Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2016

Αστακός

Όταν ήμουν στο Λύκειο με ρώτησε η μητέρα μου γιατί δεν θέλω να γίνω γιατρός αφού δεν σιχαίνομαι εύκολα και αφού ούτε με τρομάζουν τα τραύματα ούτε αποστρέφομαι το αίμα. "Δεν αντέχω να υποφέρει ο άλλος, ιδίως αν δεν μπορώ να κάνω τίποτα." Δεν ξαναμίλησε ποτέ για το θέμα.

Δυστυχώς ίσως, κάθε τι που ζω και παρατηρώ γύρω μου χρωματίζεται πάραυτα από μια πολύ έντονη και ενδεχομένως ιδιαίτερη διάθεση μέσα μου, διάθεση που τονίζει και βγάζει μπροστά το στοιχείο του πόνου, της αγωνίας και της στέρησης. Με ακολουθούνε πάντοτε από κοντά ή από μακριά ο οίκτος κι η συμπόνοια.

Μαθαίνουμε γρήγορα να αντιμετωπίζουμε τα βάσανα των άλλων σαν ιστορίες που με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο θα τελειώσουν. Θα τελειώσουν λοιπόν είτε με το ότι όλα θα πάνε στο τέλος μια χαρά, οπότε βάζουμε τελεία και παύλα εκεί όπου θέλουμε εμείς ή εκεί όπου μας επιτρέπει η περιοδολόγηση της ζωής του άλλου, είτε συνήθως με το αμετάκλητο "πέθανε κι ησύχασε". Κάνουμε τον πόνο των άλλων ιστορία ή παραμύθι γιατί θα συντριβούμε αν δεν αποστασιοποιηθούμε. Όμως ο πόνος, η αγωνία και η δυστυχία των άλλων θα γίνει για τους ίδιους ιστορία -- ή και παραμύθι -- μόνον αφού τελειώσουν όλα, ενώ όσο διαρκούν είναι ακριβώς και κυρίως αυτά: πόνος, αγωνία, δυστυχία.

Δυστυχώς για μένα, δεν μπορώ να αποστασιοποιηθώ από τη φρίκη του παιδιού που βλέπει να ξυλοκοπούν τη μάνα του, από το διαρκές μινύρισμα της στέρησης των απολύτως απαραίτητων, από την ανήκεστη βαρβαρότητα του βιασμού, από τον κακοφορμισμένο ακρωτηριασμό τού να πεθάνει το παιδί σου -- όλα αυτά παίζουνε στο σινεμά μέσα στο κεφάλι μου ξανά και ξανά και κάθε φορά προσέχω μια νέα λεπτομέρεια ή ταυτίζομαι με μια όψη του πόνου καινούργια. Με παραλύει η ύπαρξη και η πραγματικότητα των σφαγών, με νεκρώνει η φρίκη της σκέψης ότι αθώοι πεθαίνουν και πεθαίνουν βίαια και άκαιρα και φρικτά, με βαραίνει η ατελείωτη σκλαβιά μιας ζωής με πάρα πολλή δουλειά και με ελάχιστη χαρά. Δυσκολεύομαι να βάλω στην άκρη την ψυχική χωλότητα καταπιεσμένων και κακοποιημένων παιδιών, την αγωνία και την πίκρα του γονιού για το άρρωστο παιδί του, την ερημιά της μοναξιάς και την εξαθλίωση της χρόνιας ερωτικής στέρησης, τον φόβο της αρρώστειας και την απαράθραυστη αγωνία προαναγγελθέντων θανάτων. Δεν με κάνουν να μελαγχολώ και να λυπάμαι όλα αυτά, και περισσότερα, παρά με βαραίνουν και με πονάνε.

Όλα αυτά βρίσκονται εντός μου αισθητά και αιχμηρά· ευτυχώς υπάρχουν οι νευρώσεις μου για να με προστατεύουν από τη διαρκή υπενθύμισή τους ή, καλύτερα, από την αδιάλειπτη παρουσία τους μέσα στο σινεμά που στεγάζει το κρανίο μου.

Κι όλα συμπυκνωμένα επέστρεψαν και φανερώθηκαν αστραπιαία καθώς Κυριακή απόγευμα έβλεπα έναν αστακό μοναχό του με τις δαγκάνες δεμένες, ως είθισται, να περιμένει ακίνητος σε ένα ενυδρείο πότε θα φαγωθεί.

GatheRate

Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2016

Τρεις άθλιοι καφέδες της ζωής μου


Έκλεισε η καντίνα στη δουλειά λόγω ανακαίνισης. Την καφετιέρα στο γραφείο μου τη χάρισα πριν 3-4 χρόνια σε κάτι παιδιά που χρειάζονται καφέ περισσότερο κι από εμένα, άλλωστε συνήθως σταματάω και παίρνω καφέ από τον δρόμο πηγαίνοντας το πρωί στη δουλειά. Τις προάλλες όμως χρειαζόμουν καφέ κατά τις 11 και, κάτι που συνήθως δεν μου συμβαίνει. Σκέφτηκα ότι η κοντινή καφετέρια, περί τα 6+6 λεπτά περπάτημα αλέ ρετούρ, χρεώνει για καπουτσίνο μια βλακόσουπα με γάλα που φτιάχνει μηχάνημα. Σταμάτησα λοιπόν να πάρω καφέ από το φορτηγάκι που έχει σταθμεύσει δίπλα στην κλειστή καντίνα.

Βεβαιώθηκα ότι δεν θα έπινα ζεστό αχτύπητο νες, που είναι το εθνικό τους αφέψημα εδώ, και έδωσα το 1,60. Έβαλα το χάρτινο ποτήρι κάτω από το στόμιο, πάτησα το κουμπί και το τουρκοζούμι έσταξε. Black coffee, έγραφε δίπλα από το κουμπί.

Ο καφές ήτανε προσβολή, βεβαίως. Όμως αν και ήτανε τραχύς στο στόμα μου, μου ανέβασε μια γλύκα μικρή στην καρδιά. Σε μια στιγμή μαντλέν ανακάλεσα τον καφέ μηχανής στη Ρεν το '95 και τους αμερικάνικους καφέδες του '13.

Όταν αναζητούσα καφέ τον υγρό Σεπτέμβρη του '95 στο Ινστιτούτο Πολιτικών Σπουδών, μας έστελναν στον αυτόματο πωλητή του εντευκτηρίου. Γενικά τρελαίνομαι για αυτόματους πωλητές, ιδίως σε σιδηροδρομικούς σταθμούς, για να μην πω για εκείνους που πουλάνε θανατηφόρο τηγανητό τζανκ στην Ολλανδία: βάζεις ευρώ, ανοίγεις γυάλινο πορτέλι, τρως λιπαρά. Στη Ρεν λοιπόν έβαζες δίφραγκο (γαλλικό, πριν το ευρώ αυτά, παιδιά μου) έπεφτε πλαστικό (πριν την αειφόρο μας, ναι) ποτηράκι και ακολουθούσε μέσα του μέλαν ζέον νερόπλυμα. Που μύριζε πρωινό ξύπνημα μέσα σε μικροσκοπικό σταγονίδια υγρασίας που αιωρούνταν στην ατμόσφαιρα μέσα στο χωρίς σκιές πανταχόθεν φως του Βορρά. Που είχε γεύση καβουρντισμένου βακελίτη και εσάνς ξύλου βερνικωμένου που σιγοκαίει στο τζάκι (όπως χρόνια μετά συνειδητοποιήσαμε).

Καμμιά φορά βρίσκαμε και τα 50 centimes εύκαιρα (ρέστα δεν δίνονταν) και έτσι εμπλουτιζόταν το ρόφημα με σοκολάτα (μόκα, και καλά) ή γάλα σκόνη (γάλα ρεζιλέ, γαλλιστί régilait). Είτε σκέτος, είτε με γάλα, είτε μόκα-και-καλά, ο καφές είχε πάντως χαρακτήρα. Καλός δεν ήταν αλλά ήταν χαρακτήρας. Και, δεν κάνω πλάκα, δίπλα στον αυτόματο πωλητή του καφέ υπήρχε άλλος αυτόματος πωλητής-ψυγείο, με βιτρίνα, που πούλαγε ορανζινά, κοκακολά και -- ναι -- μαντλέν σε συσκευασίες των δύο, ιδανικό βούτημα για τον καφέ της διπλανής μηχανής.

Το 2013 πήγα για είκοσι μέρες περίπου στην Αμερική. Δεν ήμουνα και πολύ στα καλά μου εκείνες τις μέρες και αυτό είχε να κάνει και με το γεγονός ότι η δουλειά δεν περπάταγε όπως θα ήθελα πέρα από κάποιες προοπτικές που ανοίχτηκαν και μετά έκλεισαν· εντωμεταξύ έπηζα τόσο πολύ εκεί, που διάβασα μέχρι και τον οκτάτομο Βούδα του Τεζούκα (που δεν μου πολυάρεσε). Ο συνάδερφος που με υποδέχτηκε την πρωτη μέρα με πήγε για φαγητό, εγώ ήμουνα μέσα στη γλυκειά μαστούρα του τζέτλαγκ, μου έδωσε ένα τσαντάκι με κάψουλες Keurig, το αμερικάνικο αντίστοιχο των νεσπρέσσο και των (ανώτερων) Dolce Gusto: "σε ξέρω", μου λέει, "θα τις χρειαστείς". Εγώ ήδη ήξερα ότι έχει στο δωμάτιό μου μηχάνημα και ότι ο καφές στην Αμερική είναι σχεδόν παντού σαν αλογίσιο κάτουρο φιλτραρισμένο μέσα από βαμβακερές κάλτσες πλανόδιου ιεροκήρυκα, ποικιλία robusta γαρ. Δέχτηκα το δώρο με απροσποίητη ευγνωμοσύνη.

Όμως χρειαζόμουν καφέ και εκτός δωματίου κατά τη διάρκεια της μέρας, χρειαζόμουν καφέ και μετά το πρωινό. Δεν πίνω καφέ μόνο για την καφεϊνη, ακόμα και όταν ήμουνα παιδί και σιχαινόμουν τη γεύση του, αγαπούσα το άρωμα του καφέ. Επίσης απαξιώ να δώσω 4 δολάρια και βάλε για κάτι αναίτια περίτεχνο σαν τα κατασκευάσματα των Στάρμπαξ και τα παρόμοια, εκτός αν είναι παγωμένα εκεί γύρω στις 6-7 μμ θερινή και η μόνη εναλλακτική λύση είναι η μπύρα. Για μένα ο καφές πρέπει να είναι κάτι ταπεινό κι αυτονόητο, λαϊκό αλλά υψηλής ποιότητας -- όπως στη Γερμανία και την Ιταλία. Αν θέλω γκουρμεδιές, ασχολούμαι κάλλιστα με τσάγια, όπου η γκουρμεδιά έχει νόημα. Δοκίμαζα λοιπόν διάφορους καφέδες, όλοι ανεξαιρέτως ήταν αλογίσιο κάτουρο φιλτραρισμένο μέσα από βαμβακερές κάλτσες πλανόδιου ιεροκήρυκα, διέφερε μόνον αν το άλογο ήτανε ντοπέ ή και σε οίστρο και ο βαθμός μέριμνας για το σώμα που επιδείκνυε ο ιεροκήρυκας. Τελικά βρήκα έναν καφέ λίγο κυριλέ που λεγότανε Green Mount ή κάτι τέτοιο χωριάτικο, έπαιρνα πάντα την ποικιλία που λεγόταν "ευρωπαϊκό χαρμάνι". Πινόταν.

Και μόλις την προηγούμενη βδομάδα συνειδητοποίησα ότι ο καφές του γαλλικού δίφραγκου και των τριών και πενήντα δολλαρίων δεν διέφερε και τόσο από το ζουμί που προμηθεύεσαι από αυτόματο μηχανάκι μέσα σε ένα φορτηγάκι. Και με αυτό το στιγμιότυπο μαντλέν αποκτάς τρία αυθαίρετα σημεία αναφοράς στη ζωή σου και μεταξύ τους διαγράφεις την αλλαγή και την πρόοδο.

GatheRate

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2016

" ... and even thou art a little queer"

Πολλές φορές, ως μέρος του αγώνα τους για δικαιώματα, χειραφέτηση και αυτό που λέμε "ορατότητα", δηλαδή αξιοπρέπεια πιο παλιομοδίτικα, πολλοί γκέι καταφεύγουν σε μια σειρά επιχειρημάτων που πάνε ως εξής: όλοι οι στρέιτ άντρες είναι κατά βάθος γκέι ή δοκιμάζουνε σποραδικά τον αντρικό έρωτα ή κατά βάθος θέλουνε να τον δοκιμάσουν αλλά ζορίζονται ή κιοτεύουν. Αυτά συνήθως λέγονται όχι ως μέρος κάποιας στρατηγικής παρά μάλλον αυθόρμητα (και πολλές φορές μετά λόγου γνώσεως): ο γκέι άντρας θα τονίσει σε μια συζήτηση πόσοι κατ' όνομα στρέιτ άντρες ζουνε διπλές ζωές, ή παίρνονται περιστασιακά (προσθέτοντας καλαμπουράκια για το πώς η αντρίλα και το ματσιλίκι τους συνυπάρχουν με πολύ συγκεκριμένες προτιμήσεις και ροπές). Άλλοι, και πάλι συνήθως βασισμένοι στην εμπειρία τους, θα προσπαθήσουνε να καταδείξουν ότι οι περισσότεροι άντρες είναι αμφισεξουαλικοί, όρος που πάντως αντιπαθούν κάποιοι ακραιφνείς queer ακτιβιστές, ή ότι οι περισσότεροι άντρες είναι bicurious και heteroflexible ή δεν ξέρω τι όρο θα χρησιμοποιήσουν προερχόμενο από την πορνογραφία, που τόσο απροκάλυπτα κι απενοχοποιημένα -- μέχρι και σε επίπεδο θεωρητικής συγκρότησης -- στέργει το γκέι κίνημα.

Φρονώ ότι ελάχιστοι άντρες δεν έχουν επιθυμήσει, έστω και μια φορά, κάποιον άντρα, ότι ελάχιστοι άντρες δεν έχουν έστω μισοκαυλώσει στην όψη άλλου αντρικού σώματος. Όταν λοιπόν δω τέτοια σχόλια να αντιμετωπίζονται με αγανάκτηση συνήθως συμπεραίνω είτε ότι έπεσα στην περίπτωση είτε ότι τέτοιες επιθυμίες μάλλον καταπιέζονται απηνώς. Σε γενικές γραμμές, δεν ξετρελαίνομαι για στεγανά και, όπως είπα αλλού, "νομίζω ότι από τον καιρό του Κίνσεϋ το θέμα είναι λυμένο: είμαστε όλοι αμφισεξουαλικοί και όλοι πολυγαμικοί, σε διαφορετικό βαθμό βεβαίως ο καθένας. Επειδή ο καθένας μας είναι μοναδικός (όπως και να το δείτε το θέμα), συνέπεια της παραπάνω γενίκευσης είναι ότι υπάρχουν τόσοι σεξουαλικοί προσανατολισμοί όσοι και άνθρωποι. Το ίδιο ισχύει βεβαίως και για τις σεξουαλικές συμπεριφορές, που άλλωστε είναι και ζήτημα πολύ πιο σύνθετο: υπάρχουνε τόσες όσες και άνθρωποι. Ή και περισσότερες".

Ωστόσο το επιχείρημα "όλα τα αγοράκια κατά βάθος είμαστε λίγο αδερφές, άρα αποδεχτείτε εμάς τα εντελώς γκέι αγόρια" πάσχει βαριά· μιλάω για τα αγόρια επειδή με τα κορίτσια που θέλουνε (και) κορίτσια τα πράγματα είναι κάπως διαφορετικά, βασικά λόγω πατριαρχίας: οι αδερφές είναι εξωμότες, οι λεσβίες είναι κάτι βλαμμένες που είτε δεν βλέπονται είτε δεν τους κόβει να βρουν άντρα είτε δεν έχουνε κανονιστεί δεόντως ακόμα.

Γιατί όμως "πάσχει" το επιχείρημα;

Πρώτον, κανένας αγώνας δεν κερδήθηκε με το να πείσεις τον προνομιούχο (τον στρέιτ άντρα στην περίπτωσή μας) ότι μετέχει της φύσης σου. Το ζήτημα των ΛΟΑΤ δικαιωμάτων είναι πολιτικό, δεν είναι πρόβλημα του να νιώσουμε όλοι την αγάπη (ή τον φαλλό). Αν οι αγώνες κερδίζονταν με το επιχείρημα "είσαι κι εσύ, προνομιούχε, λιγάκι σαν κι εμένα που με στιγματίζεις", το ισχυρότερο επιχείρημα του φεμινισμού θα ήταν οι μαντράχαλοι που ντύνονται "γυναίκες" (πουτάνες συνήθως) τις Απόκριες.

