Πέμπτη 7 Ιανουαρίου 2010

Η βαρύτητα κι οι μουσακάδες



Όπως πολλοί άλλοι, έχω μείνει κόκκαλο με την εκπομπή "Μια νύφη για τον γιο μου". Μητέρες και γιοι ψάχνουν αντάμα για συζύγους που θα είναι νοικοκυρές, περιποιητικές κι υπάκουες, θα ψένουν μουσακάδες και θα κάνουν εγγονάκια.

Για να μη σπεύσει κανείς να πει ότι η απέχθειά μου οφείλεται στα εκφυλοαντανακλαστικά μου, σημειώνω ότι παραμονή Πρωτοχρονιάς ο πατέρας μου, ένας καθ' όλα αξιοπρεπής οικογενειάρχης και σιγανοπαπαδιά που πλέον έχει ψηφίσει τους πάντες πλην ΚΚΕ και ΛΑΟΣ, μας έβγαλε 5λεπτο φιλιππικό εκφράζοντας την απογοήτευσή του, την κατάπληξή του καθώς και την απορία του για το πού βαδίζουμε σαν κοινωνία όταν βγαίνουν τέτοιες εκπομπές και μάλιστα όταν βρίσκονται και παίκτες για να συμμετάσχουν σε αυτές.

Κακώς πέφτει από τα σύννεφα όμως. Το σύνθημα της σχωρεμένης της Μαλβίνας Κάραλη καθώς πολεμούσε τον αρχισατανά (δηλαδή τον καλύτερο μεταπολεμικό πρωθυπουργό της Ελλάδας) Κώστα Σημίτη ήταν "απενοχοποιηθείτε" (συνοδευόμενο από κάποια καμπ προσφώνηση που δε θυμάμαι: "χρυσά μου"; "μωρά μου"; "λατρεμένα μου"; "πουλιά μου"; κάτι τέτοιο). Βεβαίως, η Κάραλη μάλλον ευαγγελιζόταν γενικευμένη απενοχοποίηση: για τους θρησκόληπτους αλλά και για τους άθεους, για τις τεκνατζούδες αλλά και για τις γεροντόφιλες, για τους χοντρούς αλλά και για τους ανορεξικούς, για τους καρεκλάδες αλλά και για τους σκυλοτσιφτετελάδες, για τους φαλακρούς αλλά και για τους αφάνες, για τις αναγνώστριες του Φάις αλλά και της Δημουλίδου, για τους σινεφίλ που προσκυνούν τον Τάκη Κανελλόπουλο αλλά και τους βιντεοφίλ που γουστάρουνε Στηβ Ντούζο. Και ούτω καθεξής.

Η ελληνική κοινωνία πάντως άκουσε τη φωνή της προφήτιδος και συμμορφώθηκε. Ή μάλλον, η προφήτις ψυχανεμίστηκε (μόνο έλλειψη διορατικότητας δε θα μπορούσε να της προσάψει κανείς) το αίτημα της ελληνικής κοινωνίας που ήθελε να απενοχοποιηθεί.

Η ελληνική κοινωνία ήθελε να ακούει και να χορεύει σκυλομαλακίες, ήθελε μαιζονέτες και πολυτελείς μονοκατοικίες και διαμερίσματα στα Βριλήσσια και στην Αγία Παρασκευή, ήθελε να διαβάζει Άρλεκιν εγχώριας παραγωγής κι όχι για τις αϋπνίες του Βιζυηνού, ήθελε να βλέπει βιντεοταινίες κι όχι για τη σιωπή του Θεού. Μεγάλωσα σε μια Ελλάδα που η λέξη "κουλτουριάρης" ήταν (όχι αδικαιολόγητα) βρισιά ενώ, ταυτόχρονα, οτιδήποτε αμφισβητούσε τα θέσμια και τα ιερά καταχωρούνταν αμέσως ως "κουλτουριάρικο": από τους χίπηδες μέχρι το ΚΚΕεσ, από τους ειρηνιστές μέχρι όσους έκαναν πολιτικό γάμο, από τον Νίκο Δήμου της δεκαετίας του '80 μέχρι τον Ηλία Πετρόπουλο, από τον Σιδηρόπουλο μέχρι τις φεμινίστριες, από τον Κουν μέχρι τον παπα-Πιρουνάκη.

Η ιδεολογία των Ελλήνων (ιδεολογία μιας μειοψηφίας ίσως, πλην όμως πανίσχυρη):

α. Είναι ιδεολογία οικογενειοκεντρική και οικογενειοκρατική: η οικογένεια παραμένει υπέρτατη αυθεντία και εξουσία και στον ιδιωτικό βίο και στον δημόσιο βίο και στην πολιτική.

β. Είναι αόριστα και συγκεχυμένα φαλλοκρατική-μιλιταριστική: τους Ιταλούς τους κάνουν άντρες οι πουτάνες (ή τίποτα κορίτσια από όχι πολύ καλές οικογένειες), τους Έλληνες ο στρατός. Είναι και συγκρουσιολάγνα: ρητορικώς όλα είναι όπλα, αγώνας, αίμα, πάλη, μάχη, πόλεμος. Όπως έλεγε κι ένας φίλος: "Με τη βοήθεια του θεού, θα τους γαμήσουμ' όλους", που μας φέρνει στο

γ. Είναι θρησκευτική με τη γιανναρική έννοια -- αν και ο ίδιος, χαμένος στις εξιδανικεύσεις του, βεβαίως διαφωνεί. Στον ιδιωτικό βίο ο Έλληνας χρησιμοποιεί το θείο σαν πλούσιο μακροθειό ή σαν επιδεκτικό λαδώματος υπάλληλο. Πέρα από τον Χριστό, την Παναγία και τους αγίους, επικαλείται κομποσχοίνια, φυλακτά, εικονίτσες, ματόχαντρα. Αν είναι φτωχός, μάγια και μάγισσες. Αν είναι πλούσιος, το ταϊβανέζικο χέρι της Φατίμα που αγόρασε στο σουκ στην Τυνησία, ή κανα καβαλιστικό χαϊμαλί. Στον δημόσιο βίο, η θρησκευτικότητα διαπιστεύει την ελληνικότητα, πράγμα σημαντικό αφού

δ. Για την ελληνική ιδεολογία, ο Άλλος είτε ενσωματώνεται, αφού συμμορφωθεί εξωτερικά (ο βαφτισμένος Εβραίος, ο διακριτικός ομοφυλόφιλος, η θρήσκα πόρνη, ο μαύρος που μιλάει άπταιστα ελληνικά, ο γραικομάνος Σλαβομακεδόνας, ο υπερέλληνας Βλάχος / Αρβανίτης, ο Σουηδός που παίζει σάζι και τάβλι, η Αμερικάνα μάνα που είναι υστερικότερη από την εγχώρια), είτε απορρίπτεται. Η συνύπαρξη μαζί με τον Άλλο είναι πάρα πολύ ζόρικη υπόθεση. Από αυτή την άποψη τα σχεδόν ανύπαρκτα αντανακλαστικά της ελληνικής κοινωνίας απέναντι στον αντισημιτισμό είναι μέρος μιας πανοραμικότερης εικόνας μονομανίας, μιας διαρκούς προσπάθειας να επιβληθεί η μονοδιάστατη ταυτότητά της.

Τέλος, η υποκρισία είναι κεντρικό στοιχείο της ελληνικής ιδεολογίας. Ίσως το ισχυρότερο: "κάνε ό,τι θες αλλά μη μας το λες", "μακριά από πάνω μας κι όπου θέλει ας πάει" και -- φυσικά -- όπως είπε ο εθνικός Καραμανλής: "υπάρχουν πράγματα που γίνονται και δε λέγονται και πράγματα που λέγονται και δε γίνονται", ρήση που επίσης συνοψίζει πανέμορφα τη νεώτερη πολιτική μας ιστορία.

Τις τελευταίες δεκαετίες πάψαμε να υποκρινόμαστε ότι δεν είμαστε υποκριτές. Απενοχοποιήσαμε την υποκρισία, όπως και την ημιμάθεια, τη μεμψιμοιρία-ζοχάδα και τον ατομικό και συλλογικό μας τσαμπουκά-λεονταρισμό. Οι ψυχαναλυτές και οι γεροντάδες θα μείνουν το δίχως άλλο άνεργοι σύντομα, αφού ρέπουμε προς τα εκεί που μας τραβάει η βαρύτητα της ελληνικότητας, "φυσικά" και "αβίαστα".

GatheRate

Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2010

Το δάσος και η πόλη



στη Σώτη Τριανταφύλλου, επί τη ευκαιρία

Όταν σκέφτομαι όμορφη φύση, σκέφτομαι δέντρα. Ούτε βράχια, ούτε ξεραΐλες, ούτε χορτάρι. Ούτε τη θάλασσα. Δέντρα. Τη χαρά που μου δίνει να περπατάω σε μονοπάτι στο δάσος μου την έχει δώσει μόνο η μουσική.

Τα δάση, αντίθετα με τα λιβάδια, τις ερήμους και τις γυμνές πλαγιές, δεν έχει πολύ νόημα να τις κατοπτεύεις από κάποιο ψηλό σημείο σαν ρομαντικός περιηγητής. Πρέπει να είσαι μέσα στο δάσος: το δάσος είναι τρισδιάστατο. Τα δέντρα δημιουργούν χώρο, δίνουν το ουσιώδες ύψος. Παράλληλα, κρύβουν τον ορίζοντα ή την ορεογραμμή. Διαχέουν το φως και θαμπώνουν τους ήχους.

Ανέβηκα τις προάλλες στο Γκάλαξυ στο Χίλτον, όπου το ποτό έχει τιμή μπριζόλας και προδιαγραφές πάρτυ εικοσάρηδων. Έχει όμως τη συγκλονιστικότερη θέα της Αθήνας: οι Βασιλέως Κωνσταντίνου και Βασιλίσσης Σοφίας εξακτινώνονται φωτεινές και ευθείες μπροστά σου, οι απαλές δομημένες λοφογραμμές λαμπυρίζουν με τα φώτα των σαλονιών τους. Ο Λυκαβηττός και η Ακρόπολη συμπληρώνουν το τοπίο χωρίς όμως να δεσπόζουν.

Κι όμως, όπως και τα δάση, τις πόλεις δεν πρέπει να τις κοιτάζεις από ψηλά. Είναι το λάθος σημείο. Μόνον η Πράγα μοιάζει εξίσου όμορφη από πάνω. Η Νέα Υόρκη επιβλητική και θεαματική, αλλά τίποτε άλλο. Πόλεις όπως η Ρώμη, το Λονδίνο, η Βαρκελώνη, το Βερολίνο και το Παρίσι μοιάζουν με την Αθήνα από ψηλά -- πράγμα που μάλλον τις αδικεί.



Οι πόλεις είναι κι αυτές τρισδιάστατες. Πρέπει να τις βλέπεις από μέσα. Και δεν πρέπει να μένεις στις ευθείες και στις καμπύλες των δρόμων τους ή στις προσόψεις. Μόνο στο Παρίσι (και στους παριζιάνους) οι προσόψεις μπορεί να είναι κάποτε πιο συναρπαστικές από το εσωτερικό των κτιρίων. Αλλά, κατά κανόνα, οι πόλεις είναι οι δαιδαλώδεις εσωτερικοί χώροι τους, οι λαβύρινθοι σπιτιών, διαμερισμάτων, αποθηκών, ορόφων, κλιμακοστασίων, διαδρόμων, υπογείων. Χώρια οι εσωτερικές αυλές, οι στέγες, οι ταράτσες, οι χώροι στάσης, οι πλατείες, οι σπιανάδες. Τα παράθυρα, τα μπαλκόνια, οι διαβάτες, οι ζωές, οι λύπες, οι έρωτες, τα παιδιά, οι δυνατότητες, τα ερείπια, οι φωνές...

Και μετά βέβαια είναι το θέμα του πώς βλέπουμε τις πόλεις. Το Αμβούργο δεν είναι καμμιά κουκλίστικη (ή έστω "ανθρώπινη") πόλη. Με εντυπωσίασε όμως με πόση αγάπη την κινηματογραφεί ο Fatih Akın στο Soul Kitchen. Πολλοί από όσους ζούνε στις πόλεις δεν τις αγαπούν. Αυτό μού είναι ακατανόητο. Έχω ξαναπεί ότι η Αθήνα λ.χ. έχει προβλήματα, που συνοψίζονται ενδεχομένως από το "Όμορφη πόλη αλλά παρατημένη" της συμβίας. Αλλά από εκεί (τα σκουπίδια, τον θόρυβο, το πρόβλημα στάθμευσης) μέχρι τα ανοικονόμητα "τέρας", τα αμετροεπή "φρίκη" ή το αστοιχείωτο "τριτοκοσμική" κτλ. υπάρχει τεράστια απόσταση.

Μέρος της σύγχυσης και της αθηνοφοβίας οφείλεται στην εγγενή πολυπλοκότητα και αντιφατικότητα της μεγαλούπολης. Η Αθήνα είναι μεγαλούπολη. Σε όλες τις μεγαλουπόλεις υπάρχει μαζική στέγαση. Στη μεγαλούπολη έρχεσαι μοιραία αντιμέτωπος με την ποικιλία. Πολλοί αισθάνονται δυσανεξία στην περιορισμένη πολυμορφία που μας επιτρέπει η ανθρώπινη φύση· η μεγάλη πόλη, που την αναδεικνύει αναιδώς και περήφανα, τους φαντάζει χαοτική. Να πάνε στο Λουξεμβούργο ή στη Γενεύη λοιπόν. Είμαι σίγουρος ότι κι εκεί δε θα κολλήσουν, για άλλους λόγους βέβαια.

