Κάθε φορά που στέκεσαι στο κατώφλι και χτυπάς την πόρτα η στιγμή είναι μαγική κι ανεπανάληπτη. Κάθε φορά. Αν ανοίξει η πόρτα που σε βάζει σε κάποιο δωμάτιο και σε βγάζει σε έναν άλλο κόσμο, σαν εκείνες στο Μάτριξ, ε, τι να πει κανείς. Αν η πόρτα μείνει κλειστή, θα έχεις τουλάχιστον φτάσει μέχρι το κατώφλι, θα έχεις σταθεί εκεί και θα έχεις χτυπήσει την πόρτα.
Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου 2014
Ουδός
Κάθε φορά που στέκεσαι στο κατώφλι και χτυπάς την πόρτα η στιγμή είναι μαγική κι ανεπανάληπτη. Κάθε φορά. Αν ανοίξει η πόρτα που σε βάζει σε κάποιο δωμάτιο και σε βγάζει σε έναν άλλο κόσμο, σαν εκείνες στο Μάτριξ, ε, τι να πει κανείς. Αν η πόρτα μείνει κλειστή, θα έχεις τουλάχιστον φτάσει μέχρι το κατώφλι, θα έχεις σταθεί εκεί και θα έχεις χτυπήσει την πόρτα.
Τετάρτη 26 Φεβρουαρίου 2014
Περί ψυχής (De Anima)
Αυτό το σιχτίριο περί ψυχής θα το γράψω έχοντας συγκεκριμένους ανθρώπους, ανθρώπους κοντινούς, κατά νου. Γιατί συλλογική ψυχή, ή λ.χ. αφηρημένη αγάπη, δεν υπάρχει.
Ο κόσμος θέλει από εμάς να κάνουμε τα δικά του και μόνο τα δικά του. Υπόσχεται να μας ανταμείψει με πλούσιο αίσθημα καθήκοντος και με ήσυχη, σχεδόν αθόρυβη, συνείδηση. Όμως ο κόσμος δεν αρκείται να θέλει να κάνουμε τα δικά του, τα απαιτεί και τα επιβάλλει με το στανιό.
Αυτά που μας ζητάει ο κόσμος είναι ανεξαιρέτως ιδεοληπτικής φύσεως: σεμνά, στεγνά, μετρημένα κι εντελώς απολίτικα. Τα ιδεώδη του με τα οποία πρέπει να συμμορφωθούμε, μέσα στα οποία πρέπει να στριμώξουμε την ψυχή μας ακρωτηριάζοντας τις ζωές μας, είναι άκαμπτα φέρετρα δυο μεγέθη μικρότερα από την πιο συρρικνωμένη εκδοχή της. Όμως οι υποσχέσεις του κόσμου είναι κίβδηλες, κι αυτό το καταλαβαίνει γρήγορα όποιος υπήρξε νέος και απροστάτευτος απέναντι στην αντηλιά του κόσμου: για την ψυχή μας δεν υπάρχει αντίτιμο, η ζωή μας επικερδώς δεν ανταλλάσσεται με το νόμισμα του καθήκοντος και του πρέποντος. Για να μην πω για τις αθόρυβες συνειδήσεις: είναι ίδιον είτε των ψυχοπαθών είτε των νεκρών.
Οι ρητορικές του κόσμου είναι πολλαπλές και πολύτροπες αλλά ρητές και κοφτές. Είναι προσαρμοσμένες σε κάθε πτυχή της ζωής μας, προσφέρουνε και από μια αυθεντία για κάθε πτυχή του βίου: ναι, ελευθερία αλλά όχι παραβατικότητα· ναι, γέλιο αλλά όχι χαβαλές και ξεκαρδίσματα· ναι, φιλία αλλά με όχι πολύ δόσιμο· ναι, μάθηση αλλά όχι πολυμάθεια και κριτική παντού· ναι, σάτιρα αλλά με σεβασμό· ναι, φιλί αλλά με λίγη γλώσσα και χωρίς πολλά σάλια· ναι, τέχνη αλλά να μην ενοχλεί με παλαβομάρες· ναι, δουλειά αλλά όχι πλήρης αφοσίωση· ναι επανάσταση αλλά ειρηνική και λελογισμένη· ναι, έρωτας αλλά με ρέγουλα και με σκοπό τον αιώνιο γάμο· ναι, γλέντι αλλά χωρίς υπερβολές, μεθύσια και σαχλές χορευτικές φιγούρες. Δεν πρόκειται για μέτρο και σωφροσύνη -- που πάντα επέρχεται ως ομοιόσταση -- παρά για στρίμωγμα μέσα σ' ένα μπασμένο στενόμακρο εξάγωνο από ιδεαλιστικούς καπλαμάδες και κοντραπλακέ.
Οι ρητορικές δεν είναι βεβαίως το μόνο όπλο του κόσμου, το υπερόπλο του είναι η ενοχή. Όχι οι τύψεις, οι τύψεις είναι διαλυτές στο αλκοόλ, σιγά. Με ενοχές μας πολεμάει και μας εξανδραποδίζει ο κόσμος. Βαυκαλιζόμαστε πιστεύοντας ότι ενοχές έχουνε μόνον όσοι ζούνε στα μπουντρούμια της θρησκείας ή αλυσοδεμένοι σε αρρωστημένες σχέσεις με τους γονείς τους: έχω δει τις πιο πύρινες ψυχές της γενιάς μου να τις μπουκώνει η ενοχή και να πνιγόμαστε στην κάπνα. Η ενοχή είναι πανίσχυρη, με χαμηλό ιξώδες και φτάνει παντού, άλλοτε σε καθαρή μορφή κι άλλοτε ως ιδεοληψία. Ιός είναι, που προσβάλλει την ηθική και την ενσυναίσθησή μας για να επιτεθεί και να αχρηστέψει την επιθυμία, την ελευθερία, την αυτοδιάθεση, την ανάγκη για ζωή, αυτό που λέμε "όνειρα", καημούς, λαχτάρες. Μέχρι στο τέλος να ζαρώσει η ψυχή μας και να χωράει με τα άκρα της σπασμένα κι ακρωτηριασμένα, συρρικνωμένη και ψόφια, μέσα στα ιδεώδη φέρετρα, δύο μεγέθη μικρότερα. Ή μέχρι να παραληρήσει η ψυχή μας στριγγλίζοντας αυτοκαταστροφικά, να γίνει άρπυια που θα κατασπαράξει τους άλλους και τον εαυτό της και θα σκίσει ίδια της τα μάτια της στο τέλος.
Με δυο λόγια: στον αγώνα μεταξύ της ψυχής σου και του κόσμου, πάρε το μέρος της ψυχής σου. Και άντε και γαμήσου, Φραντς Κάφκα.
Ο κόσμος θέλει από εμάς να κάνουμε τα δικά του και μόνο τα δικά του. Υπόσχεται να μας ανταμείψει με πλούσιο αίσθημα καθήκοντος και με ήσυχη, σχεδόν αθόρυβη, συνείδηση. Όμως ο κόσμος δεν αρκείται να θέλει να κάνουμε τα δικά του, τα απαιτεί και τα επιβάλλει με το στανιό.
Αυτά που μας ζητάει ο κόσμος είναι ανεξαιρέτως ιδεοληπτικής φύσεως: σεμνά, στεγνά, μετρημένα κι εντελώς απολίτικα. Τα ιδεώδη του με τα οποία πρέπει να συμμορφωθούμε, μέσα στα οποία πρέπει να στριμώξουμε την ψυχή μας ακρωτηριάζοντας τις ζωές μας, είναι άκαμπτα φέρετρα δυο μεγέθη μικρότερα από την πιο συρρικνωμένη εκδοχή της. Όμως οι υποσχέσεις του κόσμου είναι κίβδηλες, κι αυτό το καταλαβαίνει γρήγορα όποιος υπήρξε νέος και απροστάτευτος απέναντι στην αντηλιά του κόσμου: για την ψυχή μας δεν υπάρχει αντίτιμο, η ζωή μας επικερδώς δεν ανταλλάσσεται με το νόμισμα του καθήκοντος και του πρέποντος. Για να μην πω για τις αθόρυβες συνειδήσεις: είναι ίδιον είτε των ψυχοπαθών είτε των νεκρών.