Δεύτερον, οι δεινότεροι και πιο ακατάβλητοι πολέμιοι των δικαιωμάτων των γκέι αντρών (για να το περιορίσω σε αυτούς) είναι ακριβως κάτι ενοχικές κρυφές αδερφές, αφού "μισούμε με πάθος και εμμονικά ό,τι ποθούμε ανεξέλεγκτα, ό,τι ξέρουμε πως θα μας απορροφήσει, θα μας εξουθενώσει και ίσως θα μας αφανίσει εάν του αφεθούμε. [...] μισούμε όχι τόσο γιατί φοβόμαστε αλλά γιατί φθονούμε". Δεν ξέρω λοιπόν τι εξυπηρετεί να πείσεις ακόμα περισσότερους άντρες ότι θα ήθελαν να παίρνονται κυρίως ή αποκλειστικά με άντρες, μήπως τελικά μάλλον στρατολογείς εχθρούς των ΛΟΑΤ δικαιωμάτων; -- δεν χρησιμοποιώ τον όρο "ομοφοβία" γιατί όπως δεν είπε ο Μόργκαν Φρήμαν: "Δεν είναι φοβία. Δεν είσαι φοβισμένος, αρχίδι είσαι."

GatheRate

Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2016

Έργα και λόγια, στοχασμοί

Ο παππούς μου, όχι ο Πολίτης, ο άλλος, ήταν ένας σιωπηλός άνθρωπος. Μίλαγε ελάχιστα· όταν αποφάσιζε να μιλήσει έλεγε λίγα. Ζύγιζε πάρα πολύ τις κουβέντες του, κι αυτό αναδεικνυόταν ως φρόνηση, σχεδόν στο ύψος αφανούς και χαμηλόφωνης σοφίας, μέσα στη μικρή κοινωνία όπου ζούσε με τις δυνατότητες που αυτή παρείχε για σαχλαμάρα κι αδολεσχία. Ακόμα και όταν -- σπάνια -- πήγαινε στο καφενείο του Κ, δίπλα στον σιδηροδρομικό σταθμό, μίλαγε ελάχιστα.

Από τον παππού αυτόν πήρα τα μαλλιά. Μικρός ήμουν γλωσσοκοπάνα και μυθομανής. Οι γονείς μου προσπαθούσαν να μη με αποπαίρνουν δημοσία και να μη με χαντακώνουν που έλεγα πολλά και χαζά αλλά κάποτε δεν άντεχαν κι αυτοί: πρέπει να ήμουν εφτά-οχτώ χρονών, όταν μετά από επική ουζοκατάνυξη στο Τηνιακό στην Αλεξάνδρας οι γονείς μου μού εξήγησαν ότι δεν γίνεται να λέω ιστορίες που βγάζω από το κεφάλι μου (τη συγκεκριμένη τη θυμάμαι) μπροστά σε συνάξεις μεγάλων. Η μυθομανία κόπηκε όταν πήγα Α' Γυμνασίου. Δεν ήθελα πια ούτε να λέω χαζές ιστορίες βγαλμένες από το κεφάλι μου, ποτέ δεν το είχα με την πλοκή, ούτε να είμαι πολυλογάς. Προειδοποιούσε ο παππούς ο άλλος, ο Σταμπουλιώτης, ότι οι Εβραίοι της Σαλονίκης, τους οποίους πρόλαβε όσο έζησε εκεί, είχανε το "πόκος παλάβρας" για απόφθεγμα και προτροπή· έμαθα και στο κατηχητικό πως ο Χριστός προειδοποιεί ότι "πᾶν ῥῆμα ἀργὸν ὃ λαλήσουσιν οἱ ἄνθρωποι, ἀποδώσουσιν περὶ αὐτοῦ λόγον ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως". Τα πράγματα ήταν επιεικώς ζόρικα.

Βεβαίως σαν τον παππού τον σιωπηλό δεν έγινα ποτέ. Αδυνατώντας να σωπαίνω, είπα να το καλλιεργήσω το χάρισμα. Ξεκίνησα να διαβάζω συστηματικά, όσο μπορούσα, και σιγά σιγά να απογαλακτίζομαι από τις εγκυκλοπαίδειες, τις οποίες χαριτολογούσαν οι συγγενείς ότι έτρωγα σελίδα σελίδα, σε εποχές αθώες: πριν τον τυφλό φονιά στο Όνομα του Ρόδου.

Όταν τελικά ήρθε ο έρωτας, συνέβησαν δύο πράγματα. Αφενός μού άρεσε πολύ. Μου άρεσε τόσο πολύ που δεν μπόρεσα ποτέ να τον βάλω απέναντι και να τον ενατενίζω ψυχρά και χρηστικά. Κριτικά, ναι, περιδεής και πανικόβλητος, ναι -- ψυχρά και χρηστικά ποτέ. Αν δεν μπορώ να είμαι τρυφερός, είμαι ευγενικός και τίμιος, αν δεν είναι για πολύ τιμώ και σέβομαι το λίγο, αν είναι βαθύ δεν το ονομάζω, αν είναι ρηχό ίσως θα πω για τον ιριδισμό του (όπως της λιμνοθάλασσας στον Σολωμό). Αποφεύγω να διεκτραγωδώ τις υπεραναλύσεις εντός μου, εκτός αν με πνίγουν, αποφεύγω τις περιγραφές και τις παραινέσεις και τα "έλα να σου πω". Δεν λέω λέξη παραπάνω από όσα έχω επίγνωση ότι αισθάνομαι. Κι εκεί, ιδίως εκεί, πασχίζω να ακριβολογώ. Ασιανός μεν ενίοτε, ακριβολόγος δε πάντοτε. Κομματάκι φλερύ αλλά κοφτερός σαν ατσάλι γιαπωνέζικο που μας έμαθε ο Ταραντίνο.

Κάπου εκεί κατάλαβα ότι δεν δικαιούμαι να λέω τζάμπα λόγια, όμορφα και παχιά, για να γαμήσω. Κάπου εκεί αποφάσισα ότι δεν θα χειριστώ και δεν θα πειθανγκάσω ανθρώπους μόνο και μόνο επειδή μπορώ, ίσα ίσα για να με καβαλάν οι όμορφες και να πέφτουνε στο στέρνο μου τα μαλλιά τους. Κάπου εκεί κατάλαβα ότι θα ζοριστώ αλλά θα ευτυχήσω αν λέω μόνον αυτό που έχω κι αν μολογάω μόνον ό,τι είμαι. Αυτά ρυθμίστηκαν νωρίς και έτσι έμειναν, είναι οι δικές μου παραδόσεις και τα όσια και τα ιερά μου, που λέμε.

Και βεβαίως ευτύχησα. Αλλά γιατί τα λέω αυτά;

Επειδή σκεφτόμουν ότι ο παππούς ο σιωπηλός έκανε τον βίο του λόγο. Δεν μίλαγε είτε γιατί δεν μπορούσε, σφηνωμένος καθώς ήταν μεταξύ τουρκικών και καθαρεύουσας και της διαλέκτου των καραγκούνηδων που δεν πολυεκτιμούσε, είτε γιατί εμποδιζόταν, καθώς είχε οικογένεια και παιδιά και στον κάμπο τα πράγματα γίνονταν κάθε τόσο πολύ βάρβαρα, είτε γιατί αυτός ήταν. Λόγος του παππού ήταν ο βίος του, ότι δεν μπήκε στο μπουρδέλο κι ας του πέταξαν μέσα το καπέλο μέσα κι ότι προτίμησε να πάει σπίτι ασκεπής. Λόγος του ήταν ότι σιώπησε και δεν το διαλάλησε στον καφενέ όταν ενδεχομένως πήγε -- όλοι οι άντρες παν αργά ή γρήγορα, έτσι λένε. Λόγος του ήταν το μαντικώς λοξό και πρωτεϊκώς απρόθυμο βλέμμα του όταν τον ρωτάγαμε αν είναι αριστερός ή τι ψηφίζει. Λόγος του ήταν όταν σκυθρώπιασε σαν έμαθε που κάποιο παιδί του δυσαρεστήθηκε με το πώς ρύθμισε τα κληρονομικά.

Εγώ πάλι μιλάω. Δεν ξέρω αν ο βίος μου θα μπορούσε να γίνει λόγος μου, ενδεχομένως όχι. Ο βίος μου στην καλύτερη περίπτωση οὔτε λέγει οὔτε κρύπτει ἀλλὰ σημαίνει. Δεν ξέρω καν τι θα έλεγε ο βίος μου. Εντάξει, και ο λόγος μου επίσης σημαίνει: δεν με ξετρελαίνει το εξώφθαλμο και το προφανές, ενώ η συνθηματολογία με κάνει και φαγουρίζομαι τρελά. Όμως πολλές φορές αισθάνομαι ότι ο λόγος μου είναι η αλήθεια, όχι ο βίος μου. Κι εν πάση περιπτώσει, ο λόγος μου σημαίνει όπως θέλω εγώ. Γιατί μιλάω επειδή μπορώ να μιλάω και παραιτούμαι από το παραμύθιασμα και την απάτη επειδή έτσι θέλω. Κι όθεν η ζωή μου είναι ο λόγος μου: όσα "ναι" έχω πει και οπωσδήποτε όσα "σ' αγαπώ" και κάθε παίνεμα και κάθε παράπονο και όλα όσα επιλέγω να φανερώσω μα και κάθε μισοφανερωμένο μυστικό και όλα μα όλα τα παραληρήματα πόθου, οργής, τρυφερότητας, απογοήτευσης και ευγνωμοσύνης.

Κι έτσι μιλάω στον έρωτα σαν φιλαλήθης και σχολαστικός αναλυτικός, κι έτσι μιλάω στη δουλειά και στο κουρμπέτι σαν δειλά ερωτευμένος. Και αυτή είναι η ζωή μου.

GatheRate

Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2016

Μπαομπάμπ

Οι ιστορίες που μου λένε οι άλλοι (και οι άλλοι εύκολα μού εκμυστηρεύονται τις ιστορίες και τα μυστικά τους) αποτελούν το σφιχτό ζυμάρι με το οποίο φτιάχνω τις φρατζόλες μου. Προσθέτω αναπόφευκτα το ξινούτσικο προζύμι δικών μου εμπειριών και δικών μου μυστικών, ή τη μαγιά της ενσυναίσθησης και της διαίσθησης. Αλλά το ζυμάρι μού το παρέχουν οι άλλοι, απλόχερα και δωρεάν.

Σε κάποιες από αυτές τις ιστορίες διακρίνω μια τάση, ίσως αυξανόμενη, να σκηνοθετούν και να στήνουν πολλοί την ερωτική τους ζωή με βάση τις τσόντες που βλέπουν, οι οποίες βεβαίως βρίσκονται εύκολα πια και σε αφθονία. Δεν σχολιάζω τη σεξουαλική προσήλωση κάποιων σε (πάρα) πολύ συγκεκριμένες πρακτικές και διαδικασίες -- ανθρώπινα είναι και αυτά. Επίσης δεν αναθεματίζω γενικώς και συλλήβδην την ερωτογραφία και την πορνογραφία, ούτε καν ως πηγή ιδεών και λύσεων για την ερωτοπραξία. Με απασχολεί κάτι γενικότερο: η μανία της ταύτισης, η ανάγκη να κάνουμε αυτά που βλέπουμε και να τα κάνουμε όπως τα βλέπουμε, αλλά και η έπαξη να συμμετάσχουμε κι εμείς σε κάτι σαν κι αυτό που βλέπουμε.

Φυσικά, το πρόβλημα πάει πολύ παραπέρα από το να θέλουμε να οργανώσουμε τις λαγνουργίες μας σαν να είναι τσόντες ή να σκηνοθετήσουμε όσους συμμετέχουνε σε αυτές σαν πορνοστάρ. Στο κάτω κάτω έχει κι αυτό την πλάκα του, όταν δεν γίνεται ζακόνι και καταναγκασμός.

Το πρόβλημα βρίσκεται στο ότι η κοινωνία μάς τσιγκλάει ασταμάτητα και επίμονα να κάνουμε δύο πράγματα, τα οποία αλληλοτροφοδοτούνται: το πρώτο, να κάνουμε τη ζωή μας τσόντα, ρομαντική κομεντί, μυθιστόρημα, υλικό για ανέβασμα στο facebook και στο ίνστα· το δεύτερο, να βρούμε σώνει και καλά τρόπους να ταυτιστούμε, αρνητικά ή θετικά, με αυτό που παρακολουθούμε -- ό,τι και να παρακολουθούμε.

Προφανή παραδείγματα της μανίας να ταυτιστούμε προσφέρουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με την πίεση που ασκούν σε όλους μας να σχετιστούμε με ό,τι βλέπουμε, συνήθως σχολιάζοντάς το. Παράλληλα, περιμένουμε από ταινίες και βιβλία να μας πούνε κάτι για τη ζωή μας και μάλιστα με τον τρόπο που θέλουμε εμείς να μας το πουν.

Αυτό το δεύτερο σύμπτωμα της έπαξης να σχετιστούμε, να ταυτιστούμε με κάτι αλλά με τους δικούς μας όρους, σκιαγραφεί πολύ ωραία σε ένα κείμενό της η Rebecca Mead στον New Yorker. Μιλώντας για τη λογοτεχνία και το σινεμά, διαχωρίζει την ταύτιση που αισθανόμαστε με κάποιον λογοτεχνικό ή κινηματογραφικό ήρωα από τη σχετισιμότητα ('relatability'), δηλαδή από την προσδοκία ή και απαίτηση το ίδιο το έργο "να χωράει στην εμπειρία του αναγνώστη ή να την αντανακλά". Συμπεραίνει η Mead ότι αν η ταύτιση, δυναμική και ενεργητική διαδικασία, είναι αποτέλεσμα του να χρησιμοποιεί ο αναγνώστης ή θεατής το έργο σαν καθρέφτη του, η σχετισιμότητα μοιάζει με σέλφι: επιβεβαιώνει κολακευτικά τον σολιψισμό του θεατή ή αναγνώστη, του λέει αυτό που θέλει να ακούσει και του δείχνει τον εαυτό του με τον τρόπο που θέλει να τον βλέπει.

Από τη μια λοιπόν θέλουμε να κάνουμε τη ζωή μας, ή μέρος της ζωής μας, κάτι σαν κι αυτό που παρακολουθούμε, από την άλλη έχουμε την προσδοκία αυτό που παρακολουθούμε να λέει κάτι σχετικό με τη δικιά μας ζωή και μέσα από τη δική μας ματιά.

Και πάλι, αυτό εικονογραφείται ιδανικά στις αυτοσχέδιες τσόντες που ζευγάρια (ή ομάδες) ανεβάζουν στο ίντερνετ: θέλουνε να μεταφερουνε το είδος, το genre, της τσόντας στη δική τους ερωτοπραξία, την οποία κατόπιν απαθανατίζουν ως μία τσόντα με την οποία θα μπορούνε να σχετιστούν: το ζητούμενο είναι και η εισαγωγή του "ιδανικού" σεξ ως είδους απ' έξω και η πραγμάτωσή του σε θέαμα με το οποίο οι πρωταγωνιστές του θα μπορούνε να ταυτιστούν.

Άλλο πεδίο στο οποίο εικονογραφείται αυτός ο φαύλος κύκλος είναι η κακή ποίηση: πολλή ποίηση απηχεί ακριβώς τη διάθεση να καταστεί ο βίος του γράφοντος ή της γράφουσας υλικό για ποίηση, η οποία με τη σειρά της θα γραφτεί με αυτοβιογραφισμό και σολιψιστικώς ώστε να μπορεί να σχετιστεί μαζί της ο ίδιος ο γράφων ή η γράφουσα (και μόνο).

Φυσικά πολλοί θέλουμε και τις ιστορίες μας να πούμε και τις σέλφι μας να βγάλουμε. Οπωσδήποτε έχουμε ζήσει στιγμές που αισθανόμασταν ότι ζούμε μέσα σε μια αφήγηση ή σε κάποιο ιδανικά (ο καθείς κατά τα γούστα του) στημένο πλάνο. Τα προβλήματα ξεκινούν όταν γίνονται απόλυτες και εμμονικώς απαραίτητες αφενός η διάθεση να βγάζουμε σέλφι και να σχετιστούμε με αυτό που βλέπουμε ή διαβάζουμε και αφετέρου η αίσθηση ότι η ζωή μας όλη, ή στην ιδανική της εκδοχή, (πρέπει να) μιμείται την "τέχνη" (η οποία είναι μίμηση της ζωής;).

Φρονώ ότι πρέπει να ξαναβρούμε τη δύσκολη χαρά να ταυτιζόμαστε με καταστάσεις, ήρωες και ιδέες με τις οποίες δεν μπορούμε με τίποτε να σχετιστούμε, με καταστάσεις, ήρωες και ιδέες που δεν είναι ούτε μέσα από τη ζωή μας ούτε εντός της δικής μας ματιάς και νοοτροπίας. Αυτό θαύμασα και χάρηκα στο 2666, αυτό προσπάθησα να κάνω στα Πορτραίτα, αυτό απολαμβάνω (κάποτε με παιδεμό) διαβάζοντας την ποίηση του George Le Nonce.

GatheRate

Τρίτη, 8 Νοεμβρίου 2016

Ογδόη του Χεστηριώνος

Urbi et orbi: στην σοσιαλμηντιακή πόλη και στον κόσμο του Πολιτικού. Στον Κάπα Κάπα Μοίρη, που το παρήγγειλε.