Μέρος της σύγχυσης και της αθηνοφοβίας οφείλεται στην αδυναμία να δούμε την πόλη στη σωστή κλίμακα και στα σωστά συμφραζόμενα. Είναι σφάλμα να συγκρίνουμε την Αθήνα του 1832 της φτωχής Ελλάδας με το Παρίσι, ή το Λονδίνο, ή τη Βιέννη, πόλεις κέντρα πολυεθνικών αυτοκρατοριών ή πλούσιων χωρών στις οποίες έχουν εισρεύσει αμύθητα πλούτη και -- κυρίως -- που μετράνε ιστορία αιώνων. Είναι κωμικό να ψάχνουμε χάλκινες στέγες στην Αθήνα και ανθισμένα μπαλκόνια στο Αμπερντήν. Είναι αφέλεια να συγκρίνουμε το κέντρο της Ρώμης των παπών με τα Πατήσια, να θαυμάζουμε τις κεντρικές Βρυξέλλες αγνοώντας την αχανή Αχαρνών που κρύβει η βελγική πρωτεύουσα. Και τα λοιπά. Αν θέλουμε να δούμε πώς πάμε, πρέπει να κοιτάξουμε προς τη Λισαβώνα και προς τη νότια Ιταλία, ίσως. Και -- ω φρίκη -- προς τα Βαλκάνια και προς την Ανατολική Ευρώπη επίσης.

Στο μεταξύ, εγώ την αγαπάω αυτήν την πόλη.

GatheRate

Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2010

Το ατελείωτο μελό της ματοβαμμένης ελληνικότητας

Εδώ και χρόνια συζητάμε με τη συμβία ένα ζήτημα, σχεδόν κοάν το έχουμε καταντήσει: κατά πόσον μπορεί να βλάψει ένα μεγάλο κείμενο μια παραστασή του; Είχαμε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τα μεγάλα κείμενα επιβιώνουν και ακτινοβολούν ακόμα και μέσα στις επιχώσεις και τα ιζήματα -- τα κατακάθια ντε. Το κείμενο του Οιδίποδα Τυράννου κατάφερε να επιβιώσει και να συνεπάρει ακόμα και μέσα από τη βερσιόν Κιμούλη-Γαληνέα-Νταλάρα (όχι όμως και από αυτήν της Πατεράκη στην Επίδαυρο το 2008). Το μεγαλείο του Αμαρτήματος της μητρός του Βιζυηνού δεν αμαυρώνεται πολύ από την παράσταση του Θεάτρου Τέχνης με τον Λογοθέτη.

Ξέρουμε επίσης, τουλάχιστον από πέρσι, ότι ένας καλός ηθοποιός μπορεί να σηκώσει μια παράσταση κι ένα μέτριο κείμενο ακόμα και μόνος του. Πέρσι είδαμε τη Νένα Μεντή να βγάζει από έναν μάλλον κουτούτσικο μονόλογο μια πάρα πολύ δυνατή παράσταση χάρη στην ερμηνεία της. Αξιοζήλευτη και κρουστική ερμηνεία στην Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου μιας πολύ δυνατής και μεγάλης ηθοποιού, που ελέγχει το υλικό της και το αναδεικνύει, όσο επιδέχεται ανάδειξη το υλικό.

Βγήκα πριν δύο ώρες από το Τρίτο Στεφάνι του Φασουλή. Πήγα γιατί πρόκειται για ένα κείμενο αναφοράς, ένα κείμενο κειμενικό και αρκετά λόγιο ώστε να δημιουργεί αρραγή ψευδαίσθηση αληθοφάνειας (στην ας πούμε νατουραλιστική της εκδοχή). Πήγα γιατί έπαιζε η Μεντή. Πήγα γιατί, στο κάτω-κάτω, το Εθνικό Θέατρο είναι. Αν δε σωθεί το κείμενο, θα σώσει η Μεντή. Κάτι θα σιγοντάρει και η κατάσταση ΕΘ. Κάπως έτσι σκέφτηκα.

Η παράσταση διαρκεί τέσσερις ώρες μαζί με το 20λεπτο διάλειμμα. Λίγο αφού αρχίσει αντιλαμβάνομαι ότι βρίσκομαι στη θεατρική κόλαση των ανούσιων παραστάσεων που μικρότερο με έκαναν να σιχαίνομαι τη θεατρική εμπειρία ως υποκατάστατο της κινηματογραφικής. Ακαθοδήγητοι ηθοποιοί, ανοικονόμητη κινησιολογία, ανεξέλεγκτη άρθρωση και εκφορά, ασυνάρτητα ή άκυρα οργανωμένη σκηνογραφία. Ποιότητες, μανιέρες και χαρακτηριστικά τηλεοπτικού σήριαλ: νόμιζα ότι βλέπω κακό Δαλιανίδη ή Αυθαίρετους / Απαράδεκτους / Μήτσους. Αποφάσισα να φύγω στο διάλειμμα.

Ένα θεμελιώδες λάθος της παράστασης είναι ότι εξουδετερώνει την κειμενικότητα του Τρίτου Στεφανιού. Πράγματι, όπως μου είπε κι ένας φίλος στον οποίο τηλεφώνησα στο διάλειμμα (δεν έφυγα) ενώ η συμβία τράβαγε ως Εκάβη στις Τρωάδες τα μαλλιά της, αν απογυμνώσεις το Τρίτο Στεφάνι από την κειμενικότητα και την "κειμενική πολιτική" του, έχεις απλώς κάτι νοικοκυρές να κουτσομπολεύουνε πάνω από μια σκάφη. Έχεις "κάπως ξεπεσμένες αστές να συμπεριφέρονται σαν πλύστρες", όπως είχε επισημάνει σε ένα γραπτό της η συμβία. Η πλοκή που ξετυλίγεται μπροστά στα κουρασμένα μάτια του κοινού είναι κάτι μεταξύ Βούρτση-Ξανθόπουλου και κακοβαλμένων Παπαθανασίου-Ρέππα.

Βλέπουμε λοιπόν μπροστά στα μάτια μας, ελέω διασκευής και σκηνοθεσίας των Νιάρχου και Φασουλή, το Τρίτο Στεφάνι να μετατρέπεται στο ανιαρό μελό της ελληνικότητας, στην μπασταρδέ ιστορικότητα της νεοελληνικής ηθογραφίας, στον όλο τσιρίδα, μισόλογα και φασκελώματα κόσμο της ελληνικής οικογένειας, στο κουραστικό τηλεοπτικό καμπ ενός κόσμου όπου οι πόρνες συμπεριφέρονται σαν τραβεστί, οι στρέιτ σαν κουρασμένα γερόντια ή πεντάρχιδες μάτσο τορπίλες βαρβατίλας, οι νοικοκυρές σαν ξεφωνημένες αδερφές που μουτζοκλαίνε τη μοίρα τους τη μαύρη -- και ούτω καθεξής.

Ο ηθογραφικός ιστορικισμός της παράστασης βρίσκεται λοιπόν στον αντίποδα προσεγγίσεων όπως αυτή στα Κόκκινα Φανάρια ή κι αυτή στη Στρέλλα.

Μόλις βγήκε η Μεντή-Εκάβη, το πράγμα έφτιαξε, τουλάχιστον ως θέαμα: ενδεχομένως ερήμην της σκηνοθεσίας, ιδανικότερη Εκάβη δε θα μπορούσε να υπάρξει επί σκηνής. Έχω διαβάσει το βιβλίο τρεις φορές και απολάμβανα τώρα τη μεγάλη ηθοποιό να ζωντανεύει έναν από τους πιο σύνθετους χαρακτήρες της νεοελληνικής πεζογραφίας, και μάλιστα μέσα σε ένα εν πολλοίς κενό δραματικό χώρο γύρω της -- χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η Κομνηνού και η Τρύπη δεν έβαλαν τα δυνατά τους, αν και μάλλον χαμένες μέσα στη γενικευμένα ισχνή σκηνοθεσία.

Στο δεύτερο μέρος όμως τα πράγματα δυσκόλεψαν πολύ. Πρώτα-πρώτα, πεθαίνει κάποια στιγμή η Εκάβη. Δεύτερον, η ατσούμπαλη κινησιολογία, τα κραυγαλέα ευρήματα, η όλο λακκούβες άρθρωση και εκφορά, και η πλέον αθλιούτσικη σκηνογραφία συμπληρώνονται από ανακοινωθέντα και προβολές ντοκουμέντων-ζουρνάλ που δίνουν το ιστορικό στίγμα. Χαρακτήρες πάνε κι έρχονται, για λόγους δραματικά ανεξιχνίαστους: Πέτρος, Ειρήνη, κάποιος Άγγλος που δε βλέπουμε, ένας Γερμανός στρατιώτης, μια φράου. Και μετά έρχονται δύο χονδροειδή ευρήματα που απλούστατα καταβαραθρώνουν την παράσταση.

Πρώτον, από ένα μεταπολεμικό σημείο και μετά όλα γίνονται γιορτή. Το θέαμα μετατρέπεται σε ένα προχω-ρετρό μιούζικαλ τύπου 'Δέκα Χρόνια Μέγκα', πλαισιωμένο με ποτ-πουρί επιτυχιών της δεκαετίας του '40 (κι έκτακτη εμφάνιση των Πουπίνι Σίστερς -- αστειεύομαι, χα χα). Κάποιοι ηθοποιοί τραγουδούν, κάποιοι ατυχέστεροι σέρνονται μεταμοντέρνα στο σανίδι και σπαρταρούν σαν να τους έβαλε ο Παπαϊωάννου να κάνουν τον γυμνοσάλιαγκα ή το λαβράκι στη στεριά.

Δεύτερον, λίγο πριν το τέλος εισάγεται εξοβελιστέα και πλεοναστικά (πια) ένα στοιχείο της κειμενικότητας που διατρέχει ολόκληρο το μυθιστόρημα: η Νίνα (alter ego του Κ. Ταχτσή) μιλάει για τη συγγραφή με τον Άκη-Ταχτσή, αφού ο ίδιος της βάλει λόγια στο στόμα της. Σχεδόν αναθαρρείς που βλέπεις τον ήρωα (τη Νίνα) να ξεκινάει να αναμετρηθεί με τον δημιουργό-αφηγητή αλλά και συνήρωά του (τον Άκη-Ταχτσή). Η Νίνα αντιλαμβάνεται ότι ο Άκης-Ταχτσής θα την κατασκευάσει όπως θέλει, αφού όμως ήδη έχει κλεισμένη την ίδια και όλον τον κόσμο της μέσα στο σημειωματάριό του.

Ακολουθεί η τελευταία σκηνή του έργου και η πλήρης άλωσή του. Παραμένοντας στην πολύ αργά ανακαλυφθείσα κειμενική διάσταση του έργου, οι χαρακτήρες του περικυκλώνουν τον Άκη-Ταχτσή που κάθεται μπροστά στη γραφομηχανή. Κι εκεί του ζητούν να πει όσα δεν είπε στο μυθιστόρημα είτε επισημαίνουν τι δεν είπε γι' αυτούς στο μυθιστόρημα. Και μετά προστίθεται και ο σκανδαλοθηρικός βιογραφισμός τύπου Βασίλη Καββαθά στις πολλές αμαρτίες της παράστασης, με τη Νίνα (ή την Εκάβη -- δε θυμάμαι, ήδη μπινελίκωνα και βλαστημούσα ήσυχα) να βάφει τον Άκη-Ταχτσή και να τον ντύνει τραβεστί με μια ρόμπα. Και σαν να μην έφτανε αυτός ο εξευτελισμός έργου, συγγραφέα και παράστασης, ο Άκης-συγγραφέας και οι χαρακτήρες του πασαλείβουν τα χέρια τους με μπόλικο ρουζ και τείνουν τα χέρια ανοιχτά προς το κοινό. Κι έτσι μαθαίνουν και οι νεώτεροι ποιο το ματωμένο τέλος του παρενδυτικού Άκη-Ταχτσή, και, γενικότερα, της ελληνικής ιστορίας.

GatheRate

Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2009

Δύο στα δύο

Κατάφερα να δω και τις δύο πολυσυζητημένες ελληνικές ταινίες, τη Στρέλλα και τον Κυνόδοντα. Αν δεν τις έχετε δει, σταματήστε να διαβάζετε και πηγαίνετε να τις δείτε.

Γενικά δε μου αρέσει ο ελληνικός κινηματογράφος από σεναριακής και θεματολογικής άποψης. Νομίζω ότι έχω ξαναγράψει για το θέμα, αλλά αντί να ψάχνω τον σύνδεσμο, μπορείτε να τον βρείτε εσείς στο νέο μπλογκ που περιλαμβάνει (σχεδόν) όλα όσα έχω γράψει κι ό,τι θα γράφω στο εξής. Ωστόσο, πρόσφατα έχουν εμφανιστεί ελληνικές ταινίες (να θυμηθώ πολύ πρόχειρα την Ιστορία 52) που είναι πολύ διαφορετικές: χωρίς ποιητισμούς, χωρίς τάχα μου γκονταρικούς διαλόγους, χωρίς σχηματικά "συμβολικά" σενάρια που τα τραβάει η διακειμενικότητα στον πάτο, χωρίς αφέλειες κτλ.

Ο Κυνόδοντας δεν είναι καθόλου ευχάριστη ταινία. Είναι βεβαίως άψογα γυρισμένη και πάρα πολύ δυνατή. Μάλιστα είναι τόσο δυνατή, που σε βαράει στο κεφάλι διακριτικά αλλά πάρα πολύ σφοδρά.

Λειτουργεί σε τρία τουλάχιστον επίπεδα.

Πρώτα-πρώτα είναι μια ακραία αλλά λεπτομερής και πολύ αποτελεσματική σάτιρα της (ελληνικής) οικογένειας, τουλάχιστον όπως τη γνώρισε η γενιά μας. Πόσοι από εμάς δε φαντάστηκαν ή δε φοβήθηκαν ότι οι γονείς μας θα ήθελαν κατά βάθος να μας απομονώσουν εντελώς από τον έξω κόσμο και τις κακές επιρροές: τη σατανική τηλεόραση, τις καφετέριες κι όλα τα άλλα που βλέπαμε σε αριστουργήματα όπως τα Τσακάλια ότι ρίχνουνε τη νεολαία στον βούρκο.

