Δευτέρα, 20 Αυγούστου 2018

Για έναν χιψτερισμό του δημοφιλούς

Κάθε τσόγλανος, είτε είναι λέκτορας στην Οξφόρδη είτε παιδί θαύμα στου Γκύζη το 1982, γνωρίζει πολύ καλά τα όριά του και προσπαθεί να τα αποκρύψει από τα μάτια των πολλών. Ως τάχα παιδί θαύμα στου Γκύζη το 1982, γιατί περί εμού ο λόγος, ήξερα ότι δεν είμαι καθόλου μα καθόλου παιδί θαύμα παρά ένας πιτσιρικάς με βιβλία και μουσικές στο σπίτι, κάτι που ούτε τότε ούτε τώρα είναι δεδομένο. Πολύ περισσότερο είχα επίγνωση ότι πέρα από μνημονικό και φιλομάθεια δεν είχα κανένα άλλο ταλέντο. Οι δάσκαλοι δεν το είχαν αντιληφθεί και μου μίλαγαν σαν να ήμουν μεγάλος άνθρωπος. Αυτό με κολάκευε πολύ ενώ επίσης εγκαινιάζε την άτυπη καριέρα μου ως μυστικοσύμβουλου και νουθέτη, εντελώς ακατάλληλου πολλές φορές.

Μια μέρα η δασκάλα με επέδειξε σε κάποιον συνάδερφό της ως κάποιον που ήξερε ότι η Τζοκόντα δεν είναι μόνο σοκολατάκι. Με ρώτησε ο δάσκαλος λοιπόν τι είναι η Τζοκόντα, απάντησα. Με ρώτησε πού το ξέρω, του αποκρίθηκα ότι την είδα στον τόμο Πινακοθήκη της εγκυκλοπαίδειας Δομή. Με ρώτησε αν μου αρέσει και του είπα ότι είναι ωραίος πίνακας -- άλλωστε τι θα έλεγα. Μετά, κι ενώ είχα αρχίσει να νιώθω συστολή και εκνευρισμό, με ρώτησε πώς μπορώ να χαίρομαι την Τζοκόντα ως πίνακα όταν έχει γίνει σήμα κατατεθέν του Παυλίδη. Αν και προτιμούσα τις νουαζέτες από τις τζοκόντες, αφού πρώτα έφτυνα το απαίσιο φουντούκι, έμεινα με την απορία γιατί με ρωτάει κάτι τέτοιο.

Στο Πανεπιστήμιο έμαθα από την Τζούμα ότι η ποπ κουλτούρα καταπίνει και οικειοποιείται την υψηλή τέχνη αποστρογγυλεύοντας κι αφοπλίζοντας την, καθιστώντας την διακόσμηση και "κενό σημαίνον" -- βεβαίως όλα τα σημαίνοντα κενά είναι από μόνα τους, αλλά γαλλοθρεμμένη καθώς ήταν συγχωρείται, αφού έτσι αποκαλούσαν τότε την απώλεια νοήματος ή τη συναρμογή του σημαίνοντος με ένα σημαινόμενο που δεν γουστάρουμε. Με δυο λόγια: αν βλέπεις παντού την Τζοκόντα (όπως και συνέβαινε, αφού κάθε μικροαστικό σπίτι εγκατέλειπε φοντάν και φρουί γλασσέ για να τρατάρει παστάκια, καριόκες και σοκολατάκια)  καταντάει μια αηδία η Τζοκόντα και είναι πια σήμα κατατεθέν κι όχι έργο τέχνης που κουβαλάει κάτι βαρύτιμο και θαυμαστό, που προκαλεί απορία.

Χτες ήταν μια όμορφη μέρα που έκλεισε με την ακρόαση των Θαλασσογραφιών των Λοΐζου και Παπαδόπουλου. Όταν άρχισε να παίζει το σιντί στο αμάξι ήμουν έτοιμος να ακούσω κάτι τόσο φθαρμένο όσο η Μόνα Λίζα στις τζοκόντες. Κατέληξα να ακούσω προσεκτικά και από την αρχή τα τραγούδια του δίσκου, χώρια ότι ανακάλυψα και δύο τραγούδια που δεν γνώριζα: το "Ένα γέρικο καράβι" με τον Πάριο και το "Μήνυμα" με τη θεϊκή Κωχ.