Urbi

Γράμματα ξέρουμε. Λίγα ή πολλά, ξέρουμε. Επίσης, όλο και κάποιος γονιός ή δάσκαλος, κάποιο αφεντικό, αγαπημένο ή μη, κάποτε μας κόντυνε ή και μας ταπείνωσε. Που σημαίνει ότι έχουμε εξασκηθεί να λέμε τη γνώμη μας χωρίς να βρίσουμε. Ναι, μπορούμε. Δεν χρειάζεται να διανθίζεις με ωραίες δικές σου σαιξπηριανές βρισιές τους μαλάκες με τους οποίους διαφωνείς: πες πρώτα πού και γιατί διαφωνείς ρε άρχοντα κι αρχόντισσα.

Βεβαίως και θα βρίσουμε, αν χρειαστεί. Όλα για τους ανθρώπους είναι. Και το σιχτίρισμα επίσης. Όταν έρθει η ώρα του. Αλλά δεν ξεκινάς με μπινελίκια. Όταν μιλάς με ανθρώπους ξεκινάς με ερωτήσεις. Ξεκινάς με τη γαμημένη τη γαμοαμφιβολία, τη γαμοδιερώτηση. Πες, γαμώ τον αντίθεο μου τον Οδυσσέα μέσα, ρώτα: "Γιατί αυτό; Πώς εκείνο; Τι το άλλο;". Εκτός αν μιλάς με φασίστες, οπότε ξεκινάς κατευθείαν βρίζοντας.

Βεβαίως, αυτό λες κι εσύ: όλοι τους είναι φασίστες, μουσολίνια, σκατοχίτωνες, φαιούληδες διαφόρων αποχρώσεων. Όλοι. Όλοι. Όλοι όμως. Άρα, μπα, δεν υπάρχει γλυτωμός.

Εσένα πάλι, άλλος είσαι εσύ, σε πνίγει το δίκιο. Είσαι ανώτερος. Χάρη κάνεις που απευθύνεσαι σε γίδια / σε τσιράκια / σε βλάκες / σε δεξιούς / σε συριζαίους κτλ. Χάρη κάνεις, ποινήν εκτίεις. Ή μπορεί να βγάζεις και μεροκάματο ή μπορεί να χτίζεις και βάση φίλων, υποστηρικτών ή και οπαδών. Ελάχιστες είμαστε οι Πόντιες πουτάνες εδώ μέσα και, για να τα λέμε κι αυτά, οι περισσότερες έχουμε άλλα πράματα να μας φτιάχνουν ή και να μας πληρώνουν τα κομμωτήρια.

Θες να μας πεις ότι αν δεν έχουμε τα διαβάσματα και τα ακούσματα και την γερακίσια την αντίληψή σου να μη σε διαβάσουμε, να μη δούμε το βίντεο που ανέβασες, ασ' το να πάει, ασ' το, ασ' το πονάει, ασ' το. Μας το λες. Κι εγώ λέω: όποιος είναι Καλ Ελ, υπεράνθρωπας και καινή κτίσις αυτοπροσώπως, κάθεται στο σαλόνι τού Fortress of Solitude και παίζει γκαζές με τους πεθαμένους θεούς του και τους πολύτιμους προγόνους του· όποιος όμως θέλει να σώσει τον κόσμο βάζει το κόκκινο σώβρακο πάνω από το κολάν το πρόστυχο το καμπ και βουτάει να σώσει τον κόσμο faster than a speeding bullet κτλ. ενώ ενίοτε παριστάνει και τον βλάκα τον Κλαρκ τον Κεντ, μην κομπλάρουν οι θνητοί.

Εσύ τώρα πρέπει οπωσδήποτε να μας πεις κάτι αλλά πρέπει να εντυπωσιάσεις και τα γκομενάκια. Και ζουραρίζεις μέχρι μυριοχαύνωσης, μας φλομώνεις στο αποσιωπητικό, στον ποιητισμό και στην καλλιέπεια, διακοσμείς το λέγει σου με κειμενική μυρτιά και πικροδάφνη και της Φραγκογιαννούς τ' αδράχτι. Κι εγώ λέω ώπα και κάλμα: τρεις μέρες τη βδομάδα αφιέρωσέ τες στα γκομενάκια, τρεις στην άποψή σου -- την οποία οπωσδήποτε μπορείς να γράψεις πολύ πιο στρωτά χωρίς να χάσεις σε τσαχπινιά και αγγελόκρουσμα. Την Κυριακή θα ανεβάζεις φωτό με ταψιά παστίτσιο ή από μισοάδεια πιάτα με κοκκινιστό ή σναψότ της ροδιάς της τετράκλωνης της μάνας σου.

Που η άποψή σου, εταίρε σύ έτερε, είναι νά με το συμπάθειο, σαν αλογίσια, δεν το συζητάμε. Αυτά πάνε με το μέσο. Αφύ μπορείς να έχεις άποψη (ως πολυπράγμον έλλογο όν) και μπορείς να την εκφράσεις (ως σοσιαλμηντιάκι), θα την πεις και θα την πεις με μπρίο και ορμή. Αν μπορείς, θα θέλεις, το λέει κι ο Θ. Μόδης στις "Προβλέψεις".

Κι εσύ, που σε πάω κιόλας, μην παίρνεις τον εαυτό σου στα σοβαρά. Μόνο το έργο σου να παίρνεις στα σοβαρά, όποιο κι αν είναι και ας μην είναι γκλαμουράτο -- ιδίως τότε. Αλλά όχι τον εαυτό σου. Και μην προσπαθείς να αντισταθμίσεις το ότι παίρνεις τον εαυτό σου πολύ στα σοβαρά με ψευτοσεμνότητες, με αυτοσαρκασμό μεσοβέζικο και με ντεγκραντέ ταπεινολογίες: σε κάνουνε να φαίνεσαι μαλάκας / μαλάκω.

Et orbi

Αριστερά χωρίς κινήματα και χωρίς σταθερή και διαρκή πίεση προς το σύστημα είναι φαντασίωση. Ναι, η αιχμή του δόρατος σε οποιοδήποτε κοινωνικό κίνημα είναι οι συνειδητοποιημένες ομάδες που κινητοποιούν, ερμηνεύουν, μπλαμπλαμπλά, αλλά η αιχμή του δόρατος χωρίς το υπόλοιπο δόρυ (κινήματα, συνδικάτα, δυναμικές συλλογικότητες) είναι καλή μόνο για μανικιούρ, και πάλι λίγο άγαρμπο. Δεν έχει νόημα να συζητάμε τι να κάνουμε αν δεν το κάνουμε και αν δεν μπορούμε να το κάνουμε γιατί δεν υπάρχει κανένας να το κάνει μαζί μας. Δηλαδή έχει νόημα η θεολογική συζήτηση περί Επανάστασης κι Αριστεράς και διαφόρων γεύσεων αναρχισμού, αλλά στο ίδιο επίπεδο με συζητήσεις όπως "γιατί είμαι γαύρος", "η καλύτερη ταινία του Ταραντίνο", "κέτσαπ, τζατζίκι ή γιαούρτι στον γύρο".

Μην ξεχνάμε: η Δεξιά είναι σε όλα ανώτερη και κωλοπετσωμένη, η Δεξιά είναι πολυώνυμη. Τι άλλο είναι πολυώνυμο; Ο θεός των μονοθεϊστικών θρησκειών, όλων τους, έχει πολλά ονόματα ώστε να δίνεται στους πιστούς του η επίφαση πολυπρισματικότητας και πολυφωνίας. Στην πραγματικότητα, παρά τις όποιες θεωνυμίες, αυτή είναι, η μία, η Δεξιά και τα έχει όλα καβατζωμένα. Η Δεξιά έχει πάντα δίκιο. Όταν κλάνεις εσύ, είσαι κλανιάρης και μπίχλας. Όταν κλάνει η Δεξιά, υπάρχει λόγος: TINA, Realpolitik, ανθρώπινη φύση σκολιά και διεστραμμένη, περιρρέουσα ατμόσφαιρα, οι συνθήκες κτλ. Η Δεξιά έχει πάντα δίκιο, είπαμε.

Η Αριστερά είχε μόνο το ηθικό πλεονέκτημα: τη μέριμνα για εκείνους για τους οποίους δεν μεριμνά κανείς, μέριμνα ταξική και όχι φιλάνθρωπη, που χτίζει αλληλεγγύη ή τίποτα. Όπου έχασε το ηθικό αυτό πλεονέκτημα, στις χώρες της σοβιετικής γραφειοκρατίας, στη Γαλλία και στην Ελλάδα π.χ., η Αριστερά ψόφησε από μόνη της. Οπουδήποτε αλλού τρώει γερό βρωμόξυλο από τη Δεξιά η οποία, είπαμε, έχει την μπάνκα, τα μέσα, τις καβάτζες και απαράμιλλη πείρα. Κι έχει πάντα δίκιο.

Η αγανάκτηση, η οργή και η καταγγελτικότητα δεν έχουνε περιεχόμενο και νόημα όταν δεν αποσκοπούν στο να δημιουργήσουν ή να χτίσουν κάποιο κίνημα. Η αγανάκτηση για την προδοσία, η οργή για την ορρωδία και η καταγγελία της παλινωδίας και της κοροϊδίας (καλή ώρα σαν κι αυτές που υφιστάμεθα από τον ΣΥΡΙΖΑ) απλώς επαναβεβαιώνουνε σε εμάς και στην τρελοπαρέα μας ότι βρισκόμαστε στο "σωστό" στρατόπεδο και ότι μας διακρίνει "ορθή σκέψη". Είναι δηλαδή κνιτισμός. Η αγανάκτηση, η οργή και η καταγγελία είναι παραγωγικές μόνον όταν κινητοποιούν και όταν χρησιμεύουν για κριτική του συστήματος και για την ανάδειξη του πόσο αυθαίρετη είναι η ιδεολογία που το νοηματοδοτεί· καταγγέλλω μόνον αν έτσι αναδεικνύω το όποιο ηθικό πλεονέκτημα του αγώνα μας και -- κυρίως -- το όραμα που ζωογονεί την όποια δράση.

Άρα να σιωπήσει κανείς; Όχι. Ενώ περιμένει να "ωριμάσουν οι συνθήκες" ή -- καλύτερα -- ενώ εργάζεται προς την κατεύθυνση του να ωριμάσουν, συλλογικά όσο γίνεται, πρέπει να έχει επίγνωση του εξής: η Ιστορία είναι αδυσώπητη σχεδόν όσο η Φύση. Η Ιστορία συντρίβει χιλιάδες ανθρώπους καθημερινά, ανθρώπους συνήθως που κανείς δεν ακούει, με τρόπους ανεπαίσθητους, δίπλα μας και στον Τρίτο Κόσμο, στις ΗΠΑ και στη γειτονιά μας, μέσα στην οικογένεια και μέσα στον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό. Αντί να ονειρευόμαστε μόνο Μεγάλες Επαναστάσεις και πόλεις αναρχικές, μπορούμε στο μεταξύ να σώσουμε οτιδήποτε αν σώνεται, να μπλοκάρουμε εξουσιαστικές λειτουργίες (από την καταπίεση της δεσποτικής μάνας μέχρι τον αναντίλεκτο λόγο του εργοδότη) και να ελέγξουμε την κάθε εξουσία που μας καπακώνει χρησιμοποιώντας ό,τι έχουμε: τα όποια προνόμια και την όποια θέση και τα όποια λεφτά ή τουλάχιστον τη μία φωνή που έχουμε όλοι.

GatheRate

Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2016

Ο ρυθμός των κειμένων



Νομίζω ότι υπάρχει μια σοβαρή παρανόηση στο πώς αντιλαμβανόμαστε τη σχέση κίνησης και εκφοράς λόγου.

Όταν ο λόγος οδηγεί το σώμα, τότε έχουμε ρητορική. Σίγουρα πάντως δεν πρόκειται για "θέατρο" ή υποκριτική. Μέρος της εκφοράς του λόγου δι' απαγγελίας είναι και πώς περνάει αυτή η εκφορά μέσα από το σώμα του ομιλητή.

Όταν το σώμα που δρα οδηγεί τον λόγο, τότε και μόνον τότε έχουμε υποκριτική. Γι' αυτό και βεβαίως υπάρχει καίρια και καθηλωτική υποκριτική χωρίς ομιλία και χωρίς κείμενο. Γι' αυτό και το θέατρο είναι πιο δύσκολο υποκριτικά από το σινεμά, όπου η κάμερα διαλέγει και αποκλείει: το θέατρο είναι ένα ατελείωτο μονοπλάνο και η μόνη εφικτή εστίαση είναι αυτή που ο ηθοποιός θα επιβάλει με σώμα και φωνή.

Ένα από τα αποτελέσματα της παραπάνω παρανόησης είναι κι ότι πολλοί ηθοποιοί αντιμετωπίζουν την υποκριτική περίπου σαν να κάνουν θεατρικό αναλόγιο, ιδίως αν εκτελούν μονολόγους ή αν πρέπει να περάσει από μέσα τους κάποιο μεγάλο κείμενο. Αυτό είναι καταστροφή: η μίμηση της πράξης καθηλώνεται, στολάρει μάλλον, και ο ηθοποιός μεταμορφώνεται σε ρήτορα.

Τα πράγματα χειροτερεύουν όταν ο ηθοποιός, όπως υπερβολικά πολλοί Έλληνες ηθοποιοί, δεν μπορεί να ελέγξει τη φωνή του και δεν ξέρει να ακολουθήσει σημεία στίξης, στίχωση, τομές, όρια φράσεων και προτάσεων. Για παράδειγμα, το να λες "Και τότε έρχομαι από. Το δωμάτιο." είναι τουλάχιστον άγαρμπο αν δεν γίνεται επίτηδες, λ.χ. με σκοπό να αποδώσει κάποιο ψυχικό πάθος. Όταν παρακολουθείς τέτοιους ηθοποιούς για παραπάνω από 15-20 λεπτά, η κόπωση είναι αφόρητη: ο θεατής πρέπει να κάτσει να αποκωδικοποιήσει σχεδόν αυτό που ακούει.

Ένα πιο σοβαρό πρόβλημα από το παραπάνω στοιχειώδες, αν και διαδεδομένο (μάστιγα θα το έλεγα), είναι ο σεβασμός του εσωτερικού ρυθμού του κειμένου. Τα κείμενα τείνουν να έχουνε δικό τους ρυθμό, ακόμα και τα μη έμμετρα, ακόμα και όταν δεν είναι κρυπτοέμμετρα όπως ο Δρόμος του Εμπειρίκου. Στα πεζά δεν τον δίνει μόνον η στίξη τον ρυθμό, την οποία ο ηθοποιός και ο ρήτορας πρέπει να ακολουθούν τυφλά ακόμα και αν τους χτυπάει κάπως λ.χ. η κατ' αυτούς κατάχρηση κομμάτων, κώλων και τελειών. Τον ρυθμό τον φτιάχνει π.χ. η θέση των χασμωδιών, ο ρυθμός των λέξεων, πόσο πυκνό είναι το συντακτικό, αλλά και η διάθεση του κειμένου. Για παράδειγμα, ένα κείμενο υπεραναλυτικό στα νοήματά του και ενδοσκοπικό σε διάθεση δεν γίνεται να εκφέρεται όπως ένα κείμενο σκωπτικό και πνευματώδες· η ξηρή αποφθεγματικότητα ακόμα και αν μακρηγορεί απαιτεί άλλο παίξιμο και άλλο τέμπο από κάτι διαλογικότερο ως διάθεση που θέλει να βγει προς τα έξω ως πηγαίο και αυθεντικό.

GatheRate

Che figura facciamo?


Νάπολη

Στη Νάπολη κάνει ζέστη το καλοκαίρι. Δυο ταξιτζήδες ψιλοβρίζονται έξω από τον σιδηροδρομικό σταθμό για το ποιος θα πάρει έναν πελάτη από την Παβία. Οι μόνοι ήμεροι ταξιτζήδες του κόσμου είναι οι Πορτογάλοι, αλλά αυτοί είναι πανεθνικώς ήμεροι. Ένας τρίτος ναπολιτάνος ταξιτζής κοιτάει με νόημα τον βορειοϊταλό υποψήφιο πελάτη και επιπλήττει τους δύο: Che figura facciamo?

Μου έκανε εντύπωση η εσωτερίκευση του "τι εντύπωση θα κάνουμε στον καλό τον κόσμο", η άμεση επίκληση του τι θα πουν οι άλλοι για εμάς. Γιατί έχει σημασία η εντύπωση που θα κάνει ο ναπολιτάνος ταξιτζής στον πελάτη από την Παβία αλλά όχι στους ναπολιτάνους που περίμεναν στην ουρά;

Πρόκεται βεβαίως για μια εκδοχή του οριενταλισμού, του κεμαλισμού, του βαλκανισμού. Μόνο που η Νάπολη, πρωτεύουσα κράτους για αιώνες, δεν βρίσκεται ούτε στο Λεβάντε ούτε στη Μέση Ανατολή, ούτε κατοικείται από Τούρκους ενώ τα Βαλκάνια είναι μακριά της. Εντάξει, πρόκειται για μια ντόπια εκδοχή πατερναλισμού: ιταλικός Βορράς (τάξη, πρόοδος, πολιτισμός, τέχνη, λευκές σάλτσες, ρυζότο, κρέας) και ιταλικός Νότος (χάος, μαφία, ρουσφέτι, ολιγαρχία, πάπες και Βουρβώνοι, κόκκινες σάλτσες, ζυμαρικά, θαλασσινά). Αφήνοντας στην άκρη τα γαστρονομικά, στα οποία ο Νότος νικάει κατά κράτος, πάντα με εντυπωσίαζε πόσο έτοιμοι είναι οι Ιταλοί να δαιμονοποιήσουν (δικαίως) τα δεινά της απολυταρχίας των Βουρβώνων και τη διαφθορά της Μαφίας του Νότου τους, ενώ καταφέρνουν να παραγνωρίσουν τα δεινά της απολυταρχίας των Αυστριακών και τη διαφθορά των μικροηγεμόνων και ολιγαρχιών του Βορρά τους.