Δεύτερον, η ταινία αποτελεί ένα ενδιαφέρον πείραμα σκέψης σχετικά με τα όρια του κοινωνικού μπιχεβιορισμού: μπορείς να διαμορφώσεις τη συμπεριφορά του ανθρώπου κατά βούληση ελέγχοντας τα ερεθίσματα που δέχεται; Γίνεται να παρακάμψεις ή να ανασκευάσεις την ανθρώπινη φύση ώστε τελικά να πείσεις για την επικινδυνότητα της γάτας ή να αποσβέσεις το ταμπού της αιμομιξίας; Είναι εφικτό να πείσεις ανθρώπινα όντα ότι "πληκτρολόγιο" σημαίνει μουνί; (αν κι εντάξει, σχετικά με αυτό το τελευταίο, σε μπλογκάδες απευθύνομαι)

Τρίτον, ο Κυνόδοντας είναι η ουσιαστικότερη, αν και αλληγορική, κριτική της κλειστής κοινωνίας: απομόνωση, αυτάρκεια, προπαγάνδα, ψέμα, παραπληροφόρηση, περιχαράκωση και δαιμονοποίηση του "έξω κόσμου", τρομολαγνία, έμφαση και πρωτείο στην κοινότητα-οικογένεια, πλήξη, βία, εκπόρνευση και -- σε πολλά επίπεδα -- αιμομιξία. Η κατάσταση στο απομονωμένο σπίτι θυμίζει ιστορίες από ορεινές κοινότητες της Ευρώπης αλλά κι από ολόκληρες κοινωνίες (Βουλγαρία, Ανατολική Γερμανία, Βόρεια Κορέα κτλ.).

Με το να επιτίθεται μετωπικά και σαδιστικώς ανελέητα στην οικογένεια, στην (μπιχεβιοριστική) Παιδεία και στα αντανακλαστικά της (ενίοτε θεόκλειστης) κοινωνίας μας, ο Κυνόδοντας ήδη πρωτοπορεί. Το γράμμα το πάει ακόμα παραπέρα η ταινία με την τεχνική και αισθητική της ματιά και το ολοκληρωμένο όραμά της.

Η ενδιαφέρουσα συγκυρία βρίσκεται στο ότι η άγρια σκυλίσια κριτική του Κυνόδοντα συνυπάρχει με τη μη-τραγική κατάληξη της Στρέλλας. Η Στρέλλα πρωτοπορεί με την απουσία ενοχής και τιμωρίας για ανομολόγητα πράματα και (σε ένα επίπεδο κάπως πιο προφανές) στο ότι είναι η πρώτη (ή η δεύτερη) ελληνική ταινία στην οποία οι τραβεστί δεν είναι θλιβερά κουρέλια, τραγικά ερείπια, τελειωμένα τζάνκι που σφάζονται ή που τα πυροβολεί κάποιος μουστακαλής λαϊκός πασοκόμορφος τύπος. Τα υπόλοιπα για τη Στρέλλα θα τα διαβάσετε εδώ.

Αν η Στρέλλα εξετάζει τα όρια της ανθρώπινης εμπειρίας, ο Κυνόδοντας μας πάει πέρα από αυτήν για να φωτίσει κάποια από τα στρεβλά συλλογικά οράματά μας. Και οι δυο ταινίες, τόσο διαφορετικές μεταξύ τους, κάνουν πολύ ενδιαφέρον και πολύ δύσκολο σινεμά -- μέσα σε έναν πραγματικό κόσμο τυράννων αιμομικτών πατεράδων, σαν εκείνους τους αυστριακούς.

GatheRate

Σάββατο 19 Δεκεμβρίου 2009

Δύο κυπριακές φωτογραφίες

αφιερωμένες στον Σάκη Φώλιο.

Και οι δύο διαβάζονται σε πολλά επίπεδα. Ιδίως η δεύτερη.



GatheRate

Massive Attack - Paradise Circus

Είμαι φαν των Massive Attack από τον καιρό του Protection. Τους είδα επιτέλους ζωντανούς στο Τηγάνι το καλοκαίρι του 2008 και μου άρεσαν πάρα πολύ. Καταπληκτικό σώου, πολύ δυνατό λάιβ.

Εδώ το εντυπωσιακό καινούργιο τους βίντεο, του ρευστού και ονειρικού Paradise Circus (στα φωνητικά συμμετέχει η μούσα μου της Τρίτης Λυκείου, η Hope Sandoval των Mazzy Star). Αν έχετε πρόβλημα με τις περιπτύξεις, τη γυμνότητα κτλ., κλικάρετε αλλού. Επίσης, δείχνει και κάτι φίδια.

Οι Portishead θα σκάσουνε μετά απ' αυτό.

GatheRate

Παρασκευή 18 Δεκεμβρίου 2009

Τετάρτη 16 Δεκεμβρίου 2009

Η Παιδεία και η Βουλή (των Εφήβων)


Με αφορμή το πολύ ενδιαφέρον κείμενο του Αλιβιζάτου και την πρόσφατη εκπομπή στον Σκάι θέλω να γράψω κάτι που τρώγομαι να το πω περίπου έναν χρόνο:

Σταματήστε να κατηγορείτε το εκπαιδευτικό σύστημα και την Παιδεία της Ελλάδας. Το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα είναι απόλυτα πετυχημένο και λειτουργικότατο, αν αξιολογηθεί με βάση τους στόχους του -- οι οποίοι διατυπώνονται με σαφήνεια και πολλές φορές ρητά στα αναλυτικά προγράμματα.

Σκοπός του εκπαιδευτικού συστήματός μας είναι να διαμορφώσει εθνικά υποκείμενα και να τους προσδώσει στοιχεία μιας ενιαίας εθνικής ταυτότητας.

Η παιδεία μας δεν έχει παρά πολύ περιορισμένους πρακτικούς στόχους, δεν ασχολείται ιδιαιτέρως με το να δώσει τεχνικά, κοινωνικά ή και θεωρητικά "εφόδια στους νέους για τη ζωή". Η παιδεία μας δεν ενδιαφέρεται να διδάξει πολιτική σκέψη και συμπεριφορά ή αρχές πραγματικής ηθικής (η ασυνάρτητη και "ελληνορθόδοξη" διαπαιδαγώγηση με στοιχεία ηθικής προσφέρεται φυσικά ως στοιχείο εθνικής ταυτότητας). Το σχολείο μας δεν είναι ούτε "δεξιό" για να διδάξει αρχές, ούτε "αριστερό" για να διδάξει κοινωνική ευαισθησία· παράλληλα, η επιστημονική, η τεχνική, η καλλιτεχνική και η τεχνολογική μας εκπαίδευση είναι κωμικές.

Οι εκπαιδευτικές μέθοδοι στοχεύουν στο να μπορεί κάθε Έλληνας να ξέρει γιατί είναι Έλληνας, πώς θα γίνει σωστός Έλληνας και γιατί πρέπει να είναι περήφανος που είναι Έλληνας. Εξού και η υπερτροφική έμφαση σε ατελέσφορη γλωσσική διδασκαλία, εξού και η μεθοδολογική αγκύλωση και αφέλεια στη διδασκαλία των φυσικών επιστημών, εξού και η κωμική μετάδοση κοινωνικών και ιστορικών επιστημών ως στοιχείων εθνικής χρηστομάθειας. Εξού και η γενικευμένη ηγεμονία της αυθεντίας: της αρχαίας γλώσσας, της Ιστορίας ως ελληνικού αφηγήματος, της Τέχνης και της Σκέψης ως εθνικών κειμηλίων που κληροδοτήθηκαν σε μια αχάριστη Ευρώπη, της γενικευμένης περιφρόνησης προς τον τεχνικό πολιτισμό, προς τη διδασκαλία των τεχνών, προς τη φυσική αγωγή και τα αθλήματα, προς την ανάπτυξη των προσωπικών δεξιοτήτων των μαθητών, κτλ. κτλ. κτλ. κτλ. κτλ. κτλ. κτλ. ...

Το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα έχει λοιπόν επιτύχει κάτι που δύσκολα βρίσκει κανείς σε εθνικό κράτος, ακόμα και σε κράτη εθνικά με πιο βαρβάτο τρόπο από ό,τι το δικό μας: γλωσσική ομογενοποίηση, περιθωριοποίηση των τοπικών ιδιαιτεροτήτων και τοπικισμών, μονοειδή και μονολιθική εθνική ταυτότητα, συμφυρματική ταύτιση "λαού", "έθνους", "κοινότητας", "κοινωνίας", "κοσμάκη", "πατρίδας" και "ελληνισμού".

Για να δείτε το προϊόν του εκπαιδευτικού συστήματος, βλέπετε Λαζόπουλο. Μιλήστε με τον ευφυή νέο καταστηματάρχη ο οποίος υπέστη για χρόνια ακατανόητα αρχαία στο σχολείο (που τα πέρναγε μετά βίας), αλλά δεν έχει πρόβλημα αφού "Έλληνες είμαστε ρε αδερφέ".

Ένα τέτοιο σύστημα δε χρειάζεται πανεπιστήμια τελικά.

Επίμετρο:

Περπατώντας στο σπίτι από τη δουλειά θυμήθηκα το σημείο στην εκπομπή που λινκάρω πιο πάνω στο οποίο ο Ξυδάκης λέει χοντρικά ότι θέλει να ακούσει τη γνώμη των νέων έξω από τις μανιέρες και τις ελληνικούρες των δημοσιογράφων και εν γένει των μεγάλων.

Είναι πράγματι υποπροϊόν του εκπαιδευτικού συστήματος ότι όταν οι νέοι θέλουνε να τους πάρουνε στα σοβαρά υιοθετούν την κούφια ρητορεία, τα πληκτικά σχήματα, τους χιλιοτριμμένους τόπους και τον εκθεσάδικο στόμφο που το σχολείο τούς διδάσκει ότι αποτελούν καλλιέπεια, σωστή έκφραση και ευφράδεια. Η πηγαία ρητορική των καφέ, το δηκτικό χιούμορ του δρόμου, τα σχολικά λογοπαίγνια, τα υπαινικτικά καυλαντίσματα των πάρτι, η καταιγιστική επιχειρηματολογία όταν μιλάνε για λ.χ. μπάλα, γκομενικά ή κατά των γονιών, οι χιπχόπ / γηπεδικές / φανταρικές / παρεΐστικες / μετατηλεοπτικές επιρροές τους εξαφανίζονται και δίνουνε τη θέση τους σε έναν δοτό μικρομέγαλο λόγο, σαν κι αυτό που διαφημίζουνε της γης οι λαζόπουλοι και η Στερεοτυπία ως λόγο των πάλαι 'δεκαεξάρηδων': λόγο ρηχό, κουτό και άκαμπτο που κανονικά θα έπρεπε να χαρακτηρίζει μόνο τελειωμένα νερντ και κνίτες.

Ο ίδιος λόγος, η ίδια ρητορική, η ίδια φλερύ ελληνικουρίαση παίζεται και στην εξαμβλωματική καρικατούρα θεσμού που λέγεται 'Βουλή των Εφήβων': "εξαμβλωματική" γιατί είναι άχρηστη, στημένη και υποκριτική· "καρικατούρα" γιατί λειτουργεί ως αυτό που κάτι γέροι νομίζουν ότι είναι η Βουλή: ένας καφενές για κουβέντες της βούρτσας ή γεροντοπηγαδάκι του Ζαππείου...

GatheRate

Σκάβοντας στη λάσπη



Με το που βγηκαμε στο μπαλκόνι, ο Ρακάσα με ρώτησε "Πού τον έχεις κρύψει τον πρόεδρο, ρε μαλάκα; λέγε".

Το σκηνικό της τυμβωρυχίας: βροχή, αστραπές, βοριάς και σκοτάδι. Έριχνε καρέκλες εκείνο το βράδυ. Κάποιοι μ' έναν εκσκαφέα ανοίγουν τον τάφο. Φαντάζομαι Ρένφιλντ και Τρανσυλβανία αλλά αναρωτιέμαι ποιος και γιατί, αγνοώντας τα τσίρκα δηλώσεων γύρω από το θέμα.

Οπωσδήποτε έχουμε όλοι μας μια πολύ επιφανειακή εικόνα του κόσμου γύρω μας: Κύπρος είναι και κάποιοι που βεβηλώνουν με σχέδιο τον τάφο ενός πρώην προέδρου (όπως είναι και όσοι οικογενειάρχες, Έλληνες και Τούρκοι, σφάξαν ανέμελα και απερίσκεπτα γείτονες και γνωστούς το '63-'64 και το '74). Αυστρία είναι και οι κύριοι παιδεραστές και κατά συρροήν αιμομίκτες. Ιταλία είναι και ο ρατσισμός και η νοσταλγία του φασισμού. Σκανδιναβία είναι και οι σκίνχεντ. Βρετανία είναι και η έλλειψη οικογένειας τοξικά συνδυασμένη με τη βροντερή απουσία κοινωνικού κράτους (με αποτελέσματα όπως το υψηλότερο ποσοστό εφηβικών εγκυμοσυνών στον ανεπτυγμένο κόσμο). Ελλάδα είναι και οι ανελέητοι ξυλοδαρμοί συζύγων, ο ομαδικός βιασμός της Βουλγάρας μαθήτριας στη Μαλεσίνα (τι έγινε μ' αυτό;), ο Άλεξ που εξαφανίστηκε ενώ όλη η τοπική κοινωνία κοιτούσε κάπου αλλού.

