Sraosha

Νάφε και μέμνασο απιστείν

Πέμπτη, 9 Φεβρουαρίου 2012

κ' οἱ τρεῖς τους τήν Συρία τό ἴδιο


Υπάρχουνε στον κόσμο προβλήματα χειρότερα από τα δικά μας. Ότι τα δικά μας είναι καταιγιστικά, ότι θα ψηφιστεί τελικώς και αυτή η επονείδιστη σύμβαση (η οποία θα γίνει ειρκτή μας για 20-30 χρόνια ακόμα και αν αδειαστεί από τους εταίρους μας, αν δε γίνει προοίμιο για κάτι χειρότερο) με μόλις μερικές χιλιάδες κόσμου να μινυρίζουν ασθενικά στο Σύνταγμα πριν τους σφαγιάσουνε συμβολικά τα ΜΑΤ -- όλα αυτά δεν πιάνουνε μια μπροστά στη Συρία.

Ο μπααθικός οικογενειακός φίλος των Παπανδρέου, ο Άσαντ ο Νεώτερος ο Γλυκούλης σφαγιάζει κανονικά επί εννιάμηνο τους Σύριους. Οι Έλληνες δείχνουμε παγερή αδιαφορία, για λόγους που διάβασα λοξά και στο τουίτερ πριν μέρες: θεωρούμε ότι αυτή η ηρωική εξέγερση των Συρίων είναι σιωνιστική πλεκτάνη των φονιάδων-των-λαών Αμερικάνων, που ευτυχώς υπάρχει η δημοκρατική Ρωσία και η σοσιαλιστική Κίνα να τους μαζεύουν με το βέτο τους στο Συμβούλιο Ασφαλείας. Το πόσο βλακώδες είναι αυτό το σενάριο διαφαίνεται και από την αμηχανία του Ισραήλ (του γνωστού κράτους-πειρατή/τσαμπουκά/hitman) εδώ και τόσους μήνες απέναντι στη συριακή επανάσταση, τη δυσθυμία ισραηλινών διπλωματών που "τουλάχιστον με τους Άσαντ ξέρουνε πού βρίσκονται".

Έχω την τιμή να είμαι φίλος του ΑΑΖ, Σύριου αντικαθεστωτικού και επί δεκαετίες αυτοεξόριστου. Μεγάλης καρδιάς και σοφού ποιητή, ας τον πω "ποιητή" γιατί ποιος ξέρει ποιοι διαβάζουν. Ακούω εδώ και 10 μήνες να μου λέει ιστορίες να σου τσιτώνεται το πετσί. Μαθαίνω. Θαυμάζω την αντιστασιακή ευρηματικότητα ενός λαού καλλιεργημένου και καρτερικού απέναντι σε ένα στυγνό ανατολικογερμανικό καθεστώς που έχει αναγάγει το "διαίρει και βασίλευε" σε χρηστή διοίκηση: μέχρι και flashmobs στα σουκ οργανώνουν με μηνύματα στα κινητά. Ο ΑΑΖ ήρθε σπίτι να με δει πριν τα Χριστούγεννα, είναι από τη Χομς (Έμεσσα). "Θα μας σφάξει όλους στο τέλος" έλεγε. Σκεφτόμουν ότι πρόκειται για τις γνωστές υπερβολές εξεγερμένων (τα ξέρουμε τα γραφικά τους κι από την Ελλάδα): άλλο το ξύλο και η αστυνομική βία, άλλο η σφαγή, ε;

Ρώτησα τον ΑΑΖ τι περιμένει να γίνει αν θα πέσει ο Άσαντ. "Θα αναλάβει  να μας προσέχει η Τουρκία, θα γίνει ο καλύτερός μας φίλος", είπε μισογελώντας. "Ήδη η Συρία υποφέρει οικονομικά: αφότου ο Άσαντ υπέγραψε διμερή συμφωνία εμπορική με τη γείτονα, η συριακή αγορά έχει πλημμυρίσει φτηνά τουρκικά προϊόντα και οι επιχειρήσεις κλείνουν." Μου είπε ότι Τουρκία και Ισραήλ θα μοιραστούν τελικά την περιοχή (ήδη η Κύπρος χαριεντίζεται καθισμένη στα γόνατα του Ισραήλ). "Μα αυτό είναι το όνειρό σου για την πατρίδα σου;" τον ρώτησα, "να σας κηδεμονεύει ο Τούρκος;"

Ο ΑΑΖ είναι ψύχραιμος, γλυκομίλητος και καθόλου Ελληνάρας, βεβαίως. Με κοίταξε κάπως περίεργα. Χωρίς πόζα και πατρονάρισμα (δεν είναι Ελληνάρας, είπαμε) μου εξήγησε ότι δεν ξέρω τι θα πει τυραννία: ας έχει η Συρία δημοκρατία (εννοεί αυτές τις ενοχλητικές τσιριμόνιες που δε μας αφήνουν να σωθούμε σωστά και γρήγορα στην Ελλάδα), και βλέπουμε.

Χτες κι απόψε που πέφτουνε βόμβες στη Χομς, σκέφτομαι την οικογένεια του ΑΑΖ. Σκέφτομαι διάφορες τετριμμένες σκέψεις: πόσο εύκολα θεωρείς δεδομένη την ελευθερία, πόσο γρήγορα βαριέσαι τους ατελείς θεσμούς της δημοκρατίας (εν μέρει και γιατί βαριέσαι και να τους ελέγχεις και να τους κρίνεις). Σκέφτομαι έναν άνθρωπο που ξέρει η ατελής δημοκρατία (είπαμε, η ίδια που μας έχει γίνει πια βάρος) με τους συμβιβασμούς της είναι καλύτερη από τον τύραννο. Τον ξένο ή τον ντόπιο.

Τετάρτη, 8 Φεβρουαρίου 2012

A las barricadas


Αν χτες η κυβέρνηση εκχωρούσε στους Τούρκους τη Ρω, απόψε όλοι θα ήτανε στους δρόμους. Ενώ τώρα που εκχωρεί στην Τρόικα τις ζωές μας, είμαστε μουδιασμένοι.

Αν σε κάποια αψιμαχία πατούσαν Τούρκοι κομμάντο το Αγαθονήσι και δεν ξεκουμπιζόντουσαν, θα φωνάζαμε όλοι κρεμάλα σους προδότες και άλλα τέτοια γραφικά.

Είμαστε θύματα της ελληνορθόδοξης παιδείας μας, μιας παιδείας φτιαγμένης για τους Βαλκανικούς Πολέμους και την απελευθέρωση της Πόλης. Γι' αυτό λούφαξαν οι πατεράδες κι οι μανάδες μας στην Επταετία, γι' αυτό τώρα είμαστε "παγωμένοι", βαρναλικά μοιραίοι, κατηφείς και ασάλευτοι -- και δεν ξέρω τι άλλο. Γι' αυτό ασχολιόμασταν με το τεχνικό θέμα της υφαλοκρηπίδας και του FIR αλλά όχι με το πρακτικό ζήτημα του αφανισμού μας, γι' αυτό φρίττουμε με την καταστροφή της Σμύρνης και την Προσφυγιά αλλά όχι με αυτό.

Αλλά φτάνουν τα λόγια, ήρθε η ώρα των δρόμων. Ανάλογα με τις πεποιθήσεις, τις ευαισθησίες, τον προσανατολισμό σας, επιλέξτε το πολεμιστήριο σάλπισμά σας.

Ήρθε η ώρα της Αντίστασης.

Κυριακή, 5 Φεβρουαρίου 2012

Το υπόμνημα ενός ασχημάντρα

Η συνταγή αυτού που θα γράψω τώρα και οι ιδέες που θα περιέχει είναι γνωστές. Αν έχετε διαβάσει αυτό με τη Δανία του Μίχα ή το άλλο με τον Τρίτο Κόσμο του Γουσέτη, μάλλον δε χρειάζεται να διαβάσετε παρακάτω. Αλλά εγώ θα κάνω το διάλειμμά μου και θα το γράψω.

Το κείμενο που θα δούμε λέγεται "δε μου αρέσει η Ελλάδα του ομορφάντρα". ΄Ξεκινώ λέγοντας ότι την τελευταία λέξη για τέτοια κείμενα ελληνοκεμαλικά ("αχ, γιατί δεν είμαστε σαν την Ευρώπη που δεν υπάρχει παρά μόνο στο κεφάλι μας") μάλλον την έχει πει ο Τάλως (τόσο που τον παινεύω, θα νομίσετε ότι του κάνω καμάκι) και λέγεται "το γαμώτο του ιθαγενούς".

Αλλά ας πάρουμε από την αρχή, βήμα-βήμα, το κείμενο της κυρίας Ταχιάου, μέχρι να τελειώσει ο καφές:

Η συνειδητοποίηση ήρθε πριν λίγα χρόνια και με βάρεσε σα χαστούκι: κατάλαβα ότι δε μ’ αρέσει η Ελλάδα. Τόσο απλά. Το χειρότερο, όμως, δεν ήταν αυτό. Το χειρότερο ήταν όταν κατάλαβα ότι δεν έχει κανένα νόημα να προσπαθήσω να αλλάξω κάποια από αυτά που θεωρούσα κακώς κείμενα: κατάλαβα ότι η Ελλάδα αρέσει στους Έλληνες. Άρα, το λάθος είμαι εγώ.

Άρα θα διαβάσουμε ένα κείμενο εξομολογητικό-ενδοσκοπικό,όχι πολιτικό. Να το ξέρουν αυτό οι εντευξόμενοι, και να μην ξιφουλκούν αδίκως. Ίσως όχι αδίκως, γρήγορα θα ξεχάσει η κυρία Ταχιάου ότι το λάθος (;) είναι η ίδια.

Κάποια στιγμή κατάλαβα ότι δεν νιώθω καν Ελληνίδα τέτοιας Ελλάδας.

Υπάρχει κι άλλη Ελλάδα; Ρωτάω γιατί επί δεκαετίες την ψάχνουμε: στην ορθόδοξη παράδοση και στις κοινότητες, στη Ζάκυνθο του Τσαγκαρουσιάνου, στα Ανώγεια, στα δάχτυλα του Δημήτρη Σγούρου, στα πόδια της Παπαρίζου, στις διάνοιες που φεύγουν στο εξωτερικό, στα απελευθερωτικά ρεμπέτικα...

Ποια Ελλάδα να υπερασπιστώ και με ποια Ελλάδα να ταυτιστώ;

Αυτή που θα διαλέξετε, όπως όλοι μας. Πώς το είπε ο Jean Paul: "αυτό που εσύ κάνεις με ό,τι σε έχουν κάνει οι συνθήκες".

Συνεχίζω με σχολιασμό σύντομο:

Με την Ελλάδα που θεωρεί λογικό να δίνει φακελάκι;

Στο Βασίλειο ή πεθαίνεις με το NHS ή πας με BUPA ή στους ιδιώτες. Το φακελάκι, συστημικά μιλώντας, είναι η μέση λύση μεταξύ του 'πεθαίνω με το δημόσιο' και 'πουλιέμαι στον ιδιώτη'.

Με την Ελλάδα που κυκλοφορεί στο δρόμο λες και είναι μόνη της;

Βόρεια της Ελλάδος απλώνεται μια χερσόνησος της Ασίας, η αχανής ευρωπαϊκή ήπειρος, γεμάτη χωρικούς που κυκλοφορούν στον δρόμο λες και είναι μόνοι τους. Μόνες νησίδες κυκλοφοριακής σωφροσύνης, οι πόλεις (πλην του ιταλικού Νότου). Προτείνω το επόμενο κείμενο της κυρίας Ταχιάου να λέγεται "βγάλτε αλάρμ, χωριάτες Βαυαροί".

Με την Ελλάδα που λατρεύει τα 100 ντεσιμπέλ;

Και την Ισπανία. Και την Ιταλία. Και την ηχορρύπανση στα μπαρ της Β. Ευρώπης που ζέχνουν ξερατά και μπυρίλα κι όπου όλοι γκαρίζουν. Και τα δημόσια ουρητήρια στους ολλανδικούς λιθόστρωτους δρόμους για να μην κατουράν οι πιωμένοι στις εισόδους των μαγαζιών.

Με την Ελλάδα που φυσάει τον καπνό της στα μούτρα του απέναντι; Με την Ελλάδα που παραβιάζει όποιο νόμο γουστάρει; Με την Ελλάδα που δικαιολογεί την παρανομία;

Εδώ με τον καπνό σάς νιώθω λίγο. Αλλά το ανοίξατε. Πολύ. Όποιον νόμο γουστάρει; όποιον; είδατε πώς αντιμετωπίστηκε η κλοπή ηλεκτρικού ρεύματος; είδατε με τι ζήλο ελέγχονται τα άνομα πλήθη των πληβείων που κλείνουν την κυκλοφορία;

Με την Ελλάδα που νιώθει ανώτερη από τους «ξένους»;

Μα τώρα θλίβομαι. Πολύ. Τόσα χρόνια έκανε προσφορές η Ετζίαν, δεν πήγατε ένα ταξίδι στην Ευρώπη; Ένα; Ένα; Δεν έχετε ζήσει ότι όλοι οι ευρωπαϊκοί λαοί αισθάνονται 5-6 σκάλες ανώτεροι από τους ξένους και δη τους γείτονές τους; Εντάξει. Όχι όλοι. Οι Ολλανδοί το κρύβουν και οι Πορτογάλοι, στο πνεύμα της εθνικής τους ηττοπάθειας, περιορίζονται στο να λένε ότι έδωσαν τα φώτα της ναυσιπλοΐας στην ανθρωπότητα και μετά τους καβάλησαν οι γείτονες. Που είναι μπάσταρδοι Άραβες.

Με την Ελλάδα που καμαρώνει επειδή κατασκεύασε κάτι ελεεινής ασχήμιας χωριά; Με την Ελλάδα που θεωρεί λογικό να απλώνει ξαπλώστρες στις άλλοτε πανέμορφες παραλίες; Με την Ελλάδα που θεωρεί φυσιολογικό να πηγαίνει σε απίθανης αρπαχτής κλαμπ και καφέ και να παρακαλάει κάτι άθλιους φουσκωτούς τύπους της νύχτας να μη φάει πόρτα;

Δε θέλω να στενοχωρήσω άλλο πια κανέναν. Δεν έπρεπε να το κάνω θέμα. Είναι φανερό ότι δεν έχετε περάσει τα σύνορα. Ή ότι τα περάσατε αλλά πήγατε στο ΚαΝτεΒέ, στο Κολοσσαίο, στη Λαφεγιέτ, στο Κόβεν Γκάρντεν. Και μετά γυρίσατε πίσω στην Ελλάδα των Ελλήνων. Αυτό με τα χωριά... ποια χωριά; ποιος τα κατασκεύασε; είναι σαν τα μπανλιέ του Παρισιού, σαν τα μπλόκα του Βερολίνου και σαν τα νιου τάουνζ της Αγγλίας αυτά τα χωριά;

Με την Ελλάδα που πιστεύει ότι δεν μπορεί να διοριστεί χωρίς μέσο; Με την Ελλάδα που φιλάει κατουρημένες ποδιές για να κάνει τη δουλειά της; Με την Ελλάδα που θεωρεί λογικό να πληρώνει ένα κάρο λεφτά σε μπουζούκια και μπαρ και μετά να οδηγεί μεθυσμένη; Με την Ελλάδα που πιστεύει «Και τι έγινε που έπιασαν τους Καραμπέρηδες; Αυτοί είναι το πρόβλημα;»; Με την Ελλάδα που απαιτεί να «φέρουν πίσω τα κλεμμένα» αλλά εξαιρεί τον εαυτό της από την επιστροφή; Με την Ελλάδα που διεκδικεί το δικαίωμά της να εξακολουθήσει να λειτουργεί κουτοπόνηρα; Με την Ελλάδα που πάσχει από έλλειψη φιλοδοξίας;

Εχ, βαρέθηκα ο δόλιος. Αν και ακόμα ψάχνομαι για τα χωριά. Ποιος πούστης εργολάβος κατασκεύασε τα χωριά;

Όχι, δεν είμαι αγία. Όλα τα παραπάνω, τα απορρίπτει ο «ενήλικος» εαυτός μου. Ο «ανήλικος», έχει υπάρξει μέρος αυτού που τώρα απορρίπτω. Ίσως γι αυτό ενοχλούμαι τόσο πολύ τώρα. Το θέμα είναι ότι ο «ενήλικος» έχει περάσει στο άλλο άκρο. Θέλει τάξη, ησυχία, τυπικότητα κι αξιοκρατία.

Χμ, μπερδεύτηκα. Τελικά γράφετε κάτι ενδοσκοπικό ή κάτι πολιτικό; Θέλετε να μας πείτε κάτι ή γράφετε όπως γράφω εγώ κάτι δικά μου για να τα δω γραμμένα και, βάζοντας τα πάθη μου απέναντί μου, δι' ελέου και φόβου να βρω την κάθαρση; Γιατί, αν το κείμενο είναι προσωπικό, ντρέπομαι που το σχολιάζω, που σαρκάζω την ενδοσκόπηση του άλλου. Και καταγγέλλω και το πρόταγκον που το εκθέτει έτσι ξεδιάντροπα, βορά του κάθε μπαϊλντισμένου Σραόσα.

Εύχομαι να βρείτε τάξη, ησυχία, τυπικότητα κι αξιοκρατία. Όλοι αυτό θέλουμε στη δημόσια σφαίρα. Και ασφάλεια. Και να μην υποκαθίσταται ο πολιτικός λόγος από τη χρηστομάθεια και την ηθικολογία. Πάντως γνωρίζω ότι δημοσία υπάρχει σχετική τάξη, ησυχία, τυπικότητα κι αξιοκρατία στη Νορβηγία των πετρελαίων. Εκεί. Δυστυχώς ο υπόλοιπος κόσμος είναι ελαφρώς σαν μπουρδέλο το Σαββατόβραδο. Ακόμα κι ο αχανής και παγωμένος Καναδάς. Τώρα που το σκέφτομαι, υπάρχει και η Σαουδική Αραβία. Αλλά είστε γυναίκα.