Το ενδιαφέρον είναι ότι όταν πήγα στη Νάπολη, προετοιμασμένος να βρεθώ σε μια ευρωπαϊκή εκδοχή της Βομβάης, δεν βρήκα χάος και χαμό και αναρχία, όχι περισσότερο από άλλες πόλεις στο μέγεθός της· είδα όμως τρομακτική και απροκάλυπτη φτώχεια.

Ένα το κρατούμενο.

Ο πεφωτισμένος Έλληνας στην Ελλάδα

Μια διευκρίνιση: είμαι παιδί του Διαφωτισμού και δεν βλέπω άλλον τρόπο να πάμε μπροστά πέρα από την επεξεργασία και την ανάπτυξη των αρχών και των επιτευγμάτων του Διαφωτισμού. Ας τελειώνουμε λοιπόν: άλλο Διαφωτισμός, άλλο όσοι πεφωτισμένοι αστοιχείωτα συζητούνε ποιος τον πέρασε και ποιος όχι -- στην πραγματικότητα όντας οι ίδιοι εμβολιασμένοι κατά του Διαφωτισμού.

Ο πεφωτισμένος Έλληνας λοιπόν είναι μια προσωπικότητα που, όπως ο κεμαλικός Τούρκος, ο μεταποικιακός Ινδός και ο βαλκανιστής Βαλκάνιος, διακατέχεται από διαρκές αίσθημα μειονεξίας και ταραχής. Ο πεφωτισμενος Έλληνας βιώνει την καθημερινότητα αλλά και τα μεγάλα ζητήματα του βίου και (ενίοτε) του πνεύματος σε διαρκή σύγκριση με ένα ιδανικό ευρωπαϊκό ιδεώδες που δεν υπάρχει. Θυμηθείτε λ.χ. το χαρακτηριστικό κείμενο της κυρίας Χ. Ταχιάου πριν τέσσερα χρόνια.

Πιο αναλυτικά, ο πεφωτισμένος Έλληνας θέλει να είναι εδώ αλλά να μην είναι εδώ, θέλει να φέρει το εκεί εδώ αλλά δεν είναι καθόλου σίγουρος πως κάτι τέτοιο είναι εφικτό: ο πεφωτισμένος Έλληνας εμφορείται από την επιθυμία να γίνουμε περισσότερο "Ευρωπαίοι" και η Ελλάδα να γίνει περισσότερο "Ευρώπη". Παράλληλα,διαπιστώνει ξανά και ξανά την απόσταση, αβυσσαλέα συνήθως, που κατ' αυτόν χωρίζει την Ευρώπη και τους Ευρωπαίους από την Ελλάδα και τους Έλληνες. Επιθυμεί να κρατήσει πολιτικά στην Ευρώπη μια χώρα και έναν λαό που θεωρεί ότι δεν ανήκουν στην Ευρώπη, τουλάχιστον όχι ακόμα. Η αντίφαση είναι εξαρχής ολοφανέρη, ακόμα και αν παραβλέψει κανείς τον αφελή επαρχιωτισμό του αιτήματος να παραμείνει μια ενότητα (η Ελλάδα) μέσα σε ένα όλον (την Ευρώπη) στο οποίο δεν ανήκει.

Ο πεφωτισμένος Έλληνας ανιχνεύει τον χώρο γύρω του για συμπεριφορές που υπογραμμίζουν το χάσμα αυτό μεταξύ Ελλάδας και Ευρώπης, αναζητεί με επιμέλεια ειδοποιούς διαφορές μεταξύ μιας πραγματικότητας, της ελληνικής, και του πλατωνικού κόσμου της Ευρώπης του. Ωστόσο, αυτή η Ευρώπη (καθαρή και πολιτισμένη κι εύτακτη κι ευνομούμενη) υπάρχει στη φαντασία κυρίως δύο ομάδων ανθρώπων: των παντοειδώς αταξίδευτων ή όσων γεύτηκαν μια περιορισμένη dégustation φοιτητικής ή μεγαλοαστικής ζωής, σε κάποια πόλη της Μεσευρώπης συνήθως. Αυτοί θεωρούν ότι δεν είμαστε Ευρωπαίοι και επιθυμούν να μας κάνουν Ευρωπαίους μεταρρυθμίζοντας το Ελληνικό κράτος σε κάτι το οποίο αντιλαμβάνονται ως "κανονικό ευρωπαϊκό κράτος". Στο πλευρό τους βρίσκονται οι πανταχού παρόντες και ακάματοι ρήτορες των πατερναλισμών και του κομιλφώ.

Για τη γενιά των πεφωτισμένων Ελλήνων, για τα απόπαιδα του Διαφωτισμού και τους ανορθόγραφους του Ορθολογισμού, ο Καραγκιόζης (ο Χατζηαβάτης πάλι, όχι και τόσο πολύ) ευθύνεται που "φτάσαμε εδώ που φτάσαμε". Για όλα. Φταίει η ιστορία του, φταίει κι η γεωγραφία του, φταίει η Ορθοδοξία ή η Δύση ή και οι δυο μαζί. Φταίει το δημοσιονομικά υπερτροφικό Κράτος (που παρατάιζε, λέει, τον Καραγκιόζη) και το πολιτικά ισχνό Κράτος (που δεν τον καρπαζώνει όσο πρέπει όταν ανομεί). Πάνω απ' όλους φταίει η μπανάλ Αριστερά, που παραχαϊδεύει τον Καραγκιόζη και δεν τον αφήνει να βάλει καμπούρα να βγούμε από την κρίση. Τέλος, φταίει ο φτωχός που δεν έμεινε όπου κι η μοίρα του και πού και πού διαμαρτύρεται, αναγκάζοντας τους δυστυχείς ή πονηρούς πολιτικούς να λαϊκίσουν. Αυτό που μας χωρίζει από την Ευρώπη, από το να είμαστε κανονικό κράτος και κανονικός λαός είναι η φτώχεια.

Δύο τα κρατούμενα.

Ο πεφωτισμένος Έλληνας στην Εσπερία

Ο πεφωτισμένος Έλληνας πάει στην Ευρώπη. Εκεί πιστεύει ότι ανήκει άλλωστε. Όπως είπα, συνήθως περιορίζεται στο να περιηγηθεί αξιοθέατα, καλές μεγαλοαστικές γειτονιές, τη βιτρίνα κάθε πόλης, γραφικά τοπία κτλ. Ο πεφωτισμένος Έλληνας, επαναλαμβάνω, πάει στη Μεσευρώπη, στο Παρίσι και στο κεντρικό Λονδίνο -- αλλά και στη Σκανδιναβία και σε νησίδες της Ανατολικής Ευρώπης τα τελευταία χρόνια -- και επιστρέφει με τις καλυτερες εντυπώσεις.

Εκτός όταν τον υπερχρεώσουν ή άμα στριμωχτεί σε κάποιο τρένο, ή όταν του κλέψουνε το πορτοφόλι ή τη φωτογραφική μηχανή, ή αν βρεθεί μάρτυρας σε καναν καβγά μεθυσμένων και του έρθει κανα μπουκάλι ξώφαλτσα. Τότε ζορίζεται κάπως ο πεφωτισμένος Έλληνας: δεν μπορεί να αναφωνήσει "δεν υπάρχει κράτος" και να λοιδωρήσει την ανομία και το μπάχαλο, αφού επισκέπτεται κανονικά κράτη (πόσο και με ποιους τρόπους είναι ένα κράτος "κανονικό", άλλο θέμα). Δεν μπορεί να οιμώξει "δεν είμαστε λαός", γιατί εξ ορισμού (και για λόγους μάλλον ανεξιχνίαστους) οι Αυστριακοί, οι δικοινοτικοί Βέλγοι, οι δεκαπέντε λογιών Γερμανοί, οι τετράγλωσσοι Ελβετοί ή κι οι Εσθονοί είναι λαός, και δη ευρωπαϊκός.

Και τότε καταλαβαίνει ο πεφωτισμένος Έλληνας ότι παρότι στην Ευρώπη και λαός είναι και κράτος υπάρχει, υπάρχουνε δυστυχώς ξένοι: μετανάστες, πρόσφυγες, γκασταρμπάιτερ κτλ. Μπορεί να είναι δύο και τριών και τεσσάρων γενεών, αλλά παραμένουνε ξένοι κι αναφομοίωτοι. Αυτοί φταίνε. Κουβαλήθηκαν από τις χώρες τους στην Ευρώπη για να βρούνε τα εύκολα λεφτά στις φάμπρικες, χτίζοντας και βάφοντας, μεγαλώνοντας παιδιά, στα συνεργεία καθαρισμού και στα μπουρδέλα της, αντί να καθήσουνε στα αβγά τους και να εργαστούν και να αναπτύξουν τις πατρίδες τους· έφεραν μαζί τους τα βάρβαρα έθιμά τους και τη γενικότερη βρωμιά και φασαρία τους. Μπορεί να είναι Αφρικανοί, μπορεί και Πορτογάλοι· άλλοι είναι Άραβες κι άλλοι Πολωνοί (αν και οι Πολωνοί είναι λαός όταν είναι στην Πολωνία, που είναι κανονική χώρα)· ίσως είναι Ανδαλουσιανοί ή και Τούρκοι· Ρουμάνοι αλλά και λατινοαμερικάνοι· Σιτσιλιάνοι και Μαγκρέμπ. Αυτοί χαλάνε τα κανονικά κράτη. Αυτοί όταν δεν θέλουνε να ενταχθούν κλειδώνονται από μόνοι τους στο γκέτο, ενώ όταν το προσπαθούν γίνονται γραφικοί.

Βεβαίως το ζήτημα δεν βρίσκεται ακριβώς στο ότι είναι ξένοι. Το Λονδίνο είναι γεμάτο Ρώσους ολιγάρχες, το Παρίσι φίσκα στους Κινέζους (όχι από αυτούς τους απαίσιους της Βαρκελώνης και της Αθήνας, για πλούσιους μιλάμε), η Ελβετία μέχρι εδώ στους Σαουδάραβες, το Ντύσελντορφ έχει δεκάδες χιλιάδες Γιαπωνέζους και η Ανδαλουσία μέθυσους αλλά σε καθεστώς ευμάρειας Βρετανούς συνταξιούχους. Ναι, γίνονται λίγο θορυβώδεις και χυδαίοι και αυτοί, να κάνουνε τον βίο αβίωτο των ντόπιων λ.χ. ανεβάζοντας τις τιμές της γης, ναι αλλά είναι πλούσιοι.

Πριν τους φτωχούς ξένους, το πρόβλημα των κανονικών χωρών με κανονικούς λαούς ήταν οι φτωχοί: έπιναν, έβριζαν, μύριζαν απλυσιά, ήτανε κακόγουστοι. Και σήμερα ακόμα: π.χ. η εργατική τάξη στην Αγγλία, ιδίως τα φτωχότερα στρωμάτά της, ευθύνεται για ένα σωρό κακοδαιμονίες -- άλλωστε είναι πλέον άκομψο στη Βρετανία να κακολογείς τους ξένους, κι ας κουβαλήθηκαν μαζικά χωρίς κανέναν λόγο. Ακόμα καλύτερα, η ίδια η εργατική τάξη έχει εσωτερικεύσει τον πατερναλισμό που υφίσταται και μέλη της παραδέχονται ασμένως ότι στους κόλπους της ευδοκιμούν yobs, benefit cheats, αλκοολικοί, bloody chavs, πρεζόνια και χασικλήδες, underage mums κτλ

Γενικότερα, η Ευρώπη είναι ένα ωραίο πράγμα αν δεν λάβεις υπόψη τους φτωχούς ξένους και τους φτωχούς γενικότερα.

Τρία τα κρατούμενα.

Στη φωτογραφία η είσοδος του σταδίου Philips, έδρας της PSV Eindhoven: "Ισχύς εν τη ενώσει".

GatheRate

Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2016

Ο αντεραστής


Αυτό τo καθήκι που ήρθε από το πουθενά και μου έφαγε κανονικά τη γυναίκα πρέπει να το έσπειραν το '71. Η το '70. Τον καριόλη. Τον θυμάμαι την πρώτη φορά. Χαμογελαστός κι άνετος, αιθέριος που λένε, ανέμελος κι έτσι και μια χαρά. Αν και ζουμπάς. Τον έβλεπες τον παλιόπουστα από τη γωνία, πριν στρίψει τη γωνία τον έβλεπες, από πίσω από τον τοίχο, τη μάνα του μέσα, τη χίπισσα ή χωριάτισσα ή τι διάολο μουνί τον πέταγε: χωρίς αρχές και τέτοια, αρχή από μόνος του, άνετος, ασκάλωτος τελείως: ανεμπόδιστος και σένιος. Το κέντρο του κόσμου, η μισοριξιά. Χειραψίες και χαμόγελα. Μνημόνιο, αντιμνημόνιο, κυβερνώσα αριστερά, δεξιά της αριστείας και της προόδου -- πού να ξεχωρίσεις. Οι καριόληδες είναι ίδιοι παντού. Την πάρτη και τον πούτσο τους κοιτάνε μόνο, πάντα υπεράνω και λάθος δεν κάνουν ποτέ.

Ήρθε και στρώθηκε μέσα στην παρέα. Τον κοίταγε η άλλη, η δικιά μου. Σπουδαίος τής φάνηκε και περιωπής. Αλλά εγώ, σιγά μην πάρω πρέφα. Και μη φανταστείς καμμιά ιστορία ή καναν άντρακλά δυο μέτρα: ένα εβδομηνταφεύγα είναι, κοκκινοτρίχης, σκατόφατσα αλβανική που παριστάνει τον λεβέντη βλάχο από τη Φιλιππιάδα, δηλαδή και καλά "η καταγωγή του", το μούτρο, με το μαλλί το ίσιο το άχυρο και το αραιό, υποψήφια φαλάκρα η δασική έκταση στο κρανίο του. Και χαμόγελα και σεμνές ματιές και βλέμματα, σαν γκόμενα. Χωρίς τσαγανό, χωρίς τίποτα. Σχεδόν πουστράκι τον έβγαζες, σαρανταφεύγα χρονών λίγδας. Έλεγες σιγά την πετρελαιοκίνηση, δίχρονο παπί είναι ο μαλάκας. Κι αυτός τα έλεγε και τα σπρεχάριζε τα δικά του και ήρθε κι έκατσε δίπλα μου μετά και φάτσα στη βλαμμένη και με χτύπαγε και στον ώμο ο παπάρας και σκεφτόμουν, πούστρα είναι και με χουφτώνει στο φιλικό ή ψάχνει να μου κάνει τον φίλο και τ' αδέρφι να νιώσει κι αυτός έτσι λίγο σπουδαίος κι αντράκι; Τόσο μαλάκας κι εγώ. Κι εκείνος έλεγε τα δικά του στην παρέα, και δώσε να κατεβάζει τα τσίπουρα. Όχι ότι κέρναγε, σκώληκας ήταν. Υπολόγιζε, μην κεράσει καμμιά γύρα παραπανίσια. Και μίλαγε. Αργά και στοχαστικά κοιτώντας το τραπέζι. Ο κοκκινοτρίχης. Η σκατόφατσα. Μίλαγε αργά και χαμηλά, να σωπαίνουν όλοι για να κάνει παράσταση, περφόρμανς που λένε. Η Ελλάδα έτσι κι η ιστορία αλλιώς κι ο Έλληνας αλλιώτικα. Και κουβέντα να γίνεται. Κοίταζε την άλλη στο μεταξύ αλλά πού να καταλάβουμε κι εμείς, λογάς είναι, λες, δεν παίζει, δεν σκαμπάζει, δεν χαλεύει -- πώς το λένε. Αλλά αυτός έκανε ματάκια. Κι εγώ χαμπάρι. Κι έτσι την πάτησα. Και πληρώσαμε την ταβέρνα και με έβαλε εμένα και την άλληνε σε ταξί και όλα καλά και να τα ξαναπούμε.