Η φρίκη και η αγριότητα υπάρχουν παντού. Όχι μόνο στη Μέση Ανατολή και στην υποσαχάρια Αφρική. Βρίσκεται και κάτω από τις αφίσσες που διαφημίζουν παραδόσεις, πολιτισμούς, κληρονομιές, χαρούμενες οικογένειες. Απλώς καμμιά φορά δυσκολεύεσαι να καταλάβεις.

GatheRate

Πέμπτη 10 Δεκεμβρίου 2009

(υπο)σημείωση

Πήγα σήμερα σε μια παρουσίαση βιβλίου. Πέρασα ωραία, αν και τα αποφεύγω αυτά, γιατί η συγγραφέας είναι συγκροτημένος κι ευχάριστος άνθρωπος, με χιούμορ κι ευαισθησία. Τέλος πάντων, σπάνιος άνθρωπος. Καλά κάνει και γράφει, κι ας μη μ' αρέσουν όλα της. Τι να γίνει, ο καθείς και τα γούστα του.

Είπε λοιπόν κάποια στιγμή ότι ποτέ δεν τη βοήθησε κανένας, ό,τι έκανε και ό,τι έγινε ήταν από μόνη της. Δεν ξέρω κατά πόσον αυτό αληθεύει κι ούτε με αφορά. Είναι ωστόσο κάτι που ισχύει στην περίπτωσή μου: τέσσερις άνθρωποι (όλοι συνάδερφοι) προσφέρθηκαν να με βοηθήσουν στη ζωή μου μέχρι τώρα, και οι τέσσερις απέτυχαν (όχι λόγω έλλειψης ζήλου). Κι αυτό ήταν όλο.

Δεν εξάσκησα ούτε την υψηλή τέχνη της ολικής αλείψεως με σάλιο ("σλουρπ!"), ούτε της προληπτικής κολακίας ("κολάκευε τώρα και αύριο θα σου βγει σε καλό"), ούτε της επένδυσης σε σιωπή ("βγάλε τον σκασμό τώρα και πες αργότερα ότι σιωπηρά συμφωνούσες"), ούτε της συστηματικής συνταύτισης ("μωρέ εμείς που συνέχεια συμφωνούμε, δεν πρέπει κιόλας να συνεργαστούμε;"). Βεβαίως δεν έχω να επιδείξω επιτεύγματα, ούτε πραγματικά ούτε επινοημένα και πλασματικά. Άσε που απέτυχα να εισπράξω μίζες όταν μπορούσα και γενικά, εντάξει, δεν έχω υψηλές αποδόσεις. Ούτε καλό είναι αυτό, ούτε κακό: ο καθείς και οι επιλογές του. Ή, όπως έλεγε και μια θεια, "καθείς κι ο κώλος του".

Τα γράφω αυτά εν είδει ενός σημειώματος προς τον εαυτό μου: όπως είχε πει ο Κωστόπουλος (ο Πέτρος, αυτός του Κλικ), όσο πιο πολύ κόσμο γνωρίζεις, τόσο σε λιγότερους μπορείς να λες ανοιχτά τη γνώμη σου -- ιδίως άμα είναι τίποτε διαταραγμένοι ή διανοητικά ηλικιωμένοι, θα πρόσθετα εγώ. Αλλά από εκεί ο δρόμος μέχρι την ανοχή της αγυρτίας, της αβελτηρίας και των παραφουσκωμένων εγώ και μέχρι τη σιωπηλή συνενοχή είναι σύντομος και φαρδύς.

Αυτά εν είδει σημειωσης προς τον μελλοντικό εαυτό μου, επειδή την τελευταία δεκαετία έχω γνωρίσει πάρα πολύ κόσμο, τελικά.

GatheRate

20 χρόνια από τη Βελούδινη Επανάσταση



Έτσι γίνονται οι επαναστάσεις, έτσι μένει άναυδη η αστυνομία, έτσι ανατρέπονται οι σάπιες κυβερνήσεις:

Κουνώντας χιλιάδες μπρελόκ στα αέρα, διαδηλώνοντας απανωτά αλλά ειρηνικά, ανάβοντας εκατοντάδες κεριά στο οδόστρωμα, φτιάχνοντας ανθρώπινες αλυσίδες και ζώνοντας τις πόλεις μ' αυτές, μεταφέροντας διακριτικά τη διαμαρτυρία αλλά παντού: στους συναυλιακούς χώρους, στις εκκλησίες, στα αμφιθέατρα, στα μαγαζιά, στις υπαίθριες αγορές.

Τα υπόλοιπα είναι κουβέντες, μπερεκέτια για τους λουκετάδες-κλειδαράδες, δακρυγόνα και ξυλοδαρμοί.

GatheRate

Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2009

Sic et non, ξανά



The saints are coming

Νομίζω ότι στο μέλλον αυτό το βίντεο κλιπ θα αποκτήσει διαστάσεις εμβληματικές. Δε νομίζω ότι κανένας από τη γενιά μας θα ξεχάσει ποτέ αυτό που έπαθε στο 1:39, όπου -- ενώ νόμιζε ότι έβλεπε ακόμα ένα στάνταρ βίντεο του Ιρλανδού Νταλάρα και της παρέας του -- αντικρύζει τον αμερικανικό στρατό να σώζει τους πλημμυροπαθείς, έστω και ως οπτικό εφέ. Ναι, λαϊκίστικο, ναι κλισεδιάρικο όσο δε σηκώνει: το αντίστοιχο της χίπισσας του '60 που χώνει το λέλουδο στην κάννη του πάνοπλου εθνοφρουρού. Αντίστοιχα δυνατό και συνοπτικό λοιπόν: το συγκεκριμένο βίντεο συμπύκνωσε όλα όσα ξέραμε και νιώθαμε για τον κόσμο του 21ου αιώνα, πιστεύω δε ότι έστειλε πολλά αμερικανάκια (που προσκυνάνε τους Green Day) να πάνε να ψηφίσουν Ομπάμα.

Αλλά ας στραφούμε στο ίδιο το τραγούδι. Το άκουγα μέσα από τα ακουστικά μου προχτές και σκεφτόμουν για άλλη μια φορά τους αφανείς ήρωες της ποπ μουσικής: τους παραγωγούς. Από τον Spector μέχρι τον Tony Visconti και τον Brian Eno που πήρανε τα ρετάλια του Bowie κι έφτιαξαν το μνημειώδες Low, από τον πολυμήχανο Quincy Jones που με το Thriller μετέτρεψε τον Michael Jackson από Shirley Temple σε υπερστάρ, μέχρι τον τύπο που έκανε την παραγωγή στο ντεμπούτο των φάλτσων κι άτσαλων Stone Roses και το κατέστησε μνημείο της ίντυ μουσικής, μέχρι τον τύπο που πήρε ένα τραγουδάκι μαθητικής μπάντας της σειράς (το The saints are coming) και, συν τοις άλλοις, παίζοντας με τις ρυθμικές κιθάρες και φέρνοντάς τις μπροστά στο κατάλληλο σημείο, το έκανε φυτίλι του θυμικού και anthem, που λένε.

Είναι εύκολο να περιφρονήσεις τους παραγωγούς. Αλλά η αξία τους φαίνεται σε κάθε λάιβ.

Τα λάιβ και τα στούντιο

Μάζεψα κάποια κείμενα για τον περσινό Δεκέμβρη εδώ. Σήμερα θα προσέθετα το κείμενο του old boy και του Διόδωρου. Δεν έχω να προσθέσω πολλά, μόνον ότι πολλοί νοσταλγούμε την αυθόρμητη πανελλαδική έκρηξη της νεολαίας, την εξέγερση. Αλλά αυτή είναι η μοίρα μας ως Ελλήνων: μας κάθεται κάτι μία φορά και μετά δαπανούμε τη ζωή μας ή την ιστορία μας αναπολώντας αυτή τη μία στιγμή όταν μας έκατσε κάτι, εν προκειμένω μια αγνή και συλλογική διαμαρτυρία σε κωμοπόλεις τύπου Χανιά και Καλαμπάκα αλλά και στις Αθήνα-Θεσσαλονίκη.

Αλλά ας σοβαρευτώ. Όπως οι σταλινικοί καπέλωσαν τους αγωνιστές και τελικά ξεπούλησαν τον αγώνα της ελεύθερης Βαρκελώνης το 1938 στον Ισπανικό Εμφύλιο, έτσι και οι καθ' έξιν βιαιοπραγούντες καπέλωσαν τον Δεκέμβρη και τελικά ξεπούλησαν τον όποιο αγώνα του.



Τα υπόλοιπα είναι κουβέντες, κουβέντες, κουβέντες. Αλλά έτσι είναι η μοίρα μας ως Ελλήνων: μας κάθεται κάτι μία φορά και μετά δαπανούμε τη ζωή μας ή την ιστορία μας συζητώντας το, κουβεντιάζοντάς το, επανερμηνεύοντάς το, τραβώντας λεπτές τομές μεταξύ νομιμότητας και παρανομίας, μεταξύ αγώνα και χαβαλέ, μεταξύ σύνεσης και προδοσίας, μεταξύ λ.χ. έρωτα και καύλας. Κατά βάθος παραμένουμε βαθιά συντηρητικός λαός, κυρίες, κύριοι και αγαπημένα μου παιδιά.

GatheRate

Σάββατο 5 Δεκεμβρίου 2009

Για την αυριανή επέτειο



Περιμένοντας να γράψει κάτι ο Rakasha (στο μεταξύ δείτε αυτό), προτού αναλάβουν τα μέσα ενημέρωσης να τα κάνουν όλα κιμά δίνοντας σε γεγονότα και συμβάντα τη μοναδική προοπτική τους, αυτή ενός μεταλλαγμένου χρυσόψαρου που σέρνεται στην ιλύ κάποιου λάκκου στον δρόμο, διασταυρώστε τα βλέμματά σας με τρεις ξεχωριστές ματιές: του Ξυδάκη, του Μιχάλη Π. και του Radical Desire.

(Η φωτογραφία του Zach Gold).

GatheRate

Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου 2009

Πέμπτη 3 Δεκεμβρίου 2009

Ο Γεωργελές επιστρέφει

Είχα λιγωθεί / γανιάσει / γκώσει (διαλέξτε πώς θα το πείτε και θα φανεί και η ηλικία και η καταγωγή σας) να διαβάζω τα εντιτό του Γεωργελέ στην ΑΒού. Πόση ψυχοπλάκωση και μαυρίλα και πίκρα βλέννας κακιάς να αντέξει ο άνθρωπος. Είχα λοιπόν σταματήσει να τα διαβάζω: δεν παράγουμε, δεν τολμάμε, δεν πάμε πουθενά... Ο τόπος δεν έχει μέλλον. Τα ξέρεις, αλλά θες να τα ακούς κάθε Πέμπτη;

Μέχρι σήμερα. Διάβασα το εντιτό μονορούφι. Δε λιγώθηκα / γάνιασα / έγκωσα. Ίσα-ίσα, θύμωσα. Αγροτικό κανάλι; Βιβλιοθήκες 12.000 ευρώ;

Αυτή τη φορά δεν άκουσα γκρίνια, κλάμα ή μουρμούρα, ούτε προφητείες, ούτε ιερεμιάδα. Έφαγα γροθιά στη μούρη.

Τέλος, ας μορφωθούμε και λίγο: Κονγκό και Μποπάλ (από τον γνωστό αυγογιαουρτόφιλο γίγαντα).

GatheRate

Ο πανίσχυρος μεγιστάνας των νίντζα

Παλιό κι αρκετά γνωστό αλλά ήθελα να το ανεβάσω εδώ. Αφιερώνεται στον Αντώνη, που χρίστηκε παιδί του λαού, αουτσάιντερ και εχθρός των βαρώνων των ΜΜΕ, ενώ χαίρει και της αγάπης του Αρχαγγέλου των ματζόρε.

GatheRate

Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2009

Νέες αθηναϊκές ιστορίες

Ο φθόνος του ΚΝΕους

Αυγά εναντίον όλων: στη Σώτη, στον Πάσχο, σε έναν καθηγητή του Οικονομικού Πανεπιστημίου. Οπωσδήποτε οι αυγοβόλοι δεν είναι άνθρωποι έτοιμοι να υπερασπιστούν μέχρι θανάτου το δικαίωμά μου (σου, του, μας, σας, τους) να λες όσα λες. Δε θέλουνε να μπούνε σαν εμάς τους μαλάκες στον κόπο να αναιρέσουν και να αντικρούσουν γνώμες, απόψεις και σκέψεις. Έτσι, όπως κάνει πάντα η ΚΝΕ. Θέλουνε να χτυπήσουν τους εχθρούς της επαναστασης πριν μιλήσουν καν, αυτής που δεν έρχεται, αυτής που δεν έχει ούτε αντικείμενο, ούτε σκοπό, ούτε αιτία -- μόνον εχθρούς: όλους εμάς τους πουλημένους.

Είναι καλύτεροι οι αυγοβόλοι αριστερίζοντες τραμπούκοι από τους αποθρασυμένους πια φασίστες που δέρνουνε μετανάστες και σπάνε τα μαγαζιά τους; Ε, όχι. Είναι όλοι τους εχθροί της ελευθερίας. Σε μια απόφαση-σταθμό το 1995 ή το 1996 (δε θυμάμαι πια), το Πανεπιστήμιο του Λονδίνου απαγόρευσε τη λειτουργία της φοιτητικής νεολαίας της Hizb-ut-tahir, μιας ισλαμιστικής οργάνωσης, με το εξής σκεπτικό: καμμιά ελευθερία στους εχθρούς της ελευθερίας. Απλά.