Οι ρητορικές του κόσμου είναι πολλαπλές και πολύτροπες αλλά ρητές και κοφτές. Είναι προσαρμοσμένες σε κάθε πτυχή της ζωής μας, προσφέρουνε και από μια αυθεντία για κάθε πτυχή του βίου: ναι, ελευθερία αλλά όχι παραβατικότητα· ναι, γέλιο αλλά όχι χαβαλές και ξεκαρδίσματα· ναι, φιλία αλλά με όχι πολύ δόσιμο· ναι, μάθηση αλλά όχι πολυμάθεια και κριτική παντού· ναι, σάτιρα αλλά με σεβασμό· ναι, φιλί αλλά με λίγη γλώσσα και χωρίς πολλά σάλια· ναι, τέχνη αλλά να μην ενοχλεί με παλαβομάρες· ναι, δουλειά αλλά όχι πλήρης αφοσίωση· ναι επανάσταση αλλά ειρηνική και λελογισμένη· ναι, έρωτας αλλά με ρέγουλα και με σκοπό τον αιώνιο γάμο· ναι, γλέντι αλλά χωρίς υπερβολές, μεθύσια και σαχλές χορευτικές φιγούρες. Δεν πρόκειται για μέτρο και σωφροσύνη -- που πάντα επέρχεται ως ομοιόσταση -- παρά για στρίμωγμα μέσα σ' ένα μπασμένο στενόμακρο εξάγωνο από ιδεαλιστικούς καπλαμάδες και κοντραπλακέ.
Οι ρητορικές δεν είναι βεβαίως το μόνο όπλο του κόσμου, το υπερόπλο του είναι η ενοχή. Όχι οι τύψεις, οι τύψεις είναι διαλυτές στο αλκοόλ, σιγά. Με ενοχές μας πολεμάει και μας εξανδραποδίζει ο κόσμος. Βαυκαλιζόμαστε πιστεύοντας ότι ενοχές έχουνε μόνον όσοι ζούνε στα μπουντρούμια της θρησκείας ή αλυσοδεμένοι σε αρρωστημένες σχέσεις με τους γονείς τους: έχω δει τις πιο πύρινες ψυχές της γενιάς μου να τις μπουκώνει η ενοχή και να πνιγόμαστε στην κάπνα. Η ενοχή είναι πανίσχυρη, με χαμηλό ιξώδες και φτάνει παντού, άλλοτε σε καθαρή μορφή κι άλλοτε ως ιδεοληψία. Ιός είναι, που προσβάλλει την ηθική και την ενσυναίσθησή μας για να επιτεθεί και να αχρηστέψει την επιθυμία, την ελευθερία, την αυτοδιάθεση, την ανάγκη για ζωή, αυτό που λέμε "όνειρα", καημούς, λαχτάρες. Μέχρι στο τέλος να ζαρώσει η ψυχή μας και να χωράει με τα άκρα της σπασμένα κι ακρωτηριασμένα, συρρικνωμένη και ψόφια, μέσα στα ιδεώδη φέρετρα, δύο μεγέθη μικρότερα. Ή μέχρι να παραληρήσει η ψυχή μας στριγγλίζοντας αυτοκαταστροφικά, να γίνει άρπυια που θα κατασπαράξει τους άλλους και τον εαυτό της και θα σκίσει ίδια της τα μάτια της στο τέλος.
Με δυο λόγια: στον αγώνα μεταξύ της ψυχής σου και του κόσμου, πάρε το μέρος της ψυχής σου. Και άντε και γαμήσου, Φραντς Κάφκα.
Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2014
Αθανασίες
Έτσι ζούμε τη ζωή μας: από πάρτυ σε κρεβάτι, από κρεβάτι σε πλατεία καινούργιας πόλης, από πλατεία σε ανοιχτωσιά, από ανοιχτωσιά σε ενοικιαζόμενο. Έτσι ζούμε: από μαγική στιγμή σε θεοτική στιγμή, από τρίωρα έκστασης σε δεκαπεντάλεπτα καθαρής χαράς. Ενδιάμεσα κάνουμε τα εργόχειρά μας.
Ε και;
Δεν έχει 'ε και'. Όποιος έζησε στιγμές, υπήρξε αθάνατος. Όποιος έζησε μια στιγμή, έχει τη γεύση της αθάνατης μακαριότητας. Όχι "όποιος πεθάνει σήμερα, χίλιες φορές πεθαίνει", όχι κόντε και θεέ μου, δε θέλω να πεθάνω πολλές φορές, όχι. Θέλω να είμαι αθάνατος κάθε μια στιγμή, κάθε ένα δεκαπεντάλεπτο, κάθε μία ώρα, τρίωρο ή μέρα σε μια ανοιχτωσιά γαλήνια, έστω και μέσα σε έναν ωκεανό ανίας ή και πόνου και φτώχειας. Θέλω να έχω γίνει ξανά και ξανά, χίλιες φορές αθάνατος. Από πάρτυ σε κρεβάτι, από κρεβάτι σε πλατεία καινούργιας πόλης -- και ούτω καθεξής. Μέχρι να παραδοθώ εκεί που πρέπει και όταν πρέπει. Αλλά να έχω ζήσει χίλιες φορές, για να πεθάνω μία. Να έχω γευτεί χίλιες αθανασίες. Να έχουν πάρει από πάνω μου χαμόγελα αγαπημένων, ή και ούτε καν αγαπημένων, κάθε πόνο, λύπη και στεναγμό. Να έχω εκλάμψει ως φωστήρας στο αχνό και θολό φως του δρόμου τη νύχτα. Να με έχει εξαρπάσει από το πυρ ο χορός και η χαρά και το ακριβό φαρμάκι της φιλίας, σε δόσεις μικρές και στοχευμένες. Να έχω βρει τόπο αναψύξεως όχι μόνο σε τόπους χλοερούς αλλά και σε άνυδρους, σε ασφάλτους, σε λιθόστρωτα και face à la mer -- ή και σε όσα πίνουν οι άνθρωποι για να έρχονται κοντά με τον εαυτό τους και με τους άλλους.
Και κάτι ακόμα. Ξημερώνει η Κυριακή που θα πάτε να ακούσετε το ευαγγέλιο της Κρίσεως, εσείς δηλαδή, εγώ θα κοιμάμαι. Θα ακούσετε τον τρομερό λόγο όπου αναθεματίζει ο Κριτής του Κόσμου όσους κοίταξαν την πάρτη τους. Ας αφήσουμε στην άκρη ποιος είναι ο ben adam και αν θα κρίνει ποτέ ζώντας και νεκρούς: αυτό που θα σας πει το αυριανό ευαγγέλιο είναι ότι η ιδεολογία του νοικοκυραίου είναι αντίχριστη. Θα σας πει ότι πεθαίνει ό,τι δε μοιραζόμαστε και ότι τίποτα δεν είναι δική μας υπόθεση και μόνο. Όχι ρε σεις, δε θα γίνουμε μεγάλες ντοστογιεφσκικές καρδιές να αγαπήσουμε τον κόσμο, αδυνατώντας ωστόσο να αγαπήσουμε τον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά, όπως η Κατερίνα Ιβάνοβνα. Και ούτε μοιραζόμαστε μόνο με όσους αγαπάμε (αλίμονο!), παρά μοιραζόμαστε αληθινά με όσους έχουμε για ίσους μας -- έστω κι αν τους συναντήσαμε για μια στιγμή.
