Πέμπτη, 18 Αυγούστου 2016

Η ματιά του σεξισμού

Η ματιά του σεξισμού ισχυρίζεται ότι διακρίνει χαρακτηριστικά των γυναικών που δεν διακρίνονται υπό άλλες οπτικές γωνίες ή με άλλα ερμηνευτικά εργαλεία.

Για να φέρω ένα πάρα πολύ απλό παράδειγμα, η ματιά του σεξισμού περιέχει τον ισχυρισμό ότι μόνον αυτή βλέπει λ.χ. ότι οι γυναίκες είναι κοκέτες, ότι αργούν να ετοιμαστούν ή ότι είναι έτοιμες να σφαχτούν μεταξύ τους (π.χ. να τσακωθούν για άντρες) όντας ικανές μόνο για επιφανειακές λυκοφιλίες μεταξύ τους.

Αυτό ισχύει: όντως η σεξιστική ματιά διακρίνει πάνω στον γυναικείο "χαρακτήρα" πτυχές του που μέσα από κάποια άλλη ερμηνευτική ματιά είναι δυσδιάκριτες ή αόρατες.

Δεν πρόκειται όμως για κάποιες πτυχές της γυναικείας φύσης, παρά για συνέπειες του σεξισμού, της πατριαρχίας, της κουλτούρας του βιασμού: οι γυναίκες θα έπρεπε να ανταγωνίζονται μεταξυ τους για έναν ξεροκόμματο άντρα. Πρόκειται για αυτοεκπληρούμενες προφητείες στις περισσότερες περιπτώσεις, όταν δεν πρόκειται για μονομερή έμφαση σε κάτι (π.χ. κοκεταρία και φιλαρέσκεια) που χαρακτηρίζει πολλούς ανθρώπους ανεξαρτήτως φύλου.

Άρα η ματιά του σεξισμού βλέπει πάνω στις γυναίκες αντανακλάσεις του εαυτού του.


GatheRate

Τρίτη, 16 Αυγούστου 2016

Ρεμβασμός


Αυτές τις μέρες της αποκάρωσης σκέφτομαι τις συγκεκριμένες χαρές που κάθε γυναίκα μού χάρισε. Πόσο υπέροχο είναι να σιγά η γλώσσα και να αφήνεσαι στον χαρακτήρα της άλλης, στο πώς πράγματι αισθάνεται στο ποια αληθινά είναι. Να μη χρειάζεται να σου περιγράψει ποια είναι ή να σου μιλήσει για τον εαυτό της ή να σου διηγηθεί καθοριστικά γεγονότα της ζωής της. Πόσο ευφρόσυνο αυτή που είναι να γίνεται φανερό και ταυτόχρονα ηδονή, η μόνη ηδονή περιωπής σε έναν κόσμο που καμώνεται πως μπορείς την υποκαταστήσεις με διαλογισμό, αριστεία, ακτιβισμό, παραγωγικότητα ή — τρισχειρότερα — εξουσία. Χιλιοειπωμένο, αλλά αυτό το έγνω στη μετάφραση τον Εβδομήκοντα, η ιδέα ότι το σεξ είναι γνώση του άλλου, είναι από τα ομορφότερα δώρα της ιουδαϊκής θεολογίας στην ανθρωπότητα. Ο έρωτας των άκρως αισθητών είναι όντως γνώση και φανέρωμα, και ας μην ξέρουμε συνήθως να την ερμηνεύσουμε ή, συνηθέστερα, να τη διαχειριστούμε αυτή τη γνώση.

Ποια είναι η άλλη με την οποία γαμιέσαι φανερώνεται αβίαστα και σχεδόν ολοκληρωτικά, άλλωστε είμαστε οι κρυφές ουλές και το αποτύπωμα της ζωής όσο είμαστε και η όψη της ομορφιάς ή τα παιχνίδια που παίζουμε. Η αλήθεια δεν βρίσκεται στον οίνο, αλλά στη βίνευση. Δεν διατυπώνεται βεβαίως η αλήθεια αυτή μέσω τεχνικών και προτιμήσεων, ούτε υπάρχουν λεξικά και τσελεμεντέδες τύπου "αν ζητάει αυτό τότε είναι τέτοια· αν λέει αυτά άρα είναι έτσι· αν κάνει το άλλο τότε είναι δείνα”. Δεν είναι κείμενο η λαγνουργία, να ψάχνεις να βρεις σημεία και γραμματικές, είναι γεγονός: το κατεξοχήν γεγονός. Η αλήθεια του γεγονότος θα εκφραστεί υπόρρητα, επεξεργασμένη όχι από τη γλώσσα αλλά από κάτι μου μπορούμε να πούμε “διαίσθηση”. Είναι δύσκολη η διαπίστωση ότι φανερωνόμαστε όταν γαμιόμαστε κι αυτός είναι ένας λόγος που συνήθως γαμιόμαστε κρυφά.

Εννοείται ότι από εκεί και πέρα προσπαθούμε να οριοθετήσουμε την ιμερική μας συμπεριφορά ως κάτι ξεχωριστό από την υπόλοιπη ζωή, από την υπόλοιπη συμπεριφορά, από τον υπόλοιπο χαράκτηρά μας, επιδιώκουμε να περιχαρακώσουμε την ερωτοπραξία ως κάτι που “απλώς” αφορά τη φυσιολογία και τις όποιες ανατομικές ιδιαιτερότητές μας με ολίγη από ψυχανάλυση της πλάκας και να το αφήσουμε εκεί. Κι όμως, στο γαμήσι (και στο καυλάντισμα μετά τις πρώτες 5-10 ερωτοπραξίες) είμαστε ελεύθεροι και ο εαυτός μας ή είμαστε τραγικοί, τραγικοί ακριβώς επειδή δεν μπορούμε ή δεν αφηνόμαστε να είμαστε ο όποιος εαυτός μας.

Η γνώση που έρχεται μέσα από τους καταγλωττισμούς, τους μηκυθμούς, τις λαβές, τους ιδρώτες, τους μορφασμούς και τα χαμόγελα, τις στοναχές, την αθλητική προσπάθεια και τα χύσια δεν είναι ούτε ευτελής, ούτε καν απλή: ήδη είπα ότι δεν ερμηνεύεται και δεν κουμαντάρεται εύκολα. Βεβαίως, όπως κάθε γνώση, δεν είναι πάντοτε ιδιαίτερα ευχάριστη. Δεν υπονοώ ότι θα κάτσουμε να διαβάσουμε την άλλη για να βρούμε “θέματα” ή “προβλήματα”, ούτε ότι θα κάνουμε τη λίστα μας για να την κράξουμε μετά τον χωρισμό για το πόσο τσουλάρα είναι. Με τίποτα τέτοιες αηδίες. Λέω κάτι πολύ απλό, όπως παραπάνω: μέσα από το σεξ, με σχετική βεβαιότητα μετά τις πρώτες 5-10 επαναλήψεις αλλά και νωρίτερα, πράγματι γυμνώνεται η άλλη μπροστά σου, και δεν μιλάω καν για σωψυχίδια και τέτοια αλλά για τη δυνατότητα θέασης κι ενατένισης της άλλης.

Ένα παράδειγμα: μιλούν με λεπτομέρειες όσοι ξέρουν, εγώ δεν είχα ποτέ τέτοια εμπειρία, για την τρομακτική εμπειρία να το κάνεις με ρηχό άνθρωπο — δεν λέω “απλοϊκό”, λέω “ρηχό", που είναι περιγραφή χαρακτήρα επιμολυσμένου με δόλο και με ναρκισσισμό. Ό,τι κι αν λέει, όποιες κι αν είναι οι προϊμερικές και οι μετοργασμικές μανιέρες του ανθρώπου, στο γαμήσι βγαίνουν πάρα πολλά — για να το πω απλά.

GatheRate

Βόσπορος


Ο Βόσπορος είναι δυστυχώς κοινοτοπία. Χωρίζει την Ευρώπη από την Ασία, λέει. Ανεβαίνεις στο βαποράκι που κάνει τη διαδρομή τη ζιγκ ζαγκ και σου λένε, τώρα πιάνεις Ασία, τώρα Ευρώπη, τώρα Ασία, τώρα Ευρώπη. Σίγουρα αυτή η ιδέα είναι τουρκομπαρόκ εμπνεύσεως, αφού Ευρώπη δεν νοείται χωρίς ολόκληρη την Πόλη μέσα. Και εν πάση περιπτώσει, ο Βόσπορος βρίσκεται στη μέση της Πόλης· στην πραγματικότητα είναι ο ποταμός της Πόλης με τον τρόπο που θα αντιγράψει αιώνες μετά το Ηστ Ρίβερ στη Νέα Υόρκη, αφού χωρίζει την σωστή όχθη από την άλλη όχθη: χωρίζει το κάπου από το κάπου αλλού. Άλλωστε όπως κάθε ποτάμι που σέβεται τον εαυτό του, τον χειμώνα κατεβάζει παγωμένους υγρούς ανέμους που κάνουν τον Βαρδάρη να μοιάζει απόγεια αύρα.

Ο Βόσπορος είναι και πέρασμα με πολλή κίνηση, είναι και διάσπαρτος με αγκυροβολημένα γκαζάδικα και φορτηγά — άρα κι αχανές λιμάνι. Έχει και ψάρια και θαλασσινά που οι Σταμπουλιώτες καταναλώνουν πρόθυμα και μάλλον με άγνοια κινδύνου. Από κάτω του περνάει και τραίνο, εκεί όπου συναντάει την Προποντίδα, ενώ βεβαίως πάνω στην επιφάνειά του κυκλοφορούν αστικές συγκοινωνίες: βαπορέτα. Κάθε τι στον Βόσπορο διακηρύσσει ότι πρόκειται όχι για ραφή κρανίου κι ασυνέχεια, παρά για το ποτάμι στο κέντρο του κόσμου (γιατί τι είναι ο κόσμος παρά πόλη). Κάποιοι λίγο πιο αλαφροΐσκιωτοι θα ισχυριζόντουσαν ότι ο Βοσπορος ίσως είναι ένα από τα χαμένα ποτάμια της Εδέμ, με παραπόταμο των Κεράτιο και την ίδια την Εδέμ στη συμβολή τους.

GatheRate

Δευτέρα, 15 Αυγούστου 2016

Waterloo Bridge


Είναι η γέφυρα που δεν θα συστήσει κανείς ταξιδιωτικός οδηγός του Λονδίνου. Υστερεί σε κάλλος κι ιστορικότητα και δεν οδηγεί και πουθενά ιδιαιτέρως συναρπαστικά. Άλλωστε όλες οι γέφυρες είναι διανύσματα με διεύθυνση και φορά: οδηγούν από κάπου κάπου άλλου και σχεδόν ποτέ δεν οδηγούν από κάπου άλλου προς κάπου. Στο Λονδίνο οι γέφυρες του Τάμεση οδηγούν από Βορρά προς Νότο, εκτός ίσως από την πεζογέφυρα που συνδέει Άγιο Παύλο και Τέιτ. Η Waterloo Bridge, εις ανάμνηση του Βατερλώ, συνώνυμου στην Αγγλία νίκης περίλαμπρης, συνδέει το Aldwych με τον σταθμό του Waterloo, του Βατερλώ, από τον οποίο έφευγαν τα τραίνα για τη Γαλλία, στην οποία Βατερλώ σημαίνει Βατερλώ.

Οι γέφυρες εκτός από διανύσματα είναι και κουπαστές ακίνητων πλοίων. Πας στη μέση της γέφυρας και στέκεσαι εκεί για να ατενίσεις το ποτάμι ή τα στενά από κάτω και το τοπίο προς τον ορίζοντα. Αλίμονο στις γέφυρες που δεν περπατιούνται, κρίμα οι γέφυρες πάνω στις οποίες δεν μπορείς να σταθείς και να ακουμπήσεις στο βάθος τη ματιά σου. Από αυτή την άποψη η γέφυρα του Waterloo είναι αξεπέραστη.

Από τη δεξιά της πλευρά (είπαμε: οι γέφυρες στον Τάμεση πάνε από Βορρά προς Νότο) όλο το τουριστικό πανηγυράκι του Λονδίνου: το Κοινοβούλιο με το ρολόι, ο Μύλος κ.ο.κ. Ιδανικό σημείο για φωτογραφίες με καλό τηλεφακό ή πανοραμικές. Πηγαίνεις μετά από την άλλη πλευρά, την αριστερή. Καθώς κατεβαίνουν τα παγερά ρεύματα που τραβάει ο Τάμεσης από τη Βόρεια Θάλασσα νιώθεις να ξυπνάς σε μια εγρήγορση κι ευδία πιο εναργή από όσο θα ήθελες. Αντικρύζεις, ιδίως τη νύχτα σαν φώτα στο βάθος, το χωριό του Blade Runner, τους πύργους του Σίτυ και των Ντοκλαντς να περιστοιχίζουν τον Άγιο Παύλο όπως οι μπάτσοι διαδηλώτρια. Κοιτάς για λίγο κάτω και βλέπεις τη λασπούρα του Τάμεση να σπεύδει προς τη. θάλασσα. Και κάθε φορά συνειδητοποιείς κάτι, κάτι διαφορετικό κάθε φορά.

Η γέφυρα του Waterloo μπορεί να γίνει τόπος καρποσταλικών αναμνήσεων ή σημείο φωτισμού, του φωτισμού που προσφέρει ο κρύος υγρός άνεμος κι ένα μαγευτικό αλλά απάνθρωπο τοπίο.

GatheRate

Τα στενά της Σαλαμίνας


Η Σαλαμίνα είναι πιθανότατα ο Άδης των μικρομεσαίων, εκεί που παν οι φιλήσυχοι άνθρωποι όταν πεθάνουν. Έχει τα πάντα η Σαλαμίνα και τίποτα δεν της λείπει: έχει αγορά κι έχει και ωραία μεγάλα σπίτια διώροφα· οι παραλίες της αρκούν για να δικαιολογήσουνε το παρατσούκλι “Σαλαμύκονος” και σίγουρα θα είναι παραπάνω από ικανοποιητικές για πεθαμένους λουόμενους. Είναι νησί και δεν είναι μακριά, είναι μια νήσος μικρομεσαίων μακάρων που θα χαρίσει μεταθανάτια τρυφή σε κάθε άνθρωπο που μάταια ονειρεύτηκε το χρήμα και ζωήν αιώνιο μέσα σε εξοχικό.

Στην πραγματικότητα, αν σπουδάσει κανείς προσεκτικά το Πέραμα θα συνειδητοποιήσει ότι είναι μια από τις άκρες του κόσμου. Είναι διαποτισμένο το τοπίο από την αίσθηση του ορίου, της άκρης, του τέλους. Στο Πέραμα δεν μπορεί παρά να τελειώνει ο κόσμος, και μάλιστα όχι με πάταγο παρά με στεναγμό. Τα στενά της Σαλαμίνας συνιστούν τον ουδό του Άδη, κι όχι μόνο για να τους ναύτες του Περσικού στόλου.

Για να διαβείς τα στενά της Σαλαμίνας πληρώνεις ένα κέρμα στον βαρκάρη. Το πορθμείο είναι σιωπηλό και το μπαρ του πάντα κλειστό — τι ανάγκη έχουν από φραπέδες καραβίσιους οι πεθαμένοι; Κοιτάζεις πίσω και σιγουρεύεσαι ότι το Πέραμα ήταν η άκρη του κόσμου. Προσεγγίζοντας τη Σαλαμίνα βλέπεις στις ακτές της ένα λοιμοκαθαρτήριο ή σανατόριο — εγκαταλελειμμένο βεβαίως, αφού στον Άδη είναι η κατάπαυση των νοσημάτων. Πλησιάζεις τα Παλούκια και επιβεβαιώνονται οι υποψίες σου: εδώ είναι ένα μακάριο κατοικητήριο πεθαμένων. Εδώ είναι επιτέλους η ήσυχη ζωή. Κατεβαίνεις και βρίσκεις τη δική σου θέση στας αιωνίους μονάς, κάποιες από τις οποίες τίμησαν και οι βασιλείς των Ελλήνων, αφού πάρεις τυρόπιτα από έναν από τους πολλούς καλούς φούρνους.

GatheRate

Κυριακή, 14 Αυγούστου 2016

Σεξουαλική στέρηση


στον Νάτση, που το παρήγγειλε

Διαβάζω τον Κόσμο Ανάποδα του Γκαλεάνο, μάλλον κακογραμμένο βιβλίο χωρίς ιδιαίτερη συνεκτικότητα: θα είχε περισσότερο ζουμί διαρθρωμένο σαν μια σειρά ποστ, άρθρα ή κάτι τέτοιο. Είναι όμως πολύ ενδιαφέρον βιβλίο, αφού διαβάζοντάς το αντιλαμβάνεται κανείς και ποιες είναι οι μνημονιοκρατικές μέθοδοι και ότι βεβαίως έχουν εφαρμοστεί σε μεγάλη έκταση στη Λατινική Αμερική.