Βεβαίως στην Ελλάδα τα πανεπιστήμια είναι (με αυτή τη σειρά) υποτελή στο κράτος, στις κλίκες, στις κομματικές νεολαίες -- ιδίως τις κατ' επίφαση αριστερές. Και μην έρθετε, σας παρακαλώ, να μου λέτε ότι η υποτέλεια των ελληνικών πανεπιστημίων είναι το μικρότερο από τα προβλήματά τους ή ότι οι νεολαίες μπορεί να είναι κάπως (πώς; άθλιες) αλλά ότι λ.χ. υπερασπίζονται τους φοιτητές απέναντι στην αυθαιρεσία των καθηγητών (ποιων;) και ότι προωθούν τις ελευθερίες και τα δικαιώματά τους. Αλλά, τέλος πάντων, κουβέντα να γίνεται: σε μια χώρα όπου τα πανεπιστήμια είναι μόνο επαγγελματικά προπαρασκευαστικά κέντρα, ε, αναμενόμενα είναι αυτά: για διδασκαλία, μαθητεία κι έρευνα θα μιλάμε τώρα;

I have crossed oceans of time κτλ.

Πήγαινα Δουκίσσης Πλακεντίας. Κοιτούσα τις ωραίες κι απίστευτα ζοχαδιασμένες Αθηναίες του μετρό. Αναρωτιόμουν αν θα συνέχιζα στο αεροδρόμιο με το μετρό ή με τον προαστειακό. Διάλεξα προαστειακό και το μετρό τελικά εμάς περίμενε για να βγει από το τούνελ. Βλέπω ένα πρεζόνι, μπα, πάει αεροδρόμιο; Φυσικά δεν είναι πρεζόνι, και πάει Παλλήνη.

Με είχανε πει έφηβο πριν κάτι μέρες: άρα δεν είμαι ακριβώς προγέρων. Είμαι ένας κύριος ακαθόριστης ηλικίας, κάπου μεταξύ 30 και 50, έτσι μου λένε. Λόγω τρόπου ζωής, είμαι παγιδευμένος για δεκαετίες ακόμα στον κόσμο της δεκαετίας του 20 εκατοντάδων ανθρώπων, ακούω τη μουσική τους, βλέπω τις ταινίες τους, ξέρω τα μαγαζιά τους. Ένα ιδιότυπο βρυκολάκιασμα που με κρατάει τεχνητά νέο ψυχολογικά και κρατάει άσβεστο μέσα μου τον φθόνο της βιολογικής νεότητας.

Κατέβηκα από το τρένο: "ρηχές σκέψεις που δεν έχουνε βαφεί στην απώλεια", σκέφτηκα.

GatheRate

Κυριακή 15 Νοεμβρίου 2009

Ανοιχτές επιστολές



Αυτά που θα διαβάσετε πήγαιναν για έξι διαφορετικά ιμέιλ. Ωστόσο, είπα να τα ρίξω όλα εδώ μέσα ατημέλητα κι ανακατωμένα, γιατί είμαι ένα πτώμα. Επίσης, μάλλον με πολιορκεί το δεύτερο κρυολόγημα, γρίππη ή τι τρίβολος είναι μέσα σε ένα μήνα -- ο πρώτος τρίβολος ηττήθηκε άδοξα από το ανοσοποιητικό μου: αν παίζω κάτι καλά, είναι άμυνα. Στην μπάλα μαθητής πάντα άμυνα. Και τα λοιπά, έκτοτε. Πάμε λοιπόν:

1.
Ένιωσα πολύ άβολα που κάποιος που ήτανε μέσα στο Πολυτεχνείο έλεγε ότι οι μπάτσοι το '73 άλλαξαν τα άσφαιρα με πραγματικές σφαίρες και τους έριξαν. Τότε δεν είχε μεν κινητά να τραβάνε βιντεάκια, δεν είχε όμως και βαλλιστικές. Μήπως δεν έριχναν στο ψαχνό;

2.
Τη νύχτα του Πολυτεχνείου ο πατέρας μου έψαχνε διανυκτερεύον φαρμακείο. Ήμουν άρρωστος στο σπίτι της οδού Κεραμεικού. Γύρισε αργά με κάτι πρωτόγονα φάρμακα της εποχής (αυτό μπηχτή για όσους δεν έχουν υπόψη τους τι κολοσσιαία άλματα έχει κάνει η ιατρική τα τελευταία 36 χρόνια).

3.
Ευτυχώς που γράφει πάλι ο θας, σημαίνει ότι ο ακτιβισμός και η αφόρητη πίεση που ασκούμε πιάνουν τελικά κάποτε τόπο. Εντωμεταξύ, είναι τρομερό: ο τύπος (το ομολογώ και ανοιχτά πια) ξέρει να γράφει και γράφει με ένα ύφος το οποίο, αν και διακριτό και αναγνωρίσιμο, δεν κουράζεται. Αυτά που γράφει, επίσης, είναι ξεκάθαρα τόσο καλοσυντονισμένα, που κάνει το 99,99% όσων διαβάζω να μοιάζουνε χοντροκοπιές. Ο μπαγάσας. Γαμώτο. Έγραψε πρόσφατα και η helion, οπότε πάμε και ξαναμαναδιαβάζουμε για το κουτάβι, το σεξ, τον Τριστάνο και την Ιζόλδη (κι αυτή η χαμένη μέσα στο 0,01% που κάνει τα υπόλοιπα να μοιάζουν ασήκωτες χοντροκοπιές). Ευτυχώς, να έχουμε να διαβάζουμε κι εμείς κάτι.

4.
Ο oldboy μου σύστησε το Happy-go-lucky (που στα ελληνικά θα έπρεπε να μεταφράζεται 'όσα πάνε κι όσα έρθουν'). Προφανώς του φάνηκε εξωτικιά ταινία, γιατί δεν έχει ζήσει στην Αγγλία. Η συμβία έκανε μια τρομακτικά εξονυχιστική κριτική της ταινίας (φέτες καρπάτσιο, λέμε), η οποία καταλήγει στο ότι άρεσε στον oldboy γιατί "είναι καλός άνθρωπος". Εμένα η ταινία μου φάνηκε ευχάριστη σκηνοθετικά κι ερμηνευτικά, μου κόλλησε την επωδό en-ra-ha ενώ η Poppy μου υπενθύμισε πολύ ζωντανά γιατί δεν έχω επιστρέψει στη Βρετανία και, απ' ό,τι φαίνεται, δεν πρόκειται.

5.
Φυσικά και μ' ενδιαφέρει ολόκληρη η εικόνα, ωρε Κουκουζέλη. Όχι συμπεράσματα ή κατακλείδες, αλλά ολόκληρη η εικόνα.

6.
Η Παρασκευή ήτανε μια πάρα πάρα πάρα πολύ δύσκολη μέρα. Το γεγονός ότι το μόνο κουσούρι που μου άφησε ήταν ότι κατέληξα να κοιμηθώ δύο ώρες παραπάνω σημαίνει ότι μάλλον παίζω πάρα πολύ καλή άμυνα πια.

7.
Πήγα και είδα το Festen απόψε. Με πολύ χαμηλές προσδοκίες, κυρίως γιατί είναι δύσκολο έργο, γιατί η ταινία μού αρέσει πολύ και γιατί ο φίλος μου ο Δημήτρης ήτανε βοηθός σκηνοθέτη και μου μετέφερε όλα τα κουτσομπολιά και τα παραλειπόμενα από τις πρόβες κτλ. Αλλά στο θέατρο, οπως και στους νόμους και τα λουκάνικα, όποιος θέλει να απολαύσει το τελικό προϊόν (εσείς απολαμβάνετε τους νόμους;), καλό είναι να μην ξέρει τίποτε για τις διαδικασίες παραγωγής του -- o Bismark το είπε.

Λοιπόν, η παράσταση ήτανε καταπληκτική, με τον σωστό τόνο, τους σωστούς χρόνους, με ωραία χτενισμένη μετάφραση, με σωστή κίνηση, με καταπληκτικό φωτισμό. Επίσης ανέδειξε ηθοποιούς του ΘΟΚ σε ρόλους που δεν τους περιμένεις (αλλά αυτό έχει συμβεί πια τόσες και τόσες φορές: ό,τι κι αν λέτε, οι άνθρωποι είναι και επαγγελματίες και ταλαντούχοι -- ανάθεμα μερικούς σκηνοθέτες), αν και δυο-τρεις από αυτούς χρειάζονταν λίγο περισσότερο ζέσταμα, ή πρόβες. Οπότε, Δημήτρη, σε απάντηση του μηνύματός σου, αυτά έχω να πω.

8.
Μου αρέσει κι αυτό


9.
Διαβάστε κι αυτό. Όχι ρε Λάκη, δεν είμαι εγώ ο radical desire! Πλάκα με κάνεις;

10.
Αυτά που λες. Καλή βδομάδα.

GatheRate

Σάββατο 14 Νοεμβρίου 2009

I see dead people

Έστειλα το μήνυμα στη συμβία από το ταξί προχτές: μπροστά στο άγαλμα του Βύρωνα περπατούσε ο Πήτερ Ουστίνοφ, κάπως ζαβλακωμένος από τη ζέστη, προς την κατεύθυνση των Στύλων. Φορούσε ένα πουλόβερ με ρομβους. Ενθουσιάστηκα που τον είδα, νόμιζα ότι δεν έρχεται πια στην Ελλάδα.

Η απάντηση ήρθε προτού φτάσω στο Σύνταγμα: "μα δεν πέθανε το 2004;"

GatheRate

Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2009

Ο ζεστός Νοέμβρης του Sraosha

Ι



Είναι πάντα δύσκολο να είσαι ακριβής. Είναι τόσο δύσκολο, που συνήθως προτιμούμε την ευκολία της γενίκευσης.

Ξεκινάω με αυτή τη γενίκευση για να μιλήσω για τον Εμμανουήλ Ροΐδη. Ο Ροΐδης είχε τη συνήθεια και επιθυμία να ακριβολογεί. Γι' αυτό και δεν είναι ίνδαλμα σχεδόν κανενός (νταξ, υπάρχει ο μπλογκάς): η ακριβολογία συνήθως φαντάζει μεσοβέζικη και χλιαρή. Για παράδειγμα, ο Ροΐδης στηλίτευσε όσο πολύ λίγοι τα χάλια του ελληνικού κράτους και των ιδεολογιών της εποχής του, τη μωροδοξία των λογίων, των καθηγητάδων, των συγγραφέων, την υποκρισία των ηθών κτλ. Αντίθετα όμως με τον Σουρή, λόγου χάρη, αν και καυστικός δεν ήτανε σαρωτικός. Επίσης, δεν ήταν αναρχικός ή άπατρις, δεν ήταν σκοταδιστής, δεν ήταν ελευθεριάζων. Δεν ξέρω πολλά για την εποχή του Ροΐδη αλλά και να ήξερα, αφού δεν έχω έντονα ιστορικά ενδιαφέροντα, δε θα με απασχολούσε να καταλάβω ακριβώς την εποχή του: the past is a foreign country. Αυτό που με απασχολεί είναι ο Ροΐδης ως ένα πνεύμα που αρέσκεται να μέμφεται και, κυρίως, να ψέγει αλλά πάντα ζορίζεται να ακριβολογεί. Αυτό μας αφορά εμάς.

Δύσκολα πράγματα: Να μην αρνείσαι την πατρίδα σου κι από πού έρχεσαι και πώς διαμορφώθηκες, από ποια παράδοση βγήκες (δεν είναι κακιά η λέξη 'παράδοση') -- χωρίς ταυτόχρονα να αρνείσαι να δεις τα εγκλήματα της πατρίδας σου, τα κολλήματα του λαού σου, τις συμβάσεις που προσκυνάς, το ότι όλοι είμαστε συμβολές πολλαπλών διανυσμάτων και τροχιών ('ταυτότητες' τις λένε). Να αναγνωρίζεις τι είναι και τι κάνουν τα ναρκωτικά χωρίς να είσαι της (υποκριτικής) ολικής απαγόρευσης ή της γενικευμένης αντιαπαγόρευσης. Να αντιλαμβάνεσαι το οργανωμένο έγκλημα της σωματεμπορίας και της διακίνησης ανθρώπων και της διάθεσής τους χονδρική-λιανική, χωρίς να είσαι συλλήβδην κατά της πορνείας. Κάπως έτσι.

Το ζητούμενο δεν είναι ούτε η 'μέση λύση', ούτε η 'μέση οδός'. Το ζητούμενο είναι να βασανίζεις όσα νομίζεις ότι ξέρεις. Κάποια θα αντέξουν στο ζούληγμα και την ψηλάφηση, κάποια θα σου σκάσουνε μέσα στα χέρια σαν παραγινωμένες ντομάτες. Και μετά έρχεται το δύσκολο: να διατυπώσεις με ακρίβεια και τιμιότητα όσα κατάφερε να ζυγίσει η γκλάβα σου. Ακούγεται πεζό και σχεδόν κοινότοπο αλλά σίγουρα δεν είναι εύκολο -- κάτι σαν μια ιστορία που μου έλεγε ένας δάσκαλός μου: "Πώς να γίνεις πλούσιος; Απλώς αγόραζε φτηνά και πούλα ακριβά".

ΙΙ



Γύριζα σπίτι με το μετρό πολύ κουρασμένος. Κοιτούσα τις ωραίες κουρασμένες του μετρό, κάποιες καλωδιωμένες σε iPod. Κρατούσα σφιχτά τον χαρτοφύλακα, από παιδί αφήνω πράγματα εδώ κι εκεί, τα θυμάμαι λεπτά αργότερα και τρέχω να τα ψάχνω.

Κοιτούσα τις αφίσες για το 2012. Έχω δει δύο μίνι τρέιλερ. Ανεξάρτητα από την αντιπάθειά μου για τις ταινίες μαζικής καταστροφής και τη γενικότερη αναπηρία μου να τις απολαύσω, η ταινία πρέπει να είναι μαλακία, κάτι σαν ξαναμασημένο Deep Impact αλλά με μπόλικο Day after Tomorrow φαίνεται. Κοιτούσα τις αφίσες τώρα. Θυμήθηκα πως όταν ήμουνα παιδί, στον ηλεκτρικό και στα λεωφορεία και στις γιγαντοαφίσσες έβλεπες διάφορες ημίγυμνες να διαφημίζουν τζην, αρώματα, στερεοφωνικά, τσιγάρα κτλ.