Για μένα, η κρίση υπάρχει εδώ και χρόνια. Και δεν εννοώ την οικονομική, εννοώ την αισθητική, πολιτιστική, αξιακή κρίση. Η οικονομική κρίση δεν με εξέπληξε καθόλου. Αντίθετα, με εξέπληξε το γεγονός ότι τόσοι έξυπνοι άνθρωποι εξεπλάγησαν.
Την πρώτη φορά που είδα τη διαφήμιση με τον «ομορφάντραμου» ένιωσα ένα κρύο χέρι να μου σφίγγει το κεφάλι. Το ίδιο είχα νιώσει κι όταν είδα τις διαφημίσεις με την «αγαπούλα την κουκούλα» και «τη φουκαριάρα τη μάνα μου». Είναι οι διαφημίσεις που συμβολίζουν την Ελλάδα που δε μ’ αρέσει. Την Ελλάδα του γηπέδου, του βρώμικου, της φοροδιαφυγής, του μέσου, της διαφθοράς, του ψυχοπονιάρη, του τεμπέλη, του λαθραίου, του καταφερτζή, του αναίσθητου, του Ελληνάρα. Το χειρότερο είναι ότι όλοι, μικροί – μεγάλοι, απ΄ όλα τα στρώματα της κοινωνίας, γελάνε με τις διαφημίσεις αυτές. Το χαίρονται, ρε παιδάκι μου.
Φρικάρω. Φρικάρω με τις διαφημίσεις και με τη συνεχή αναπαραγωγή τους. Νιώθω ένα τσίμπημα δυστυχίας όποτε ακούω τη λέξη «ομορφάντρα μου». Μου έρχεται στο νου και η εικόνα: ασπρόμαυρη Ελλάδα, κοντοί κι άσχημοι άντρες, τσίκνα, βρωμιά ιδρώτα στο γήπεδο, λίπη και λίγδες. Όταν ακούω τη φράση «τι βάζω μέσα; Τη μάνα μου και τον πατέρα μου βάζω μέσα!» μου έρχεται στο νου ένα φέρετρο σκεπασμένο με την ελληνική σημαία.
«Γιατί όμως πιστεύεις ότι έχουν τόση απήχηση αυτές οι διαφημίσεις;» με ρώτησε η φίλη μου. Μα, επειδή, ο Έλληνας σε αυτήν ακριβώς την Ελλάδα νιώθει άνετα. Στην Ελλάδα της αγαπούλας, του ομορφάντρα μου και της φουκαριάρας της μάνας του. Στην Ελλάδα της δραχμής...

Εδώ πάλι είναι προσωπικό το κείμενο. Προσθέτω απλώς τον ισχυρισμό ότι η κυρία Χ. Ταχιάου δεν έχει δει διαφημίσεις στη Γερμανία ή στην Ισπανία. Αλλά δεν είναι εκεί το θέμα, το θέμα είναι ότι η κόλαση είναι οι άλλοι. Επίσης, όπως είπε και ο sun Ra σε κάποιο νεαρό μουσικό που παρωδούσε το disco "δεν είναι για γέλια τα όνειρα ενός άλλου ανθρώπου". Ούτε οι εφιάλτες του. Εγώ καταλαβαίνω το κρύο χέρι που σφίγγει το κεφάλι σας. Εδώ και πολλά χρόνια πολλοί αισθάνονται κάποιο κρύο χέρι να τους σφίγγει την καρδιά, την τσέπη, το παρόν, το μέλλον. Κάποιοι πέθαναν στους δρόμους κατά λαθος, κάποιοι ένιωσαν κρύα γκλομπ πάνω τους, κάποιοι έχασαν την ακοή τους, κάποιοι εξαθλιώθηκαν, κάποιοι ξενιτεύονται, πολλοί απελπίζονται. Δεν πρέπει να γινόμαστε συναισθηματικοί: όπως μας λένε και οι λειτουργοί της δημοσιογραφίας, πρέπει να μάθουμε να αντιμετωπίζουμε το πολιτικό σαν θεομηνία, σαν κάτι πέρα από τις δυνάμεις μας.

Πάντως αυτό με το λουκάνικο και το φέρετρο με τη σημαία να το κοιτάξετε. Οπωσδήποτε. Και σε πρακτικό επίπεδο, γιατί είμαι πάντα των πρακτικών λύσεων, σας είπα: Νορβηγία. Κατάλευκη χώρα, αλλά πράσινη το καλοκαίρι, ψηλοί και φωκοπρόσωποι άντρες, μούχλα, μυρωδιά (αυτό μάλλον είναι η "βρωμιά") ιδρώτα μόνο στα αποδυτήρια των γυμναστηρίων (ούτε σάουνα δεν κάνουν), λίπη ψαριού με ωμέγα-3 και βούτυρο αγελάδας. Και το αλκοόλ πανάκριβο: μόνο τα σαββατόβραδα έχει εμετούς και μπυρίλες.

Σημασία έχει πού του αρέσει του καθενός. Η κρίση έγινε ευκαιρία να ξεκουμπιστούμε και να πάμε κάπου όπου θα μας αρέσει, όπου δε θα φρικάρουμε. Σημασία έχει ότι όλοι φταίμε εξίσου, ε; Και για να μην το παίζω παρθένα, κι εγώ έχω γράψει κείμενα παραπονιάρικα και λίγο "πώς είμαστε έτσι, ρε συ", όπως λ.χ. αυτό. Αλλά, προς υπεράσπισή μου, το έγραψα δύο μήνες πριν το Καστελόριζο: εννοώ ότι οι συζητήσεις για τη σως και τα λαχανοκαρότα έπρεπε να είχανε κοπεί προ πολλού.

Επίλογος 8.ΙΙ.2012 (από σχόλιο της Кроткая από κάτω):

[...] συχνά συμβαίνει, και όχι μονάχα στους Έλληνες, να μιλούν οι άνθρωποι για τα συλλογικά τους αρνητικά με μια υποδόρια υπερηφάνεια, τύπου "είμαστε η πρώτη χώρα σε τροχαία" ή "έχουμε τα μεγαλύτερα ποσοστά καπνιστών" και πάει λέγοντας. Είναι μια ασυναίσθητη προσπάθεια εξαγνισμού και παρηγοριάς, σχετικά με χαρακτηριστικά που όντως είναι αρνητικά, όπερ και αναγνωρίζουμε. Συμβαίνει και εις Παρισίους (κυριολεκτικά και μεταφορικά), δεν ανακαλύψαμε τον τροχό. Ας πάρουμε απόφαση πως ούτε εμείς ούτε οι άλλοι είναι κάτι πολύ σπέσιαλ, κάθε τόπος/λαός/πράγμα/κατάσταση έχει αρνητικά και θετικά. Και συνήθως αυτά δεν είναι τα κλισέ τύπου "λίγο κρασί, λίγο θάλασσα και τ'αγόρι μου".

[Τ]ο βασικό πρόβλημα που έχει το κείμενο που λινκάρεται είναι ότι δημοσιεύεται σε ένα ιστορικό, κοινωνικό και χρονικό κόντεξτ που βρομάει λίγο. Πάει με πολύ ύπουλο τρόπο να μεταθέσει ευθύνες για μια κατάσταση την οποία όλοι μας υφιστάμεθα στον "κακορίζικο εαυτό μας" που δεν παίρνει διορθώσεις και είναι από το dna του προβληματικός. Αποπνέει μια κακομοιριά, ένα κόμπλεξ, μια παραίτηση και μια μιζέρια που πολιτικά μπορεί να παραπέμψει σε συγκεκριμένα πράγματα τύπου παγκάλιες ρήσεις "μαζί τα φάγαμε", "εμείς φταίμε" και δε συμμαζεύεται.

Όχι, λοιπόν, δεν είναι έτσι. Παντού, μα παντού υπάρχουν "ομορφάντρες", "ασχημάντρες", τζάμπα μάγκες, βλαμμένοι, αντικοινωνικοί και τεμπέληδες. όπως παντού, μα παντού υπάρχουν ευγενείς, αξιόλογοι, καλλιεργημένοι, έξυπνοι και ενδιαφέροντες άνθρωποι. Οι γενικεύσεις και οι αφορισμοί είναι άκυροι όσο και επικίνδυνοι.

Και για να έρθουμε στο διά ταύτα, που πιστεύω πως με ύπουλο, έμμεσο και εξαιρετικά επικίνδυνο τρόπο υπονοεί και παραπέμπει στο κείμενο που λινκάρεται, η κρίση που βιώνετε σήμερα στην Ελλάδα δεν είναι ελληνική και γι' αυτήν δεν ευθύνεται ο ραγιαδισμός και η κοτζαμπάσικη νοοτροπία που (ενδεχομένως όχι άδικα, αλλά έτερον εκάτερον) χρεώνεται στους νεοέλληνες. Ευθύνονται συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές που ακολουθήθηκαν στις δυτικές οικονομίες τα τελευταία τουλάχιστον σαράντα χρόνια.

Αν αυτό δεν ίσχυε, δεν θα λαμβάνονταν μέτρα λιτότητας στο Βέλγιο, στη Γαλλία και στη Δανία (του Βορρά, για να εξηγούμαστε), που δεν χαρακτηρίζονται από τα δομικά προβλήματα της ελληνικής ή της πορτογαλέζικης οικονομίας. Ούτε θα υπήρχαν τα τρομαχτικού μεγέθους σκάνδαλα της Γερμανίας ή του Βελγίου, για τα οποία τεχνηέντως κανείς δεν βγάζει τσιμούδια εν Ελλάδι.

Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2012

Καλωσήρθατε στον κόσμο του Γιάννη Αγιάννη και του Όλιβερ Τουίστ

Φλερτάρω ανοιχτά με την υπερκόπωση, είμαι εξαντλημένος και θα πάω για ύπνο μόλις ανεβάσω αυτό. Ήθελα να το γράψω χτες αλλά δεν άντεξα, δεν είχα κουράγιο να γράψω (η εξάντληση, που λέγαμε, σέρνομαι από τις 6 το απόγευμα). Ευτυχώς, δηλαδή, γιατί η σημερινή μέρα έφερε νέα πράματα και θάματα.

Για όσους δεν το έχουν υπόψη, εξαθλιωμένοι και φτωχοί υπάρχουν ανάμεσά μας τουλάχιστον από τις αρχές της δεκαετίας του 2000. Δε μιλάω για μετανάστες αλλά για εγχώριους φτωχούς, και εξαιρώ Τσιγγάνους, αποφυλακισμένους κτλ. Για παράδειγμα, η αποβιομηχάνιση δεν ξεκίνησε με το Μνημόνιο, ενώ η ανεργία μεταξύ των νέων ήταν ήδη ανώμαλα υψηλή. Αλλά αυτοί οι άνθρωποι ήταν άλαλοι και αόρατοι και αδιάφοροι για τους πολλούς -- ακόμα κι εγώ που πουλάω μυαλό εδώ έχω μόλις και υπαινιχθεί τις περιπτώσεις τους πριν το 2008 (κάπου είχα ψελλίσει κάτι για τον Βόλο, νομίζω, κάτι τέτοια). Το μαζικό ντου στα μεσαία στρώματα, που έφερε πολλούς μα πάρα πολλούς στη θέση εκείνων που ήταν ήδη πατημένοι στον λαιμό, μας αφύπνισε και μας ευαισθητοποίησε. Σχετικά. Πολλές φορές, απλώς ως προς τη διάθεσή μας να μη διαθέσουμε τον οβολό μας στην Action Aid ή τους σεισμόπληκτους της Αρμενίας, αλλά σε πιο κοντινούς "αναξιοπαθούντες".

Συζητούσα με φίλους την Κυριακή. Θα αλλάξει λοιπόν κάτι ριζικά; δε θα αλλάξει; οι γνωστές θεωρητικές συζητήσεις. Συγγνώμη που ακούγομαι μπλαζέ κι αναρχικός αλλά έχω ξαναπεί τι είναι αυτό: η ρητορική (όχι 'ρητορεία') της απελπισίας, να γραπώνεσαι από τις αρχές σου ενώ όλοι κουτρουβαλίζονται χαρούμενα προς τα δεξιά βάραθρα, για να κουτρουβαλήσουν πάλι πίσω προς το νεφελώδες και ακατασκεύαστο φιλομνημονιακό κέντρο προεκλογικά. Παρατηρώ ότι κάθε βδομάδα που περνάει το πολιτικό κατεστημένο αναδιοργανώνεται, τα μέσα ελίσσονται φιδίσια, ο κόσμος εξαθλιώνεται από καινούργια ατελέσφορα και εξοντωτικά μέτρα που επινοούνται για να εξοικονομηθεί το 0,00001% του χρέους (όπως λέει και φίλος μετανάστης στον Καναδά), ένας νέος ιμπεριαλισμός τύπου αρχών του 20ου αιώνα σφυρηλατείται με επιτρόπους, ληστρικές συμβάσεις, απαιτήσεις να δοθεί "απόλυτη προτεραιότητα στην εξυπηρέτηση του χρέους" -- λες και είμαστε το Τσαντ της δεκαετίας του '90. Ιδίως σε αυτό το τελευταίο ταιριάζει η επική βρισιά που μου έμαθε ο κύριος Φώλιος το 2009: Σάλτα και γαμήσου, ρε. Μετά συγχωρήσεως κιόλας, προς όσους δεν τους αρέσει να βρίζω γιατί δε μου πάει: ούτε ο ντιλετάντικος ακαδημαϊσμός πάει στην κατάσταση των πραγμάτων.

Και πάμε στους άστεγους. Το τι συμβαίνει με τους αστέγους στην Αθήνα εδώ και ενάμιση-δύο χρόνια δεν το έχουν αντιληφθεί είτε όσοι ζουν εγκλωβισμένοι σε κάποιο τερπνό προάστειό της, είτε όσοι βρίσκονται εξόριστοι πέρα από τη θάλασσα, σε κάποιο ασφυκτικό αλλά ασφαλές καταφύγιο, σαν εμένα. Αυτό που έγινε σήμερα, η ανομολόγητα βάρβαρη αγυρτεία και νομικίστικα ανάλγητη επίδειξη μηδενικής ανοχής του λίγου και σε σύγχυση δημάρχου μας απέναντι στην περιλάλητη ανομία, δεν έβγαλε τους Αθηναίους στους δρόμους. και δεν τους έβγαλε στους δρόμους επειδή η ιδεολογία του νοικοκυραίου, η αντίχριστη (βρείτε το ευαγγέλιο της Κυριακής των Απόκρεω, δεν έχω χρόνο και διάθεση) απέχθεια στον άστεγο και στον πένητα του περήφανα ορθόδοξου λαού μας, έχει ήδη απολύτως απαξιώσει τον άστεγο, τον πλάνητα, τον ανήμπορο που δεν έχει γονείς να τον περιμαζέψουν ή απλώς δεν το ανέχεται.Το ξαναείδαμε και με την υπόθεση κατάληψη Νομικής / Υπατία. Αλλά εκεί ήταν κάτι ξένοι, τουλάχιστον.

Αισθάνομαι οδύνη. Κι αυτό δεν είναι ούτε ρητορικό σχήμα, ούτε μελό ένεση σε θέματα που πρέπει να αντιμετωπίζονται με χειρουργική ψυχραιμία και αδυσώπητα πολιτική οξύτητα λόγου και σκέψης. Είναι πόνος.

Ο μισός τίτλος κλεμμένος από τον Τάλω.

Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2012

Χαίρε, ω Χαίρε, Ανδρέα Εμπειρίκο

Ήθελα εδώ και πολλές μέρες να ανεβάσω τρία ποιήματα του Εμπειρίκου από το πρώτο σιντί που τα διαβάζει ο ίδιος. Τελικά απόψε στρώθηκα και το έκανα.

Την ώρα που ανέβαιναν τα ποιήματα, είδα αυτό. Κοιτούσα τα πρόσωπα. Σκέφτηκα ότι ζω στον κόσμο μου, ξανακοίταξα αυτά τα πρόσωπα που έχουμε παραμερίσει από τις σκέψεις, τις εκτιμήσεις μας, τους σχεδιασμούς μας, ακόμα και από τα επαναστατικά μας όνειρα, στα οποία πρωταγωνιστούν εράσμια κορίτσια, παναγίτσες με κουκούλα, κάτι παλληκάρια με μπουφάν και φωνές βροντερές· σκέφτηκα ότι αυτός που μου έβρισε τον Εμπειρίκο ίσως είχε μια βάση: και ποιος τους γαμεί τους ποιητές, στο κάτω κάτω. Όταν υπάρχει αυτή η εικόνα από τη συνάντηση (καλώς ή κακώς) απελπισμένων αγροτών και απελπισμένων ανθρώπων χωρίς πτυχία κι εκλεπτυσμένα γούστα μουσικά.

Άκουσα λίγο από το φάρμακό μου. Άκουσα τον Σκάρο (που τον ξαναβρήκα στο γιουτιούμπ). Άκουσα τα τρία ποιήματα. Συνειδητοποίησα λοιπόν ότι τη δική μου γνώμη και τις δικές μου κουβέντες κανείς δεν τις γαμεί και ότι εν πάση περιπτώσει ο Εμπειρίκος τα λέει εκθετικώς καθαρότερα, λαμπρότερα, δυνατότερα.

Σιωπώ λοιπόν και σας δίνω τρία πολιτικά ποιήματά του:
Εις την οδόν των Φιλελλήνων
Αι λέξεις
Ο δρόμος


Και αυτό (από το άλλο σιντί, της Οκτάνας) για δωράκι.

