα της πατρίδος μας, όταν η κραταιά Μέκκα του ροκ και της ποπ αγοράζει μαζικά τους δίσκους αυτού του κατεψυγμένου λαπά. Εκεί λοιπόν που η κρυφή νύφη του Φρανγκεϊστάιν λέει Christmaaaas time, η φανερή δική μου πήγε και κόλλησε μετρικώς το κούουουουλασουκας, δίνοντάς μας ένα νέο ρεφραίν:

Κούλασούκας
Mistletoe and wine.

The rest is history, ή μάλλον μια άλλη ιστορία, που λέει κι Ντοστογιέφσκης, ο οποίος ήταν επίσης Ρώσος.

GatheRate

Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2016

Πέρα από τη μνήμη


Πρέπει να το πάρω απόφαση πως κάποια πράγματα θα λέγονται ξανά και ξανά: ενδεχομένως αυτό να είναι το σωστό. Πρέπει μάλλον να κρατάμε με την πρωτοτυπία μια σχέση σαν αυτή που ιδανικά θα έχουμε με το αλκοόλ: να βασιζόμαστε σε αυτήν να μας χαλαρώσει και να μας κινητοποιήσει αλλά να μην εξαρτώμαστε από αυτήν. Άλλωστε οι ιδέες, πρωτότυπες ή μη, τελικά αποτελούν κι αυτές υλικό: δεν είναι αυτές καθεαυτές σπουδαίες, παρά σπουδαίο μπορεί να γίνει τι φτιάχνεις με αυτές, πώς τις δένεις μαζί και πώς τις στήνεις.

Φαντάζομαι μια κατάσταση όπου μνήμη συγκεκριμένων γεγονότων, εγκυκλοπαιδικών πληροφοριών και κάθε λογής βιωμένων λεπτομερειών δεν υπάρχει καθόλου ή σχεδόν καθόλου. Φαντάζομαι λοιπόν μια κατάσταση όπου είμαστε όλοι καθαρά οι εαυτοί μας και όπου οι γνώσεις μας και η προσωπική ιστορία μας έχουνε καταβυθιστεί μεγαλοπρεπώς μέσα στο ασυνείδητο, ή μάλλον όπου η προσωπική ιστορία και οι γνώσεις μας καταβυθίζονται μέσα σε αυτό με τον ρυθμό που δημιουργείται και που αποκτιούνται.

Φαντάζομαι λοιπόν πως για τα περισσότερα που πρέπει να θυμηθείς αναγκάζεσαι να ανατρέξεις σε αρχεία, ημερολόγια, φωτογραφίες, βίντεο, κείμενα ή το ταμείο της φλυαρίας και της μνήμης που λέγεται διαδίκτυο. Με δυο λόγια, φαντάζομαι μια όλο σφρίγος άνοια, μια αμνησία που θα μας κρατάει προσηλωμένους στο παρόν και δεν θα μας επιτρέπει να αναπολήσουμε ή να νοσταλγήσουμε τίποτα εκτός από αισθήσεις, διαθέσεις και συναισθήματα: φαντάζομαι μια κατάσταση όπου όλα τα συμβάντα, το πότε και πώς και το πού, υπάρχουν μόνον σαν φευγαλέα φώτα στην άβυσσο του ασυνείδητου.

Αν και σε καθεστώς αμνησίας, όποιος βρίσκεται σε αυτή την κατάσταση παραμένει απολύτως ο εαυτός του. Οι έρωτες είναι εντυπωμένοι μέσα του και χαραγμένοι πάνω του -- συνήθως υπό τη μορφή ρυτίδων, ή ξαναερωτεύεται ξανά και ξανά και ξανά τους ίδιους ανθρώπους, τις ίδιες φυσιογνωμίες, τις ίδιες ιδιοτροπίες, πλάτες, χαρακτήρες, γάμπες, ιδιοσυγκρασίες, φρύδια, παλάμες, γέλια, ιδρώτες... Οι διαθέσεις, οι ευαισθησίες και ο χαρακτήρας, ό,τι βρίσκεται στη σύγκλιση του έμφυτου και της προσωπικής μας ιστορίας (έστω και με τις λεπτομέρειες λησμονημένες), θα χτυπάνε και θα ξυπνάνε ξανά και ξανά με τις ίδιες αφορμές. Ο τρόπος να σκέφτεται και να πλησιάζει τα ζητήματα του βίου και τα αιτήματα εκτός του βίου θα παραμένει ως έχει: όσοι είναι της πρακτικής οδού θα είναι πάντα πρακτικοί, οι παρορμητικοί παρορμητικοί και οι τολμητές τολμητές.

Στα όνειρα θα αναδίδονται στιγμιαία λεπτομέρειες και περιστατικά, που όμως θα είναι ίδια κι απαράλλαχτα με έντονες επιθυμίες, ο πληθυσμός κάποιας πόλης στο Κεντάκυ, που όμως κάλλιστα θα μπορούσε να είναι είτε μια λάθος εκτίμηση είτε ο πληθυσμός κάποιας πόλης που απλώς φαντάστηκες ένα βράδυ του Ιουνίου.

Σημασία δεν έχει η μνήμη, σημασία έχει ο εαυτός μας, η ψυχή μας: η φτιαξιά μας και το πώς μας έχει πλάσει η προσωπική μας ιστορία. Σημασία έχει η δημιουργικότητα και τι την ενεργοποιεί. Κάθε φορά που θα υπάρχει η κατάλληλη αφορμή, θυμόμαστε δεν θυμόμαστε, θα γράψουμε μουσική καυλάντες ή ποιήματα, θα ζωγραφίσουμε, θα τσαπίσουμε τον μπαξέ και θα περιποιηθούμε τις γλάστρες, θα μαγειρέψoυμε ή θα χορέψουμε, θα κουτσομπολέψουμε, θα παίξουμε κιθάρα ή το σωστό τραγούδι, θα βρούμε τον τρόπο, θα παίξουμε το τέλειο μπασκετάκι. Κάθε φορά κι αλλιώτικα, κι ας γυρίζουμε στα ίδια.