Πώς φτάσαμε να μπανίζουμε δημοσία παλιρροϊκά κύματα και πλημμυρίδες μετεωρικής φωτιάς από εκεί που μπανίζαμε μπούτια και μαλλιά με μπόλικη λακ και ατημέλητα καλυμμένα στήθη; Σίγουρα φταίει η αλλαγή της χιλιετίας με τους χιλιασμούς της. Πιο πριν είχανε προετοιμάσει το έδαφος κάποιοι αμερικανοί χριστιανώμαλοι που έψαχναν το Θηρίο της Αποκάλυψης στην 'Υπερκυβέρνηση' (χάχαχαχαχααααα) της ΕΟΚ και τον Άψινθο στο Τσέρνομπιλ -- παίρνοντας γραμμή από την τριλογία του Αντιχρίστου που εγκαινίασε η ταινία 'η Προφητεία' το 1977: η δυσπιστία της αμερικανικής δεξιάς των Νότιων Βαπτιστών απέναντι στο Δημοκρατικό Κόμμα σε όλο το αποκαλυπτικό της μεγαλείο. Εδώ στην Ελλάδα μπολιάστηκαν αυτά στον κόσμο από γεροντάδες που κυκλοφορούσανε κασέτες με κηρύγματα, μετά την απογοήτευση του μέσου Έλληνα από τη δεύτερη τετραετία του Παπανδρέου του Β' του Δημαγωγού. Μετά ήρθε και το AIDS και μπήκε ο έρως στο ψυγείο κι αρχίσαμε τα περί αλληλοσεβασμού και αλληλοπεριχώρησης και μονογαμίας κτλ.

Στα 2009 οι άντρες φοβούνται τις γυναίκες, οι γυναίκες ψάχνουνε τους άντρες, οι γκέι δυσπιστούν απέναντι στο σεξ και οι λεσβίες κατηγορούν η μία την άλλη για μαγκώματα. Και πάμε στο σινεμά όχι για να δούμε το Νιώθω Μπλε / Νιώθω Κίτρινη ή τα Μυστήρια του Οργα(νι)σμού ή το Σουήτ Μούβι, αλλά τον Τιτανικό, τον Αρμαγεδδώνα, τον Πόλεμο των Κόσμων, το Happening, το 2012, κι άλλα τέτοια. Κοινώς, δώστε μας μαζική καταστροφή κι αφανισμό κι αφήστε τα γαμήσια: λερώνουν τα εσώρουχα. Ενώ η φωτιά και το νερό όλα τα εξαγνίζουν -- το είπε κι ο Δάντης.



Επίμετρο

Είναι πάντως χαρακτηριστικό το εξής: το genre 'τέλος του κόσμου' της εποχής μας ασχολείται με το γενικό και το αόριστο, όπου ανώνυμοι και πλήθη πνίγονται και αποτεφρώνονται θεαματικά μεν αλλά με τον τρόπο που πετιούνται οι συσκευασίες και τα περιτυλίγματα που ρυπαίνουν τον κόσμο μας. Αντίθετα, η σοφτ-κουλτουρέ τσόντα της δεκαετίας του '70 ασχολούνταν με το συμβάν, το καθέκαστο, το ειδικό (κι ας είναι το ίδιο το σεξ ίσως ό,τι πιο γενικό και γενικευτικό υπάρχει).

Οι ταινίες 'τέλος του κόσμου' ασχολούνται κι αυτές με το καθέκαστο και το ειδικό, αλλά μόνον όσων είναι προνοητικοί, γενναίοι ή τυχεροί να επιβιώσουν. Αυτοί μας ενδιαφέρουν: οι επιζήσαντες και (περισσότερο) οι επιβιωτές. Οι άλλοι να καούνε από τον αστεροειδή, να τους φάει ο γκοτζίλας, να τους ρουφήξει η ρουφήχτρα, να τους πνίξουν τα τσουνάμια, να τους φάνε τα χταπόδια του Άρη. Ενώ πάλι, τη δεκαετία του '70 στις κουλτουροπορνό ταινίες βλέπαμε ότι άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου (καθώς και άλλες κοιλότητες κι εσοχές) κι ότι το πιο βαρετό σεξ είναι το σεξ που κάνουν άλλοι -- εκτός κι αν είναι επί της οθόνης. Αυτό το τελευταίο μου φαίνεται διαχρονικό.

GatheRate

Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2009

I am flattéred by your fascination with me


Ο στίχος από εδώ, που μου κόλλησε το καλοκαίρι.

Η πυκνή υφή της καθημερινότητας -- που δε μοιάζει πια με νορμάλ καθημερινότητα παρά με τρία μυθιστορήματα την ημέρα: πρωί, μεσημέρι, βράδυ -- δε μ' αφήνει να ασχοληθώ με τα Βουστάσια. Με δυσκολία παρακολουθώ τη ζωή μου, όσα γίνονται στο παρόν φαίνονται να βρίσκονται πέντε λεπτά στο μέλλον, ουσιαστικά ζω μέσα στο μέλλον μου. Δεν είναι μόνον τα αεροπλάνα, τα βαπόρια, οι φίλοι οι παλιοί (και οι καινούργιοι)· δεν είναι μόνον τα γεγονότα. Είναι και η μέσα ζωή που τρέχει και κυλάει και γλιστράει μπροστά, που βρίσκεται πέντε λεπτά και δύο μήνες και είκοσι χρόνια μπροστά μου, σα μακρινή ζώνη ώρας πολύ ανατολικά στον χώρο.

Τι να πω, έχω φτάσει στο σημείο να με εμπνέουνε μέχρι και θλιβερά τρολ πια, μέχρι και οι άνθρωποι που αγκαλιάζονται αποσυναρμολογημένοι στους διαδρόμους νοσοκομείων μετά από συντριπτικά νέα γεμίζοντάς με τρόμο και θλίψη και συμπόνοια. Βλέπω φίλους το βράδυ, κρατάω σφιχτά χέρια που τρέμουνε την ημέρα. Κατεβαίνω τις σκάλες του μετρό και η θέα χρωματίζεται αλλόκοτα και σχεδόν ψυχοτρόπα από κάποιο συγκυριακά ταιριαστό τραγούδι μέσα από τα ακουστικά μου, τους Dandy Warhols, τον Johan Sebastian, τους Heart Throbs, τους James, τον Tiesto. Και φίλοι, ξαφνικά παντού φίλοι, που ονειρεύονται την ευτυχία μου και μου χαμογελάνε σαν να είμαι ο γλυκύτερος άνθρωπος του κόσμου. Που μου στέλνουν οδηγίες χρήσεως του πόνου, της αναμονής και των ηδονών. Που ακούνε τις μαλακίες που θα τους πω.

Ναι, Θε μου, σ' ευχαριστώ "ότι ουκ ειμί ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπων": ξέρω τι δεν ξέρω και πόσο μαλάκας είμαι. Α, όλα κι όλα, αχάριστος δεν είμαι.

Θα επανέρθω σύντομα, άλλωστε je reviens toujours. Στο μεταξύ διαβάζουμε και αποκαλυπτόμαστε. Άντε με το καλό να γράψει κι ο μετακομισμένος.

Όπως λέει κι η Μάτζικα, τα μπλόγκια είναι μπαλκόνια. Γνωρίζουμε τους άλλους μέσα από τα μπλογκ τους όπως γνωρίζουμε όσους βλέπουμε μέσα από μπαλκονόπορτες, μισόκλειστα πατζούρια και κουρτίνες στον ακάλυπτο να απλώνουν ρούχα, να ντύνονται, να συνευρίσκονται κάθιδροι, να στέκονται απορημένοι μπροστά σε καθρέφτες, να λογοφερνουν και να σφουγγαρίζουν. Δεν ξέρετε τελικά τίποτα για μένα. Δεν ξέρω φυσικά τίποτα για εσάς. Εκτός και αν έχουμε πιει καφέ μαζί μετά τις καλημέρες του μπαλκονιού.

GatheRate

Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2009

Τα έχουνε πει όλα οι παλιοί

Το απαγορευμένο βίντεο των Βαβυλώνα, από youtube και μέσω Servitoros, σε ένα ακόμα επικού μήκους μέγκαθρεντ στο μπαζ.

GatheRate

Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2009

Καμαρώτε, την κουκούλα



Σε μια χώρα (ας μην πω 'νοικοκυραίων', για να μην εξάψω τίποτα επιστήμονες και μου προσάψουν ανοησία) όπου οι περισσότεροι σκούζουμε ζήτω και μπράβο και ολέ μόνον αφού φανεί ο νικητής ή όπου γαβγίζουμε εκ του ασφαλούς (ναι, και εσύ· ναι, και εγώ), πρέπει να τιμούμε όσους έστω και μια φορά στη ζωή τους, έστω και για λίγο, ύψωσαν τη φωνή τους. Μιλάω για τον κοινωνιολόγο Παρσάνογλου που μπουζουριάστηκε γιατί διαμαρτυρήθηκε. Μιλάω και για τον Παπαχρήστο, που δεν είχε να αντιμετωπίσει τον νέωπα με την κατάπληξη φρεσκοκερατωμένου υπουργό και τα κρανοφόρα φτωχόπαιδα που σκέφτονται σαν χρυσαυγιτάκια, καβαλάνε παπάκια και φοβούνται να αποκαλύψουν τα προσωπάκια τους, σαν κοινοί κουκουλοφόροι. Είχε να αντιμετωπίσει τη Χούντα.

Παρόλ' αυτά, με εξόργισε η λογική του "ποιον πάτε να συλλάβετε, ρε". Για μένα αυτή η λογική καθρεφτίζει με διαύγεια την παθολογία της ελληνικής αριστεράς, η οποία αυτοϊδεάζεται ως ελίτ των ευφυών και τέλειων, των καθαρών και υπεράνω. Ο πολιός (μη αναγνωρίσιμος) σ. αγωνιστής είναι αξιότερος περισσότερου σεβασμού από το τσογλάνι που τρώει την μπατσοκατραπακιά; από τον νεαρό που τον προσβάλλει στον ενικό ο κάθε μερκούρης; από τον πούστη που τσουβαλιάζεται χυδαία γιατί προσπαθεί να ψωνιστεί στο πάρκο; από τη γοτθού που την κοιτάει ο φρουρός στα βυζιά καθώς χαρχαλεύει την τσάντα της; Εάν ναι, τότε μια χαρά είναι το κράτος και μην παραπονιέστε: απλώς κάνει διακρίσεις εις βάρος όσων συμπαθείτε.

Με άλλα λόγια: εάν η ΕΛΑΣ ασχημονεί εις βάρος του φρικιού, του μετανάστη, του φοιτητή, της (αλβανής, ξέρετε από αυτές τις άσχημες ντε) πουτάνας αλλά σεβαστεί τη σκιά του Ελεφάντη, το σκήνωμα του Πέτρουλα και τον ζώντα Παπαχρήστο, είναι πιο εντάξει;

Και ας το πάω πολύ πιο μακριά. Φανταστείτε ότι το ΠΑΣΟΚ αντιλαμβάνεται ότι πλέον η κρίσιμη εκλογική μάζα που θα το επανεκλέξει μετά το επόμενο εθνικό θέμα και τις πρόωρες εκλογές δεν είναι οι νοικοκυραίοι, όσοι μασουλάνε προμήθειες και χτίζουν μαιζονέτες ή όσοι περιμένουν να τους σβηστούν τα χρέη των κατά συρροήν καταναλωτικών τους. Φανταστείτε ότι το ΠΑΣΟΚ συμπεραίνει ότι η κρίσιμη εκλογική μάζα που θα το επανεκλέξει είναι πλέον αριστεροί μεσοαστοί, αντεξουσιαστές που κάνουνε διακοπές στην Ικαρία και κάτι επί πληρωμή σκεπτόμενοι κτλ. Και ότι αποφασίζει να βάλει την ΕΛΑΣ να αλλάξει τον αδόξαστο ανάποδα σε όσους αυτή η εκλογική μάζα αντιπαθεί: τους παπάδες, την Έφη Σαρρή, τους βιομήχανους, τους μαγαζάτορες, τον Άδωνι, τους νοικοκυραίους και δεν ξέρω ποιους άλλους μισούνε δαύτοι. Θα έχουμε μια φιλολαϊκή και λεβέντισσα αστυνομία; λυπάμαι, αλλά ούτε στο ΚΚΕ δε σκέφτονται πια έτσι (καλά, αυτό το τελευταίο... τέλος πάντων).

Αν νομίζουμε ότι μια τέτοια ΕΛΑΣ θα ήταν καλύτερη από αυτήν που έχουμε (να γυρίσει ο τροχός, να γαμήσει κι ο φτωχός κτλ.), τότε έχουμε σοβαρότατο πρόβλημα στην κατανόηση του τι είναι δημοκρατία, εξίσου σοβαρό με όσων πιστεύουν ότι ο Αστυνομικός είναι Ταμπού, Ον Ιερό και Απαραβίαστο επειδή εκπροσωπεί τον Νόμο (και δεν πρέπει σε καμμία περίπτωση να αγγίζεται ή να αντικρίζεται κατάματα ή να αποκαλύπτει τα στοιχεία του σε πολίτη). Αυτό ακόμα και ένας καλλιεπής ανόητος σαν κι εμένα το καταλαβαίνει.