Μια συνέπεια της εφαρμογής αυτών των μεθόδων είναι και η δαιμονοποίηση της φτώχειας, μια εντελώς νεοφιλελεύθερη πρακτική: οι φτωχοί είναι μούργα, τεμπέληδες, έρμα. Είναι φτωχοί γιατί είναι αλκοολικοί κι αμόρφωτοι (και όχι “είναι αλκοολικοί και αμόρφωτοι γιατί είναι φτωχοί”). Και πάει λέγοντας. Η μισανθρωπία στην υπηρεσία του πλουτισμού των λίγων, η μισανθρωπία και η συντριβή των φτωχών ως τρόπος να εσωτερικεύσουν οι φτωχοί ότι οι ίδιοι ευθύνονται για τη “μοίρα” τους και για το “ριζικό” τους: η φτώχεια δεν είναι πολιτικό πρόβλημα, δεν είναι καν συμφορά και θεομηνία, παρά ευθύνη των φτωχών και οψώνια των αμαρτιών τους.

Αυτό μου θύμισε μια μισανθρωπική πρακτική προσφιλή στη δική μας κοινωνία: τη δαιμονοποίηση της σεξουαλικής στέρησης. Βεβαίως, θα πει κανείς ότι ο παραληλισμός είναι επιεικώς άστοχος γιατί αν κάποιος είναι σεξουαλικά στερημένος όντως ευθύνεται τουλάχιστον εν μέρει και οι ίδιος για αυτό. Σύμφωνοι. Το πραγματικό ζήτημα είναι η στέρηση ως μομφή, όχι η ίδια η στέρηση.

Η σεξουαλική στέρηση ως μομφή, μέσα στο μεγάλο ερμηνευτικό πλαίσιο της πατριαρχίας, βρίσκεται στη βάση της στερεοτυπικής σκιαγράφησης της αποστεγνωμένης γεροντοκόρης και της νυμφομανούς χήρας. Και εκτός πατριαρχίας, η σεξουαλική στέρηση ερμηνεύει την ακμή και την αδιάκοπη θλίψη κι οργή του σπυριάρη έφηβου (έως και ετών 30 στην Ελλάδα) ή τις αϋπνίες γερόντων. Και πάλι θα παραπονεθεί κανείς ότι αυτού του είδους τα στερεότυπα ανήκουνε πλέον στη σφαίρα της λαογραφίας ή ότι δεν αποτελούν τίποτε περισσότερο από μάλλον αθώα καλαμπούρια. Διαφωνώ ριζικά αλλά ας δεχτούμε ότι όντως πρόκειται για καλαμπούρια κι ας προχωρήσουμε, δεδομένου ότι κάποιοι αναγνώστες ήδη έχουν αναγνωρίσει τουλάχιστον άλλες δύο σχετικές μομφές.

Η πρώτη είναι βεβαίως του μαλάκα: οι ιδιότητες του idiot ονοματίζονται στα ελληνικά από την καταφυγή στον (μάλλον καθ’ έξη) αυνανισμό. Σχετικά είναι και τα “άντε γαμήσου να ασπρίσεις / να ξελαμπικάρεις” ή προτροπές να πάει κανείς στις πουτάνες μήπως και συνέρθει / ξαλλεγράρει. Δεδομένου ότι η αποχή από την ερωτοπραξία δημιουργεί αβάσταχτες μη-σεξουαλικές εντάσεις και μαγκώματα που ο αυνανισμός δεν επιλύει, ανεξαρτήτως ποσότητας και ποιότητας της μαλακίας, δεν μοιάζει κι εντελώς άδικο να στιγματιστεί ο στερημένος άντρας ως ο πρωτοτυπικά idiot. Σε αντίστοιχα συμπεράσματα φαίνεται να έχει καταλήξει και ο πληθυσμός της νοτιοανατολικής Αγγλίας, άλλωστε, με τα wanker και τα tosser του.

Η δεύτερη μομφή δεν είναι ολωσδιόλου αθώα κι έχει να κάνει με το κράξιμο γυναικών, αυτό που λέμε slut shaming. Εδώ μπαίνουμε πάλι μέσα στην τέντα του ερμηνευτικού τσίρκου της πατριαρχίας. Σε πρώτη φάση, η κουλτούρα του βιασμού ανευρίσκει ελαφρυντικά της βίας κατά των γυναικών στο τι φοράνε και στο αν είναι “προκλητικό”. Σε δεύτερη φάση, λιγότερο προφανή, ερμηνεύουμε το ντύσιμο και τη συμπεριφορά γυναικών και με βάση το πόσο στερημένες είναι, άρα με το κατά πόσον χρησιμοποιούν λ.χ. το ντύσιμό τους ως εργαλείο για να προκαλέσουν. Ως εδώ καλά: όλοι ενίοτε ντυνόμαστε κάπως προκειμένου να σαγηνεύσουμε, εκτός και αν είμαστε μοναστικών τάσεων. Όταν όμως μιλάμε για γυναίκες, η πρόθεση να προκαλέσουν (όταν, είπαμε, δεν αποτελεί πρόσχημα για να δικαιολογήσουμε βία εναντίον τους) ερμηνεύεται ως ένδειξη σεξουαλικής στέρησης.

Και εδώ επιτέλους φτάνουμε στον πυρήνα του ζητήματος: η σεξουαλικά στερημένη γυναίκα στιγματίζεται και δαιμονοποιείται και σήμερα, ιδίως αν αφήνει να διακρίνονται εξωτερικά γνωρίσματα της στέρησής της. Κράζεται και χλευάζεται. Λες και η στέρηση είναι παράπτωμα ή συνέπεια κάποιου ηθικού σπίλου. Λες και η προσπάθεια να θεραπευθεί η στέρηση μέσω του ντυσίματος ή μιας πιο αλλέγρας και θελκτικής συμπεριφοράς (αν ντε και καλά πρέπει να κάνουμε ψυχολογία του ποδαριού) είναι κατακριτέα. Βεβαίως οι στερημένες αλλά και οι αχόρταγες ερωτικά γυναίκες θεωρούνται, ρητά και υπόρρητα, προβληματικές: αν δεν πηδιούνται κάποιο πρόβλημα έχουν, αν πηδιούνται αλλά ακόμα αισθάνονται στερημένες, θεός φυλάξοι και αμάν παναγίτσα μου ή, επί το ψυχολογικότερον, έχουνε θέματα να επιλύσουνε.

Συνεπώς, όπως η ύπαρξη μιας χούφτας κλασικών τεμπέληδων μπορεί να γίνει αφορμή να στιγματιστεί ολόκληρη η τάξη των φτωχών μέσα στη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία, έτσι και το (ελέω και πατριαρχίας) μάγκωμα κάποιων γυναικών γίνεται αφορμή μέσα στο ερμηνευτικό τσίρκο της πατριαρχίας να στιγματιστεί κάθε γυναίκα που θέλει περισσότερο σεξ και που το δείχνει.

GatheRate

Πέμπτη, 11 Αυγούστου 2016

Γενεά σκολιά κτλ. κτλ.

Η γενιά μας μεγάλωσε με πολλές μικρές θλίψεις, όχι μέσα σε κατακλυσμιαία γεγονότα όπως πόλεμοι, κατοχές και μνημονιοκρατίες — γι’ αυτό και ο Δεκέμβρης του ’08 μας φάνηκε δυσερμήνευτος ή κι εντελώς ακατάληπτος.

Κάποιες από αυτές τις στενοχώριες και αγωνίες φαντάζουν (και είναι) ευτελείς και ελαφριές, σχεδον μικροπρεπείς: μεγαλώσαμε μέσα σε συνθήκες εν μέρει μικροαστικές, εν μέρει first world problems. Η διερωτησή μας καθώς μεγαλώνμε και έπηζε μέσα μας η αντίληψη του κόσμου ήταν τι ζωή είναι αυτή που κυλάει ανάμεσα σε μικροκαβγάδες και ψευτοαπογοητεύσεις, μια ζωή μικρές ιστορίες στο κέντρο και στις συνοικίες. Βλέπαμε τη ζωή μας να κυλάει τα νερά της μέσα σε τοπία λοφώδη και πληκτικά, μακριά από αλπικά ανάγλυφα και χωρίς άγριους οριζόντιους διαμελισμούς, μακριά από χαράδρες και οροπέδια.

Η γενιά μας μεγάλωσε και με πολλές μικρές βεβαιότητες: κακή τσιμεντούπολη, καλό χωριό· Ελλάδα σε 53 χρωματιστά τμήματα εν μέσω μπεζ χαρτογραφικών ερήμων και γαλάζιας θάλασσας· μακριά από τα πολιτικά και τη διχόνοια που φέρνουν· ο καλός δεν χάνεται· όποιος κοιτάει τη δουλειά του δεν ζημιώνεται· άκου, βλέπε, σώπα· όχι στις υπερβολές· υπάρχουνε πράγματα που γίνονται και δεν λέγονται — κτλ.

Και φτάσαμε πια στην ηλικία που καλοθυμόμαστε τους γονείς μας.  Και τα έχουμε λιγάκι χαμένα. Γιατί οι γονείς μας στην ηλικία μας έκαναν αυτά που τους κάπνιζε (έτσι έλεγαν τότε: ό,τι μου καπνίσει) και δεν τους απασχολούσε αν θα στεναχωρεθεί η μαμά τους ή αν δεν εγκρίνει ο μπαμπάς τους, γιατί είχανε δουλειά και πόρτα που έκλεινε πίσω τους και (συνήθως) είχανε και παιδιά δικά τους και — άμα λάχει — έκοβαν την καλημέρα στους γονείς τους εάν τόλμαγαν να πούνε καμμιά κουβέντα παραπάνω.

Εμείς πάλι ζούμε με τους γόνεις ή κοντά τους, περίπου στην ηλικία που εκείνοι έχτιζαν σπίτια κι εξοχικά ή πήγαιναν στην Ευρώπη με φίατ κι όπελ και λάντα μέσω Γιουγκοσλαβίας — κατά την τάξη και κουλτούρα τού καθενός.

Τους αφήνουμε να μας ποτίζουν ενοχές και να μας κηρύσσουν τον λόγο του θεού τους, των νευρώσεων και των διαψεύσεών τους, λες κι είμαστε έφηβοι· τους ακούμε προσεκτικά.

Δεν μας νοιάζει μόνον η γνώμη του κόσμου, σαν καλοί Έλληνες που είμαστε, αλλά και των συγγενών, με τους φίλους μας να παριστάνουν τους αυτόκλητους ερασιτέχνες ψυχαναλυτές.

Βρίζουμε, καλιαρντεύουμε ντεμέκ και λέμε μαλάκα κάθε τρεις και λίγο για να νιώθουμε μεγάλοι, λες κι είμαστε δέκα χρονών.

Στην ηλικία που οι γονείς μας δοκίμαζαν δειλά τι εστί παρτούζα και αγόραζαν βίντεο για να βλέπουνε σπίτι τους τσόντες (“δεν έχουν τίποτα τα κανάλια”) εμείς χαμογελάμε όλο πλησμονή μπροστά από τις μέινστριμ ιντερνετικές τσοντίτσες.

Φοράμε κομποσχοίνια κατάσαρκα πάνω από τατού (όχι πια “τατουάζ”) αφιερωμένα στην πατρίδα και στην οικογένεια, που είναι πάνω απ’ όλα· μιλάμε για Ορθοδοξία κι Ελληνισμό περισσότερο κι απ’ όσο μιλάμε για “πολιτικούς”, γάβρους και τον ΠΑΟΚ.

Αγοράσαμε σπίτια και κάναμε οικογένειες όχι επειδή έπρεπε, σαν τις προηγούμενες γενιές, αλλά γιατί έτσι θέλαμε να πιστεύουμε ότι θα ολοκληρωθούμε σαν άνθρωποι…

Είμαστε η γενιά των μικρών θλίψεων, των δειλών αποφάσεων, της ανάγκης για ουδετερότητα κι ησυχία, των ήπιων απολαύσεων. Είμαστε αγκιστρωμένοι με πείσμα και λύσσα πάνω στην κανονικότητα κι ας αποσυντίθεται εκείνη στο άγγιγμά μας σαν άθαφτο λείψανο.

GatheRate

I wan’na be like you

Η διασκευή του ντισνεϋκού τραγουδιού από τους Big Bad Voodoo Daddy ακούγεται στην ταινιάρα Swingers. Η ταινία μιλάει για την εναγώνια αναζήτηση του έρωτα εκ μέρους ενός άντρα που δεν είναι τόσο παίκτης όσο "θα έπρεπε”. Συνεπώς η ταινία είναι κωμωδία. Μάλιστα, πρόκειται για όντως αστεία κωμωδία.

Θέλω να πιστεύω ότι η ανάσυρση του τραγουδιού για να συμπεριληφθεί στην ταινία δεν είναι τυχαία. Η πρώτη του εκτέλεση χρονολογείται από τη δεκαετία του ’40, στη σκηνή ο βασιλιάς των πιθήκων απευθύνεται στον Μόγλη και του λέει ότι και θέλει και μπορεί να του μοιάσει και να γίνει σαν κι αυτόν. Με άλλα λόγια, στο I wan’na be like you εντοπίζουμε μια βασική διάθεση και τάση που μας πυροδοτεί ο έρωτας: να μοιάσουμε με αυτόν ή με αυτήν που έχουμε ερασθεί. Αν το να μοιάσουμε στον ίδιο τον εαυτό μας, το να πάψουμε να γινόμαστε και να αρχίσουμε να είμαστε, αποτελεί διαδικασία που συναπαρτίζει μερικές πορείες αυτοπραγμάτωσης, η μίμηση του άλλου είναι διαδικασία του να ερωτεύεσαι. Όχι πάντοτε, αλλά πολλές φορές.

Βεβαίως, αποτελεσματική μίμηση — κι όχι απλοϊκότητες τύπου Άλαν Μπέιτς — επιτελείς όταν προσπαθείς να ανακαλύψεις και κατά κάποιον τρόπο να αναπαραγάγεις αυτό που συνιστά τον άλλο. Συνεπώς η μίμηση δεν περιορίζεται στην αντιγραφή σουσουμιών, συμβεβηκότων κι εξωτερικών γνωρισμάτων· μίμηση είναι η μεθοδική βάσανος του να αποκαλύψεις και να δουλέψεις από μόνος σου τους μηχανισμούς του άλλου, του εραστή, της ερωμένης: δεν τζαμώνεις τον άλλο παρά προσπαθείς να βρεις τα στοιχεία του ρυθμού εκείνης ή εκείνου που σε μαγεύει για να (ξανα)χτίσεις κάτι από τον εαυτό σου.

Εννοείται βεβαίως πως όταν μιλάμε για ερωτική μίμηση δεν συζητάμε για ναρκισσιστές και μαλαγάνες (“χειριστικούς” τους λένε πια) πυγμαλίωνες που θέλουν εκείνοι να σε πλάσουν εσένα κατά τα κέφια και κατά τη βολή τους, κατά τα όποια ιδανικά τους ή κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσίν τους.

Πάντως η μίμηση του άλλου δεν περιορίζεται στην περίπτωση που είσαι γορίλας και να θες να γίνεις mancub, Μόγλης. Μίμηση δεν συνεπάγεται ούτε “βελτίωση”, ούτε καν να ανέβεις αναβαθμό. Κι ας λένε πολλοί “ο έρωτάς σου με κάνει καλύτερο άνθρωπο”, μάλλον “ζωντανό” θέλουν να πούνε. Γενικότερα, δεν μας κάνει “καλύτερους" ο έρωτας, μας κάνει κάτι διαφορετικό και ίσως κάτι καινούργιο και πιο μεγάλο, καθώς μιμούμενοι χτίζουμε προσθήκες κι επεκτάσεις του εαυτού μας.

GatheRate

Το σώμα (και η πλάνη του πρωτογονισμού)


Το σώμα μάς αφορά όσο είναι ζωντανό. Δηλαδή, το σώμα μάς απασχολεί ενόσω είναι κάποιος.