Όποιος μοιράστηκε στιγμές, υπήρξε αθάνατος. Όποιος μοιράστηκε έστω μια στιγμή, έχει τη γεύση της αθάνατης μακαριότητας.
Αμήν.
Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου 2014
Führe mich (πέρα από το προφανές)
Από το oeuvre του Φον Τρίερ έχω αποξενωθεί εδώ και χρόνια: το Dancer in the Dark μού είχε φανεί μελό αιμοβόρο και άσκηση στη σκληρότητα, ενώ το Dogville υβρίδιο δοκιμίου, σινεμά και θεάτρου (και αναφανδόν αιμοβόρο και μοβόρικο). Μετά βαρέθηκα.
Το Nymphomaniac πήγα να το δω επειδή
- Το έθαψε ο Δανίκας, και δη ως ψυχρό σκανδιναβικό πορνό. Θα πρέπει να είναι αδαής από πορνό: το σκανδιναβικό πορνό είναι το μόνο στο οποίο οι ηθοποιοί μορφάζουνε και χαμογελούν σχεδόν πηγαία,
- Το υμνούν κριτικοί που κανονικά απεχθάνονται τον Φον Τρίερ, το κινηματογραφημένο σεξ, ή και τα δύο,
- Έχει θέμα το σεξ,
- Έχει σεξ.
Ο Σέλιγκμαν απηχεί απόψεις, στάσεις και ένα γενικότερο πλαίσιο σκέψης που μοιραζόμαστε πολλοί: είμαστε όλοι ελεύθεροι και υπεύθυνοι, η ενοχή είναι είτε ναρκισσισμός είτε πρόσκομμα κι εκούσια αναπηρία, η επιθυμία και η ηδονή είναι -- ας πούμε -- καθαρές an sich. Η Τζο αναιρεί με λελογισμένη αγριότητα και μια καλή δόση χιούμορ αυτές τις στάσεις ως μάλλον ακαδημαϊκές και ιδεαλιστικές: ως στάσεις ανθρώπινες, πολύ ανθρώπινες, πλην όμως αποστειρωμένες από ανθρωπίλα.
Το χιούμορ πάντως δεσπόζει στην ταινία, αλλά πρόκειται για δανέζικο χιούμορ, που δεν το πιάνουνε καλά καλά οι υπόλοιποι Σκανδιναβοί: λ.χ. οι σκηνές στο τρένο, με τον χορό των βλεμμάτων και εκφράσεων, είναι γνήσια αστείες, ενώ τα κειμενικά σχόλια επί της οθόνης τις φέρνουν στα όρια της φάρσας.
Η σύνθεση είναι απίστευτα σφιχτοδεμένη, μορφικά το έργο πάει πολύ πιο πέρα από τις προηγούμενες ταινίες του Φον Τρίερ. Οι συζητήσεις για τα δέντρα και τα φύλλα, δηλαδή τη φύση, τα συναισθηματικά σκαμπανεβάσματα, τα διάφορα μοτίβα (το ψάρεμα, ο Μπαχ...) που δουλεύονται μέχρι να πάψουνε να είναι ορατά, οι όψεις της σωματικότητας, οι εκδοχές του σπαραγμού, οι αποπλανήσεις -- όλα τρέχουνε παράλληλα και πολυφωνικότατα συνθέτοντας άγρια κινηματογραφική ποίηση.
Η ταινία πραγματεύεται αλλά και δείχνει την ανθρώπινη κατάσταση και αλήθειες που δεν αντέχουμε, κάνει ποίηση άγρια με αφορμή τον σεξουαλικό εθισμό μέσα στα συμφραζόμενα της ανάγκης, της επιθυμίας και της ελευθερίας. Ποιες αλήθειες που δεν αντέχουμε; Πέρα από την περίφημη (πια) εικασία για τα εγκλήματα από έρωτα και για τα εγκλήματα από σεξ (που είναι, λέει, πολύ λιγότερα), έχουμε τον προβοκατορικό ορισμό του έρωτα ως 'ζήλεια συν πόθος'. Έχουμε και το σπαρακτικό επεισόδιο με τον θάνατο του πατέρα, που ξεκινάει με aequanimitas, λόγο γνώσεως και Επικουρο και τελειώνει με ουρλιαχτά, πόνο, σκατά αλλά και την Τζο να καυλώνει. Υπάρχει και το όχι λιγότερο σπαρακτικό επεισόδιο με την εγκαταλελειμμένη σύζυγο (αρτυμένο με χιούμορ, ίσα ίσα για να καίει περισσότερο). Υπάρχει και η ανία του σεξουαλικού αθλητισμού, σαν μια μονότονα επαναλαμβανόμενη διαδρομή σε κάποιο πάρκο, αλλά και η κριτική της χίμαιρας της (όποιας) ερωτικής αποκλειστικότητας, εκεί όπου εκτυλίσσεται η πολυφωνική σύνθεση τριών εραστών (αφού ο ένας από μόνος του δεν αρκεί -- έστω και αν είναι ο Cantus Firmus του έρωτα).
Και η τσόντα; Κομμένη βεβαίως, υποτίθεται, αλλά και εδώ η μορφή ακολουθεί το περιεχόμενο, που λένε: σεμνή στη μηχανικότητά της, αφού π.χ. το κοντινό σε πίπα στην οθόνη του Ιντεάλ αφήνει ασκίρτητο και τον πιο ζωντανό θεατή, μέχρι να σμίξει τελικά η ηρωίδα με αυτόν με τον οποίο είναι ερωτευμένη, όπου δικαιώνεται η παράδοση του σκανδιναβικού πορνό -- αν και όχι για καλό.
Ανέβηκε στο The Greek Cloud, στις 15.II.2014
Τετάρτη 12 Φεβρουαρίου 2014
Περί ουρανού (De Caelo)
Όλοι οι άνθρωποι αντικρύζουμε το στερέωμα πάνω από τα κεφάλια μας. Στερέωμα, τι ωραία λέξη: the heaven of fixed stars, das Firmament. Τι ωραία λέξη, κρίμα που είναι σκέτη ψευτιά. Ζούμε με την αίσθηση ότι ο κόσμος μας έχει ένα γαλανό ανέφελο καπάκι, ενα μπρούτζινο σκέπασμα της γάστρας μέσα στην οποία ζούμε. Αλλά δεν υπάρχει κανένα στερέωμα, κανένα κυρτό κάλυμμα του κόσμου μας: όταν κοιτάζουμε τον ουρανό κοιτάζουμε το ανηλεές κενό, τα χάη του κενού διαστήματος, το βλέμμα μας κατευθύνεται πίσω στον χρόνο, προς την άκρη του αφιλόξενου και στείρου σύμπαντος.
Δεν υπάρχει ουρανός. Η χρωστική του κοπανιστού αέρα μάς κρύβει το έρεβος πέρα από τον μικρό και οικείο πλανήτη μας. Κάθε φορά που κοιτάζουμε τ' άστρα ατενίζουμε το διαστρικό κενό να χαίνει από πάνω μας, απροστάτευτοι κι ανυπεράσπιστοι πίσω από ένα λεπτό στρώμα αέρα που φιλάρεσκα λέμε ατμόσφαιρα.
Τον κόσμο δεν τον επιστεγάζει κάποιος στέρεος θόλος. Η Νουτ που στοργικά γέρνει από πανω μας είναι μύθος. Όχι, δεν υπάρχει τίποτε στερεό πάνω από τα κεφάλια μας. Δε μας σκεπάζει τίποτα. Δε μας καλύπτει τίποτα. Ο κόσμος που ζούμε, η μικρή κουτσουλιά που περιβάλλει έναν διάπυρο σιδερένιο πυρήνα, είναι ασκεπής και ασεβής και χάσκει ορθάνοιχτος. Δε θα πέσει ποτέ στο κεφάλια μας ο ουρανός γιατί δεν υπάρχει ουρανός.