GatheRate

Παρασκευή, 9 Δεκεμβρίου 2016

Το Κλικ κι ο Διάολος


Κανα δυο χρόνια αφού τελείωσα το ken, ήθελα να γράψω ακόμα ένα μυθιστόρημα, αλλά σύντομο, σχεδόν νουβέλα. Η υπόθεση θα ήταν ως εξής:

Ο Διάολος κατεβαίνει στην Ελλάδα και χτυπάει την πόρτα ενός ημιάνεργου μοντέλου. Ο μοντέλος ενσαρκώνει όλο το δυνάμει της Ελλάδας του λάιφ στάιλ, μείον τα λεφτά: φυτοζωεί σε μια γκαρσονιέρα, αγκαλιά με το πορτφόλιό του, τον ζουν με χαρτζηλίκια διάφορες ώριμες κυρίες κι ώριμοι κύριοι· αυτός όμως πάνοτε ονειρεύεται να ζήσει το όνειρο της ισχυρής Ελλάδας: κόκα, απενοχοποίηση α λα Μαλβίνα, αποστασιοποιημένη αλλά συνεπής εντρύφηση στον κόσμο της πίστας, fashion, κουραδομαγκιά, φράγκα, γκόμενες, παλάτια -- άντε και καλά κρεβάτια.

Ο Διάολος χτυπάει την πόρτα του μοντέλου την ημέρα που κλείνει τα σημαδιακά και προφητικά τριάντα, άρα ενώ ήδη έχει αρχίσει να πηγαίνει για απόσυρση ως μοντέλο. Ο Διάολος του χτυπάει πρωί εφτά η ώρα το κουδούνι, μπαίνει σπίτι του σαν κύριος και του συστήνεται με ένα εντελώς τετριμμένο ονοματεπώνυμο (το έψαχνα), την ώρα που ο ήρωάς μας μισοξυπνάει κακήν κακώς μέσα στο χανγκόβερ και την μπίχλα μετά από τα μύρια όσα. Ανάβει τσιγάρο και του εξηγεί ότι ψάχνει να προσλάβει έναν Αντίχριστο και ότι οι κυνηγοί ταλέντων του κατέληξαν σε αυτόν.

Του εξηγεί τον ρόλο και το job το description του Αντιχρίστου, υπενθυμίζοντάς του την κινηματογραφική τριλογία που δεν έχει δει και παραθέτοντάς του αποσπάσματα από την Αποκάλυψη την οποία αγνοεί. Του λέει ότι μέθοδοι τύπου "Μωρό της Ροζμαρί" ή εικονογραφίες θηρίων με κέρατα δέκα και κεφαλές επτά ανήκουν σε άλλες εποχές, μεσαιωνικές, ιπποτικές κι ηρωικές. Του ζητάει αφενός να μη μεγαλοπιάνεται, γιατί ο ίδιος δεν είναι ο Εωσφόρος παρά κάποιος δαίμονας του τομέα Ανθρώπινου Δυναμικού, αφετέρου να μην έχει προσδοκίες παγκόσμιας κυβέρνησης, απόλυτης εξουσίας κτλ, γιατί αποστολή του είναι να γίνει όχι το ανάποδο του Χριστού και μεσσίας σατανικός παρά ένας θεϊκός Τομ Φορντ, μια αρσενική Κέιτ Μος.

Ο μοντέλος τον περνάει για κάποιον που το έσκασε από ψυχιατρείο και, όπως είναι οι συμβάσεις της μυθοπλασίας, αντί να τον πετάξει έξω, του πιάνει την κουβέντα. Από τον Διάολο μαθαίνει ότι οι δαίμονες δεν έχουνε να κάνουνε με το Απόλυτο Κακό ή με τις Δυνάμεις της Φύσης, παρά είναι κάτι τύποι σαν χαντακωμένοι μικροεπενδυτές που θέλουνε να κάνουνε το μπαμ στο κοσμικο χρηματιστήριο ή στις κοσμικές στήλες του σύμπαντος: τους απασχολεί να φανούν και να δειχτούν και όχι να σφετεριστούν την εξουσία του Ονόματος (έτσι αποκαλούνε τον Θεό), το Οποίο είναι απόμακρο, μπλαζέ και μπαϊλντισμένο ούτως ή άλλως.

Ακολουθούσαν σχεδιάσματα κωμικής βλασφημίας. Υπάρχει ένας διάλογος στον οποίο ο μοντέλος αναρωτιέται πώς οι δαίμονες ανέχονται να τους λατρεύουν οι σατανιστές με σφαγές και ανθρωποθυσίες, αφού κατά βάθος είναι εταιρικά στελέχη που θέλουνε νε πληρωθούν σε μετοχές και μικροεπενδυτές που θέλουν να τζογάρουν. Ο Διάολος ανάβει τσιγάρο, σιάζει την κουστουμιά και απαντάει ότι εδώ το ανέχεται ο Πρίγκηπας της Ειρήνης και Υιός του Ανθρώπου κι ότι ομελέτα χωρίς να σπάσεις αβγά δεν φτιάχνεται.

Η υπόθεση συνεχίζεται με ένα όραμα λίγο σαν αυτό του Χριστού στην έρημο και σαν αυτό του Φάουστ: ο Διάολος αναρπάζει τον μοντέλο, τον παίρνει και τον σηκώνει, και του δείχνει το Ντουμπάι, μεγάλες πίστες και την ανθρωπογεωγραφία τους, boardrooms. Του λέει ότι διάλεξε Έλληνα γιατί κανείς λαός δεν έχει τόσο μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του -- εκτός από τους Εβραίους που ήδη τους καβάτζωσε το Όνομα. Στην προσπάθειά του να τον πείσει να πει το Ναι, τον δελεάζει με το οτι θα τον κάνει αόρατο και θα τον κάνει αναπόδραστα ορατό: ότι θα του δώσει και ασυλία και την προσοχή των καναλιών και της μηχανής του λάιφ στάιλ. Τον εξορκίζει να το κάνει και να πει το ναι για την Ελλάδα και για το μεγαλείο της, για να ξαναγίνει η Ελλάδα το κέντρο του κόσμου όπως επί Ωνάση, "Ποτέ την Κυριακή" και συρτακίου.