Παράδειγμα, το σώμα μάς θέλγει και μας καυλώνει και μας χαρίζει ηδονές κι οργασμούς όσο είναι κάποιος και με την προϋπόθεση ότι είναι κάποιος. Όχι “το σώμα κάποιου”, αλλά κάποιος. Δεν είναι απαραίτητο να μιλάμε για πρόσωπο, αν και η διολίσθηση από το “κάποιος” στο “πρόσωπο” είναι λογικώς αναμενομένη στον όλο εξιδανικεύσεις και μεγάλες αφαιρέσεις πολιτισμό μας. Δεν ποθούμε και δεν ερωτευόμαστε και δεν λαγνουργούμε με πρόσωπα, παρά με κάποιον ή κάποια. Από αυτήν την άποψη, ο έρωτας είναι ανθρώπινος αλλά όχι προσωπικός. Ναι μεν δεν έχει τίποτα το ζωώδες, είτε μιλάμε για γούστο της μιας αρπαχτής είτε για αυτό το πράγμα που βρίσκεται στις παρυφές της αγάπης, αλλά δεν είναι προσωπικός ο έρωτας· πολύ απλά, ο έρωτας δεν είναι φιλία. Ο έρωτας εξαρτάται περισσότερο από το πώς μιλάει η άλλη ή από τη νοσταλγία μας για τις γάμπες της ή από τις ιδιοτροπίες του φιλιού της, παρά από την κοσμοθεωρία της, τις επαγγελματικές επιλογές της ή τα μουσικά γούστα της. Ναι, ο έρωτας προσφέρει δυνατότητες για μέθεξη σε αδιανόητα βάθη και μεταρσιωτικές εντάσεις: και ο Χειμωνάς και ο Ροθ συμφωνούν ότι τελικά κανείς δεν είναι σοφότερος από το σώμα και κανείς δεν είναι ανώτερος του έρωτα. Αλλά ήδη από την εποχή του Ψελλού δεν συγχέουμε τις δυνατότητές του με το ίδιο το πράγμα, όπως δεν συγχέουμε τον συγγραφέα με τα κείμενά του.

Γενικότερα το σώμα μάς απασχολεί ενόσω είναι κάποιος: ενόσω πάσχει, κρυώνει, το πιάνει κόψιμο, πεινάει, παραλύει, διψάει, αρρωσταίνει, στέκεται προς ενατένιση, μεθάει, κουράζεται, φονεύεται, κατουριέται, ζεσταίνεται, γίνεται κτήμα ή αντικείμενο βασανισμού. Κάποια από τα πάθη αυτά μάς φαίνονται πολιτικότερα από άλλα, π.χ. άλλο ο εξανδραποδισμός και άλλο η δίψα και το κόψιμο. Βεβαίως εξανδραποδισμός και βασανισμός δεν υφίσταται παρά μέσα σε ένα πολύ συγκεκριμένο πολιτικό πλαίσιο, καθώς επιβάλλεται από κάποια αυθεντία (την οικογένεια, το κράτος, το ιερατείο κτλ.), ενώ από τη δίψα ή την αρρώστεια δύσκολα ξεφεύγει κανείς. Ωστόσο, η πείνα ενός ανθρώπου (και πώς ή πόσο εύκολα θα την κορέσει) ή το χέσιμο ενός ανθρώπου (και αν θα πρέπει λ.χ. να πληρώσει για να χέσει) δεν μας αφορά αν δεν είναι κάτι που παθαίνει κάποιος. Και το να είσαι κάποιος είναι και πολιτικό ζήτημα.

Θα αντιτείνει κανείς ότι σε μια πρωτόγονη κατάσταση το πώς αντιμετωπίζεις την πείνα, την δίψα, το κρύο κτλ. εξαρτάται αποκλειστικά από δεξιότητες που έχεις εσύ ο ίδιος: ψάρεμα, κυνήγι, απλή οικοδομική. Εξαρτάται επίσης και από το κατά πόσο είναι φιλόξενο το περιβάλλον στο οποίο βρίσκεσαι: αλλιώς στην τούνδρα, αλλιώς στο Ρουμπ-Αλ-Χαλί, αλλιώς σε κοιλάδες με καρποφόρα. Με δυο λόγια, θα αντιτείνει κανείς, και πρόκειται για σκεπτικό πολύ της μόδας, ότι ο πρωτόγονος άνθρωπος και το σώμα του είναι μόνος απέναντι στη φύση και στα στοιχεία της. Όντως η εποχή θέλει να βλέπει τα πάθη του σώματος ως εντελώς πρακτικά ζητήματα η επίλυση των οποίων προϋποθέτει προσκοπικές δεξιότητες, άριστη φυσική κατάσταση και γνώσεις τροφοσυλλεκτών ως προς το τι είναι εδώδιμο και πόσιμο.

Βεβαίως πρόκειται για σοβαρή πλάνη: οι τροφοσυλλέκτες πρόγονοί μας δεν πέρασαν δεκάδες χιλιάδες χρόνια ανθρώπινης προϊστορίας τριγυρνώντας ολομόναχοι και χτισμένοι στα κρόσφιτ σαν τον Ταρζάν ή σαν τον Bear Grylls. Οι τροφοσυλλέκτες ζούσαν και ταξίδευαν ως κοινότητες ανθρώπων, μικρές οργανωμένες κοινωνίες με καταμερισμό αρμοδιοτήτων και καθηκόντων αλλά χωρίς εξουσία όπως την κατανοούμε σήμερα (δηλαδή συνδυασμό απραξίας και αυθεντίας). Οι τροφοσυλλέκτες ήξεραν ότι κανείς δεν πεινάει μόνος, ακριβώς γιατί είναι κάποιος, ότι κανείς δεν κρυώνει μόνος, ότι κανείς δεν πεθαίνει μόνος (αν και χωρίς σύγχρονη ιατρική θα του συνέβαινε το πολύ μέσα σε 3-4 δεκαετίες από τη γέννησή του). Και όταν έπαυε να είναι κάποιος με τον θάνατό του, θα του απέδιδαν τιμές και θα του χάριζαν κτερίσματα.

Από τον έρωτα μέχρι την πείνα, από τον εξανδραποδισμό μέχρι τα βασανιστήρια, από την κούραση μέχρι την αρρώστεια (ιδίως αυτήν!) όσα υφίσταται το σώμα τα υφίσταται ενόσω είναι κάποιος. Από αυτή την άποψη, πρόκειται για παθη λιγότερο ή περισσότερο πολιτικά, πάθη που αφορούν την κοινότητα, αφού είμαστε κάποιοι μέσα στην κοινότητα, την κοινωνία (αν προτιμάτε).

Πάντως, παρά τις όποιες εντυπώσεις, το λιγότερο πολιτικό από τα πάθη πρέπει να είναι ο έρωτας, και μάλιστα σε έναν κόσμο με αποτελεσματικές μεθόδους αντισύλληψης.

GatheRate

Δευτέρα, 1 Αυγούστου 2016

Οικογενειακά δεσμά

Για το θέμα (ελληνική) οικογένεια έχω ξαναγράψει. Παραδέχομαι όμως πως είναι πάρα πολύ δύσκολο να μιλήσει κανείς για το θέμα, ιδίως αν θέλει να πάει πέρα από γενικές διαπιστώσεις ή από επισημάνσεις λίγο πολύ γνωστές.

Οι περισσότεροι από εμάς έχουμε γονείς και βεβαίως βρισκόμαστε σε πολύπλοκες σχέσεις μαζί τους· επίσης πάρα πολλοί έχουμε παιδιά και πλέκουμε εξίσου πολύπλοκες σχέσεις μαζί τους. Κι ας μη μιλήσουμε καν για αδέρφια. Πάρα πολλοί από εμάς αισθανόμαστε ότι η οικογένεια είναι οι μόνοι πραγματικά δικοί μας άνθρωποι και οι πιο κοντινοί μας. Αντιλήψεις όπως "πρώτα η οικογένεια", "η οικογένεια πάνω απ' όλα", "η οικογένεια ποτέ δεν θα σε προδώσει" κτλ. είτε μας είναι πολύ οικείες είτε τις πρεσβεύουμε κιόλας. Τέτοιες αντιλήψεις συνθέτουν μια χαλαρή ιδεολογία με στέρεη βιολογική βάση και με την όλο βεβαιότητες επίνευση της αμερικανικής νοοτροπίας και ιδεολογίας: μια πολύ συγκεκριμένη θέαση της οικογένειας που πλασάρεται σαν πανανθρώπινη αλήθεια.

Επιπλέον, στην Ελλάδα όπως και αλλού, η επίκληση στην οικογένεια είναι βασική μέθοδος με την οποία ψευδοψυχαναλυτικά ερμηνεύουμε τη συμπεριφορά των άλλων: πόσοι δεν έχουμε περιπέσει στο σφάλμα να επικαλεστούμε τον αυταρχισμό, την αστοργία, τη φορτικότητα, την απουσία, την επιτυχία ή την ασημαντότητα κ.ο.κ. του πατέρα ή της μητέρας ώστε να εξηγήσουμε ή να δικαιολογήσουμε συμπεριφορές... Μάλιστα, υπάρχουν μέχρι και επαγγελματίες ψυχαναλυτές που προσπαθούν να ερμηνεύσουν κοινωνικές ομάδες ή κοινωνίες ολόκληρες με βάση τη σχέση των ατόμων που τις απαρτίζουν με τα γονικά τους.

Τα περισσότερα από τα παραπάνω είναι παραδόξως ακόμα τυφλά σημεία, αλλά δεν είναι τα μοναδικά σε σχέση με το φαινόμενο οικογένεια. Ας δούμε ακόμα τρία τέτοια τυφλά σημεία.

Διάολοι
Όλοι έχουμε υποστεί πιτσιρίκια εκτός ελέγχου που σκούζουν, φωνάζουν, τσιρίζουν, μανουριάζουν, μουτζοκλαίνε, γκαρίζουν, μινυρίζουν. Αν η μάνα είναι εργαζόμενη, ε, η μομφή είναι προκάτ κι ετοιμοπαράδοτη: "δεν ασχολείται με τα παιδιά της", λες και τα δεκάδες χιλιάδες χρόνια που οι ανθρώπινες κοινωνίες ήταν κοινωνίες τροφοσυλλεκτών (ή και αργότερα) οι μανάδες ξημεροβραδυάζονταν διαπαιδαγωγώντας τα βλαστάρια τους. Αν πάλι η μάνα δεν εργάζεται, σίγουρα κακομαθαίνει τα γκρινιάρικα και άτακτα παιδιά, αφού είναι συνεχώς από πάνω τους και τους κάνει τα χατίρια. Εσχάτως, η απάντηση στην παιδική ζωηράδα είναι ritalin: για όλα πρέπει να υπάρχει κι από ένα χάπι.

Το πιο ενδιαφέρον είναι ότι πολλές φορές οι ίδιοι οι γονείς δεν έχουνε καν επίγνωση πόσο τρομακτικά ενοχλητικό γίνεται το παιδάκι τους για τους γύρω ή, μέσα στην άφατη κόπωση και απογοήτευση τους, επιλέγουν τελικά να μην ασχολούνται άλλο με το πόσο αντικοινωνική είναι η διαγωγή του μικρού διαόλου: υποκρίνονται ότι η θηριώδης συμπεριφορά των μικρών τους εμπίπτει μέσα στα όρια του ναζιού, του ακκισμού, του χαριεντίσματος.

Επιπλέον, πολλοί γονείς μικρών τυράννων φαίνονται να μην αντιλαμβάνονται ολωσδιόλου πώς η δική τους συμπεριφορά ενθαρρύνει το παιδί να σκούξει, φωνάξει, τσιρίξει, μανουριάσει, μουτζοκλάψει, γκαρίξει, μινυρίσει. Συνήθως πρόκειται για τους ίδιους γονείς που μπινελικώνουν τα παιδιά τους, που πλακώνονται και βρίζονται μπροστά στα παιδιά, που δεν βάζουν όρια στο παιδί (και το παιδί σχεδόν νομοτελειακά θα προσπαθήσει να τα διευρύνει ούτως ή άλλως: να κοιμηθεί πιο αργά, να φάει κι άλλο παγωτό κτλ), που βάζουν ένα όριο ή υπόσχονται κάτι για να αθετήσουνε μετά τον κανόνα ή την υπόσχεση με ελάχιστη πίεση.

Αν και είμαι αναρμόδιος να γνωματεύσω, μου φαίνεται ότι το να είσαι γονιός είναι πρωτίστως πράξη στοργής και μετά συνέπειας. Όμως η στοργή χωρίς συνέπεια είναι μάλλον χειρότερη από τη συνέπεια χωρίς στοργή -- αν ντε και καλά πρέπει η μία από τις δύο να απουσιάζει (που δεν πρέπει).

Προσωπικές αρχαιολογίες
Είπαμε για την επίκληση στην οικογένεια: συζητάς με ενήλικες που δικαιολογούν και ερμηνεύουν συμπεριφορές, και τις δικές τους και των άλλων, με βαση τη σχέση με τους γονείς τους, και μάλιστα όπως τη βλέπουν αναδρομικά, ως ενήλικες. Τις περισσότερες φορές σφετερίζονται την έννοια του τραύματος: αίφνης, το να σε κορόιδευε ο πατέρας σου γίνεται κάτι ποιοτικά ομοειδές με τη φρίκη του να σε κακοποιούσε, μόνον οι ποσότητες διαφέρουν. Άλλοι μιλούν για το μεγάλωμά τους μέσα σε μονογονεϊκή οικογένεια σαν να πρόκειται για ελαφριά μορφή εγκατάλειψης, λες και το ορφανοτροφείο και μια μονογονεϊκή οικογένεια είναι ποιοτικώς ομοειδείς και διαφέρουν μόνον ως προς την ποσότητα της εγκατάλειψης. Το ότι είσαι πρωτότοκος (άρα νιώθεις ότι παρακολουθείσαι, άρα αισθάνεσαι ένας μικρός ενήλικας) γίνεται καραμέλα που ανακουφίζει τις όποιες φλεγμονώδεις συνειδήσεις, λες και το να είσαι πρωτότοκος ισοδυναμεί με το να είσαι το πεντάρφανο που δούλεψε στα ορυχεία από τα 9 του για να αναστήσει τα αδερφάκια του.

Ενθαρρυνόμαστε να ανασκάπτουμε την παιδική μας ηλικία (ή των άλλων) όχι ως μέρος μιας  ψυχαναλυτικής διαδικασίας υπό την καθοδήγηση ειδικού, παρά με τον τρόπο που χρησιμοποιείται η αρχαιολογία για να ταΐσει τον εθνικισμό: επιλεκτική ερμηνεία ανασκαφών σε στοχευμένες τοποθεσίες της μνήμης που θα "εξηγήσει" συμπεριφορές και άρα θα τις δικαιολογήσει. Καλούμαστε να αντιμετωπίζουμε τους εαυτούς μας απαραθραύστως ως παιδιά. Θεωρώ ότι αυτή η χρήση της παιδικής ηλικίας από ενήλικες, επαναλαμβάνω όχι ως μέρος μιας θεραπευτικής διαδικασίας, είναι πολύ μεγάλη απάτη ή αυταπάτη, ένα ψέμα που λέμε για να καθησυχάσουμε και να δικαιολογήσουμε. Επίσης νομίζω, να το ξαναπώ, ότι "από μια ηλικία και μετά, ας πούμε τα 20, τα 25 ή τα 35, είσαι το υλικό που παραδίδει σ' εσένα η παιδική σου ηλικία και η εφηβεία σου: αυτό είσαι με αυτό θα δουλέψεις, ως αυτό υπάρχεις. Θα καλλιεργήσεις ό,τι μπορείς να καλλιεργήσεις, θα επουλώσεις ό,τι μπορείς και όπως μπορείς: με φάρμακα, με ψυχοθεραπεία, με γιόγκα, με αφοσίωση, με φιλίες κι αγάπη (αν βρεις). Mετά τα (ας πούμε) 25, τα παιδικά σου χρόνια (ήσουν παραχαϊδεμένος, ήσουν παραμελημένος, οι γονείς σου σε κόμπλαραν, ήτανε λούζερ πελώριοι, σε εγκατέλειψαν, χώρισαν, τους είδες να το κάνουν, αλληλομισιούνταν κι έμειναν μαζί για σένα κτλ.) εξηγούνε πολλά, όμως όχι όλα. Και δε δικαιολογούνε τίποτε."

