Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2017

Πενθέκτη


Η Πενθέκτη Σύνοδος, ή η εν Τρούλλω, είναι μια σύνοδος της Ανατολικής Εκκλησίας που εξέδωσε 102 κανόνες. Οι κανόνες αυτοί βασικά ποινικοποιούν το θέατρο, την πορνογραφία, τους μίμους, την ευθυμία και διάφορες άλλες χαρές της ζωής. Επίσης καταπιάνονται με φλέγοντα ζητήματα, π.χ. αν επιτρέπεται οι χριστιανοί να τρώνε γάλα και αυγά τη Σαρακοστή. Η ποινή για τη μη συμμόρφωση είναι σχεδόν παντού ο αφορισμός.

Η Σύνοδος αυτή έγινε το 692, δεν αναγνωρίζεται ως Οικουμενική (γιατί δεν την αναγνωρίζει η Ρώμη) αλλά οι πονηροί Ανατολικοί, εμείς, ισχυριζόμαστε ότι αποτελεί παράρτημα της Πέμπτης και της Έκτης Συνόδου. Άρα μας δεσμεύει.

Η ύπαρξη και ο χαρακτήρας της Πενθέκτης Συνόδου καταδεικνύουν ότι ο μισανθρωπικός, άχαρος, χρηστομαθής και δικανικά ρυθμιστικός των πάντων χαρακτήρας της χριστιανικής πίστης δεν είναι προϊόν ούτε του Καλβινισμού, ούτε του Ακινάτη. Είναι χαρακτήρας σύμφυτος με μια πίστη βαθιά κι ανεπανόρθωτα καχύποπτη απέναντι σε κάθε χαρά της ζωής, σε ό,τι ιμερικό και σε ό,τι γελαστό και ταξιδιάρικο.

Κι όλα αυτά τα σκεφτόμουν απόψε γιατί στο διπλανό τραπέζι καθότανε μια γνωστή μου με την καινούργια γκόμενά της και δυο φίλες της. Ανέδιδαν χαρά και λίγη μέθη ερωτική, γέλαγαν και μοιάζανε μαγεμένες -- ιδίως τα δυο κορίτσια τα διακριτικώς ερωτόληπτα. Και σκεφτόμουν ότι δεν υπάρχει απολύτως κανένας λόγος να ξαναπέσουμε στον κόσμο όπου ως ερωτοπραξία και συζυγία υπάρχει μόνον ο σεμνός γάμος αντρός και γυναικός με όλη την υπόλοιπη ανθρώπινη εμπειρία, το φιλέτο της, να κρύβεται στους ίσκιους όπου καταφεύγουμε για να κατουρήσουμε, για να κλέψουμε κανα πορτοφόλι -- ή χειρότερα.

GatheRate

Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2017

Η φαντασίωση της απαρασάλευτης ευταξίας


Απεχθάνομαι την άλογη βία και τα άσκοπα μπάχαλα. Στην εξέγερση του Δεκέμβρη του '08 αισθάνθηκα να εκτονώνεται οργή κι απελπισία όπως πάρα πολλοί άλλοι· νομίζω ότι δικαιωθήκαμε. Αλλά με ντου σε κρεοπωλεία και σε τρόλεϋ ή με σαχλές ασκήσεις νετσαγιεφικής κατεδάφισης του καθεστώτος δεν μπορώ καν να ασχοληθώ.

Σε προσωπικότερη κλίμακα, δεν είμαι από εκείνους που αισθητικοποιούν τον πόνο ή που του προσδίδουν ιαματικές ιδιότητες. Δεν ηρωοποίησα ποτέ την πρέζα και σε αυτό απλώς ακολουθώ όσους βγήκανε μέσα από την πρέζα. Δεν πιστεύω ότι μαθαίνει μόνον όποιος παθαίνει: μαθαίνεις και μέσα από τη χαρά, κυρίως μέσα από αυτή.

Συνεπώς δεν είμαι της γνώμης ότι "η νεολαία χρειάζεται να αλητέψει και να μπαχαλέψει λιγουλάκι" επειδή π.χ. "είναι στη φύση της". Βεβαίως το πρόβλημα της λεγόμενης νεολαίας είναι επί δεκαετίες ακριβώς το αντίθετο: της έχει απομυζήσει κάθε ικμάδα ο κομφορμισμός, η μεσιανική προσδοκία του γάμου, η προσκύνηση του δανείου και η εργασιακή χίμαιρα εν μέσω άνυδρης ανεργίας· ταυτόχρονα παραμένει δεσμώτρια των γονέων ή ανδράποδο ατυχών συμβιώσεων, μέσα στους οποίους μαραίνεται η χαρά κι η ελευθερία της. Άλλωστε, εν Ελλάδι μόλις κάνεις παιδί εκεί στα 30-κάτι τελειώνει η ζωή σου και αρχίζει η Μεγάλη Τεσσαρακοστή του βίου που καταλήγει στον τάφο και τέλος: νεαρά μποέμ ζευγάρια με παιδάκια βλέπουμε μόνο στις ξένες ταινίες.

Ωστόσο, αυτό που ζούμε τις τελευταίες δυο δεκαετίες πάει πέρα από την στανική προσκόλλησή μας στην κανονικότητα, ή έστω και σε μια χιμαιρική ιδέα της κανονικότητας. Εδώ και δύο δεκαετίες καμωνόμαστε ότι η ευταξία και το business as usual όχι μόνο πρέπει να προστατευθούν πάση θυσία αλλά και ότι δεν υπάρχει τρόπος να θιγούν, εκτός είτε άμα γίνει καμιά παλαβή επανάσταση, είτε άμα μας την πέσει η Τουρκία ή τίποτε στίφη αιμοδιψών αναρχικών. Μοιάζουμε να μην έχουμε καμμία εικόνα ούτε της ευπάθειας του συστήματος (του καπιταλισμού) ούτε της αστάθειας του κόσμου μας: θυμηθείτε όμως την Ιρλανδία, τη Βοσνία, τη Σερβία, τη Συρία, την Τουρκία ή τα μακελειά σε διάφορες ακόμα κανονικότερες χώρες κατά την πρωινή ώρα αιχμής (Ατότσα) ή κατά τη βραδυνή έξοδο (Μπατακλάν).

Προσδοκούμε λοιπόν ότι όλα τα κακά θα συμβούν κάπου αλλού σε κάποιους άλλους, παρότι η κοινωνία μας -- ή έστω: τα μεσαία στρώματα -- αποσυντίθεται μετά από 6 χρόνια λιτότητας που στην έμπνευση και στην εκτέλεσή της λίγο διαφέρει από τους τεχνητούς λιμούς του Στάλιν. Δεν κάνει κρύο στην Ελλάδα, κρύο δεν έκανε ποτέ: παραμένουμε προσηλωμένοι πιστά και φανατικά στην ύπαρξή μας κατά τις δύο εβδομάδες της παραθαλάσσιας παραθέρισής μας· αυτές οι δύο εβδομάδες είναι η αναφορά και η βάση μας για έναν τάχα ακύμαντο και απαρασάλευτο βίο τις υπόλοιπες πενήντα εβδομάδες.

Προσκυνούμε την ευταξία και τη φανταζόμαστε αΐδιο κι αιώνια. Αυτή είναι η επιταγή μας και αυτή είναι η λαϊκή εντολή μας και με αυτήν πορευόμαστε και με αυτήν ψηφίζουμε και δεν εξεγειρόμαστε.

Για να παραλλάξω μια πασίγνωστη εικόνα: καθώς πέφτουμε κρατάμε στο χέρι μια κανάτα με νερό. Το μέλημά μας δεν είναι ούτε να ανακόψουμε την πτώση μας, ούτε καν να πέσουμε στα μαλακά παρά να μη στάξει ούτε σταγόνα νερό ενόσω διαρκεί η πτώση.

Η εικόνα από το Kippur του Άμος Γκιτάι: ξυπνάς εραστής μέσα στα χρώματα, προγευματίζεις στρατιώτης.

GatheRate

Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2017

Προνόμιο

Γενικά οι άνθρωποι μού φέρονται καλά.

Η αλήθεια είναι ότι σπάνια μπλέκω σε καβγάδες. Έχω μάθει με τα χρόνια να μη μιλάω αν πρόκειται να προσβάλω κάποιον, εφόσον αυτός δεν ζητάει ανοιχτά τη γνώμη μου. Θυμώνω σπάνια μα πάρα πολύ δυνατά, όμως για λίγο και ποτέ αμετάκλητα: όταν φύγει ο θυμός είτε επανέρχομαι είτε ήδη έχω ξεγράψει όποιον με εξόργισε. Είμαι ψύχραιμος άνθρωπος και κάποιος που δεν προσέχει αρκετά θα μπορούσε και να με περάσει για σοβαρό άτομο.

Τα παραπάνω όμως δεν εξηγούν πώς γίνεται άνθρωποι που φέρονται σκαια κι απαίσια σε σχεδόν όλους τους άλλους να είναι τουλάχιστον τυπικοί μαζί μου. Τα παραπάνω προτερήματα, ας τα πούμε έτσι για να κυλάει η κουβέντα, δεν θα εγγυώνταν σώνει και καλά τον σεβασμό και τους καλούς τρόπους των άλλων απέναντί μου.

Το συμπέρασμα είναι σχεδόν προφανές: δεν με αφήνουνε στην ησυχία μου λόγω ήπιου χαρακτήρα και καλής διαγωγής, παρά γιατί είμαι οχυρωμένος πολλαπλώς πίσω από προνόμια:

Είμαι λευκός, άντρας και στρέιτ. Και πίσω από αυτές τις τάφρους και τα αναχώματα βρίσκεται το τείχος της δουλειάς μου, η οποία εξυπακούει κύρος (καλώς ή κακώς).

Έχω προνόμια, αυτά με προστατεύουν από την εύκολη αγένεια, από τις διακρίσεις και από κάθε λογής καφρίλα. Τύποι που φέρονται σε γυναίκες συναδέρφους πατερναλιστικά και τις διακόπτουν εμένα με περιμένουνε με σέβας να τελειώσω ο,τι μαλακία λογοπαίγνιο και αστείο μού κατέβει στις 11 το πρωί. Άνθρωποι που βγάζουνε γλώσσα σε μη συναδέρφους, αν και εξίσου λευκούς, ή και λευκότερους, άντρες στρέιτ, σιωπούν με έστω συγκατάβαση εμπρός σε ό,τι κάνω ή λέω. Η γνώμη μου είναι σοβαρή και όχι παροξυσμοί καταπιεσμένης ή υπερβολικά χειραφετημένης πούστρας. Για την κωλοφαρδία να μην είμαι μαύρος ή και Ινδός ή Άραβας δεν χρειάζεται να πω τίποτα.

Το μόνο προνόμιο που δεν διαθέτω είναι λεφτά. Και πράγματι, μόνο τα λεφτά έχουνε τολμήσει να μου βγάλουνε γλώσσα ή να καμωθούν ότι έχουν υποψία δικαιώματος πάνω μου. Αντίθετα με τόσους άλλους, που τους κουνάνε το δάχτυλο και τους φέρονται χάλια η ετεροκανονικότητα, η πατριαρχία, οι κάθε λογής ελίτ.

Οπότε ναι: πριν συγχαρούμε τον εαυτό μας για την ακεραιότητα, τον χαρακτήρα μας και την ορθόφρονα πολιτεία μας, we need to check our privileges.

GatheRate

Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2017

Horror vacui


Μία Βελγίδα γλωσσολόγος, άνεργη, φιλάσθενη, λεσβία και ιδιοφυής, προσπάθησε να πείσει τους συναδέρφους της στη διδακτορική διατριβή της ότι στην καρδιά κάθε λέξης υπάρχει ένα κενό. Ένα τίποτα.

Με τρόπο τεχνικό που καταλαβαίνουν οι πολύ θεωρητικοί γλωσσολόγοι, αυτό το τίποτα εξαναγκάζει, λέει, τον γραμματικό μηχανισμό να σπάσει τη συμμετρία και να χτίσει δομή: λέξεις, φράσεις και προτάσεις.

Δυσνόητα πράγματα, τεχνικά, κρυμμένα κάτω από την απλή και άδολη προφάνεια του κόσμου όπως τον αντιλαμβανόμαστε. Μου λένε πως η γλωσσολόγος δεν κατάφερε να τους πείσει τους συναδέρφους της. Άλλωστε, απεχθανόμαστε το κενό: το είπε κι ο ευφυέστερος άνθρωπος που έχει ζήσει ποτέ.

Απεχθανόμαστε το κενό και την ενατένισή του. Θέλουμε να βλέπουμε στερέωμα χάλκινο εκεί όπου δεν υπάρχει τίποτα. Θέλουμε αιώνια επανάληψη εκεί όπου υπάρχει το άπαξ της ευτυχίας και αιώνια ραστώνη εκεί όπου βρίσκεται το μεταθανάτιο κενό.

Όμως το κενό είναι φίλος μας.

Το κάθε λογής μαγκάφιν, άθυρμα κενό νοήματος, μάς δίνει το ωραίο ταξίδι· το κενό κιβώτιο του Άρη Αλεξάνδρου που περιπλανιέται στην Ελλάδα νοηματοδοτεί και την περιπλάνησή του και την ίδια την Ελλάδα -- κάπως όπως σουλατσάριζε η Κιβωτός της Διαθήκης σαράντα χρόνια στην έρημο.

Το κενό μνημείο συγκεφαλαιώνει την ελπίδα των χριστιανών: ο Πανάγιος Τάφος είναι άδειος, ξενοδοχείο για μια διανυκτέρευση με late checkout.

Η απόσταση και η απουσία του έρωτα τoν λαξεύουν αναστεναγμό τον αναστεναγμό, αυνανισμό τον αυνανισμό, ανάμνηση την ανάμνηση, προσδοκία την προσδοκία. Το κενό, η απουσία, ο οιονεί χωρισμός ή ο μακροχρόνιος αποχωρισμός τον πλάθουν ασυμπτωτικά τέλειο.

Ανοίγεις λοιπόν την πόρτα και το δωμάτιο είναι άδειο: κενό κιβώτιο, κενό μνημείο, καινός έρωτας αν και παλαιός. Θα το κατοικήσεις εσύ από την αρχή, ξανά, γιατί το θες. Μέχρι το επόμενο κενό.

GatheRate

Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2017

Η ψωλή μου


Θέλω να έχω την ψωλή μου μόνο για να γαμάω
και για να μου της κάνουν όλα αυτά τα ωραία που κάνουν
στις ψωλές.

Δεν θέλω μ' αυτήν
ούτε να μιλάω
ούτε να επιβάλλομαι
ούτε να προπορεύομαι
ούτε να κοκορεύομαι
ούτε να κρίνω
ούτε να δείχνομαι
ούτε να ντύνομαι
ούτε να τρώω και να πίνομαι.

Δεν θέλω γι' αυτήν

ούτε να μιλάω
ούτε να κυβερνάω
ούτε να καμαρώνω (όχι πολύ).

Τα σύμβολα ας παίζουν με τα σύμβολα
οι εξουσίες με την αντίσταση
κι εμείς μεταξύ μας.
Κάπως έτσι.

GatheRate

Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2017

Μετρημένες προσδοκίες


Κάποιοι ξεκινήσαμε τη ζωή μας με πολύ σοβαρές αλλά τελικά μετρημένες προσδοκίες. Μπορεί να είναι υπόθεση γενιάς, μπορεί να είναι ζήτημα ταξικό, μπορεί να είναι θέμα καταγωγής.

Οι προσδοκίες ήταν απλές, λοιπόν: φιληδονία, βιβλία, μουσικές, ταινίες, δίσκοι, ταξίδια.

Ούτε οι γάμοι μάς απασχολούσαν: αγάπη θέλαμε· ούτε πελώριες καριέρες και λεφτάρες γουστάραμε: μας αρκούσε να κάνουμε μια δουλειά υποφερτή· ούτε τα στεγαστικά δάνεια μάς φτιάχνανε: ένα μικρό διαμερισματάκι δικό μας με κρεβάτι, βιβλιοθήκες κι ηχοσυστηματάκι θέλαμε, να έχει και μπαλκόνι στην κουζίνα ίσως.

Ακούγονται ευτελείς ενδεχομένως αλλά αυτές ήταν οι προσδοκίες μας. Δεν μιλάμε για όνειρα, άλλο τα όνειρα. Και στο κάτω κάτω, ο τυφλοσούρτης που ίσχυε και ισχύει για τα όνειρά μας ήταν και παραμένει το εξόχως αμφίσημο fuck your dreams, this is heaven.