Ό,τι ζούμε, ό,τι είμαστε, ό,τι έχουμε κείται ασυσκεύαστο κι απροστάτευτο πάνω στην εφήμερη φλούδα του πλανήτη, φάτσα στον άπειρο και αδιάφορο κόσμο της σκοτεινής ύλης και της διαστρικής σκόνης, και του πυρωμένου υδρογόνου. Είμαστε ξέσκεποι. Είμαστε ακάλυπτοι κι ορθάνοιχτοι.
Δεν υπάρχει τέρμα προς τα πάνω.
Δεν υπάρχει ουρανός.
Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2014
Ερωταποκρίσεις
Είμαι δέντρο.
Ναι, μα θυμήσου ότι και τα δέντρα πεθαίνουν, είτε για να προσφέρουν το πιο ευγενικό υλικό που ξέρει ο άνθρωπος, είτε γιατί τελείωσε ο χρόνος τους. Ακόμα και τα δέντρα μαραίνονται στο τέλος.
Είμαι καθρέφτης.
Καλώς, αλλά το ξέρεις ότι κάθε καθρέφτης πάντοτε παγιδεύει λίγο από το φως που δέχεται.
Είμαι βιβλιοθήκη.
Μάλιστα, αλλά να μην ξεχνάς ότι η βιβλιοθήκη χωρίς τα μάτια των αναγνωστών της είναι αποθήκη, ότι κάθε διαδρομή μέσα της είναι μια καινούργια βιβλιοθήκη. Μέσα στην ησυχία της γεννιούνται σιωπηλά φωνές, βοή και μουσικές.
Είμαι βράχος.
Α, όλοι ξέρουν πως οι βράχοι...
Είμαι λαβύρινθος.
Εντάξει, όμως στην καρδιά κάθε λαβύρινθου υπάρχει κάτι που προσμένει να βρεθεί. Αλλιώς, το ξέρεις κι αυτό, λαβύρινθος δε χρειάζεται.
Είμαι ματιά προς τον έναστρο ουρανό.
Οκέι, κι έμαθες ότι ματιά χωρίς το σώμα δεν υπάρχει. Τα μάτια βλέπουνε ψηλά, βαθιά και μακριά μετά τον έρωτα, με τους χυμούς και τις αναθυμιάσεις του.
Είμαι καταιγίδα και βροντή.
Έχεις επίγνωση ότι οφείλεις το φως της αστραπής και να ποτίσεις τον κόσμο, λοιπόν.
Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2014
#ANTEGAMISOUVAGELI
Ε ναι λοιπόν, αντιφάσκω,
(Άπλετος είμαι, περιέχω πολλαπλότητες.)
II.
Λάδι λάδι και τηγανίτα τίποτα. Όπως στην κοινωνία, έτσι και στα κοινωνικά μέσα. Όπως στα καφενεία, έτσι και στα σοσιαλμήντια. Όπως στις συναναστροφές και στις ατέρμονες γκομενοσυζητήσεις και στα ανούσια καυλαντίσματα πάνω από ποσότητες κακού καφέ, έτσι και στο ίντερνετ, στριμωγμένοι ανάμεσα σε αρκουδάκια, σε στίκερ, σε εμότικον και σε άτυπους διαγωνισμούς κρυάδας-εξυπνάδας.
III.
Η Νέα Δημοκρατία χρειάζεται απεγνωσμένα τις ακροδεξιές ψήφους, αυτό το 10 με 15% τοις εκατό που μας λερώνει και μας ποδηγετεί από το 1944, όμως απροσχημάτιστα πλέον. Και η ΝΔ είναι ικανή να σκοτώνει και κόσμο, τραγικής ποιότητας για τον οποίο μόνο μια μειοψηφία σκοτίστηκε, μια μειοψηφία που έτσι κι αλλιώς δε θα ψήφιζε ΝΔ. Και είναι ικανή να σακατεύει κόσμο, που αφρόνως διαδηλώνει, για τον οποίο μόνο μια μειοψηφία σκοτίστηκε, μια μειοψηφία που που έτσι κι αλλιώς δε θα ψήφιζε ΝΔ. Η τιμή αυτού του τόπου είναι στα χέρια αυτής της μειοψηφίας, και λυπάμαι αν δε σας αρέσει αυτό που λέω.
IV.
Το τραγούδι μου ήταν πάντα το Bigmouth strikes again, για ευνόητους λόγους: που να μην έσωνα να μιλήσω. Έτσι εξιδανίκευσα το άπιαστο, το ανέφικτο, το ανατολίτικο: τη σιωπή. Υιοθετούσα τσιτάτα όπως "Seul le silence est grand; tout le reste est faiblesse." ή "Ἡ σιωπὴ μυστήριόν ἐστι τοῦ αἰῶνος τοῦ μέλλοντος" (αν και ο ίδιος, πολύ πιο καίρια, συνεχίζει:"οἱ δὲ λόγοι ὄργανόν ἐστι τούτου τοῦ κόσμου"). Σε αυτόν τον κόσμο είμαστε, αυτός ο κόσμος καίγεται: να πάει να γαμηθεί η σιωπή, μήπως και καρποφορήσει, κι αν δεν καρποφορήσει, μήπως και ωριμάσει και βρει τον εαυτό της. Καμμιά σιωπή, γαμώ το κέρατό μου: η σιωπή είναι εξιδανίκευση και ο τρόμος μπροστά στην έκθεση του κάθε ηγεμόνα εκ Δυτικής Λιβύης. Αυτοί που πουλάνε μίσος και αμάθεια και απάθεια θέλουν να σιωπούμε και να υπομένουμε, καθώς θυσιαζόμαστε για το κοινό καλό των τραπεζών: ανεξαρτήτως πρόθεσης, η κοινωνική λειτουργία της σιωπής -- η σιωπή ως πράξη -- είναι απελπισία, αποδοχή και παραίτηση. Η σιωπή είναι υστερική παράλυση. Θα έχουμε όση σιωπή θέλουμε όταν με το καλό ψοφήσουμε.
V.
VI.
Είμαι επηρμένος; έχω την έπαρση κάθε αυτοδημιούργητου και αυτάρκους ανθρώπου. Έχω την περηφάνεια κάθε ανθρώπου που δε γεννήθηκε στα πούπουλα, που δεν είχαν οι δικοί του μια μικρή μηχανή να κόβει λεφτά ώστε "να καλλιεργήσει τα ταλέντα του". Καμαρώνω που έκανα ό,τι έκανα και πέτυχα όσα πέτυχα χωρίς να χαριστώ ποτέ σε κανέναν (μάλλον προς την άλλη μεριά κλίνω, ωμός και άχαρος και μονοκόμματος), χωρίς να γλείψω, χωρίς να μου κάνει ποτέ χατίρια κανένας. Γιατί λες, ό,τι έκανα (όσα κι αν είναι αυτά, όσο ευτελή) το κατάφερα με την αξία μου. Είναι και αυτό έπαρση.
Το χάσταγκ του τίτλου είναι της γνωστής διαδικτυακής περσόνας Calypso Larah. Η φωτογραφία στο IV. είναι της Σ. Τσιπλάκου.