Εγκατέλειψα τον σχεδιασμό του μυθιστορήματος όταν το Κλικ έγινε Nitro (νομίζω, μπορεί και να αναχρονίζω) και όταν διάβασα τον "Μαιτρ και τη Μαργαρίτα" του Μπουλγκάκοφ· εκεί έμαθα ότι το να φέρεις τον Διάολο στον σύγχρονο κόσμο έχει ξαναγίνει κι έχει ξαναγίνει καλύτερα κι ότι το αποτέλεσμα είναι ανιαρό: πρέπει να είμαι ο μόνος που την πάλεψε να διαβάσει το δεύτερο μέρος του "αριστουργήματος" του Ρώσου. Η χαριστική βολή στο εγχείρημα δόθηκε όταν είδα για τρίτη φορά τον "Δικηγόρο του διαβόλου", οπότε και αντιλήφθηκα ότι ο Διάολός μου έμοιαζε υπερβολικά με τον Αλ Πατσίνο.

GatheRate

Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2016

Αστακός

Όταν ήμουν στο Λύκειο με ρώτησε η μητέρα μου γιατί δεν θέλω να γίνω γιατρός αφού δεν σιχαίνομαι εύκολα και αφού ούτε με τρομάζουν τα τραύματα ούτε αποστρέφομαι το αίμα. "Δεν αντέχω να υποφέρει ο άλλος, ιδίως αν δεν μπορώ να κάνω τίποτα." Δεν ξαναμίλησε ποτέ για το θέμα.

Δυστυχώς ίσως, κάθε τι που ζω και παρατηρώ γύρω μου χρωματίζεται πάραυτα από μια πολύ έντονη και ενδεχομένως ιδιαίτερη διάθεση μέσα μου, διάθεση που τονίζει και βγάζει μπροστά το στοιχείο του πόνου, της αγωνίας και της στέρησης. Με ακολουθούνε πάντοτε από κοντά ή από μακριά ο οίκτος κι η συμπόνοια.

Μαθαίνουμε γρήγορα να αντιμετωπίζουμε τα βάσανα των άλλων σαν ιστορίες που με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο θα τελειώσουν. Θα τελειώσουν λοιπόν είτε με το ότι όλα θα πάνε στο τέλος μια χαρά, οπότε βάζουμε τελεία και παύλα εκεί όπου θέλουμε εμείς ή εκεί όπου μας επιτρέπει η περιοδολόγηση της ζωής του άλλου, είτε συνήθως με το αμετάκλητο "πέθανε κι ησύχασε". Κάνουμε τον πόνο των άλλων ιστορία ή παραμύθι γιατί θα συντριβούμε αν δεν αποστασιοποιηθούμε. Όμως ο πόνος, η αγωνία και η δυστυχία των άλλων θα γίνει για τους ίδιους ιστορία -- ή και παραμύθι -- μόνον αφού τελειώσουν όλα, ενώ όσο διαρκούν είναι ακριβώς και κυρίως αυτά: πόνος, αγωνία, δυστυχία.

Δυστυχώς για μένα, δεν μπορώ να αποστασιοποιηθώ από τη φρίκη του παιδιού που βλέπει να ξυλοκοπούν τη μάνα του, από το διαρκές μινύρισμα της στέρησης των απολύτως απαραίτητων, από την ανήκεστη βαρβαρότητα του βιασμού, από τον κακοφορμισμένο ακρωτηριασμό τού να πεθάνει το παιδί σου -- όλα αυτά παίζουνε στο σινεμά μέσα στο κεφάλι μου ξανά και ξανά και κάθε φορά προσέχω μια νέα λεπτομέρεια ή ταυτίζομαι με μια όψη του πόνου καινούργια. Με παραλύει η ύπαρξη και η πραγματικότητα των σφαγών, με νεκρώνει η φρίκη της σκέψης ότι αθώοι πεθαίνουν και πεθαίνουν βίαια και άκαιρα και φρικτά, με βαραίνει η ατελείωτη σκλαβιά μιας ζωής με πάρα πολλή δουλειά και με ελάχιστη χαρά. Δυσκολεύομαι να βάλω στην άκρη την ψυχική χωλότητα καταπιεσμένων και κακοποιημένων παιδιών, την αγωνία και την πίκρα του γονιού για το άρρωστο παιδί του, την ερημιά της μοναξιάς και την εξαθλίωση της χρόνιας ερωτικής στέρησης, τον φόβο της αρρώστειας και την απαράθραυστη αγωνία προαναγγελθέντων θανάτων. Δεν με κάνουν να μελαγχολώ και να λυπάμαι όλα αυτά, και περισσότερα, παρά με βαραίνουν και με πονάνε.

Όλα αυτά βρίσκονται εντός μου αισθητά και αιχμηρά· ευτυχώς υπάρχουν οι νευρώσεις μου για να με προστατεύουν από τη διαρκή υπενθύμισή τους ή, καλύτερα, από την αδιάλειπτη παρουσία τους μέσα στο σινεμά που στεγάζει το κρανίο μου.

Κι όλα συμπυκνωμένα επέστρεψαν και φανερώθηκαν αστραπιαία καθώς Κυριακή απόγευμα έβλεπα έναν αστακό μοναχό του με τις δαγκάνες δεμένες, ως είθισται, να περιμένει ακίνητος σε ένα ενυδρείο πότε θα φαγωθεί.