Ο χιψτερισμός περιλαμβάνει ένα αίτημα να ανακαλύψουμε και να προμοτάρουμε ό,τι δεν είναι δημοφιλές, ό,τι είναι παραμελημένο ή παρεξηγημένο ή περιθωριοποιημένο ή απλώς ντεμοντέ. Στις πιο ενδιαφέρουσες εκφάνσεις του μάς καλεί να σπάσουμε και να ανοίξουμε τον Κανόνα, κάθε τι που είναι παραδεδομένο ως αριστούργημα και ταυτόχρονα δημοφιλές. Αναρωτιέμαι λοιπόν αν θα μπορούσαμε να περάσουμε σε μια φάση του χιψτερισμού στην οποία θα ξανανακαλύπτουμε όσα είναι ήδη μέρος του Κανόνα, όσα είναι δημοφιλή. Αναρωτιέμαι αν θα μπορούμε να ξανακούσουμε π.χ. την Πέμπτη του Μπετόβεν και να νιώσουμε γιατί γάμησε και ταυτόχρονα γονιμοποίησε τη μουσική, να ξαναδούμε τον Άμλετ και να μας σηκωθεί η τρίχα, ή -- πιο ταπεινά -- να ξανακούσουμε το "Έχω έναν καφενέ" και να νιώσουμε γιατί έγινε σουξέ ή να προσέξουμε π.χ. την ξεμπούζουκη μα λαϊκή ενορχήστρωση της Γοργόνας ή του Νανουρίσματος, που δεν ξεπέφτει σε χατζιδακισμό.

Βεβαίως και γίνεται, βεβαίως και το περικείμενο δεν είναι ένα μονολιθικό κι άκαμπτο πλαίσιο ερμηνείας. Σας το διαβεβαιώνει ο τσόγλανος που είδε τη Μόνα Λίζα παρά τις τζοκόντες στη φοντανιέρα.

GatheRate

Τρίτη, 14 Αυγούστου 2018

Καλοκαίρια

Το καλοκαίρι είναι ο θάνατος της άνοιξης.

Για μένα καλοκαίρια είναι τραβολόγημα μέσα σε βρωμερά πλοία για σκονισμένα κι άνυδρα νησιά, για ανεμοδαρμένα χερσοτόπια που ζουν από το εντυπωσιακά λίγο του τοπίου τους ή από το χρώμα του θαλασσινού νερού που τα συσφίγγει.

Καλοκαίρια για μένα είναι πλήξη και ζέστη σε εξοχικά, αποκομμένος από τους δικούς μου ανθρώπους, να τρέφομαι με ντοματοσαλάτες και μακαρόνια προσπαθώντας να χορτάσω με τοπίο και με την προσδοκία γεμιστών ή καμμιάς μπαρότσαρκας εν μέσω ηλιοκαμένων βουπούδων ή φασαίων εποίκων.

Το καλοκαίρι απαγορεύει τα γλυκά, αλλά πριμοδοτεί υπερμεγέθη ζαχαρώδη φρούτα ενώ πλημμυρίζει με ζάχαρη το αλκοόλ.

Τα καλοκαίρια σπανίζει το νερό, περισσεύει το αλάτι που μου τσιτώνει το δέρμα και το αργάζεται σαν να είναι πετσί· τα καλοκαίρια βρωμάνε αρρύθμιστες ντιζελομηχανές και καμένα λάδια παπιών σε καρόδρομους του θανάτου.

Τα καλοκαιρινά σκουπίδια σαπίζουνε στοιβαγμένα και αναποκόμιστα, ενώ το σπάνιο αεράκι των αποπνικτικών Ιουλίων αναμιγνύει την αποφορά τους με ό,τι λίγο σουρώνει από γιασεμιά και χλωρίνες.

Στα λευκά κελιά του καλοκαιριού, ενοικιαζόμενα ή μη, αντηχούν μεντεσέδες, καπλαμαδένιες πόρτες που δεν κλείνουν και παντζούρια που τα γρονθοκοπάει ο άνεμος.

Καλοκαίρι στην πόλη είναι να ζεις σε ερημωμένα χωριά, μπροστά από κατεβασμένα ρολά και ορθάνοιχτα μπλακόνια μέσα από τα οποία αντηχούν τηλεοράσεις, καβγάδες Σπιρτόκουτου ή -- αν είσαι τυχερός -- τίποτα ιμερικοί στεναγμοί και στόνοι όσων ιδρώνουν για καλό.

Καλοκαίρι σημαίνει τύφλωση, θάνατος του χρώματος· καλοκαίρι θα πει φωτιά και αϋπνία· καλοκαίρι συνεπάγεται χαύνωση και ραστώνη.

Τρέχουμε να κρυφτούμε από το καλοκαίρι μέσα στη θάλασσα ή μέσα σε κλιματιζομένους χώρους και αυταπατώμαστε ότι τρέχουμε για να βουτήξουμε μέσα του.

Το καλοκαίρι είναι η μοναξιά που θορυβεί σαν το πιο ιλαρό γλέντι. Το καλοκαίρι, ένα πανηγύρι μέσα στο οποίο τα σώματα απωθούνται καθώς συνωθούνται σαν σε χορό.

Τελικά το ελληνικό καλοκαίρι δεν υπάρχει, είναι μια σύντομη κι χρυσοπληρωμένη σε προσδοκίες παράσταση στημένη στο σκηνικό της αιγαιοπελαγίτικης ερημιάς κι αποψίλωσης, σκηνικό που εγείρει πανελλήνιες και μεσογειακές αξιώσεις.

GatheRate