Σάββατο 25 Ιανουαρίου 2014
Ζωντοχήρος (ερωτογράφημα)
Όταν ήταν μικρότερος δεν το ήξερε αυτό, δεν το υποψιαζότανε καν: αν βγαίνεις με μια γυναίκα και είναι αμήχανη, μάλλον σε θέλει. Άργησε να το μάθει, λίγο γιατί ήταν πάντοτε κακός μαθητής, βιαστικός κι απρόσεχτος σε όλα του και αμελής, λίγο γιατί δεν μπορούσε να καταλάβει τι μπορεί να θέλουν πάνω του οι γυναίκες. Κοίταγε με φθόνο τους γυμνασμένους συνομηλίκους του, όχι τους ωραίους, τους γυμνασμένους, μετά κοίταγε τον οριακά γυμνασμένο (ή οριακά αγύμναστο) εαυτό του και την ασουλούπωτη φάτσα του. Είναι δυνατόν να τον θέλουν οι γυναίκες; Πώς γίνεται; Μήπως όσες ανέμιξαν τις ανάσες και τους χυμούς τους μαζί του είναι κάπως συνεννοημένες μεταξύ τους να του κάνουν τα χατίρια; Μήπως ξέρω γω κατά βάθος ανήκουν όλες τους σε τύπο γυναίκας που για κάποιον απροσδιόριστο λόγο γουστάρει τύπους σαν κι αυτόν;
Με το πέρασμα του χρόνου πήρε το θάρρος να τις ρωτάει πού και πού τι τους αρέσει πάνω του. Οι απαντήσεις που έπαιρνε ήταν απροσδόκητες, δηλαδή αναμενόμενα απροσδόκητες, τελικά. Μία ψέλλισε ένα σύντομο εγκώμιο της γλώσσας του, αλληγορικό και κάπως συγκεχυμένο, που μίλαγε για πεταλούδες, μεσημέρια και ρίγη· αργότερα, έχοντάς τον καθαρίσει με επιμέλεια και ζήλο στα όρια της νοσηλείας με τη δική της γλώσσα, του είπε για τον πούτσο του. Κάποια άλλη, αφού συνόψισε τα μορφολογικά χαρακτηριστικά του πούτσου του, ιεράρχησε από κάτω του και άλλες περιοχές του σώματός του, λησμονημένες γωνιές της πατρίδας μας, που λέμε, γιατί το σώμα είναι η μία πατρίδα και η γεωγραφία του η πιο σπουδαία και πιο δύσκολη πατριδογνωσία: του είπε λοιπόν για το στέρνο του και για την πλάτη του (μα, την πλάτη;), του είπε και για τα πόδια του. Τα πόδια εντάξει, άλλωστε γυναίκες και άντρες τον κοίταζαν στον κώλο, εκεί κοντά, εκεί πιο πάνω: εκείνη η μεριά του σώματός του ήταν η τουριστική, η πλευρά του νησιού με το όποιο φυσικό κάλλος. Επιπλέον, μια άλλη είχε να λέει και να λέει πολλά για τον κώλο του: τον τσίμπαγε, τον χούφτωνε (όπως κι άλλες), αλλά και τον έγλειφε και, το κυριότερο, τον παίνευε και τον παίνευε πολύ. Τέλος πάντων, με τα χρόνια έμαθε ότι υπήρχαν πάνω στο κατ’ αυτόν μαλτέζικο τοπίο του κορμιού του περιοχές ελκυστικές για τις γυναίκες. Εντάξει: το αρεσούμενο του ανθρώπου, το καλύτερο του κόσμου. Το βασικό πρόβλημά του παρέμενε όμως να καταλαβαίνει ποια τον ήθελε, ό,τι κι αν ήθελε πάνω του.
Γιατί ήτανε πρόβλημα; Γιατί είναι δύσκολος, ο δόλιος. Ανάμεσα στα είκοσι και στα εξήντα, παντρεμένος-χωρισμένος χωρίς παιδιά, μια ζωή μοναχικό σκυλί, λίγο άγριο και πότε πότε κουταβίσια γκρινιάρικο, πολύ τεμπέλης για γυμναστήριο και πολύ εστέτ για να οικοδομήσει μπάκα, είχε τις ορμές εικοσάρη και τα μυαλά εξηντάρη και ήταν έτσι ακριβώς τα τελευταία είκοσι χρόνια. Και ποθεί δύσκολα, πολύ δύσκολα. Κι όταν ποθεί, τη βάζει την άλλη απέναντι και την εξετάζει, τάχα ψυχρά και αποστασιοποιημένα: γιατί τη θέλω; τη θέλω πραγματικά; ποια μου θυμίζει και λέω πως τη θέλω; μα θα μπλέξω με αυτή που ψάχνει σύζυγο, συγκάτοικο, μπαμπά; κι αν είναι καμιά τρελή; Συνήθως τρελές ήτανε βεβαίως. Και παντρεμένες, αρραβωνιασμένες, λογοδοσμένες, ή τα είχαν ήδη με το Μανώλη του Γ3. Και τελικά ερχόταν σε επίγνωση ότι, ναι ρε, ναι, την ποθεί την Τάδε, τη Δείνα, τη Χριστίνα, την Κατερίνα, τη Σούλα (από το Σουλτάνα), τη Βέρα, την μία ή την άλλη. Θα ερχόταν σε επίγνωση του πόθου αφού θα ξύπναγε ένα πρωί και πριν καλά καλά αναδυθεί από τον ύπνο θα την είχε παίξει άγρια στη σκέψη τους, στην ανάμνηση μιας σκιάς λαιμού ή εκείνης της ανώνυμης ζώνης από το στήθος στη μασχάλη, ενός αστραγάλου, μιας ρώγας μέσα από το φόρεμα, αφού θα ονειροπολούσε με λίγα περισσότερα από τα παραπάνω, αφού μια εντυπωμένη εικόνα της θα σάρωνε πορνογραφικές θολούρες, αφού θα καύλωνε στη νοερά διερώτηση «θα την έγλειφα;». Και έπρεπε να καταλάβει αν κι εκείνη τον ήθελε. Γιατί χυλόπιτα είχε να φάει από τα εικοσιτρία και καθόλου μα καθόλου δεν νοσταλγούσε την αλευρώδη υφή της («ας μείνουμε φίλοι») ή τη γεύση της («είσαι καλό παιδί»).
Και μέχρι τα τριάντα του, που πήρε διαζύγιο κόσμια και συναινετικά, δεν ήξερε πώς να διαγιγνώσκει αν τον θέλει μια γυναίκα. Δεν είχε κάποιο τεστ, κάποια κριτήρια. Έβγαινε με κάποιες, πάντα ευγενικός και κύριος. Μερικές, λίγες όπως είπαμε, τις ήθελε. Ποθεί λίγες αλλά ποθεί πολύ. Και, όπως και να το κάνουμε, ε, υπέφερε. Άραγε αυτή τώρα τον ήθελε ή τον εκτιμούσε απλώς; Έτσι ντύνεται ή έτσι ντύθηκε γι’ αυτόν; Είναι πάντοτε γλυκειά ή βάζει τώρα το κατιτίς το έξτρα; Του μιλάει για πρώην γκόμενους για να φτιάξει μια άλφα διάθεση κι ατμόσφαιρα ή γιατί τον αντικρύζει φιλικά; Γιατί, άμα είσαι ευγενικός και κύριος, έχεις και αυτό το χάντικαπ: μπορεί η άλλη απλώς να χαίρεται την παρέα σου. Να το πούμε κι αλλιώς: αν είσαι ψυχάκιας, αντικοινωνικός, δογματικός, αγενής, κακομαθημένο, κανας πιστοποιημένος μαμάκιας ή ένα κουβάρι ανασφάλειες και βεβαιότητες εκτεθειμένες σαν κεραίες τηλεοπτικές να εξέχουνε, ξέρεις ότι η Ματίνα, η Φλώρα, η Μαρία, η Ισμήνη βγαίνουνε μαζί σου για δεύτερη φορά γιατί σε θέλουν: δεν τις γοήτεψε ούτε η ευγένειά σου, ούτε το χιούμορ σου, ούτε η καλή παρέα σου, ούτε η μεγάλη η καρδιά σου. Περιμένουνε να κάνεις αυτό για το οποίο υπάρχουν σ’ αυτόν τον κόσμο οι μαλάκες άντρες, τα απελέκητα καγκούρια, τα τσογλανοειδή υποκείμενα που δε νιώθουν, το μόνο που αξίζει να περιμένει μια γυναίκα από έναν ψυχάκια: να σκύψεις πάνω από το τραπέζι και αδράχνοντας το γόνατό τους να προσκολληθείς πάνω τους με ένα αδηφάγο γλωσσόφιλο σαν λάμπραινα, η οποία θα αποκολληθεί μόλις τις απομυζήσει, ώρες μετά, σε κανα χοτέλ στον Ασπρόπυργο ή τις Τζιτζιφιές, συνήθως οριστικά. Αν είσαι από τους άλλους, τους ευγενικούς και κύριους, μπορεί απλώς να γουστάρει τη συντροφιά σου η Πόπη, η Ντορίτα, η Μισέλ, η Ανδρομάχη.