GatheRate

Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2016

Τρεις άθλιοι καφέδες της ζωής μου


Έκλεισε η καντίνα στη δουλειά λόγω ανακαίνισης. Την καφετιέρα στο γραφείο μου τη χάρισα πριν 3-4 χρόνια σε κάτι παιδιά που χρειάζονται καφέ περισσότερο κι από εμένα, άλλωστε συνήθως σταματάω και παίρνω καφέ από τον δρόμο πηγαίνοντας το πρωί στη δουλειά. Τις προάλλες όμως χρειαζόμουν καφέ κατά τις 11 και, κάτι που συνήθως δεν μου συμβαίνει. Σκέφτηκα ότι η κοντινή καφετέρια, περί τα 6+6 λεπτά περπάτημα αλέ ρετούρ, χρεώνει για καπουτσίνο μια βλακόσουπα με γάλα που φτιάχνει μηχάνημα. Σταμάτησα λοιπόν να πάρω καφέ από το φορτηγάκι που έχει σταθμεύσει δίπλα στην κλειστή καντίνα.

Βεβαιώθηκα ότι δεν θα έπινα ζεστό αχτύπητο νες, που είναι το εθνικό τους αφέψημα εδώ, και έδωσα το 1,60. Έβαλα το χάρτινο ποτήρι κάτω από το στόμιο, πάτησα το κουμπί και το τουρκοζούμι έσταξε. Black coffee, έγραφε δίπλα από το κουμπί.

Ο καφές ήτανε προσβολή, βεβαίως. Όμως αν και ήτανε τραχύς στο στόμα μου, μου ανέβασε μια γλύκα μικρή στην καρδιά. Σε μια στιγμή μαντλέν ανακάλεσα τον καφέ μηχανής στη Ρεν το '95 και τους αμερικάνικους καφέδες του '13.

Όταν αναζητούσα καφέ τον υγρό Σεπτέμβρη του '95 στο Ινστιτούτο Πολιτικών Σπουδών, μας έστελναν στον αυτόματο πωλητή του εντευκτηρίου. Γενικά τρελαίνομαι για αυτόματους πωλητές, ιδίως σε σιδηροδρομικούς σταθμούς, για να μην πω για εκείνους που πουλάνε θανατηφόρο τηγανητό τζανκ στην Ολλανδία: βάζεις ευρώ, ανοίγεις γυάλινο πορτέλι, τρως λιπαρά. Στη Ρεν λοιπόν έβαζες δίφραγκο (γαλλικό, πριν το ευρώ αυτά, παιδιά μου) έπεφτε πλαστικό (πριν την αειφόρο μας, ναι) ποτηράκι και ακολουθούσε μέσα του μέλαν ζέον νερόπλυμα. Που μύριζε πρωινό ξύπνημα μέσα σε μικροσκοπικό σταγονίδια υγρασίας που αιωρούνταν στην ατμόσφαιρα μέσα στο χωρίς σκιές πανταχόθεν φως του Βορρά. Που είχε γεύση καβουρντισμένου βακελίτη και εσάνς ξύλου βερνικωμένου που σιγοκαίει στο τζάκι (όπως χρόνια μετά συνειδητοποιήσαμε).

Καμμιά φορά βρίσκαμε και τα 50 centimes εύκαιρα (ρέστα δεν δίνονταν) και έτσι εμπλουτιζόταν το ρόφημα με σοκολάτα (μόκα, και καλά) ή γάλα σκόνη (γάλα ρεζιλέ, γαλλιστί régilait). Είτε σκέτος, είτε με γάλα, είτε μόκα-και-καλά, ο καφές είχε πάντως χαρακτήρα. Καλός δεν ήταν αλλά ήταν χαρακτήρας. Και, δεν κάνω πλάκα, δίπλα στον αυτόματο πωλητή του καφέ υπήρχε άλλος αυτόματος πωλητής-ψυγείο, με βιτρίνα, που πούλαγε ορανζινά, κοκακολά και -- ναι -- μαντλέν σε συσκευασίες των δύο, ιδανικό βούτημα για τον καφέ της διπλανής μηχανής.

Το 2013 πήγα για είκοσι μέρες περίπου στην Αμερική. Δεν ήμουνα και πολύ στα καλά μου εκείνες τις μέρες και αυτό είχε να κάνει και με το γεγονός ότι η δουλειά δεν περπάταγε όπως θα ήθελα πέρα από κάποιες προοπτικές που ανοίχτηκαν και μετά έκλεισαν· εντωμεταξύ έπηζα τόσο πολύ εκεί, που διάβασα μέχρι και τον οκτάτομο Βούδα του Τεζούκα (που δεν μου πολυάρεσε). Ο συνάδερφος που με υποδέχτηκε την πρωτη μέρα με πήγε για φαγητό, εγώ ήμουνα μέσα στη γλυκειά μαστούρα του τζέτλαγκ, μου έδωσε ένα τσαντάκι με κάψουλες Keurig, το αμερικάνικο αντίστοιχο των νεσπρέσσο και των (ανώτερων) Dolce Gusto: "σε ξέρω", μου λέει, "θα τις χρειαστείς". Εγώ ήδη ήξερα ότι έχει στο δωμάτιό μου μηχάνημα και ότι ο καφές στην Αμερική είναι σχεδόν παντού σαν αλογίσιο κάτουρο φιλτραρισμένο μέσα από βαμβακερές κάλτσες πλανόδιου ιεροκήρυκα, ποικιλία robusta γαρ. Δέχτηκα το δώρο με απροσποίητη ευγνωμοσύνη.