Κι εν πάση περιπτώσει, όπως διάβασα πρόσφατα εδώ, "για να υπάρξεις χωρίς τον πατέρα, υποστήριζε ο Λακάν, πρέπει να μάθεις να τον αξιοποιείς. Η άρνηση του πατέρα σε αλυσοδένει για πάντα στον πατέρα. Το μίσος δεν απελευθερώνει, δεσμεύει αιωνίως, δημιουργεί μονάχα τέρατα, εμποδίζει την ανάπτυξη της ζωής. Η ρητορική που υποδεικνύει να γινόμαστε γονείς του εαυτού μας –ψευδαίσθηση την οποία υποστηρίζει η εποχή μας– παραβλέπει το γεγονός ότι καμιά ανθρώπινη ζωή δεν δημιουργείται από μόνη της. Απορρίπτοντας την πατρότητα απορρίπτει και το συμβολικό χρέος που κάνει εφικτή τη γενεαλόγηση διά μέσου των γενεών. Η ελευθερία αποσυνδέεται από την ευθύνη και γίνεται ιδιοτροπία, θρίαμβος της διαστροφής".

Αλκατράζ της αγάπης
Τα παραπάνω σχετίζονται με το ολοκληρωτικό ιδανικό της δεμένης οικογένειας, κατά Χάουαρντ Ζινν της "κατεξοχήν φυλακής ως προς την πανουργία και την πολυπλοκότητά της". Δεχόμαστε ως ενήλικες να εγκλειστούμε σε αυτή την ειρκτή συνήθως ισοβίως, γιατί ο κόσμος εκτός της είναι ζούγκλα, όπως μας υπενθυμίζει και ο Κυνόδοντας.

Η δεμένη οικογένεια, που είναι φυλακή όταν δεν είναι χίμαιρα, παρέχει εγγυημένη υποστήριξη στα μέλη της και, κυρίως, εγγυημένους συναισθηματικούς δεσμούς. Στη σύγχρονη και πιο αμερικανική εκδοχή της, υποτίθεται ότι παρέχει εξασφαλισμένη απεριόριστη αγάπη διαρκείας.

Η εγγυημένη υποστήριξη συνήθως είναι κάτι που πράγματι η δεμένη οικογένεια παρέχει, σε κάποιες κοινωνίες θεσμικώς σχεδόν: τροφή, στέγη, υποστήριξη, σπουδές και κατάρτιση, προίκα και χαρτζιλίκι μέχρι τα 16, τα 25, τα 30 ή τα 50· φροντίδα στην αρρώστεια, την ανέχεια ή τα γεράματα. Το αντάλλαγμα είναι η συμμόρφωση, όπως σε κάθε εξουσιαστική δομή -- πολύ περισσότερο σε μια φυλακή: σπουδές αν είναι οι σωστές, χαρτζιλίκι αν δίνεις λογαριασμό, προίκα αν πάρεις τον σωστό άντρα, γηροκόμηση αν δεν κάνεις τρέλες, δεν πολυμιλάς και δεν κάνεις πράγματα που "πια δεν μπορείς να κάνεις" (κι έτσι φυραίνεις και πεθαίνεις μια ώρα αρχύτερα).

Οι εγγυημένοι συναισθηματικοί δεσμοί είναι μια παροχή της "δεμένης οικογένειας" που εξυπακούεται σε κάποιους πολιτισμούς πιο έντονα απ' ό,τι σε άλλους. Σου λεν ότι ξεκινάς με μπόνους μερικούς ανθρώπους να αγαπάς και να σε αγαπάνε: γονείς, αδέρφια, παιδιά, σόι έκτασης που ποικίλλει ανά κουλτούρα και κοινωνία. Έχεις καβάντζα αγάπης. Δεν χρειάζεται να κάνεις φίλους, δεν χρειάζεται να αφοσιωθείς σε εραστές κι ερωμένες, δεν χρειάζεται πολλή εμβάθυνση και δόσιμο με ξένους -- άλλωστε ο κόσμος εκτός της οικογενείας είναι ζούγκλα.

Βεβαίως, η καβάντζα συναισθηματικών δεσμών παραχωρείται με ανταλλάγματα, π.χ. "οι Ινδές μάνες είναι σαν Μεσογειακές μάνες που, ως γνωστόν, είναι σαν Εβραίες μάνες. Ίδιες όμως, ντιπ για ντιπ: μίρλα, οικοδόμηση ενοχής με διπλές παγιδεύσεις, passive aggression. Μέχρι και στο πότε θα παντρευτείς παιδάκι μου;".

Η δεμένη οικογένεια επιμένει ότι έχει να σου προσφέρει σχέσεις υψηλής ποιότητας, εγγυημένες, που δεν εξαρτώνται από τόπους διαμονής και γειτονίες, συναδέρφους, σεξουαλικές σχέσεις και φιλίες που πιάνονται και μετά αλησμονιούνται κτλ. Η δεμένη οικογένεια, αν έχεις την ταπεινότητα να είσαι λίγο λιγότερο ο εαυτός σου και να υπακούς, πρόθυμα θα σου χαρίσει σχέσεις υψηλής ποιότητας και ισόβιας διάρκειας.

Και κάπως έτσι μαθαίνουμε να θεωρούμε τους εαυτούς μας αιώνια παιδιά ή να αποζητούμε να "ολοκληρωθούμε" και να αυτοπραγματωθούμε μέσα από τον ρόλο μας ως γονείς· όχι μέσα από τη δουλειά, ή τον έρωτα, ή τη φιλία, ή τη μελέτη, ή το ταξίδι, ή τα μεράκια μας... Κάπως έτσι μαθαίνουμε να θεωρούμε την αγάπη δεδομένη και αυτοματισμό.


GatheRate

Παρασκευή, 29 Ιουλίου 2016

Αποσπάσματα

Τα παρακάτω είναι σώσματα από αναρτήσεις στο φέισμπουκ ή συνόψεις αναρτήσεων εδώ που δεν πρόκειται να αναπτύξω, γιατί ο καιρός περνάει, η ζωή κυλάει κτλ.

Και πάλι για τα σοσιαλμήντια
Τα σοσιαλμήντια είναι μέσο. Άλλοι τα χρησιμοποιούν για να απομονωθούνε περισσότερο, άλλοι για να κοινωνικοποιηθούν έξω από το ίντερνετ, άλλοι για να πουλήσουν το προϊόν τους, κτλ. Όσο πιο γρήγορα συμφιλιωθούμε με αυτό το αυτονόητο, τόσο πιο γρήγορα θα κατανοήσουμε τους πραγματικούς κινδύνους που δημιουργεί η χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, που είναι κυρίως ζητήματα ασφαλείας προσωπικών δεδομένων και πρόσβασης σε αυτά κτλ.

Παράλληλα, κάθε μέσο μάς παροτρύνει να το αξιοποιήσουμε, να το εξυπηρετήσουμε ενδεχομένως: τo ίνστα μάς προκαλεί έπαξη να φωτογραφηθούμε παντού, σε κάθε περίσταση, με όλους και με όλα (ζώα, φαγιά, έπιπλα κτλ.)· το φέις δημιουργεί οικειότητα εκ του μηδενός και συχνά λ.χ. μάς παραμυθιάζει ότι μπορούμε να πηδηχτούμε με όποιον ή όποια ανταλλάσσουμε δυο κουβέντες· το τουίτερ αποθεώνει την εξυπνάδα, το επικαιρικό, το κλάσιμο και την επιγραμματικότητα.

Το μέσο, γενικά
Όποιος κάνει κάτι, όποιος σκαλίζει ξύλα ή γράφει ποιήματα ή μαγειρεύει ή σχεδιάζει ιστοσελίδες ή πήζει μαρμελάδες διαλέγει τα εργαλεία και τα υλικά του. Η Κολέτ λ.χ. απεχθανόταν το υπερβολικά λευκό χαρτί, οι μάγειρες θέλουνε τα μαχαίρια τους κι ο Καρτιέ-Μπρεσόν τους 35άρηδες φακούς του -- και ούτω καθεξής. Ο μάστορας ξέρει ακριβώς τι υλικά και ποια εργαλεία χρειάζεται, ταπεινά ή εξεζητημένα. Απεναντίας, γκατζετάκιας είναι εκείνος που νομίζει ότι δεν μπορεί να κάνει αυτό που θέλει να κάνει εάν το εργαλείο του ή το υλικό του, δεν είναι φουλ στις δυνατότητες αιχμής και στα υπεργουάου τεχνικά χαρακτηριστικά.

Μελαγχολικές υπάρξεις
Για να αποτραβηχτείς από τη ζωή και να αφεθείς να σε πνίξει γλυκά η μελαγχολία σου, το spleen ή το taedium vitae, ε, πρέπει να έχεις πέντε φράγκα στην άκρη κι ένα σπίτι ήσυχο. Και τρόπο και χρήμα κάπως να τρέφεσαι, τουλάχιστον αυτό.

Πολιτική ορθότητα
Πάμε με λίστα αριθμημένη:
  1. Η ελευθερία του λόγου είναι απεριόριστη, εκτός από όταν παρακινεί σε βία κατά των αδύναμων.
  2. Χρησιμοποιείται εξουσιαστικά ο λόγος; Αν ναι, υπάρχει πρόβλημα πολιτικό.
  3. Χρησιμοποιώντας τον λόγο καταγγελτικά ή σατιρικά βάζω στο στόχαστρο
    • είτε αυτό που κάνει ή λέει κάποιος (διάβασα Μαρξ, τραγουδάω το Φίδι, συντρίβω την Ελλάδα με λιτότητα)
    • είτε αυτό που είναι (γυναίκα, φτωχός, μαύρος, κοντός).
Εάν βάζω στο στόχαστρο αυτό που κάνει ή λέει κάποιος, μας καλύπτει το 1. Τέλος. Εάν βάζω στο στόχαστρο αυτό που είναι, τότε πιθανότατα χρησιμοποιώ εξουσιαστικά τον λόγο, άρα πάμε στο 2.

Humani generis decus
Με αφορμή τον θρίαμβο του εντοπισμού βαρυτικών κυμάτων σκέφτηκα ότι μετά το 1945 όλη η τιμή και δόξα του ανθρώπινου γένους προέρχεται από μερικούς επιστήμονες, μηχανικούς, αθλητές, γιατρούς, καλλιτέχνες και ανθρώπους της αλληλεγγύης. Οι υπόλοιποι είτε αδρανούν είτε μας σπρώχνουν λίγο πιο μέσα στα σκατά με κάθε ευκαιρία.

Μωρανθέν άλας
Σύμφωνα με την Εκκλησία της Ελλάδος, τα προβλήματά μας εδώ και έξι-εφτά χρόνια είναι:
  • Τα τζαμιά.
  • Το μάθημα των θρησκευτικών.
  • Το σύμφωνο συμβίωσης.
  • Το θρήσκευμα των προσφύγων.
  • Η καύση των νεκρών.
  • Οι πολεμικές τέχνες κι η γιόγκα.
  • Το μποζόνιο του Χιγκς.
Δεν είμαι εγώ αντίχριστος, αυτοί χρειάζονται φλιτ κι αγιασμό.

GatheRate

Δευτέρα, 25 Ιουλίου 2016

Η πλάνη της καψούρας

Κατά τον Theodore Zeldin, ο εξιδανικευμένος έρωτας επινοείται από τους Άραβες και τους Πέρσες και μεταλαμπαδεύεται μέσω αραβικής Ισπανίας στους τροβαδούρους της Προβηγκίας. Με το πέρασμα των αιώνων έφτασε σχεδόν κάθε μορφή έρωτα να ταυτιστεί στανικώς κι εκ των υστέρων με τον ρομαντικό έρωτα· μόνον ο έρωτας των άκρως αισθητών αντιστέκεται ακόμα. Ο ρομαντικός έρωτας για τους θιασώτες και τους αρχιερείς του υπερβαίνει περιγραφές κι ορισμούς: όντας τα πάντα, ταυτόχρονα ο ρομαντικός έρωτας δεν είναι τίποτα.

Η καψούρα ως όρος επινοείται μάλλον από τους Έλληνες της δεκαετίας του 1960, ενώ στις αρχές του 21ου αιώνα έφτασε σχεδόν κάθε μορφή έρωτα μέσα στον ελληνοφωνο κόσμο να ταυτιστεί εκ των υστέρων με την καψούρα, ιδίως αν αφορά έρωτα των άκρως αισθητών. Η καψούρα για τους αφιερωμένους σε αυτή και για τους κήρυκές της υπερβαίνει περιγραφές κι ορισμούς: όντας σχεδόν τα πάντα (υπάρχει άλλωστε και η αγάπη), ταυτόχρονα δεν είναι τίποτα.

Αλλά να επιμείνουμε. Τι είναι καψούρα; Δεν είναι πάντως η καθαρτική φωτιά του πόθου που καίει σκοτάδια και κάνει τους ατμούς να κινούν πιστόνια και φτερωτές. Δεν είναι καν η τυφλή έπαξη της επιθυμίας, κάτι που λεγόταν τύφλα και τυφλοβδομάδα και πια λέγεται καύλα.

Καψούρα είναι η διαβρωτική εκδοχή της φωτιάς του πόθου, που καίει σκοτάδια και αφήνει στάχτες και καπνιά. Η καψούρα είναι φλόγα που τελικά αναλίσκεται και ξεψυχάει.

Το χρονολόγιο, η ιστορία, της καψούρας περιλαμβάνει ενδεχομένως την απόρριψη (τη χυλόπιτα) και το ανεκπλήρωτο, και αν δεν υπάρξει απόρριψη οπωσδήποτε την αποστέρηση (ιδανικά λόγω του ότι υπάρχει και τρίτος ή και τέταρτος ή και πέμπτος άνθρωπος). Καψούρα πάντως δεν νοείται δίχως εγκατάλειψη και κακό χωρισμό. Από αυτήν την άποψη η καψούρα αποτελεί μια επιμέρους και πολύ πλατωνική εκδοχή του έρωτα: ο έρωτας είναι κάτι που θα μας βγει σε κακό κι άτεγκτος δυνάστης, είναι αυτοκαταστροφική μανία.

Στην καψούρα δεν ασχολούμαστε με τις άγριες χαρές της λαγνουργίας, ούτε με τη μη αλκοολική μέθη του πόθου (άλλωστε η καψούρα συνοδεύεται από φτηνά ουίσκια). Η καψούρα παραγκωνίζει ή σνομπάρει την χαρά της συντροφιάς, το παιχνίδι με τα βλέμματα, χαμουρέματα και κρυφές κινήσεις, αφοσίωση ή το μειδίαμα του χορτασμού και τη ραστώνη της χάλασης. Η καψούρα πραγματώνει την επιθυμία και θριαμβεύει με την απόρριψη ("δεν σε θέλει η γκόμενα")· η καψούρα πλαισιώνει τις ερωτοπραξίες ως στέρηση και πόνος (ώστε οι ερωτοπραξίες, τα γαμήσια, να είναι απλώς διαλείμματα κι ανάπαυλες στην καψούρα)· η καψούρα δικαιώνεται και θριαμβεύει με τον χωρισμό ("σε παράτησε η γκόμενα").

Η καψούρα δεν ξέρει από ζευγάρια (της μισής ώρας, του μισού μήνα, του μισού χρόνου...) μόνον από άντρες μονάχους, που είναι επιρρεπείς στο να προδίδονται. Η καψούρα παραγνωρίζει και αγνοεί την όποια ερωτική χαρά. Οι γυναίκες που οι άντρες καψουρεύονται είναι ανάξιες, άπιστες και αναξιόπιστες -- σπανίως όμως "πουτάνες": επειδή η καψούρα είναι υποκατάστατο και της οργής, οπότε δεν φτάνουνε μέχρι τα κόκκινα οι βελόνες της, αρκείται στο να υπάρχει θόρυβος, έκο και γρέζι στον "πόνο".

Η καψούρα, πλατωνική και στωική, απεχθάνεται τελικά τον έρωτα, αφού τον ταυτίζει με την απουσία ή με τον θάνατό του. Η καψούρα είναι αρσενική (όπως υπαινίχθηκα πριν), αρσενική και στο ότι ψάχνει να εκτονωθεί: σε ξύδια, με συμβολικούς αυτοχειριασμούς, παρέα με αδερφοποιτούς, ξεστομίζοντας μεγάλα κούφια λόγια ή και μαχαιρώνοντας καναπέδες και στερεοφωνικά. Η καψούρα τελικά πασχίζει να υποκαταστήσει το σεξουαλικό πάθος ως "τον πυρήνα της βούλησης για ζωή", αν και η ίδια αποτελεί ενός είδους συμβολικό Todestrieb. Πάντως εικάζω πως όταν οι γυναίκες λένε ότι "καψουρεύονται" είτε ποθούν άγρια κι αμείωτα, είτε φουρτουνιάζουν από οργή και μανία, είτε μαραίνονται σιγοβράζοντας μέσα σε καθαρή θλίψη· μπορεί απλώς να ακυρολεκτούν.