GatheRate

Τρίτη, 3 Ιανουαρίου 2017

Προπαγάνδα, τσόντα, ή και τα δύο;

Πριν σβήσω την τηλεόραση χτες είδα που διαφημιζόταν σε μία από τις ΕΡΤ μια τηλεοπτική μεταφορά των Αδερφών Καραμάζοφ, η οποία έδειχνε εξαιρετικά προσεγμένη και πολύ κοντά στις εικόνες που έφτιαχνα εγώ όταν διάβαζα το βιβλίο 26 χρόνια πριν.

Προσπάθησα τότε να θυμηθώ γιατί ακριβώς χαιρόμασταν τόσο πολύ και για τόσα χρόνια με τα ιδιωτικά κανάλια. Χώρια ότι είχαμε 4-5 εθνικής εμβέλειας όταν το Ηνωμένο Βασίλειο είχε μόνο το ITV. Ως θεατής, το τονίζω, κατάφερα να ανακαλέσω μόνον δύο λόγους: την προπαγάνδα και τη διασκέδαση.

Οι τρεις ΕΡΤ επί ΠΑΣΟΚ ήταν ακάματη μηχανή προπαγάνδας εφάμιλλες της ρουμάνικης τηλεόρασης επί Τσαουσέσκου και του Fox News σήμερα, επιλεκτικά και προσεκτικά δοσμένες στην αποσιώπηση και στη μονομερή πληροφόρηση. Δεν μαθευόταν τίποτα και δεν ανακοινωνόταν τίποτα που δεν συνέφερε την κυβέρνηση.

Οι ειδήσεις ήτανε κάπως έτσι: το ΠΑΣΟΚ έφερνε την αλλαγή, οι συνεταιρισμοί συνεταιρίζονταν, ενώ παντού γινόντουσαν "πολιτιστικές εκδηλώσεις". Αυτός ο τελευταίος ήταν όρος που επινοήθηκε για να περιγράψει κάτι που δεν ήταν ούτε "απολίτικο" πανηγύρι με τίποτε γύφτους και τέτοια αλλά ούτε κνίτικο ή ρηγέικο φεστιβάλ, παρά ήταν κάτι μοναδικά πασοκικό για να γλεντάει και να επιμορφώνεται η ασαφής αφαίρεση που λεγότανε "λαός".

Πέραν των ειδήσεων, είχαμε γεμίσει με εκπομπές της Ένωσης Γυναικών Ελλάδας (υπό την  προεδρία της τότε πρωθυπουργικής συζύγου, αν θυμάμαι καλά), με ειδυλλιακά ντοκυμαντέρ από το λεγόμενο Παραπέτασμα, με εκπομπές για τον αφοπλισμό και τη δράση των συνεταιρισμών, με σήριαλ που παρουσίαζαν πασοκικές (τριτοδρομικές δηλαδή και με περιεκτικότητα σε ΚΚΕ κάτω από 1%) αφηγήσεις κοινωνικών αγώνων: Μαρία Πάρνη, Λαυρεωτικά, Ρόκκος Χοϊδάς, πολύ αταξικό Κιλελέρ, ιστορίες για το ΕΑΜ σαν να ήτανε πρόδρομος του ΠΑΚ.

Απεναντίας τα ιδιωτικά κανάλια αρχικά έφεραν στην επιφάνεια και μίλησαν στον κόσμο για γεγονότα και πραγματικότητες που κατά ΠΑΣΟΚ δεν υπήρχαν: υπενθυμίζω λ.χ. ότι το βάρβαρο ντου των ΜΑΤ στο Χημείο το 1989 καλύφθηκε από το "κανάλι" του Καρατζαφέρη, που δεν ήτανε κανάλι αλλά βιντεοκασέτες με ρεπορτάζ οι οποίες πουλιούνταν στα περίπτερα και στα ψιλικατζίδικα. Βεβαίως, πολύ γρήγορα τα ιδιωτικά κανάλια το γύρισαν από τις ειδήσεις στην "ενημέρωση" του τίποτα, με κοσμικογραφήματα κι επιδερμικά ρεπορτάζ και με εκτενή κάλυψη της μεγάλης θρησκείας του λαϊφστάιλ. Το 2010 τα ιδιωτικά θα αναλάβουν εντέλει τον προπαγανδιστικό ρόλο της παλιάς ΕΡΤ, αλλά με διαφορετικούς πελάτες αυτή τη φορά: τις μνημονιακές δυνάμεις.

Επίσης, τα ιδιωτικά κανάλια έφεραν μαζί τους τη διασκέδαση και την κατάφαση της ποπ κουλτούρας στο σύνολό της: ντόπιας (που ζούσε στις παρυφές του θεάματος μέσα στις θλιβερές βιντεοκασέτες) αλλά και της αμερικανοπαγκοσμιοποιημένης. Την ίδια εποχή που οι τρεις ΕΡΤ πάσχιζαν να μορφώσουν ένα έθνος σινεφίλ αργά το βράδυ με Γιάντσο, Μπέλα Ταρ, Φασμπίντερ (θυμηθείτε το σχόλιο του Τζιμάκου), Κοντσαλόφσκι και πρώιμο Βέντερς ή Φόρμαν, τα ιδιωτικά κανάλια έδειχναν τις ίδιες ώρες αμερικάνικες σαχλαμπούχλες για να χαλαρώσει ο μέσος εργαζόμενος -- με τον ΑΝΤ1 να έχει πάρει σβάρνα τα και με δεδομένα 2016 υπερtrash τερατουργήματα του Νίκου Μαστοράκη π.χ. Για τα σήριαλ του Mega και του ANT1, μνημεία προχειρότητας που ανέστησαν την ιδεολογική λειτουργία της χρηστομάθειας των Φίνου και σία, τι να λέμε: οι επαναλήψεις τα κρατάνε ζωντανά.

Ωστόσο την πραγματική επανάσταση στην τηλεοπτική διασκέδαση δεν έφεραν τα MEGA, ANT1 και STAR, με τις χαζοταινίες, τα χαζοσήριαλ ή με τα υβρίδια επιθεώρησης και ιταλικών σώου με γυναικεία μπούτια που πρόσφεραν. Την επανάσταση έφερε αφενός η ίδια η ΕΡΤ όταν ανέλαβε να αναμεταδίδει δωρεάν δορυφορικά κανάλια, φέρνοντας επί ελληνικής γης τη βασιλεία του MTV. Αφετέρου, διάφορα μικρά καναλάκια (ITA8 στην Αθήνα, TRT στη Θεσσαλία, κάποιο που δεν θυμάμαι στη Σαλονίκη) έδειχναν πολύ αργά τσόντες. Πολύ πριν το γρήγορο ίντερνετ και τις καλωδιακές, ήταν η πρώτη φορά που μπορούσες να δεις πορνό (χάλια ποιότητας, αλλά πορνό) χωρίς να πας να ρίξεις τα μούτρα σου στο βίντεο κλαμπ. Θυμάμαι ότι ο ΑΝΤ1 προσπάθησε να εκμεταλλευτεί την μόδα, που ανακόπηκε βίαια όταν ο Μητσοτάκης επιτέλους έγινε πρωθυπουργός και το ΙΤΑ8 έδειξε τσόντα με τρανς, προβάλλοντας κάτι γαλλικές σοφτ αθλιότητες τύπου Les jupons de la Révolution, τίγκα στο μπλα μπλα και στον ιστορικισμό.

Πριν το Ίντερνετ, ο κόσμος λαχταρούσε οτιδήποτε ποπ, από τον ΛεΠά μέχρι τη Σαμάνθα Φοξ και από τους Γουάμ μέχρι το ντουέτο Άντζελα-Χαριτοδιπλωμένος. Η ΕΡΤ επέμενε σταθερά σε Φαραντούρη και Γιάννη Μαρκόπουλο, σε Δόμνα Σαμίου και σε κάτι επιβιώματα της χουντοδεξιάς μηχανής διασκέδασης. Τα ιδιωτικά κανάλια τού έδωσαν του λαού ποπ, λάιφ στάιλ και λίγη τσόντα.

Βεβαίως θα ήταν σφάλμα να πάρει το ΠΑΣΟΚ όλα τα εύσημα για το πώς ήταν η ΕΡΤ τη δεκαετία του '80. Το 1989 ένας από τους προωτοπόρους της μη κρατικής τηλεόρασης ήταν ο δήμαρχος Πειραιά Ανδρέας Ανδριανόπουλος, ο οποίος παραδέχτηκε σε συνέντευξή του τότε πως όταν ήταν υπουργός Τύπου (ή κάτι τέτοιο) του Κωνσταντίνου Καραμανλή στα 1970-φεύγα είχε στήσει το κρατικό κανάλι (το άλλο ήταν η ΥΕΝΕΔ των Ενόπλων Δυνάμεων) ως έναν οργανισμό επιμορφωτικό και εκπαιδευτικό, άρα χωρίς ποπ και διασκέδαση, που δεν θα οξύνει τα πολιτικά πάθη: ναι, οι ανοησίες ότι υπάρχει μη-πολιτικός δημόσιος διάλογος χρονολογείται από τότε και από πολύ πριν από τότε.

GatheRate

Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2017

Koolasuchus

Ο κουλασούχος, που ο Κένεθ Μπράνα προέφερε "κουλασούκας", δεν ήτανε δεινόσαυρος, πανάρχαιο αμφίβιο ήταν, κι όποιος μπορεί καταλαβαίνει τη διαφορά· ο κουλασούκας ήτανε κάτι σαν τους σημερινούς φρύνους και βατράχους αλλά στη μεγάλη τους στιγμή, που τραγούδαγε η Μπέσυ Αργυράκη, η οποία αναδύθηκε για πρώτη φορά μετά από χρόνια απόψε, πρώτη νύχτα του 2017, μέσα από το ασυνείδητό μου, αφού η τηλεόραση την έδειχνε να χαϊδεύει καρυοθραύστες στο Άττικα, που τους λένε καρδιοθραύστες μερικοί -- αλλά πρόκειται οπωσδήποτε για παρεξήγηση και σίγουρα ο ρωσόφωνος Τσαϊκόφσκι δεν είχε κάτι τέτοιο κατά νου.

Ο κουλασούκας, όπως βλέπετε και στο βίντεο, ήτανε λίγο κεφάλας και δεν ήταν ούτε όμορφος ούτε θεληματικός. Αλλά, ενώ στα ελληνικά το ακριβές "κουλασούχος" ακούγεται γελοίο σχεδόν αφού ριμάρει με το "αδειούχος", το κατά Χρήστο Βακαλόπουλο "πτυχιούχος" και το "Καρδούχος", το μιξοβάρβαρο κουλασούκας, που έχει και Κούλα και Τάκη Σούκα μέσα του, ακούγεται μπουνταλάδικο και άγαρμπο, όπως ακριβώς βλέπετε στο βίντεο. Σε λίγο το "κουλασούκας" έγινε καραμέλα, σαν αυτές τις λέξεις που σου κολλάνε στα δόντια και όλο τις λες καθώς η γλώσσα σου τις επαναλαμβάνει παλεύοντας να τις ξεκολλήσει από εκεί, π.χ. οι λέξεις Αζερμπαϊτζάν, Αρλάντα και Gala Placidia.

Σιγά σιγά το "κουλασούκας" έγινε το παρωνύμι μου, σχεδόν συνώνυμο του νωθρού και ράθυμου εαυτού μου κάθε πρωί μέχρι τις 10:30 ή όταν μου λείπει η χαρά της ζωής ή οποτεδήποτε με σέρνει από τη μύτη το καθήκον και μόνο. Με έλεγε κουλασούκα και γέλαγε, ιδίως όταν έπεφτα με τα μούτρα στα διαμελισμένα κοτόπουλα του KFC, άλλωστε μην ξεχνάτε ότι τα κοτόπουλα είναι δεινόσαυροι κι ότι ο κουλασούκας τα έτρωγε τα δεινοσαυράκια για ουζομεζέ. Με έλεγε κουλασούκα καθώς απλωνόμουν στο κρεβάτι με επεκτατικές διαθέσεις: άλλωστε το κρεβάτι είναι το υγρό μου στοιχείο, και το προϊστορικό αμφίβιο ήτανε στο στοιχείο του μέσα στο υγρό στοιχείο.

Δεν ξέρουμε πότε ήτανε χαρούμενος ο κουλασούχος. Πάντως του άρεσαν τα ψυχρά τα κλίματα, το λέει και στο βίντεο,  οπότε κι εκεί υπήρχε μια αφορμή να με πει κανείς κουλασούκα. Εκεί όμως σταματούν οι ομοιότητες: ακόμα και στα θερμά κλίματα, κανένας κορκόδειλας δεν μου παραβγαίνει, στο τέλος ξεκουμπίζονται ή καταλήγουνε τσάντες και ζωνάρια στην Τσακάλωφ.

Η αποθέωση της λέξης κουλασούκας ήρθε πριν τα Χριστούγεννα του 1999, όταν εκεί στις αρχές Νοεμβρίου άρχισαν να παίζουν χριστουγεννιάτικα τραγούδια στα πολυκαταστήματα. Κάποια στιγμή άκουσε μαζί μου το Christmas time του αηδιαστικού Κλιφ Ρίτσαρντ, του οποίου η ύπαρξη με αναγκάζει να μην κρίνω κανένα σκυλί ελληνικό και καμμιά ανθυποπόπ ασημαντότητα της πατρίδος μας, όταν η κραταιά Μέκκα του ροκ και της ποπ αγοράζει μαζικά τους δίσκους αυτού του κατεψυγμένου λαπά. Εκεί λοιπόν που η κρυφή νύφη του Φρανγκεϊστάιν λέει Christmaaaas time, η φανερή δική μου πήγε και κόλλησε μετρικώς το κούουουουλασουκας, δίνοντάς μας ένα νέο ρεφραίν:

Κούλασούκας
Mistletoe and wine.

The rest is history, ή μάλλον μια άλλη ιστορία, που λέει κι Ντοστογιέφσκης, ο οποίος ήταν επίσης Ρώσος.

GatheRate

Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2016

Πέρα από τη μνήμη


Πρέπει να το πάρω απόφαση πως κάποια πράγματα θα λέγονται ξανά και ξανά: ενδεχομένως αυτό να είναι το σωστό. Πρέπει μάλλον να κρατάμε με την πρωτοτυπία μια σχέση σαν αυτή που ιδανικά θα έχουμε με το αλκοόλ: να βασιζόμαστε σε αυτήν να μας χαλαρώσει και να μας κινητοποιήσει αλλά να μην εξαρτώμαστε από αυτήν. Άλλωστε οι ιδέες, πρωτότυπες ή μη, τελικά αποτελούν κι αυτές υλικό: δεν είναι αυτές καθεαυτές σπουδαίες, παρά σπουδαίο μπορεί να γίνει τι φτιάχνεις με αυτές, πώς τις δένεις μαζί και πώς τις στήνεις.

Φαντάζομαι μια κατάσταση όπου μνήμη συγκεκριμένων γεγονότων, εγκυκλοπαιδικών πληροφοριών και κάθε λογής βιωμένων λεπτομερειών δεν υπάρχει καθόλου ή σχεδόν καθόλου. Φαντάζομαι λοιπόν μια κατάσταση όπου είμαστε όλοι καθαρά οι εαυτοί μας και όπου οι γνώσεις μας και η προσωπική ιστορία μας έχουνε καταβυθιστεί μεγαλοπρεπώς μέσα στο ασυνείδητο, ή μάλλον όπου η προσωπική ιστορία και οι γνώσεις μας καταβυθίζονται μέσα σε αυτό με τον ρυθμό που δημιουργείται και που αποκτιούνται.

Φαντάζομαι λοιπόν πως για τα περισσότερα που πρέπει να θυμηθείς αναγκάζεσαι να ανατρέξεις σε αρχεία, ημερολόγια, φωτογραφίες, βίντεο, κείμενα ή το ταμείο της φλυαρίας και της μνήμης που λέγεται διαδίκτυο. Με δυο λόγια, φαντάζομαι μια όλο σφρίγος άνοια, μια αμνησία που θα μας κρατάει προσηλωμένους στο παρόν και δεν θα μας επιτρέπει να αναπολήσουμε ή να νοσταλγήσουμε τίποτα εκτός από αισθήσεις, διαθέσεις και συναισθήματα: φαντάζομαι μια κατάσταση όπου όλα τα συμβάντα, το πότε και πώς και το πού, υπάρχουν μόνον σαν φευγαλέα φώτα στην άβυσσο του ασυνείδητου.