Όμως χρειαζόμουν καφέ και εκτός δωματίου κατά τη διάρκεια της μέρας, χρειαζόμουν καφέ και μετά το πρωινό. Δεν πίνω καφέ μόνο για την καφεϊνη, ακόμα και όταν ήμουνα παιδί και σιχαινόμουν τη γεύση του, αγαπούσα το άρωμα του καφέ. Επίσης απαξιώ να δώσω 4 δολάρια και βάλε για κάτι αναίτια περίτεχνο σαν τα κατασκευάσματα των Στάρμπαξ και τα παρόμοια, εκτός αν είναι παγωμένα εκεί γύρω στις 6-7 μμ θερινή και η μόνη εναλλακτική λύση είναι η μπύρα. Για μένα ο καφές πρέπει να είναι κάτι ταπεινό κι αυτονόητο, λαϊκό αλλά υψηλής ποιότητας -- όπως στη Γερμανία και την Ιταλία. Αν θέλω γκουρμεδιές, ασχολούμαι κάλλιστα με τσάγια, όπου η γκουρμεδιά έχει νόημα. Δοκίμαζα λοιπόν διάφορους καφέδες, όλοι ανεξαιρέτως ήταν αλογίσιο κάτουρο φιλτραρισμένο μέσα από βαμβακερές κάλτσες πλανόδιου ιεροκήρυκα, διέφερε μόνον αν το άλογο ήτανε ντοπέ ή και σε οίστρο και ο βαθμός μέριμνας για το σώμα που επιδείκνυε ο ιεροκήρυκας. Τελικά βρήκα έναν καφέ λίγο κυριλέ που λεγότανε Green Mount ή κάτι τέτοιο χωριάτικο, έπαιρνα πάντα την ποικιλία που λεγόταν "ευρωπαϊκό χαρμάνι". Πινόταν.

Και μόλις την προηγούμενη βδομάδα συνειδητοποίησα ότι ο καφές του γαλλικού δίφραγκου και των τριών και πενήντα δολλαρίων δεν διέφερε και τόσο από το ζουμί που προμηθεύεσαι από αυτόματο μηχανάκι μέσα σε ένα φορτηγάκι. Και με αυτό το στιγμιότυπο μαντλέν αποκτάς τρία αυθαίρετα σημεία αναφοράς στη ζωή σου και μεταξύ τους διαγράφεις την αλλαγή και την πρόοδο.

GatheRate

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2016

" ... and even thou art a little queer"

Πολλές φορές, ως μέρος του αγώνα τους για δικαιώματα, χειραφέτηση και αυτό που λέμε "ορατότητα", δηλαδή αξιοπρέπεια πιο παλιομοδίτικα, πολλοί γκέι καταφεύγουν σε μια σειρά επιχειρημάτων που πάνε ως εξής: όλοι οι στρέιτ άντρες είναι κατά βάθος γκέι ή δοκιμάζουνε σποραδικά τον αντρικό έρωτα ή κατά βάθος θέλουνε να τον δοκιμάσουν αλλά ζορίζονται ή κιοτεύουν. Αυτά συνήθως λέγονται όχι ως μέρος κάποιας στρατηγικής παρά μάλλον αυθόρμητα (και πολλές φορές μετά λόγου γνώσεως): ο γκέι άντρας θα τονίσει σε μια συζήτηση πόσοι κατ' όνομα στρέιτ άντρες ζουνε διπλές ζωές, ή παίρνονται περιστασιακά (προσθέτοντας καλαμπουράκια για το πώς η αντρίλα και το ματσιλίκι τους συνυπάρχουν με πολύ συγκεκριμένες προτιμήσεις και ροπές). Άλλοι, και πάλι συνήθως βασισμένοι στην εμπειρία τους, θα προσπαθήσουνε να καταδείξουν ότι οι περισσότεροι άντρες είναι αμφισεξουαλικοί, όρος που πάντως αντιπαθούν κάποιοι ακραιφνείς queer ακτιβιστές, ή ότι οι περισσότεροι άντρες είναι bicurious και heteroflexible ή δεν ξέρω τι όρο θα χρησιμοποιήσουν προερχόμενο από την πορνογραφία, που τόσο απροκάλυπτα κι απενοχοποιημένα -- μέχρι και σε επίπεδο θεωρητικής συγκρότησης -- στέργει το γκέι κίνημα.

Φρονώ ότι ελάχιστοι άντρες δεν έχουν επιθυμήσει, έστω και μια φορά, κάποιον άντρα, ότι ελάχιστοι άντρες δεν έχουν έστω μισοκαυλώσει στην όψη άλλου αντρικού σώματος. Όταν λοιπόν δω τέτοια σχόλια να αντιμετωπίζονται με αγανάκτηση συνήθως συμπεραίνω είτε ότι έπεσα στην περίπτωση είτε ότι τέτοιες επιθυμίες μάλλον καταπιέζονται απηνώς. Σε γενικές γραμμές, δεν ξετρελαίνομαι για στεγανά και, όπως είπα αλλού, "νομίζω ότι από τον καιρό του Κίνσεϋ το θέμα είναι λυμένο: είμαστε όλοι αμφισεξουαλικοί και όλοι πολυγαμικοί, σε διαφορετικό βαθμό βεβαίως ο καθένας. Επειδή ο καθένας μας είναι μοναδικός (όπως και να το δείτε το θέμα), συνέπεια της παραπάνω γενίκευσης είναι ότι υπάρχουν τόσοι σεξουαλικοί προσανατολισμοί όσοι και άνθρωποι. Το ίδιο ισχύει βεβαίως και για τις σεξουαλικές συμπεριφορές, που άλλωστε είναι και ζήτημα πολύ πιο σύνθετο: υπάρχουνε τόσες όσες και άνθρωποι. Ή και περισσότερες".

Ωστόσο το επιχείρημα "όλα τα αγοράκια κατά βάθος είμαστε λίγο αδερφές, άρα αποδεχτείτε εμάς τα εντελώς γκέι αγόρια" πάσχει βαριά· μιλάω για τα αγόρια επειδή με τα κορίτσια που θέλουνε (και) κορίτσια τα πράγματα είναι κάπως διαφορετικά, βασικά λόγω πατριαρχίας: οι αδερφές είναι εξωμότες, οι λεσβίες είναι κάτι βλαμμένες που είτε δεν βλέπονται είτε δεν τους κόβει να βρουν άντρα είτε δεν έχουνε κανονιστεί δεόντως ακόμα.