Θα το πω για πολλοστή φορά: το πρόβλημα δεν είναι ποιους διαλέγει να καταστείλει η αστυνομία, το πρόβλημα είναι ότι κυρίως καταστέλλει και δεν προστατεύει. Είναι ότι η καταστολή και όχι η καταπολέμηση του εγκλήματος αποτελούν την αποστολή της, κάτι που είναι εγγεγραμμένο μέσα στην ιδεολογία που το Σώμα προσπαθεί σχεδόν συστηματικά να περάσει στα όργανά του. Να το πω κι αλλιώς; Κάτι μου λέει ότι αν η ΕΛΑΣ ήταν πιο αποτελεσματική στην καταπολέμηση του εγκλήματος (κοινού, οργανωμένου αλλά και της διαφθοράς), θα εμπιστευόμασταν λίγο παραπάνω το κρανοφόρο παιδάριο που έρχεται να μου τσαμπουκαλευτεί με το πρόσχημα της εξακρίβωσης. Όπως ομως έχουνε τα πράματα τώρα, προσωπικά εγώ εμπιστεύομαι περισσότερο κάποιους κουκουλοφόρους και, από μπάτσους, μόνο τον Μάνθο, τον Ρούλη και τον Γιάννη.

GatheRate

Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2009

Ημιτελές ποστάκι του Sraosha με τίτλο 'βαριέμαι'

Τον τελευταίο καιρό βαριέμαι. Δε βαριέμαι γενικά, όπως λέμε "βαριέμαι τη ζωή μου". Όχι, ίσα-ίσα, χώρια που έμαθα μετά από τόσα χρόνια να περιμένω, να περιμένω γενικώς, κάτι στο οποίο ήμουν πάντα χάλιας. Βαριέμαι όμως να βλέπω ταινίες και να διαβάζω.

Με τις ταινίες δεν είχα ποτέ την παθιασμένη και παράφορη σχέση πολλών. Ωστόσο πάντοτε έβλεπα ταινίες μέχρι το τέλος. Ε, όχι πια: εγκαταλείπω μία στις πέντε ταινίες, ιδίως στο ντιβιντί. Χτες άφησα στη μέση τις 'Πληγές του Φθινοπώρου'. Πριν μια βδομάδα το 'Franklyn' ('Παράλληλοι Κόσμοι'). Πιο πριν κάτι άλλο, που δε θυμάμαι. Και πιο πριν κάτι, επίσης. Υπομονή μου μπαϊλντί, που έλεγε κι ο Χάρυ Κλυν. Τα ίδια και με βιβλία. Για χρόνια είχα να παινεύομαι ότι είχα αφήσει μόνο δύο βιβλία μισοτελειωμένα στη ζωή μου: τους Λογοδοσμένους του Μαντσόνι και τον Ηλίθιο του Ντοστογέφσκι (αν και τον Ηλίθιο θέλω τώρα να τον ξαναρχίσω). Ε, η κατάσταση πλέον είναι αγνώριστη: εγκαταλείπω δεκάδες βιβλία. Το τελευταίο που πάει για εγκατάλειψη είναι το Τυπωθήτω δύο ατάλαντων Ιταλών που ζήλωσαν το τρόπαιο του Έκο και του συγγραφέα του Q (το οποίο καταβρόχθισα κατόπιν συστάσεων από τον Rakasha). Το αγόρασα στο αεροδρόμιο τον Αύγουστο και μετά από 176 επίπονες σελίδες (το 1/4 του βιβλίου) πάει για την υπόγα, αφού μάλιστα άρχισα πια τον Frankenstein (ο οποίος, δυστυχώς, ακόμα μου μιλάει για τα παιδικά του χρόνια στα λημέρια της Χάιντι).

Βαριέμαι λοιπόν, η υπομονή μου εξαντλείται ταχύτατα. Δεν έχω κουράγιο να παρακολουθήσω κάτι αν μου φαίνεται ετοιματζίδικο ή κακοστημένο. Δεν είναι καλό αυτό αλλά δν ξέρω, κουράστηκα.

GatheRate

Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2009

Στη ζωή μου καθε μία, καθε μία γνωριμία



κατά το 'Ιδού ο άνθρωπος' του Λασκαράτου, που διάβαζα μικρός

Την ώρα που σφουγγάριζα τα αντιπαθητικά πλακάκια που καλύπτουν τα αχανή τετραγωνικά του σαλονιού μου (ακόμα και τα μικρά, όπως το δικό μου, διαμερίσματα στη Λευκωσία είναι αναίτια μεγάλα για τα δεδομένα της Αθήνας) σκεφτόμουνα κόσμο που γνώρισα πρόσφατα.

Σκεφτόμουν τη δεκαοχτάχρονη από τη σχεδόν ανώνυμη κωμόπολη που μου δήλωσε όλο πίκα, χολή και σιγουριά ότι αυτός θα χάσει, ενώ μου παραπονιόταν για τον καθηγητή που δεν της έδωσε τη δέουσα σημασία στο πρώτο έτος της σχολής της. Από πού αντλεί τόση αυτοπεποίθηση αυτό το μικρό; Σίγουρα δεν είναι η αγωγή που πήρε: ξέρω πολλούς ανθρώπους που οι γονείς τους τους μεγάλωσαν θετικά, καταφατικά, υποστηρικτικά -- ή πώς τα λένε αυτά (δε σκαμπάζω από Παιδαγωγική): δεν είναι απαραιτήτως έτσι.

Θυμήθηκα την ιστορικό που γνώρισα σε ένα πάρτυ (ναι, Πετεφρή, στα πάρτυ συμβαίνουν όλα, πού να συμβούν: στα μπουζούκια; ή στο φέισμπουκ;). Θέλω να ελπίζω ότι είναι καλοπροαίρετη: έτσι την πατάω με τους ανθρώπους, ξεκινάω καλή τη πίστει πάντα και με την παραδοχή ότι είναι καλοπροαίρετοι. Μέσα σε είκοσι λεπτά πάντως με είχε ρωτήσει γιατί δεν παχαίνω καθόλου ενώ τρώω σα ζώον, και μάλιστα γλυκά, γιατί δεν πήρα τη γυναίκα μου μαζί μου (λες και είναι iPhone η συμβία και δε χώραγε στην κωλότσεπη του τζην), πόσα σκοπεύω να πιω, γιατί δε λέω σε έναν φίλο δικό της να το βουλώσει, αφού έλεγε ανοησίες (δεν έλεγε ο άνθρωπος, τέλος πάντων). Και να φανταστείτε ότι η συζήτηση ξεκίνησε από αυτά που γράφει στην εφημερίδα: της είπα πόσο σημαντικό ήταν ένα άρθρο της που διάβασα. Η απάντησή της ήταν να με ρωτήσει αμέσως πόσο με πληρώνει εμένα η εφημερίδα στην οποία γράφω εγώ.

Ο γιατρός είναι ένας πολύ ευγενικός και συμπαθής πενηντάρης. Είναι όμως διαολεμένα ξεροκέφαλος. Τον ελεύθερο χρόνο του μελετάει ένα θέμα άσχετο με την ιατρική του και σκοπεύει κάποτε να γράψει ένα εκλαϊκευτικό βιβλίο γι' αυτό. Είναι, όπως είπα, ευγενικός, καλλιεργημένος και γαλαντόμος. Είναι από τους ανθρώπους με τους οποίους μπορείς να βγεις για τσίπουρο (αποφεύγω το ούζο όσο μπορώ) ή για ρακή, στην περίπτωσή του, και να είσαι ήσυχος ότι δεν υπάρχει ενδεχόμενο να εξελιχθεί η τσιπουροκατάνυξη σε καβγά για τα πολιτικά, τη θρησκεία, την οικονομία, την νεοελληνική ιστορία ή τα δικαιώματα των μειονοτήτων ή ξέρω γω για τι τσακώνεται ο κόσμος μετά από πέντ'-έξι πενηνταράκια (αντίθετα, π.χ., μ' εμένα). Έχει όμως ένα θεματάκι, που λέμε: είναι ανελέητα ξεροκέφαλος. Αυτό σε συνδυασμό με το ότι έχει πειστεί ότι η ινδοευρωπαϊκή γλώσσα και τα φοινικικά γράμματα είναι γερμανική συνωμοσία για να στραβώσουν τα παιδιά μας, ορίζει τα θέματα για τα οποία δεν πρέπει να συζητάς μαζί του. Να ήτανε και των ελληνοφρόνων, κομμάτια να γινότανε: κατά όλα τα άλλα, είναι ένας νορμάλ μορφωμένος άνθρωπος. Απλώς έχει ένα κουμπί. Άλλοι έχουνε τις ζαρτιέρες, άλλοι το Άγιον Όρος, άλλοι τις σιλικόνες, άλλοι το "ουίσκι με το περδίκι", άλλοι τις BMW κι άλλοι την Πανάθα. Ε, αυτός έχει τον αντιφοινικισμό και τον αντινδοευρωπαϊσμό. Τι να κάνουμε: ανθρώπινα, που λέει κι ο Κουκουζέλης ο Μέγας.

Τον ΜΠ τον ξέρω χρόνια αλλά μου τον θύμισε η συμβία χτες στο κρεβάτι (όχι, βεβαίως, δεν είναι αυτό που νομίσατε: σιγά μη σας τα έγραφα αυτά). Ο ΜΠ, ο άνθρωπος παντός καιρού, ο πολυπράγμων μέσα-σ'-όλα, ο άνθρωπος-ελιγμός, ο απόλυτος πρωταθληταράς στο σκληρό και αλλοτριωτικό άθλημα του να ζεις ολόκληρη τη ζωή σου ως δημόσιες σχέσεις. Περιφρονεί το 98% του παγκόσμιου πληθυσμού αλλά το υπόλοιπο 2% είτε το γλείφει, είτε προσπαθεί να το εξευμενίσει, είτε του κάνει βελονισμό με κουζινομάχαιρα στη ράχη, είτε το αποφεύγει για λόγους υγείας (ω,ναι: μέχρι και οι δημόσιες σχέσεις έχουνε όρια). Πάντα μέσα σε όλα, πάντα δίπλα σε όλους: παπάδες, πολιτικούς, πονεμένες καρδιές, μουσικούς, σοφούς, ποιητές, αθλητές, εργάτες, αγρότες και -- φυσικά -- φοιτητές. Θυμήθηκα λεπτομέρειες γι' αυτόν πίνοντας το ποτό μου: ούτε φτάρνισμα δεν του έφευγε χωρίς αντίκρυσμα, χωρίς τακτικό βάρος, χωρίς να υπάρχει περίπτωση κάπου να τον ωφελήσει στο μέλλον ("καλέ θυμάστε που φταρνίστηκα; ήτανε γιατί πούντιασα φτυαρίζοντας το χιόνι έξω από το γκαράζ σας... Ε, δεν είμαι τέτοιος, αλλά φχαριστώ για την προαγωγή" -- κάπως έτσι). Το να πεις για τον ΜΠ ότι είναι πουλημένος κι άλλα τέτοια είναι φαιδρό κι αφελές: οι δημόσιες σχέσεις είναι γι' αυτόν ό,τι ο στίβος για τον Γιουσέιν Μπολτ. Θα αποκαλούσατε τον Μπολτ πουλημένο;

GatheRate

Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2009

Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2009

Σκατά και πάλι



Ωραία, ωραία: Μαρκογιαννάκης ο Β'

Εδώ, εδώ κι εδώ.

Μετά από αυτά, έτσι;

Προοδεύουμε. Το ΠΑΣΟΚ πασχίζει να καθησυχάσει τους νοικοκυραίους ότι δεν είναι έρμαιο του Συνασπισμού και όλων αυτών των αλιτήριων που λυμαίνονται τα Εξάρχεια (εσχάτως στους μαλλιάδες, στους ανάρχες, στους ροκάδες και στους εξωκοινοβουλευτικούς προστέθηκαν και κάτι πουστρόνια: ασ' τα, Σάσα μου, ασ' τα).

Καλά κάνει και επαναφέρει τις πεζές περιπολίες. Αλλά αυτό δεν είναι αρκετό για τον μισαλλόδοξο νοικοκύρη, τον εκ πεποιθήσεως μικροαστό (νταξ, κι εμένα μικροαστοί με ανέθρεψαν, αλλά πίστευαν ότι είναι "άλλοι"). Κι άμα πάνε οι της ΕΛΑΣ να 'σκουπίσουν' τους νταβάδες και τους έμπορες στο γνωστό τετράπλευρο της ανομίας, ω, θα βάλουν σε μπελάδες τόσους μα τόσους συναδέρφους -- έτσι δεν είναι; Ευτυχώς δηλαδή υπάρχουν πάντοτε πρεζάκια σε αφθονία, ώστε να υπάρχει έστω κι ένα 10% συλλήψεων επί των προσαγωγών.

Αλήτες, ε αλήτες.

Μεγάλο επίμετρο 11/10:

Βλέπω ότι στο μπαζ γίνεται συζήτηση με αφορμή αυτό εδώ το ποστ. Βεβαίως οι συζητήσεις στο μπαζ έχουνε τις δικές τους παραμέτρους, τη δική τους δυναμική και πολλές φορές αφορούν συγκεκριμένους ανθρώπους με προδιαγεγραμμένες α πριόρι τοποθετήσεις. Ξεκινάω να γράψω αυτό το πράγμα κυρίως επειδή εξεπλάγην με αυτά που έγραψε ο Elias, σοβαρός σχολιαστής.

Καλόπιστα υποθέτοντας ότι αυτό το ποστάκι δεν είναι απλή αφορμή να συζητηθούν εκεί μέσα κάποια πράγματα (που έτσι κι αλλιώς συζητιούνται, σχεδόν κατ' αποκλειστικότητα), αλλά ότι παρανοήθηκε το περιεχόμενό του, έχω γενικότερα να διευκρινίσω τα εξής:

Η εποπτεία μου της κατάστασης στα Εξάρχεια δεν προκύπτει μόνο από το τι διαβάζω, όπως φαίνεται λ.χ. ξεκάθαρα κι εδώ. Στα Εξάρχεια κυκλοφορώ ανελλιπώς από 10 χρονών: απειλημένος αισθανόμουνα μόνον από τους έμπορες, από κάτι αδέσποτα σκυλιά προ 2004, από κάτι τσαμπουκοχαβαλέδες ανάρχες της πλάκας και από αυτά που έπαιρνε το αυτί μου όταν τα παιδιά των ΜΑΤ κουβέντιαζαν μεταξύ τους κάνοντας τσιγάρο με την ασπίδα παρά πόδας. Πιο πολύ με φόβιζαν οι νταβατζήδες της Ευριπίδου (τότε που είχε σπίτια, λ.χ. δεκαετία του '80 με '90). Επίσης στα Εξάρχεια με ενοχλούν η βρωμιά και τα σκουπίδια.