Μουσικά διαλείμματα

Ένα
Τέσσερις Ιανουαρίου 2012. Είμαι σε ένα ταξί και πάω στον Κρητικό στο Χαλάνδρι. Ο ταξιτζής άκουγε Μπλάκμαν, το χαμήλωσε μόλις μπήκα. Ήταν ωραία μέρα, μέρα χαράς. Του είπα να το δυναμώσει. Ακούγαμε κλαρίνα. Μιλήσαμε για τον Μπλάκμαν, τα τσάμικα, τα νησιώτικα. Είπαμε για τα ποντιακά. Του είπα ότι με ζαλίζουν, μου είπε ότι του αρέσουν οι ποντιακοί χοροί. Μου είπε ότι, αν και Μωραΐτης, του αρέσουνε τα κρητικά. "Έχουν ωραίες κουβέντες", μου λέει. "Ακούς ωραίες κουβέντες". Ναι.

Δύο
Κάθομαι στον καναπέ. Έρχεται το θαύμα. Ακούω το Benedictus από τη Missa Solemnis. Τα μάτια μου πλημμυρίζουνε δάκρυα. Δεν είχα ξανακλάψει από χαρά, δεν έχω ξανακλάψει από χαρά.

Τρία
Κουβαλάω την παραγγελία με τα κινέζικα στο σπίτι. Οι μικροί θεοί, οι Λάρητες, του iPod ρίχνουνε το Paradise Circus. Κι ευθύς ακούω μέσα στο κεφάλι μου "το 'ξερα! το 'ξερα!". Γνώση, λοιπόν. Γλυκός καρπός. Με όποια έννοια κι αν τη δει κανείς.

Τέσσερα
Κάθομαι στην κουζίνα της Ζωοδόχου Πηγής. Ακούμε με την τότε κοπέλα του κολλητού μου τη Ρωμαϊκή Αγορά. Φοιτητές ήμασταν, η δεκαετία του '90 ήτανε, τι να ακούμε κι εμείς. Πέφτει αυτό. Το ακούμε. Ρωτάω "γιατί τον πάνε τόσοι; δεν έχω καταλάβει" (πάντα χαζούλης, πάντα μέσα στον συνειρμό και χαμένος στα όνειρά μου -- και στους εφιάλτες μου). "Μα γιατί είναι πεθαμένος", απαντάει η Σ. "Το φέρετρό του το πάνε έξι." Παθαίνω. Έκτοτε τα δαιμονικά βιολιά του τραγουδιού επανέρχονται με πειθαρχημένη περιοδικότητα.

Πέντε
Αίγινα, οδός Λέκκα, Friedrichstrasse, σε μπαρ στα Εξάρχεια, στο iPod ενώ σκέφτομαι ό,τι σκέφτομαι -- κι αλλού, κι αλλού: Getting away with it (all messed up). Αυτό το κλείσιμο ματιού, αυτός ο ύμνος όσων τρώνε την τούμπα, σηκώνονται, ξεσκονίζονται, κοιτάνε τον γδαρμένο αγκώνα, το λεκιασμένο παντελόνι, νιώθουν τον καρπό που έκοψε την πτώση να πονάει και λένε "εντάξει". Και τελικά, εντάξει.

Έξι
Καμμιά φορά η ψυχική υγεία σου εξαρτάται από μια ενορχηστρωτική επιλογή κάποιου ποπ παραγωγού, όπως σε αυτήν την περίπτωση. Άλλοτε κάτι σαν παιδικό τραγουδάκι, επαναληπτικό και κομματάκι σπαστικό, σε γεμίζει Χαμόγελο όπου και να το ακούσεις, σου υπενθυμίζει ότι η απελπισία είναι αμαρτία (για τους Καθολικούς, αλλά τέλος πάντων) κι ότι δε χρειάζεται άγχος: το κλειδί θα γυρίσει στη μαγκωμένη κλειδαριά μόλις χαλαρώσει ο καρπός σου και δώσει τον γύρο. Και όχι, εδώ δεν υπάρχει σεξουαλικό υπονοούμενο.

Εφτά
Δύο χιτάκια έχει βγάλει ο Black. Έγραψε τον δίσκο μετά από ανείπωτες δυστυχίες: σκοτώθηκε η γυναίκα του, χρεοκόπησε κτλ. Το ένα λέγεται Wonderful Life και δε μου αρέσει, το άλλο λέγεται Everything is coming up roses, και μου αρέσει πολύ.

Οχτώ
Δύο τραγούδια με έκαναν να ανακράξω "τι είναι αυτό, ρε παιδιά;" και να κοκκαλώσω κοιτώντας σα χαζός. Το πρώτο είναι αυτό. 1997. Μπαίνω στο HMV στην Oxford Street, το κοντινότερό μου, να ψάξω καμμιά προσφορά, αυτές του πεντόλιρου. Ακούω να παίζει ένα πράμα σα μοιρολόι, σαν να τραγουδάει αγγλικά ο Λουδοβίκος των Ανωγείων. Στέκομαι και ακούω. Ακούω κάτι σαν "rain down from a great height". Τι να είναι αυτό; Στέκομαι ακίνητος. Μετά πέφτουν κάτι κιθαριές. "Μα τι είναι αυτό;" Σαν Radiohead ακούγεται (τους οποίους, ναι, είχα ανακαλύψει ήδη από την εποχή του Pablo Honey, αλλά τι σημασία έχει πια: την εποχή του ίντερνετ η ανακάλυψη ενός συγκροτήματος είναι ευτελής). Ήταν Radiohead. Με ό,τι λεφτά είχα στην τσέπη αγόρασα το σιντί. Το μελετούσα. Παραλίγο να πάει η διπλωματική για βρούβες. Το άλλο τραγούδι άρχιζε με κάτι πιάνα, ωραία, μέχρι που μπαίνει μια φωνή ανήκουστη, σαν Έλλα με LBD και τσαντάκι μικρό με αλυσίδα και γεμάτο φιξάκια. Και τον στίχο "he kept his cock wet". Και τη φωνή, τι φωνή! Α ρε κορίτσι μου, έπρεπε να κάνεις λίγο κράτει. Λίγο. Λίγο μόνο.

Εννιά
Στο Ντελφτ μέναμε σε κάτι δωμάτια πάνω από ένα καπνοπωλείο. Τα ενοικιαζόμενα μύριζαν καπνό πίπας: κεράσι, βανίλια, σοκολάτα. Τις ώρες χτυπούσε το καμπαναριό της εκκλησίας απέναντι. Είτε Oude Kerk είτε Neue Kerk θα την έλεγαν: δεν έχουν άλλα ονόματα οι εκκλησίες στην Ολλανδία. Τις ώρες τις χτυπούσε το καριγιόν του καμπαναριού, έπαιζε για κάθε ώρα ένα διαφορετικό παιδικό τραγούδι.

Δέκα
Το δεύτερο του Ραχμάνινοφ προσφέρεται για λυρικούς συναισθηματισμούς. Πρωτοεμφανίστηκε σε μια αμερικάνικη ταινία από αυτές που δείχνει το TCM, μετά επανέρχεται σε εκείνη την ταινία που η Καρέζη (η απόλυτη ελληνίδα, το έχουμε ξεκαθαρίσει αυτό, έτσι;) παίζει μια πιανίστρια και τη δίδυμη αδερφή της. Τελευταία φορά που το άκουσα ζωντανό (και πρώτη) ήτανε στο Παλλάς, με τη συμφωνική της Όσακα. Κρατούσα το χέρι της κοπέλας μου κατά τη διάρκεια ολόκληρης της συναυλίας. Ήμουν ευτυχισμένος, αναρωτιόμουν γιατί να είμαστε εκεί κι όχι κάπου μόνοι. Άκουγα για πρώτη φορά το πιάνο να κάνει τα δικά του -- άτιμο πράμα η ηχογραφημένη μουσική: σου κρύβει τα ουσιώδη καμμιά φορά.

Έντεκα
Όταν πρωτοάκουσα τον Σκάρο με τον Πετρολούκα Χαλκιά το 2001 έπαθα ζημιά. Άκουγα το κομμάτι συνέχεια για βδομάδες. Το έλιωσα το σιντί. Η δεξιοτεχνία μού ήταν αδιανόητη. Έπαθα κόμπλεξ με τους μουσικούς, με το πώς πέφτουν ηρωικά καθώς αναμετριούνται με το τέρας που λέγεται μουσική.

Δώδεκα
Ωραία ήτανε τότε που προσφέραμε κασέτες. Έχω εκμαυλίσει με κασέτες. Έχω αποπλανηθεί με υποσχέσεις κασετών. Τώρα απλώς λινκάρουμε τραγουδάκια στο youtube. Η μουσική της σαγήνης παραμένει λόου-φάι.

Δεκατρία
Αχ, η πρώτη μου συναυλία.

Δεκατέσσερα
Χωνόμαστε μέσα από τα συρματοπλέγματα. Θέατρο Λυκαβηττού, από πάνω, ψηλά, από τη μεριά του τζάμπα. Η Ε., αναρχική σωστή και συνειδητοποιημένη, μιλάει στους σεκιουριτάδες με επιχειρήματα, οι υπόλοιποι χωνόμαστε και τρυπώνουμε. Μέσα από το κοτετσόσυρμα. Εγώ δε χωράω καλά, κάνω και λίγο έρπιν. Καθόμαστε. Από κάτω όλο το θέατρο, φίσκα, και η σκηνή. Σε λίγο αρχίζει ο Νάιμαν, που τότε ήταν υπερήρωας της μουσικής υπόκρουσης και των αισθαντικών σάουντρακ λόγω του The Piano. Τα φώτα σβήνουν.

Δεκαπέντε
Ψάχνω την Ε. Μαζί πήγαμε στο Γκάζι. Ψάχνω τον κολλητό. Γίνεται χαμός. 1997. Κάτι ανάρχες διοργανώνουνε μια συναυλία κατά του Μάαστριχτ (θυμάμαι εγώ) υπέρ των μεταναστών (θυμάται η Ζ.). Είμαι χαμένος στο διάστημα. Μετά χάνομαι και στο πλήθος. Γαμώτο. Ανεβαίνω σε ένα πεζούλι. Βλέπω να με κοιτούν κάτι χαμογελαστά μάτια μέσα στο πλήθος. Όλη μου τη ζωή χαμογελαστά μάτια αγάπησα. Μετά θα παίξουν τα Υπόγεια Ρεύματα, αν κι εγώ ήθελα τον Παυλίδη.

Δεκάξι
Αστείο πράγμα η νεότητα. Σε κάνει άπειρο. Άκουσα Duran Duran πριν ακούσω Rolling Stones. Ανακάλυψα τους Beatles στο Λύκειο, όπως και τον Σαββόπουλο, μετά τη Μαντόνα. Άκουσα τον Μέντελσον μετά τον Μιχαλάκη τον Τζάκσον. Και, βεβαίως, άκουσα στην Αγγλία για πρώτη φορά αυτό, προτού ανακαλύψω ότι είχα (σε κασέτα) την αυθεντική εκτέλεση...

Δεκαεφτά
Μα δεν το αγαπάτε αυτό; Αυτό και το "σ' αγαπώ γιατί είσαι ωραία";

Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2012

Πριν τον Χρήστο Βακαλόπουλο

Τους Πτυχιούχους του Χρήστου Βακαλόπουλου, το βιβλίο που με πολλούς τρόπους με καθόρισε, τους διάβασα φοιτητής, στην μορφή τσέπης που το είχανε βγάλει οι εκδόσεις Ερατώ (με ένα κάπως χαζούλι εξώφυλλο). Έπιασα στα χέρια μου το αντίτυπο και το ξεφύλλιζα μέσα στις γιορτές. Σκέφτηκα ότι η διαπαιδαγώγησή μου βρέθηκε σε καλά χέρια, τότε που τους Πτυχιούχους διάβαζα και τους ξαναδιάβαζα και τους υπογράμμιζα αχνά, με συστολή και με μολύβι: είναι μοναδικό και παραγνωρισμένο μυθιστόρημα. Οι περισσότεροι εκστασιάζονται με το μεσημβρινό τύφλωμα, το μαύρο στα μάτια που φέρνει το πολύ φως, με τη μεγάλη ενοποίηση, ή μάλλον τη μεγάλη συμφιλίωση, που πραγματεύεται η Γραμμή του Ορίζοντος. Εμένα πάλι μου έκαναν, και μου κάνουν, οι ταπεινοί Πτυχιούχοι.

Πριν τους Πτυχιούχους θυμάμαι ότι ήμουνα μαθητής. Το βιβλίο που είχα λιώσει στο διάβασμα τότε ήτανε τα Τοπία της Φιλομήλας, του Φαίδωνα Ταμβακάκη. Δεν γκουγκλάρω τίποτε αυτή τη στιγμή, απλώς θα γράψω ό,τι θυμάμαι.

Η Φιλομήλα είναι μια αλλόκοτη ερωτική ιστορία. Από τις ιστορίες που τις αρπάζει σκηνοθέτης του ΝΕΚ και τις κάνει ταινία όλο μουγκαμάρες βαρειές και με νόημα, κάκιστη ηχοληψία, ξεπλυμέ φωτογραφία, ερμηνείες παλουκωμένες ή κατατονικές. Ευτυχώς δε συνέβη κάτι τέτοιο. Το βιβλίο το διάβασα καμμιά δεκαριά φορές, την τελευταία πριν φύγω για την Αγγλία. Από αυτό θυμάμαι πια μια ερωτική σκηνή με έναν θερμαστή (μπορεί να ήτανε και δύο) και την άλαλη Φιλομήλα στο μηχανοστάσιο ενός πλοίου (recency effect λέγεται αυτό), θυμάμαι ότι στην Αλεξάνδρεια τον θυρωρό τον έλεγαν "μπουάπη", θυμάμαι μια σπαραξικάρδια ανατροπή στο τέλος, θυμάμαι έναν γουάου και καταπληκτικό αντίζηλο του αφηγητή, εφηβικά πράγματα, σαν να λέμε. Ψήγματα πλοκής και εικόνων από ένα βιβλίο που έχει να ανοιχτεί 16 χρόνια. Πιο πολύ όμως θυμάμαι την αίσθηση, πώς λένε ότι σε τραβάει μέσα του ένα βιβλίο, έτσι. Νομίζω πως ήτανε το πρώτο μυθιστόρημα που με έκανε να κολλήσω έτσι (ίσως και η Πείνα του Χαμσούν και σίγουρα το Έγκλημα και Τιμωρία), το πρώτο ελληνικό μυθιστόρημα τέλος πάντων. Θυμάμαι να έχω αγγελοκρουστεί από τα Τοπία της Φιλομήλας. Με λίγα βιβλία το έχω πάθει αυτό, να περπατάω και να τα γυρίζω συνέχεια στο μυαλό μου. Όσο και να είναι η ζωή μου ανάμεσα στα βιβλία, δεν τους την κάνω συνήθως αυτή τη χάρη.

Σαν μαθητής δεν είχα λεφτά για λογοτεχνικά περιοδικά ή έστω για εφημερίδα, αγόραζα ευλαβικά τα 01 του Τσαγκαρουσιάνου σαν να ήταν εγκυκλοπαίδεια σε συνέχειες (και κανα Κλικ πότε πότε, να μαθαίνουμε πώς ζει ο κόσμος). Έτσι, τη Φιλομήλα την αγόρασα ρωτώντας και σχεδόν στα τυφλά. Πριν την αγοράσω, μού είχανε πει ότι έπρεπε να διαβάσω ή ένα του Τατσόπουλου (με κάτι απαγωγείς, δε θυμάμαι πώς το λένε, δε θα το γκουγκλάρω, το διάβασα μετά, στο τρίτο έτος και το ξέχασα) ή "Το σοφό παιδί". Το δεύτερο το διάβασα κι αυτό προς το τέλος των σπουδών μου και προτιμώ να μη γράψω τη γνώμη μου, δεδομένων και πρόσφατων εξελίξεων και των πανανθρώπινων εθών για την προσβολή οιονεί και πραγματικών νεκρών (εδώ μέχρι ο Κεφαλογιάννης δεδικαίωται).

Αγόρασα και διάβασα τη Φιλομήλα λοιπόν. Με τη Φιλομήλα στο μυαλό πρωτοερωτεύτηκα και για λίγο καιρό όλα τα έβλεπα δοσμένα μέσα από τη φωνή του αφηγητή -- κι ας μη θυμάμαι τίποτε πια από τα καθέκαστα της πλοκής ή τους χαρακτήρες, εκτός από την αίσθηση που μου άφησε το βιβλίο.

Τρίτη, 17 Ιανουαρίου 2012

Τραγουδάς και πλέχεις

στη μνημη της Λ.Ρ., που δε φοβόταν να μιλήσει.

Σημείωση: Η παρακάτω ανάρτηση μιλάει για τον Μεγάλο Ανατολικό, το μυθιστόρημα του Εμπειρίκου. Όσοι είστε κάτω των 18, προσβάλλεστε από τη συζήτηση ή περιγραφή ερωτοπραξιών ή τη χρήση λεξιλογίου ταμπού, διαβάστε κάποια άλλη από τις πολλές και υπέροχες αναρτήσεις μου. Όσοι νιώσατε έκπληξη από αυτή την προειδοποίηση, θα δείτε παρακάτω ότι έχει και μια δεύτερη ερμηνεία, προφανή μάλλον.


Γιατί ο Μέγας Ανατολικός
Το κλισέ ότι δεν κρίνεις ένα βιβλίο από το εξώφυλλο είναι ευτελώς αληθές.Ένα μόλις πιο ενδιαφέρον κλισέ, επίσης αληθές, θα ήταν ότι δεν κρίνεις ένα βιβλίο από λίγα σκόρπια αποσπάσματα. Ιδίως αν πρόκειται για ένα μυθιστόρημα ποταμό, το μακροσκελέστερο της ελληνικής λογοτεχνίας.