Γιατί όμως "πάσχει" το επιχείρημα;

Πρώτον, κανένας αγώνας δεν κερδήθηκε με το να πείσεις τον προνομιούχο (τον στρέιτ άντρα στην περίπτωσή μας) ότι μετέχει της φύσης σου. Το ζήτημα των ΛΟΑΤ δικαιωμάτων είναι πολιτικό, δεν είναι πρόβλημα του να νιώσουμε όλοι την αγάπη (ή τον φαλλό). Αν οι αγώνες κερδίζονταν με το επιχείρημα "είσαι κι εσύ, προνομιούχε, λιγάκι σαν κι εμένα που με στιγματίζεις", το ισχυρότερο επιχείρημα του φεμινισμού θα ήταν οι μαντράχαλοι που ντύνονται "γυναίκες" (πουτάνες συνήθως) τις Απόκριες.

Δεύτερον, οι δεινότεροι και πιο ακατάβλητοι πολέμιοι των δικαιωμάτων των γκέι αντρών (για να το περιορίσω σε αυτούς) είναι ακριβως κάτι ενοχικές κρυφές αδερφές, αφού "μισούμε με πάθος και εμμονικά ό,τι ποθούμε ανεξέλεγκτα, ό,τι ξέρουμε πως θα μας απορροφήσει, θα μας εξουθενώσει και ίσως θα μας αφανίσει εάν του αφεθούμε. [...] μισούμε όχι τόσο γιατί φοβόμαστε αλλά γιατί φθονούμε". Δεν ξέρω λοιπόν τι εξυπηρετεί να πείσεις ακόμα περισσότερους άντρες ότι θα ήθελαν να παίρνονται κυρίως ή αποκλειστικά με άντρες, μήπως τελικά μάλλον στρατολογείς εχθρούς των ΛΟΑΤ δικαιωμάτων; -- δεν χρησιμοποιώ τον όρο "ομοφοβία" γιατί όπως δεν είπε ο Μόργκαν Φρήμαν: "Δεν είναι φοβία. Δεν είσαι φοβισμένος, αρχίδι είσαι."

GatheRate

Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2016

Έργα και λόγια, στοχασμοί

Ο παππούς μου, όχι ο Πολίτης, ο άλλος, ήταν ένας σιωπηλός άνθρωπος. Μίλαγε ελάχιστα· όταν αποφάσιζε να μιλήσει έλεγε λίγα. Ζύγιζε πάρα πολύ τις κουβέντες του, κι αυτό αναδεικνυόταν ως φρόνηση, σχεδόν στο ύψος αφανούς και χαμηλόφωνης σοφίας, μέσα στη μικρή κοινωνία όπου ζούσε με τις δυνατότητες που αυτή παρείχε για σαχλαμάρα κι αδολεσχία. Ακόμα και όταν -- σπάνια -- πήγαινε στο καφενείο του Κ, δίπλα στον σιδηροδρομικό σταθμό, μίλαγε ελάχιστα.

Από τον παππού αυτόν πήρα τα μαλλιά. Μικρός ήμουν γλωσσοκοπάνα και μυθομανής. Οι γονείς μου προσπαθούσαν να μη με αποπαίρνουν δημοσία και να μη με χαντακώνουν που έλεγα πολλά και χαζά αλλά κάποτε δεν άντεχαν κι αυτοί: πρέπει να ήμουν εφτά-οχτώ χρονών, όταν μετά από επική ουζοκατάνυξη στο Τηνιακό στην Αλεξάνδρας οι γονείς μου μού εξήγησαν ότι δεν γίνεται να λέω ιστορίες που βγάζω από το κεφάλι μου (τη συγκεκριμένη τη θυμάμαι) μπροστά σε συνάξεις μεγάλων. Η μυθομανία κόπηκε όταν πήγα Α' Γυμνασίου. Δεν ήθελα πια ούτε να λέω χαζές ιστορίες βγαλμένες από το κεφάλι μου, ποτέ δεν το είχα με την πλοκή, ούτε να είμαι πολυλογάς. Προειδοποιούσε ο παππούς ο άλλος, ο Σταμπουλιώτης, ότι οι Εβραίοι της Σαλονίκης, τους οποίους πρόλαβε όσο έζησε εκεί, είχανε το "πόκος παλάβρας" για απόφθεγμα και προτροπή· έμαθα και στο κατηχητικό πως ο Χριστός προειδοποιεί ότι "πᾶν ῥῆμα ἀργὸν ὃ λαλήσουσιν οἱ ἄνθρωποι, ἀποδώσουσιν περὶ αὐτοῦ λόγον ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως". Τα πράγματα ήταν επιεικώς ζόρικα.

Βεβαίως σαν τον παππού τον σιωπηλό δεν έγινα ποτέ. Αδυνατώντας να σωπαίνω, είπα να το καλλιεργήσω το χάρισμα. Ξεκίνησα να διαβάζω συστηματικά, όσο μπορούσα, και σιγά σιγά να απογαλακτίζομαι από τις εγκυκλοπαίδειες, τις οποίες χαριτολογούσαν οι συγγενείς ότι έτρωγα σελίδα σελίδα, σε εποχές αθώες: πριν τον τυφλό φονιά στο Όνομα του Ρόδου.

Όταν τελικά ήρθε ο έρωτας, συνέβησαν δύο πράγματα. Αφενός μού άρεσε πολύ. Μου άρεσε τόσο πολύ που δεν μπόρεσα ποτέ να τον βάλω απέναντι και να τον ενατενίζω ψυχρά και χρηστικά. Κριτικά, ναι, περιδεής και πανικόβλητος, ναι -- ψυχρά και χρηστικά ποτέ. Αν δεν μπορώ να είμαι τρυφερός, είμαι ευγενικός και τίμιος, αν δεν είναι για πολύ τιμώ και σέβομαι το λίγο, αν είναι βαθύ δεν το ονομάζω, αν είναι ρηχό ίσως θα πω για τον ιριδισμό του (όπως της λιμνοθάλασσας στον Σολωμό). Αποφεύγω να διεκτραγωδώ τις υπεραναλύσεις εντός μου, εκτός αν με πνίγουν, αποφεύγω τις περιγραφές και τις παραινέσεις και τα "έλα να σου πω". Δεν λέω λέξη παραπάνω από όσα έχω επίγνωση ότι αισθάνομαι. Κι εκεί, ιδίως εκεί, πασχίζω να ακριβολογώ. Ασιανός μεν ενίοτε, ακριβολόγος δε πάντοτε. Κομματάκι φλερύ αλλά κοφτερός σαν ατσάλι γιαπωνέζικο που μας έμαθε ο Ταραντίνο.