Αν και σε καθεστώς αμνησίας, όποιος βρίσκεται σε αυτή την κατάσταση παραμένει απολύτως ο εαυτός του. Οι έρωτες είναι εντυπωμένοι μέσα του και χαραγμένοι πάνω του -- συνήθως υπό τη μορφή ρυτίδων, ή ξαναερωτεύεται ξανά και ξανά και ξανά τους ίδιους ανθρώπους, τις ίδιες φυσιογνωμίες, τις ίδιες ιδιοτροπίες, πλάτες, χαρακτήρες, γάμπες, ιδιοσυγκρασίες, φρύδια, παλάμες, γέλια, ιδρώτες... Οι διαθέσεις, οι ευαισθησίες και ο χαρακτήρας, ό,τι βρίσκεται στη σύγκλιση του έμφυτου και της προσωπικής μας ιστορίας (έστω και με τις λεπτομέρειες λησμονημένες), θα χτυπάνε και θα ξυπνάνε ξανά και ξανά με τις ίδιες αφορμές. Ο τρόπος να σκέφτεται και να πλησιάζει τα ζητήματα του βίου και τα αιτήματα εκτός του βίου θα παραμένει ως έχει: όσοι είναι της πρακτικής οδού θα είναι πάντα πρακτικοί, οι παρορμητικοί παρορμητικοί και οι τολμητές τολμητές.

Στα όνειρα θα αναδίδονται στιγμιαία λεπτομέρειες και περιστατικά, που όμως θα είναι ίδια κι απαράλλαχτα με έντονες επιθυμίες, ο πληθυσμός κάποιας πόλης στο Κεντάκυ, που όμως κάλλιστα θα μπορούσε να είναι είτε μια λάθος εκτίμηση είτε ο πληθυσμός κάποιας πόλης που απλώς φαντάστηκες ένα βράδυ του Ιουνίου.

Σημασία δεν έχει η μνήμη, σημασία έχει ο εαυτός μας, η ψυχή μας: η φτιαξιά μας και το πώς μας έχει πλάσει η προσωπική μας ιστορία. Σημασία έχει η δημιουργικότητα και τι την ενεργοποιεί. Κάθε φορά που θα υπάρχει η κατάλληλη αφορμή, θυμόμαστε δεν θυμόμαστε, θα γράψουμε μουσική καυλάντες ή ποιήματα, θα ζωγραφίσουμε, θα τσαπίσουμε τον μπαξέ και θα περιποιηθούμε τις γλάστρες, θα μαγειρέψoυμε ή θα χορέψουμε, θα κουτσομπολέψουμε, θα παίξουμε κιθάρα ή το σωστό τραγούδι, θα βρούμε τον τρόπο, θα παίξουμε το τέλειο μπασκετάκι. Κάθε φορά κι αλλιώτικα, κι ας γυρίζουμε στα ίδια.

GatheRate

Παρασκευή, 9 Δεκεμβρίου 2016

Το Κλικ κι ο Διάολος


Κανα δυο χρόνια αφού τελείωσα το ken, ήθελα να γράψω ακόμα ένα μυθιστόρημα, αλλά σύντομο, σχεδόν νουβέλα. Η υπόθεση θα ήταν ως εξής:

Ο Διάολος κατεβαίνει στην Ελλάδα και χτυπάει την πόρτα ενός ημιάνεργου μοντέλου. Ο μοντέλος ενσαρκώνει όλο το δυνάμει της Ελλάδας του λάιφ στάιλ, μείον τα λεφτά: φυτοζωεί σε μια γκαρσονιέρα, αγκαλιά με το πορτφόλιό του, τον ζουν με χαρτζηλίκια διάφορες ώριμες κυρίες κι ώριμοι κύριοι· αυτός όμως πάνοτε ονειρεύεται να ζήσει το όνειρο της ισχυρής Ελλάδας: κόκα, απενοχοποίηση α λα Μαλβίνα, αποστασιοποιημένη αλλά συνεπής εντρύφηση στον κόσμο της πίστας, fashion, κουραδομαγκιά, φράγκα, γκόμενες, παλάτια -- άντε και καλά κρεβάτια.

Ο Διάολος χτυπάει την πόρτα του μοντέλου την ημέρα που κλείνει τα σημαδιακά και προφητικά τριάντα, άρα ενώ ήδη έχει αρχίσει να πηγαίνει για απόσυρση ως μοντέλο. Ο Διάολος του χτυπάει πρωί εφτά η ώρα το κουδούνι, μπαίνει σπίτι του σαν κύριος και του συστήνεται με ένα εντελώς τετριμμένο ονοματεπώνυμο (το έψαχνα), την ώρα που ο ήρωάς μας μισοξυπνάει κακήν κακώς μέσα στο χανγκόβερ και την μπίχλα μετά από τα μύρια όσα. Ανάβει τσιγάρο και του εξηγεί ότι ψάχνει να προσλάβει έναν Αντίχριστο και ότι οι κυνηγοί ταλέντων του κατέληξαν σε αυτόν.

Του εξηγεί τον ρόλο και το job το description του Αντιχρίστου, υπενθυμίζοντάς του την κινηματογραφική τριλογία που δεν έχει δει και παραθέτοντάς του αποσπάσματα από την Αποκάλυψη την οποία αγνοεί. Του λέει ότι μέθοδοι τύπου "Μωρό της Ροζμαρί" ή εικονογραφίες θηρίων με κέρατα δέκα και κεφαλές επτά ανήκουν σε άλλες εποχές, μεσαιωνικές, ιπποτικές κι ηρωικές. Του ζητάει αφενός να μη μεγαλοπιάνεται, γιατί ο ίδιος δεν είναι ο Εωσφόρος παρά κάποιος δαίμονας του τομέα Ανθρώπινου Δυναμικού, αφετέρου να μην έχει προσδοκίες παγκόσμιας κυβέρνησης, απόλυτης εξουσίας κτλ, γιατί αποστολή του είναι να γίνει όχι το ανάποδο του Χριστού και μεσσίας σατανικός παρά ένας θεϊκός Τομ Φορντ, μια αρσενική Κέιτ Μος.

Ο μοντέλος τον περνάει για κάποιον που το έσκασε από ψυχιατρείο και, όπως είναι οι συμβάσεις της μυθοπλασίας, αντί να τον πετάξει έξω, του πιάνει την κουβέντα. Από τον Διάολο μαθαίνει ότι οι δαίμονες δεν έχουνε να κάνουνε με το Απόλυτο Κακό ή με τις Δυνάμεις της Φύσης, παρά είναι κάτι τύποι σαν χαντακωμένοι μικροεπενδυτές που θέλουνε να κάνουνε το μπαμ στο κοσμικο χρηματιστήριο ή στις κοσμικές στήλες του σύμπαντος: τους απασχολεί να φανούν και να δειχτούν και όχι να σφετεριστούν την εξουσία του Ονόματος (έτσι αποκαλούνε τον Θεό), το Οποίο είναι απόμακρο, μπλαζέ και μπαϊλντισμένο ούτως ή άλλως.

Ακολουθούσαν σχεδιάσματα κωμικής βλασφημίας. Υπάρχει ένας διάλογος στον οποίο ο μοντέλος αναρωτιέται πώς οι δαίμονες ανέχονται να τους λατρεύουν οι σατανιστές με σφαγές και ανθρωποθυσίες, αφού κατά βάθος είναι εταιρικά στελέχη που θέλουνε νε πληρωθούν σε μετοχές και μικροεπενδυτές που θέλουν να τζογάρουν. Ο Διάολος ανάβει τσιγάρο, σιάζει την κουστουμιά και απαντάει ότι εδώ το ανέχεται ο Πρίγκηπας της Ειρήνης και Υιός του Ανθρώπου κι ότι ομελέτα χωρίς να σπάσεις αβγά δεν φτιάχνεται.

Η υπόθεση συνεχίζεται με ένα όραμα λίγο σαν αυτό του Χριστού στην έρημο και σαν αυτό του Φάουστ: ο Διάολος αναρπάζει τον μοντέλο, τον παίρνει και τον σηκώνει, και του δείχνει το Ντουμπάι, μεγάλες πίστες και την ανθρωπογεωγραφία τους, boardrooms. Του λέει ότι διάλεξε Έλληνα γιατί κανείς λαός δεν έχει τόσο μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του -- εκτός από τους Εβραίους που ήδη τους καβάτζωσε το Όνομα. Στην προσπάθειά του να τον πείσει να πει το Ναι, τον δελεάζει με το οτι θα τον κάνει αόρατο και θα τον κάνει αναπόδραστα ορατό: ότι θα του δώσει και ασυλία και την προσοχή των καναλιών και της μηχανής του λάιφ στάιλ. Τον εξορκίζει να το κάνει και να πει το ναι για την Ελλάδα και για το μεγαλείο της, για να ξαναγίνει η Ελλάδα το κέντρο του κόσμου όπως επί Ωνάση, "Ποτέ την Κυριακή" και συρτακίου.

Εγκατέλειψα τον σχεδιασμό του μυθιστορήματος όταν το Κλικ έγινε Nitro (νομίζω, μπορεί και να αναχρονίζω) και όταν διάβασα τον "Μαιτρ και τη Μαργαρίτα" του Μπουλγκάκοφ· εκεί έμαθα ότι το να φέρεις τον Διάολο στον σύγχρονο κόσμο έχει ξαναγίνει κι έχει ξαναγίνει καλύτερα κι ότι το αποτέλεσμα είναι ανιαρό: πρέπει να είμαι ο μόνος που την πάλεψε να διαβάσει το δεύτερο μέρος του "αριστουργήματος" του Ρώσου. Η χαριστική βολή στο εγχείρημα δόθηκε όταν είδα για τρίτη φορά τον "Δικηγόρο του διαβόλου", οπότε και αντιλήφθηκα ότι ο Διάολός μου έμοιαζε υπερβολικά με τον Αλ Πατσίνο.

GatheRate

Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2016

Αστακός

Όταν ήμουν στο Λύκειο με ρώτησε η μητέρα μου γιατί δεν θέλω να γίνω γιατρός αφού δεν σιχαίνομαι εύκολα και αφού ούτε με τρομάζουν τα τραύματα ούτε αποστρέφομαι το αίμα. "Δεν αντέχω να υποφέρει ο άλλος, ιδίως αν δεν μπορώ να κάνω τίποτα." Δεν ξαναμίλησε ποτέ για το θέμα.

Δυστυχώς ίσως, κάθε τι που ζω και παρατηρώ γύρω μου χρωματίζεται πάραυτα από μια πολύ έντονη και ενδεχομένως ιδιαίτερη διάθεση μέσα μου, διάθεση που τονίζει και βγάζει μπροστά το στοιχείο του πόνου, της αγωνίας και της στέρησης. Με ακολουθούνε πάντοτε από κοντά ή από μακριά ο οίκτος κι η συμπόνοια.

Μαθαίνουμε γρήγορα να αντιμετωπίζουμε τα βάσανα των άλλων σαν ιστορίες που με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο θα τελειώσουν. Θα τελειώσουν λοιπόν είτε με το ότι όλα θα πάνε στο τέλος μια χαρά, οπότε βάζουμε τελεία και παύλα εκεί όπου θέλουμε εμείς ή εκεί όπου μας επιτρέπει η περιοδολόγηση της ζωής του άλλου, είτε συνήθως με το αμετάκλητο "πέθανε κι ησύχασε". Κάνουμε τον πόνο των άλλων ιστορία ή παραμύθι γιατί θα συντριβούμε αν δεν αποστασιοποιηθούμε. Όμως ο πόνος, η αγωνία και η δυστυχία των άλλων θα γίνει για τους ίδιους ιστορία -- ή και παραμύθι -- μόνον αφού τελειώσουν όλα, ενώ όσο διαρκούν είναι ακριβώς και κυρίως αυτά: πόνος, αγωνία, δυστυχία.

Δυστυχώς για μένα, δεν μπορώ να αποστασιοποιηθώ από τη φρίκη του παιδιού που βλέπει να ξυλοκοπούν τη μάνα του, από το διαρκές μινύρισμα της στέρησης των απολύτως απαραίτητων, από την ανήκεστη βαρβαρότητα του βιασμού, από τον κακοφορμισμένο ακρωτηριασμό τού να πεθάνει το παιδί σου -- όλα αυτά παίζουνε στο σινεμά μέσα στο κεφάλι μου ξανά και ξανά και κάθε φορά προσέχω μια νέα λεπτομέρεια ή ταυτίζομαι με μια όψη του πόνου καινούργια. Με παραλύει η ύπαρξη και η πραγματικότητα των σφαγών, με νεκρώνει η φρίκη της σκέψης ότι αθώοι πεθαίνουν και πεθαίνουν βίαια και άκαιρα και φρικτά, με βαραίνει η ατελείωτη σκλαβιά μιας ζωής με πάρα πολλή δουλειά και με ελάχιστη χαρά. Δυσκολεύομαι να βάλω στην άκρη την ψυχική χωλότητα καταπιεσμένων και κακοποιημένων παιδιών, την αγωνία και την πίκρα του γονιού για το άρρωστο παιδί του, την ερημιά της μοναξιάς και την εξαθλίωση της χρόνιας ερωτικής στέρησης, τον φόβο της αρρώστειας και την απαράθραυστη αγωνία προαναγγελθέντων θανάτων. Δεν με κάνουν να μελαγχολώ και να λυπάμαι όλα αυτά, και περισσότερα, παρά με βαραίνουν και με πονάνε.

Όλα αυτά βρίσκονται εντός μου αισθητά και αιχμηρά· ευτυχώς υπάρχουν οι νευρώσεις μου για να με προστατεύουν από τη διαρκή υπενθύμισή τους ή, καλύτερα, από την αδιάλειπτη παρουσία τους μέσα στο σινεμά που στεγάζει το κρανίο μου.

Κι όλα συμπυκνωμένα επέστρεψαν και φανερώθηκαν αστραπιαία καθώς Κυριακή απόγευμα έβλεπα έναν αστακό μοναχό του με τις δαγκάνες δεμένες, ως είθισται, να περιμένει ακίνητος σε ένα ενυδρείο πότε θα φαγωθεί.

GatheRate

Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2016

Τρεις άθλιοι καφέδες της ζωής μου


Έκλεισε η καντίνα στη δουλειά λόγω ανακαίνισης. Την καφετιέρα στο γραφείο μου τη χάρισα πριν 3-4 χρόνια σε κάτι παιδιά που χρειάζονται καφέ περισσότερο κι από εμένα, άλλωστε συνήθως σταματάω και παίρνω καφέ από τον δρόμο πηγαίνοντας το πρωί στη δουλειά. Τις προάλλες όμως χρειαζόμουν καφέ κατά τις 11 και, κάτι που συνήθως δεν μου συμβαίνει. Σκέφτηκα ότι η κοντινή καφετέρια, περί τα 6+6 λεπτά περπάτημα αλέ ρετούρ, χρεώνει για καπουτσίνο μια βλακόσουπα με γάλα που φτιάχνει μηχάνημα. Σταμάτησα λοιπόν να πάρω καφέ από το φορτηγάκι που έχει σταθμεύσει δίπλα στην κλειστή καντίνα.

Βεβαιώθηκα ότι δεν θα έπινα ζεστό αχτύπητο νες, που είναι το εθνικό τους αφέψημα εδώ, και έδωσα το 1,60. Έβαλα το χάρτινο ποτήρι κάτω από το στόμιο, πάτησα το κουμπί και το τουρκοζούμι έσταξε. Black coffee, έγραφε δίπλα από το κουμπί.

Ο καφές ήτανε προσβολή, βεβαίως. Όμως αν και ήτανε τραχύς στο στόμα μου, μου ανέβασε μια γλύκα μικρή στην καρδιά. Σε μια στιγμή μαντλέν ανακάλεσα τον καφέ μηχανής στη Ρεν το '95 και τους αμερικάνικους καφέδες του '13.

Όταν αναζητούσα καφέ τον υγρό Σεπτέμβρη του '95 στο Ινστιτούτο Πολιτικών Σπουδών, μας έστελναν στον αυτόματο πωλητή του εντευκτηρίου. Γενικά τρελαίνομαι για αυτόματους πωλητές, ιδίως σε σιδηροδρομικούς σταθμούς, για να μην πω για εκείνους που πουλάνε θανατηφόρο τηγανητό τζανκ στην Ολλανδία: βάζεις ευρώ, ανοίγεις γυάλινο πορτέλι, τρως λιπαρά. Στη Ρεν λοιπόν έβαζες δίφραγκο (γαλλικό, πριν το ευρώ αυτά, παιδιά μου) έπεφτε πλαστικό (πριν την αειφόρο μας, ναι) ποτηράκι και ακολουθούσε μέσα του μέλαν ζέον νερόπλυμα. Που μύριζε πρωινό ξύπνημα μέσα σε μικροσκοπικό σταγονίδια υγρασίας που αιωρούνταν στην ατμόσφαιρα μέσα στο χωρίς σκιές πανταχόθεν φως του Βορρά. Που είχε γεύση καβουρντισμένου βακελίτη και εσάνς ξύλου βερνικωμένου που σιγοκαίει στο τζάκι (όπως χρόνια μετά συνειδητοποιήσαμε).