Προσπαθούσε λοιπόν κι αυτός να βγάλει άκρη. Η αλήθεια είναι ότι μέχρι τα τριάντα, που χώρισε, τον είχανε κακομάθει οι γυναίκες, τρελές συνήθως είπαμε (αν θυμάστε): απλούστατα, τον κυνηγούσαν αυτές. Μία του χούφτωσε τον πούτσο επικά και στην ψύχρα εκεί που περπάταγαν κανονικά, σημάδι αλάνθαστο ακόμα και γι’ αυτόν, μια άλλη του είπε «φίλα με, ρε μαλάκα, φίλα με», η πρώην γυναίκα του τον τράβηξε γερά από την γραβάτα πάνω της, προσδίδοντας στο πρώτο φιλί τους κάτι από την ηδονική ασφυξία του απαγχονισμού. Ήτανε λοιπόν και άμαθος ο άνθρωπος. Με το πέρασμα του χρόνου, και δεδομένου ότι οι άντρες βγαίνουν από την εφηβεία εκεί περίπου στα τριανταπέντε, μπήκε κι αυτός επιτέλους στο νόημα: αν βγεις με γυναίκα και είναι αμήχανη, μάλλον σε θέλει. Εάν φυσικά δεν έχει απλώς βαρεθεί τη ζωή της μαζί σου, εάν δεν αναλογίζεται πόσο λάθος έκανε να βγείτε, εάν δεν ονειρεύεται τηλεόραση και να βγάλει τα ατελέσφορα τακούνια που την πέθαναν.
Περίπου πέντε χρόνια μετά, παρέμενε ο εαυτός του. Από μια ηλικία και μετά αυτό γίνεται: παραμένεις ο εαυτός σου, δεν υπάρχουν αλλαγές. Το μόνο το οποίο μπορείς να προσδοκάς είναι να μάθεις περισσότερα για τον εαυτό σου, να πας λίγο πιο βαθιά από την πατριδογνωσία, να πας λίγο πιο πέρα από μια προσωπική σου ιστορία διατυπωμένη με συμβάντα, σαν παραμυθάκι. Και ένας καλός τρόπος, λένε, για να μάθεις λίγη παραπάνω γεωλογία και για να σπουδάσεις την ιστορία σου είναι και μέσα από τον έρωτα. Ναι, αυτόν των άκρως αισθητών.
Για έξι μήνες έμεινε μόνος. Λίγο που δεν ποθεί πολλές, λίγο που δυσκολεύεται σε κάθε μία καινούργια γνωριμία. Προσπαθούσε λοιπόν κι αυτός να δει θετικά τη μόνωση, να το χαρεί που έμεινε μόνος εντελώς. Μαγείρευε, καθόταν στο διαμερισματάκι του και απολάμβανε το κρασί του ή το ποτό του. Έβλεπε ταινίες, για μερικές κράταγε και σημειώσεις. Διάβαζε και βιβλία, πολλά βιβλία. Το ίντερνετ, τα κοινωνικά μέσα, του φαίνονταν είτε επαναληπτικά είτε ευτελή, μια βαβούρα στοιχειωδών βαβισμάτων ή ρητορικής επίδειξης, όταν δεν χτίκιαζε από ηλιοβασιλέματα, κιουτ ζωάκια και σοφά ρητά. Απεναντίας το ίντερνετ, η πορνογραφία, ήταν ένα ατέλειωτο πανηγύρι. Ανακάλυψε κι αυτός την Αμερική, εντρύφησε κι αυτός στην τσόντα, εκεί μακριά από την εφηβεία και στο κατώφλι της μέσης ηλικίας. Σιγά σιγά έμαθε τι του αρέσει να μπανίζει, έγινε εκλεκτικός, ένας πρακτικός πορνογνώστης, ένας αυτοδίδακτος γκουρμέ της τσόντας: ανακάλυψε πόσο του αρέσουν οι ομοφυλοφιλικές τσόντες και ποιες ακριβώς, τι είδους πορνογραφικές λεσβίες τον φτιάχνουν, πόσο φως πρέπει να έχει ένα ερασιτεχνικό γαμήσι για να τον καυλώσει, ποια μεγάλα στούντιο προτιμάει ή απλώς ανέχεται· άρχισε να μαθαίνει ονόματα πορνοστάρ, να απολαμβάνει να παρακολουθεί σεξουαλικούς συνωστισμούς (αν και ήξερε ότι δεν είχε καμιά όρεξη να τους δοκιμάσει), να συγκαταβαίνει με τις χαζές πλοκές που τις σπρώχνουν υπερπρόθυμες κουκλάρες, να συμφιλιώνεται με τα πραγματικά φετίχ του (κάλτσες! χοντρούλες! δάχτυλα!) και να δείχνει μεγαλόψυχη κατανόηση για τα τερατουργήματα πλαστικών χειρουργών. Μαλακιζόταν, με η χωρίς πορνογραφία, δύο και τρεις και τέσσερις φορές την ημέρα, κάθε μέρα· αρχικά καμάρωνε που ακόμα είχε ορμές εικοσάρη, χαιρόταν τη νωθρή διαύγεια που ερχότανε μετά τη μαλακία. Αισθανόταν ελεύθερος και ανοιχτός με τον κυριολεκτικότατα μαλακισμένο τρόπο που αισθάνονται ελεύθεροι και ανοιχτοί οι μετέφηβοι όταν τους αφήσουνε μόνους οι γονείς τους το καλοκαίρι στο σπίτι: περισσότερο σαν αφηρημένη δυνατότητα παρά σαν βούληση για πράξη.