Ήμουν φοιτητής όταν ο Μέγας Ανατολικός άρχισε να βγαίνει, τόμο τόμο. Προσφιλής ενασχόλησή μας ήταν να πηγαίνουμε στο βιβλιοπωλείο, να ανοίγουμε κάποιον τόμο του Μεγάλου Ανατολικού και να διαβάζουμε ό,τι έπεφτε μεταξύ τυπογραφικών (οι σελίδες ήταν άκοπες). Μισοκαυλώναμε, όσο μάς άφηνε ο δημόσιος χώρος του βιβλιοπωλείου, το σκάνδαλο της έκδοσης του βιβλίου και τα δημοτικιστικά μας ταμπού που μπλοκάρανε μέρος της διέγερσης λόγω της καθαρευούσης. Δυστυχώς τότε δεν είχαμε δώσει ακόμα τη δέουσα προσοχή στους στίχους του Άσιμου:

Θες ν' αγγίξεις την αλήθεια
για βγες απ' έξω απ' τη συνήθεια
σύρε κι έλα να με λούσεις
κι ας είμαι της καθαρευούσης

 Τέλος πάντων, χαχανίζαμε με τα "ααααχ... ωωωω... αααααχ" που συνυπήρχαν με τα "καυλοπυρέσσων" και "μουνέττο" και "περισκελίς" και "νύμφαι" (όπως θα ήταν λ.χ ο ιδανικός Παπαδιαμάντης από άποψη περιεχομένου δηλαδή), αφήναμε πίσω στο ράφι τους τόμους και φεύγαμε. Υπενθυμίζω ότι μιλάμε για τις αρχές της δεκαετίας του 1990, προ ίντερνετ και εύκολου και διακριτικά διαθέσιμου πορνό για όλο τον λαό, όταν ήμασταν στο έλεος ενός σκιώδους καναλιού που είχε ο ψησταριάς Λεωνίδας, του ΙΤΑ8, του οποίου η καριέρα τερματίστηκε άδοξα όταν ξεπέρασε τα εσκαμμένα και πρόβαλε τσόντα με τραβεστί. Ενεργητικό. Τέλος: η κυβέρνηση Μητσοτάκη δε σήκωνε αστεία.

Τον Εμπειρίκο τον αγάπησα μετά το πανεπιστήμιο, χρόνια μετά. Στην Αγγλία, μετά από συζητήσεις με τη Ζ και αφού διάβασα τα "Γραπτά ή Προσωπική Μυθολογία" και την Ενδοχώρα. Τον αγαπώ ακόμα. Είναι μεγάλος και σοφός ποιητής, μάστορας της ομορφιάς, σουρεαλιστής α λα Πρεβέρ (αλλά πολύ καλύτερος), με εικονογραφία Ντε Κίρικο κι όχι μπαχαλάκιας όπως ο Μπρετόν. Προτείνω να κάτσει κανείς και να τα διαβάσει όλα του -- δεν έγραψε και πολλά. Πάντοτε μού έκανε εντύπωση πόσο καλά το έργο του (εκτός του Μεγάλου Ανατολικού) έκρυβε την ιδιότητά του ως ψυχαναλυτή.

Όσον αφορά το μυθιστόρημά του, σε μια εποχή που ο Οδυσσέας του Τζόυς θεωρούνταν άσεμνο πορνογράφημα και λίγο πριν το έργο του Ντ.Χ. Λώρενς δικαστεί ως άσεμνο (με τα σάρκινα βλαστάρια του, τα υπόλοιπα ευφημιστικούλια του και την ακατανόητη διάλεκτο του Mellors), ο Εμπειρίκος κάθησε κι έγραψε ένα μυθιστόρημα όπου μια πλειάδα χαρακτήρων γαμιέται και διαβάζει για γαμήσια πάνω σε ένα πλοίο, τον Μεγάλο Ανατολικό, που πάει από Λίβερπουλ για Νέα Υόρκη. Πριν προχωρήσω: ακολουθώ εδώ την παραίνεση μιας περσόνας του συγγραφέα (κι ενός σχολίου στα ημερολόγιά του) να χρησιμοποιούμε λεξιλόγιο όπως 'γαμώ', 'μουνάκι' κτλ. για καθαρά απελευθερωτικούς λόγους. Βεβαίως είναι αλήθεια ότι οι ορθόδοξοι αριστεροί και οι αριστεροί ορθόδοξοι συνοφρυώνονται, και ενδεχομένως έχουνε και καλό λόγο. Αλλά δε βαριέσαι, ας ακούσουμε τον Εμπειρίκο μια φορά: peccemus fortiter ρε αδερφέ.

Τι είναι ο Μέγας Ανατολικός;
Έχοντας επιτέλους διαβάσει το ένα τρίτο του Μεγάλου Ανατολικού στην ανθολογημένη μορφή που μας παρουσίασε πρόσφατα ο Γιώργης Γιατρομανωλάκης: είναι πρωτίστως μυθιστόρημα. Βεβαίως δεν έχω ακόμα διαβάσει τα υπόλοιπα δύο τρίτα αλλά ο Γιατρομανωλάκης μάς καθησυχάζει ότι δεν υπάρχουν ανατροπές. Είναι ένα μυθιστόρημα το οποίο τελικά αποτελεί μια συμφωνικά ανεπτυγμένη μορφή του ποιήματος Στροφές Στροφάλων (εδώ σε λενοπλατωνίζουσα, με την καλή έννοια, μελοποίηση του kukuzelis).

Σε ένα πλοίο, σύμβολο του σεξ (χωρίς πλάκα) και ταυτόχρονα μικρόκοσμο ελευθεριότητας παρακολουθούμε τους πολλούς ήρωες (ανάμεσά τους ο Ιούλιος Βερν) στις ερωτοπραξίες τους, στα (συνήθως λαγνικά) διαβάσματά τους, να κοιτάζουν τα αστέρια με αγάπη λέγοντάς τα με τα ονόματά τους, να φιλοσοφούν για τον έρωτα και τη ζωή, να οραματίζονται μια ελευθέρια νέα τάξη πραγμάτων. Μα, θα μου πείτε, αυτό σαν τσόντα της δεκαετίας του 70 ακούγεται: μια υποτυπώδης πλοκή σε έναν περίκλειστο χώρο όπου βασιλεύει το σεξ όλων με όλους και με όλα κι όπου κάθε τόσο πέφτει και καμμιά αμπελοφιλοσοφική συζήτηση για ξεκάρφωμα.

Αυτή ήτανε κι η εικόνα μου για το βιβλίο προτού ξεκινήσω να το διαβάζω. Ωστόσο, μερικά κεφάλαια μετά, τέσσερα τουλάχιστον πράγματα γίνονται ξεκάθαρα:
Πρώτον, οι περιγραφές των γαμησιών είναι -- φυσικά -- εξαίσια δοσμένες, όμορφες, συναρπαστικές εξίσου με καυλωτικές (αν δεν έχετε καθαρευουσιάνικα ταμπού): μιλάμε για σοβαρή ερωτογραφία με χαρακτήρα, όχι για ερότικα της πλάκας ή για ιστοριούλες σεξ. Όπως θα περίμενε κανείς από έναν πολύ μεγάλο ποιητή.
Δεύτερον, ο τόνος του βιβλίου είναι έντονα κι απροκάλυπτα διδακτικός: ο ψυχαναλυτής Εμπειρίκος πασχίζει να διδάξει τους αναγνώστες του (και δια της επαναλήψεως) ότι ο έρωτας είναι θείο αγαθό, ότι η ερωτική ελευθεριότητα σώζει και διασώζει, ότι οι ηδονές είναι ό,τι ομορφότερο υπάρχει ανάμεσα στις ομορφιές, ότι ο έρωτας των σωμάτων είναι ο πορθητής των ταξικών και άλλων περιχαρακώσεων.
Τρίτον, ο συμβολισμός, η αλληγορία, και ένα όραμα ερωτοαπελευθερωτικό συνυπάρχουνε παντού και απροκάλυπτα με την αγάπη των βιβλίων και της ελευθερίας, και την αποδοχή σχεδόν όλων των ερωτικών προσανατολισμών, προτιμήσεων και συμπεριφορών. Λέω "σχεδόν" γιατί ο Εμπειρίκος αντιπαθεί την πορνεία (τη θεωρεί σύμπτωμα της σεξουαλικής καταπίεσης) και γιατί μέχρι στιγμής δεν έχω δει αντρική ομοφυλοφιλία (κι αν τελικά απουσιάζει εντελώς, ο Εμπειρίκος μπορεί να γίνει γι' αυτό αντικείμενο μομφής τόσο όσο ο Παπαϊωάννου που δεν έχει γυναίκες στο Δύο ή ο Μπαχ που παραγνωρίζει τις αρετές του Ισλάμ).
Τέταρτον, ο Μέγας Ανατολικός απολαμβάνεται σαν κείμενο όσο απολαμβάνεται και σαν αφήγημα (υποθέτοντας ότι ο αναγνώστης αρέσκεται να διαβάζει για λαγνουργίες).

Ο διδακτικός χαρακτήρας του Μεγάλου Ανατολικού είναι τόσο αναπεπταμένος, για να το πούμε εμπειρικικά, που πολλοί χαρακτήρες απλώς υμνούν τα κάλλη του έρωτα των άκρως αισθητών, επιβραδύνοντας την πλοκή. Το ίδιο το πλοίο είναι μια μεγάλη ερωτική ουτοπία (όπως την περιγράφει ο Γιατρομανωλάκης), μια προεικόνιση ενός ερωτικού επί γης παραδείσου. Όχι ότι ο Μέγας Ανατολικός είναι όλο πόθους και καύλα: ίσα ίσα είναι απολαυστικά αριστοτεχνικός και βαθιά ανθρώπινος ο τρόπος που διαγράφονται ολοκληρωμένοι χαρακτήρες με νοσταλγίες, σαράκια και τραύματα κρυμμένα, ευαισθησίες κ.ο.κ. Όπως και στους έρωτες εκτός χαρτιού.

Μετά τον Μεγάλο Ανατολικό
 Ο διδακτισμός και ερωτικός ουτοπισμός, το ερωτικοαπελευθερωτικό πρόγραμμα αυτού του μεγάλου συμφωνικού έργου είναι τελικά και η αδυναμία του: καύλα και γαμήσι άνευ όρίων και άνευ όρων δεν μπορεί να υπάρξει και η καθολικώς απελευθερωτική λειτουργία του δεν είναι καθόλου δεδομένη. Το έργο, γραμμένο από το 1945 μέχρι το 1970, προοιμιάζει τα σίξτιζ, τα ξεπερνάει κατά πολύ και μας αφήνει αμήχανους.

Ωστόσο, ερωτογραφικά ο Μέγας Ανατολικός είναι απλώς αριστουργημα. Η ερωτογραφία είναι ντιπ για ντιπ χαντακωμένο είδος στα ελληνικά (με εξαίρεση την εξόχως λόγια κι αυστηρώς ομοερωτική ερωτογραφική υπερπαραγωγή αυτού του καλού μου φίλου, αν και προς το παρόν περιορισμένη στο διαδίκτυο). Δεν μπορώ να σκεφτώ έναν ερωτογράφο στα ελληνικά που να γράφει όχι τόσο εράσμια και ζουμερά όσο ο Εμπειρίκος αλλά που να ερωτογραφεί απλώς ρε αδερφέ. Από τον καιρό του ίντερνετ κυκλοφόρησαν διάφορα ψιλά αλλά α) είναι συνήθως άτεχνα β) είναι σεμνότυφα και πολύ της χρηστομάθειας (στο πνεύμα του "τι γύρευα εγώ ο λαρισαίος στην Ύδρα κτλ.") γ) είναι λιγουλάκι γκρανγκινιόλ. Οι δε ερωτικές σκηνές ελληνικών μυθιστορημάτων, ε, τι να λέμε... μία θυμάμαι μόνο.

Μια πολύτιμη υποθήκη του Μεγάλου Ανατολικού είναι να μην πάψουμε να μιλάμε για τον έρωτα με τους όρους του, τους όρους που ξέρουμε από έφηβοι και μας μιλάνε, κι όχι τα μπεμπεκίστικα του Κοσμοπόλιταν και τους γυναικολογίστικους τεχνικούς όρους. Να επαναοικειοποιηθούμε την ορολογία που έχει αφεθεί να τη διαφεντεύει η πορνογραφία και το μπουρδέλο. Να ξαναμιλήσουμε για αυτό που έχουμε (σχεδόν) συνέχεια στον νου μας. Και στη λογοτεχνία και στη ζωή, μεταξύ μας σα ζευγάρια και σαν ενήλικες πολίτες και πνευματικά όντα.

Μια δεύτερη υποθήκη: καλή και άγια η ερωτογραφία του Εμπειρίκου αλλά αρσενική, πολύ αρσενική. Και ως οπτική γωνία και ως εστίαση -- αν και οι γυναίκες του Μεγάλου Ανατολικού είναι βγαλμένες από τη ζωή, απλώς στην εποχή μας, της ερωτικής αλαλίας, είναι συνήθως μουγκαμένες. Καιρός λοιπόν είναι επιτέλους να δούμε και γυναικεία ερωτογραφία στη γλώσσα μας.

Μια τρίτη υποθήκη: δεν υπάρχουνε πράγματα που δεν μπορούμε να συζητήσουμε. Όπως συζητάμε, ποιος ξέρει για πόσο ακόμα, εργασιακές συνθήκες και εργασιακά δικαιώματα όχι γιατί ζηλεύουμε τον αφέντη αλλά γιατί αυτό είναι πολιτική, έτσι πρέπει να συζητάμε τα κορμιά μας και τα λάγνα έργα τους όχι γιατί μας έχει κόψει η καύλα τα γόνατα και γιατί είμαστε λιγούρια και μπακούρια και αγάμητες, παρά γιατί πρέπει να συζητιούνται και αυτά στη δημόσια σφαίρα. Ιδανικά, χωρίς να προηγούνται ντισκλέιμερ σαν αυτό που προλογίζει αυτη την ανάρτηση, να πω κι εγώ, για λίγο αφημένος στη δική μου ουτοπία.

Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2012

Το γαμώτο και το σούσι

Πολλοί περίμεναν πολλά από την κρίση. Το πνεύμα του "ε ρε Κατοχή / Χούντα που μας χρειάζεται" (του μόνου οράματος, μεσσιανικού ή άλλου, που είχε να μας πουλήσει ποτέ η Δεξιά στην Ελλάδα) ξαναζούσε. Περίμεναν ευκαιρίες, τυφλωμένοι από το μίζερο φως μιας ψευδοκαλβινιστικής επιφάνειας πίστευαν ότι θα φτωχύνουμε κι έτσι θα αλλάξουμε. Για να πω την αλήθεια, μέχρι κι εγώ ήθελα να φτωχύνουν όσοι πλούτισαν παράνομα, μέσω του καθεστωτικού συνδικαλισμού των λίγων και από τη διαφθορά. Φυσικά αυτοί είναι οι μόνοι που, προς το παρόν, δεν έχουν πάθει τίποτα, ίσα ίσα βρίσκουν ευκολότερα να κάνουν κράτηση στα αγαπημένα τους μαγαζιά στου Ψυρρή κι αλλού.

Μετά ξέσπασε ο χαμός: ήδη από τη συνοπτική (παράτυπη δηλαδή) έγκριση του πρώτου Μνημονίου είδαμε ότι η δημοκρατία και οι θεσμοί περισσεύουν και περιττεύουν. Όταν άρχισαν τα εισπρακτικά μέτρα εις βάρος όσων δεν έχουν (με την επακόλουθη άλωση του μικροεμπορίου, την ανεργία, τη φτώχεια, τη νομιμοποίηση της εργοδοτικής ασυδοσίας) είδαμε ότι η ανάπτυξη ήτανε πρόσχημα, πρόσχημα τόσο ασθενές όσο να λες λ.χ. το ότι προσπαθείς να το σιχαθείς το ρημάδι και γι' αυτό κατεβάζεις δυόμισυ μπουκάλια τζώνυ-που-πορπατάει στην καθησιά σου. Με την εξεγερτική ή αγανακτισμένη (ή και τα δύο) φόρα του 2011, ιδίως μετά την απίστευτης βαρβαρότητας κατασταλτική μανία της 29ης Ιουνίου, διαφάνηκε ότι το πολιτικό οικοδόμημα αποσυντίθεται: οι άνθρωποι, οι μουτσούνες, οι μανιέρες, οι σχέσεις που μάθαμε να λέμε διαπλοκής, τα ίδια τα κόμματα σούπερ-μάρκετ που εναλλάσσονται στην εξουσία. Δε μιλάμε για κατάρρευση, θεαματικές πτώσεις μπάζων, μιλάμε για σταδιακό ροκάνισμα και ξεχαρβάλωμα. Το έβλεπες στα μούτρα των ανθρώπων του συστήματος όλο το καλοκαίρι. Φάνηκε στην οπερέτα επαφών που οδήγησε στην κυβέρνηση Τραπεζίτη.

Ένας μικρός πόλεμος: πόσους αυτόχειρες μετράμε σήμερα; πόσοι θα αρρωστήσουν και θα πεθάνουν από τον συνδυασμό κρύου, ελλιπούς θέρμανσης και ενός συστήματος υγείας όπως είναι; Αλλά και μια ελπίδα: θα ξεπουληθεί ο τόπος, θα πεινάσει κόσμος αλλά θα πάνε κι αυτοί που μας έφεραν ως εδώ στα σπίτια τους (κατά προτίμηση σε αυτά που διατηρούν εις Παρισίους ή αλλαχού). Κι όμως τι βλέπουμε; Βλέπουμε ότι δεν εγκαταλείπουν εύκολα τη μάχη οι πολιτικοί μας. Βλέπουμε, ακόμα χειρότερα, ότι το σύστημα αναδιπλώθηκε και τώρα ανασυντάσσεται, σαν ιός που μεταλλάσσεται, σαν το Μποργκ στα σταρτρέκια που αφομοιώνει ό,τι βρει και συνεχίζει παμφάγο. Ετοιμάζονται για μετά τις εκλογές, για το πώς θα διατηρηθεί το status quo. Για το πώς θα βρεθούν στη συμπολίτευση. Για το πώς θα ελαχιστοποιηθούν οι ζημιές. Οι κομματικοί μηχανισμοί, αυτονομημένα κλειστά συστήματα, ανασυντάσσονται. Τα ΜΜΕ σπεύδουν αρωγοί, παραδίδοντας μαθήματα συμμόρφωσης και υποτέλειας σε συνέχειες. Κι αυτό είναι το γαμώτο. Χανόμαστε (κάποιοι από εμάς κανονικά, μακαρία η οδός εν η πορεύη σήμερον) αλλά θα έλιωνε αυτό το σάπιο πράμα που ζητούσε την ψήφο μας κάθε τέσσερα, τριάμισυ, χρόνια. Κι όμως, ούτε αυτό: όλα θα γίνουν οπως πριν, πολιτικώς μιλώντας. Εμείς απλώς θα εξαθλιωθούμε. Αλλά εντάξει: και έτσι θα λειτουργήσουνε τα κόμματα, για τη δημοκρατία, ποιος ξέρει τώρα, ρε αδερφέ...