Καμμιά φορά βρίσκαμε και τα 50 centimes εύκαιρα (ρέστα δεν δίνονταν) και έτσι εμπλουτιζόταν το ρόφημα με σοκολάτα (μόκα, και καλά) ή γάλα σκόνη (γάλα ρεζιλέ, γαλλιστί régilait). Είτε σκέτος, είτε με γάλα, είτε μόκα-και-καλά, ο καφές είχε πάντως χαρακτήρα. Καλός δεν ήταν αλλά ήταν χαρακτήρας. Και, δεν κάνω πλάκα, δίπλα στον αυτόματο πωλητή του καφέ υπήρχε άλλος αυτόματος πωλητής-ψυγείο, με βιτρίνα, που πούλαγε ορανζινά, κοκακολά και -- ναι -- μαντλέν σε συσκευασίες των δύο, ιδανικό βούτημα για τον καφέ της διπλανής μηχανής.

Το 2013 πήγα για είκοσι μέρες περίπου στην Αμερική. Δεν ήμουνα και πολύ στα καλά μου εκείνες τις μέρες και αυτό είχε να κάνει και με το γεγονός ότι η δουλειά δεν περπάταγε όπως θα ήθελα πέρα από κάποιες προοπτικές που ανοίχτηκαν και μετά έκλεισαν· εντωμεταξύ έπηζα τόσο πολύ εκεί, που διάβασα μέχρι και τον οκτάτομο Βούδα του Τεζούκα (που δεν μου πολυάρεσε). Ο συνάδερφος που με υποδέχτηκε την πρωτη μέρα με πήγε για φαγητό, εγώ ήμουνα μέσα στη γλυκειά μαστούρα του τζέτλαγκ, μου έδωσε ένα τσαντάκι με κάψουλες Keurig, το αμερικάνικο αντίστοιχο των νεσπρέσσο και των (ανώτερων) Dolce Gusto: "σε ξέρω", μου λέει, "θα τις χρειαστείς". Εγώ ήδη ήξερα ότι έχει στο δωμάτιό μου μηχάνημα και ότι ο καφές στην Αμερική είναι σχεδόν παντού σαν αλογίσιο κάτουρο φιλτραρισμένο μέσα από βαμβακερές κάλτσες πλανόδιου ιεροκήρυκα, ποικιλία robusta γαρ. Δέχτηκα το δώρο με απροσποίητη ευγνωμοσύνη.

Όμως χρειαζόμουν καφέ και εκτός δωματίου κατά τη διάρκεια της μέρας, χρειαζόμουν καφέ και μετά το πρωινό. Δεν πίνω καφέ μόνο για την καφεϊνη, ακόμα και όταν ήμουνα παιδί και σιχαινόμουν τη γεύση του, αγαπούσα το άρωμα του καφέ. Επίσης απαξιώ να δώσω 4 δολάρια και βάλε για κάτι αναίτια περίτεχνο σαν τα κατασκευάσματα των Στάρμπαξ και τα παρόμοια, εκτός αν είναι παγωμένα εκεί γύρω στις 6-7 μμ θερινή και η μόνη εναλλακτική λύση είναι η μπύρα. Για μένα ο καφές πρέπει να είναι κάτι ταπεινό κι αυτονόητο, λαϊκό αλλά υψηλής ποιότητας -- όπως στη Γερμανία και την Ιταλία. Αν θέλω γκουρμεδιές, ασχολούμαι κάλλιστα με τσάγια, όπου η γκουρμεδιά έχει νόημα. Δοκίμαζα λοιπόν διάφορους καφέδες, όλοι ανεξαιρέτως ήταν αλογίσιο κάτουρο φιλτραρισμένο μέσα από βαμβακερές κάλτσες πλανόδιου ιεροκήρυκα, διέφερε μόνον αν το άλογο ήτανε ντοπέ ή και σε οίστρο και ο βαθμός μέριμνας για το σώμα που επιδείκνυε ο ιεροκήρυκας. Τελικά βρήκα έναν καφέ λίγο κυριλέ που λεγότανε Green Mount ή κάτι τέτοιο χωριάτικο, έπαιρνα πάντα την ποικιλία που λεγόταν "ευρωπαϊκό χαρμάνι". Πινόταν.

Και μόλις την προηγούμενη βδομάδα συνειδητοποίησα ότι ο καφές του γαλλικού δίφραγκου και των τριών και πενήντα δολλαρίων δεν διέφερε και τόσο από το ζουμί που προμηθεύεσαι από αυτόματο μηχανάκι μέσα σε ένα φορτηγάκι. Και με αυτό το στιγμιότυπο μαντλέν αποκτάς τρία αυθαίρετα σημεία αναφοράς στη ζωή σου και μεταξύ τους διαγράφεις την αλλαγή και την πρόοδο.

GatheRate

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2016

" ... and even thou art a little queer"

Πολλές φορές, ως μέρος του αγώνα τους για δικαιώματα, χειραφέτηση και αυτό που λέμε "ορατότητα", δηλαδή αξιοπρέπεια πιο παλιομοδίτικα, πολλοί γκέι καταφεύγουν σε μια σειρά επιχειρημάτων που πάνε ως εξής: όλοι οι στρέιτ άντρες είναι κατά βάθος γκέι ή δοκιμάζουνε σποραδικά τον αντρικό έρωτα ή κατά βάθος θέλουνε να τον δοκιμάσουν αλλά ζορίζονται ή κιοτεύουν. Αυτά συνήθως λέγονται όχι ως μέρος κάποιας στρατηγικής παρά μάλλον αυθόρμητα (και πολλές φορές μετά λόγου γνώσεως): ο γκέι άντρας θα τονίσει σε μια συζήτηση πόσοι κατ' όνομα στρέιτ άντρες ζουνε διπλές ζωές, ή παίρνονται περιστασιακά (προσθέτοντας καλαμπουράκια για το πώς η αντρίλα και το ματσιλίκι τους συνυπάρχουν με πολύ συγκεκριμένες προτιμήσεις και ροπές). Άλλοι, και πάλι συνήθως βασισμένοι στην εμπειρία τους, θα προσπαθήσουνε να καταδείξουν ότι οι περισσότεροι άντρες είναι αμφισεξουαλικοί, όρος που πάντως αντιπαθούν κάποιοι ακραιφνείς queer ακτιβιστές, ή ότι οι περισσότεροι άντρες είναι bicurious και heteroflexible ή δεν ξέρω τι όρο θα χρησιμοποιήσουν προερχόμενο από την πορνογραφία, που τόσο απροκάλυπτα κι απενοχοποιημένα -- μέχρι και σε επίπεδο θεωρητικής συγκρότησης -- στέργει το γκέι κίνημα.

Φρονώ ότι ελάχιστοι άντρες δεν έχουν επιθυμήσει, έστω και μια φορά, κάποιον άντρα, ότι ελάχιστοι άντρες δεν έχουν έστω μισοκαυλώσει στην όψη άλλου αντρικού σώματος. Όταν λοιπόν δω τέτοια σχόλια να αντιμετωπίζονται με αγανάκτηση συνήθως συμπεραίνω είτε ότι έπεσα στην περίπτωση είτε ότι τέτοιες επιθυμίες μάλλον καταπιέζονται απηνώς. Σε γενικές γραμμές, δεν ξετρελαίνομαι για στεγανά και, όπως είπα αλλού, "νομίζω ότι από τον καιρό του Κίνσεϋ το θέμα είναι λυμένο: είμαστε όλοι αμφισεξουαλικοί και όλοι πολυγαμικοί, σε διαφορετικό βαθμό βεβαίως ο καθένας. Επειδή ο καθένας μας είναι μοναδικός (όπως και να το δείτε το θέμα), συνέπεια της παραπάνω γενίκευσης είναι ότι υπάρχουν τόσοι σεξουαλικοί προσανατολισμοί όσοι και άνθρωποι. Το ίδιο ισχύει βεβαίως και για τις σεξουαλικές συμπεριφορές, που άλλωστε είναι και ζήτημα πολύ πιο σύνθετο: υπάρχουνε τόσες όσες και άνθρωποι. Ή και περισσότερες".

Ωστόσο το επιχείρημα "όλα τα αγοράκια κατά βάθος είμαστε λίγο αδερφές, άρα αποδεχτείτε εμάς τα εντελώς γκέι αγόρια" πάσχει βαριά· μιλάω για τα αγόρια επειδή με τα κορίτσια που θέλουνε (και) κορίτσια τα πράγματα είναι κάπως διαφορετικά, βασικά λόγω πατριαρχίας: οι αδερφές είναι εξωμότες, οι λεσβίες είναι κάτι βλαμμένες που είτε δεν βλέπονται είτε δεν τους κόβει να βρουν άντρα είτε δεν έχουνε κανονιστεί δεόντως ακόμα.

Γιατί όμως "πάσχει" το επιχείρημα;

Πρώτον, κανένας αγώνας δεν κερδήθηκε με το να πείσεις τον προνομιούχο (τον στρέιτ άντρα στην περίπτωσή μας) ότι μετέχει της φύσης σου. Το ζήτημα των ΛΟΑΤ δικαιωμάτων είναι πολιτικό, δεν είναι πρόβλημα του να νιώσουμε όλοι την αγάπη (ή τον φαλλό). Αν οι αγώνες κερδίζονταν με το επιχείρημα "είσαι κι εσύ, προνομιούχε, λιγάκι σαν κι εμένα που με στιγματίζεις", το ισχυρότερο επιχείρημα του φεμινισμού θα ήταν οι μαντράχαλοι που ντύνονται "γυναίκες" (πουτάνες συνήθως) τις Απόκριες.

Δεύτερον, οι δεινότεροι και πιο ακατάβλητοι πολέμιοι των δικαιωμάτων των γκέι αντρών (για να το περιορίσω σε αυτούς) είναι ακριβως κάτι ενοχικές κρυφές αδερφές, αφού "μισούμε με πάθος και εμμονικά ό,τι ποθούμε ανεξέλεγκτα, ό,τι ξέρουμε πως θα μας απορροφήσει, θα μας εξουθενώσει και ίσως θα μας αφανίσει εάν του αφεθούμε. [...] μισούμε όχι τόσο γιατί φοβόμαστε αλλά γιατί φθονούμε". Δεν ξέρω λοιπόν τι εξυπηρετεί να πείσεις ακόμα περισσότερους άντρες ότι θα ήθελαν να παίρνονται κυρίως ή αποκλειστικά με άντρες, μήπως τελικά μάλλον στρατολογείς εχθρούς των ΛΟΑΤ δικαιωμάτων; -- δεν χρησιμοποιώ τον όρο "ομοφοβία" γιατί όπως δεν είπε ο Μόργκαν Φρήμαν: "Δεν είναι φοβία. Δεν είσαι φοβισμένος, αρχίδι είσαι."

GatheRate

Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2016

Έργα και λόγια, στοχασμοί

Ο παππούς μου, όχι ο Πολίτης, ο άλλος, ήταν ένας σιωπηλός άνθρωπος. Μίλαγε ελάχιστα· όταν αποφάσιζε να μιλήσει έλεγε λίγα. Ζύγιζε πάρα πολύ τις κουβέντες του, κι αυτό αναδεικνυόταν ως φρόνηση, σχεδόν στο ύψος αφανούς και χαμηλόφωνης σοφίας, μέσα στη μικρή κοινωνία όπου ζούσε με τις δυνατότητες που αυτή παρείχε για σαχλαμάρα κι αδολεσχία. Ακόμα και όταν -- σπάνια -- πήγαινε στο καφενείο του Κ, δίπλα στον σιδηροδρομικό σταθμό, μίλαγε ελάχιστα.

Από τον παππού αυτόν πήρα τα μαλλιά. Μικρός ήμουν γλωσσοκοπάνα και μυθομανής. Οι γονείς μου προσπαθούσαν να μη με αποπαίρνουν δημοσία και να μη με χαντακώνουν που έλεγα πολλά και χαζά αλλά κάποτε δεν άντεχαν κι αυτοί: πρέπει να ήμουν εφτά-οχτώ χρονών, όταν μετά από επική ουζοκατάνυξη στο Τηνιακό στην Αλεξάνδρας οι γονείς μου μού εξήγησαν ότι δεν γίνεται να λέω ιστορίες που βγάζω από το κεφάλι μου (τη συγκεκριμένη τη θυμάμαι) μπροστά σε συνάξεις μεγάλων. Η μυθομανία κόπηκε όταν πήγα Α' Γυμνασίου. Δεν ήθελα πια ούτε να λέω χαζές ιστορίες βγαλμένες από το κεφάλι μου, ποτέ δεν το είχα με την πλοκή, ούτε να είμαι πολυλογάς. Προειδοποιούσε ο παππούς ο άλλος, ο Σταμπουλιώτης, ότι οι Εβραίοι της Σαλονίκης, τους οποίους πρόλαβε όσο έζησε εκεί, είχανε το "πόκος παλάβρας" για απόφθεγμα και προτροπή· έμαθα και στο κατηχητικό πως ο Χριστός προειδοποιεί ότι "πᾶν ῥῆμα ἀργὸν ὃ λαλήσουσιν οἱ ἄνθρωποι, ἀποδώσουσιν περὶ αὐτοῦ λόγον ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως". Τα πράγματα ήταν επιεικώς ζόρικα.

Βεβαίως σαν τον παππού τον σιωπηλό δεν έγινα ποτέ. Αδυνατώντας να σωπαίνω, είπα να το καλλιεργήσω το χάρισμα. Ξεκίνησα να διαβάζω συστηματικά, όσο μπορούσα, και σιγά σιγά να απογαλακτίζομαι από τις εγκυκλοπαίδειες, τις οποίες χαριτολογούσαν οι συγγενείς ότι έτρωγα σελίδα σελίδα, σε εποχές αθώες: πριν τον τυφλό φονιά στο Όνομα του Ρόδου.

Όταν τελικά ήρθε ο έρωτας, συνέβησαν δύο πράγματα. Αφενός μού άρεσε πολύ. Μου άρεσε τόσο πολύ που δεν μπόρεσα ποτέ να τον βάλω απέναντι και να τον ενατενίζω ψυχρά και χρηστικά. Κριτικά, ναι, περιδεής και πανικόβλητος, ναι -- ψυχρά και χρηστικά ποτέ. Αν δεν μπορώ να είμαι τρυφερός, είμαι ευγενικός και τίμιος, αν δεν είναι για πολύ τιμώ και σέβομαι το λίγο, αν είναι βαθύ δεν το ονομάζω, αν είναι ρηχό ίσως θα πω για τον ιριδισμό του (όπως της λιμνοθάλασσας στον Σολωμό). Αποφεύγω να διεκτραγωδώ τις υπεραναλύσεις εντός μου, εκτός αν με πνίγουν, αποφεύγω τις περιγραφές και τις παραινέσεις και τα "έλα να σου πω". Δεν λέω λέξη παραπάνω από όσα έχω επίγνωση ότι αισθάνομαι. Κι εκεί, ιδίως εκεί, πασχίζω να ακριβολογώ. Ασιανός μεν ενίοτε, ακριβολόγος δε πάντοτε. Κομματάκι φλερύ αλλά κοφτερός σαν ατσάλι γιαπωνέζικο που μας έμαθε ο Ταραντίνο.

Κάπου εκεί κατάλαβα ότι δεν δικαιούμαι να λέω τζάμπα λόγια, όμορφα και παχιά, για να γαμήσω. Κάπου εκεί αποφάσισα ότι δεν θα χειριστώ και δεν θα πειθανγκάσω ανθρώπους μόνο και μόνο επειδή μπορώ, ίσα ίσα για να με καβαλάν οι όμορφες και να πέφτουνε στο στέρνο μου τα μαλλιά τους. Κάπου εκεί κατάλαβα ότι θα ζοριστώ αλλά θα ευτυχήσω αν λέω μόνον αυτό που έχω κι αν μολογάω μόνον ό,τι είμαι. Αυτά ρυθμίστηκαν νωρίς και έτσι έμειναν, είναι οι δικές μου παραδόσεις και τα όσια και τα ιερά μου, που λέμε.