Κάπου εκεί κατάλαβα ότι δεν δικαιούμαι να λέω τζάμπα λόγια, όμορφα και παχιά, για να γαμήσω. Κάπου εκεί αποφάσισα ότι δεν θα χειριστώ και δεν θα πειθανγκάσω ανθρώπους μόνο και μόνο επειδή μπορώ, ίσα ίσα για να με καβαλάν οι όμορφες και να πέφτουνε στο στέρνο μου τα μαλλιά τους. Κάπου εκεί κατάλαβα ότι θα ζοριστώ αλλά θα ευτυχήσω αν λέω μόνον αυτό που έχω κι αν μολογάω μόνον ό,τι είμαι. Αυτά ρυθμίστηκαν νωρίς και έτσι έμειναν, είναι οι δικές μου παραδόσεις και τα όσια και τα ιερά μου, που λέμε.

Και βεβαίως ευτύχησα. Αλλά γιατί τα λέω αυτά;

Επειδή σκεφτόμουν ότι ο παππούς ο σιωπηλός έκανε τον βίο του λόγο. Δεν μίλαγε είτε γιατί δεν μπορούσε, σφηνωμένος καθώς ήταν μεταξύ τουρκικών και καθαρεύουσας και της διαλέκτου των καραγκούνηδων που δεν πολυεκτιμούσε, είτε γιατί εμποδιζόταν, καθώς είχε οικογένεια και παιδιά και στον κάμπο τα πράγματα γίνονταν κάθε τόσο πολύ βάρβαρα, είτε γιατί αυτός ήταν. Λόγος του παππού ήταν ο βίος του, ότι δεν μπήκε στο μπουρδέλο κι ας του πέταξαν μέσα το καπέλο μέσα κι ότι προτίμησε να πάει σπίτι ασκεπής. Λόγος του ήταν ότι σιώπησε και δεν το διαλάλησε στον καφενέ όταν ενδεχομένως πήγε -- όλοι οι άντρες παν αργά ή γρήγορα, έτσι λένε. Λόγος του ήταν το μαντικώς λοξό και πρωτεϊκώς απρόθυμο βλέμμα του όταν τον ρωτάγαμε αν είναι αριστερός ή τι ψηφίζει. Λόγος του ήταν όταν σκυθρώπιασε σαν έμαθε που κάποιο παιδί του δυσαρεστήθηκε με το πώς ρύθμισε τα κληρονομικά.

Εγώ πάλι μιλάω. Δεν ξέρω αν ο βίος μου θα μπορούσε να γίνει λόγος μου, ενδεχομένως όχι. Ο βίος μου στην καλύτερη περίπτωση οὔτε λέγει οὔτε κρύπτει ἀλλὰ σημαίνει. Δεν ξέρω καν τι θα έλεγε ο βίος μου. Εντάξει, και ο λόγος μου επίσης σημαίνει: δεν με ξετρελαίνει το εξώφθαλμο και το προφανές, ενώ η συνθηματολογία με κάνει και φαγουρίζομαι τρελά. Όμως πολλές φορές αισθάνομαι ότι ο λόγος μου είναι η αλήθεια, όχι ο βίος μου. Κι εν πάση περιπτώσει, ο λόγος μου σημαίνει όπως θέλω εγώ. Γιατί μιλάω επειδή μπορώ να μιλάω και παραιτούμαι από το παραμύθιασμα και την απάτη επειδή έτσι θέλω. Κι όθεν η ζωή μου είναι ο λόγος μου: όσα "ναι" έχω πει και οπωσδήποτε όσα "σ' αγαπώ" και κάθε παίνεμα και κάθε παράπονο και όλα όσα επιλέγω να φανερώσω μα και κάθε μισοφανερωμένο μυστικό και όλα μα όλα τα παραληρήματα πόθου, οργής, τρυφερότητας, απογοήτευσης και ευγνωμοσύνης.

Κι έτσι μιλάω στον έρωτα σαν φιλαλήθης και σχολαστικός αναλυτικός, κι έτσι μιλάω στη δουλειά και στο κουρμπέτι σαν δειλά ερωτευμένος. Και αυτή είναι η ζωή μου.

GatheRate

Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2016

Μπαομπάμπ

Οι ιστορίες που μου λένε οι άλλοι (και οι άλλοι εύκολα μού εκμυστηρεύονται τις ιστορίες και τα μυστικά τους) αποτελούν το σφιχτό ζυμάρι με το οποίο φτιάχνω τις φρατζόλες μου. Προσθέτω αναπόφευκτα το ξινούτσικο προζύμι δικών μου εμπειριών και δικών μου μυστικών, ή τη μαγιά της ενσυναίσθησης και της διαίσθησης. Αλλά το ζυμάρι μού το παρέχουν οι άλλοι, απλόχερα και δωρεάν.

Σε κάποιες από αυτές τις ιστορίες διακρίνω μια τάση, ίσως αυξανόμενη, να σκηνοθετούν και να στήνουν πολλοί την ερωτική τους ζωή με βάση τις τσόντες που βλέπουν, οι οποίες βεβαίως βρίσκονται εύκολα πια και σε αφθονία. Δεν σχολιάζω τη σεξουαλική προσήλωση κάποιων σε (πάρα) πολύ συγκεκριμένες πρακτικές και διαδικασίες -- ανθρώπινα είναι και αυτά. Επίσης δεν αναθεματίζω γενικώς και συλλήβδην την ερωτογραφία και την πορνογραφία, ούτε καν ως πηγή ιδεών και λύσεων για την ερωτοπραξία. Με απασχολεί κάτι γενικότερο: η μανία της ταύτισης, η ανάγκη να κάνουμε αυτά που βλέπουμε και να τα κάνουμε όπως τα βλέπουμε, αλλά και η έπαξη να συμμετάσχουμε κι εμείς σε κάτι σαν κι αυτό που βλέπουμε.