Στο μεταξύ πολλοί από εμάς περπατάμε στους δρόμους, της Αθήνας και της Σαλονίκης κυρίως, και προσπαθούμε να διαγνώσουμε τη διάθεση του κόσμου, το αίσθημα. Λέμε ότι ο κόσμος κουράστηκε να τρώει ξύλο τζάμπα. Κι όμως, κάτι έχει αλλάξει εδώ. Στην Ελλάδα δεν υπήρχε παράδοση αποδοκιμασίας του αρχηγού του κράτους, ούτε καν των μισητότερων εκπροσώπων της Δυναστείας (και δεν ήτανε μόνον ο φόβος του τσουβαλιάσματος στην Ασφάλεια). Δείτε τι έγινε την 28η Οκτωβρίου και τα Φώτα. Τι έχει αλλάξει; Για πρώτη φορά από ιδρύσεώς του, το ελληνικό κράτος δεν επιτίθεται εναντίον των μισών ή του ενός τρίτου των πολιτών του. Για πρώτη φορά ορμάει να αφανίσει το φαντασιακό ή πραγματικό 90% των μικροαστών-μικρομεσαίων-αγροτών. Για πρώτη φορά όλοι οι συνταξιούχοι (σε μια χώρα γερόντων και σε μια χώρα, που όπως είχε πει κι ο Ξυδάκης, η αγορά κινείται από τον παππού και τη γιαγιά) χάνουν ικανό κλάσμα του εισοδήματός τους. Για πρώτη φορά (μετά το 1941-44) ο λεγόμενος μέσος Έλληνας ανησυχεί πραγματικά για την επιβίωσή του κ.ο.κ.

Έτσι, νομίζω ότι τελικά η ανασύνταξη του πολιτικού συστήματος θα στραφεί εναντίον του γιατί ο κόσμος (δείτε, δε λέω "ο λαός") θα μπορεί ξεκάθαρα να ταυτίσει τον εχθρό με αυτό. Ένα σύστημα κλειστό, που δεν τον αντιπροσωπεύει ούτε καν συμβατικά (π.χ. με βουλή που προέκυψε πάλαι και υπό διαστημικά διαφορετικές συνθήκες), εύκολα γίνεται αντιληπτό ως η άρχουσα τάξη και μόνο.

Και σε συμβολικό ή άλλο επίπεδο, όταν τελειώσει το παντεσπάνι, ξέρετε πάνω σε τι δουλεύει ο μπαλτάς του σούσι.

Η φωτογραφία είναι του Thomas Hoepker.

Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2012

Μετά τον συναισθηματισμό

Βγαίνοντας στον πεζόδρομο είδα τρεις πιτσιρικάδες γυρω στα δέκα να παίζουν έξω από μια ταβέρνα. Ο ένας παρίστανε τον ζητιάνο: είχε κατεβάσει την κουκούλα, καθόταν με τα πόδια μαζεμένα στο στήθος, λικνιζόταν ρυθμικά με τον τρόπο που η επαιτεία εξυπακούει την ψυχική νόσο και με φωνή κλαψερή επαναλάμβανε μηκυθμούς και τις γνωστές και αναμενόμενες ικεσίες. Αφού βεβαιώθηκα ότι παίζουν (μάλιστα ένας ενήλικος, γονιός ίσως, βγήκε από την ταβέρνα και έδωσε και ένα ευρώ στον μικρό χαμογελώντας) ένιωσα ζαλάδα. Να μια εικόνα του μέλλοντός μας, να μια χαρακτηριστική στιγμή της Ελλάδας της κρίσης, να κάτι για το οποίο πρέπει να γράψει κανείς.

Το σκέφτηκα κανα τέταρτο. Μετά συνειδητοποίησα πόσο χαζοβιόλικη είναι η αντίδρασή μου, πόσο πλανερή είναι η όλη συλλογιστική: τι δηλαδή κι αν κάποιο παιδί παίζει τον ζητιάνο; Αν έπαιζε τον Πλούταρχο θα μίλαγε κανείς για την κοινωνία του θεάματος. Αν έπαιζε πόλεμο για τον φιλειρηνισμό. Αν έπαιζε τον Ζαχαράτο ότι μάς έχουν κατακλύσει οι πούστηδες και η παρενδυσία. Και πάει λέγοντας. Ένα παιδί πρόσεξε κάτι και αποφάσισε να το αναπαραστήσει παίζοντας. Τα παιδιά δεν είναι επεισόδια στη ζωή του κάθε Γκαουτάμα της πλάκας, για να τα προσέξει ο  τρυφερός Ινδός πρίγκηψ και να μάθει για τον βίο και τον κόσμο. Τα παιδιά παίζουν με ό,τι βρίσκουν γύρω τους. Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε ότι παίζουν: κι εγώ μικρός έχτιζα μνημειώδεις κατασκευές με λέγκο (μέχρι που μου τέλειωναν τα λέγκο) όμως, αλί μου, δεν έγινα Babis Vovos, έγινα Ptoho Sraosha.

Πίσω από την αντίληψη πως ό,τι βλέπουμε γύρω μας είναι επεισόδια σκηνοθετημένα καρμικώς για να τα δούμε εμείς οι Γκαουτάμες και να πάρουμε έναυσμα να διαλογιστούμε, να διδάξουμε και να φωτισθούμε βρίσκεται η παιδική ασθένεια των μπλογκ, η γεροντική ασθένεια των χρονογραφημάτων, η μερική αναπηρία της ελληνικής ειδησεογραφίας και η συγγενής ανίατη (;) καρδιοπάθεια της ελληνικής πεζογραφίας: ο συναισθηματισμός.

Ο συναισθηματισμός, και μάλιστα ο ανεξέταστος περιπτωσιολογικός συναισθηματισμός, θολώνει την αντίληψη του κόσμου και της κοινωνίας, ιδίως όταν τον παντρεύουμε με κάποιο αξιολογικό συμπέρασμα. Επιστρέφω στο παράδειγμα με το παιδάκι που έπαιζε τον ζητιάνο. Τι θα έπρεπε να παίζει για να κάνουμε μια θετική αξιολόγηση; Ίσως τον ευσυνείδητο υπάλληλο. Ακόμα και αν δεν εξετάσουμε το γεγονός ότι, επαναλαμβάνω, το παιδί παίζει, ήδη θα έπρεπε να αισθανόμαστε πώς μ' αυτά και μ' αυτά βουλιάζουμε στη μελάσα ενός συναισθηματισμού συνθηματολογικού όσο και ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός. Και για να εξηγηθώ: ότι η Σταδίου (η Σταδίου, όχι η είσοδος της εκκλησίας του Εσταυρωμένου το Ψυχοσάββατο) είναι γεμάτη ζητιάνους, κάποιοι από τους οποίους είναι ξεθαρρεμένοι επαγγελματίες και κάποιοι εξαθλιωμένοι πρώην εργαζόμενοι, είναι ζήτημα να προβληματιστεί κανείς. Ότι μάθαμε φέτος (άλλες χρονιές δεν υπήρχαν; πολύ αμφιβάλλω) για παιδάκια που τους έκλεψαν τα λεφτά από τα κάλαντα είναι ζήτημα να προβληματιστεί κανείς. Αν ένας από τους συλληφθέντες καλαντοκλέφτες ήταν Έλληνας (άνεργος μνημονιόπληκτος), Πακιστανός (πεινασμένος λαθρομετανάστης) ή Αλβανός (συμμορίτης με καλάσνικοφ σε άδεια) δεν προσφέρεται για τίποτε άλλο παρά για περιπτωσιολογία και συναισθηματικό χρονογραφισμό.

Κι αυτά τα λέω γιατί το πού θα πάει η δράση μας και ο πολιτικός αγώνας μας να επιβιώσουμε διαμορφώνεται από το τι διαβάζουμε και το τι βλέπουμε, και μάλιστα σε μια χώρα όπου τα δελτία ειδήσεων είναι μαθήματα υποτέλειας σε συνέχειες, Λινγκουαφόν και έτσι. Και όσοι παραπονιόμαστε για την αφέλεια των πολιτικών αγώνων των πολλών (λ.χ. των Αγανακτισμένων της Πλατείας Συντάγματος) καλά θα είναι να σκεφτούμε τι διαβάζουν αυτοί οι άνθρωποι και -- πριν από όλα -- να σκεφτούμε τι γράφουμε. Κι εγώ μέσα.

Μιλώντας για αιτήματα, για πολιτική και για Αγανακτισμένους, κι έχοντας κατά νου (και τις δικές μου τότε) αντιρρήσεις για τον Δεκέμβρη του 2008, παραπέμπω σε αυτό και αντιγράφω ένα σχόλιο της Μ. Φώτου από το φέισμπουκ σχετικά με αυτό, γιατί είναι κρίμα να μείνει εκεί:
τσάρλαταν, ξετσάρλαταν ο ζίζεκ, αυτό το κομμάτι που επαναλαμβάνει συνεχώς τους τελευταίους μήνες είναι εξαιρετικά εύστοχο, όχι μόνο για τα κινήματα διαμαρτυρίας: «Μα τι θέλετε;» τους ρωτάµε. «Ποια είναι τα συγκεκριµένα αιτήµατά σας;». Αυτό είναι το αρχέτυπο ερώτηµα που θέτει ένας άνδρας αφεντικό σε µια υστερική γυναίκα, µια σκηνή από ηµέρες που έχουν παρέλθει: «Ολο γκρίνια και παράπονα είσαι – ξέρεις τι θες πραγµατικά;». Μια τέτοια ερώτηση στοχεύει ακριβώς στον αποκλεισµό της αληθινής απάντησης. Στην ουσία λέει «Πες το µε τους δικούς µου όρους ή βούλωσέ το!». Είναι ένα ερώτηµα που, στην πραγµατικότητα, αποτρέπει τη διαδικασία της µετάφρασης µιας ατελούς διαµαρτυρίας σε συγκεκριµένο σχέδιο. 
 Κλείνοντας, και επιστρέφοντας στον συναισθηματισμό ως αφορμή για δράση (και των χρυσαυγιτών, έτσι; έχουμε και ακροδεξιούς ακτιβιστές πια) και ως απόηχος της εκπομπής στο Radiobubble:

Νίκο Ξυδάκη, ο Τόμας Τζέφερσον δεν ήταν πουριτανός. Ούτε κυριολεκτικά (τρελός γκομενάκιας ο σχωρεμένος) ούτε ακυρολεκτικά (πολιτικώς δηλαδή): διαφωτιστής ήταν. Πολιτικά πουριτανούς άντε να πεις τους Κουάκερους (...). Και για να το χοντρύνω και λίγο, ό,τι κοινωνική πρόοδος έχει συντελεστεί τους τελευταίους δυόμισυ αιώνες, έχει συντελεστεί μετά από διάλογο με τον Διαφωτισμό. Όσοι τον εναγκαλίστηκαν τυφλά, έφεραν γκιλοτίνες. Όσοι τον αρνήθηκαν και τον απέρριψαν a priori (ίσως επειδή έψαχναν πάθος και συναίσθημα στον δημόσιο βίο και όχι στις ανθρώπινες σχέσεις, που θα έλεγε (;) κι ο Μαρκούζε ή ο Ράιχ), διέπραξαν πολλά και φρικτότερα, μεταξύ των οποίων και όσα ο Νόμος του Γκόντουιν δε μου επιτρέπει να ονομάσω...

Επιστρέφω στη δουλειά γιατί ο κόκορας δεν αντέχει άλλο το φορτίο.

Ο ταμίας των ανέμων


ακόμα ένα σκόρπιο ποστ

Η Οδύσσεια έχει υπάρξει διακείμενο ξανά και ξανά, σε σημείο που ο Μπόρχες θεωρεί τη βασική πλοκή της ως μια από τις θεμελιώδεις ιστορίες της ανθρωπότητας (ως "η επιστροφή", οι άλλες είναι ο θεός που πεθαίνει, αν θυμάμαι καλά, και η αναζήτηση). Ωστόσο υπάρχουν τρία επεισόδιά της που δεν έχουνε τη φήμη και τη διάδοση λ.χ. της Σκύλλας και της Χάρυβδης, των Λωτοφάγων, των Σειρήνων, της Καλυψώς (τι γυναίκα κι αυτή!), της Κίρκης, ή του Κύκλωπα: οι Κίκονες (έλα ντε), οι Λαιστρυγόνες (που ζούνε, λέει, στην Τηλέπυλο και αρχηγός τους είναι ο Αντιφάτης -- για σκέψου!) και ο Αίολος.

Ο Αίολος δεν είναι θεός, είναι ο ταμίας των ανέμων. Την πρώτη φορά που το κατάλαβα, στην Α' Γυμνασίου, παραμυθιάστηκα. Τι λες τώρα. Και να μην μπούμε στα οικογενειακά του, αφήστε. Τέλος πάντων, δουλειά του Αιόλου είναι να ρυθμίζει την κυκλοφορία των ανέμων -- τα υπόλοιπα είναι γνωστά. Σκεφτόμουν τότε ονειροπολώντας τη φάση να είσαι σε μια βάρκα και να έχεις ένα ασκί μέσα στο οποίο είναι φυλακισμένοι όλοι οι άνεμοι, όλοι εκτός από τον Ζέφυρο: ο Ζέφυρος εδώ και 29 αιώνες φέρνει τους ξενιτεμένους στην Ελλάδα, μόνον εμένα με σπρώχνει μακριά της εδώ και δέκα χρόνια.

Σκεφτόμουνα λοιπόν εκεί στην Α' Γυμνασίου τι περίεργη αίσθηση να κρατάς ένα ασκί γεμάτο ανέμους, τη μέθη να έχεις φυλακισμένο κάτι τόσο δυναμικό μέσα σε έναν στενό χώρο. Μετά μεγάλωσα, οι άνθρωποι άρχισαν σιγά σιγά να μου εκμυστηρεύονται τα μυστικά τους, τα μυστικά γίνονταν όλο και πιο δύσκολα, όλο και πιο πολύπλοκα, όλο και πιο σφοδρά και καμμιά φορά θυελλώδη. Η περίεργη αίσθηση και η μέθη μεταφράστηκαν σε ευθύνη. Μετά από κάποια λάθη, εκεί όταν ήμουν δεκαεφτά και άφησα ένα λάθος μυστικό έξω από το ασκί, έμαθα να είμαι άξιος (μακάρι) ταμίας των ανέμων, των μυστικών φίλων ή απλών γνωστών (το ρεκόρ μου είναι δεκαπέντε λεπτά από τη γνωριμία μέχρι την εκμυστήρευση, αλλά ήμουν εικοσάρης τότε). Και επειδή πρέπει να διδασκόμαστε από τα ομηρικά έπη, ως Έλληνες και ως δυτικοί άνθρωποι, κρατάω γερά το σκοινί του ασκού.

Εδώ και χρόνια λοιπόν ακούω μυστικά ανθρώπων. Και όσοι έχουν ακούσει μυστικά ξέρουν ότι η ουσία του μυστικού δε βρίσκεται στο γεγονός ή στην πράξη ή στη διάθεση αλλά στη στάση που τηρεί αυτός που εκμυστηρεύεται απέναντι σε όσα λέει. Εκεί είναι το μυστικό, όχι (μόνο) στα καθέκαστα.

Εδώ και χρόνια λοιπόν υπάρχει μία στάση που επανέρχεται σχεδόν συστηματικά. Μιλώντας κάποιος ή κάποια για του ταίρι του ή το ταίρι της, διακρίνω μία διάθεση κτητική. Καλά, κάτι μάς είπες, τζάμπα ο Αίολος. Όμως όταν λέω "κτητική", εννοώ κάτι χειρότερο: εννοώ ιδιοκτησιακή. Μου μιλάνε για τα ταίρια τους και νομίζεις ότι μου μιλάνε για το ρολόι τους ή -- με περισσότερη ακρίβεια -- για κάποιο κτήμα τους που ενδέχεται να τους το φάει η πολεοδομία ή ο γείτονας. Και δε μιλάω σε επίπεδο ορολογίας, μιλάω σε επίπεδο ουσίας.

Ναι, εντάξει: κανείς δε θέλει να χάσει το ταίρι του, εκτός φυσικά και αν θέλει να το χάσει. Κανείς δε θέλει να μείνει μόνος (εκτός, βεβαίως, και αν το επιδιώκει). Υπάρχουνε πολλές παράμετροι που ορίζουνε μια σχέση: τα αδήριτα χρονοδιαγράμματα του γυναικείου σώματος, η ανάγκη μιας μίνιμουμ υλικής εξασφάλισης, η ανθρώπινη καρδούλα που ματώνει εύκολα ή αναπτύσσει σκληρό καύκαλο για να γίνει αδιαπέρατη (ώσπου, καμμιά φορά, αποξηραίνεται μέχρι μέσα και ψοφάει), η ανάγκη της μονογαμίας και η ανάγκη της πολυγαμίας, οι αποστάσεις (γεωγραφικές ή κοινωνικές), το τέρας της πατριαρχίας και το μορμολύκειο του μητρικού ευνουχισμού. Όλα αυτά είναι ανθρώπινα. Δε ζούμε στον Μεγάλο Ανατολικό (για τον οποίο θα γράψω άλλη φορά), ζούμε στον πραγματικό κόσμο.