Και δεν τα ξανάπαμε, αλλά τα ξανάπε με την άλληνα. Τη δικιά μου. Το ήξερα κιόλας. Θα πήγαιναν λέει θέατρο. Το έχαψα κι εγώ, σιγά το ανθρωπάκι το ταλαίπωρο. Να πάνε. Δεν βαριέσαι κιόλας. Πήγα κι εγώ κι είδαμε το Τσάμπιος Λιγκ στου Πάνου, ήπιαμε και τις μπύρες μας και μου έδειχνε στο ημίχρονο κι ο λιγούρης ο άλλος, ο κατά φαντασία γουσταρλής, κάτι τσόντες αηδία στο κινητό του· ρε μαλάκα Πάνο πώς έχουνε γίνει έτσι οι τσόντες, του έλεγα, όλο αιμομιξίες (και καλά!), πέντε μαζί να παίρνουνε μια γκόμενα νουμεράδα σαν να είναι μισθοφόροι των Κόντρας μέσα στη ζούγκλα, σάλια και κάτι φίστιγκ -- σιγά ρε φίλε μη χώσουμε και κανα λαμπατέρ μέσα. Αηδίες ρε φίλε, αηδίες: ξερνάς προτού καυλώσεις. Κι η άλλη στο θέατρο με το καθήκι, τον κακομοίρη τον μονουχισμένο, τον βλάκα του βιβλίου τον δικολάβο. Ετσι έλεγα. Να δούνε τον Χειλάκη, τον Μαρκουλάκη ή τον άλλονα, πώς τον λένε, τον Σερβέτ Αλή και τον δεν ξέρω ποιον να παίζουνε τα βάσανα Ρώσων αλκοολικών που τους φάγανε τα χρέη κι η γκαντήφλα του κωλόκαιρου. Κι αυτοί χαμουρευόντουσαν. Μπορεί και να γαμήθηκαν κι από κείνη τη φορά, πού να ξέρω. Κι ήρθε η άλλη σπίτι πριν από μένα κι όλα μια χαρά. Μέλι γάλα. Και μου έλεγε πώς της έλεγε ο χατζηπαπάρας γιατί δεν θα τελειώσει η κρίση ποτέ. Σου είπα, ή αριστερός διανοούμενος ή δεξιός στοχαστής ήταν. Τι στοχαστής, γαμιστής ήτανε. Κωλοδικηγόρια. Σκώληκες. Σκαθάρια. Στο γραφείο του την πήγαινε. Γραφείο, ράφια, ντουλάπι, καναπές -- αυτά από έπιπλα. Στην Κολοκοτρώνη. Μέσα στη μαύρη νύχτα. Τέταρτος όροφος. Εμπορικό δίκαιο. Να σου ξηγήσω το σκεπτικό, την υπόθεση, την κατάσταση και τ' όνειρο. Το διά ταύτα.

Κι εντάξει, ο κοκκινοτρίχης ο σπανός, ο ένα ογδόντα με το ζόρι, ο κοκκαλιάρης, η μισοριξιά· αυτός ας πούμε ότι ψαχνότανε. Νταξ, παίκτωρ, μπλα μπλα είχε, μπλα μπλα δειγμάτιζε. Μια χαρά γι' αυτόν οι παντρεμένες. Ήθελε να κάνει παιχνίδι, βρήκε τη δικιά μου. Η δικιά μου δεν καταλαβαίνω τι του βρήκε. Αυτή είναι του γυμναστηρίου. Αυτό το πράμα περίμενε για να με κερατώσει; Αυτόν τον έρμο τον κακομοίρη; Κάτι κλαρίνα στο γυμναστήριο που έχω δει να κυκλοφορούν τον έπιαναν τον τυπάκο και τον έκαναν δέμα και τον έστελναν συστημένο. Εγώ με κανέναν από εκεί μέσα, από το γυμναστήριο, φοβόμουν μη μου τα φορέσει, που έζεχναν όλοι με τα κολλητά τα φανελάκια βαρβατίλα κι ιδρώτα και τη χούφτωναν για να της δείξουνε της γυναίκας πώς να πιάνει τη λαβή για να τραβάει τα βάρη και πώς να μη γλυστράει ο κώλος της πάνω στη σέλλα του μηχανήματος όταν έπαιρνε τις επαναλήψεις. Αυτούς τους είχα λίγο από φόβο, φουσκωτούς και γραμμωμένους, ιδίως τους γραμμωμένους, και πήγαινα απροειδοποίητα με το αμάξι πού και πού και την έπαιρνα κι αυτή τους κοίταγε -- γιατί κόβει το μάτι μου εμένα, μην κοιτάς που την πάτησε με τον φλώρο, τον κωλόπουστα -- όπως κοιτάω εγώ τα τιμολόγια. Κι ούτε είχε τίποτα ιδιαίτερες εξάψεις μετά -- γιατι κι αυτό είναι ένδειξη, σημάδι. Και πήγε λοιπόν η δικιά μου η λαμπάδα με τον κώλο σκέτη ποίηση και του κάθησε του κοκκινοτρίχη του σπανού με την προσεχώς φαλάκρα και τις πλατούλες Γραφέως Β'. Που μας έλεγε για την κρίση. Και που έπινε τσίπουρα κι έκλειναν τα μάτια του από τη ζάλη. Η λούγκρα του κερατά. Αλλά η δικιά μου αυτόνανε γούσταρε. Άβυσσος, περί ορέξεως και τα λοιπά. Τι να πεις.

Ήτανε και προσεκτική στο μεταξύ. Δεν τον έβλεπε συνέχεια. Όχι. Στη χάση και στη φέξη. Πονηριά. Σύστημα. Στο σπίτι του λέει δεν πήγανε ποτέ. Ο μαλάκας, πήγαινε με τους κανονισμούς, με το βιβλίο: "δεν γαμάμε σπίτι μας ούτε μισή φορά" κι έτσι. Κι ας είναι εργένης. Αλλά βέβαια κι είναι εργένης: ανθρωπάριο. Μισοριξιά. Ποια να τον παντρευτεί τον ζαβλακωμένο, το ζαβό. Εκεί, τις παραμυθιάζει και του κάθονται μέχρι να τονε βαρεθούν κι αυτόν και την μπάμια που θα έχει για καυλί. Γιατί μέχρι πού να σε πάει το ψηστήρι, η καυλάντα και το μπλα μπλα, η φιλοσοφική η συζήτηση και οι κουβέντες της κουλτούρας; Δεν ζουν οι σχέσεις χωρίς καύλα. Λίγη καύλα, όχι πολλή. Αλλά αυτός τι καύλα; Αυτός κουβέντες και μπούρδου μπούρδου: μέχρι εκεί. Για 2-3 μήνες το πολύ και άντε. Εκτός απ' τη δική μου φυσικά, που τραβιότανε μαζί του 6 χρόνια. Έξι χρόνια ρε φίλε. Έξι. Κι όλα ρολόι. Κι εγώ μέσα σε αυτά τα χρόνια τον είδα μια φορά στην αρχή, που έγινε το κοννέ στα τσίπουρα, μια στα Βλάχικα με τον μαλάκα τον ξάδερφό μου που ήτανε πελάτης του (ανάθεμα τους δικηγόρους και τα πελατάκια τους και τον Έλληνα τον δικομανή), μια για καφέ στη Μητροπόλεως που τον είδαμε τυχαία και είπαμε να κάτσει μαζί μας και μια ακόμα την τελευταία. Στην όπερα.

Πάμε στην όπερα έλεγε η άλλη, καμμιά αντίρρηση εγώ, ήτανε κι ιταλική που μου αρέσουν. Θα είναι και ο Μαλάκας, εντάξει, μας βρήκε εισιτήρια. Ντυνόμαστε και πάμε· προσέκκο και εφέ στο φουαγιέ, όλα ωραία, κοιτάμε τις κάσες τις κολωνακιώτικες που περπάταγαν και νιώθανε να τους ανήκε η όπερα, λες κι ήτανε Κερκυραίες, κοίταγα τους κολωνακιώτες τους ξεπεσμένους, σαν μαδημένες νερόκοτες. Καταφθάνει και ο αρχιπαπάρας καθυστερημένος λίγο πριν αρχίσει η παράσταση, μπαίνουμε μέσα, ωραία η Λουτσία, μια χαρά, καλές φωνές, παραγωγή κιμπάρικη. Στο διάλειμμα στο φουαγιέ με κοιτάει και μου λέει ο κοκάκιας (γιατί ήτανε και κοκάκιας, όλα τα κακά τα είχε το παπάρι το μαραμένο) με το μάτι να γυαλίζει σαν γυάλινο κι έτσι μοχθηρό: "Δεν υπάρχει και δεν θα υπάρξει" -- ναι έτσι μιλάει ο Χάρης Πάτσης, το κωλόφυτο η Δομή -- "δεν υπάρχει και δεν θα υπάρξει γυναίκα σαν τη Μάνια".

Και ξαφνικά αστράφτουν όλα μπροστά μου. Όλα. Και βλέπω ότι είναι φτιαγμένος και καταλαβαίνω τι παίζει μπροστά στα μάτια μου, όχι πίσω από την πλάτη μου, εδώ και μια εξαετία, αυτό το γαμημένο το 2010-2016 που μηδένισε τα κοντέρ ολωνών και μας πέταξε στην αφετηρία και γέμισε την πόλη τραμπούκους να κυνηγάνε πεινασμένους και που μας έκλεισε τα μαγαζιά και μας γάμησε τα μυαλά. Καταλαβαίνω τότε τι γίνεται και κόβονται τα πόδια μου κι έτρεμαν και τα γόνατά μου λίγο και βλέπω από μακριά τη δικιά μου, τη μαλάκω τη Μάνια που με κεράτωνε με αυτόν τον μπαγιάτικο κουραμπιέ, τον κοκκινιτρίχη με φωνή σαν καραμούζα αποκριάτικη, να έρχεται από την τουαλέτα που πούδραρε τη μύτη της ή δεν ξέρω τι. Προλαβαίνω λοιπόν και του λέω "Το ξέρω, φίλε. Δεν υπάρχει." Και παίρνω τη Μάνια από το μπράτσο, την τραβάω μπροστά και πάμε και καθόμαστε στις θέσεις μας και βλέπουμε ήσυχα ήσυχα την τελευταία πράξη, όπου πεθαίνουν όλοι, ως συνήθως. Μετά πήγαμε σπίτι μας.

GatheRate

Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2016

Έφτι Μουλά


Έρχομαι από τα βάθη της Ασίας.

Το 1994 πήγα στη Λέσβο για να βρω το κορίτσι μου, που παραθέριζε εκεί με τους δικούς της -- αθώες εποχές τότε, μας έσερναν οι γονείς μαζί τους στις διακοπές. Έφτασα εκεί με άλλους τρεις φίλους, δεν υπήρχανε και κινητά οπότε αφήναμε ο ένας στον άλλο μηνύματα με αριθμούς τηλεφώνου των πανσιόν που καταλύαμε. Ήμουν ήδη δυο τρεις μέρες στη Λέσβο όταν μαθαίνω από την ολοφάνερα αναστατωμένη μητέρα της κοπέλας ότι πήρε το βαρκάκι χωρίς προειδοποίηση, πήγε στο Αϊβαλί και από εκεί θα διέσχιζε με τούρκικο ΚΤΕΛ την Τουρκία μέχρι να φτάσει στην Καππαδοκία. Από την οποία κατάγομαι. Για να δει πώς είναι εκεί οι άνθρωποι.

Δύο μήνες μετά, στην Αθήνα, μου είπε ότι όλοι μου έμοιαζαν στους δρόμους της Καισάρειας, μια δυο φορές μάλιστα νόμισε ότι με είδε να περπατάω με τριμμένο γκρι σακάκι. Πιθανόν όλοι να μου έμοιαζαν, αλλά μπορεί και να επρόκειτο για περίπτωση παρειδωλίας: όποιος ψάχνει μοτίβα τα βλέπει κι εκεί όπου μετά βίας υπάρχουν, λ.χ. στα σύννεφα.

Μπορεί οι τουρκόφατσες της Καππαδοκίας, που έγιναν πολύ της μόδας με τα σήριαλ τα τούρκικα και τις ταινίες του Nuri Bilge Ceylan, να θυμίζουνε τη δική μου, αλλά η ταυτότητα είναι πολύ μπαγάσικο πράμα και δεν ορίζεται ούτε στατικά ούτε με τη συσσώρευση πληροφοριών. Αναρωτιέται π.χ. ο Κούντερα στην Ταυτότητα, λίγο ρητορικά και στημένα, τι από τα δύο είναι η ταυτότητα του καθενός μας: το άθροισμα όλων των λεπτομερειών που είμαστε, των ειδοποιών διαφορών μας, ή αυτό που μένει όταν απογυμνωθούμε από τις λεπτομέρειες και τα καθέκαστα;

Ενδιαφέροντα θέματα οπωσδήποτε. Αυτό που ξέρω εγώ είναι ότι δεν έχω πάει μέχρι τη μέση της Καππαδοκίας για να βρω τις ρίζες μου: ό,τι θυμάμαι και ό,τι έχω ζήσει είναι οι ρίζες μου, ενώ τη βιολογία μου την κουβαλάω μαζί μου και είναι μέρος μου, μαζί και η τουρκόφατσα.

Ο μισός είμαι Καππαδόκης, ένα τέταρτο Αρκάδας, ένα τέταρτο Πολίτης. Κατά τ' άλλα κι εγώ κι ο πατέρας μου είμαστε Αθηναίοι. Αν δεν θέλει να παίξει κανείς με στερεότυπα, τα πράγματα είναι απλά: τουρλού, όπως είμαστε οι περισσότεροι από καταβολής ανθρωπότητας, είδους έμφρονος, γλωσσικού και ταξιδιάρικου, ενίοτε πολύ μοχθηρού και συνήθως απλώς παράφορου, που πρόκοψε στις πόλεις μετά από δεκάδες χιλιάδες χρόνια κυνηγιού και περιπλανήσεων.

Αν θέλει να παίξει κανείς με στερεότυπα, μπορεί να σκεφτεί παστουρμάδες λόγω Καππαδοκίας -- αν κι εγώ θα έλεγα μαντί και πολύ γιαούρτι, χοροί με κουτάλια και τουρκοφωνία· μπορεί να σκεφτεί τσάμικους λόγω Αρκαδίας, αν κι εγώ θα έλεγα στριφνότητα, ψυχρότητα και γαστρονομική απελπισία· για δε την Πόλη όλοι έχουν γνώμη.

Αν πάλι επιμείνω στη μνήμη, υπάρχουν ιστορίες. Υπάρχουνε π.χ. θειάδες και γιαγιάδες που μιλάνε μεταξύ τους τούρκικα για να μην καταλαβαίνουμε ποιον κουτσομπολεύουνε και πώς. Υπάρχει και μια αιωνόβια, εντελώς κινηματογραφική γιαγιά, σαν αρχαία μάγισσα ή Γραία, η οποία αρνούνταν να καθήσει σε οτιδήποτε ψηλότερο από έναν πολύ χαμηλό σοφρά. Αυτό που την έκανε να μοιάζει με μαντείο ήταν ότι μίλαγε μόνο τούρκικα, και μάλιστα με τρόπο που δυσκόλευε ακόμα και τους υπόλοιπους τουρκόφωνους στο σόι. Εγώ τη φοβόμουν κάπως. Με αποκαλούσε Έφτι Μουλά.

Αν με ρωτήσετε, νιώθω Αθηναίος και Βορειοδυτικός Ευρωπαίος κι αισθάνομαι ότι υπάρχει μια Επτάπολη μέσα στην Ευρώπη όπου θα μπορούσα να ζήσω όπως νομίζω ότι θα ήθελα να ζήσω: Αθήνα, Άμστερνταμ, Βερολίνο, Γενεύη, Κολωνία, Βαρκελώνη, Νάπολη. Αν με ρωτήσετε τι συγκροτεί την ταυτότητά μας, θα ξαναπώ αυτό:
Οι ταυτότητές μας δεν είναι ούτε (μόνο) βιολογία, ούτε ανεξίτηλες. Μπορεί να είναι το στέκι και το νησί μας, οι Ramones και η Σχολή μας, η γυναίκα που δεν θα φύγει και οι άντρες που πέρασαν. Οι ταυτότητές μας διαμορφώνονται από το πού νιώθουμε να ανήκουμε, από το τι μας υποστασιάζει και από ό,τι μας δίνει χαρά.
Και δεν θα πω άλλα.

Η φωτογραφία εικονίζει (και) το αυτοκόλλητο-παρέμβαση You are here (Sakis Folios).

GatheRate

Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2016

Λαιστρυγόνες


Το 1978, όταν ήμουν πέντε χρονών, ο πατέρας μου αποφάσισε να αγοράσει το Nightflight to Venus, ώστε να έχει και κάτι από ξένα στην καινούργια και υπό συμπίληση δισκοθήκη του, η οποία μέχρι τότε περιείχε λίγο Μπαχ, πολύ Μπετόβεν, Βάγκνερ, Μότσαρτ, Σούμπερτ, τα απάντα του Χιώτη, Χατζιδάκι, Θεοδωράκη και Στράτο Διονυσίου. Όσοι μεγαλώσατε με πανκ, με ροκ και με ποιότητα πολλή ξινίζετε, αλλά δεν πειράζει: ξέρω όλα τα τραγούδια του δίσκου απ' έξω, ο οποίος με μύησε σε περίτεχνα φωνητικά, διπλές εισαγωγές και την ενορχηστρωτική φαντασία -- εβδομηνταρία γαρ.