Και βεβαίως ευτύχησα. Αλλά γιατί τα λέω αυτά;

Επειδή σκεφτόμουν ότι ο παππούς ο σιωπηλός έκανε τον βίο του λόγο. Δεν μίλαγε είτε γιατί δεν μπορούσε, σφηνωμένος καθώς ήταν μεταξύ τουρκικών και καθαρεύουσας και της διαλέκτου των καραγκούνηδων που δεν πολυεκτιμούσε, είτε γιατί εμποδιζόταν, καθώς είχε οικογένεια και παιδιά και στον κάμπο τα πράγματα γίνονταν κάθε τόσο πολύ βάρβαρα, είτε γιατί αυτός ήταν. Λόγος του παππού ήταν ο βίος του, ότι δεν μπήκε στο μπουρδέλο κι ας του πέταξαν μέσα το καπέλο μέσα κι ότι προτίμησε να πάει σπίτι ασκεπής. Λόγος του ήταν ότι σιώπησε και δεν το διαλάλησε στον καφενέ όταν ενδεχομένως πήγε -- όλοι οι άντρες παν αργά ή γρήγορα, έτσι λένε. Λόγος του ήταν το μαντικώς λοξό και πρωτεϊκώς απρόθυμο βλέμμα του όταν τον ρωτάγαμε αν είναι αριστερός ή τι ψηφίζει. Λόγος του ήταν όταν σκυθρώπιασε σαν έμαθε που κάποιο παιδί του δυσαρεστήθηκε με το πώς ρύθμισε τα κληρονομικά.

Εγώ πάλι μιλάω. Δεν ξέρω αν ο βίος μου θα μπορούσε να γίνει λόγος μου, ενδεχομένως όχι. Ο βίος μου στην καλύτερη περίπτωση οὔτε λέγει οὔτε κρύπτει ἀλλὰ σημαίνει. Δεν ξέρω καν τι θα έλεγε ο βίος μου. Εντάξει, και ο λόγος μου επίσης σημαίνει: δεν με ξετρελαίνει το εξώφθαλμο και το προφανές, ενώ η συνθηματολογία με κάνει και φαγουρίζομαι τρελά. Όμως πολλές φορές αισθάνομαι ότι ο λόγος μου είναι η αλήθεια, όχι ο βίος μου. Κι εν πάση περιπτώσει, ο λόγος μου σημαίνει όπως θέλω εγώ. Γιατί μιλάω επειδή μπορώ να μιλάω και παραιτούμαι από το παραμύθιασμα και την απάτη επειδή έτσι θέλω. Κι όθεν η ζωή μου είναι ο λόγος μου: όσα "ναι" έχω πει και οπωσδήποτε όσα "σ' αγαπώ" και κάθε παίνεμα και κάθε παράπονο και όλα όσα επιλέγω να φανερώσω μα και κάθε μισοφανερωμένο μυστικό και όλα μα όλα τα παραληρήματα πόθου, οργής, τρυφερότητας, απογοήτευσης και ευγνωμοσύνης.

Κι έτσι μιλάω στον έρωτα σαν φιλαλήθης και σχολαστικός αναλυτικός, κι έτσι μιλάω στη δουλειά και στο κουρμπέτι σαν δειλά ερωτευμένος. Και αυτή είναι η ζωή μου.

GatheRate

Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2016

Μπαομπάμπ

Οι ιστορίες που μου λένε οι άλλοι (και οι άλλοι εύκολα μού εκμυστηρεύονται τις ιστορίες και τα μυστικά τους) αποτελούν το σφιχτό ζυμάρι με το οποίο φτιάχνω τις φρατζόλες μου. Προσθέτω αναπόφευκτα το ξινούτσικο προζύμι δικών μου εμπειριών και δικών μου μυστικών, ή τη μαγιά της ενσυναίσθησης και της διαίσθησης. Αλλά το ζυμάρι μού το παρέχουν οι άλλοι, απλόχερα και δωρεάν.

Σε κάποιες από αυτές τις ιστορίες διακρίνω μια τάση, ίσως αυξανόμενη, να σκηνοθετούν και να στήνουν πολλοί την ερωτική τους ζωή με βάση τις τσόντες που βλέπουν, οι οποίες βεβαίως βρίσκονται εύκολα πια και σε αφθονία. Δεν σχολιάζω τη σεξουαλική προσήλωση κάποιων σε (πάρα) πολύ συγκεκριμένες πρακτικές και διαδικασίες -- ανθρώπινα είναι και αυτά. Επίσης δεν αναθεματίζω γενικώς και συλλήβδην την ερωτογραφία και την πορνογραφία, ούτε καν ως πηγή ιδεών και λύσεων για την ερωτοπραξία. Με απασχολεί κάτι γενικότερο: η μανία της ταύτισης, η ανάγκη να κάνουμε αυτά που βλέπουμε και να τα κάνουμε όπως τα βλέπουμε, αλλά και η έπαξη να συμμετάσχουμε κι εμείς σε κάτι σαν κι αυτό που βλέπουμε.

Φυσικά, το πρόβλημα πάει πολύ παραπέρα από το να θέλουμε να οργανώσουμε τις λαγνουργίες μας σαν να είναι τσόντες ή να σκηνοθετήσουμε όσους συμμετέχουνε σε αυτές σαν πορνοστάρ. Στο κάτω κάτω έχει κι αυτό την πλάκα του, όταν δεν γίνεται ζακόνι και καταναγκασμός.

Το πρόβλημα βρίσκεται στο ότι η κοινωνία μάς τσιγκλάει ασταμάτητα και επίμονα να κάνουμε δύο πράγματα, τα οποία αλληλοτροφοδοτούνται: το πρώτο, να κάνουμε τη ζωή μας τσόντα, ρομαντική κομεντί, μυθιστόρημα, υλικό για ανέβασμα στο facebook και στο ίνστα· το δεύτερο, να βρούμε σώνει και καλά τρόπους να ταυτιστούμε, αρνητικά ή θετικά, με αυτό που παρακολουθούμε -- ό,τι και να παρακολουθούμε.

Προφανή παραδείγματα της μανίας να ταυτιστούμε προσφέρουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με την πίεση που ασκούν σε όλους μας να σχετιστούμε με ό,τι βλέπουμε, συνήθως σχολιάζοντάς το. Παράλληλα, περιμένουμε από ταινίες και βιβλία να μας πούνε κάτι για τη ζωή μας και μάλιστα με τον τρόπο που θέλουμε εμείς να μας το πουν.

Αυτό το δεύτερο σύμπτωμα της έπαξης να σχετιστούμε, να ταυτιστούμε με κάτι αλλά με τους δικούς μας όρους, σκιαγραφεί πολύ ωραία σε ένα κείμενό της η Rebecca Mead στον New Yorker. Μιλώντας για τη λογοτεχνία και το σινεμά, διαχωρίζει την ταύτιση που αισθανόμαστε με κάποιον λογοτεχνικό ή κινηματογραφικό ήρωα από τη σχετισιμότητα ('relatability'), δηλαδή από την προσδοκία ή και απαίτηση το ίδιο το έργο "να χωράει στην εμπειρία του αναγνώστη ή να την αντανακλά". Συμπεραίνει η Mead ότι αν η ταύτιση, δυναμική και ενεργητική διαδικασία, είναι αποτέλεσμα του να χρησιμοποιεί ο αναγνώστης ή θεατής το έργο σαν καθρέφτη του, η σχετισιμότητα μοιάζει με σέλφι: επιβεβαιώνει κολακευτικά τον σολιψισμό του θεατή ή αναγνώστη, του λέει αυτό που θέλει να ακούσει και του δείχνει τον εαυτό του με τον τρόπο που θέλει να τον βλέπει.

Από τη μια λοιπόν θέλουμε να κάνουμε τη ζωή μας, ή μέρος της ζωής μας, κάτι σαν κι αυτό που παρακολουθούμε, από την άλλη έχουμε την προσδοκία αυτό που παρακολουθούμε να λέει κάτι σχετικό με τη δικιά μας ζωή και μέσα από τη δική μας ματιά.

Και πάλι, αυτό εικονογραφείται ιδανικά στις αυτοσχέδιες τσόντες που ζευγάρια (ή ομάδες) ανεβάζουν στο ίντερνετ: θέλουνε να μεταφερουνε το είδος, το genre, της τσόντας στη δική τους ερωτοπραξία, την οποία κατόπιν απαθανατίζουν ως μία τσόντα με την οποία θα μπορούνε να σχετιστούν: το ζητούμενο είναι και η εισαγωγή του "ιδανικού" σεξ ως είδους απ' έξω και η πραγμάτωσή του σε θέαμα με το οποίο οι πρωταγωνιστές του θα μπορούνε να ταυτιστούν.

Άλλο πεδίο στο οποίο εικονογραφείται αυτός ο φαύλος κύκλος είναι η κακή ποίηση: πολλή ποίηση απηχεί ακριβώς τη διάθεση να καταστεί ο βίος του γράφοντος ή της γράφουσας υλικό για ποίηση, η οποία με τη σειρά της θα γραφτεί με αυτοβιογραφισμό και σολιψιστικώς ώστε να μπορεί να σχετιστεί μαζί της ο ίδιος ο γράφων ή η γράφουσα (και μόνο).

Φυσικά πολλοί θέλουμε και τις ιστορίες μας να πούμε και τις σέλφι μας να βγάλουμε. Οπωσδήποτε έχουμε ζήσει στιγμές που αισθανόμασταν ότι ζούμε μέσα σε μια αφήγηση ή σε κάποιο ιδανικά (ο καθείς κατά τα γούστα του) στημένο πλάνο. Τα προβλήματα ξεκινούν όταν γίνονται απόλυτες και εμμονικώς απαραίτητες αφενός η διάθεση να βγάζουμε σέλφι και να σχετιστούμε με αυτό που βλέπουμε ή διαβάζουμε και αφετέρου η αίσθηση ότι η ζωή μας όλη, ή στην ιδανική της εκδοχή, (πρέπει να) μιμείται την "τέχνη" (η οποία είναι μίμηση της ζωής;).

Φρονώ ότι πρέπει να ξαναβρούμε τη δύσκολη χαρά να ταυτιζόμαστε με καταστάσεις, ήρωες και ιδέες με τις οποίες δεν μπορούμε με τίποτε να σχετιστούμε, με καταστάσεις, ήρωες και ιδέες που δεν είναι ούτε μέσα από τη ζωή μας ούτε εντός της δικής μας ματιάς και νοοτροπίας. Αυτό θαύμασα και χάρηκα στο 2666, αυτό προσπάθησα να κάνω στα Πορτραίτα, αυτό απολαμβάνω (κάποτε με παιδεμό) διαβάζοντας την ποίηση του George Le Nonce.

GatheRate

Τρίτη, 8 Νοεμβρίου 2016

Ογδόη του Χεστηριώνος

Urbi et orbi: στην σοσιαλμηντιακή πόλη και στον κόσμο του Πολιτικού. Στον Κάπα Κάπα Μοίρη, που το παρήγγειλε.

Urbi

Γράμματα ξέρουμε. Λίγα ή πολλά, ξέρουμε. Επίσης, όλο και κάποιος γονιός ή δάσκαλος, κάποιο αφεντικό, αγαπημένο ή μη, κάποτε μας κόντυνε ή και μας ταπείνωσε. Που σημαίνει ότι έχουμε εξασκηθεί να λέμε τη γνώμη μας χωρίς να βρίσουμε. Ναι, μπορούμε. Δεν χρειάζεται να διανθίζεις με ωραίες δικές σου σαιξπηριανές βρισιές τους μαλάκες με τους οποίους διαφωνείς: πες πρώτα πού και γιατί διαφωνείς ρε άρχοντα κι αρχόντισσα.

Βεβαίως και θα βρίσουμε, αν χρειαστεί. Όλα για τους ανθρώπους είναι. Και το σιχτίρισμα επίσης. Όταν έρθει η ώρα του. Αλλά δεν ξεκινάς με μπινελίκια. Όταν μιλάς με ανθρώπους ξεκινάς με ερωτήσεις. Ξεκινάς με τη γαμημένη τη γαμοαμφιβολία, τη γαμοδιερώτηση. Πες, γαμώ τον αντίθεο μου τον Οδυσσέα μέσα, ρώτα: "Γιατί αυτό; Πώς εκείνο; Τι το άλλο;". Εκτός αν μιλάς με φασίστες, οπότε ξεκινάς κατευθείαν βρίζοντας.

Βεβαίως, αυτό λες κι εσύ: όλοι τους είναι φασίστες, μουσολίνια, σκατοχίτωνες, φαιούληδες διαφόρων αποχρώσεων. Όλοι. Όλοι. Όλοι όμως. Άρα, μπα, δεν υπάρχει γλυτωμός.

Εσένα πάλι, άλλος είσαι εσύ, σε πνίγει το δίκιο. Είσαι ανώτερος. Χάρη κάνεις που απευθύνεσαι σε γίδια / σε τσιράκια / σε βλάκες / σε δεξιούς / σε συριζαίους κτλ. Χάρη κάνεις, ποινήν εκτίεις. Ή μπορεί να βγάζεις και μεροκάματο ή μπορεί να χτίζεις και βάση φίλων, υποστηρικτών ή και οπαδών. Ελάχιστες είμαστε οι Πόντιες πουτάνες εδώ μέσα και, για να τα λέμε κι αυτά, οι περισσότερες έχουμε άλλα πράματα να μας φτιάχνουν ή και να μας πληρώνουν τα κομμωτήρια.

Θες να μας πεις ότι αν δεν έχουμε τα διαβάσματα και τα ακούσματα και την γερακίσια την αντίληψή σου να μη σε διαβάσουμε, να μη δούμε το βίντεο που ανέβασες, ασ' το να πάει, ασ' το, ασ' το πονάει, ασ' το. Μας το λες. Κι εγώ λέω: όποιος είναι Καλ Ελ, υπεράνθρωπας και καινή κτίσις αυτοπροσώπως, κάθεται στο σαλόνι τού Fortress of Solitude και παίζει γκαζές με τους πεθαμένους θεούς του και τους πολύτιμους προγόνους του· όποιος όμως θέλει να σώσει τον κόσμο βάζει το κόκκινο σώβρακο πάνω από το κολάν το πρόστυχο το καμπ και βουτάει να σώσει τον κόσμο faster than a speeding bullet κτλ. ενώ ενίοτε παριστάνει και τον βλάκα τον Κλαρκ τον Κεντ, μην κομπλάρουν οι θνητοί.

Εσύ τώρα πρέπει οπωσδήποτε να μας πεις κάτι αλλά πρέπει να εντυπωσιάσεις και τα γκομενάκια. Και ζουραρίζεις μέχρι μυριοχαύνωσης, μας φλομώνεις στο αποσιωπητικό, στον ποιητισμό και στην καλλιέπεια, διακοσμείς το λέγει σου με κειμενική μυρτιά και πικροδάφνη και της Φραγκογιαννούς τ' αδράχτι. Κι εγώ λέω ώπα και κάλμα: τρεις μέρες τη βδομάδα αφιέρωσέ τες στα γκομενάκια, τρεις στην άποψή σου -- την οποία οπωσδήποτε μπορείς να γράψεις πολύ πιο στρωτά χωρίς να χάσεις σε τσαχπινιά και αγγελόκρουσμα. Την Κυριακή θα ανεβάζεις φωτό με ταψιά παστίτσιο ή από μισοάδεια πιάτα με κοκκινιστό ή σναψότ της ροδιάς της τετράκλωνης της μάνας σου.

Που η άποψή σου, εταίρε σύ έτερε, είναι νά με το συμπάθειο, σαν αλογίσια, δεν το συζητάμε. Αυτά πάνε με το μέσο. Αφύ μπορείς να έχεις άποψη (ως πολυπράγμον έλλογο όν) και μπορείς να την εκφράσεις (ως σοσιαλμηντιάκι), θα την πεις και θα την πεις με μπρίο και ορμή. Αν μπορείς, θα θέλεις, το λέει κι ο Θ. Μόδης στις "Προβλέψεις".

Κι εσύ, που σε πάω κιόλας, μην παίρνεις τον εαυτό σου στα σοβαρά. Μόνο το έργο σου να παίρνεις στα σοβαρά, όποιο κι αν είναι και ας μην είναι γκλαμουράτο -- ιδίως τότε. Αλλά όχι τον εαυτό σου. Και μην προσπαθείς να αντισταθμίσεις το ότι παίρνεις τον εαυτό σου πολύ στα σοβαρά με ψευτοσεμνότητες, με αυτοσαρκασμό μεσοβέζικο και με ντεγκραντέ ταπεινολογίες: σε κάνουνε να φαίνεσαι μαλάκας / μαλάκω.