Όμως. τα παραπάνω καθόλου δε δικαιολογούν το πώς ακούω να λειτουργούνε τα ζευγάρια: η αγάπη, ο έρωτας, η συντροφικότητα, η ανάγκη για οικογένεια, η εξασφάλιση, η απέχθεια της μοναξιάς (τη βλέπετε τη φθίνουσα, ε;) φαίνεται σε πολλές περιπτώσεις να έχουν υποκατασταθεί από ιδιοκτησιακή αντιληψη του άλλου μέσα στο ζευγάρι: ο άλλος μου ανήκει. Επιπλέον, οι σχέσεις πολλές φορές μου δίνουνε την αίσθηση ενός κρύου μεταπρατικού do ut des, μιας ξεκάθαρης και ξεδιάντροπης αλλαξοκωλιάς σε κάθε επίπεδο της σχέσης.

Ακούω π.χ. να μου λένε για εξόδους ή τραπέζια στους γονείς του Χ που θα εξαργυρωθούν ακριβοδίκαια με εξόδους ή τραπέζια στους γονείς του Ψ (όπου Χ και Ψ ζευγάρι). Ξανά και ξανά ακούω για ταίρια που βρίσκονται σε ασφυκτική προσκόλληση ο ένας με τον άλλο, όχι την προσκόλληση του πάθους, αλλά του φόβου μην ξεμυτίσει ο άλλος -- και όταν λέω 'ξεμυτίσει' δεν εννοώ κάποια παράλληλη σχέση ή έστω αρπαχτή, παρά τη δυνατότητα να έχει ο Χ κοινωνική ζωή από την οποία θα απουσιάζει ο Ψ. Έχω βαρεθεί να ακούω για ζευγάρια που τα κάνουν όλα μαζί (από διακοπές και ψώνια μέχρι να δούνε τηλεόραση και να πάνε για πεζοπορία), παρότι συνήθως βαριούνται φρικτά. Ακόμα χειρότερα από όλα: η δόλια και συστηματική αστυνόμευση της ζωής του άλλου φαίνεται να είναι πια η νόρμα: ανακρίσεις και σκηνές, να ψάχνεις σημειώσεις, ιμέιλ, κινητά, να σηκώνεις το τηλέφωνό του ή το τηλέφωνό της, να κατασκοπεύεις συνομιλίες -- πράγματα που ανήκαν ή θα έπρεπε να ανήκουν στη σφαίρα του ιδεοψυχαναγκασμού ή της χονδροειδέστερης απρέπειας ή, έστω, να είναι στιγμή αδυναμίας.

Δεν ξέρω δυστυχώς από ψυχανάλυση για να μπορέσω να ερμηνεύσω τέτοιες συμπεριφορές ή (πολύ περισσότερο) να βοηθήσω όσους τις παρουσιάζουν. Απλώς βουίζουν αυτά μέσα στον ασκό μου και με ενοχλούν.

Και ναι, ξέρω ότι οι ανθρώπινες καρδούλες εύκολα ματώνουν. Ξέρω ότι όλοι μισούμε το 'ποτέ ξανά' και αγωνιζόμαστε για το 'πάντοτε' (μάταια, κάποιου είδους τέλος θα μας βρει). Ξέρω ότι είμαστε εύθραυστοι και λυγίζουμε και σπάμε. Ξέρω ότι πάνω στην τρέλα θα πονέσεις και θα προσβάλεις τον άλλο ή θα ψάξεις τα μηνύματά του. Ξέρω πως έξω από τον χορό πολλά τραγούδια λέμε. Αυτό που με αποκαρδιώνει είναι ότι, πέραν από τη βία της πατριαρχίας πάνω στις γυναίκες, έχουμε πια και κάτι άλλο να μας αλλοτριώνει σε κάθε είδους ζευγαρική σχέση: έχουμε γίνει εξουσιαστές όλοι, έχουμε γίνει ιδιοκτήτες, έχουμε αντικαταστήσει τη ζήλεια και την αγωνία κάθε σχέσης με την απονιά και τη διάθεση να έχουμε τον άλλο για κτήμα μας. Η διακριτικότητα είναι κουταμάρα και ο σεβασμός στον άλλο (τον άλλο με τον οποίο μοιραζόμαστε το κρεβάτι μας και μέρος, μεγάλο ή μικρό, της ζωής μας) η ευκαιρία που ψάχνει, λέει, να μας εγκαταλείψει. Νομίζουμε ότι φυλακίζοντας τον άλλο θα τον έχουμε για πάντα. Αλλά είναι χιλιοτριμμένο το θεματάκι του πόσο μάταιο είναι και αυτό.

Τρίτη, 3 Ιανουαρίου 2012

Περσινά νέα

Η εκπομπή του Βυτίου όπου ήταν προσκεκλημένοι η Niemandsrose, ο Ν. Ξυδάκης κι εγώ.

Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2012

in the juvescence of the year

Η Πρωτοχρονιά είναι η αγαπημένη μου γιορτή. Καιρός τζάμπα ελπίδας, αναμέτρηση με ένα όριο, καιρός απολογισμού, ψευδαίσθηση ότι με τον παλιό τον χρόνο θα φύγει και ό,τι σκαιό έφερε εκείνος μαζί του. Μου αρέσει και γιατί από την Πρωτοχρονιά απουσιάζει κάθε υποψία ακυρωμένου πνευματικού νοήματος, κάθε αναπροσαρμοσμένος ή απονευρωμένος θρησκευτικός συμβολισμός (όπως κάτι φαιδρά του στυλ "γέννηση της ελπίδας" και "ανάσταση της φύσης"), κάθε πρόφαση ότι αποτελεί αφορμή να κάνουμε καλό ή να γίνουμε καλοί. Γιορτή για όλους, χωρίς σύντομες παρουσίες στην εκκλησία, χωρίς καμπάνες άνευ αντικρύσματος. Καθαρή γιορτή, ταπεινή και λαμπρή: οικογενειακή σύναξη και ηδονισμός, τζόγος και βασιλόπιτες, ατέλειωτο ξενύχτι. Ευχές και χαρά, μελαγχολία και μνήμη θανάτου.

Presenteat eas in lucem sanctam
Πήγα στο Παγκράτι να βρω έναν φίλο με τον οποίο είχα να μιλήσω έξι χρόνια. Είχα μάθει νωρίτερα εκείνη τη μέρα το μαντάτο για τη Λουκία Ρικάκη, με βάρυνε. Με βάρυνε πολύ. Δε θα συνοψίσω υπερφίαλα τη ζωή της ή τη γνωριμία μας σε μια κομψή γενίκευση ή με κάποιον αποφθεγματικό ακκισμό. Θα πω ότι ξεκίνησα από το σπίτι νωρίτερα και περιπλανήθηκα στο Μετς και στο Παγκράτι προτού καταλήξω στην Πλατεία Προσκόπων όπου θα συναντούσα τον φίλο μου. Θα πω ότι ανηφορίζοντας κάποιον δρόμο με αρχαίο όνομα συνειδητοποίησα -- και μόνον τότε -- ότι τριγύριζα κοντά στο σπίτι της ή στο στούντιό της (δε θυμάμαι πού ήτανε ποιο, στο δεύτερο είχαμε πάει με τη μηχανή από τον Λέντζο για να μου δείξει το αμοντάριστο "Τα παιδιά της χορωδίας"). Το τζι-πι-ές επιβεβαίωσε την υποψία μου. Θα πω επίσης ότι μακάρισα όσους δημιουργούν ομορφιά. Όχι γιατί όταν χάνονται χάνεται κάτι λιγότερο από ό,τι ανυπολόγιστο χάνεται με τον θάνατο κάθε ανθρώπου, παρά γιατί αφήνουν λαμπρά ίχνη πίσω τους σαν το σέλας. Στην περίπτωση της Λουκίας, εικαστικά απαράμιλλες ταινίες μυθοπλασίας και ντοκυμαντέρ μοναδικής ανθρωπιάς κι ευαισθησίας φτιαγμένα με ισορροπία και νηφαλιότητα -- για να αναφέρω μόνο δύο ίχνη που εγώ με τα φτωχά μου αισθητήρια αντιλήφθηκα. Και εν πάση περιπτώσει, πόσο πιο μουντή θα ήταν η ζωή μου αν δεν είχα αντικρύσει τα λαμπρά ίχνη, το σέλας, κάποιου Χ. Βακαλόπουλου, κάποιου Ν. Άσιμου, κάποιου Σ. Κολάρ. Και τ' αθάνατα ειν' αυτά, κι οι κοσμοπλάστες.

Φωτιές, ωραίες φωτιές
Δεν είμαι φίλος των πυροτεχνημάτων. Φέτος όμως, στο μπαλκόνι του πατρικού που βλέπει μισό Λυκαβηττό (το δικό μου βλέπει μισή Ακρόπολη -- οι περιορισμοί του ρίαλ εστέιτ) συγκινήθηκα. Κοίταξα κατά μήκος του δρόμου τον κόσμο που είχε βγει στα μπαλκόνια να τα χαζέψει. Η τελευταία φορά που μου είχε ξανασυμβεί αυτό ήταν την 1η 1ου 2000, όταν (πιστεύαμε ότι) ένας ωραίος νέος κόσμος γεννιόταν. Φέτος την Πρωτοχρονιά δεν είχαμε τέτοιες ψευδαισθήσεις, συναγμένη γύρω από τη φωτιά που άνθιζε προς τους ουρανούς μια ολόκληρη πόλη μετεωριζόταν μεταξύ ρεμβασμού και ανησυχίας, αγωνίας και μελαγχολίας. Με λιγότερα λεφτά και, μοιραία, με λιγότερο χρόνο και με λιγότερο κάτι να προσφέρεις στους άλλους. Μετά το γύρισμα οι δρόμοι ήταν άδειοι, πουθενά τα ασφυκτικά μποτιλιαρίσματα άλλων ετών. Οι ασκητικοί τύποι, ιδίως αυτοί που τον ασκητισμό και την πειθαρχία τα σπουδάζουνε στις πλάτες των άλλων, θα επιχαίρουν ακόμα, υποθέτω: αποθανέτω η ψυχή του οκνού δημοσίου υπαλλήλου μετά πολλών συνταξιούχων, ας καούν χιλιάδες χλωρά δωράκια παιδιών με κάθε ξερή καγιέν ασυδοσίας. Στο γύρισμα του χρόνου, οι ίδιες σκέψεις; Όχι ρε, δε θα μας κόψετε το πέταγμα. Κι ας είναι πιο σύντομο, κι ας είναι κάποτε λίγο πιο χαμηλά.

Η ώρα και ο καιρός
Τις Μεγάλες Παρασκευές έχω πάντα να τις θυμάμαι μουντές και κατασυννέφιασμενες, με τη διάθεση του παρακάτω σεφερικού:

Η χώρα του αχωρήτου

Πέφτουν ολοένα σήμερα νομίσματα πάνω στην πολιτεία
ανάμεσα σε κάθε κόμπο σα μια σταλαματιά στο χώμα
ανοίγει μια καινούργια χώρα: ήρθε η στιγμή, σηκώστε με.
Κάτι ραντεβού καλοκαιρινά έχω πάντα να τα θυμάμαι σε μέρες με αεράκι, μέσα σε δροσιά κι ευδία.

Και τα πρωτοχρονιάτικα μεσημέρια; Παραδόξως, πάντα στην Αθήνα. Με φως χαμηλό και λοξό, μέσα σε λαμπερή χειμωνιάτικη διαύγεια. Κάπως έτσι και έτσι.

2012
Μην περιμένετε τσουνάμια και μετεωρίτες για να τελειώσει ο κόσμος στη χοντρική. Ο κόσμος τελειώνει λιανικώς κι επανειλημμένα κάθε βράδυ που βήχει ένας άστεγος, κάθε φορά που κάποιος άνεργος εικοσάρης κάνει το ακριβό του τσιγάρο, όταν κάποια γιαγιά δεν τολμάει να πάει να εγχειριστεί, όσες φορές κάποια μητέρα αντιβάλλει τα δώρα των παιδιών της με το φαΐ τους και τα ρούχα τους.

Αυτό που είπα για τους πενθούντες το εννοώ ακόμα.

Η φωτογραφία είναι του Λευτέρη Πιταράκη.

Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2011

Για την αγωνία της ιδιοσυστασίας

Μια ακροτελεύτια σημείωση, βιαστική:

Όσοι πασχίζουν να συσχετίσουν την ελληνική ταυτότητα ή, πιο σωστά, τις ταυτότητές μας ως Ελλήνων, με αναλλοίωτες ουσίες και πλατωνικές κατηγορίες όπως "ελευθερία", "αντίσταση", "αξιοπρέπεια", "κοινοτισμός", "αδούλωτο φρόνημα" (ή τις κατά Νίκο Δήμου καρικατούρες, αναιρέσεις και αντιστροφές τους -- στην ίδια πλάνη υποπίπτει κι αυτός), ας θυμούνται:

Πρώτον, αυτό που είπε ο Κούντερας: Επαρχιωτισμός είναι η αδυναμία (ή άρνηση) να δούμε την κουλτούρα μας μέσα σε ευρύτερα συμφραζόμενα.

Δεύτερον, η ταυτότητά μας είναι ατομική, όπως και το σώμα μας: αντί να ψάχνουμε μεταφυσική και ουσία στο πώς είναι κατασκευασμένη, καλύτερα να επικεντρωθούμε στο τι μπορούμε να δημιουργήσουμε ή έστω να βιώσουμε με βάση τις δυνατότητες που μας δίνει αυτή, μέσα στα όριά της. Έτσι και με το σώμα: αντί να ψάχνουμε ουσία και μεταφυσική στις μεγάλες μύτες, στους ανθεκτικούς μύες των ποδιών, τα μακρυά δάχτυλα και τα ίσια μαλλιά, αφοσιωνόμαστε (ελπίζω) στο τι μπορούμε να δημιουργήσουμε ή να βιώσουμε με βάση τις δυνατότητες που μας δίνουν.

Αφαιρέσεις όπως η συλλογική ταυτότητα (αντίστοιχη με τη στατιστικά έγκυρη γενίκευση ότι οι μεσογειακοί τείνουν να είναι μαυροτσούκαλα) είναι ακόμα λιγότερο πρόσφορο έδαφος για αναζήτηση ουσίας.

Στο σώμα μιλάει η κληρονομικότητα και το περιβάλλον, στις ταυτότητες η ιστορία και η κοινωνία και η γεωγραφία. Ας χαλαρώσουμε λοιπόν: η ξανθή μας λεβεντιά, η κοντόμεση καρτερία και η στεατοπυγική μας περηφάνεια δε σημαίνουνε τίποτε από μόνες τους.

Καλή Χρονιά!

Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2011

Ξένος


στη Niemandsrose και στον Κ.Κ.Μοίρη, στην ανήμερη ευαισθησία της γραφής τους δηλαδή. Δυστυχώς, τον δεύτερο τον ανακάλυψα πολύ αργά (;).

Στην ιστορία των Χριστουγέννων πάντοτε με εντυπωσίαζε η εξής λεπτομέρεια: ο Θεάνθρωπος είναι ένας ξένος, εντελώς ξένος: ντιπ για ντιπ. Η γέννησή Του δε συνοδεύεται από θεϊκές τροφούς, υπερφυσικές φασκιές, υπερούσιο γάλα και νέκταρ, εκρήξεις φωτός και αστραπής, ασφαλή επουράνια καταφύγια και τα λοιπά. Δε γεννιέται κατευθείαν μέσα στην ωριμότητα αλλά ως βρέφος. Είναι ένας ξένος μέσα στους ξένους, και πολύ σύντομα γίνεται και πρόσφυγας (όταν άρον άρον ξεκουμπίζεται η οικογένειά Του για την Αίγυπτο).

Είμαι δεκαπέντε χρόνια ξένος. Από ένα σημείο και μετά, καταντάς ξένος και στον τόπο σου, δυσκολεύεσαι να τον παρακολουθήσεις, να ερμηνεύσεις το πώς αλλάζει ή γιατί δεν αλλάζει. Από τη μια η αντίληψη αυτού που θεωρείς τόπο σου γίνεται άκαμπτη και δυσκίνητη λόγω της σκουριάς της νοσταλγίας, από την άλλη εστιάζεις σε κάτι πράγματα μικρά, που τα διακρίνεις με απίστευτη οξύτητα, πράγματα που όσοι ζούνε στον τόπο σου θεωρούν ευτελή, πολλές φορές δικαίως.

Είδα λοιπόν γραμμένο αυτό πάνω σ' έναν τοίχο πολύ κοντά στο σπίτι μου. Πρώτον, τι λέει; "Αθηνά σε αγαπάω" ή "Αθήνα σε αγαπάω"; Οι λατινικοί χαρακτήρες δε βοηθάνε αλλά εντάξει, μάλλον το πρώτο -- κι ας θέλω εγώ να βλέπω ό,τι θέλω. Υποθέτω πως από κάποιο χέρι μαθητικό γράφτηκε, από κάποιο παιδί ξένο, νεοφερμένο ίσως στην Ελλάδα λίγο πριν την εφηβεία, που πασχίζει να μάθει τα ελληνικά γράμματα στο κοντινό σχολείο. Αν το δούμε έτσι το θέμα, εύκολα μπορούμε να παραβλέψουμε τα κεφαλαία στο 'ΣΕ' -- ανορθογραφία θα είναι κι όχι εκδήλωση αφοσίωσης.