Κάτι άλλο που έμαθα γύρω στα έξι μου είναι η Οδύσσεια, στην οποία με μύησε ένα επιτραπέζιο παιχνίδι που έπαιζα στο κέντρο νεότητας (επί Μπέη ο Δήμος Αθηναίων ενδιαφερόταν και για τους δημότες του, όχι μόνο για ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς, ευταξία και τον κατευνασμό εργολάβων). Αμέσως μετά έπεσα με τα μούτρα σε μια Οδύσσεια για την Τρίτη Δημοτικού, σχολικό βιβλίο του πατέρα μου. Βεβαίως με ενδιέφεραν οι Απόλογοι κυρίως, ακόμα με ενδιαφέρουν, μικροί ή μεγάλοι· άλλωστε σε αυτούς βασιζόταν το επιτραπέζιο παιχνίδι, άλλωστε αυτοί είναι κατά Μπόρχες το πρότυπο κάθε περιπλάνησης: ο Νόστος. Και το επεισόδιο που με συνάρπαζε πάντοτε ήτανε των Λαιστρυγόνων.

Με εντυπωσίαζε που ήτανε κανονικοί άνθρωποι, με δύο μάτια δηλαδή, αλλά γίγαντες, χωρίς να ανήκουνε στους Γίγαντες της ησιόδειας Κοσμογονίας. Επιπλέον ζούσανε σε χώρα παραθαλάσσια αλλά δασωμένη, που από τότε μού φάνταζε ιδανική περίπτωση. Το επεισόδιο είναι αρκετά σύντομο, αλλά το ονόματα που μου είχανε κολλήσει ήταν δύο: της χώρας, που λέγεται Τηλέπυλος, κι εγώ ερμήνευα μέχρι απόψε ως "μακριά από την Πύλο", και του βασιλιά της, που λέγεται Αντιφάτης, κι εγώ καταλαβαίνω να σημαίνει "αυτός που αντιλέγει" κι όχι "αυτός που αντιφάσκει". Άλλωστε ο Αντιφάτης δεν είναι απατεώνας ούτε ψεύτης ούτε καν εκμαυλιστής όπως η Κίρκη: τρώει τον πρόσκοπο του Οδυσσέα για μεζέ και μετά μαζεύει τον λαό του και πετάνε πέτρες στον στολίσκο του ξένου που έπιασε στο λιμάνι τους -- όπως κάθε τοπικιστής που σέβεται τον εαυτό του. Πάντως οι Λαιστρυγόνες καμακώνουνε τα ανθρώπινα θύματά τους για να τα φάνε (ἰχθῦς δ᾽ ὣς πείροντες ἀτερπέα δαῖτα φέροντο)· τουλάχιστον οι Λαιστρυγόνες είναι ανθρωποφάγοι, όχι απλοί μισάνθρωποι φονιάδες.

Απόψε, ψάχνοντας λίγο, μαθαίνω ότι οι φιλόλογοι μού λένε ότι παρετυμολόγησα το Τηλέπυλος, που μάλλον σημαίνει "υψηλή πύλη" τελικά, ενώ για το Αντιφάτης ξύνουνε το κεφάλι τους. Επιστρέφοντας στο πρωτότυπο για περισσότερες πληροφορίες, βρήκα ότι ο ιδρυτής της Τηλεπύλου λεγόταν Λάμος, που θα πει "χάσμα". Σε ένα τόσο σύντομο επεισόδιο (κ 81-134) περιέχεται μέσα σε τρία κύρια ονόματα τόση αφήγηση και τόση ένταση. Εντάξει, υπάρχει ακόμα ένα τοπωνύμιο, μια κρήνη στην Τηλέπυλο, Αρτακία, αλλά δεν το έψαξα γιατί φαντάζει υπερβολικά ήμερο και οικείο.

GatheRate

Δευτέρα, 17 Οκτωβρίου 2016

Εφτά άντρες


Η Κική τον στρίμωξε στον πάγκο. Έβαλε το χέρι της πάνω στο γονατό του με επεκτατικές διαθέσεις. "Τι σου αρέσει λιγότερο στο σώμα μου;", τον ρώτησε. Ο καημένος δεν ξέρει από αυτά. Τίποτα δεν ξέρει. Σκέφτηκε λιγάκι γιατί ήθελε να απαντήσει τίμια κι ειλικρινά στην ερώτηση. "Θέλω να μου πεις", επιμένει. Το πρόβλημα όμως είναι το εξής: στα δεκαοχτώ του νομίζει ότι έχει δει τον θεό τον επουράνιο μόνο και μόνο γιατί η Κική βγήκε μαζί του και στο τέλος του ραντεβού τον φίλησε. Και την επόμενη φορά ήρθε σπίτι του και το έκαναν και τους άκουσε όλος ο ακάλυπτος. Και το πρόβλημα, το πρόβλημα που λέγαμε, είναι ότι το σώμα της είναι τέλειο, είναι σαν αυτά που τοποθετούν γυμνά μεταξύ φωτός και σκιάς οι σκηνοθέτες οι καλοί για να σου πουν "α, να ομορφιά, να έρωτας: κοίτα καλά". Πριν δυο βδομάδες έγραψε μάλιστα κι ένα ποίημα για το σώμα της, σαν γεωγραφική περιήγηση· παινεύει και τον κώλο της που είναι σαν πανέμορφος πλανήτης. Της το έδωσε καλλιγραφημένο σε ένα χαρτί κι αυτή τον φίλαγε μετά λες και θα έμπαινε σε τραίνο να φύγει μετανάστης. Τι να της απαντήσει τώρα; Δεν ξέρει. Κι όσο διστάζει, τόσο η Κική μαγκώνει. Πρέπει να βρει κάτι. Ντρέπεται και να πει "βυζιά" μπροστά της. "Το στήθος σου", της λέει. "Είναι βαρύ και λίγο πεσμένο." Η Κική τον κοιτάει με βλέμμα που πετρώνει, παίρνει το τσαντάκι-ταγαράκι που ίσα ίσα χωράει απολύτως τίποτα και φεύγει. Θα τον ξαναπάρει τηλέφωνο σε τέσσερις μέρες αλλά αυτός ακόμα δεν το ξέρει και θα αδειάσει μέχρι τότε ό,τι έχει η κάβα του σπιτιού. Μέχρι και το κοριαντολίνο θα πιει.

*

Τα πράγματα είναι κάπως περίεργα και μάλλον σχετικώς σοβαρά. Την ντρέπεται τη Νανά. Πρώτα πρώτα είναι αρραβωνιασμένη και του το είπε. Συνηθισμένος βεβαίως να χωρίζει ζευγάρια, όχι γιατί το επιδιώκει ή γιατί έχει τέτοιο βίτσιο, απλώς του συμβαίνει. Αλλά την ντρέπεται αυτή. Πήγανε σπίτι του μετά το φαγητό, αλλά δεν πίνει αλκοόλ η Νανά. Αυτό τον κάνει να ντρέπεται περισσότερο αν και ήδη την έχει φιλήσει. Τον κοιτάει και την κοιτάει κι αυτός· την ώρα που περνάει τη νιώθει να πέφτει στο χαλί κομματάκι κομματάκι, σαν κερί που στάζει σε παγωμένο δωμάτιο. Σχολιάζει πόσο της αρέσει το σπίτι του. Εκείνος εξακολουθεί να την ντρέπεται τη Νανά αλλά θυμάται ότι τη φίλησε μπροστά στη λίμνη (πόσο καρποστάλ) και θέλει να την ξαναφιλήσει και να ακούσει πώς θα κάνει όταν θα γλυστρήσει μέσα της, εάν τελικά θα γλυστρήσει μέσα της. Ο Γιώργος τού έλεγε ότι είναι του df κι ότι κωλυσιεργεί και διστάζει γιατί το df τον έχει διαφθείρει και τέτοια. Της φτιάχνει τσάι Mariage Frères, το μόνο που έχει γιατί τσάι δεν πίνει κι ανοίγει και το μπουκάλι με το Teeling και περνάει κάπως και η ώρα. Το Teeling κάνει καλό. "Θα σου βάλω ένα ελληνικό τραγούδι", της λέει. Της αρέσει το "Κάνε το δάκρυ σου χαρά", ωραίο είναι, της αρέσει. Το Teeling κάνει καλό, κλείνει τα μάτια και τη φιλάει ενώ ταυτόχρονα το χέρι του πλάθει λίγο απληστα τη δεξιά ωμοπλάτη της, μετά λύνει τον ευτυχώς εύκολο δεσμό. Το στήθος της ελευθερώνεται κάτω από το πουλόβερ ενώ η ανάσα της μυρίζει άνθη παιωνίας, ή τι λέει η συσκευασία του τσαγιού. Η ανάσα της μυρίζει σαν υπόσχεση και ο μικρός αναστεναγμός όταν τελικά μπαίνει μέσα της ακούγεται σχεδόν σοβαρός και όλος συνέπεια.

*

Η Κική μπαίνει μέσα στο δωμάτιο και βγάζει τα γυαλιά της. Κρατάει καφέ από τον Γρηγόρη στα χέρια της, αυτό είναι καλό σημάδι. Αχνίζει ακόμα. Χωρίς να τον έχει κοιτάξει ακόμα κλείνει την πόρτα πίσω της απαλά λες και θα ξυπνήσει κανέναν. Βγάζει τα γυαλιά και τα αφήνει στο έπιπλο που έχουνε τα δωμάτια ξενοδοχείων για γραφείο, λες και θα κάτσει κανείς να γράψει την Ασάλευτη Ζωή στην Αχαρνών. Ακουμπάει και τον καφέ στο γραφείο αυτό, πολύ στην άκρη, ως συνήθως. "Πόσο θα μείνεις;", τον ρωτάει. Απαντάει. "Δεν το ήξερα το ξενοδοχείο, νόμισα ότι ήτανε ξέρεις, ημιδιαμονής που λένε." Αυτός κάθεται στο κρεβάτι, τον έχουνε λιώσει οι δώδεκα ώρες μέσα στο ΚΤΕΛ, η δύσοσμη θέρμανση, οι μονότονοι ρυθμοί και το τίποτα των αυτοκινητοδρόμων. Η Κική στέκεται μπροστά του και τον κοιτάζει. Δεν ξεντύνεται. Μάλλον όχι, βγάζει πάρα πολύ προσεκτικά το καλσόν της, αλλά το πετάει στο πάτωμα. Καινούργιες συνήθειες αυτές. Τον φιλάει και τον ρωτάει αν κρυώνει. Τον γδύνει εντελώς αλλά αργά, εκείνη βγάζει μόνο τη ζακέτα της. "Πόσο θα μείνεις στην Αθήνα;" Δεν περιμένει απάντηση, του κάνει τη γνωστή λαβή και όταν βεβαιωθεί πως είναι σκληρός και έτοιμος μισοκάθεται με προσοχή πάνω του. Τον ρίχνει πίσω να πέσει στο στρώμα και τον καβαλάει κανονικά. Κινείται όμως πότε βάδην και πότε τροχάδην, δεν αφήνεται να καλπάσει πάνω του. "Πουθενά δεν έχεις να πας" του λέει λίγο πριν τον κάνει να χύσει. Μετά πέφτει κι εκείνη πάνω του και τον σκεπάζει. Μυρίζει χειμώνα στην Αθήνα στα ρούχα και στο δέρμα της. "Έλα να κάνουμε ένα μπάνιο μαζί και συνεχίζουμε εκεί", του λέει.

*

Στο σπίτι της Νανάς έχει πολλά κρεβάτια αλλά τρίζουν όλα. Πολλά δωμάτια ψηλοτάβανα και μεγάλα με τουλάχιστον ένα κρεβάτι το καθένα. Τα νοικιάζει σε φοιτητές αλλά τώρα τον Ιούλιο λείπουν όλοι κι έχει όλο δικό της ένα σπίτι άδειο με δωμάτια άδεια και διαθέσιμα κρεβάτια ξέστρωτα. Ο ήλιος λάμπει ψηλά στον ουρανό και χυμάει μέσα από τα κατασκονισμένα τζάμια. Η Νανά φοράει μια αστεία λεπτή νυχτικιά, αυτός είναι ακόμα με τα ρούχα της δουλειάς. Βγάζει την κυλότα της, κι εκείνος πέφτει γονατιστός και κάνει να τη γλείψει όμως εκείνη τον κόβει. Δεν θέλει, δεν της αρέσει. Φοράει ακόμα τη νυχτικιά και κάτι κάλτσες με γατάκια, κάλτσες αντρικές. Η Νανά απλώνει το χέρι της και βρίσκει το δικό του καθώς προσπαθεί τουλάχιστον να της το τρίψει. Τραβιέται και ξαπλώνει στο κρεβάτι και τον τραβάει πάνω της. Το τρίξιμο είναι πολύ έντονο, σχεδόν μουσικό, σαν αλλεπάλληλες δοξαριές. Εκείνη ανασαίνει όχι κοφτά αλλά σαν να ετοιμάζεται να ψάλει. Μετά από λίγο τον σπρώχνει απαλά και σηκώνεται όρθια κοιτάζοντάς τον με θαμπό βλέμμα. Ξαπλώνει στο πάτωμα, εκεί όπου πέφτει η αντηλιά. Κλείνει τα μάτια και του λέει "Έλα". Εκείνος ξαναμπαίνει μέσα της, σχεδόν τσουλάει μέσα της και ανοίγοντας τα μάτια βλέπει την κυλότα της ριγμένη ατημέλητα λίγους πόντους αριστερά από το πρόσωπό της, σαν να την τοποθέτησε κάποιος εκεί επίτηδες. Αυτή η εικόνα τον απασχολεί για ελάχιστα δευτερόλεπτα ακόμα, ύστερα ξαναβουτάει στο θαυμαστό κι ευφρόσυνο τίποτα της λαγνουργίας.

*

Η Φιλιώ μπαίνει στο σπίτι του και κοιτάει καλά καλά γύρω της. Καταγράφει. Φαίνεται να της αρέσει όπως αρέσει σε κάποιον ένα μποέμ αχούρι. "Δεν ήξερα ότι μένουν άνθρωποι στην Ευριπίδου", του λέει. "Μόνον από τέταρτο όροφο και πάνω", της απαντάει. Κάθεται κατάχαμα στο καταλιανισμένο παρκέ κι ανάβει τσιγάρο χωρίς να ρωτήσει, βγάζει από την πελώρια τσάντα της ένα φορητό τασάκι και το ανοίγει. Το αφήνει προσεκτικά στο πάτωμα δίπλα της και κάνει μια έτσι για να ανοίξει την μπαλκονόπορτα περισσότερο. Φοράει κάτι ρούχα σαν να βγήκε από το νουβέλ βαγκ αλλά μωβ, πράσινα, γκρενά, μπορντώ και ταμπά: τέτοια, χρώματα με γυναικεία ονόματα. Είναι πιο ωραία η Φιλιώ από όσο νόμισε και θυμόταν. Φοράει και μπερέ, μπορντώ. Εκείνος πάει και παίρνει δυο μαξιλάρες από τον καναπέ και τις ρίχνει στο παρκέ. Στέκεται όρθιος και την κοιτάζει, από πάνω της. Σαν μπάστακας, που λένε. Οπότε πάει και της φέρνει ένα τζόνι με κόλα από την κουζίνα, τι πίνει και δυο-τρία πράγματα ακόμα ξέρει για αυτήν. Γι' αυτό πήγε κι αγόρασε το τζόνι άρον άρον. Εκείνη σηκώνει το κεφάλι και χαμογελάει, έχει ωραίο χαμόγελο. Πολύ ωραίο. Αγαλλίαση. Δεν λέει τίποτα, σαν να θεωρούσε δεδομένο ότι θα της έρθει ένα τζόνι με κόλα πριν καν να το ζητήσει. Εκείνος αρχίζει να γδύνεται σαν να είναι στον γιατρό, αλλά δεν ξεχνάει να βγάλει τις κάλτσες, ενώ στο τέλος διπλώνει το σόρτς γύρω από το σλιπ με συστολή κι έχει ήδη αφήσει διπλωμένο το τισέρτ πάνω στην καρέκλα την ινδική. Όσο γδύνεται η Φιλιώ σηκώνει το βλέμμα κάθε τόσο, συνεχίζει να καπνίζει. Μόλις βλέπει ότι απέμεινε εντελώς γυμνός χαμογελάει ξανά και λέει "μια χαρά" σχεδόν γελώντας. Απ' έξω, από μακριά ακούγεται κάποιος κάγκουρας. Γονατίζει στο πάτωμα και τη σπρώχνει να ξαπλώσει πάνω σε μια από τις δύο μαξιλάρες, φοράει ακόμα τον μπερέ της ενώ της βγάζει τη φούστα. Εκείνη βγάζει το μπολερό ή πώς τα λεν αυτά και μετά το τοπ από κάτω, ώσπου της πιάνει τα χέρια κι αρχίζει να τη φιλάει στον λαιμό. "Μια χαρά", λέει η Φιλιώ. Ύστερα ορμάει πάνω της αλλά σε λίγο είναι ο ίδιος ξαπλωμένος στο πάτωμα κι έχει τη Φιλιώ από πάνω του αλλά κολλημένη πάνω του, με τη μουσούδα του στον λαιμό της: γαμιούνται χωρίς περίσκεψη και χωρίς ιδιαίτερη χάρη. Αφού τελειώσουν ήσυχα αλλά με πνιγμένους στεναγμούς, χωρίς να κατέβει από πάνω του η Φιλιώ τού λέει "ωραίο ήταν αυτό".

