Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2011

Ξένος


στη Niemandsrose και στον Κ.Κ.Μοίρη, στην ανήμερη ευαισθησία της γραφής τους δηλαδή. Δυστυχώς, τον δεύτερο τον ανακάλυψα πολύ αργά (;).

Στην ιστορία των Χριστουγέννων πάντοτε με εντυπωσίαζε η εξής λεπτομέρεια: ο Θεάνθρωπος είναι ένας ξένος, εντελώς ξένος: ντιπ για ντιπ. Η γέννησή Του δε συνοδεύεται από θεϊκές τροφούς, υπερφυσικές φασκιές, υπερούσιο γάλα και νέκταρ, εκρήξεις φωτός και αστραπής, ασφαλή επουράνια καταφύγια και τα λοιπά. Δε γεννιέται κατευθείαν μέσα στην ωριμότητα αλλά ως βρέφος. Είναι ένας ξένος μέσα στους ξένους, και πολύ σύντομα γίνεται και πρόσφυγας (όταν άρον άρον ξεκουμπίζεται η οικογένειά Του για την Αίγυπτο).

Είμαι δεκαπέντε χρόνια ξένος. Από ένα σημείο και μετά, καταντάς ξένος και στον τόπο σου, δυσκολεύεσαι να τον παρακολουθήσεις, να ερμηνεύσεις το πώς αλλάζει ή γιατί δεν αλλάζει. Από τη μια η αντίληψη αυτού που θεωρείς τόπο σου γίνεται άκαμπτη και δυσκίνητη λόγω της σκουριάς της νοσταλγίας, από την άλλη εστιάζεις σε κάτι πράγματα μικρά, που τα διακρίνεις με απίστευτη οξύτητα, πράγματα που όσοι ζούνε στον τόπο σου θεωρούν ευτελή, πολλές φορές δικαίως.

Είδα λοιπόν γραμμένο αυτό πάνω σ' έναν τοίχο πολύ κοντά στο σπίτι μου. Πρώτον, τι λέει; "Αθηνά σε αγαπάω" ή "Αθήνα σε αγαπάω"; Οι λατινικοί χαρακτήρες δε βοηθάνε αλλά εντάξει, μάλλον το πρώτο -- κι ας θέλω εγώ να βλέπω ό,τι θέλω. Υποθέτω πως από κάποιο χέρι μαθητικό γράφτηκε, από κάποιο παιδί ξένο, νεοφερμένο ίσως στην Ελλάδα λίγο πριν την εφηβεία, που πασχίζει να μάθει τα ελληνικά γράμματα στο κοντινό σχολείο. Αν το δούμε έτσι το θέμα, εύκολα μπορούμε να παραβλέψουμε τα κεφαλαία στο 'ΣΕ' -- ανορθογραφία θα είναι κι όχι εκδήλωση αφοσίωσης.

Το παιδί αυτό, αγόρι ή κορίτσι, θέλει να βγάλει από μέσα του τον έρωτά του για την Αθηνά (ή, να ελπίσω, για την Αθήνα). Ούτε καν έναν μαρκαδόρο της προκοπής να γράψει το σύνθημά του δεν έχει. Γράφει το μήνυμά του όπως μπορεί κι όπως ξέρει, επείγεται, δε χωράνε καλλιέπειες και ορθογραφίες. Για να πει αυτό που θέλει χρειάζεται ένα ξένο αλφάβητο που δεν καλοκατέχει, γιατί είναι ξένο. Αλλά δεν πειράζει, είναι ερωτευμένο αυτό το παιδί: όλοι οι ερωτευμένοι ξένοι είναι. Και ξενιτεμένοι, και πρόσφυγες: τουλάχιστον στο ότι έχουν αφήσει ό,τι ξέρουν πίσω τους.

Αν πάλι η ερωτική εξομολόγηση (που λέγαμε μικροί) απευθύνεται στην Αθήνα, ταυτίζομαι μαζί του, αν και εγκάρσια: αυτό το παιδί ήρθε από κάπου αλλού, ξένο στην πόλη, και την αγάπησε σε βαθμό που να της γράψει σύνθημα. Εγώ ζω ξένος αλλού και πια ξένος από την πόλη μου, κι ας την αγαπάω.

GatheRate

5 σχόλια:

  1. Μητε ξενάκι, μήτε τίποτα. Ελληνάκι που δουλεύει τα greeklish. Το"αγαπάω" το γράφει "αγαπαv" ανταλλάσσοντας το "ω". Σα να λέμε "αιvνα " τον αιωνα.
    ΣΕ πειράζω, εξόριστον στρουθίον.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Θείε θείο, ΣΕ εύχομαι κάθε καλό, με γεια και το βιβλίο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Καλή Χρονιά, με πολλές στιγμές στην πόλη των ονείρων κάθε φυσιολογικού (ή και αφύσικου) ανθρώπου, Sraosha.
    Την Αθήνα την έχουμε ερωτευτεί για πάντα, αμετακλήτως ισχυρά, τίποτα δεν μπορεί να μας την ξεριζώσει από την καρδιά μας.

    Καλή Χρονιά και Καλή Αθήνα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Ενας απο τους ωραιότερους βυζαντινούς ύμνους που παίζει με τις λέξεις. Απο την άλλη γιορτή, αλλά αν μιλάμε για "ξένο", εδώ δείτε:

    "Δος μοι τούτον τον ξένον,

    Τον εκ βρέφους ως ξένον ξενωθέντα εν κόσμω.

    Δος μοι τούτον τον ξένον,

    ον ομόφυλοι, μισούντες θανατούσιν ως ξένον.

    Δος μοι τούτον τον ξένον,

    ον ξενίζομαι βλέπειν του θανάτου τον ξένον.

    Δος μοι τούτον τον ξένον,

    όστις οίδε ξενίζειν τους πτωχούς και τους ξένους.

    Δος μοι τούτον τον ξένον,

    Ον Εβραίοι τω φθόνω απεξένωσαν κόσμω.

    Δος μοι τούτον τον ξένον,

    ίνα κρύψω εν τάφω, ος ως ξένος ουκ έχει την κεφαλήν πού κλίνη.

    Δος μοι τούτον τον ξένον,

    ον η μήτηρ ορώσα νεκρωθέντα εβόα:

    Ω Υιέ και Θεέ μου, ει και τα σπλάχνα τριτρώσκομαι

    και καρδίαν σπαράττομαι νεκρόν σε καθορώσα

    αλλά τη ση αναστάσει θαρρούσα μεγαλύνω".

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Τι καλά που κάνατε αυτό το σχόλιο!

    ΑπάντησηΔιαγραφή