Το παιδί αυτό, αγόρι ή κορίτσι, θέλει να βγάλει από μέσα του τον έρωτά του για την Αθηνά (ή, να ελπίσω, για την Αθήνα). Ούτε καν έναν μαρκαδόρο της προκοπής να γράψει το σύνθημά του δεν έχει. Γράφει το μήνυμά του όπως μπορεί κι όπως ξέρει, επείγεται, δε χωράνε καλλιέπειες και ορθογραφίες. Για να πει αυτό που θέλει χρειάζεται ένα ξένο αλφάβητο που δεν καλοκατέχει, γιατί είναι ξένο. Αλλά δεν πειράζει, είναι ερωτευμένο αυτό το παιδί: όλοι οι ερωτευμένοι ξένοι είναι. Και ξενιτεμένοι, και πρόσφυγες: τουλάχιστον στο ότι έχουν αφήσει ό,τι ξέρουν πίσω τους.

Αν πάλι η ερωτική εξομολόγηση (που λέγαμε μικροί) απευθύνεται στην Αθήνα, ταυτίζομαι μαζί του, αν και εγκάρσια: αυτό το παιδί ήρθε από κάπου αλλού, ξένο στην πόλη, και την αγάπησε σε βαθμό που να της γράψει σύνθημα. Εγώ ζω ξένος αλλού και πια ξένος από την πόλη μου, κι ας την αγαπάω.

Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2011

Κάστανα: μια χριστουγεννιάτικη ανάρτηση

Για μένα τα μπλογκ είναι ένα κειμενικό είδος στο οποίο πας από τη ζωή απευθείας στη γραφή. Πολλές φορές, πας από την ανάγνωση στη ζωή και από εκεί στη γραφή.

Διάβασα αυτό και αυτό. Μου άφησαν κυρίως μια διάθεση, αυτή της αναζήτησης της χαράς, της λάμψης των ψηγμάτων χαράς που ανακαλύπτει κανείς κοσκινίζοντας βουνά ολόκληρα καθημερινότητας για να τα βρει μέσα στα απλά πράγματα: ένα κυριακάτικο τραπέζι με την οικογένεια, ένα γλεντάκι Αλβανών κάτω από σκληρά φώτα. Δεν είναι αυτά τα βουνά που θα κοσκίνιζα εγώ, αλλά δεν έχει απολύτως καμμία σημασία αυτό, σημασία είχε η σύγκλιση της διάθεσης των δύο κειμένων.

Σήμερα η μέρα δε μου πήγε καλά. Όχι από άποψη συμβάντων. Εξωτερικά δεν έγινε τίποτε. Αλλά να, όλα πια τείνουνε να γίνουν ενοχή. Πάντα χαιρόμουν τη μεγαλύτερη νύχτα του χρόνου. Πάντα περίμενα το λίγο και πολύτιμο κρύο στην πόλη μου. Τώρα είναι κι αυτό πηγή ενοχής: γυρνώντας σπίτι από φαγητό αργά την Παρασκευή 25 Νοεμβρίου, πέρασα τόσους άστεγους κουκουλωμένους και χωμένους στις εσοχές της Βουλής και της Νίκης (πόσο ταιριαστά ονόματα για δρόμους όπου κουρνιάζουν άστεγοι) που για πρώτη φορά στη ζωή μου ο ερχομός του χιονιά δεν ήταν προσδοκία κι απαντοχή καθαρή, παρά λεκιασμένη με ενοχή. Τώρα που επιτέλους έρχεται ο χιονιάς, πώς να τον χαρώ.

Με τούτα και μ' εκείνα βάρυνα. Κατεβήκαμε λοιπόν στην τάφρο στην Παλιά Πόλη, στο χριστουγεννιάτικο λούνα παρκ. Λίγο τα φώτα, λίγο οι χαρούμενες φάτσες: άνοιξε η καρδιά μου. Μπήκαμε στον μεγάλο μύλο. Ξεκίνησε. Ανεβαίναμε πάνω από την πόλη, φώτα, φωτισμένες λεωφόροι, χριστουγεννιάτικοι διάκοσμοι, αυτοκίνητα, το ξενοδοχείο Σαράι, φωτεινές επιγραφές, το τζαμί, ο πύργος του Σιακόλα, το φωτισμένο περίγραμμα της μεγάλης σημαίας των Τούρκων στο βουνό, φώτα μακρινών χωριών, όλα απλώνονταν πανοραμικά από κάτω μας. Μετά στου κύκλου το γύρισμα ξανακατεβαίναμε. Το Κορίτσι μου ήταν ενθουσιασμένο, κοιτούσε με απορία και ενθουσιασμό, κράμα απορίας κι ενθουσιασμού που δεν είχα ξαναπροσέξει. Καθώς γύριζε ο τροχός και ξανανανεβαίναμε της είπα "κοίτα, μωρό μου, η πόλη όπου γεννήθηκες" και άκουσα τη φωνή μου να σκοντάφτει. Ένιωσα το ασυνάρτητο φολκλόρ της πόλης, αυτό που χωροταξικά και σα βιωμένος χώρος με τυραννάει δέκα ολόκληρα χρόνια, να εξαχνώνεται ξαφνικά, σαν από μαγικά. Και εκείνη κοιτούσε την πόλη από κάτω, μια πόλη χωρίς λόφους και εξάρσεις στο ανάγλυφο, την πόλη που γεννήθηκε.

Βγήκαμε από τον μύλο και πήγαμε στο παγοδρόμιο. Κάτι καλοφτιαγμένοι τύποι, εικοσάρηδες, πατινάρανε με ζηλευτή χάρη και θαυμαστή ταχύτητα. Εντυπωσιακό θέαμα. Κοιτούσα σα χαζός. Κοιτούσε και το Κορίτσι μου όλο θαυμασμό. Οι ανάσες μας αχνοί. Δύο έφηβοι, ραντεβού μάλλον, περισσότερο χαριεντιζόντουσαν πατινάροντας: αυτοί δεν είχαν ιδιαίτερη χάρη αλλά διασκέδαζαν την ασταθή ισορροπία τους πάνω στον πραγματικό πάγο. Σκέφτηκα τι υπέροχη χαρά να είσαι έφηβος και να χαίρεσαι αυτές τις στιγμές στον πάγο, να μαθαίνεις τη δεξιότητα της ασταθούς ισορροπίας. Κι αμέσως, απροσδόκητα και χωρίς κανένα προοίμιο, σπάζοντας τη μελαγχολική μανιέρα μου του "θέλω να είμαι άλλος και θέλω να είμαι αλλού", σκέφτηκα, ένιωσα, μου 'φεξε (δεν ξέρω ποιο) ότι ήμουν κι εγώ υπέροχα χαρούμενος να παρακολουθώ αυτό το θέαμα μαζί με το Κορίτσι μου, να νιώθω τον πάγο, να έχω βρει ένα δεύτερο ψήγμα χαράς μέσα σε τόσο λίγο χρόνο, μέσα στην τάφρο κάτω από τον προμαχώνα Κωνστάντζα. Πήραμε ωραία ζεστά κάστανα, άχνιζαν και έλιωναν στο στόμα. Έφαγα κι εγώ, που δεν τρώω κάστανα.

Γυρίσαμε σπίτι: φωτάκια στο δέντρο, φωτάκια πάνω στις βιβλιοθήκες. Χαμογέλασα, ως κάποιος που πάντοτε εκτιμούσε περισσότερο τα φώτα μέσα στο σκοτάδι. Κάθησα να γράψω αυτό. Από την ανάγνωση στη ζωή, από τη ζωή πίσω στη γραφή. Τη μεγαλύτερη νύχτα του χρόνου.

Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2011

Αγάπη ΙΙ


Μόλις έλιωσα. Από νοσταλγία.

Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2011

Άλεφ, Λαμ, Μιμ

Σκόρπια νήματα που γνέθονται στο διάστημα μιας ημέρας. Ίσως να καταφέρω να τα πλέξω μαζί αλλά μάλλον τελικά μαλλιά κουβάρια θα καταλήξουν.

Μου είπε το καλοκαίρι ο φίλος μου ο Θ. ότι με προτιμάει όταν δεν είμαι καταγγελτικός. Το θυμήθηκα αυτό απότομα λίγο πριν το μεσημέρι σήμερα: όταν γράφω κάτι, βάζω τη φωνή μου να το διαβάσει όπως την ακούω μέσα στο κεφάλι μου. Λέω "όπως είναι μέσα στο κεφάλι μου" εξαιτίας αυτής της ιστορίας: όταν ήμουν 18 ήμουν ερωτευμένος (αλλά δεν το παραδεχόμουν) με τη Λίζα. Είχε προηγηθεί η χειρότερη χυλόπιτα της ζωής μου, από μια λεπτεπίλεπτη Έλενα που μύριζε σαπούνι: "Δεν μπορώ να είμαι μαζί σου, θα με συντρίψεις". Τέλος πάντων, παίρνω τηλέφωνο στο σπίτι της Λίζας (η οποία ήταν γυναικάρα) και το σηκώνει η αδερφή της, η οποία λέει δυνατά "Λίζαααααα, κάποιος που η φωνή του βγαίνει από νεροχύτηηηηη". Διαβάζω λοιπόν τα κείμενά μου όχι με τη δημόσια φωνή που βγαίνει από νεροχύτη, που πάσχει λέει από λόρδωση, αλλά με αυτή που ακούω μέσα στο κεφάλι μου. Όμως εδώ και κανα-δυο χρόνια, τα καταγγελτικά και τα οργισμένα κείμενα μου χτυπάνε κάπως, ακούγονται και μέσα στο κεφάλι μου σαν να βγαίνουν από νεροχύτη, με μια φωνή ξινή και υποκριτικά (και μόνο) αγέρωχη, με μια φωνή που ασώματη άτεχνα υποδύεται τον μισάνθρωπο. Δε μου λέει πια τίποτε αυτή η φωνή

Επιστρέψαμε στα συνθήματα. Δε θα μείνουμε για πολύ εκεί. Ευτυχώς. Ήρθε πια η ώρα του λόγου.

Άκουγα το Bleibtreu Café των Κατσιμιχαίων.

Με πήραν από τη δουλειά (Σάββατο είναι σήμερα, ναι) για να ετοιμάσω κάτι. Επειγόντως. Τι εννοούν, για αύριο; Είμαι ιεροψάλτης και δεν το ξέρω; Εγώ ποίηση θέλω να διαβάσω (Εμπειρίκο) και να δω καμμιά παλιά αγαπημένη ταινία (τι τα μαζεύουμε τα ντιβιντί).

Διάβασα αυτό. Μου άρεσε πολύ. Πάντοτε με αναστάτωνε η καταπίεση των γιορτών, με ανησυχούσε αυτή η επιταγή να χαρείς ντε και καλά. Μετά με πάγωνε η κούραση και το άδειασμα εκεί μετά το απόγευμα και προς το σούρουπο κάθε μεγάλης γιορτινής μέρας, όταν οι γυναίκες έπρεπε να μαζέψουν κόκαλα, να πλύνουν πιάτα, να ευπρεπίσουν κάπως τα γιορτινά σαλόνια και τις γιορτινές αυλές, να αναστενάξουν "πάει και φέτος", ενώ οι άντρες βάραιναν, νύσταζαν, ψιλοκοιμόντουσαν. Θυμήθηκα το μυστικό της φίλης μου της Σ.: σινεμά το βράδυ, ανήμερα τα Χριστούγεννα και το Πάσχα (πιο δύσκολο το Πάσχα).

Αν χάσουμε το χιούμορ μας, καήκαμε. Έχασες το χιούμορ, έχασες την αξιοπρέπειά σου, έγινες χειρότερα από καζαντζίδης, έγινες γραφικό κακέκτυπο ενός καζαντζίδη. Χρειαζόμαστε περισσότερο γέλιο.

Τη μελαγχολία τη σπούδασα χρόνια: να ξυπνάς το πρωί και να αισθάνεσαι μια γρανιτόπλακα να σου πλακώνει το στήθος, να κοιτάζεις μια οθόνη άπρακτος για 20 λεπτά, να νιώθεις τη ζωή σου σπαταλημένη. Κι αν καταφέρεις να αποφοιτήσεις από εκεί, δε θες με τίποτα να ξαναγυρίσεις πίσω στα θρανία της. Πάνε χρόνια που αποφοίτησα, όχι πολλά, αλλά φαίνονται τόσο γεμάτα όσο εκείνο το καλοκαίρι μετά την Γ' Λυκείου. Και περισσότερο.

Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2011

Λόγος και (οινό)πνευμα

Πριν 5-6 χρόνια, όταν δούλευα στο παλιό μαγαζί, ήρθε μια αντιπροσωπεία από τη Λιθουανία να συζητήσει προοπτικές συνεργασίας μαζί μας. Γιατί και πώς μη με ρωτάτε, πάντως είχαμε διάφορα μήτινγκ με κάτι κυρίες κι έναν κύριο από ταινία του Makavejev. Τέλος πάντων, πριν φύγουνε για τη Λιθουανία, μου άφησαν πεσκέσι ένα μπουκάλι 250ml που περιέχει ένα καραμελόχρωμο υγρό, απόσταγμα υποθέτω. Λέγεται Starka. Μόλις το είδαν οι συνάδερφοι (το είχα πάνω στο γραφείο) άρχισαν τα "εεεε, δε νομίζω να το πιεις αυτό" κτλ. Έτσι έμεινε σφραγiσμένη η Starka, από γραφείο σε μετακόμιση, κι από ντουλάπι σε μπαρ. Απόψε ήρθε η ώρα να την ανοίξω.

Επειδή όμως είναι πιθανό να μου προκαλέσει τύφλωση ή άλλα κουσούρια φρικτότερα, ξεκινάω:

Debating societies, ooh, very stimulating

Διάβασα σήμερα στον Ζενάκο αυτό. Έμεινα λιγάκι γιατί κατάλαβα τι ήταν αυτό το πράμα για το οποίο βούιζε το τουίτερ τις προάλλες αλλά και σήμερα.

Κατ' αρχήν, ως κάποιος που έζησε 6 χρονάκια στη Βρετανία, ένιωσα ελαφρά θυμηδία στη σκέψη ότι οι εκδηλώσεις μιας debating society (που έφτιαχναν κι αφισάκια με το εβδομαδιαίο τους θέμα ως "This House believes that...") θεωρούνται σοβαρό γεγονός που θα παραγάγει πολιτικό λόγο, και ενδεχομένως και πολιτική σκέψη, και το οποίο θα παρακολουθείται επί πληρωμή. Για όσους δεν είναι εξοικειωμένοι με αυτόν τον θεσμό, αποτελεί επιβίωμα των ρητορικών αγωνισμάτων των μεσαιωνικών πανεπιστημίων (π.χ στη Σορβόννη των Σχολαστικών φιλοσόφων) και -- όπως και τότε -- έχει παιδαγωγικό χαρακτήρα. Κάγχασα στο ότι ο συντονιστής ενός τέτοιου αγωνίσματος εν έτει 2011 θα ήταν τόσο ανόητος (και να μου συγχωρεθεί η έκφραση: αποφεύγω να αποδίδω χαρακτηρισμούς σε ανθρώπους) ώστε να ξεστομίσει τη φαιδρή αβελτηρία πως "η διακομματική συναίνεση στην ψήφιση του νόμου «πέρασε στην κοινωνία»".

Εδώ επιλέγω να σταθώ στα εξής σημεία, πάντα από το κείμενο του Ζενάκου:
«Μα δεν μπορούν τα αμφιθέατρα να είναι καθαρά, όπως αυτό εδώ όπου βρισκόμαστε;» Σημειώνω ότι το debate λάμβανε χώρα στο θέατρο του Κολεγίου Αθηνών, του ακριβότερου ιδιωτικού σχολείου της χώρας.
 Sic et non, που θα έλεγαν και οι μεσαιωνικοί συντονιστές των αντίστοιχων αγωνισμάτων. Ναι, ισχύει παγκοσμίως η γενίκευση ότι ό,τι πληρώνεις το σέβεσαι. Παράλληλα, όμως, τα χάλια των ελληνικών αμφιθεάτρων οφείλονται κυρίως στη γενικευμένη απαξίωση του δημόσιου χώρου στην Ελλάδα (τα έχω ξαναγράψει αυτά): ο δημόσιος χώρος στην Ελλάδα είναι νομανσλάνδη. Αυτό φαίνεται από τις πρακτικές της θείτσας Μαριγώς, που έχει αυλή λαμπίκο και σπίτι να ντρέπεσαι να πατήσεις αλλά πετάει τα σκουπίδια στο άδειο οικόπεδο, στον δημόσιο δρόμο, στον γιαλό κτλ., μέχρι τον φοιτητή που σπάει εποπτικό εξοπλισμό ξεφτιλίζοντας την κατάληψη, από τη χαρούμενη οικογένεια που μαζεύει τα σκουπίδια της από το κωλομώλ, τα βάζει σε ροζ πλαστική σακούλα περιπτέρου, και τα σουτάρει στην άκρη του δρόμου, μέχρι το γκρούβαλο που παριστάνει τον φυσιολάτρη αλλά είναι απλώς γκρούβαλο.

Τέλος, γιατί πρέπει να είναι καθαρά τα αμφιθέατρα, κύριε Άγνωστέ μου; Μήπως επειδή το ελληνικό δημόσιο πληρώνει τα πανεπιστήμια πλουσιοπάροχα για την καθαριότητα, τη φύλαξη και την ασφάλεια των κτιρίων και για την υγεία φοιτητών και προσωπικού; Στο Πανεπιστήμιο Κρήτης (δε λέω τη Σχολή) τους έκοψαν τα λεφτά για χαρτί προ πενταετίας, φαντάζομαι τώρα να έχουνε ρεύμα 10 με 2...
οι θιασώτες του νέου νόμου της παιδείας, θα επιχειρηματολογούσαν ακριβώς ότι κάτι τέτοιο δεν θα ήταν εφικτό, διότι στο Πολυτεχνείο θα πετούσαν αυγά στους δημοσιογράφους του ΣΚΑΪ και κάτι χειρότερο στον ειδικό γραμματέα του υπουργείου Παιδείας,
Και πάλι sic et non. Σίγουρα στην Ελλάδα (όχι επειδή είμαστε μεσογειακοί και σάχλες) προτιμούμε την πάλη, τον χλευασμό, το γκάρισμα και την "ορθή σκέψη" από τον διάλογο, σκεφτείτε λ.χ. τους καθεστωτικούς συνδικαλιστές μας, τους ημιμαθείς λογίους μας, τα κομματικά στέλεχα που υλακίζουν κι αλυχτούν, τους ημιάγριους φυλάρχους-συγγραφείς μας και τους πανεπιστημιακούς με Άσπεργκερ (ενδημεί) -- ποιος θα κάνει διάλογο; Ο Αλέφαντος με τον Χαρδαβέλα; Παράλληλα, για σκεφτείτε, εδώ που βρισκόμαστε, να μου φέρουνε το μεγκασκάι και εκπροσώπους της δοτής κυβέρνησης Papademos να μας κάνουν προπαγάνδα κουνώντας μας το δάχτυλο προς 10 ευρώ το άτομο μέσα στο αμφιθέατρο δημοσίου εκπαιδευτικού ιδρύματος που προορίζεται να μετατραπεί σε Υπερκολλέγιο για Χρήσιμα Στελέχη. Ε έχει και η διανοητική υποτέλεια τα όριά της.