GatheRate

Η πλάνη του πολιτικού βιγκανισμού

Η χορτοφαγία ως αποχή από το κρέας και από την προαπαιτούμενη σφαγή έχει καταγωγή σύμφυτη με του homo sapiens. Οι όποιες επιπτώσεις της χορτοφαγίας στην υγεία λόγω της έλλειψης εκείνων των δύο αμινοξέων που δεν υπάρχουν στα αυγά και στα γαλακτομικά δεν είναι ενδεχομένως πολύ διαφορετικές από τις συνέπειες της μακροχρόνιας αποχής από το σεξ. Βεβαίως, η χορτοφαγία έχει σαφώς ευγενέστερα κίνητρα από τη μακροχρόνια αποχή από το σεξ, αν και συχνά εκφυλίζεται και η χορτοφαγία σε υπόθεση "καθαρότητας" και αποφυγής μιάσματος.

Η απόλυτη εκδοχή της χορτοφαγίας είναι ο βιγκανισμός, δηλαδή η αποχή από οποιοδήποτε διατροφικό ή άλλο προϊόν ζωικής προέλευσης. Την πρώτη μου βίγκαν τη γνώρισα στα 24, αν και η αυστηρή νηστεία της Ορθόδοξης Εκκλησίας επιβάλλει τον βιγκανισμό για καμποσες μέρες τον χρόνο. Η φίλη μου η Σάρα Λ. δεν τρώει τίποτε ζωικής προέλευσης, δεν φοράει τίποτε δερμάτινο, αφού είναι προϊόν σφαγής, και δεν τρώει μέλι, γιατί το κλέβουμε από τις μέλισσες.

Σύντομα κατάλαβα ότι ο συνεπής και απαρέκκλιτος βιγκανισμος, σε αντίθεση με τη χορτοφαγία, αποτελεί δυνατότητα που μας προσφέρει ο τεχνικός πολιτισμός και οι σύγχρονες μέθοδοι στην τεχνολογία τροφίμων, κάτι που η Σάρα Λ. παραδέχτηκε ευθύς. Σέβομαι ωστόσο τον βιγκανισμό ως προσωπική επιλογή, και για εμένα το ζήτημα έληξε εκεί, όταν ήμουν 24 χρονών.

Την τελευταία δεκαετία ο βιγκανισμός προβάλλεται ως πολιτική επιλογή, ως ένα κίνημα ομόλογο του φεμινισμού, του αντιρατσισμού ή του αντιφασισμού. Φρονώ πως αυτή η εκδοχή του βιγκανισμού αποτελεί σοβαρή πλάνη.

Πρώτον, ο βιγκανισμός ως γενικευμένος τρόπος ζωής προϋποθέτει και εκτενή τεχνολογική υποδομή αλλά και ευμάρεια. Σε έναν κόσμο στον οποίο η κρίση επισιτισμού είναι διαρκής και κατά καιρούς σκοτώνει με γενοκτονικούς ρυθμούς, ο βιγκανισμός δεν μπορεί να συνιστά σοβαρή πολιτική επιλογή. Ωστόσο, στον βαθμό που πλασάρεται ως σοβαρή πολιτική επιλογή αφορά μόνον κάποιους προνομιούχους ή και πλουσιότερους κατοίκους του ανεπτυγμένου κόσμου, με πρόσβαση λ.χ. σε λαχανικά, φρούτα και ζαρζαβατικά 365 μέρες τον χρόνο. Υπό αυτές τις συνθήκες, δεν πρόκειται για πολιτική επιλογή που συντελεί στην απελευθέρωση και στην ευημερία της ανθρωπότητας στο σύνολό της: πελώριο μέρος της Νότιας Αμερικής, της Αφρικής αλλά και της Ασίας εξαρτάται από τα γαλακτοκομικά, τα θαλασσινά και τα αυγά για την επιβίωσή της -- χωρίς καν να μιλήσει κανείς π.χ. για το κοτόπουλο ως πηγή "εύκολης" πρωτεΐνης.

Αντιλαμβάνομαι βεβαίως τη στυγερή βαρβαρότητα αλλά και τον ανθυγιεινό χαρακτήρα τής μαζικής βιομηχανίας κρέατος και αυτονόητα αναγνωρίζω την επιτακτική ανάγκη να ρυθμιστεί. Κατανοώ και ότι η βοδινομανία του δυτικού κόσμου αποστερεί από τον Τρίτο Κόσμο τη δυνατότητα να παράγει περισσότερο ρύζι, σιτάρι, πατάτες, κασάβα, καλαμπόκι κτλ. Δυστυχώς όμως, η ιδέα ότι η λύση στη λαχτάρα για μπέργκερ βρίσκεται στην αποστέρηση της ανθρωπότητας από τα ζωικά προϊόντα, έστω και ως όραμα, είναι εξίσου ταξικά μη ρεαλιστική, ανάλγητη και (αν ποτέ εφαρμοζόταν) καταστροφικη.

GatheRate

Κυριακή, 24 Ιουλίου 2016

Η πλάνη της θρησκευτικότητας

Διαβάσαμε τη δήλωση του Τούρκου ιμάμη: "ο Αλλάχ ας μας προστατεύει απ την κακία των μορφωμένων".

Στην πραγματικότητα, η αντίθεση δεν βρίσκεται μεταξύ θρησκείας και επιστήμης ή μόρφωσης: οι μορφωμένοι που θρησκεύουν ανεξαιρέτως θα σπεύσουν να δηλώσουν ότι το αντικείμενο της πίστης τους, είτε είναι μονοθεϊστές είτε βουδιστές είτε ό,τι άλλο, βρίσκεται εκτός της σφαίρας του επιστητού. Υπάρχουν πάρα πολύ σοβαρές αντιρρήσεις για το κατά πόσον ένας τέτοιος διαχωρισμός μεταξύ του αντικειμένου της πίστης και αυτού της επιστήμης είναι εφικτός ή κατά πόσον έχει νόημα. Αλλά, επιμένω, δεν είναι αυτό το πρόβλημά μας.

Το πρόβλημά μας, φρονώ, έχει να κάνει με την πλάνη της θρησκευτικότητας.

Ο ανθρώπινος πολιτισμός έχει αφοσιωθεί στο να οικοδομήσει την ιδέα αλλά και τη διάθεση ενός σύμπαντος που νοιάζεται για εμάς. Θέλουμε να πιστέψουμε ότι υπάρχει έλεος και παρηγοριά κάπου στον φυσικό κόσμο ή έξω από αυτόν, μακριά από τους άλλους ανθρώπους. Δεν έχει σημασία αν είναι το ίδιο το σύμπαν που συνωμοτεί ή αν ελεήμονες θεοί και δυνάμεις μέσα στο σύμπαν ή έξω από αυτό νοιάζονται για εμάς και μας προσέχουν. Σημασία έχει ότι πνευματικές δυνάμεις, ανθρώπινη δημιουργικότητα και ανθρωποαιώνες στοχασμού έχουν αφιερωθεί στην κατασκευή ενός σύμπαντος (ή θεών) που ενδιαφέρονται για τη μοίρα μας και που νοιάζονται για το ριζικό μας. Αυτό από μόνο του ίσως είναι στοιχείο της φύσης μας, με τη βιολογικότερη ερμηνεία του όρου, ίσως είναι κάτι αναπόδραστο.

Η πλάνη της θρησκευτικότητας συνίσταται στο ότι έχουμε αφοσιωθεί στο να επινοήσουμε θεούς που νοιάζονται για εμάς και μας προσέχουν εις βάρος της οικοδόμησης κοινωνιών που νοιάζονται για τα πιο αδύναμα μέλη τους ή και για όσους δεν ανήκουνε σε αυτές. Ψάχνουμε να σωθούμε από θεούς και να παρηγορηθούμε από αυτούς, ενώ -- δυστυχώς, ενδεχομένως -- η μόνη πηγή παρηγοριάς και το μόνο πρόθεμα πνευματικότητας είναι οι άλλοι άνθρωποι.

Πιο απλά: αντί να στρέψουμε τον πνευματικό πολιτισμό μας στην επινόηση (άρα και οικοδόμηση) κοινωνιών συναλληλίας και αλληλεγγύης, εδώ και αιώνες κάνουμε τέχνη και παράγουμε στοχασμό που θα μας ανακουφίζουν με την ιδέα της Θείας Πρόνοιας (και ας ζούμε συντριπτικές αναιρέσεις αυτής της ιδέας ξανά και ξανά και ξανά και ξανά) και που θα μας τάζουν ζωή μετά θάνατον. Στην πείνα αντιτάσσουμε θεούς που δεν θα επιστρέψουν να "ελαττωθούμε παντός αγαθού", στην αδικία καταριόμαστε και επικαλούμαστε τον κάθε αλάστορα, στον άκαιρο και σπαραχτικό θάνατο προσφεύγουμε σε είδωλα, εικονίσματα ή τους προγόνους μας μέσα σε δέντρα ή ανάμεσα στα άστρα.

Δείτε λ.χ. πώς αποτυπώνεται αυτή η μονομέρεια, συνέπεια της πλάνης της θρησκευτικότητας, στην ιστορία της τέχνης: αντί να δώσει διάθεση και λαχτάρα για συνοχή, δικαισούνη, συντροφικότητα και ανεκτικότητα, παράγει εικόνες μεταθανάτιας δόξας και αυταπάτες αποτελεσματικών προσευχών και θαυματουργών παρεμβάσεων· αντί να παράσχει παρηγοριά μέσα από τους ανθρώπους, αφού τίποτε άλλο δεν έχουμε, πασχίζει να κατασκευάσει ένα σύμπαν που θα σκεπάσει και θα παρηγορήσει εκείνο.

Φωτογραφία: Boris Dmitriev

GatheRate

Η πλάνη της ουτοπίας ως μομφής


Σε μια πολιτική συζήτηση, η αντίρρηση "μα αυτά είναι ουτοπίες" είναι συνήθης. Αποτελεί κάτι παραπάνω από αντίρρηση: πρόκειται για υπόρρητο αντεπιχείρημα σε κάθε είδους μεγαλεπήβολο όραμα, με στήριξη μάλλον θετικιστική: ας μείνουμε στα γεγονότα, ας ασχοληθούμε με το εφικτό.

Βεβαίως,  η ουτοπία για την πολιτική είναι ό,τι η θεωρία για την επιστήμη: και απαραίτητη προϋπόθεσή της, αφού διαχωρίζει την πολιτική από τη διαχείριση, και απώτερος στόχος της.

Πράγματι, σε μια επιστημονική συζήτηση,  η αντίρρηση "μα αυτά είναι θεωρίες" είναι κενή και άτοπη. Όποιος έχει αντίληψη του πώς λειτουργεί η επιστήμη, γνωρίζει ότι από "θεωρίες" ξεκινάει κάθε επιστημονική αναζήτηση: "ο αέρας επιταχύνει την κίνηση", "υπάρχει μια vis vitalis που ζωοποιεί τα έμβια όντα", "το λευκό φως δεν είναι απλοειδές". Η υπόθεση ή η αρχική θεωρία ενδεχομένως να είναι λανθασμένη, ωστόσο κινητοποιεί την έρευνα, προσφέρει κάτι προς διάψευση ή επίρρωση, εξαναγκάζει στην παρατήρηση και στο πείραμα. Αντίστοιχα, το αρχικό ουτοπικό όραμα (π.χ. οικοδόμηση μιας κοινωνίας με βάση τα ιδεώδη των κουάκερων) μπορεί να είναι ανέφικτο ή ανεπιθύμητο, όμως κινητοποιεί και προκαλεί ζυμώσεις και εξελίξεις (π.χ. κατάργηση της δουλείας) που αλλάζουν τη ζωή ή σώζουν τη ζωή εκατομυρίων ανθρώπων.

Αντίστοιχα, κάθε επιστημονική αναζήτηση, η επιστημονική έρευνα, αποσκοπεί στη διατύπωση μιας θεωρίας που ερμηνεύει και (αν επιτρέπει το αντίκειμενο προς εξέταση) προβλέπει. Και πάλι, η αντιστοιχία με την ουτοπία στην πολιτική είναι διαυγής: το όραμα οδηγεί την πράξη, χωρίς όραμα η πράξη παραπαίει ή περιορίζεται στη λογιστική.

GatheRate

Δευτέρα, 18 Ιουλίου 2016

Ξενοδοχεία

Σε δωμάτιο ξενοδοχείου πρωτοκοιμήθηκα όταν ήμουν 25 χρονών, σε ένα δίκλινο γαμιστρώνα στο Βαρδάρι με τον πατέρα μου. Ο άνθρωπος ντρεπότανε πάρα πολύ στην αρχή που με κουβάλησε εκεί μέσα (το ξενοδοχείο το θυμότανε, λέει, από το 1961). Μετά χαλάρωσε κάπως και ήρθε σε επίγνωση της ηλικίας μου και του ότι, ε, θα είχα ξαναπάει σε γαμιστρώνα: είχε σχεδόν δίκιο και εκείνος ήτανε σαφώς πιο κυριλέ. Αλλά δεν βαριέσαι, από κάπου αρχίζουμε όλοι.

Έκτοτε κοιμάμαι σε ξενοδοχεία τουλάχιστον 5-6 φορές τον χρόνο· δεν λέω λοιπόν για τις πανσιόν των θερινών διακοπών, γιατί αυτές είναι άλλη διάθεση και άλλος θεός και τις τιμώ παιδιόθεν μέχρι και τις αδέξιες σχέσεις της ύστερης μετεφηβείας: θυμάμαι λ.χ. την πανσιόν με το καθόλου λεοναρντκοενικό όνομα Θόδωρος στην Ύδρα. Κοιμάμαι σε ξενοδοχεία λόγω δουλειάς. Καμμιά φορά λέω ότι δεν ξέρω ποια ακριβώς είναι η ειδίκευσή μου στη δουλειά που κάνω, εντάξει, με διάθεση ακκισμού, αλλά ότι στα ξενοδοχεία είμαι εξπέρ.

Τρεις με τέσσερις φορές τα τελευταία 18 χρόνια έχω σκεφτεί να ξεκινήσω ημερολόγιο ξενοδοχείων: αριθμός δωματίου, αίσθηση, διάθεση, ειδοποιός διαφορά. Βεβαίως και δεν ευοδώθηκε η ιδέα: είμαι τεμπέλης. Σε κάποια δωμάτια, φουλ ερωτόπληκτος, βλαστήμησα που ήμουν εκεί μόνος. Σε άλλα δεν ήμουνα μόνος και αυτό ήτανε καλό, πολύ καλό. Κάποια δωμάτια (θυμάμαι λ.χ. ένα πανάκριβο στις Βρυξέλλες, στο Radisson Blu, που μου το έδωσαν κοψοχρονιά) θα ήθελα να τα υιοθετήσω, να είναι η βάση μου όταν και αν θα επέστρεφα στην πόλη. Κάποια δωμάτια επιστρέφουν στα όνειρά μου σαν μεταφορές για εναλλακτικά παρόντα μου: εκεί θα κοιμόμουν μαζί της τώρα αν...

Αν και αφηρημένος δεν ξεχνάω πράγματα ποτέ. Δαν αφήνω τίποτε πίσω μου. Το δωμάτιο ξενοδοχείου, αντίθετα με το σπίτι μου (όσο μικρό κι αν είναι το σπίτι), είναι ένας χώρος πεπερασμένος και σαφής: οι χώροι του είναι μετρημένοι, καταλογογραφημένοι και σαφείς. Κατά κάποιον τρόπο, τα δωμάτια ξενοδοχείων είναι για μένα υποκατάστατα της αρπαχτής: για λίγο μόνο. Στις αρπαχτές άλλωστε δεν καθόλου είμαι εξπέρ: αν πάει καλά η ερωτοπραξία, γιατί να μην ξαναγίνει; και αν πάει χάλια, σίγουρα μπορούμε να το ξανακάνουμε καλύτερα. Ρεβιζιονιστής, δηλαδή.

Αυτό που πάντως με γοητεύει στα δωμάτια των ξενοδοχείων είναι η ησυχία: πάντοτε ζητάω ήσυχα δωμάτια μακριά από κλιμακοστάσια και (εννοείται) ασανσέρ. Είναι και η πόρτα που κλείνει και κλειδώνει πίσω μου. Μου αρέσει που κοιτάω τον κόσμο μέσα από ξένα παράθυρα και που σοκάρω τους καθωσπρέπει απέναντι, απάναντι για λίγες μέρες μόνο, κυκλοφορώντας τσίτσιδος. Για μένα δωμάτια ξενοδοχείων είναι η στανική καθαριότητα που με κάνει να χαλαρώσω και να κοιμηθώ σαν να είμαι στο κρεβάτι μου, μέχρι να ξυπνήσω τη νύχτα για να κατουρήσω π.χ. και να κουτουλήσω σε κακοχαρτογραφημένο εμπόδιο.