Et orbi

Αριστερά χωρίς κινήματα και χωρίς σταθερή και διαρκή πίεση προς το σύστημα είναι φαντασίωση. Ναι, η αιχμή του δόρατος σε οποιοδήποτε κοινωνικό κίνημα είναι οι συνειδητοποιημένες ομάδες που κινητοποιούν, ερμηνεύουν, μπλαμπλαμπλά, αλλά η αιχμή του δόρατος χωρίς το υπόλοιπο δόρυ (κινήματα, συνδικάτα, δυναμικές συλλογικότητες) είναι καλή μόνο για μανικιούρ, και πάλι λίγο άγαρμπο. Δεν έχει νόημα να συζητάμε τι να κάνουμε αν δεν το κάνουμε και αν δεν μπορούμε να το κάνουμε γιατί δεν υπάρχει κανένας να το κάνει μαζί μας. Δηλαδή έχει νόημα η θεολογική συζήτηση περί Επανάστασης κι Αριστεράς και διαφόρων γεύσεων αναρχισμού, αλλά στο ίδιο επίπεδο με συζητήσεις όπως "γιατί είμαι γαύρος", "η καλύτερη ταινία του Ταραντίνο", "κέτσαπ, τζατζίκι ή γιαούρτι στον γύρο".

Μην ξεχνάμε: η Δεξιά είναι σε όλα ανώτερη και κωλοπετσωμένη, η Δεξιά είναι πολυώνυμη. Τι άλλο είναι πολυώνυμο; Ο θεός των μονοθεϊστικών θρησκειών, όλων τους, έχει πολλά ονόματα ώστε να δίνεται στους πιστούς του η επίφαση πολυπρισματικότητας και πολυφωνίας. Στην πραγματικότητα, παρά τις όποιες θεωνυμίες, αυτή είναι, η μία, η Δεξιά και τα έχει όλα καβατζωμένα. Η Δεξιά έχει πάντα δίκιο. Όταν κλάνεις εσύ, είσαι κλανιάρης και μπίχλας. Όταν κλάνει η Δεξιά, υπάρχει λόγος: TINA, Realpolitik, ανθρώπινη φύση σκολιά και διεστραμμένη, περιρρέουσα ατμόσφαιρα, οι συνθήκες κτλ. Η Δεξιά έχει πάντα δίκιο, είπαμε.

Η Αριστερά είχε μόνο το ηθικό πλεονέκτημα: τη μέριμνα για εκείνους για τους οποίους δεν μεριμνά κανείς, μέριμνα ταξική και όχι φιλάνθρωπη, που χτίζει αλληλεγγύη ή τίποτα. Όπου έχασε το ηθικό αυτό πλεονέκτημα, στις χώρες της σοβιετικής γραφειοκρατίας, στη Γαλλία και στην Ελλάδα π.χ., η Αριστερά ψόφησε από μόνη της. Οπουδήποτε αλλού τρώει γερό βρωμόξυλο από τη Δεξιά η οποία, είπαμε, έχει την μπάνκα, τα μέσα, τις καβάτζες και απαράμιλλη πείρα. Κι έχει πάντα δίκιο.

Η αγανάκτηση, η οργή και η καταγγελτικότητα δεν έχουνε περιεχόμενο και νόημα όταν δεν αποσκοπούν στο να δημιουργήσουν ή να χτίσουν κάποιο κίνημα. Η αγανάκτηση για την προδοσία, η οργή για την ορρωδία και η καταγγελία της παλινωδίας και της κοροϊδίας (καλή ώρα σαν κι αυτές που υφιστάμεθα από τον ΣΥΡΙΖΑ) απλώς επαναβεβαιώνουνε σε εμάς και στην τρελοπαρέα μας ότι βρισκόμαστε στο "σωστό" στρατόπεδο και ότι μας διακρίνει "ορθή σκέψη". Είναι δηλαδή κνιτισμός. Η αγανάκτηση, η οργή και η καταγγελία είναι παραγωγικές μόνον όταν κινητοποιούν και όταν χρησιμεύουν για κριτική του συστήματος και για την ανάδειξη του πόσο αυθαίρετη είναι η ιδεολογία που το νοηματοδοτεί· καταγγέλλω μόνον αν έτσι αναδεικνύω το όποιο ηθικό πλεονέκτημα του αγώνα μας και -- κυρίως -- το όραμα που ζωογονεί την όποια δράση.

Άρα να σιωπήσει κανείς; Όχι. Ενώ περιμένει να "ωριμάσουν οι συνθήκες" ή -- καλύτερα -- ενώ εργάζεται προς την κατεύθυνση του να ωριμάσουν, συλλογικά όσο γίνεται, πρέπει να έχει επίγνωση του εξής: η Ιστορία είναι αδυσώπητη σχεδόν όσο η Φύση. Η Ιστορία συντρίβει χιλιάδες ανθρώπους καθημερινά, ανθρώπους συνήθως που κανείς δεν ακούει, με τρόπους ανεπαίσθητους, δίπλα μας και στον Τρίτο Κόσμο, στις ΗΠΑ και στη γειτονιά μας, μέσα στην οικογένεια και μέσα στον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό. Αντί να ονειρευόμαστε μόνο Μεγάλες Επαναστάσεις και πόλεις αναρχικές, μπορούμε στο μεταξύ να σώσουμε οτιδήποτε αν σώνεται, να μπλοκάρουμε εξουσιαστικές λειτουργίες (από την καταπίεση της δεσποτικής μάνας μέχρι τον αναντίλεκτο λόγο του εργοδότη) και να ελέγξουμε την κάθε εξουσία που μας καπακώνει χρησιμοποιώντας ό,τι έχουμε: τα όποια προνόμια και την όποια θέση και τα όποια λεφτά ή τουλάχιστον τη μία φωνή που έχουμε όλοι.

GatheRate

Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2016

Ο ρυθμός των κειμένων



Νομίζω ότι υπάρχει μια σοβαρή παρανόηση στο πώς αντιλαμβανόμαστε τη σχέση κίνησης και εκφοράς λόγου.

Όταν ο λόγος οδηγεί το σώμα, τότε έχουμε ρητορική. Σίγουρα πάντως δεν πρόκειται για "θέατρο" ή υποκριτική. Μέρος της εκφοράς του λόγου δι' απαγγελίας είναι και πώς περνάει αυτή η εκφορά μέσα από το σώμα του ομιλητή.

Όταν το σώμα που δρα οδηγεί τον λόγο, τότε και μόνον τότε έχουμε υποκριτική. Γι' αυτό και βεβαίως υπάρχει καίρια και καθηλωτική υποκριτική χωρίς ομιλία και χωρίς κείμενο. Γι' αυτό και το θέατρο είναι πιο δύσκολο υποκριτικά από το σινεμά, όπου η κάμερα διαλέγει και αποκλείει: το θέατρο είναι ένα ατελείωτο μονοπλάνο και η μόνη εφικτή εστίαση είναι αυτή που ο ηθοποιός θα επιβάλει με σώμα και φωνή.

Ένα από τα αποτελέσματα της παραπάνω παρανόησης είναι κι ότι πολλοί ηθοποιοί αντιμετωπίζουν την υποκριτική περίπου σαν να κάνουν θεατρικό αναλόγιο, ιδίως αν εκτελούν μονολόγους ή αν πρέπει να περάσει από μέσα τους κάποιο μεγάλο κείμενο. Αυτό είναι καταστροφή: η μίμηση της πράξης καθηλώνεται, στολάρει μάλλον, και ο ηθοποιός μεταμορφώνεται σε ρήτορα.

Τα πράγματα χειροτερεύουν όταν ο ηθοποιός, όπως υπερβολικά πολλοί Έλληνες ηθοποιοί, δεν μπορεί να ελέγξει τη φωνή του και δεν ξέρει να ακολουθήσει σημεία στίξης, στίχωση, τομές, όρια φράσεων και προτάσεων. Για παράδειγμα, το να λες "Και τότε έρχομαι από. Το δωμάτιο." είναι τουλάχιστον άγαρμπο αν δεν γίνεται επίτηδες, λ.χ. με σκοπό να αποδώσει κάποιο ψυχικό πάθος. Όταν παρακολουθείς τέτοιους ηθοποιούς για παραπάνω από 15-20 λεπτά, η κόπωση είναι αφόρητη: ο θεατής πρέπει να κάτσει να αποκωδικοποιήσει σχεδόν αυτό που ακούει.

Ένα πιο σοβαρό πρόβλημα από το παραπάνω στοιχειώδες, αν και διαδεδομένο (μάστιγα θα το έλεγα), είναι ο σεβασμός του εσωτερικού ρυθμού του κειμένου. Τα κείμενα τείνουν να έχουνε δικό τους ρυθμό, ακόμα και τα μη έμμετρα, ακόμα και όταν δεν είναι κρυπτοέμμετρα όπως ο Δρόμος του Εμπειρίκου. Στα πεζά δεν τον δίνει μόνον η στίξη τον ρυθμό, την οποία ο ηθοποιός και ο ρήτορας πρέπει να ακολουθούν τυφλά ακόμα και αν τους χτυπάει κάπως λ.χ. η κατ' αυτούς κατάχρηση κομμάτων, κώλων και τελειών. Τον ρυθμό τον φτιάχνει π.χ. η θέση των χασμωδιών, ο ρυθμός των λέξεων, πόσο πυκνό είναι το συντακτικό, αλλά και η διάθεση του κειμένου. Για παράδειγμα, ένα κείμενο υπεραναλυτικό στα νοήματά του και ενδοσκοπικό σε διάθεση δεν γίνεται να εκφέρεται όπως ένα κείμενο σκωπτικό και πνευματώδες· η ξηρή αποφθεγματικότητα ακόμα και αν μακρηγορεί απαιτεί άλλο παίξιμο και άλλο τέμπο από κάτι διαλογικότερο ως διάθεση που θέλει να βγει προς τα έξω ως πηγαίο και αυθεντικό.

GatheRate

Che figura facciamo?


Νάπολη

Στη Νάπολη κάνει ζέστη το καλοκαίρι. Δυο ταξιτζήδες ψιλοβρίζονται έξω από τον σιδηροδρομικό σταθμό για το ποιος θα πάρει έναν πελάτη από την Παβία. Οι μόνοι ήμεροι ταξιτζήδες του κόσμου είναι οι Πορτογάλοι, αλλά αυτοί είναι πανεθνικώς ήμεροι. Ένας τρίτος ναπολιτάνος ταξιτζής κοιτάει με νόημα τον βορειοϊταλό υποψήφιο πελάτη και επιπλήττει τους δύο: Che figura facciamo?

Μου έκανε εντύπωση η εσωτερίκευση του "τι εντύπωση θα κάνουμε στον καλό τον κόσμο", η άμεση επίκληση του τι θα πουν οι άλλοι για εμάς. Γιατί έχει σημασία η εντύπωση που θα κάνει ο ναπολιτάνος ταξιτζής στον πελάτη από την Παβία αλλά όχι στους ναπολιτάνους που περίμεναν στην ουρά;

Πρόκεται βεβαίως για μια εκδοχή του οριενταλισμού, του κεμαλισμού, του βαλκανισμού. Μόνο που η Νάπολη, πρωτεύουσα κράτους για αιώνες, δεν βρίσκεται ούτε στο Λεβάντε ούτε στη Μέση Ανατολή, ούτε κατοικείται από Τούρκους ενώ τα Βαλκάνια είναι μακριά της. Εντάξει, πρόκειται για μια ντόπια εκδοχή πατερναλισμού: ιταλικός Βορράς (τάξη, πρόοδος, πολιτισμός, τέχνη, λευκές σάλτσες, ρυζότο, κρέας) και ιταλικός Νότος (χάος, μαφία, ρουσφέτι, ολιγαρχία, πάπες και Βουρβώνοι, κόκκινες σάλτσες, ζυμαρικά, θαλασσινά). Αφήνοντας στην άκρη τα γαστρονομικά, στα οποία ο Νότος νικάει κατά κράτος, πάντα με εντυπωσίαζε πόσο έτοιμοι είναι οι Ιταλοί να δαιμονοποιήσουν (δικαίως) τα δεινά της απολυταρχίας των Βουρβώνων και τη διαφθορά της Μαφίας του Νότου τους, ενώ καταφέρνουν να παραγνωρίσουν τα δεινά της απολυταρχίας των Αυστριακών και τη διαφθορά των μικροηγεμόνων και ολιγαρχιών του Βορρά τους.

Το ενδιαφέρον είναι ότι όταν πήγα στη Νάπολη, προετοιμασμένος να βρεθώ σε μια ευρωπαϊκή εκδοχή της Βομβάης, δεν βρήκα χάος και χαμό και αναρχία, όχι περισσότερο από άλλες πόλεις στο μέγεθός της· είδα όμως τρομακτική και απροκάλυπτη φτώχεια.

Ένα το κρατούμενο.

Ο πεφωτισμένος Έλληνας στην Ελλάδα

Μια διευκρίνιση: είμαι παιδί του Διαφωτισμού και δεν βλέπω άλλον τρόπο να πάμε μπροστά πέρα από την επεξεργασία και την ανάπτυξη των αρχών και των επιτευγμάτων του Διαφωτισμού. Ας τελειώνουμε λοιπόν: άλλο Διαφωτισμός, άλλο όσοι πεφωτισμένοι αστοιχείωτα συζητούνε ποιος τον πέρασε και ποιος όχι -- στην πραγματικότητα όντας οι ίδιοι εμβολιασμένοι κατά του Διαφωτισμού.

Ο πεφωτισμένος Έλληνας λοιπόν είναι μια προσωπικότητα που, όπως ο κεμαλικός Τούρκος, ο μεταποικιακός Ινδός και ο βαλκανιστής Βαλκάνιος, διακατέχεται από διαρκές αίσθημα μειονεξίας και ταραχής. Ο πεφωτισμενος Έλληνας βιώνει την καθημερινότητα αλλά και τα μεγάλα ζητήματα του βίου και (ενίοτε) του πνεύματος σε διαρκή σύγκριση με ένα ιδανικό ευρωπαϊκό ιδεώδες που δεν υπάρχει. Θυμηθείτε λ.χ. το χαρακτηριστικό κείμενο της κυρίας Χ. Ταχιάου πριν τέσσερα χρόνια.

Πιο αναλυτικά, ο πεφωτισμένος Έλληνας θέλει να είναι εδώ αλλά να μην είναι εδώ, θέλει να φέρει το εκεί εδώ αλλά δεν είναι καθόλου σίγουρος πως κάτι τέτοιο είναι εφικτό: ο πεφωτισμένος Έλληνας εμφορείται από την επιθυμία να γίνουμε περισσότερο "Ευρωπαίοι" και η Ελλάδα να γίνει περισσότερο "Ευρώπη". Παράλληλα,διαπιστώνει ξανά και ξανά την απόσταση, αβυσσαλέα συνήθως, που κατ' αυτόν χωρίζει την Ευρώπη και τους Ευρωπαίους από την Ελλάδα και τους Έλληνες. Επιθυμεί να κρατήσει πολιτικά στην Ευρώπη μια χώρα και έναν λαό που θεωρεί ότι δεν ανήκουν στην Ευρώπη, τουλάχιστον όχι ακόμα. Η αντίφαση είναι εξαρχής ολοφανέρη, ακόμα και αν παραβλέψει κανείς τον αφελή επαρχιωτισμό του αιτήματος να παραμείνει μια ενότητα (η Ελλάδα) μέσα σε ένα όλον (την Ευρώπη) στο οποίο δεν ανήκει.

Ο πεφωτισμένος Έλληνας ανιχνεύει τον χώρο γύρω του για συμπεριφορές που υπογραμμίζουν το χάσμα αυτό μεταξύ Ελλάδας και Ευρώπης, αναζητεί με επιμέλεια ειδοποιούς διαφορές μεταξύ μιας πραγματικότητας, της ελληνικής, και του πλατωνικού κόσμου της Ευρώπης του. Ωστόσο, αυτή η Ευρώπη (καθαρή και πολιτισμένη κι εύτακτη κι ευνομούμενη) υπάρχει στη φαντασία κυρίως δύο ομάδων ανθρώπων: των παντοειδώς αταξίδευτων ή όσων γεύτηκαν μια περιορισμένη dégustation φοιτητικής ή μεγαλοαστικής ζωής, σε κάποια πόλη της Μεσευρώπης συνήθως. Αυτοί θεωρούν ότι δεν είμαστε Ευρωπαίοι και επιθυμούν να μας κάνουν Ευρωπαίους μεταρρυθμίζοντας το Ελληνικό κράτος σε κάτι το οποίο αντιλαμβάνονται ως "κανονικό ευρωπαϊκό κράτος". Στο πλευρό τους βρίσκονται οι πανταχού παρόντες και ακάματοι ρήτορες των πατερναλισμών και του κομιλφώ.