*

Του έχουνε κοπεί τα γόνατα. Αυτός, που ποτέ δεν φοβήθηκε, τη βλέπει και τρέμει. Δεν μπορεί να διανοηθεί ότι αυτή η γυναίκα, γυναίκα, όχι "γκόμενα" ή "μουνίτσα" ή δεν ξέρω τι, τον θέλει. Την κοιτάζει και δεν πιστεύει στα μάτια του. 'Εχει πιει ένα ποτήρι κρασί αλλά ήδη το κεφάλι του γυρίζει. Την κοιτάζει και δεν πιστεύει στα μάτια του. Μπαίνουνε σπίτι της κι εκείνη αμέσως εξαφανίζεται στο μπάνιο. Το σπίτι της είναι ένα σπίτι όπως όλα τα άλλα, εκείνη όμως δεν είναι καθόλου σαν όλες τις άλλες. Σαν καμμιά απολύτως δεν είναι. Κάθεται στον καναπέ, από αυτούς τους αθάνατους που προτιμούσαν τον περασμένο αιώνα, και σκέφτεται ότι τη φίλαγε πριν είκοσι λεπτά, μπορεί όμως και να ήτανε χρόνια πριν. Κι εκείνη του είπε ότι ήρθε η ώρα να φύγουν. Και στην έξοδο του μπαρ λίγο έκανε να πέσει πάνω στον Αντώνη, που έκανε πως δεν τον είδε, αν και μπορεί να μην τον είδε πραγματικά γιατί κοίταγε εκείνη που πέρναγε μπροστά του και της κράταγε την πόρτα. Εκείνη που τώρα έρχεται από το μπάνιο φορώντας μόνον εσώρουχα, σχεδόν κανονικά εσώρουχα, -- τίποτε υπερσέξυ. Πρέπει να έχει τα πιο αστεία μούτρα του κόσμου έτσι όπως την κοιτάζει, λιγάκι σαστισμένος, πολύ καυλωμένος κι απολύτως αγγελοκρουσμένος. Σηκώνεται από τον καναπέ και την κρατάει από τον λαιμό, εκείνη του χαϊδεύει τα μαλλιά, δεν ξέρει πού να την πρωτοχουφτώσει, τι να χαϊδέψει, σαν έφηβος σε πάρτυ φέρεται λίγο. Ανοίγει τα μάτια και η όψη του δέρματός της τον κάνει να ταραχτεί, είναι ανελέητα όμορφη. Εκείνη του γυρίζει με τρόπο την πλάτη. "Σε θέλω", του λέει και σκύβοντας ακουμπάει το δεξί της χέρι στο τραπεζάκι του σαλονιού όπου βρίσκονται κάτι ρόστερ, ένας υπολογιστής, μισή σοκοφρέτα. Κοιτάζει το δεξί της χέρι και τον πιάνει σπαραγμός, δεν μπορεί να υπάρχει κάτι τόσο όμορφο, δεν πρέπει να υπάρχει κάτι τόσο όμορφο μέσα στον βρωμερό τον κόσμο. Τότε βλέπει ότι σκυμμένη όπως είναι έχει παραμερίσει το κυλοτάκι της με το αριστερό χέρι. Λύνοντας τη ζώνη του κι ενώ μπορεί να μυρίσει το σαπούνι και το γαλάκτωμα από το δέρμα της, αυτά τα 6-7 δευτερόλεπτα, κοιτάζει το γραμμένο μουνάκι της και σκέφτεται ότι πιθανότατα μόλις πέθανε και πόσο ωραία είναι που επιτέλους πέθανε.

*

Στα μπαρ ή θα βρεις τον εαυτό σου ή θα σε καταπιεί το αλκοόλ. Στο συγκεκριμένο μπαρ κάθεται απέναντι από τη Σοφί. 'Όχι Σοφία, Σοφί. Γαλλίδα μαμά. Του αρέσει πολύ και τη χαλβαδιάζει απροκάλυπτα. Κι εκείνη τον κοιτάει όλο το βράδυ και σχεδόν γελάει. Μαντεύει το σώμα της κάτω από τα ρούχα και δεν βλέπει κάτι που να μην του αρέσει πολύ. Πολύ όμως. Και η Σοφί τον κοιτάει και γελάει, αλλά όχι φωναχτά. Πίνουνε τζιν. Και μετά από το τρίτο, διότι ήρθε θεονήστικος ο έρμος στο ραντεβού, σκέφτεται τώρα πώς να είναι να ξυπνάει κανείς δίπλα στη Σοφί και να απλώνει το χέρι του και να το κάνει μαζί της, ενώ κοιτάζει γύρω του σαν να βλέπει για πρώτη φορά την πλατεία όπου τον έφερε. Σε μια στιγμή διαύγειας σκέφτεται ότι είναι πιωμένος και φαίνεται, άρα μπορεί να του δικαιολογηθεί μια τόση δα καφρίλα: απλώνει λοιπόν το χέρι του και χαϊδεύει το γόνατο της Σοφί και είναι πολύ ωραίο γόνατο και λιώνει σχεδόν και καυλώνει και λίγο, ενώ η Σοφί σταματάει προς στιγμή να αφηγείται πώς έκανε τις καλόγριες στο σχολείο να την αποβάλουν, τον κοιτάζει με έναν τρόπο που δεν λέει πολλά περισσότερα από ένα πρόσχαρο κι ολόψυχο "ναι", και συνεχίζει να του λέει πώς έσπασε όλα τα τζάμια του πάνω ορόφου όταν ήτανε στο Λύκειο. Εκείνος κοιτάει τη Σοφί και σκέφτεται ότι θέλει να τελειώσουν μαζί ενώ θα την έχει διπλώσει στα δύο και το δεξί της πόδι θα είναι στον ώμο του και ότι θέλει να μάθει τη γεύση που έχει το δέρμα πίσω από το αυτί της. Σε μια παράτολμη επίδειξη πλαστής νηφαλιότητας, γέρνει μαζί με το σκαμπό προς το μέρος της, ενώ κρατιέται γερά από την μπάρα βεβαίως, και της δίνει ένα ωραίο διερευνητικό φιλί. Η Σοφί μετά το φίλί πίνει μια γουλιά και μετά τον σπρώχνει μαζί με το σκαμπό του πίσω σε μια θέση ισορροπίας. Κάνει νόημα στον μπάρμαν να πληρώσουνε.

GatheRate

Σάββατο, 15 Οκτωβρίου 2016

Όλοι επαΐοντες, όλοι ειδικοί


Όλοι είναι ειδικοί σε όλα. Ή τουλάχιστον έτσι νομίζει κανείς αν μπει στο ίντερνετ και σκρολάρει προς τα κάτω για αρκετή ώρα οποιαδήποτε σελίδα έχει χώρο για σχόλια. Για τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ούτε λόγος: όντως φαίνεται πως γεμίσαμε ειδικούς.

Η εύκολη εξήγηση είναι ότι φταίει το ίντερνετ: πολλοί παριστάνουν τους ειδικούς επειδή όλοι μπορούνε πια να πουν τη γνώμη τους και επειδή η πληροφορία βρίσκεται σε αφθονία και ανευρίσκεται πάρα πολύ εύκολα, ή μάλλον έρχεται η πληροφορία και σε βρίσκει. Και έτσι ο καθένας μπορεί να σχηματίσει μια κάποια γνώμη για οτιδήποτε αλλά και να την διατυπώσει με αληθοφανή εμβρίθεια: για τον πόλεμο στη Συρία, για τον Ερντογάν, για τις εκλογές στην Ισπανία ή στις ΗΠΑ, για το έργο του Μπόουι, για το νόμπελ του Ντύλαν, για το μέλλον της ΕΕ, για τα εμβόλια, για το τι προκαλεί καρκίνο και τι τον θεραπεύει, για το αν πρέπει τα ομόφυλα ζευγάρια να υιοθετούν, για την Παιδεία, για το ποιόν του καθηγητή Βαρουφάκη και του Οικουμενικού Πατριάρχη, για την Αριστερά, για τη Δεξιά του Κυρίου, για τον νεοφιλελευθερισμό και τον κλασικό φιλελευθερισμό...

Η εξήγηση είναι λανθασμένη. Είτε μας αρέσει είτε όχι, είτε τεκμηριωνόταν επαρκώς είτε απλώς με π.χ. επικλήσεις στην αυθεντία, όλοι ανέκαθεν είχανε γνώμη για πάρα πάρα πολλά θέματα, και μάλιστα για θέματα για τα οποία όντως δεν γνωρίζουνε πολλά. Ναι, αλλά πώς παριστάνουνε πλέον τους ειδικούς; Τους παριστάνουν επειδή χάρη στην υπερπροσφορά πληροφορίας μπορούν να προσομοιάσουν με αληθοφάνεια την εμβρίθεια ενός πραγματικά ειδικού.

Όλοι λοιπόν ανέκαθεν είχανε γνώμη για πάρα πάρα πολλά θέματα, τώρα μπορούνε και να την εκφράσουν.

Σίγουρα· όμως πώς γίνεται να βρίσκουν τις πληροφορίες που χρειάζονται ώστε να υποστηρίξουνε τις γνώμες τους; Γίνεται γιατί υπάρχει υπερπροσφορά πληροφορίας: διαλέγεις και παίρνεις τις πληροφορίες, γνήσιες ή πλαστές, που εξυπηρετούν αυτό που θες να πεις, που είναι συμβατές με τη γνώμη σου. Όμως η υπερπροσφορά πληροφορίας δεν είναι  αποτέλεσμα της διάδοσης του ίντερνετ. Βεβαίως, ποσοτικά κυκλοφορούν ωκεανοί πληροφορίας, αλλά ήδη από την εφημερίδα, το ραδιόφωνο και την εγκυκλοπαίδεια πήγαζαν ποταμοί ικανοί να ποτίσουν κάθε αυτόκλητο ειδικό για μια ποικιλία θεμάτων -- αρκεί να είχε το θράσος κάποιος να αυτοχρισθεί ειδικός. Θυμηθείτε τη Βουλή του Ζαππείου, τους θείους στα οικογενειακά τραπέζια, τους ξερόλες σε γάμους, μπαρ και καφενέδες.

Και γιατί τολμούν να παραστήσουνε την αυθεντία; Θα φταίει το ίντερνετ. Όχι.

Οι σύγχρονοι ξερόλες, οι ειδικοί σε τόσα μα τόσα θέματα, είναι τέκνα που προέκυψαν από την ανίερη ένωση της υπερπροσφοράς πληροφορίας, που προϋπήρχε του ίντερνετ, και του αντιδιανοουμενισμού.

Όπως χρόνια παραπονιέμαι, όλο δυναμώνει ένα κίνημα που θέλει να μας έχει όλους ίσα κι όμοια: τον γιατρό και τον μη γιατρό, τον ιστορικό και τον μη ιστορικό, και ούτω καθεξής. Το πρόβλημα, επαναλαμβάνω, δεν είναι ότι έχουν όλοι γνώμη παρά ότι θέλουν η γνώμη τους να είναι ισάξια και ισοβαρής με ενός ειδικού: θέλουν να είναι ειδικοί ενώ δεν είναι.

Ο βασικός λόγος που γεμίζουμε ερζάτς ειδικούς είναι ο αντιδιανοουμενισμός κι ο αντιακαδημαϊσμός. Ο αντιδιανοουμενισμός κι ο αντιακαδημαϊσμός έχουνε τρεις πηγές, αν και δεν είναι οι μοναδικές:

Η πρώτη είναι η συνωμοσιολογία: οι γιατροί μάς λένε να κάνουν εμβόλια τα παιδιά γιατί οι φαρμακευτικές τούς χαρίζουν εκδρομές, στυλό, δίωρα με συνοδούς πολυτελείας. Οι ιστορικοί λένε αυτά που λένε γιατί είναι τομάρια πουλημένα στο ΚΚΕ / στον εθνομηδενισμό / στον Τσίπρα / στη Μαύρη Δεξιά. Βεβαίως υπάρχουν όντως χαλκευμένες ή πρόχειρες έρευνες τις οποίες χρηματοδοτούν μεγάλες εταιρείες, άλλα συμφέροντα ή και κανείς συγκεκριμένος: θυμηθείτε τον ελεεινό αντιεμβολιαστή Wakefield που στέλνει παιδιά στον τάφο ή έρευνα που εσχάτως αποδίδει και αντιυπερτασική (νομίζω) δράση στο Viagra ώστε να παραταθεί η πατέντα της σιλδεναφίλης που κατέχει η Pfizer.

Βεβαίως υπάρχουνε π.χ. ιστορικοί που έβαλαν τις πεποιθήσεις τους πάνω από τη μέθοδο ή που έκαναν ιδεολογικό άλμα στο κενό πηδώντας από τα δεδομένα στην ερμηνεία. Αλλά όλα αυτά είναι αντικείμενο βασάνου εκ μέρους των ομοίων τους: δεν θα κρίνω εγώ τον Κορδάτο, τη Ρεπούση, τον Λιάκο, τον Μαραντζίδη, τον Καλύβα ως ιστορικούς με βάση τα γούστα και τις πεποιθήσεις μου, παρά θα το πράξουν άλλοι ιστορικοί με γνώμονα μεθοδολογικό, εμπειρικό κτλ.

Η δεύτερη πηγή του αντιδιανοουμενισμού και του αντιακαδημαϊσμού είναι η ομφαλοσκόπηση των ανθρωπιστικών επιστημών και κυρίως ο παραγκωνισμός τους. Πρόκειται για φαύλο κύκλο, κι εξηγούμαι. Αποστολή των ανθρωπιστικών, κοινωνικών και πολιτικών σπουδών είναι να ερμηνεύσουν τον άνθρωπο, την κοινωνία, τον πολιτισμό, την εξουσία, την πολιτική κτλ. Ερμηνεία όμως δεν σημαίνει να επαναδιατυπώνω τις παρατηρήσεις μου με ωραία λόγια, αλλά ούτε και να προσπαθώ να σφηνώσω με το στανιό τα εμπειρικά δεδομένα μέσα στο περίτεχνο όλο σκαλίσματα καλούπι της μεγάλης θεωρίας μου. Όταν οι λεγόμενες "θεωρητικές επιστήμες" (ή του πνεύματος) υποπίπτουν σε ένα από τα δύο παραπτώματα, παραγκωνίζονται. Πολλές φορές παραγκωνίζονται βεβαίως και γιατί ενοχλούν ή και χωρίς αιτία άλλη από την άγνοια και την ιδιωτεία των μανατζεράδων που αναλαμβάνουνε να διοικούν πανεπιστήμια και ινστιτούτα.

Εν πάση περιπτωσει, όσο παραγκωνίζονται οι επιστήμες του ανθρώπου, τόσο πιο δύσκολο γίνεται να βρεθούν οι πόροι, τα ερευνητικά υλικά συμφραζόμενα (ερευνητικά προγράμματα, συνέδρια, συνεργασίες, ερευνητικά έργα κτλ) αλλά και οι ερευνητές που θα κάνουνε κριτική στη ρηχότητα ή στην υπερερμηνεία των ανθρωπιστικών σπουδών, που θα ελέγξουν τις αμαρτίες της έρευνας. Στην τελική, όσο παραγκωνίζεται η έρευνα στις ανθρωπιστικές, κοινωνικές και πολιτικές σπουδές, όσο περιορίζεται η διάχυσή τους στην κοινωνία, τόσο πολλαπλασιαζονται οι αυτόκλητοι κοινωνιολόγοι και πολιτικοί επιστήμονες, οι ψευτοκριτικοί και χαζοφιλόλογοι, οι σφετεριστές της ιστορίας της τέχνης ή της αισθητικής θεωρίας (ιδίως αυτής), οι ψευδογλωσσολόγοι και οι ψευδοϊστορικοί και οι κομπογιανίτες μουσικολόγοι, οι ξυλόσοφοι και οι γενικών καθηκόντων διανοούμενοι -- και ούτω καθεξής

 Όμως ο αντιδιανοουμενισμός κι ο αντιακαδημαϊσμός έχουν τουλάχιστον ακόμα ένα έναυσμα: τη νεοσυντηρητική μανία και την πάγια επιδίωξη των ελίτ να αφεθεί η πολιτική αποκλειστικά στους επαΐοντες. Βεβαίως, οι τάχα επαΐοντες που μας προξενεύουν οι εκάστοτε ελίτ διαφέρουν: μέλη του Κόμματος διαφωτισμένα από θεωρητικούς του επιστημονικού μαρξισμού-λενινισμού στον πάλαι σοβιετικό σχηματισμό και στους δορυφόρους του, νεοφιλελεύθεροι οικονομολόγοι και θεολόγοι της νεοσυντηρητικής ιδεολογίας στις τόσο επιδεκτικές αλλοίωσης και καταστρατήγησης δημοκρατίες του ελεύθερου κόσμου μας. Και σε αυτές όπως και σε άλλες περιπτώσεις το ζητούμενο είναι η απρόσκοπτη κυριαρχία των ελίτ και η παράκαμψη της λαϊκής κυριαρχίας.