Μετά τρεις περίπου μήνες μπούχτισε τις τσόντες και μετά από λίγο σιχάθηκε και την πολλή μαλακία. Μαλακιζόταν πια μια φορά τη μέρα, με παράπονο και με νοσταλγία, ανεβάζοντας σε επανάληψη στο θέατρο του νου του μεγάλες ερωτικές στιγμές του παρελθόντος του. Η διάθεσή του γινόταν πια υπερβολικά ενδοσκοπική, θυμόταν την πρώην γυναίκα του, θυμόταν και όλες τις άλλες, όλες όμως, θυμόταν τον μεγάλο έρωτα τον αγιάτρευτο, θυμόταν γενικώς. Άρχισε σιγά σιγά να περιφέρεται μέσα στο διαμέρισμα, πότε με έναν καφέ, πότε με μια σόδα χλιαρή ή με ένα ποτό στο χέρι, και να σημειώνει νοερά πού έγινε τι με ποια, κι ας είχε φύγει το παλιό κρεβάτι πριν χρόνια, κι ας είχε ανακαινιστεί η κουζίνα με θύμα τον μαρμάρινο νεροχύτη τον απέθαντο, κι ας είχε πεταχτεί ο καναπές, κι ας είχαν προ καιρού καταστραφεί στο καθαριστήριο οι κουρτίνες που κάποτε έκλεισε θεατρικά μέρα μεσημέρι για να πλησιάσει την, επίσης αμήχανη, Βέρα και να της βγάλει το αριστερό βυζί έξω από το μπουστάκι λες και της έκανε χειραψία. Λίγες βδομάδες μετά, κάθε φορά που την έπαιζε ήτανε σαν να επιβεβαίωνε την υποψία ότι έρωτας δεν θα ξαναρχόταν. Εκεί στους πέντε μήνες ήτανε επιπλέον βέβαιος, η ψυχή εξηντάρη, ότι δε θα του ξανασηκωνότανε ποτέ. Αν και άμαθος εντελώς από μπουρδέλα, αφού πρόλαβαν και τον περιέλαβαν οι συμμαθήτριες από τα 16 του, άρχισε να σκέφτεται σοβαρά το ενδεχόμενο να αποταθεί σε επαγγελματίες. Θα ήτανε διασκεδαστικός πελάτης, μια πινελιά αμήχανης πρωτοτυπίας, αν μη τι άλλο, μέσα στη βάρδια της κοπέλας: ζωντοχήρος που πρωτοανέβηκε τη σκάλα στα σαράντα του.
Εκεί στους πέντε, πεντέμιση μήνες προσπάθησε να βάλει μια καινούργια καθημερινή ρουτίνα: γύριζε από τη δουλειά, που πάντοτε του άρεσε και ας μην ήταν τίποτε «σπουδαίο» ή «δημιουργικό», και έτρωγε μόνον απ’ έξω πια ή πήγαινε με κανα φίλο για τσίπουρα ώστε να ακούει τα οικογενειακά προβλήματα των άλλων: τα οικονομικά, τις κτητικές γυναίκες, τα επαγγελματικά, τις αντρικές ζήλειες, τα ζαβά πεθερικά, τα άρρωστα κουτσούβελα – τη σπάνιδα και θλίψη του στοχοπροσηλωμένου πηδήματος των παντρεμένων που όλα αυτά κάλυπταν ελλιπώς. Μετά γύριζε σπίτι και έβλεπε ταινίες και έπινε μέχρι να κοιμηθεί. Ενδιάμεσα διάβαζε 3-4 σελίδες από την Άννα Καρένινα ή από τον ‘Γέρο και τη θάλασσα’ και αναρωτιόταν τι να κάνει η Βέρα, τι να κάνει ο μεγάλος έρωτας (που ούτε το όνομά της δεν ήθελε να πει), αν περνάει καλά η πρώην με τον νυν της. Άλλοτε έτρεμε από νοσοφοβία: κάπου τώρα μέσα του γινόταν η μοιραία μετάλλαξη, κάπου τώρα μέσα του κουμούλιαζε ένας θρόμβος. Η ψυχή εξηντάρη καταβυθιζόταν, βούλιαζε αργά και απομακρυνόταν μέσα σε νερά διαυγή προς έναν βυθό που δε θα φτάσεις με καμιά βουτιά. Έπρεπε να βρει έναν εθισμό, κατά προτίμηση όχι δαπανηρό ή θανατηφόρο.
Έπεσε λοιπόν στα κοινωνικά μέσα για να τον νανουρίζουν οι ξένες φλυαρίες, οι ατέρμονοι καβγάδες, οι γνώμες κι οι κοσμάρες, οι παρεξηγήσεις μικρού χωριού, τα κουτσομπολιά πριβέ και στο μεϊντάνι – για να τον νανουρίζουν οι ζωές των άλλων. Παρακολουθούσε λοιπόν διακριτικά λίγο πολύ τα νταραβέρια και τις λογομαχίες και τους πόνους των άλλων. Ο ίδιος ανέβαζε πότε κανα τραγούδι, πότε καμιά είδηση ή κάποια αξιοσημείωτη φωτογραφία που έβρισκε ενώ καθόταν αργός μπροστά στην οθόνη. Απέφευγε να γράφει, δεν ήξερε από τέτοια: ούτε να γράψει πολλά μπορούσε, ήταν αμελής κι απρόσεχτος, ούτε η δήθεν επιγραμματικότητα του πήγαινε. Τελικά ένα βράδυ, αργά, μετά από δυο-τρεις τεκίλες, έστειλε μήνυμα σε κάποια που του άρεσε πολύ η φωτογραφία της, το μισάνοιχτο σοβαρό χαμόγελο και το μισάνοιχτο ντεκολτέ, σίγουρα μυρωμένο. Μέσα σε μια βδομάδα κουβέντιαζαν ολονυχτίς με τις ώρες, το πρωί πήγαινε στη δουλειά και σερνόταν: οι μαύροι κύκλοι γύρω από τα μάτια του τον έκαναν να μοιάζει με αυνάνα συστηματικό – αν και είχαν παρέλθει οι καιροί εκείνοι.
Στις δέκα μέρες βγήκαν, η κοπέλα ήτανε λιγάκι μεγαλύτερή του, όμως εκείνος την έβλεπε και την ένιωθε έτσι: «κοπέλα». Όταν τελικά την είδε από κοντά έκανε ότι δεν την εξέτασε, όμως ήξερε ότι είχε όλη τη βραδιά μπροστά του. Είχαν ανταλλάξει τρεις τέσσερις φωτογραφίες, αλλά είναι δεδομένη η κολακεία των φωτογραφιών μας που διαλέγουμε να μοιραστούμε, ήδη από τον καιρό της δαγκεροτυπίας. Την κοίταγε λοιπόν λοξά και δεν ήξερε τι να σκεφτεί για το σώμα της: μάλλον την ήθελε μόνο και μόνο επειδή τόσους μήνες τον είχε μαράνει και τον είχε διαβρώσει η μοναξιά, ε; Την ήθελε πραγματικά; Ποιος ξέρει. Περίεργο σώμα είχε, από αυτά που δεν περιγράφονται, ψηλή και λεβέντισσα θα την έλεγε αν θα την έλεγε κάτι, αλλά τον γαργαλούσε η θέα του και η μυρωδιά του εξ αποστάσεως· μετά από κανα δυο ποτά και κοιτώντας την σχεδόν αφηρημένα και πάντως απλανώς ένιωσε τη μικρή συμφόρηση όταν αρχίζει η καύλα, ποια του θύμιζε δεν ήξερε αλλά η ματιά της έκαιγε όπως τον έχει ξανακάψει ματιά άλλη μία, άντε δύο, φορές. Τι έψαχνε εκείνη, άδηλο. Αν ήτανε τρελή, επίσης άδηλο. Ευτυχώς ήταν ανύπαντρη ή χωρισμένη: αδέσμευτη κι ανεμπόδιστη. Τα έπιναν μέχρι τις τέσσερις. Εκείνη παρέμενε κεφάτη αλλά ευδιάκριτα αμήχανη, «άρα με θέλει», ενώ ο ίδιος αισθανόταν άνετα, χαλαρά, όμορφα: σαν να ήταν η ψυχή του διακοπές. Σταυροφιλήθηκαν και χωρίστηκαν. Πήγε σπίτι, ξεντύθηκε, την έπαιξε γι’ αυτήν αλλά επίτηδες το έκοψε και δεν έχυσε. Αποκοιμήθηκε χαμογελώντας.