GatheRate

Κυριακή, 17 Ιουλίου 2016

Tordesillas

Το καλό με τα λοξά κείμενα, τα κάπως ζαβά, είναι ότι δίνουν την αίσθηση ότι πάνε πολύ βαθιά. Το λιγότερο καλό είναι ότι δεν ξέρεις αν πάντοτε βρίσκουνε τον στόχο τους. Εκτός και αν ο στόχος τους δεν είναι ρητός και συγκεκριμένος, παρά ένα πεδίο που πρέπει να καλυφθεί, έστω και σποραδικά.

Όταν άνοιξα τουίτερ το 2011, έβαλα για μότο το "I chose not to choose: I chose something else", παραφράζοντας τον Ρέντον του Trainspotting.

Ξέρω βεβαίως καλά πως οι αποφάσεις δεν είναι για τους ανώριμους, γνωρίζω πολύ καλά πως η αμλέτεια αναποφασιστικότητα είναι εξίσου γοητευτική με την ανεμελιά και την ανευθυνότητα: λογοτεχνικώς και μόνο. Επίσης ξέρω πως λίγες αποφάσεις είναι υπόθεση του λέω ένα ναι ή ένα όχι: προσωπικά τουλάχιστον, τα ναι έχω αναγκαστεί να τα στηρίξω ξανά και ξανά, από κατάφαση σε κατάφαση. Τα όχι, άπαξ και τα είπα, δεν γυρίζω να τα ξανακοιτάξω -- αλλά αυτό είναι άλλη κουβέντα.

Από την άλλη, πόση πλάνη και πόσος ακκισμός κρύβεται πίσω από την ανάγκη μας για καθαρές λύσεις διαρκείας, πίσω από κάθε Τορδεσίγιας. Πόσο αρματωμένος με λέπια, πόσο χωμένος μέσα στο πώς λειτουργούν οι αφηγήσεις αλλά όχι η ζωή πρέπει να είσαι για να πιστεύεις ότι οι αποφάσεις είναι διακόπτης που γυρίζεις, το μπλε χάπι ή το κόκκινο χάπι.

Εντάξει, ναι: γνωρίζω από την καλή και από την ανάποδη, ότι πάντοτε σχεδόν οι ωραίες αποφάσεις είναι οι δύσκολες αποφάσεις. Έμαθα καλά επίσης ότι εσύ πρέπει να αποφασίσεις, όχι κάποια εξουσία από αλλού, ποιες είναι οι επιλογές σου και ότι συνήθως είναι περισσότερες από δύο: μπορεί να σκεφτόμαστε δυιστικά ή και μανιχαϊστικά κάποτε, αλλά ο κόσμος δεν είναι ψηφιακός. Τέλος, κάθε επιλογή διακλαδίζεται σε άλλες καινούργιες επιλογές, ώστε κάθε μονοπάτι από αλυσιδωτές αποφάσεις βγάζει αλλού γι' αλλού.

Με δυο λόγια, κάθε επιλογή απαρτίζεται από τουλάχιστον δύο αποφάσεις. Η πρώτη απόφαση αφορά το ποιες εναλλακτικές θα θέσουμε αρχικά υπόψη μας, δύο ή περισσότερες· η δεύτερη απόφαση είναι η επιλογή καθεαυτή: ποια από τις εναλλακτικές θα διαλέξουμε και θα διαλέγουμε ξανά και ξανά, μέσα από τις υποεπιλογές που καθεμιά της θα μας ανοίξει.

Αυτοσμιλευόμαστε και αυτοφωτιζόμαστε και αυτοεπινοούμαστε μέσα από τις επιλογές μας. Ίσως πούμε στους εαυτούς μας ότι είμαστε εκεί όπου μας έφερε μια ακολουθία από ναι και όχι, από 1 και 0. Θα επικαλεστούμε και διάφορα Ich kann nicht anders. Όμως είμαστε αυτό που μας έπλασε και μας φώτισε και μας επινόησε κάθε χτύπημα με τη σμίλη που λέγεται επιλογή κι απόφαση.

GatheRate

Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2016

Πολιτική

Φασισμός

Υπάρχει ένα στοιχείο γνησιότητας στη λεγόμενη θεωρία των άκρων: ο φασισμός και ο ναζισμός αποτελούν τα αντιφάρμακα στα λαϊκά κινήματα: εμφανίζονται ως κατασταλτικά της επαναστατικής διάθεσης ή και αποφασιστικότητας που κατέλαβε τους μη προνομιούχους μετά τα μέσα του 19ου αιώνα. Δεν θα πω ότι το αντιφάρμακο το χορηγεί η αστική τάξη ή οι κεφαλαιοκράτες στο σύνολό τους, ενδεχομενως γιατί υπάρχουν αστοί που δεν ασπάζονται τον ολοκληρωτισμό. Ο φασισμός είναι για την επανάσταση ό,τι ο Αντίχριστος για τον Χριστό στη χριστιανική εσχατολογία: μοιάζει με Χριστό, κάνει σαν Χριστός αλλά δεν είναι παρά η σκοτεινή και ατελής σκιά Του, η λατρεία του θανάτου.

Ως εδώ μια χαρά. Προχωράμε στο ζουμί: ο φασισμός και του 20ου και του 21ου αιώνα έχουν αναγνωριστεί ως χρήσιμοι αντιπερισπασμοί ή και αντίπαλα δέη, πάλιν και πολλάκις. Επίσης, έχουν αναγνωριστεί ως ο θάνατος της κοινωνίας και ως αφανισμός ανθρώπων. Όσοι δεν τον πολεμάνε τον φασισμό κι όσοι θέλουνε να ανοίξουνε διάλογο μαζί του προφανώς δεν αναγνωρίζουν τη χρήση του (να καθυποτάξει και να αφανίσει) και τις πασίγνωστες μεθόδους του. Οξυδερκείς αναλύσεις υπάρχουνε βεβαίως, το ζήτημα είναι κατά πόσον θέλουμε να τις αγνοούμε. Τέλος, κανονικοποίηση του φασισμού, ισαπεχισμοί και συμμετρίες ακόμα και ο υβριστικός για τη δεξιά ευφημισμός "άκρα δεξιά", παραγνωρίζουν το ότι δεν μπορεί να δίνεται βήμα στους φασίστες και, εν γένει, στους εχθρούς της ελευθερίας (του λόγου).

Η Αριστερά στις ξέρες

Είναι πια επώδυνα γνωστή η συνταγή και υφιστάμεθα πραγματικότατα τις συνέπειές της: άτολμοι αριστεροί που τα βάζουνε με κωλοπετσωμένους δεξιούς, πανίσχυρες ελίτ και πακτωμένους κεφαλαιοκράτες. Στο πρώτο στραβοπάτημα η χώρα βυθίζεται είτε στη χούντα είτε στη φαυλοκρατία.

Κάπως έτσι και η φάση ΣΥΡΙΖΑ: όπως κι αλλού, η Αριστερά το πάει λάου λάου (π.χ. ο Αλλιέντε δεν αποστράτευσε τον Πινοτσέτ όταν έπρεπε) και δεν έχει εναλλακτικά σχέδια συνήθως -- ή έχει αλλά δεν κοτάει, όπως έγινε με τον ΣΥΡΙΖΑ πέρσι. Προσπαθεί δίψυχα να κάνει σοσιαλδημοκρατία μήπως και μετά περάσει σε τίποτε πιο βιτσιόζικο και ψαγμένο, αλλά καταλήγει να τα κάνει σαλάτα. Και σαλάτα σημαίνει δυστυχία, θάνατος και ΔΝΤ (ιδίως στη Λατινική Αμερική).

Και φυσικά οι αριστεροί έχουνε και τα ΜΜΕ εναντίον τους, τα οποία ακολουθούνε σταθερή γραμμή παντού: από τη Βρετανία του Μέρντοκ μέχρι τη Βραζιλία του Globo και από τις ΗΠΑ του Fox News μέχρι την Ελλάδα των εργολάβων. Σύμφωνα με τα ΜΜΕ, όταν οι δεξιοί είναι αδίστακτοι, τολμούν και δείχνουν πυγμή, επειδή δεν λαϊκίζουν και επειδή βλέπουνε τον γκρεμό μπροστά μας (η πορεία προς τον οποίο είναι αυτοεκπληρούμενη προφητεία). Σύμφωνα με τα ΜΜΕ, όταν οι αριστεροί είναι στοχοπροσηλωμένοι και τολμούν, αποτελούν φανατικούς και επικίνδυνους οπαδούς του ολοκληρωτισμού.

Παράδειγμα: Ξήλωμα στο στράτευμα από άνθρωπο των ΗΠΑ (Λατινική Αμερική), ή αστυνομοκρατία από συντηρητικό πρωθυπουργό (Βρετανία, Αυστραλία) ή κατάσταση έκτακτης ανάγκης από δεξιό κυβερνήτη (ΗΠΑ) είναι αναγκαία μέτρα, ενώ από αριστερό ηγέτη είναι σταλινισμός, αυταρχισμός και φίμωση.

 Γιατί είναι τόσο γτπ η Αριστερά;

Αν μπορούσα να απαντήσω σε αυτή την ερώτηση θα ήμουν ο Γκράμσης κι όχι ο Σραόσας. Αλλά θα ξεκινήσω με μια παραβολή. Πρόσφατα γνώρiσα εντελώς τυχαία το έργο του φωτογράφου Erich Grisar. Μεταξύ 1922 και 1933 ο Grisar φωτογράφιζε την εργατική τάξη της κοιλάδας του Ρουρ. Πρόκειται για φωτογράφο κλάσης των μεγάλων του Magnum, εντελώς σύγχρονό μας στη ματιά του. Πλησιάζει την εργατική τάξη χωρίς συναισθηματισμό, χωρίς πατερναλισμό και χωρίς εξωτικοποίηση. Από το έργο του απουσιάζει η πορνογραφία της φτώχειας αλλά και η εξιδανίκευση. Ο Grisar σαν ματιά πάνω στην εργατική τάξη δεν έχει καμμία σχέση ούτε με τα έπη από μπομπότα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού αλλά ούτε με τη φιλάνθρωπη ματιά του φωτορεπόρτερ για τα γούστα των αστών. Ταυτόχρονα, ο κόσμος που καταγράφει ο Grisar διαθέτει περηφάνεια και δυναμισμό που θα ξαναδούμε μεταξύ 1967 και 1973.

Και αναρωτιέται κανείς: τι πήγε στραβά; Εντάξει, το 1933. Μετά το 1945 όμως; Γιατί η "εργατική τάξη" έγινε μετωνυμία της δυστυχίας και της στέρησης και της κακομοιριάς; Γιατί πήγε η Αριστερά για βρούβες; Ενδεχομένως, πρωτίστως επειδή έπαψε να αναλύει την ταξική πραγματικότητα ανά πάσα στιγμή και σε κάθε συγκυρία ενώ παράλληλα επαναπαύτηκε στη μελέτη κι ερμηνεία των γραφών της και στις μαχμουρλίδικες βεβαιότητες του ντετερμινισμού, του "έτσι κι αλλιώς η γη θα γίνει κόκκινη". Ενδεχομένως επειδή ανέλαβαν να την καθοδηγούν οι ταξικοί αποστάτες, κάποτε φωτεινές εξαιρέσεις, αλλά από το '50 και μετά οι τυπικοί αριστεροί, ιδίως στη gauche caviar: άνθρωποι που τους ενδιαφέρει το ζήτημα της κοινωνικής δικαιοσύνης όσο οι χορταστικές μερίδες αφορούν έναν σεφ που θέλει να χτυπήσει αστεράκι Μισελέν. Η Αριστερά έπαψε να είναι υπόθεση της εργατικής τάξης και εξελίχθηκε σε κίνημα στοχασμού, ενώ μεταμορφώθηκε σε σύστημα αρχών κυρίως αφηρημένων, όταν δεν είναι ιερατείο και θρήσκευμα, όπως το ΚΚΕ μας.

Ανίερες συμμαχίες

Λένε ότι η επαναστατική Αριστερά χαντακώνεται όταν αρνείται να συνάψει τις σωστες συμμαχίες και βεβαίως μαζί της χαντακώνονται κοινωνίες ολόκληρες. Ακούμε συχνά ατάκες "αν είχε συμμαχήσει το KPD με το SPD" κτλ. Ωστόσο, η έμφαση πρέπει να δοθεί στο "σωστές". Τον 19ο αιώνα οι πρώιμοι σοσιαλιστές στη Βρετανία συμμάχησαν με πρωτογονιστές, λουδίτες και εχθρούς της νεωτερικότητας, ώστε να την πέσουν στους καπιταλιστές: οι μεν γιατί επρόκειντο για τους νέους δουλοκτήτες, οι δε γιατί τους μαγάριζαν την green and pleasant land με τους satanic mills τους. Τα αποτελέσματα είναι γνωστά: οι τεχνοφοβικοί καπέλωσαν και απορρόφησαν τους οπαδούς της κοινωνικής δικαιοσύνης.

Το έργο ξαναπαίζεται με τον φεμινισμό και τον πουριτανισμό: προκειμένου να πολεμήσουμε την πατριαρχία ας μείνουνε, ρε αδερφ@, 10 αρσενικά και 15 θηλυκά καυλωμένα ή κι αγάμητα (ναι, τα θηλυκά θα χάνουν πάντα), δεν βαριέσαι. Οι φεμινίστριες και οι φεμινιστές παίζουνε με την φωτιά βεβαίως: η σχεδόν ουσιοκρατική ταύτιση του σεξ με την εξουσία, της συνουσίας με τον βιασμό και του φαλλού με την τυραννία ενδεχομένως να εγκλείσει μελλοντικά την υπόθεση "φεμινισμός" στο κελάκι των δογμάτων μιας φράξιας πολιτικού λεσβιανισμού.

Ο πειρασμός της αθωότητας

Τα περισσότερα κινήματα ενδίδουν τελικά στον πουριτανισμό, τον οποίο αναγκαστικά αντιλαμβάνονται ως αγνότητα ή ως αθωότητα. Ο πουριτανισμός εγγυάται, έστω και ατελώς, ότι τα γυναικεία πάθη θα μείνουν εκτός πολιτικής και εκτός συζήτησης, ότι οι σύντροφοι ή συντρόφισσες και οι αδερφοί ή αδερφές δεν θα διασπάσουν την ενότητα του κινήματος ή της ομάδας λόγω ιμέρων και αμοιβαίων διεκδικήσεων ή ως αποτέλεσμα ατελέσφορων πόθων.

Ας υποκριθούμε λοιπόν όλοι ότι δεν έχουμε κολπικά υγρά, ότι δεν έχουμε κωλοτρυπίδες, ότι καμμιά ψωλή δεν θα σηκωθεί αν δεν γυρίσουν το κλειδί ο ΑΓΕΕΘΑ κι ο πολιτικός προϊστάμενός του, ότι οι γυναίκες καυλώνουμε από θαυμασμό, ότι όλοι καταρχήν το κάνουμε "κανονικά" με όποιον πρέπει και όταν πρέπει και κρυφά. Ακόμα και το παραμύθι της πατριαρχίας ότι οι άντρες είμαστε ζωώδη καυλοράπανα και οι γυναίκες εξαϋλωμένες (εκτός όταν δεν πρέπει) εξασφαλίζει μια κάποια τάξη ώστε να μπορεί εσωτερικά το κίνημα, σε ό,τι και αν αποσκοπεί, να στέκεται. Και τι ωραία που έχει μαδήσει τον πειρασμό της αθωότητας και την τάχα μου καθαρότητα της ανηδονίας η Ούρσουλα Λε Γκεν στο The left hand of darkness.

Γιατί τελικά υποκύπτουμε στον πουριτανικό ιδεασμό επειδή θέλουμε να νομίζουμε ότι το σεξ είναι πρωτίστως εξουσία και ότι, αν το περιχαρακώσεις, κατά κάποιον τρόπο τα πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα είτε θα γίνουν απλούστερα είτε θα λυθούν από μόνα τους: στη λεγόμενη αθωότητα πιστεύουν όσοι θέλουν η πολιτική να είναι απλή διαχείριση βάσει απλών αρχών και ο πνευματικός βίος ρητή διατύπωση και όμορφη διακόσμηση. Αλλά η διακόσμηση είναι υποκατάστατο της τέχνης και η ρητή διατύπωση η αρχή και μόνο του λόγου: ο πουριτανισμός μάς μικραίνει και μας περιορίζει τελικά.

Τι να κάνουμε;

Να συνεχίσουμε να προκαλούμε σε όλα τα πεδία, ξεκινώντας από το να προκαλούμε εαυτούς και αλλήλους.