Ο κάλπικος λήρος

Ας το πάμε όμως λίγο παραπέρα. Το έχει συζητήσει κάπως και ο ολντμπόυ, π.χ. εδώ: παρά τους ρητορικούς διαγωνισμούς, τα καλοραμμένα ταγιέρ και την επίφαση ορθολογισμού στον μηντιακό λόγο και στον διάλογο με αναβαπτισμένους Βοριδαίους και σοφούς σχολιαστές, φοβάμαι ότι ο δημόσιος λόγος στην Ελλάδα πλέον πρωτογονίζει επικίνδυνα. Και πάλι, έχω γκρινιάξει πολλές φορές ότι δεν παράγεται σκέψη. Απόψε νομίζω ότι κάτι χειρότερο συμβαίνει: έχουμε πισωγυρίσει στον Κουτσόγιωργα, τον Τσοβόλα, τον Βαγγέλη Γιαννόπουλο και την Αυριανή, στα φλογερά κηρύγματα του προκατακλυσμιαίου ΚΚΕ και στη χυδαιότητα (το τονίζω: χυδαιότητα) του μετεμφυλιοπολεμικού Μίσους της Δεξιάς (που, αν είστε γεννημένοι μετά το '80, δεν ξέρετε μάλλον τι ανθρωποφαγικό κι αιμοδιψές πράμα είναι). Βεβαίως η χυδαιότητα, η αβελτηρία, ο λαϊκισμός, τα ουτοπικά παραληρήματα και ο διδακτισμός του μίσους αποδίδονται πια με όρους λογικοφάνειας, κομψευόμενου κυνισμού, της ανάγκης "να λέμε τα πράματα με το όνομά τους" (κι όχι "τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη": αυτό πια βρωμάει μεταπολίτευση), μιας Realpolitik με παρωπίδες, του φριντμανικού διδακτισμού: το ντισκούρ της κατάστασης εξαίρεσης.

Ποτέ δεν μας άρεσαν οι καλοί τρόποι, φράγκικα χούγια αυτά, μας έλεγαν οι νεορθόδοξοι τσομπαναρέοι τη δεκαετία του '80 και τα τέκνα που απέκτησαν με τη Μαλβίνα τη δεκαετία του '90. Η αλήθεια είναι ότι οι όποιοι καλοί τρόποι στον δημόσιο λόγο πάντοτε λειτουργούσαν προσχηματικά εδώ: ως άλλα μικροκίνι ή αστεράκια του Ταρατατά καλύπτουν τα πλούσια και εκρηκτικά ελέη μας, τον καυλωμένο αυταρχισμό μας. Δεξιό κι αριστερό, επαρχιώτικο κι αστικό.

Η σημασία του να μην είχες παπάρια (ποτέ)

Σε αυτό το σημείο θα πει κανείς ότι πήρα φόρα. Ίσως. Αλλά πώς να μην πάρεις φόρα. Αφού πια έχουμε βολέψει τον πούστη στο κοσμοείδωλό μας (γραφικός, αν πολυκουνιέται, και ακίνδυνος, ιδίως αν δεν πολυκουνιέται -- το ουσιώδες είναι να μη μιλάει) πρέπει να βρούμε καινούργιο μορμολύκειο, καινούργιο υλικό για τους λαζόπουλους του μέλλοντός μας: τις διαφυλικές γυναίκες. Είδα π.χ. αυτό το τουιτάκι των Νέων κάποιου μπάμια που ριτουίταρε η murplejane· διάβασα κι έναν διάλογο κάπου στον οποίο ζητάγαν από μια διαφυλική να μην παριστάνει την πραγματική γυναίκα γιατί είναι "τεχνητή", τη ρωτούσαν αν έχει οργασμούς (όπως οι "πραγματικές γυναίκες"), ζητούσαν τη γνώμη της για τον φεμινισμό και κάτι τέτοια (δεν μπορώ να βρω την πηγή). "Η πραγματική γυναίκα", λοιπόν. Αφού χάσαμε τη μάχη, σύντροφοι Πραγματικοί Άντρες, να ξεχωριζόμαστε μεταξύ μας, ας ρίξουμε τις προσπάθειές μας στο να ορίσουμε ετερόνομα τις Πραγματικές Γυναίκες, οι οποίες γυναίκες έτσι κι αλλιώς είναι βολικότερες να τις κουμαντάρουμε και να τις ποδηγετούμε από τη Γεωργική Επανάσταση και δώθε. Ναι, ακούγομαι σαν φιλάνθρωπος λευκός που βγάζει λόγο για τα δικαιώματα των μαύρων, οκέι, αλλά δεν μπορώ να μην αγανακτήσω όχι μπροστά στις μεταμορφώσεις του αυταρχισμού, αυτές είναι δεδομένες, παρά με την ευκολία που περνάει παντού, στο ότι περνάει στο ντούκου.

Αυτή η αγανάκτησή μου απέναντι στην πανδημία αυταρχισμού είναι κάτι διαφορετικό από τη γνωστή μου μίρλα για το πόσο κλειστή και πουριτανική γίνεται η κοινωνία μας, για το ότι ο κοινωνικός συντηρητισμός μολύνει τα πάντα. Ναι, αφού εκεί θέτε να πάτε (δε θα έρθω μαζί σας), ας γυρίσουμε στην αγροτοποιμενική ηθική που τόσο αγαπάτε (και μην ακκίζεστε αποκαλώντας την "βικτωριανή", άλλη φάση εκείνοι). Αλλά τουλάχιστον αφήστε κατά μέρος τις διαπομπεύσεις και τους χλευασμούς και τη δυνάστευση τη ζωής των άλλων.

Ηθική κι ευαισθησία

Μετά το (κατά τα φαινόμενα προσωρινό, με ιστορικούς όρους) τρομακτικό σοκ του ναζισμού, και χάρη και σε ανθρώπους όπως λ.χ. ο Ράσελ και οι υπαρξιστές, ο όρος ηθική πήρε για κάποιες δεκαετίες μια πιο σοβαρή και ουσιώδη σημασία στην καθομιλουμένη, από το είναι απλώς το παρατσούκλι για το κουμάντο στο κορμί της γυναίκας (από το κεφάλι της μέχρι τους αστραγάλους). Ξεκίνησε η επαναδιατύπωση της ηθικής και για τον απλό κόσμο με όρους του αν καταπιέζεις, αν κάνεις ληστρικούς πολέμους, αν κλέβεις, αν καταχράσαι, αν σκοτώνεις εξ αμελείας με τα προϊόντα και τα εργοστάσιά σου. Στον αγγλόφωνο κόσμο η επαναδιατύπωση πολύ χοντρικά αποτυπώθηκε στη διαφορά μεταξύ morality και ethics (που γινόταν όλο και πιο κοινόχρηστος όρος). Για λίγο ίσως, ο κόσμος δέχτηκε ότι ανήθικο δεν είναι να "απολαμβάνεις υπεύθυνα" αλλά να εκμεταλλεύεσαι και να καταπιέζεις, ο κόσμος υπέθεσε ότι το να πλουτίζεις ανεύθυνα ίσως να είναι ανηθικότερο από το να παίρνεις διαζύγιο ή να συνάπτεις ερωτικές σχέσεις με ελεύθερους ανθρώπους.

Μετά έγιναν όσα έγιναν. Επιστρέφουμε στη λογική της αστυνόμευσης, της περιχαράκωσης, του αυταρχικού ετεροκαθορισμού. Σε αυτές τις περιπτώσεις το πρώτο θύμα είναι η ελευθερία, π.χ. η διαδικτυακή (θυμήθηκα ένα ωραίο κείμενο της Niemandsrose που είχε βγει στην Ελευθεροτυπία για την ψευδωνυμία -- σε λίγα χρόνια όσα λέει εκεί θα φαντάζουνε τόσο γραφικά όσο πλέον το σλόγκαν της Εμμανουέλλας, το "τίποτα δεν είναι λάθος αν είναι όμορφο"). Το δεύτερο θύμα είναι η αξιοπρέπεια, φαντάζομαι λ.χ. τηλεοπτικά πάνελ όπου ο καλεσμένος θα δίνει εξηγήσεις για την προσωπική του ζωή (και αν είναι διαφυλική θα αποδεικνύει ότι είναι όντως γυναίκα επειδή, λ.χ., της αρέσουν τα παπούτσια και οι τσάντες). Το τρίτο θύμα είναι κάθε είδους ευαισθησία και κάθε είδους ευάλωτοι και ευαίσθητοι άνθρωποι. Το τελευταίο και ξεμοναχιασμένο θύμα είναι η χαρά. Ολονών.

Σκέτο λικεράκι η Starka. Τίποτε δεν έπαθα, ακόμα.

Η φωτογραφία είναι του Henrik Halvarsson

Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2011

Ποίηση

Κοιτούσα τον ωραίο ήλιο να φωτίζει το τοπίο, τα γυμνά δέντρα που μου θύμιζαν αγγεία που διακλαδίζονται, τα αγγεία της καρδιάς, μύριζα το νοτισμένο χώμα και ο κρύος πρωινός αέρας αντικαθιστούσε ακόμα και τον καλύτερο καφέ. Δεν είμαι καλύτερος από εκείνους που περιμένουνε να ζήσουν τις 2 βδομάδες του καλοκαιριού σε κάποιο μικρό νησί, στην παραλία που αγαπούνε, στο ουζερί που πάνε οι ντόπιοι και βλέπει τη θάλασσα από ψηλά. Κι εγώ τον σύντομο χειμώνα απαντέχω, τη ζεστασιά του σπιτιού, τα ρούχα που αγκαλιάζουν, τις ορατές ανάσες που εξαχνώνονται, τα βρεγμένα πεζοδρόμια που άξαφνα καθρεφτίζουν έναν μεταλλικό ουρανό.

Όχι ότι δεν έχω ζήσει καλοκαιρινά θαύματα, είπαμε: τα θαύματα, κινητές εορτές κι απρόβλεπτες, πέφτουνε πάντα καλοκαίρι. Θυμάμαι την Αστυπάλαια το 2009, που όταν γίνω γέρος και σεφέρης (όπως αρέσκεται να με σκυλοβρίζει ένας καλός φίλος, και ξέρει τι θα του ευχηθώ και να μη γελάει) θα ξέρω ότι εκείνες οι θεοτικές πέντε μέρες (μόνο πέντε ήταν; δε θυμαμαι) στην Αστυπάλαια ήταν η μαγευτική εισαγωγή σε ένα νέο έργο στη ζωή μου (ναι, αν το "εισαγωγή" θυμίζει όπερα είναι επειδή, ε, εντάξει, συνεννοηθήκαμε). Και δεν είναι μόνο η Αστυπάλαια, τα έχω ξαναπεί, δε δίνω το λινκ γιατί έχω φίλους (τρεις τον αριθμό) που ψάχνουν ευκαιρία να με ξεχέσουν κάθε φορά που θα θυμηθούνε την ύπαρξή του εν λόγω ποστ. "Νησιωτικά συμπλέγματα" λέγεται -- χοχό.

Όμως εμένα οι καλοκαιρινές στιγμές μου είναι τον χειμώνα. Τον χειμώνα που μου λείπει τόσο πολύ εδώ και δέκα χρόνια.

Ίσως τελικά η ποίηση που ψάχνουμε στο καλοκαίρι και η ποίηση που ψάχνω στον χειμώνα να είναι η ίδια, κάποιου είδους άνοιγμα ταυτόχρονα με μιας μορφής αγκαλιά. Άφημα ίσως.

Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2011

Μιθριδατισμός

Έβλεπα το πρωί πριν φύγω για τη δουλειά ένα ντοκυμαντέρ για τον Θοδωρή Καλλιφατίδη. Επειδή το μυαλό μου ξυπνάει μετά τις 11, συγκράτησα το εσωτερικό του σπιτιού του στην Στοκχόλμη (την οποία πρόφερε 'Στοκόλμη'), τη γειτονιά του και ένα απόσπασμα (βιβλίου του; δε θυμάμαι) όπου έλεγε για τα μεγάλα λόγια στην Ελλάδα.

Τα μεγάλα λόγια στην Ελλάδα είναι κυρίως θέμα ρητορείας και στόμφου. Ο στόμφος δεν εγκαταλείπει κανέναν μας, ακόμα και όταν τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα. Όπως στις ιταλιάνικες όπερες, πρέπει να πεθάνουμε καλλιεπώς, καλολογικώς και με τον πομπώδη τρόπο που μας αρμόζει, μια κι είμαστε Έλληνες ρε.

Τα μεγάλα λόγια είναι και ζήτημα συναίσθησης του τι λέμε. Εδώ και χρόνια, ο δημόσιος λόγος αντιμετωπίζεται ως ένα φόρουμ έκφρασης χαλαρό, άνετο και ανοιχτό στο θυμικό. Ακόμα ακριβέστερα, ο δημόσιος λόγος αντιμετωπίζεται όπως ο δημόσιος χώρος: σαν μια απέραντη χαβούζα και χωματερή, μια νομανσλάνδη όπου ο καθένας αφήνει από γόπες μέχρι μπάζα. Ο καθένας λέει ο,τι θέλει και συνέπειες δε θα έχει. Απ' ό,τι φαίνεται, μάλιστα, τώρα πια που όλοι διολισθαίνουνε χαρωπά προς τα δεξιά με χάρη κούτσουρου που το παίρνει ο χείμμαρος, γίνονται ταυτόχρονα και όλο πιο χυδαίοι, ώστε κάτι προ εξαετίας παράπονά μου να φαντάζουνε πια σαν εστέτ καούρες.

Η μεγάλη φθορά του δημόσιου λόγου όμως προέρχεται, νομίζω, από το εξής: επί δεκαετίες είμαστε (;) μάρτυρες μιας συλλογικής ηθικής κρίσης. Δεν εννοώ δασκαλίστικες ανοησίες όπως "ζήσαμε πέρα από τις δυνατότητές μας". Εννοώ την πασοκοθρεμμένη διαστρέβλωση των κοινωνικών αγώνων σε αγώνισμα λαφυραγώγησης προνομίων. Εννοώ την υιοθετηση ενός αγέλαστου και βαθύτατα ντεκαυλέ καταναλωτισμού ως ιδεολογίας μας. Εννοώ τον θηριώδη και ληστρικό εθνικισμό από το '92 και μετά. Εννοώ την νίκη της απονιάς παράλληλα με την αποθέωση των αγροτοποιμενικών ηθών και την επικράτηση του σολιψισμού. Κουτουλού, κουτουλού, κουτουλού... Κατά τη διάρκεια αυτής της ηθικής κρίσης, και ενώ όλα έβαιναν καλώς λίγο πολύ, ο πολιτικός λόγος έγινε πληθωριστικός ανεξέλεγκτα. Δεν αρκούσαν τα πολλά, τα θέλαμε όλα. Δεν αρκούσε η ανευθυνότητα, έπρεπε να είναι προδοσία. Δεν αρκούσε το λίγο, ζητούσαμε το τίποτα. Οι πολιτικοί πομφόλυγες θάμπωσαν όσους παρήγαν δημόσιο λόγο, ήθελαν κι αυτοί να φτιάχνουν ωραίες και μεγάλες φούσκες που ιριδίζουν. Τα πάντα συζητιούνταν ωσάν να αποτελούσαν διακύβευμα πελώριο, σαν να ήταν θέματα ζωής και θανάτου.

Και φτάσαμε λοιπόν να μας κουνάνε το δάχτυλο οι Ιππότες του Τάγματος της Περικνημίδος, ο συνονόματος αείμνηστου κωμικού συγγραφέα, ένας με ονοματεπώνυμο που ούτε ο Νίκος Φώσκολος δε θα σκαρφιζότανε και κάτι άλλοι που δεν έχουνε μπλοκάκι αλλά μισθό. Και φτάσαμε τα λόγια να μη σημαίνουν τίποτα, να μην μπορείς να μιλήσεις για τίποτε πια χωρίς να ακούγεται σα μουσική για ασανσέρ. Να μην μπορείς να κάνεις διάλογο για τίποτα χωρίς να αντιμετωπίζεις τη συγκατάβαση ημιμαθών, ανοήτων, πουλημένων. Έχουμε μιθριδατιστεί στον δημόσιο λόγο, τίποτα δε μας πιάνει πια, ό,τι κι αν πάρουμε, όσο υψηλή κι αν είναι η δόση.

Γιατί τα λέω όλα αυτά. Γιατί ελπίζω ότι κάτι καλό θα μπορούσε να έρθει. Σκέφτομαι την αυριανή επέτειο της αυθόρμητης εξέγερσης του '08. Σκέφτομαι ότι δεν πάσχει ο λόγος και η γλώσσα, δεν πάσχουμε σαν κοινωνία, αλλά ότι πρέπει επιτέλους να αποτινάξουμε τον ζυγό των καθεστωτικών Μέσων από πάνω μας. Μετά ίσως μιλήσουμε ξανά σαν άνθρωποι. Στο μεταξύ, μπορούμε να δράσουμε κιόλας.