Η παρουσία της αστυνομίας στα Εξάρχεια δεν με πειράζει (συμβολικά ή αλλιώς), έστω κι αν οι μπάτσοι στήνονται μπάστακες σαν δύναμη κατοχής και καταστολής και δεν περιπολούν, όσο με ενοχλεί η πλήρης απουσία της από εκεί όπου τη χρειάζονται, όπως έχω ξαναπεί (υπάρχει ένα λινκ σε αυτό το ποστ).

Η εξακρίβωση στοιχείων δεν με θίγει αυτομάτως (κυκλοφορώ πάντα με ταυτότητα), με εξαγριώνει όμως ο τρόπος με τον οποίο φέρεται να διεξάχθηκε (προτείνω να διαβαστούν τα τρία πρώτα λινκ σε αυτό το ποστ, αυτά που λένε "εδώ, εδώ κι εδώ"). Τολμώ να πω ότι έτσι προκλητικά διεξάγεται συχνά. Επίσης αυτό το βιολί να σου κάνουν εξακρίβωση ύποπτοι τύποι με πολιτικά οι οποίοι αρνούνται να σου δώσουνε κάποιο πειστήριο ότι όντως ανήκουνε στην ΕΛ.ΑΣ., είναι τουλάχιστον, ε, ύποπτο. Μου έχει συμβεί.

Η Αστυνομία, κατ' εμέ, χρειάζεται εξυγίανση (κυρίως) και ίσως μεταρρύθμιση, όχι όμως άλλο χάιδεμα και ντάντεμα: η ΕΛ.ΑΣ. καλύπτει σε πολλές περιπτώσεις το έγκλημα. Επίσης, πέρα από τα πολλά και πασίγνωστα που κυκλοφορούν, γνωστοί μου άνθρωποι (κι εγώ) έχουν πολλάκις υποστεί την αστυνομική αυθαιρεσία (όχι βία, ευτυχώς): από αγένεια μέχρι πώληση 'προστασίας' σε μαγαζί.

Οι 'νοικοκυραίοι' μου, όπως προκύπτει αν διαβάσει κανείς το ποστ, έστω και χωρίς να κλικάρει στον σύνδεσμο, είναι ιδεολογική στάση -- και δη ηθικού πανικού. Αν αυτό δεν είναι φως φανάρι, ώστε να δίνεται η εντύπωση ότι αντιπαθώ τις πλειοψηφίες επειδή δε συμφωνώ μαζί τους, ε, τι να πω.

GatheRate

Σημειώσεις για το Κάτι Ψήνεται


στη Μάτζικα και σε όλους τους άλλους μάγειρες

Το 'Κάτι Ψήνεται' είναι ένα τηλεοπτικό παιχνίδι στο οποίο οι διαγωνιζόμενοι τραπεζώνονται μεταξυ τους: κάθε μέρα ο ένας τραπεζώνει όλους τους άλλους. Το παρακολουθώ αρκετά τακτικά, τακτικά για κάποιον σαν εμένα που δε βλέπω πολλή τηλεόραση.

Υπάρχουν διάφορα πράγματα που μου έκαναν εντύπωση. Θα έλεγα "που τα βρίσκω accablants" αλλά δεν ξέρω την ελληνική λέξη, και δε θέλω να πω "τσιμπουκοπλακάν":

Οι διαγωνιζόμενοι βγάζουνε μια απίστευτη κακομουτσουνιά και μουντρουχίαση, δε φαίνονται να περνάνε καθόλου καλά. Όχι όλοι, αλλά αυτοί που γκρινιάζουν και ξινίζουν τα μούτρα τους και κοιτούν αμίλητοι το μισογεμάτο πιάτο τους σαν άνεργοι σε αμερικάνικη ηθογραφία δίνουνε τον τόνο. Απ' ό,τι φαίνεται, για πολλούς ο σκοπός είναι να συντριβεί ο αντίπαλος, να φανεί η ατζαμοσύνη κι η απειρία του, κι όχι να περάσουμε καλά.

Επίσης, όλοι τα ξέρουν όλα (λ.χ. 'οι ξένοι δεν τρώνε συκώτι', 'έτσι γίνεται το ατζέμ πιλάφι' κ.ο.κ.). Όλοι παριστάνουν τους γκουρμέδες και τους μάγειρες. Πότε τα έμαθαν όλα αυτά; Ακόμα χειρότερα, πολλές φορές οι παίκτες κάνουν κωμικές δηλώσεις που δείχνουν ελλιπέστατη γαστρονομική κουλτούρα, και δεν εννοώ εξοικείωση με έννοιες, τεχνικές και ορολογία γαλλικού τύπου, εννοώ να έχουν τηγανίσει πολλά πολλά αυγά προτού καταπιαστούν με χουνγκιάρ, εσκαλόπ, σουφλέ και μη χέσω. Εικονογραφούν ιδανικά και την απίστευτη εθνική μας έπαρση και την έλλειψη κουζινικής παιδείας: ο Έλληνας, ακόμα και σήμερα, μόνο ψησταριά και φαΐ της μαμάς δείχνει να ξέρει, όταν δε μεγαλοπιάνεται κάπως αρχοντοχωριάτικα.

Τέλος, η δικαίωση μιας συνταγής είναι η δεδηλωμένη παραδοσιακότητά της: "εμείς έτσι το φτιάχνουμε στα Κάτω Διμίκλαδα", "αυτή είναι συνταγή της γιαγιάς μου", "εγώ ξέρω από πολίτικη κουζίνα". Κατ' αρχήν έλεος: η πλειοψηφία των 'παραδοσιακών συνταγών' χρονολογούνται το πολύ από τον μεγάλο Τσελεμεντέ. Μη μας τρελαίνετε. Δεύτερον, όποιος έχει φάει παραδοσιακές κουζίνες (δηλαδή της γιαγιάς και της προγιαγιάς), ξέρει ότι δεν περιλαμβάνουν μόνο ζηλευτές συνταγές. Αυτό οφείλεται στη βουτυροθύελλα, στα τέσσερα δάχτυλα λάδι ανά πιάτο, στη ζάχαρη στις σάλτσες και σε άλλα παρόμοια. Αυτό με τη σειρά του, βεβαίως, εν μέρει οφείλεται στο ότι πιάτα τα οποία προορίζονταν να καταναλώνονται μία με δυο φορές το χρόνο, εμείς θέλουμε να τα τρώμε Πέμπτη, για να φάμε πίτσες την Παρασκευή το βράδυ. Παραδείγματα: σουτζουκάκια (τα πραγματικά, του τετραώρου και βάλε) που ήτανε για ονομαστικές εορτές και πάνω, το θρυλικό χοιρινό με φασόλια γίγαντες, βλάχικο μετσοβίτικο πιάτο γάμου, το οποίο αν καταναλωθεί πριν το μήτινγκ των 4 εγγυάται υπνηλία και δυσπεψία, το γαμοπίλαφο (το λέει και το όνομά του), το αρνί με κυδώνια κτλ. Τρίτον, οι παραδοσιακές πολύπλοκες συνταγές πολλές φορές απαιτούν μεθόδους και χρόνους παρασκευής που δεν μπορούμε εύκολα να αναπαραγάγουμε: γάστρα, σίτεμα, κάπνισμα. Έτσι και κάποια υλικά απλούστατα δεν βρίσκονται, ακόμα και στου πουλιού το γάλα (λ.χ. καλό σίγλινο, σωστό φύλλο μπακλαβά κτλ). Όλα επανερμηνεία είναι, και στην κουζίνα: ας μην κραδαίνουμε συνταγές για να μας αναγνωριστεί ψευδεπίγραφη αυθεντικότητα.

Τέλος πάντων: αναρωτιέμαι αν ξέρει ακόμα να χαίρεται ο κόσμος στην Ελλάδα, ή αν όλα πια (έως και το ιερό μας φαΐ) έχουνε γίνει πόζα.

Καλή χώνεψη.

GatheRate

Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2009

Ονόματα

Όπως τα γράφουμε στα χαρτάκια 'Υπέρ Υγείας' και 'Υπέρ Αναπαύσεως'.

Πάμε:

Κώστας
Γιώργος
Αντρέας
Γιάννης
Φώντας
Κώστας
Αντρέας
Κώστας
Κώστας
Γιώργος

GatheRate

Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2009

Μαύρες μαντήλες


Όταν μεγαλώνει κανείς στην πόλη, και μάλιστα στην Αθήνα, και μάλιστα στην ανδρεοπαπανδρεϊκή Ελλάδα, αποκτάει μια κάργα εξιδανικευμένη εικόνα του χωριού. Τουλάχιστον (και) εκεί φαίνεται να στόχευε η παιδεία που μας έδιναν. Τέλος πάντων, μ' αυτά έχω ξανασχοληθεί.

Όμως απόψε σκεφτόμουν τις δικές μου αναμνήσεις από το χωριό. Ποιο χωριό, δηλαδή, από τον συνοικισμό που κατάγεται η μητέρα μου. Θυμάμαι αλλόκοτα παιδιά, τα παιδιά του χωριού: κωλοπετσωμένα, καπάτσικα αλλά και συγκλονιστικά αφελή καμμιά φορά. Θυμάμαι πρασινάδα και ωραίες μυρωδιές βρεγμένου χώματος. Απόψε θυμήθηκα τις μαυροφόρες.

Τρεις μαυροφορεμένες γυναίκες, τότε μου φαινόντουσαν πανάρχαιες, σαν να βγήκαν από εκείνη την εικόνα των Μοιρών στο βιβλίο της μυθολογίας. Τώρα πια ξέρω ότι ήτανε στα πενήντα τους, άντε στα εξήντα τους. Γιαγιάδες και θειες τις φωνάζαμε. Γυναίκες παλαιού τύπου, ξεβρασμένες στην Ελλάδα του πασοκικού θαύματος, με τις έγχρωμες τηλεοράσεις του, τις εοκικές επιδοτήσεις του, τα δύο και τρία αυτοκίνητα -- και τα λοιπά.

Γυναίκες μικροπαντρεμένες, κηδεμονευόμενες από αμείλικτες πεθερές, μαθημένες στις αποβολές μέσα στα χωράφια, παραμελημένες από άντρες που πήγαιναν στις πουτάνες κατα συρροή όταν κατέβαιναν στην πόλη, για να τους κολλάνε κι όσα ψώνιζαν από κει. Γυναίκες που έπλεναν στο χέρι με πράσινο σαπούνι σεντόνια, πάνες, σώβρακα, πουκάμισα, πανιά. Που χήρεψαν πολύ νωρίς, αφού πρώτα πέρασαν χρόνια στον ρόλο αποκλειστικής νοσοκόμας, και δεν ξαναπαντρεύτηκαν γιατί είχανε κορίτσια μέσα στο σπίτι. Που σισύφεια σάρωναν και σφουγγάριζαν τσιμεντένια πατώματα. Που έχτισαν σπίτια στα παιδιά τους και τα είδαν να αποκεφαλίζονται μέσα στους άθλιους ελληνικούς δρόμους, να πεθαίνουν δίπλα τους από καρκίνους φαρμακωμένα από φυτοφάρμακα, να ζουν μακριά τους ακατανόητες ζωές πλάι σε δολερούς ή βίαιους άντρες και κάνοντας χρήση διαζυγίων, εκτρώσεων, ψυχοφαρμάκων.

Αυτές τις γυναίκες σκεφτόμουνα, που πέθαναν από κούραση στα ενενήντα τους (αν και μοιάζανε χιλίων) ή νωρίτερα από 'μητρικά', κάτι ιάσιμο αλλά ντροπή να το κουβεντιάζεις. Κι έκανα την αληθινά κοινότοπη αλλά και κοινότοπα αληθινή σκέψη ότι είμαστε πολύ τυχεροί.

GatheRate

Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2009

Από ουκρανικό σώου ταλέντων

Ακόμα ένας λόγος να αγαπούμε την Ουκρανία



(μέσω συμβίας)

GatheRate

Being Karagiozis (Τελευταίες λέξεις)



(αυτό το ποστ είναι συμπαραγωγή με τον αγαπημένο όλων, και δη των γυναικών, Rakasha)


Λόγω του πρόσφατου κυπριακού ανεμοστρόβιλου δεν έχω τηλεόραση, κάτι έπαθε η κεραία και δεν έχω πρόσβαση να πάω να την κοιτάξω. Μου λέει λοιπόν ο Ρακάσας:
Ο Καραμανλής πήγε σήμερα τα δίδυμα στο μουσείο και τους εξηγούσε για τα μάρμαρα που λείπουν από τότε που τα πήγε στο Λονδίνο ο λόρδος Έλγιν...
Η πρώτη μου αντίδραση ήταν να επικαλεστώ τα θεία. Αυτά σαν να μισοάκουσαν και μου έδωσαν έμπνευση. Είπα λοιπόν περίπου αυτά, ένα μπλογκικό επίγραμμα:
Τhe shape of absence.
Twins, look, here is a god-shaped void.
Και τώρα επιστρέφω στη σιωπή μου. Καλή ψήφο, συνέλληνες.

GatheRate

Λονδίνο, Άμστερνταμ ή Βερολίνο

Τόσα χρόνια μετά δεν μπορώ να αποφασίσω ποια εκτέλεση προτιμώ. Μία έτσι, μια αλλιώς.



GatheRate