Για τη γενιά των πεφωτισμένων Ελλήνων, για τα απόπαιδα του Διαφωτισμού και τους ανορθόγραφους του Ορθολογισμού, ο Καραγκιόζης (ο Χατζηαβάτης πάλι, όχι και τόσο πολύ) ευθύνεται που "φτάσαμε εδώ που φτάσαμε". Για όλα. Φταίει η ιστορία του, φταίει κι η γεωγραφία του, φταίει η Ορθοδοξία ή η Δύση ή και οι δυο μαζί. Φταίει το δημοσιονομικά υπερτροφικό Κράτος (που παρατάιζε, λέει, τον Καραγκιόζη) και το πολιτικά ισχνό Κράτος (που δεν τον καρπαζώνει όσο πρέπει όταν ανομεί). Πάνω απ' όλους φταίει η μπανάλ Αριστερά, που παραχαϊδεύει τον Καραγκιόζη και δεν τον αφήνει να βάλει καμπούρα να βγούμε από την κρίση. Τέλος, φταίει ο φτωχός που δεν έμεινε όπου κι η μοίρα του και πού και πού διαμαρτύρεται, αναγκάζοντας τους δυστυχείς ή πονηρούς πολιτικούς να λαϊκίσουν. Αυτό που μας χωρίζει από την Ευρώπη, από το να είμαστε κανονικό κράτος και κανονικός λαός είναι η φτώχεια.

Δύο τα κρατούμενα.

Ο πεφωτισμένος Έλληνας στην Εσπερία

Ο πεφωτισμένος Έλληνας πάει στην Ευρώπη. Εκεί πιστεύει ότι ανήκει άλλωστε. Όπως είπα, συνήθως περιορίζεται στο να περιηγηθεί αξιοθέατα, καλές μεγαλοαστικές γειτονιές, τη βιτρίνα κάθε πόλης, γραφικά τοπία κτλ. Ο πεφωτισμένος Έλληνας, επαναλαμβάνω, πάει στη Μεσευρώπη, στο Παρίσι και στο κεντρικό Λονδίνο -- αλλά και στη Σκανδιναβία και σε νησίδες της Ανατολικής Ευρώπης τα τελευταία χρόνια -- και επιστρέφει με τις καλυτερες εντυπώσεις.

Εκτός όταν τον υπερχρεώσουν ή άμα στριμωχτεί σε κάποιο τρένο, ή όταν του κλέψουνε το πορτοφόλι ή τη φωτογραφική μηχανή, ή αν βρεθεί μάρτυρας σε καναν καβγά μεθυσμένων και του έρθει κανα μπουκάλι ξώφαλτσα. Τότε ζορίζεται κάπως ο πεφωτισμένος Έλληνας: δεν μπορεί να αναφωνήσει "δεν υπάρχει κράτος" και να λοιδωρήσει την ανομία και το μπάχαλο, αφού επισκέπτεται κανονικά κράτη (πόσο και με ποιους τρόπους είναι ένα κράτος "κανονικό", άλλο θέμα). Δεν μπορεί να οιμώξει "δεν είμαστε λαός", γιατί εξ ορισμού (και για λόγους μάλλον ανεξιχνίαστους) οι Αυστριακοί, οι δικοινοτικοί Βέλγοι, οι δεκαπέντε λογιών Γερμανοί, οι τετράγλωσσοι Ελβετοί ή κι οι Εσθονοί είναι λαός, και δη ευρωπαϊκός.

Και τότε καταλαβαίνει ο πεφωτισμένος Έλληνας ότι παρότι στην Ευρώπη και λαός είναι και κράτος υπάρχει, υπάρχουνε δυστυχώς ξένοι: μετανάστες, πρόσφυγες, γκασταρμπάιτερ κτλ. Μπορεί να είναι δύο και τριών και τεσσάρων γενεών, αλλά παραμένουνε ξένοι κι αναφομοίωτοι. Αυτοί φταίνε. Κουβαλήθηκαν από τις χώρες τους στην Ευρώπη για να βρούνε τα εύκολα λεφτά στις φάμπρικες, χτίζοντας και βάφοντας, μεγαλώνοντας παιδιά, στα συνεργεία καθαρισμού και στα μπουρδέλα της, αντί να καθήσουνε στα αβγά τους και να εργαστούν και να αναπτύξουν τις πατρίδες τους· έφεραν μαζί τους τα βάρβαρα έθιμά τους και τη γενικότερη βρωμιά και φασαρία τους. Μπορεί να είναι Αφρικανοί, μπορεί και Πορτογάλοι· άλλοι είναι Άραβες κι άλλοι Πολωνοί (αν και οι Πολωνοί είναι λαός όταν είναι στην Πολωνία, που είναι κανονική χώρα)· ίσως είναι Ανδαλουσιανοί ή και Τούρκοι· Ρουμάνοι αλλά και λατινοαμερικάνοι· Σιτσιλιάνοι και Μαγκρέμπ. Αυτοί χαλάνε τα κανονικά κράτη. Αυτοί όταν δεν θέλουνε να ενταχθούν κλειδώνονται από μόνοι τους στο γκέτο, ενώ όταν το προσπαθούν γίνονται γραφικοί.

Βεβαίως το ζήτημα δεν βρίσκεται ακριβώς στο ότι είναι ξένοι. Το Λονδίνο είναι γεμάτο Ρώσους ολιγάρχες, το Παρίσι φίσκα στους Κινέζους (όχι από αυτούς τους απαίσιους της Βαρκελώνης και της Αθήνας, για πλούσιους μιλάμε), η Ελβετία μέχρι εδώ στους Σαουδάραβες, το Ντύσελντορφ έχει δεκάδες χιλιάδες Γιαπωνέζους και η Ανδαλουσία μέθυσους αλλά σε καθεστώς ευμάρειας Βρετανούς συνταξιούχους. Ναι, γίνονται λίγο θορυβώδεις και χυδαίοι και αυτοί, να κάνουνε τον βίο αβίωτο των ντόπιων λ.χ. ανεβάζοντας τις τιμές της γης, ναι αλλά είναι πλούσιοι.

Πριν τους φτωχούς ξένους, το πρόβλημα των κανονικών χωρών με κανονικούς λαούς ήταν οι φτωχοί: έπιναν, έβριζαν, μύριζαν απλυσιά, ήτανε κακόγουστοι. Και σήμερα ακόμα: π.χ. η εργατική τάξη στην Αγγλία, ιδίως τα φτωχότερα στρωμάτά της, ευθύνεται για ένα σωρό κακοδαιμονίες -- άλλωστε είναι πλέον άκομψο στη Βρετανία να κακολογείς τους ξένους, κι ας κουβαλήθηκαν μαζικά χωρίς κανέναν λόγο. Ακόμα καλύτερα, η ίδια η εργατική τάξη έχει εσωτερικεύσει τον πατερναλισμό που υφίσταται και μέλη της παραδέχονται ασμένως ότι στους κόλπους της ευδοκιμούν yobs, benefit cheats, αλκοολικοί, bloody chavs, πρεζόνια και χασικλήδες, underage mums κτλ

Γενικότερα, η Ευρώπη είναι ένα ωραίο πράγμα αν δεν λάβεις υπόψη τους φτωχούς ξένους και τους φτωχούς γενικότερα.

Τρία τα κρατούμενα.

Στη φωτογραφία η είσοδος του σταδίου Philips, έδρας της PSV Eindhoven: "Ισχύς εν τη ενώσει".

GatheRate

Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2016

Ο αντεραστής


Αυτό τo καθήκι που ήρθε από το πουθενά και μου έφαγε κανονικά τη γυναίκα πρέπει να το έσπειραν το '71. Η το '70. Τον καριόλη. Τον θυμάμαι την πρώτη φορά. Χαμογελαστός κι άνετος, αιθέριος που λένε, ανέμελος κι έτσι και μια χαρά. Αν και ζουμπάς. Τον έβλεπες τον παλιόπουστα από τη γωνία, πριν στρίψει τη γωνία τον έβλεπες, από πίσω από τον τοίχο, τη μάνα του μέσα, τη χίπισσα ή χωριάτισσα ή τι διάολο μουνί τον πέταγε: χωρίς αρχές και τέτοια, αρχή από μόνος του, άνετος, ασκάλωτος τελείως: ανεμπόδιστος και σένιος. Το κέντρο του κόσμου, η μισοριξιά. Χειραψίες και χαμόγελα. Μνημόνιο, αντιμνημόνιο, κυβερνώσα αριστερά, δεξιά της αριστείας και της προόδου -- πού να ξεχωρίσεις. Οι καριόληδες είναι ίδιοι παντού. Την πάρτη και τον πούτσο τους κοιτάνε μόνο, πάντα υπεράνω και λάθος δεν κάνουν ποτέ.

Ήρθε και στρώθηκε μέσα στην παρέα. Τον κοίταγε η άλλη, η δικιά μου. Σπουδαίος τής φάνηκε και περιωπής. Αλλά εγώ, σιγά μην πάρω πρέφα. Και μη φανταστείς καμμιά ιστορία ή καναν άντρακλά δυο μέτρα: ένα εβδομηνταφεύγα είναι, κοκκινοτρίχης, σκατόφατσα αλβανική που παριστάνει τον λεβέντη βλάχο από τη Φιλιππιάδα, δηλαδή και καλά "η καταγωγή του", το μούτρο, με το μαλλί το ίσιο το άχυρο και το αραιό, υποψήφια φαλάκρα η δασική έκταση στο κρανίο του. Και χαμόγελα και σεμνές ματιές και βλέμματα, σαν γκόμενα. Χωρίς τσαγανό, χωρίς τίποτα. Σχεδόν πουστράκι τον έβγαζες, σαρανταφεύγα χρονών λίγδας. Έλεγες σιγά την πετρελαιοκίνηση, δίχρονο παπί είναι ο μαλάκας. Κι αυτός τα έλεγε και τα σπρεχάριζε τα δικά του και ήρθε κι έκατσε δίπλα μου μετά και φάτσα στη βλαμμένη και με χτύπαγε και στον ώμο ο παπάρας και σκεφτόμουν, πούστρα είναι και με χουφτώνει στο φιλικό ή ψάχνει να μου κάνει τον φίλο και τ' αδέρφι να νιώσει κι αυτός έτσι λίγο σπουδαίος κι αντράκι; Τόσο μαλάκας κι εγώ. Κι εκείνος έλεγε τα δικά του στην παρέα, και δώσε να κατεβάζει τα τσίπουρα. Όχι ότι κέρναγε, σκώληκας ήταν. Υπολόγιζε, μην κεράσει καμμιά γύρα παραπανίσια. Και μίλαγε. Αργά και στοχαστικά κοιτώντας το τραπέζι. Ο κοκκινοτρίχης. Η σκατόφατσα. Μίλαγε αργά και χαμηλά, να σωπαίνουν όλοι για να κάνει παράσταση, περφόρμανς που λένε. Η Ελλάδα έτσι κι η ιστορία αλλιώς κι ο Έλληνας αλλιώτικα. Και κουβέντα να γίνεται. Κοίταζε την άλλη στο μεταξύ αλλά πού να καταλάβουμε κι εμείς, λογάς είναι, λες, δεν παίζει, δεν σκαμπάζει, δεν χαλεύει -- πώς το λένε. Αλλά αυτός έκανε ματάκια. Κι εγώ χαμπάρι. Κι έτσι την πάτησα. Και πληρώσαμε την ταβέρνα και με έβαλε εμένα και την άλληνε σε ταξί και όλα καλά και να τα ξαναπούμε.

Και δεν τα ξανάπαμε, αλλά τα ξανάπε με την άλληνα. Τη δικιά μου. Το ήξερα κιόλας. Θα πήγαιναν λέει θέατρο. Το έχαψα κι εγώ, σιγά το ανθρωπάκι το ταλαίπωρο. Να πάνε. Δεν βαριέσαι κιόλας. Πήγα κι εγώ κι είδαμε το Τσάμπιος Λιγκ στου Πάνου, ήπιαμε και τις μπύρες μας και μου έδειχνε στο ημίχρονο κι ο λιγούρης ο άλλος, ο κατά φαντασία γουσταρλής, κάτι τσόντες αηδία στο κινητό του· ρε μαλάκα Πάνο πώς έχουνε γίνει έτσι οι τσόντες, του έλεγα, όλο αιμομιξίες (και καλά!), πέντε μαζί να παίρνουνε μια γκόμενα νουμεράδα σαν να είναι μισθοφόροι των Κόντρας μέσα στη ζούγκλα, σάλια και κάτι φίστιγκ -- σιγά ρε φίλε μη χώσουμε και κανα λαμπατέρ μέσα. Αηδίες ρε φίλε, αηδίες: ξερνάς προτού καυλώσεις. Κι η άλλη στο θέατρο με το καθήκι, τον κακομοίρη τον μονουχισμένο, τον βλάκα του βιβλίου τον δικολάβο. Ετσι έλεγα. Να δούνε τον Χειλάκη, τον Μαρκουλάκη ή τον άλλονα, πώς τον λένε, τον Σερβέτ Αλή και τον δεν ξέρω ποιον να παίζουνε τα βάσανα Ρώσων αλκοολικών που τους φάγανε τα χρέη κι η γκαντήφλα του κωλόκαιρου. Κι αυτοί χαμουρευόντουσαν. Μπορεί και να γαμήθηκαν κι από κείνη τη φορά, πού να ξέρω. Κι ήρθε η άλλη σπίτι πριν από μένα κι όλα μια χαρά. Μέλι γάλα. Και μου έλεγε πώς της έλεγε ο χατζηπαπάρας γιατί δεν θα τελειώσει η κρίση ποτέ. Σου είπα, ή αριστερός διανοούμενος ή δεξιός στοχαστής ήταν. Τι στοχαστής, γαμιστής ήτανε. Κωλοδικηγόρια. Σκώληκες. Σκαθάρια. Στο γραφείο του την πήγαινε. Γραφείο, ράφια, ντουλάπι, καναπές -- αυτά από έπιπλα. Στην Κολοκοτρώνη. Μέσα στη μαύρη νύχτα. Τέταρτος όροφος. Εμπορικό δίκαιο. Να σου ξηγήσω το σκεπτικό, την υπόθεση, την κατάσταση και τ' όνειρο. Το διά ταύτα.

Κι εντάξει, ο κοκκινοτρίχης ο σπανός, ο ένα ογδόντα με το ζόρι, ο κοκκαλιάρης, η μισοριξιά· αυτός ας πούμε ότι ψαχνότανε. Νταξ, παίκτωρ, μπλα μπλα είχε, μπλα μπλα δειγμάτιζε. Μια χαρά γι' αυτόν οι παντρεμένες. Ήθελε να κάνει παιχνίδι, βρήκε τη δικιά μου. Η δικιά μου δεν καταλαβαίνω τι του βρήκε. Αυτή είναι του γυμναστηρίου. Αυτό το πράμα περίμενε για να με κερατώσει; Αυτόν τον έρμο τον κακομοίρη; Κάτι κλαρίνα στο γυμναστήριο που έχω δει να κυκλοφορούν τον έπιαναν τον τυπάκο και τον έκαναν δέμα και τον έστελναν συστημένο. Εγώ με κανέναν από εκεί μέσα, από το γυμναστήριο, φοβόμουν μη μου τα φορέσει, που έζεχναν όλοι με τα κολλητά τα φανελάκια βαρβατίλα κι ιδρώτα και τη χούφτωναν για να της δείξουνε της γυναίκας πώς να πιάνει τη λαβή για να τραβάει τα βάρη και πώς να μη γλυστράει ο κώλος της πάνω στη σέλλα του μηχανήματος όταν έπαιρνε τις επαναλήψεις. Αυτούς τους είχα λίγο από φόβο, φουσκωτούς και γραμμωμένους, ιδίως τους γραμμωμένους, και πήγαινα απροειδοποίητα με το αμάξι πού και πού και την έπαιρνα κι αυτή τους κοίταγε -- γιατί κόβει το μάτι μου εμένα, μην κοιτάς που την πάτησε με τον φλώρο, τον κωλόπουστα -- όπως κοιτάω εγώ τα τιμολόγια. Κι ούτε είχε τίποτα ιδιαίτερες εξάψεις μετά -- γιατι κι αυτό είναι ένδειξη, σημάδι. Και πήγε λοιπόν η δικιά μου η λαμπάδα με τον κώλο σκέτη ποίηση και του κάθησε του κοκκινοτρίχη του σπανού με την προσεχώς φαλάκρα και τις πλατούλες Γραφέως Β'. Που μας έλεγε για την κρίση. Και που έπινε τσίπουρα κι έκλειναν τα μάτια του από τη ζάλη. Η λούγκρα του κερατά. Αλλά η δικιά μου αυτόνανε γούσταρε. Άβυσσος, περί ορέξεως και τα λοιπά. Τι να πεις.