GatheRate

Τετάρτη, 6 Ιουλίου 2016

Από τα δέντρα

Κάθομαι σε ένα καφέ και πίνω ένα δεύτερο σπριτς. Πριν περίπου μια βδομάδα κάτι συνάδερφοι μού είπαν ότι σπριτς πίνουν οι γκόμενες. Δεν με νοιάζει, ας πιω κι εγώ ό,τι πίνουν οι γκόμενες. Άλλωστε είναι νωρίς για οτιδήποτε άλλο και καφέδες πίνω από τις εφτά.

Κοιτάζω τα δέντρα έξω και χαλαρώνω. Αν δεν μπορώ να βλέπω ό,τι λαχταρώ, και μην πάει ο νους σας αποκλειστικά στα λαγνικά, προτιμώ να βλέπω δέντρα: λίγο για να σκέφτομαι τους πεθαμένους που τα φύτεψαν πριν δεκαετίες, λίγο για να τα καμαρώνω τα ίδια. Κυρίως γιατί είναι όμορφα. Ο κόσμος δεν είναι σύμβολο καμμιάς πραγματικότητας, δεν είναι σκιά του μέλλοντος ούτε λείψανο του παρελθόντος. Ο κόσμος είναι ο κόσμος (ή δάσος).

Σκεφτόμουνα ξανά ότι όσο σου λείπει εκείνο που σε τρώει, δεν μπορείς να χαρείς πολύ τα υπόλοιπα. Ίσως να μην μπορείς να τα χαρείς καθόλου τα υπόλοιπα. Όταν το αποκτήσεις εκείνο που σε τρώει, τότε όλα φωτίζονται. Φυσικά το θέμα είναι αν ξέρεις τι θες: αν είσαι σαν εμένα, και πάντα ξέρεις τι θέλεις, όταν δεν το έχεις ζεις μέσα στην οργή και την καντήφλα ή, χειρότερα, απλώς γυρνάς γύρω γύρω σαν τον διάολα και κακοποιείς τον κοσμάκη. Αν πάλι δεν ξέρεις τι θες, βασανίζεσαι.

Νιώθω τρυφερότητα για ανθρώπους ευγενείς που σπεύδουν να κατηγορήσουν τον εαυτό τους για εγωισμό και ανηθικότητα μόνο και μόνο επειδή δεν αφήνονται να τους συντρίψει ή να τους θάψει ζωντανούς ο κόσμος. Και ναι, γυναίκες είναι συνήθως, αφού εμάς τους άντρες ο κόσμος μάς ενθαρρύνει να ακολουθούμε την ψωλή μας, πραγματική ή συμβολική, και να λέμε ότι we follow our heart. Νιώθω τρυφερότητα για ανθρώπους ευγενείς που σπεύδουν να κατηγορήσουν τον εαυτό τους για εγωισμό και ανηθικότητα μόνο και μόνο επειδή δεν αφήνονται να τους ξεκάνει ο κόσμος· όμως να κοιτάξουνε γρήγορα να απαλλαγούν από αυτόν τον όλο φαρμάκι και ψέμα ιδεασμό τους πριν τους διαβρώσει και τους κουφώσει από μέσα.

Είμαι γενικώς υπέρ της κατανόησης και της υπομονής, άλλωστε τα δέντρα είναι όλο κατανόηση -- ενώ για την υπομονή τους δεν το συζητάμε καν. Όμως καλύτερα να μην ανοίγει κανείς διάλογο με ψυχαναγκαστικούς και χειριστικούς ανθρώπους. Οι ψυχαναγκαστικοί και χειριστικοί άνθρωποι δεν διδάσκονται ποτέ από τα δέντρα: συνεπώς δεν ανέχονται ψεγάδια, ή έστω την υποψία τους, ούτε στους άλλους ούτε στον εαυτό τους. Είναι λοιπόν ικανοί να εξοντώσουν ψυχολογικά τον άλλο και να του φορτώσουν τα μύρια όσα προκειμένου να αυτοδικαιωθούν και να συνεχίσουνε να νιώθουν άμεμπτοι, ή τουλάχιστον σωστοί.

Είμαι δεν είμαι υπέρ της υπομονής και της κατανόησης, σε στιγμές αδυναμίας θέλω να στείλω όλους τους πασιβαγκρέσιβες της ζωής μου, οι πιο πολλοί από τη δουλειά, σε μια έπαυλη μεγάλη στη μέση ειδυλλιακού αλλά απομονωμένου τοπίου (στην Παταγονία π.χ.). Θέλω να ζουν εκεί όλοι μαζί πολυτελώς και να φτάσουνε σε 1-2 βδομάδες να παρακαλάνε να βρεθεί ένας νορμάλ άνθρωπος για να του πρήξουν και να του τσιγαρίσουνε τα τζιέρια· να μην τους βρίσκεται κανείς άνθρωπος νορμάλ κι έτσι να αναγκάζονται να βγάζουν το άχτι τους ο ένας πάνω στον άλλο. Μετά μου περνάει κι αυτή η έπαξη. Δηλαδή σιγά μην ασχολούνται τα δέντρα με κάθε βοριαδάκι.

GatheRate

Σάββατο, 2 Ιουλίου 2016

Hardcore οιωνοσκοπίες

Από τις διατριβές των μπλογκ μέχρι τα επιγράμματα του τουίτερ, η αυτοέκδοση στα σοσιαλμήντια είναι άμεση.

Μια παρενέργεια της αμεσότητας είναι ότι ενθαρρύνει την οιωνοσκοπία. Τα κείμενα γίνονται οιωνοί προς ερμηνεία, αινίγματα για να αποκρυπτογραφηθούν. Πίσω από τα κείμενα-οιωνούς δεν βρίσκεται βεβαίως το μέλλον κανενός αλλά οι προθέσεις αυτού που γράφει: γιατί γράφει αυτά που γράφει; τι υπαινίσσεται; ποιον καρφώνει; τι έπαιξε;

Αρχίζουνε λοιπόν τα μαντέματα: μιλάει για σουτζουκάκια, σουτζουκάκια θα έφαγε· βρίζει τους ταξιτζήδες, σε ταξί θα μπήκε· γιατί γράφει για τον χωρισμό; κρίμα που χώρισε· παινεύει τον Μπάμπη, δουλειά θα ψάχνει.

Κι όσο παλεύουν οι αναγνώστες να διαβάσουν τα κείμενα όπως ο νονός μου ο τσέλιγκας διάβαζε μαντικώς αρνίσιες ωμοπλάτες, τόσο όσοι γράφουμε γινόμαστε όλο και πιο επιδέξιοι τεχνίτες της απόκρυψης. Και τόσο πιο δεινοί και προσεκτικοί γίνονται οι αναγνώστες -- όσοι θέλουν και μπορούν, τέλος πάντων.

Όσο περισσότερο κρυβόμαστε, τόσο πιο καίρια γίνονται όσα έχουμε να πούμε. Όσο περισσότερο αυτό που γράφουμε συστρέφεται γύρω από τον εαυτό του και συναντάει τον εαυτό του περνώντας μέσα από τον εαυτό του, τόσο εξακτινώνεται: το ίδιο το κείμενο γινεται l'hydre-Univers tordant son corps écaillé d'astres (που είπε ο Ουγκώ, όπως μας έμαθε ο Μπόρχες). Όσο περισσότερα νήματα πλέκουμε -- και κάποια νήματα φαίνονται ξεχωριστά αλλά είναι τελικά διαφορετικοί ιριδισμοί της ίδιας παλλόμενης χορδής -- τόσο πιο λεπτός είναι ο δεσμός που προκύπτει και πιο ισχυρός ο καταδεσμός πάνω στον αναγνώστη. Όσο λαξεύουμε το rime τόσο δυναμώνει η raison.

Πιο απλά, όσο περισσότερο κρυβόμαστε και κρύβουμε, τόσο περισσότερα φανερώνουμε: απλώς φανερώνουμε όσα χρειάζεται να δεις, τα ίδια και τα ίδια αλλά από μια γωνία λίγο πιο λοξή. Φανερώνουμε όχι αυτά που εσύ θες να ξέρεις: τι έφαγα, πού πήγα, πώς νιώθω, γιατί μένω, πώς το έκανα, πότε φεύγω, πού δουλεύω, ποια με θέλει και με ποιον θα γράψουμε τραγούδια. Όχι, θα σου φανερώσω όσα δεν ξέρεις ότι θες να δεις. Τέλος, θα σου φανερώσω πολλά και δεν θα ξέρεις ότι σου τα φανερώνω· και δεν θα σε νοιάζει καν.

Άρα από την ανάγνωση ενός κειμένου που πριν λεπτά βγήκε από την κοιλιά του γράφοντος, ελάχιστα πράγματα είναι πιο hardcore. Αφήστε τις οιωνοσκοπίες κι αφεθείτε.

GatheRate

Παρασκευή, 1 Ιουλίου 2016

Θάλασσα κι αλμυρό νερό


Ψηνόταν ο τόπος. Αυτός ο τόπος είτε ψήνεται πασπαλισμένος με σκόνη, είτε βράζει σχεδόν αχνίζοντας από υγρασία.

Στεκόμουν απέναντι από το νερό μέσα στο οποίο δροσίζονταν άλλοι. Ξέρω ότι όταν βλέπετε νερό, θάλασσα ή νερό πισίνας, ζηλεύετε. Ξέρω ότι θέλετε να βουτήξετε οπωσδήποτε. Ακούω πως είναι αλληγορία ή πρόγευση απελευθέρωσης να εμβαπτιστείτε στο νερό, ότι η καταβύθιση είναι γέννα μικρή και ξανανιωμός.

Ακόμα και αν δεν ισχύει τίποτε από όλα αυτά, οι περισσότεροι λιμπίζεστε το νερό. Λαχταράτε να μπείτε μέσα του και να σας περιβάλει. Εγώ πάλι, όχι.

Μου αρέσει να το κοιτάζω, όχι πολύ και όχι πάντοτε. Αλλά δεν το λιμπίζομαι.

Για μένα η θάλασσα δεν είναι μεταφορά για τον έρωτα. Δεν με δροσίζει, βγαίνω από μέσα της κολλώντας αλάτια, σαν παστός μπακαλιάρος ισλανδικός. Μου αρέσει να βουτάω βαθιά και να ακούω την ησυχία του βυθού. Όμως το νερό δεν το ζηλεύω.

Ζηλεύω τον ίδιο τον έρωτα, ακόμα κι αν μόλις έχω συνέλθει από τη μετοργασμική σκοτοδίνη.

Ζηλεύω τη δροσιά του κατωσέντονου το καλοκαίρι και τη θαλπωρή κάτω από το πάπλωμα τον χειμώνα.

Ζηλεύω λίγο τα ποτάμια που τρέχουν, αλλά να πιω από αυτά. Κολύμπησα στον Νέστο μια φορά, έβγαινα καθαρός από μέσα του αλλά δεν θέλω να παλεύω για να μείνω εκεί πού είμαι -- αν πρέπει να βουτήξω, θέλω να ησυχάζω.

Ζηλεύω την ησυχία ενός δωματίου μετά από πεζοπορία στην πόλη.

Ζηλεύω το δάσος.

Η λέξη μου για τον κόσμο είναι δάσος. Και οι πόλεις δάση είναι. Όλα τ' άλλα ερημιές: πέτρες, σκόνη, χώματα, αχανείς εκτάσεις σκεπασμένες με χιλιόμετρα άρμη.

GatheRate

Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2016

Κι ἐσὺ ἀθάνατη, ἐσὺ θεία, ποὺ ὅ,τι θέλεις ἠμπορεῖς


Τίποτε λαμπρό και τίποτε αληθινό δεν γεννιέται στο φως της ημέρας.

Οι ελπίδες φέγγουν απόκοσμα ακριβώς εκείνη την ώρα τη νυχτερινή που έχουν χορταστεί οι πόθοι και οι ταμιευμένες επιθυμίες.

Η τροχιά της φεγγαροντυμένης είναι ταυτολογικά νυχτερινή: στον ουρανό ή καθρεφτισμένη πάνω σε νερά σχεδόν ασάλευτα ή και ως επιφάνεια στην άκρη μιας λεωφόρου που γαληνεύει κι ακινητεί αφύσικα.

Η ανάσταση είναι κάτι που συμβαίνει πριν τον όρθρο τον βαθύ, την ώρα του λύκου, την ώρα της ελάχιστης θερμοκρασίας και ενώ πίσω από κλειστά βλέφαρα παίζονται όνειρα αλλά και οι πειστικότεροι εφιάλτες.

Η ελευθερία είναι κι αυτή μια donna velata που θα αποκαλυφθεί εντελώς υλικά, γυμνή κι ιδρωμένη με τα μάτια να μαρμαίρουν και με το δέρμα να λευκάζει στο σκοτάδι, με τον κόλπο της υγρό, την ώρα που το σκοτάδι είναι βαθύ και που τα παιδιά ησυχάζουν κουρασμένα από το κλάμα.

Η ελευθερία αναδύεται μέσα από το πέλαγος του ασυνείδητου ηριγένεια κι αθόρυβη. Το βήμα της είναι ελαφρύ και όταν μιλάει σχεδόν γελάει ήσυχα. Δεν τη στεφανώνουν ήλιοι και φεγγάρια ηλεκτρικά αλλά αστέρια που αναγαλλιάζουνε και ταπεινές φωτεινές επιγραφές. Τρώει κάτι για μετά το ποτό, αν και δεν πίνει πολύ, κι έτσι έχει άλλοθι να σε κοιτάζει. Η ελευθερία σε κοιτάζει κι εσύ κοιτάς αλλού, γιατί δεν χρειάζεται καθόλου να την αντικρύζεις: όταν είναι κοντά σου σε καταυγάζει.

Όμως η ελευθερία δεν είναι η mulier amicta sole της εφηβείας μας για την οποία διαβάζαμε στον Έκο και στη θεία Γραφή και στη Χαλιμά. Είναι ανεπαίσθητη. Η ελευθερία δεν έκανε μεγάλες θριαμβικές εισόδους με αστροπελέκια και τέτοια. Έλυσε το πουκάμισό της κι αμέσως το ξανάδεσε μετά, βεβαιώθηκε ότι θα συναντήσεις το βλέμμα της και ας το αποστρέψεις μετά: όποιος αντίκρυσε την ελευθερία ούτε σφραγίζεται ούτε χαράζεται, παρά αλλάζει και δυναμώνει και απλώνει κλαδιά και δένει καρπούς σιγανά κι ανεπαίσθητα, σχεδόν αρρίγητα.

Όποιος πείστηκε ότι είναι δούλος, θεωρεί τον εαυτό του ανάξιο για την ελευθερία. Μέσα στη νύχτα δεν βλέπει την αρχή για κάτι καινούργιο και δεν διανοείται καμμιά ανάσταση, ενώ κάθε ίνδαλμα της ελευθερίας το νιώθει προϊόν αλκοολικής χαράς, φαντασία ερωτική ή μνήμη μισοξεχασμένη παλιών και αδιανόητων εικονισμάτων της πρώτης νιότης του. Όποιος πείστηκε ότι είναι δούλος κινδυνεύει να πιστέψει ότι νύχτα είναι μόνο το σκοτάδι, να μην αντιληφθεί ποσώς το ανάερο πέρασμα της ελευθερίας από δίπλα του.

Μέσα στη νύχτα ξυπνάς, από εφιάλτη ενδεχομένως, και ξέρεις ότι δίπλα σου είναι εκείνη και θα σηκωθεί πριν καν χαράξει και θα σε κοιτάξει και ακούς που ανασαίνει και τα μαλλιά της κοιμούνται στο μαξιλάρι και ξέρεις ότι αυτή είναι η ελευθερία και ότι τώρα, που εσύ νομίζεις ότι είναι η ώρα της αστραπής, δεν υπάρχει τίποτε παρά η ψιθυριστή ησυχία της πόλης και το κίτρινο φως της. Αντιλαμβάνεσαι τότε επιτέλους αυτό που καιρό ένιωθες: ότι είσαι άξιος για την ελευθερία, ότι δεν είναι όλα φόβος και θλίψη, ότι η ζωή σου ξαναρχίζει τώρα για ακόμα μια φορά, ότι επιτέλους θα πάψεις να γίνεσαι ο εαυτός σου γιατί θα είσαι πια ελεύθερος.