Όταν επιχειρείται να παρακαμφθεί η λαϊκή κυριαρχία μέσω της όποιας επιστήμης, που σε αυτή την περίπτωση μεταμορφώνεται από μέθοδος και εμπειρικά επικυρούμενη διατύπωση θεωριών σε δόγμα, είναι αναμενόμενο να αντιμετωπίζεται αυτή η φενάκη επιστήμης με δυσπιστία. Με άλλα λόγια: όταν οι όντως ειδικοί συστρατεύονται με τις ελίτ στην προσπάθεια των δε να απαλλαγούν από τη λαϊκή κυριαρχία ή (θεός φυλάξοι) από εξεγερτικές διαθέσεις της πλέμπας, καταφέρνουν τελικά να απαξιώσουν ό,τι σχετίζεται με επιστήμη και γνώση.

Με δυο λόγια, δεν φταίει το ίντερνετ, απλώς το ίντερνετ παρέχει τις κατάλληλες συνθήκες για να ανθίσουν οι ξερόλες, οι ειδικοί στα πάντα: τα τέκνα της υπερπροσφοράς πληροφορίας και του αντιδιανοουμενισμού.

GatheRate

Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2016

Δόξα

Το σύμπαν είναι αχανές. Το σύμπαν είναι στην απέραντη κενότητά του και στο αδιάφορο ψύχος του και στις αδιανόητες ακτινοβολίες και φωτιές του εχθρικό. Δεν υπάρχει τίποτα να επισκεφτείς και να σε καλωσορίσει. Σου λένε να εποικίσουμε έναν διπλανό κόσμο για όταν θα έχουμε καταστίψει αυτόν. Αλλά κι ο διπλανός κόσμος είναι απερινόητα μικρός κι ασήμαντος σαν τον δικό μας, που δεν είναι παρά μια κουκίδα θαλπωρής κι αναψυχής μέσα σε ένα αχανές τίποτα, μέσα στον χώρο που ορίζει νεκρή ύλη, ταξιδεύοντας στον χρόνο που έρχεται από το τίποτα και προοιωνίζει αφανισμό.

Είμαστε κολλημένοι πάνω σε έναν μικρό πλανήτη, πάνω σε κάποιους ανθρώπους, άλλους ανθρώπους σαν κι εμάς, που ισορροπούμε μεταξύ ενός αφιλόξενου κόσμου, αμελητέας κουκίδας, και του αφανισμού του. Αν δεν επιβιώσουμε, θα πεθάνουμε. Αν αλώσουμε τον κόσμο μας από σπατάλη και αφορσύνη, θα πεθάνουμε. Θα πεθάνουμε έτσι κι αλλιώς.

Στριμωγμένοι από θάνατο από τρεις μεριές, από την αφιλόξενη φύση για τους άοπλους μελαγχολικούς κι έμφρονες πιθήκους, από την καταστροφή της φύσης, από τον προσωπικό μας θάνατο, πίσω μας έχουμε τον ίλιγγο της γέννησης και τη λήθη των παιδικών μας χρόνων. Πιο πίσω από τη γέννησή μας, τίποτα.

Εδώ τρώμε, τσακωνόμαστε, αγχωνόμαστε, υποφέρουμε, μας σκοτώνουν και σκοτώνουμε. Γινόμαστε πρόσφυγες και γινόμαστε πτυχιούχοι, πενθούμε και γράφουμε βιβλία, τρώμε παγωτό ή πίνουμε μεσκάλ. Πηγαίνουμε σχολείο και βγαίνουμε από το νοσοκομείο. Παίρνουμε απόφαση εδώ ότι θα πεθάνουμε, αναρωτιόμαστε για το μέλλον και νοσταλγούμε το παρελθόν όταν το κλαίμε. Εδώ κάνουμε έρωτα και γαμιόμαστε, εδώ οργανωνόμαστε και απομονωνόμαστε, μαγειρεύουμε και πίνουμε και χτίζουμε και πονάμε. Προσκυνάμε, χαρτοπαίζουμε και ξερνάμε. Μπουχτίζουμε και μπαϊλντίζουμε και κρίνουμε και κορυβαντιούμε ή χαντακωνόμαστε. Εδώ πληρώνουμε κι αγοράζουμε και φοβόμαστε και ωρυόμαστε και γελάμε. Μετεωριζόμαστε στην καθαρή χαρά και μελαγχολούμε. Φοράμε αρώματα και τρώμε με την οικογένεια ή με τον εχθρό μας. Εδώ σε αυτόν τον πολύ μικρό κόκκο.

Τι θα πει δόξα; Δεν ξέρω. Διασημότητα θα πει; Θέλει ο Θεός να γίνει διάσημος; Γιατί λέει να τον δοξάζουμε; Να αναλάβει μόνος του την προώθηση του έργου Του και την καλό Του όνομα. Τι διάολο θα πει δόξα; Για εμάς τους ανθρώπους δόξα είναι να μας τιμούν, να μας περιφέρουνε συμβολικώς και συναισθηματικώς επί της ασπίδος, να μας λένε μπράβο κι εύγε. Αλλά αυτή η δόξα είναι κοντολήξιμη κι εύθρυπτη, το λένε και το ξαναλένε και όσοι την ήπιανε λαίμαργα και ξεδίψασαν και όσοι την ονειρεύτηκαν μάταια. Τι να την κάνεις τη δόξα, λένε. Ομόφωνα. Μάταιη είναι και πρόσκαιρη. Είπαμε: πάνω σε έναν μικρό εχθρικό κόσμο, εχθροί του κόσμου, περιχαρακωμένοι από θάνατο. Όλα στα νεκροταφεία τελειώνουν, ή πολύ χειρότερα.

Κι όμως το τέλος είναι για να απασχολεί τους νεκροθάφτες και τους κοσμολόγους. Εμείς εδώ είμαστε για τα υπόλοιπα, για τον λίγο χρόνο στον σμικρότατο πλανήτη του ασήμαντου άστρου σε ένα από τους αναρίθμητους γαλαξίες ενός υπερσμήνους από τα πολλά -- και ούτω καθεξής.

Και σκοπός μας είναι να δοξάσει ο ένας τον άλλο. Με όποιον τρόπο γίνεται κι όπως ο καθένας μπορεί. Δεν είναι μόνον ο έρωτας, πώς καβαλάμε ο ένας αχόρταγα τον άλλο και για ώρα μετά ή για χρόνια μετά δεν θέλουμε να ξεκολλήσουμε παρά να κουρνιάσουμε μέχρι να ξαναρχίσουμε -- αν και ομολογουμένως σε θέματα δόξας ο έρωτας είναι η βασιλική οδός. Δεν είναι μόνο η στενή και τιμημένη (κι όχι τεθλιμμένη) της αγάπης, που είναι σαν ζεστό ψωμί και κρύο νερό και κρασί που δεν μπορείς να γνωρίζεις ότι μπορεί να υπάρξει προτού το γευτείς. Δεν είναι καν κυρίως η δουλειά, η όποια ταπεινή δουλειά κάνουμε που μας δοξάζει αναπάντεχα μετά από τύρβη και μανούρα κι ανελέητους κόπους και μικροπροστριβές. Καλές και οι τέχνες και η ποίηση και οι επιστήμες και η γνώση και η κριτική και ο λόγος, αλλά ούτε εκεί περιορίζεται η δυνατότητα να δοξάσουμε τον άλλο.

Γινόμαστε ο ένας η δόξα του άλλου με τρόπους που δεν έχει κάτσει να μετρήσει κανείς και που ίσως δεν γνωρίζουμε προτού τους δούμε να υλοποιούνται και να αποθεώνουνε τον άλλο ή εμάς. Με τρόπους μικρούς κι ασήμαντους και, όπως λένε, με τρόπους μπανάλ: βλέμματα, δάχτυλα, λόγια, δώρα φτηνά κι ευτελή. Με τρόπους που δεν τους χωράει ανθρώπου νους. Με ό,τι ιλιγγιώδες υπάρχει ενδιάμεσα, έτσι όπως η ανθρώπινη εμπειρία διπλώνει ξανά και ξανά και συστρέφεται γύρω από τον εαυτό της σαν δύσκολη μα θαυμαστή γραφή, συστρέφεται και διπλώνει για να χωρέσει σε έναν κόκκο που περικλείεται από το τίποτε πριν τη γέννηση και από τρεις μεριές θάνατο, ελεύθερη εντός αν και πανταχόθεν περίκλειστη.

Και εδόξασα και πάλιν δοξάσω; Ε, άντε ντε: ο ένας τον άλλο, πολλοί για έναν, ένας για πολλούς (γιατί ο τα πάντα τοις πάσι δεν υπάρχει, δεν γίνονται έτσι αυτά). Όχι για πολλούς, και για λίγους: το άρρωστο παιδί ή τον ανήμπορο γονιό ή τον εύθραυστο φίλο ή την άτολμη γκόμενα και τον παραζαλισμένο γκόμενο, για τον γέρο που παραλογίζεται ή για γενιές ανθρώπων -- όταν οι λάμψεις είναι τέτοιες -- που χρωστάνε σε έναν Βάλενμπεργκ ή έναν Σίντλερ ή σε κάποιον άγνωστο που ξεθάβει παιδιά ζωντανά μέσα από ερείπια ή έσωσε και τρεις παραλίγο πνιγμένους.

Ο κόσμος είναι γεμάτος πεδία δόξης λαμπρά: κάθε άνθρωπος και πεδίο. Και εδόξασα και πάλιν δοξάσω.

Η φωτογραφία είναι του Boris Dmitriev

GatheRate

Σάββατο, 1 Οκτωβρίου 2016

2666


Την πομπώδη μαλακία με το φαλαινοθηρικό την εγκατέλειψα πρόπερσι πριν καν επιβιβαστεί ο τύπος στο Πέκουοντ για να σαλπάρουν. Προυστ άντεξα 50 σελίδες όταν ήμουν φοιτητής. Πύντσον 15 σελίδες το 2014. Τον Άνθρωπο χωρίς ιδιότητες τον διαβάζω τόσο αργά, επί 15ετία, που είναι σαν να μην τον διαβάζω, βρίσκεται πάντως πάνω στο κομοδίνο. Τον Οδυσσέα τον διάβασα όπως περπατάς πόλη: αλλού αργά και προσεκτικά, αλλού βιαστικά, αλλού με πολλή απορία μη καταλαβαίνοντας τι ακριβώς βλέπω. Τα Εκατό χρόνια μοναξιά τα διάβασα μέσα σε 60 ώρες με συνολικά 8 ή 9 ώρες ύπνο, αλλά ήμουν και 18 χρονών. Και το Underworld του Ντε Λίλλο και την Τριλογία του Ώστερ και μόνο δύο Ντοστογιέφσκι. Και το Anathem του Νηλ Στήβενσον, αλλά ήτανε πασατέμπο. Μέχρι εκεί.

Το 2666 το προσέγγισα με το στανιό γιατί με απωθούσανε το χάιπ και οι διθύραμβοι. Είναι 1100-τόσες σελίδες στην ελληνική έκδοση και έχει καιρό που εξαντλήθηκε, μάλλον η Άγρα θέλει να διορθώσει τα κάμποσα λαθάκια που ξεφυτρώνουνε μετά τις πρώτες 500 σελίδες (π.χ. το Ιάσιο δεν είναι Τζάσσυ). Τελικά το πήρα απόφαση ότι δεν θα το έβρισκα, όμως μου έδωσε το αντίτυπό της μια φίλη μεταφράστρια.

Το 2666 είναι αχανές και είναι περίπλοκο. Απαρτίζεται από πέντε βιβλία. Ωστόσο είναι εύκολο μυθιστόρημα. Δεν είναι δύσβατο, είτε γιατί μπορείς να το διαβάσεις με κανονικό ρυθμό είτε γιατί σου επιβάλλει εκείνο τον ρυθμό του -- δεν ξέρω ποιο από τα δύο ισχύει. Δεν θα βρείτε εδώ γλωσσικούς γρίφους που προστάζουν να τους λύσεις για να πας παραπέρα, μόνο γλωσσικά παιχνίδια που θα σε σπρώξουν εκείνα κάπου. Δεν θα βρείτε υπέρπυκνα αποσπάσματα και εμμονικές διακειμενικές βασάνους -- κάθε διακειμενικό κλείσιμο του ματιού γίνεται κατάματα. Κατά συνέπεια, το 2666 διαβάζεται με απατηλή ευκολία: ενώ δεν σε αφήνει να βιαστείς, μάλιστα δεν σου επιτρέπει ποσώς να προσπεράσεις οτιδήποτε περιέχει, ρέει εκεί που πρέπει και σε βάζει να σταθείς και να ατενίσεις εκεί που χρειάζεται.

Το 2666 δεν είναι μοντερνιστικό μυθιστόρημα α λα π.χ. Αλεξανδρινό Κουαρτέτο, να πιάνει μια ιστορία από τρεις οπτικές γωνίες (όπως στα βιβλία Justine, Balthazar, Mountolive του Κουαρτέτου). Επίσης, δεν στέκεται σε περιγραφές και σε χαρακτηρογραφίες, σε μακροσκελείς αποφάνσεις και καλολαξευμένες γνώμες, σε ατέλειωτα παστίς, ουλιπισμούς και ζωρζπερεκικές διακειμενιές. Το 2666 περιέχει πάμπολλες τεχνικές, περιπλανιέται σε πολλούς κόσμους, κατοικείται από αμέτρητους χαρακτήρες (και έναν πρωταγωνιστή) αλλά διαθέτει μία μεθοδο: την αφήγηση.

Το 2666 είναι μυθιστόρημα φτιαγμένο από ιστορίες. Πάει πέρα από τον εγκιβωτισμό ιστοριών μέσα σε άλλες ιστορίες: είναι φτιαγμένο επίσης και από ιστορίες που αλληλοεπικαλύπτονται, ίσως συνδέονται και ίσως όχι, τρέχουν φαινομενικά ανεξέλεγκτες, μπορεί κάπου να αγγίζονται μπορεί και όχι. Μην περιμένετε το κλασικό τέχνασμα όπου άσχετα αφηγηματικά νήματα θα συναντηθούν και θα πλεχτούνε μεταξύ τους αρμονικά σε μια ενιαία σφιχτοδεμένη πλεξίδα κάπου προς το τέλος. Το βιβλίο έχει ένα θέμα, τον κόσμο τον 20ο αιώνα, έναν πρωταγωνιστή και κατά τα άλλα it contains multitudes.

Ο Μπόρχες έγραφε διηγήματα και ψευδοδοκίμια. Κόμπαζε ότι δεν χρειάζεται να γράψει μυθιστορήματα 500 σελίδων αν μπορεί να γράψει μια κριτική αυτών των ανύπαρκτων μυθιστορημάτων συνοψίζοντας και αξιολογώντας τα σε 2-3 σελίδες. Ο Χιλιανός Μπολάνιο ξεκινάει λοιπόν και γράφει το οξύμωρο: ένα μπορχεσιανό μυθιστόρημα. Όντως, ένας επίμονος κριτικός απατεώνας θα μπορούσε να το κατακερματίσει σε καμμιά 800αριά κείμενα, να τα πλασάρει σαν χαμένα έργα του αργεντίνου Τειρεσία και όλοι θα το χαύαμε, ενώ πολλοί μάλιστα θα θαυμάζαμε πώς στα χαμένα αυτά έργα (σπαράγματα του 2666 στην πραγματικότητα) ο Μπόρχες απαλλάσσεται από τις μανιέρες του και βουτάει κατευθείαν στα θέματά του: τη μοίρα, τον χρόνο, τη φθορά, το άτομο απέναντι στην κοινωνία, τον ίδιο και τον άλλο εαυτό -- και σε πολλά νεοφανή.

Αποθεώνεται η αφήγηση ξανά και ξανά στο 2666, με αδιανόητα πολλούς τρόπους. Ένα βιβλίο του είναι Bildungsroman αλλά κάνει τα Bildungsroman να φαίνονται προβλέψιμα βιογραφικά τύπου "σπούδασε φιλολογικά, έγινε ποιητής". Ένα βιβλίο του τσαντλερίζει και μιλάει για την Αμερική, τη Ρώμη του 20ου αιώνα, νηφάλια και καθαρά χωρίς λ.χ. τα επικά μέσα του Ντε Λίλλο ή τους αλλεπάλληλους υπαινιγμούς και τα δυσνόητα ρέμπους του Πύντσον· είπαμε: ιστορίες μόνο. Ένα βιβλίο είναι η αποθεωμένη και εκθετικά συναρπαστικότερη εκδοχή του Possession της A.S. Byatt (εκδοχή που τρολάρει τον Πύντσον αλλά τόσο όσο να μη χρειάζεται ποσώς να ασχοληθούμε με το ζήτημα αυτό). Ένα άλλο βιβλίο στέκεται σαν μια μουντή σχεδόν μπεκετική προσωπογραφία ενός ανθρώπου που μάλλον έχει χαθεί. Ένα άλλο περιέχει όλη την επικαιρότητα και όλη την πολιτική και όλον τον σπαραγμό του κόσμου μας, σπαραγμό στον οποίο μας μιθριδατίζει η τηλεόραση, δοσμένο απλά, επαναληπτικά, αβάσταχτα πικρά και -- τελικά -- τηλεοπτικά. Και όλα, μα όλα αυτά μόνο με ιστορίες. Ιστορίες μέσα σε ιστορίες, ιστορίες που αλληλοεπικαλύπτονται.

GatheRate