Φυσικά, το πρόβλημα πάει πολύ παραπέρα από το να θέλουμε να οργανώσουμε τις λαγνουργίες μας σαν να είναι τσόντες ή να σκηνοθετήσουμε όσους συμμετέχουνε σε αυτές σαν πορνοστάρ. Στο κάτω κάτω έχει κι αυτό την πλάκα του, όταν δεν γίνεται ζακόνι και καταναγκασμός.

Το πρόβλημα βρίσκεται στο ότι η κοινωνία μάς τσιγκλάει ασταμάτητα και επίμονα να κάνουμε δύο πράγματα, τα οποία αλληλοτροφοδοτούνται: το πρώτο, να κάνουμε τη ζωή μας τσόντα, ρομαντική κομεντί, μυθιστόρημα, υλικό για ανέβασμα στο facebook και στο ίνστα· το δεύτερο, να βρούμε σώνει και καλά τρόπους να ταυτιστούμε, αρνητικά ή θετικά, με αυτό που παρακολουθούμε -- ό,τι και να παρακολουθούμε.

Προφανή παραδείγματα της μανίας να ταυτιστούμε προσφέρουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με την πίεση που ασκούν σε όλους μας να σχετιστούμε με ό,τι βλέπουμε, συνήθως σχολιάζοντάς το. Παράλληλα, περιμένουμε από ταινίες και βιβλία να μας πούνε κάτι για τη ζωή μας και μάλιστα με τον τρόπο που θέλουμε εμείς να μας το πουν.

Αυτό το δεύτερο σύμπτωμα της έπαξης να σχετιστούμε, να ταυτιστούμε με κάτι αλλά με τους δικούς μας όρους, σκιαγραφεί πολύ ωραία σε ένα κείμενό της η Rebecca Mead στον New Yorker. Μιλώντας για τη λογοτεχνία και το σινεμά, διαχωρίζει την ταύτιση που αισθανόμαστε με κάποιον λογοτεχνικό ή κινηματογραφικό ήρωα από τη σχετισιμότητα ('relatability'), δηλαδή από την προσδοκία ή και απαίτηση το ίδιο το έργο "να χωράει στην εμπειρία του αναγνώστη ή να την αντανακλά". Συμπεραίνει η Mead ότι αν η ταύτιση, δυναμική και ενεργητική διαδικασία, είναι αποτέλεσμα του να χρησιμοποιεί ο αναγνώστης ή θεατής το έργο σαν καθρέφτη του, η σχετισιμότητα μοιάζει με σέλφι: επιβεβαιώνει κολακευτικά τον σολιψισμό του θεατή ή αναγνώστη, του λέει αυτό που θέλει να ακούσει και του δείχνει τον εαυτό του με τον τρόπο που θέλει να τον βλέπει.

Από τη μια λοιπόν θέλουμε να κάνουμε τη ζωή μας, ή μέρος της ζωής μας, κάτι σαν κι αυτό που παρακολουθούμε, από την άλλη έχουμε την προσδοκία αυτό που παρακολουθούμε να λέει κάτι σχετικό με τη δικιά μας ζωή και μέσα από τη δική μας ματιά.

Και πάλι, αυτό εικονογραφείται ιδανικά στις αυτοσχέδιες τσόντες που ζευγάρια (ή ομάδες) ανεβάζουν στο ίντερνετ: θέλουνε να μεταφερουνε το είδος, το genre, της τσόντας στη δική τους ερωτοπραξία, την οποία κατόπιν απαθανατίζουν ως μία τσόντα με την οποία θα μπορούνε να σχετιστούν: το ζητούμενο είναι και η εισαγωγή του "ιδανικού" σεξ ως είδους απ' έξω και η πραγμάτωσή του σε θέαμα με το οποίο οι πρωταγωνιστές του θα μπορούνε να ταυτιστούν.

Άλλο πεδίο στο οποίο εικονογραφείται αυτός ο φαύλος κύκλος είναι η κακή ποίηση: πολλή ποίηση απηχεί ακριβώς τη διάθεση να καταστεί ο βίος του γράφοντος ή της γράφουσας υλικό για ποίηση, η οποία με τη σειρά της θα γραφτεί με αυτοβιογραφισμό και σολιψιστικώς ώστε να μπορεί να σχετιστεί μαζί της ο ίδιος ο γράφων ή η γράφουσα (και μόνο).

Φυσικά πολλοί θέλουμε και τις ιστορίες μας να πούμε και τις σέλφι μας να βγάλουμε. Οπωσδήποτε έχουμε ζήσει στιγμές που αισθανόμασταν ότι ζούμε μέσα σε μια αφήγηση ή σε κάποιο ιδανικά (ο καθείς κατά τα γούστα του) στημένο πλάνο. Τα προβλήματα ξεκινούν όταν γίνονται απόλυτες και εμμονικώς απαραίτητες αφενός η διάθεση να βγάζουμε σέλφι και να σχετιστούμε με αυτό που βλέπουμε ή διαβάζουμε και αφετέρου η αίσθηση ότι η ζωή μας όλη, ή στην ιδανική της εκδοχή, (πρέπει να) μιμείται την "τέχνη" (η οποία είναι μίμηση της ζωής;).

Φρονώ ότι πρέπει να ξαναβρούμε τη δύσκολη χαρά να ταυτιζόμαστε με καταστάσεις, ήρωες και ιδέες με τις οποίες δεν μπορούμε με τίποτε να σχετιστούμε, με καταστάσεις, ήρωες και ιδέες που δεν είναι ούτε μέσα από τη ζωή μας ούτε εντός της δικής μας ματιάς και νοοτροπίας. Αυτό θαύμασα και χάρηκα στο 2666, αυτό προσπάθησα να κάνω στα Πορτραίτα, αυτό απολαμβάνω (κάποτε με παιδεμό) διαβάζοντας την ποίηση του George Le Nonce.

GatheRate