Φωτογραφία: Classic torso (1952) της Ruth Bernhard

GatheRate

Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2016

Άγγελοι και μύγες

Με λένε Σραόσα. Ο Σραόσα (Sraosha) είναι κάτι παραπάνω από αρχάγγελο στον ζωροαστρισμό (ορθότερα: μασδαϊσμό), κατά το "I'm not a man / I'm something much bigger and better than /A man" του Μορισέυ. Έτσι λοιπόν ο Σραόσα δεν είναι απλώς ο αγγελιαφόρος του Ωρομάσδη (Ahura Mazda) και όπως οι περισσότεροι άγγελοι κι αρχάγγελοι στις θρησκείες, έχει έναν σαφή ρόλο: μεταφέρει θείες αποκαλύψεις, δείχνει τον δρόμο της ευτυχίας και της αλήθειας (διότι στις θρησκείες αυτά τα δύο ταυτίζονται επί της αρχής αλλά ποτέ επί του πεδίου). Ο Σραόσα είναι ο μόνος όρθιος στην αυλή του Ωρομάσδη (όλοι οι άλλοι είναι γονυπετείς ή μπρούμυτα, λόγω Δόξης), είναι και "φίλος του Ωρομάσδη". Τέλος είναι και ψυχοπομπός. Μιχαήλ και Γαβριήλ σε ένα: Γιαζάτας.

Ο ντάλα ήλιος και η ανελέητη στέγνια της Μέσης Ανατολής έβγαλε τρεις μονοθεϊστικές θρησκείες με τους αγγέλους για κομπάρσους και μόνο, αντίθετα με τον μασδαϊσμό. Απεναντίας, ο μασδαϊσμός και οι διάφορες δοξασίες που γέννησε στη συνάντησή του με τον νεοπλατωνισμό, σε έναν κόσμο εξίσου μεσογειακό αλλά λιγότερο θερμόπληκτο και διψασμένο, έβγαλαν θεουργία, γνωστικισμό και αγγελοθρησκείες καθώς και το τέως next big thing στον χώρο της θρησκείας: τον μανιχαϊσμό -- όλες γεμάτες αγγέλους, δαιμόνους, θεότητες, ανθυποθεότητες και πνεύματα.

Μπορεί ο χριστιανισμός να σνομπάριζε τις αγγελοθρησκείες (κάπου στην Αποκάλυψη υπάρχει και σχετική προειδοποίηση σε μια από της Εφτά Εκκλησίες της Μικρασίας, αλλά βαριέμαι να ψάχνω) όμως κάτι από τις ιλιγγιώδεις ιεραρχίες των ασωμάτων πέρασε και σε αυτή την εκδοχή του μονοθεϊσμού (όπου ο ένας Θεος είναι τρεις και τα πρόσωπα τα τρία ένα· και όλα θυμίζουνε Πλωτίνο). Έχουμε λοιπόν χωρισμό των αγγέλων σε τρεις τρίχορες ιεραρχίες ή ταξιαρχίες. Ναι, τρεις, όπως στην Πολιτεία του Πλάτωνα, όπως στο πανάρχαιο σύστημα των ινδουιστικών καστών:
Σεραφείμ, Χερουβείμ, Θρόνοι
Κυριότητες, Δυνάμεις, Εξουσίες
Αρχές, Αρχάγγελοι, Άγγελοι.
Εντάξει, όσοι πήγαμε σχολείο 1979-1991 μπορεί αρχαία να μην κάναμε στο Γυμνάσιο, και για αυτό είμαστε άλαλοι κι αγράμματοι και νεομορφωμένοι, μπορεί να μας άρπαξαν το πολυτονικό μέσα από τα δάχτυλά μας που ζάβωναν για να κρατάνε το στυλό αλλά -- όλα κι όλα -- τα εννιά τάγματα τα μάθαμε φαρσί και ποιηματάκι, προς διηνεκή εξευτελισμό των λαρτζ νεορθόδοξων που θεωρούν αυτό το στοιχείο γνωστικής-νεοπλατωνικής μυθολογίας στοιχείο της εξ αποκαλύψεως Αληθείας. Πού να δείτε κι άλλα στοιχεία μυθολογίας παρακάτω, δηλαδή.

Τι παίζει λοιπόν με αυτά τα εννέα τάγματα, που χωρίζονται σε τρεις τρίχορες ιεραρχίες ή ταξιαρχίες;

Διαβάζουμε εδώ ότι
Ιδίωμα της πρώτης ιεραρχίας είναι η πύρινη σοφία και η γνώση των ουρανίων, ενώ έργο τους ο θεοπρεπής ύμνος του «γελ».
Η δεύτερη ιεραρχία έχει ως ιδίωμα τη διευθέτηση των μεγάλων πραγμάτων και την διενέργεια των θαυμάτων, ενώ έργο τους είναι ο τρισάγιος ύμνος «Άγιος, Άγιος, Άγιος».
Τέλος ιδίωμα της τρίτης ιεραρχίας είναι να εκτελούν θείες υπηρεσίες και έργο τους αποτελεί ο ύμνος «Αλληλούϊα».
Εντάξει, ωραία, όλοι με τους σαφείς ρόλους τους, όπως οι περισσότεροι άγγελοι κι αρχάγγελοι στις θρησκείες. Υπάρχει βεβαίως ένα θεματάκι, αφού η πηγή από πάνω λέει ότι τα Σεραφείμ, τα Χερουβείμ και οι Θρόνοι έχουν έργο τον θεοπρεπή ύμνο του "γελ" (θα επανέρθουμε), ενώ ο προφήτης Ησαΐας μας τα λέει αλλιώτικα
[...] Εἶδον τὸν Κύριον καθήμενον ἐπὶ θρόνου ὑψηλοῦ καὶ ἐπῃρμένου, καὶ πλήρης ὁ οἶκος τῆς δόξης αὐτοῦ καὶ Σεραφὶμ εἱστήκεισαν κύκλῳ αὐτοῦ, ἓξ πτέρυγες τῷ ἑνὶ καὶ ἓξ πτέρυγες τῷ ἑνί, καὶ ταῖς μὲν δυσὶ κατεκάλυπτον τὸ πρόσωπον, ταῖς δὲ δυσὶ κατεκάλυπτον τοὺς πόδας καὶ ταῖς δυσὶν ἐπέταντο καὶ ἐκέκραγεν ἕτερος πρὸς τὸν ἕτερον καὶ ἔλεγον· ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος Κύριος σαβαώθ, πλήρης πᾶσα ἡ γῆ τῆς δόξης αὐτοῦ. (Ησαΐας 6, 1-3)
Υπάρχει εδώ ένα θέμα, λοιπόν: το Άγιος Άγιος Άγιος το κράζουν τα Σεραφείμ ή μήπως οι Κυριότητες, οι Δυνάμεις κι οι Εξουσίες (μέσα στην ιεραρχία και τη σωματασφαλίλα οι ονομασίες των ταγμάτων); Αυτό, ποιος κράζει το Άγιος Άγιος Άγιος, είναι ωστόσο εμπειρικό ζήτημα, όπως λέμε και στα Φάρσαλα, και θα λυθεί εντέλει δια της παρατήρησης όταν ακολουθήσουμε τα χνάρια του Δάντη και ξεναγημένοι από την καύλα της ζωής μας, την κάθε Βεατρίκη, βρεθούμε κι εμείς στη φάση
Qual è 'l geomètra che tutto s'affige
per misurar lo cerchio, e non ritrova,
pensando, quel principio ond'elli indige,

tal era io a quella vista nova:
veder voleva come si convenne
l'imago al cerchio e come vi s'indova;

ma non eran da ciò le proprie penne:
se non che la mia mente fu percossa
da un fulgore in che sua voglia venne.

A l'alta fantasia qui mancò possa;
ma già volgeva il mio disio e 'l velle,
sì come rota ch'igualmente è mossa,
l'amor che move il sole e l'altre stelle.
Λέει ο Δάντης για κύκλους -- θα επιστρέψουμε και σε αυτούς.

Στο μεταξύ, δείτε ότι οι μερικοί άγγελοι βρίσκονται εικονογραφικά μεταξύ αγγέλου και τέρατος. Τα εξαπτέρυγα Σεραφείμ, για παράδειγμα:
καὶ Σεραφὶμ εἱστήκεισαν κύκλῳ αὐτοῦ, ἓξ πτέρυγες τῷ ἑνὶ καὶ ἓξ πτέρυγες τῷ ἑνί, καὶ ταῖς μὲν δυσὶ κατεκάλυπτον τὸ πρόσωπον, ταῖς δὲ δυσὶ κατεκάλυπτον τοὺς πόδας καὶ ταῖς δυσὶν ἐπέταντο.(Ησαΐας 6, 2)
Πλάσματα με πολλά φτερά είναι προϊόν Μεσοποταμίας (ΠΟΠ). Γιατί έξι όμως; Με τα δύο πετάνε, με τα δύο καλύπτουν τα μάτια (γιατί δεν αντέχουν τη θέα της Δόξας του Θεού -- γενικά δεν τους κοιτάς στα μάτια τους ανωτέρους σου) και με τα δύο καλύπτουν τα αχαμνά τους, σε ένδειξη αιδημοσύνης. Ξαφνικά τα πιο τρελά εικονογραφικά απωθημένα του Τσαρούχη ζωντανεύουν: τα Σεραφείμ είναι προικισμένα και βρακώνονται με φτερούγες.

Μέχρι εδώ, εντάξει, κάτι σας είπα. Το θέμα "άγγελοι" το έχει δουλέψει μέχρι και ο Φίλιπ Πούλμαν. Και δεν θα καθόμουν να γράψω αυτό το μπλογκεπύλλιο αν κάτι δεν με χτύπαγε πιο πάνω:

τα Σεραφείμ, τα Χερουβείμ και οι Θρόνοι έχουν έργο τον θεοπρεπή ύμνο του "γελ"

Του ποιου; Του "γελ"; Του yel ή του gel (gel kayıkçı);

Η απάντηση, μετά από λίγο ψάξιμο, έρχεται από μια άλλη πηγή -- εντελώς ορθόδοξη, μην ανησυχείτε, δεν θα μπλέξουμε με καββαλισμούς κι αγγελοθρησκείες ή τη Νέα Εποχή:
Τρεις εξαίρετοι ύμνοι καί δοξολογίες είναι με τις οποίες δοξολογούν την αγία Τριάδα οι εννέα τάξεις των Αγγέλων. Καί της μεν πρώτης ιεραρχίας των Θρόνων, Χερουβίμ καί Σεραφίμ, είναι ίδιος ύμνος το, γέλ γέλ, το οποίο έβγαινε από τους τροχούς των Χερουβίμ κατά τον Ιεζεκιήλ (ι' 13), και σημαίνει ανακυλισμός κατά τον Αρεοπαγίτη Διονύσιο (Ουραν. Ιεραρχ. κεφ. ιε'), της δε δευτέρας ιεραρχίας, των Κυριοτήτων, Δυνάμεων καί Εξουσιών, ίδιος ύμνος είναι το, Άγιος, Άγιος, Άγιος (Ησ. στ' 3), της δε τρίτης των Αρχών, Αρχαγγέλων καί Αγγέλων, ίδιος ύμνος είναι το Αλληλούια, κατά τον Νικήτα τον Στηθάτο (Φιλοκ. κεφ. 99).
Η πηγή από πάνω αναπαράγει όσα είδαμε πριν, αλλά επί το υψιπετέστερον και θεολογικότερα. Και μας μπάζει σε μια από τις πιο cgi φάσεις της ιουδαϊκής και της χριστιανικής μυθολογίας: το όραμα του Ιεζεκιήλ. Το οποίο συν τοις άλλοις περιέχει τερατώδεις αγγέλους και κάτι άλλο και μεγαλύτερο από αγγέλους -- σαν τον Σραόσα δηλαδή: τέσσερα ζώα φτερωτά κι ένα άρμα που απαρτίζεται από περιστρεφόμενους τροχούς.

Το κεφάλαιο 10 (ι), εδάφια 9 έως 14 του Ιεζεκιήλ αξίζει να διαβαστεί στα αγγλικά με φωνή Don LaFontaine. Βασικά γίνεται χαμός και είναι δύσκολο να βγάλει άκρη κανείς τι γίνεται. Παίζουν Χερουβείμ, παίζουν κάτι Τροχοί που λένε "ω τροχέ!" και παίζουνε και τέσσερα ζώα φτερωτά, που δεν είναι άγγελοι, με πρόσωπα χερουβείμ, ανθρώπου λιονταριού και αετού. Αυτά τα τέσσερα ζώα τα έχετε ξαναδεί στην εκκλησία της γειτονιάς σας, συμβολίζουνε, λέει, τους τέσσερις ευαγγελιστές, με τη διαφορά ότι το ζώο με πρόσωπο χερουβείμ το παράκανε με τα τραβήγματα κι έχει στην Αποκάλυψη του Ιωάννη (κεφ. 4) πρόσωπο βοδιού:


Οκέι, αλλά στο όραμα του Ιεζεκιήλ, τι είναι οι Τροχοί; Είναι, λέει, οι Τροχοί που συνθέτουν το χερουβικό άρμα, το οποίο μεταφέρει τον, χμ, Θεό. Οι Τροχοί είναι όμως άγγελοι, όχι Σεραφείμ, αλλά Θρόνοι. Ναι: οι Τροχοί είναι άγγελοι, του τάγματος των Θρόνων. Που λέγονται "Θρόνοι" λόγω αυτού του περιστατικού, αφού στα εβραϊκά αποκαλούνται Τροχοί (ofanim). Παρεμπιπτόντως, αν είστε από αυτούς που πάνε Χαιρετισμούς γιατί απολαμβάνετε την ποίηση ξέρω γω, θα έχετε ακούσει τον χαρακτηρισμό "χερουβικό άρμα" για την Παναγία. Μόνον οι βυζαντινοί θα ταύτιζαν μια νεαρή κοπέλα, και μάνα του Θεού, με αυτόν τον τερατώδη σφαιρικό αστρολάβο.

Πού πήγε το "γελ"; Α, αυτό είναι εύκολο. Στα εβραϊκά το "ω τροχέ!" είναι "hag galgal!". Από το galgal στο "γελ", μια μετάφραση δρόμος.

Οπότε, έχουμε κάτι τροχόμορφους αγγέλους, ή και όχι, που ακούγονται να λένε καθώς περιστρέφονται "ω τροχέ!". Που έχει καλά σούπερ θεοπρεπές-απερινόητο-υπερβατικό περιεχόμενο -- εδώ κολλάει και ο Δάντης. Και φυσικά εδώ κολλάει και το Turn! Turn! Turn! των ανθρώπων που κατά τα άλλα διασκεύαζαν Ντύλαν και στο συγκεκριμένο τραγούδι Εκκλησιαστή (ή Qoelet).

Πάντως το όραμα του Ιεζεκιήλ (το όνομα του οποίου όταν ήμουν μικρός νόμιζα ότι είναι στίχος του Bekledim de gelmedin) είναι τόσο καμένο από μεσοποταμιανή εικονογραφία, θερμοπληξία και ο Κύριος οίδε τι άλλο, που είναι το αγαπημένο θέμα του φον Νταίνικεν και τέτοιων: ο Ιεζεκιήλ είδε ούφο.

Τι θες να μας πεις; θα ρωτήσετε. Όλα όσα ήδη είπα. Επίσης, ότι κάθε πίστη σε αποκάλυψη και τέλειες αλήθειες είναι επιμολυσμένη ανεπανόρθωτα με μυθολογίες, και δη μυθολογίες εφάμιλλες των ησιόδειων. Θα απαντήσουν οι πιστοί ότι συμβολικά είναι αυτά, καημένε, 20 αιώνες μαγαζί έχουμε, ούτε ο πρώτος είσαι ούτε ο τελευταίος που μας κράζει για τροχόσχημους αγγέλους που περιστρέφονται λέγοντας γκαλγκαλγκάλ (ή "τροχέ!"). Με δύο διαφορές: αφενός ο καθείς διαλέγει τα σύμβολά του, κι αυτά είναι πολύ καμένα σύμβολα, άραγε το Άγιο Πνεύμα τα ενέπνευσε; Αφετέρου, το "συμβολικό" χαρτί (όπως κατάλαβαν όσοι πρωτοδούλεψαν το 20 αιώνων μαγαζί) δεν μπορείς να το παίζεις συχνά όταν διακηρύσσεις ότι ο Θεός σου αποκαλύπτεται μέσα στην ανθρώπινη ιστορία και ότι "καταφάσκει την ανθρώπινη ιστορία".

Οι μύγες, πού κολλάν οι μύγες; Ε, ας μη γίνομαι "ρητορικός" και καλύτερα να μην πω κάτι για αυτά τα σιχαμένα επίσης ιπτάμενα πλάσματα, πέρα από το ότι "η μύγα πάει στα σκατά, πηγαίνει και στο μέλι".

GatheRate