Ήτανε και προσεκτική στο μεταξύ. Δεν τον έβλεπε συνέχεια. Όχι. Στη χάση και στη φέξη. Πονηριά. Σύστημα. Στο σπίτι του λέει δεν πήγανε ποτέ. Ο μαλάκας, πήγαινε με τους κανονισμούς, με το βιβλίο: "δεν γαμάμε σπίτι μας ούτε μισή φορά" κι έτσι. Κι ας είναι εργένης. Αλλά βέβαια κι είναι εργένης: ανθρωπάριο. Μισοριξιά. Ποια να τον παντρευτεί τον ζαβλακωμένο, το ζαβό. Εκεί, τις παραμυθιάζει και του κάθονται μέχρι να τονε βαρεθούν κι αυτόν και την μπάμια που θα έχει για καυλί. Γιατί μέχρι πού να σε πάει το ψηστήρι, η καυλάντα και το μπλα μπλα, η φιλοσοφική η συζήτηση και οι κουβέντες της κουλτούρας; Δεν ζουν οι σχέσεις χωρίς καύλα. Λίγη καύλα, όχι πολλή. Αλλά αυτός τι καύλα; Αυτός κουβέντες και μπούρδου μπούρδου: μέχρι εκεί. Για 2-3 μήνες το πολύ και άντε. Εκτός απ' τη δική μου φυσικά, που τραβιότανε μαζί του 6 χρόνια. Έξι χρόνια ρε φίλε. Έξι. Κι όλα ρολόι. Κι εγώ μέσα σε αυτά τα χρόνια τον είδα μια φορά στην αρχή, που έγινε το κοννέ στα τσίπουρα, μια στα Βλάχικα με τον μαλάκα τον ξάδερφό μου που ήτανε πελάτης του (ανάθεμα τους δικηγόρους και τα πελατάκια τους και τον Έλληνα τον δικομανή), μια για καφέ στη Μητροπόλεως που τον είδαμε τυχαία και είπαμε να κάτσει μαζί μας και μια ακόμα την τελευταία. Στην όπερα.

Πάμε στην όπερα έλεγε η άλλη, καμμιά αντίρρηση εγώ, ήτανε κι ιταλική που μου αρέσουν. Θα είναι και ο Μαλάκας, εντάξει, μας βρήκε εισιτήρια. Ντυνόμαστε και πάμε· προσέκκο και εφέ στο φουαγιέ, όλα ωραία, κοιτάμε τις κάσες τις κολωνακιώτικες που περπάταγαν και νιώθανε να τους ανήκε η όπερα, λες κι ήτανε Κερκυραίες, κοίταγα τους κολωνακιώτες τους ξεπεσμένους, σαν μαδημένες νερόκοτες. Καταφθάνει και ο αρχιπαπάρας καθυστερημένος λίγο πριν αρχίσει η παράσταση, μπαίνουμε μέσα, ωραία η Λουτσία, μια χαρά, καλές φωνές, παραγωγή κιμπάρικη. Στο διάλειμμα στο φουαγιέ με κοιτάει και μου λέει ο κοκάκιας (γιατί ήτανε και κοκάκιας, όλα τα κακά τα είχε το παπάρι το μαραμένο) με το μάτι να γυαλίζει σαν γυάλινο κι έτσι μοχθηρό: "Δεν υπάρχει και δεν θα υπάρξει" -- ναι έτσι μιλάει ο Χάρης Πάτσης, το κωλόφυτο η Δομή -- "δεν υπάρχει και δεν θα υπάρξει γυναίκα σαν τη Μάνια".

Και ξαφνικά αστράφτουν όλα μπροστά μου. Όλα. Και βλέπω ότι είναι φτιαγμένος και καταλαβαίνω τι παίζει μπροστά στα μάτια μου, όχι πίσω από την πλάτη μου, εδώ και μια εξαετία, αυτό το γαμημένο το 2010-2016 που μηδένισε τα κοντέρ ολωνών και μας πέταξε στην αφετηρία και γέμισε την πόλη τραμπούκους να κυνηγάνε πεινασμένους και που μας έκλεισε τα μαγαζιά και μας γάμησε τα μυαλά. Καταλαβαίνω τότε τι γίνεται και κόβονται τα πόδια μου κι έτρεμαν και τα γόνατά μου λίγο και βλέπω από μακριά τη δικιά μου, τη μαλάκω τη Μάνια που με κεράτωνε με αυτόν τον μπαγιάτικο κουραμπιέ, τον κοκκινιτρίχη με φωνή σαν καραμούζα αποκριάτικη, να έρχεται από την τουαλέτα που πούδραρε τη μύτη της ή δεν ξέρω τι. Προλαβαίνω λοιπόν και του λέω "Το ξέρω, φίλε. Δεν υπάρχει." Και παίρνω τη Μάνια από το μπράτσο, την τραβάω μπροστά και πάμε και καθόμαστε στις θέσεις μας και βλέπουμε ήσυχα ήσυχα την τελευταία πράξη, όπου πεθαίνουν όλοι, ως συνήθως. Μετά πήγαμε σπίτι μας.

GatheRate

Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2016

Έφτι Μουλά


Έρχομαι από τα βάθη της Ασίας.

Το 1994 πήγα στη Λέσβο για να βρω το κορίτσι μου, που παραθέριζε εκεί με τους δικούς της -- αθώες εποχές τότε, μας έσερναν οι γονείς μαζί τους στις διακοπές. Έφτασα εκεί με άλλους τρεις φίλους, δεν υπήρχανε και κινητά οπότε αφήναμε ο ένας στον άλλο μηνύματα με αριθμούς τηλεφώνου των πανσιόν που καταλύαμε. Ήμουν ήδη δυο τρεις μέρες στη Λέσβο όταν μαθαίνω από την ολοφάνερα αναστατωμένη μητέρα της κοπέλας ότι πήρε το βαρκάκι χωρίς προειδοποίηση, πήγε στο Αϊβαλί και από εκεί θα διέσχιζε με τούρκικο ΚΤΕΛ την Τουρκία μέχρι να φτάσει στην Καππαδοκία. Από την οποία κατάγομαι. Για να δει πώς είναι εκεί οι άνθρωποι.

Δύο μήνες μετά, στην Αθήνα, μου είπε ότι όλοι μου έμοιαζαν στους δρόμους της Καισάρειας, μια δυο φορές μάλιστα νόμισε ότι με είδε να περπατάω με τριμμένο γκρι σακάκι. Πιθανόν όλοι να μου έμοιαζαν, αλλά μπορεί και να επρόκειτο για περίπτωση παρειδωλίας: όποιος ψάχνει μοτίβα τα βλέπει κι εκεί όπου μετά βίας υπάρχουν, λ.χ. στα σύννεφα.

Μπορεί οι τουρκόφατσες της Καππαδοκίας, που έγιναν πολύ της μόδας με τα σήριαλ τα τούρκικα και τις ταινίες του Nuri Bilge Ceylan, να θυμίζουνε τη δική μου, αλλά η ταυτότητα είναι πολύ μπαγάσικο πράμα και δεν ορίζεται ούτε στατικά ούτε με τη συσσώρευση πληροφοριών. Αναρωτιέται π.χ. ο Κούντερα στην Ταυτότητα, λίγο ρητορικά και στημένα, τι από τα δύο είναι η ταυτότητα του καθενός μας: το άθροισμα όλων των λεπτομερειών που είμαστε, των ειδοποιών διαφορών μας, ή αυτό που μένει όταν απογυμνωθούμε από τις λεπτομέρειες και τα καθέκαστα;

Ενδιαφέροντα θέματα οπωσδήποτε. Αυτό που ξέρω εγώ είναι ότι δεν έχω πάει μέχρι τη μέση της Καππαδοκίας για να βρω τις ρίζες μου: ό,τι θυμάμαι και ό,τι έχω ζήσει είναι οι ρίζες μου, ενώ τη βιολογία μου την κουβαλάω μαζί μου και είναι μέρος μου, μαζί και η τουρκόφατσα.

Ο μισός είμαι Καππαδόκης, ένα τέταρτο Αρκάδας, ένα τέταρτο Πολίτης. Κατά τ' άλλα κι εγώ κι ο πατέρας μου είμαστε Αθηναίοι. Αν δεν θέλει να παίξει κανείς με στερεότυπα, τα πράγματα είναι απλά: τουρλού, όπως είμαστε οι περισσότεροι από καταβολής ανθρωπότητας, είδους έμφρονος, γλωσσικού και ταξιδιάρικου, ενίοτε πολύ μοχθηρού και συνήθως απλώς παράφορου, που πρόκοψε στις πόλεις μετά από δεκάδες χιλιάδες χρόνια κυνηγιού και περιπλανήσεων.

Αν θέλει να παίξει κανείς με στερεότυπα, μπορεί να σκεφτεί παστουρμάδες λόγω Καππαδοκίας -- αν κι εγώ θα έλεγα μαντί και πολύ γιαούρτι, χοροί με κουτάλια και τουρκοφωνία· μπορεί να σκεφτεί τσάμικους λόγω Αρκαδίας, αν κι εγώ θα έλεγα στριφνότητα, ψυχρότητα και γαστρονομική απελπισία· για δε την Πόλη όλοι έχουν γνώμη.

Αν πάλι επιμείνω στη μνήμη, υπάρχουν ιστορίες. Υπάρχουνε π.χ. θειάδες και γιαγιάδες που μιλάνε μεταξύ τους τούρκικα για να μην καταλαβαίνουμε ποιον κουτσομπολεύουνε και πώς. Υπάρχει και μια αιωνόβια, εντελώς κινηματογραφική γιαγιά, σαν αρχαία μάγισσα ή Γραία, η οποία αρνούνταν να καθήσει σε οτιδήποτε ψηλότερο από έναν πολύ χαμηλό σοφρά. Αυτό που την έκανε να μοιάζει με μαντείο ήταν ότι μίλαγε μόνο τούρκικα, και μάλιστα με τρόπο που δυσκόλευε ακόμα και τους υπόλοιπους τουρκόφωνους στο σόι. Εγώ τη φοβόμουν κάπως. Με αποκαλούσε Έφτι Μουλά.

Αν με ρωτήσετε, νιώθω Αθηναίος και Βορειοδυτικός Ευρωπαίος κι αισθάνομαι ότι υπάρχει μια Επτάπολη μέσα στην Ευρώπη όπου θα μπορούσα να ζήσω όπως νομίζω ότι θα ήθελα να ζήσω: Αθήνα, Άμστερνταμ, Βερολίνο, Γενεύη, Κολωνία, Βαρκελώνη, Νάπολη. Αν με ρωτήσετε τι συγκροτεί την ταυτότητά μας, θα ξαναπώ αυτό:
Οι ταυτότητές μας δεν είναι ούτε (μόνο) βιολογία, ούτε ανεξίτηλες. Μπορεί να είναι το στέκι και το νησί μας, οι Ramones και η Σχολή μας, η γυναίκα που δεν θα φύγει και οι άντρες που πέρασαν. Οι ταυτότητές μας διαμορφώνονται από το πού νιώθουμε να ανήκουμε, από το τι μας υποστασιάζει και από ό,τι μας δίνει χαρά.
Και δεν θα πω άλλα.

Η φωτογραφία εικονίζει (και) το αυτοκόλλητο-παρέμβαση You are here (Sakis Folios).

GatheRate

Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2016

Λαιστρυγόνες


Το 1978, όταν ήμουν πέντε χρονών, ο πατέρας μου αποφάσισε να αγοράσει το Nightflight to Venus, ώστε να έχει και κάτι από ξένα στην καινούργια και υπό συμπίληση δισκοθήκη του, η οποία μέχρι τότε περιείχε λίγο Μπαχ, πολύ Μπετόβεν, Βάγκνερ, Μότσαρτ, Σούμπερτ, τα απάντα του Χιώτη, Χατζιδάκι, Θεοδωράκη και Στράτο Διονυσίου. Όσοι μεγαλώσατε με πανκ, με ροκ και με ποιότητα πολλή ξινίζετε, αλλά δεν πειράζει: ξέρω όλα τα τραγούδια του δίσκου απ' έξω, ο οποίος με μύησε σε περίτεχνα φωνητικά, διπλές εισαγωγές και την ενορχηστρωτική φαντασία -- εβδομηνταρία γαρ.

Κάτι άλλο που έμαθα γύρω στα έξι μου είναι η Οδύσσεια, στην οποία με μύησε ένα επιτραπέζιο παιχνίδι που έπαιζα στο κέντρο νεότητας (επί Μπέη ο Δήμος Αθηναίων ενδιαφερόταν και για τους δημότες του, όχι μόνο για ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς, ευταξία και τον κατευνασμό εργολάβων). Αμέσως μετά έπεσα με τα μούτρα σε μια Οδύσσεια για την Τρίτη Δημοτικού, σχολικό βιβλίο του πατέρα μου. Βεβαίως με ενδιέφεραν οι Απόλογοι κυρίως, ακόμα με ενδιαφέρουν, μικροί ή μεγάλοι· άλλωστε σε αυτούς βασιζόταν το επιτραπέζιο παιχνίδι, άλλωστε αυτοί είναι κατά Μπόρχες το πρότυπο κάθε περιπλάνησης: ο Νόστος. Και το επεισόδιο που με συνάρπαζε πάντοτε ήτανε των Λαιστρυγόνων.

Με εντυπωσίαζε που ήτανε κανονικοί άνθρωποι, με δύο μάτια δηλαδή, αλλά γίγαντες, χωρίς να ανήκουνε στους Γίγαντες της ησιόδειας Κοσμογονίας. Επιπλέον ζούσανε σε χώρα παραθαλάσσια αλλά δασωμένη, που από τότε μού φάνταζε ιδανική περίπτωση. Το επεισόδιο είναι αρκετά σύντομο, αλλά το ονόματα που μου είχανε κολλήσει ήταν δύο: της χώρας, που λέγεται Τηλέπυλος, κι εγώ ερμήνευα μέχρι απόψε ως "μακριά από την Πύλο", και του βασιλιά της, που λέγεται Αντιφάτης, κι εγώ καταλαβαίνω να σημαίνει "αυτός που αντιλέγει" κι όχι "αυτός που αντιφάσκει". Άλλωστε ο Αντιφάτης δεν είναι απατεώνας ούτε ψεύτης ούτε καν εκμαυλιστής όπως η Κίρκη: τρώει τον πρόσκοπο του Οδυσσέα για μεζέ και μετά μαζεύει τον λαό του και πετάνε πέτρες στον στολίσκο του ξένου που έπιασε στο λιμάνι τους -- όπως κάθε τοπικιστής που σέβεται τον εαυτό του. Πάντως οι Λαιστρυγόνες καμακώνουνε τα ανθρώπινα θύματά τους για να τα φάνε (ἰχθῦς δ᾽ ὣς πείροντες ἀτερπέα δαῖτα φέροντο)· τουλάχιστον οι Λαιστρυγόνες είναι ανθρωποφάγοι, όχι απλοί μισάνθρωποι φονιάδες.

Απόψε, ψάχνοντας λίγο, μαθαίνω ότι οι φιλόλογοι μού λένε ότι παρετυμολόγησα το Τηλέπυλος, που μάλλον σημαίνει "υψηλή πύλη" τελικά, ενώ για το Αντιφάτης ξύνουνε το κεφάλι τους. Επιστρέφοντας στο πρωτότυπο για περισσότερες πληροφορίες, βρήκα ότι ο ιδρυτής της Τηλεπύλου λεγόταν Λάμος, που θα πει "χάσμα". Σε ένα τόσο σύντομο επεισόδιο (κ 81-134) περιέχεται μέσα σε τρία κύρια ονόματα τόση αφήγηση και τόση ένταση. Εντάξει, υπάρχει ακόμα ένα τοπωνύμιο, μια κρήνη στην Τηλέπυλο, Αρτακία, αλλά δεν το έψαξα γιατί φαντάζει υπερβολικά ήμερο και οικείο.

GatheRate