Τον ξύπνησε το θηρίο ο ήλιος του Σαββάτου. Το σώμα του γινότανε ξανά τουριστικός προορισμός και συνέβαινε κάτι πολύ παραπάνω: ξαναζούσε και γι’ αυτό ξαναγινόταν τουριστικός προορισμός. Όταν σταυροφιλήθηκαν το προηγούμενο βράδυ μύρισε τον απόηχο του ιδρώτα της, μεθύσι άγριο και δεινότερο από τα πέντε ουίσκια που είχε κατεβάσει. Για πρώτη φορά αισθάνθηκε ότι θα το κάνουν, ότι θα βουλιάξει στο κορμί της χωρίς προορισμό και πλάνο, ότι θα τη γαμήσει με τις ώρες μία και δύο φορές και ότι την τρίτη θα τη χύσει κάπως αλλιώς, ότι στο μεταξύ θα γλείψει και θα δαγκώσει και θα καταφιλήσει ό,τι έχει και δεν έχει. Ότι κάθιδρος θα της χάριζε απλά κι ανέμελα το κορμί του, ολόκληρη την πατρίδα του, όπως θα διαγούμιζε τυφλά και με μανία το δικό της. Ότι θα ανασαίνει από κάτω της και από πάνω της και από πίσω της και – μετά – από δίπλα της, σαν τρένο και σαν χύτρα, άκομψα κι άγαρμπα κι ανέμελα. Για πρώτη φορά ήξερε από πριν ότι την επόμενη φορά που θα τη συναντούσε, πολύ πριν της το κάνει, θα έσκυβε να τη φιλήσει εκείνος πρώτος. Και κάθε υποψία χηρείας θα χανόταν επιτέλους.
Με το πέρασμα του χρόνου πήρε το θάρρος να τις ρωτάει πού και πού τι τους αρέσει πάνω του. Οι απαντήσεις που έπαιρνε ήταν απροσδόκητες, δηλαδή αναμενόμενα απροσδόκητες, τελικά. Μία ψέλλισε ένα σύντομο εγκώμιο της γλώσσας του, αλληγορικό και κάπως συγκεχυμένο, που μίλαγε για πεταλούδες, μεσημέρια και ρίγη· αργότερα, έχοντάς τον καθαρίσει με επιμέλεια και ζήλο στα όρια της νοσηλείας με τη δική της γλώσσα, του είπε για τον πούτσο του. Κάποια άλλη, αφού συνόψισε τα μορφολογικά χαρακτηριστικά του πούτσου του, ιεράρχησε από κάτω του και άλλες περιοχές του σώματός του, λησμονημένες γωνιές της πατρίδας μας, που λέμε, γιατί το σώμα είναι η μία πατρίδα και η γεωγραφία του η πιο σπουδαία και πιο δύσκολη πατριδογνωσία: του είπε λοιπόν για το στέρνο του και για την πλάτη του (μα, την πλάτη;), του είπε και για τα πόδια του. Τα πόδια εντάξει, άλλωστε γυναίκες και άντρες τον κοίταζαν στον κώλο, εκεί κοντά, εκεί πιο πάνω: εκείνη η μεριά του σώματός του ήταν η τουριστική, η πλευρά του νησιού με το όποιο φυσικό κάλλος. Επιπλέον, μια άλλη είχε να λέει και να λέει πολλά για τον κώλο του: τον τσίμπαγε, τον χούφτωνε (όπως κι άλλες), αλλά και τον έγλειφε και, το κυριότερο, τον παίνευε και τον παίνευε πολύ. Τέλος πάντων, με τα χρόνια έμαθε ότι υπήρχαν πάνω στο κατ’ αυτόν μαλτέζικο τοπίο του κορμιού του περιοχές ελκυστικές για τις γυναίκες. Εντάξει: το αρεσούμενο του ανθρώπου, το καλύτερο του κόσμου. Το βασικό πρόβλημά του παρέμενε όμως να καταλαβαίνει ποια τον ήθελε, ό,τι κι αν ήθελε πάνω του.
Γιατί ήτανε πρόβλημα; Γιατί είναι δύσκολος, ο δόλιος. Ανάμεσα στα είκοσι και στα εξήντα, παντρεμένος-χωρισμένος χωρίς παιδιά, μια ζωή μοναχικό σκυλί, λίγο άγριο και πότε πότε κουταβίσια γκρινιάρικο, πολύ τεμπέλης για γυμναστήριο και πολύ εστέτ για να οικοδομήσει μπάκα, είχε τις ορμές εικοσάρη και τα μυαλά εξηντάρη και ήταν έτσι ακριβώς τα τελευταία είκοσι χρόνια. Και ποθεί δύσκολα, πολύ δύσκολα. Κι όταν ποθεί, τη βάζει την άλλη απέναντι και την εξετάζει, τάχα ψυχρά και αποστασιοποιημένα: γιατί τη θέλω; τη θέλω πραγματικά; ποια μου θυμίζει και λέω πως τη θέλω; μα θα μπλέξω με αυτή που ψάχνει σύζυγο, συγκάτοικο, μπαμπά; κι αν είναι καμιά τρελή; Συνήθως τρελές ήτανε βεβαίως. Και παντρεμένες, αρραβωνιασμένες, λογοδοσμένες, ή τα είχαν ήδη με το Μανώλη του Γ3. Και τελικά ερχόταν σε επίγνωση ότι, ναι ρε, ναι, την ποθεί την Τάδε, τη Δείνα, τη Χριστίνα, την Κατερίνα, τη Σούλα (από το Σουλτάνα), τη Βέρα, την μία ή την άλλη. Θα ερχόταν σε επίγνωση του πόθου αφού θα ξύπναγε ένα πρωί και πριν καλά καλά αναδυθεί από τον ύπνο θα την είχε παίξει άγρια στη σκέψη τους, στην ανάμνηση μιας σκιάς λαιμού ή εκείνης της ανώνυμης ζώνης από το στήθος στη μασχάλη, ενός αστραγάλου, μιας ρώγας μέσα από το φόρεμα, αφού θα ονειροπολούσε με λίγα περισσότερα από τα παραπάνω, αφού μια εντυπωμένη εικόνα της θα σάρωνε πορνογραφικές θολούρες, αφού θα καύλωνε στη νοερά διερώτηση «θα την έγλειφα;». Και έπρεπε να καταλάβει αν κι εκείνη τον ήθελε. Γιατί χυλόπιτα είχε να φάει από τα εικοσιτρία και καθόλου μα καθόλου δεν νοσταλγούσε την αλευρώδη υφή της («ας μείνουμε φίλοι») ή τη γεύση της («είσαι καλό παιδί»).
Και μέχρι τα τριάντα του, που πήρε διαζύγιο κόσμια και συναινετικά, δεν ήξερε πώς να διαγιγνώσκει αν τον θέλει μια γυναίκα. Δεν είχε κάποιο τεστ, κάποια κριτήρια. Έβγαινε με κάποιες, πάντα ευγενικός και κύριος. Μερικές, λίγες όπως είπαμε, τις ήθελε. Ποθεί λίγες αλλά ποθεί πολύ. Και, όπως και να το κάνουμε, ε, υπέφερε. Άραγε αυτή τώρα τον ήθελε ή τον εκτιμούσε απλώς; Έτσι ντύνεται ή έτσι ντύθηκε γι’ αυτόν; Είναι πάντοτε γλυκειά ή βάζει τώρα το κατιτίς το έξτρα; Του μιλάει για πρώην γκόμενους για να φτιάξει μια άλφα διάθεση κι ατμόσφαιρα ή γιατί τον αντικρύζει φιλικά; Γιατί, άμα είσαι ευγενικός και κύριος, έχεις και αυτό το χάντικαπ: μπορεί η άλλη απλώς να χαίρεται την παρέα σου. Να το πούμε κι αλλιώς: αν είσαι ψυχάκιας, αντικοινωνικός, δογματικός, αγενής, κακομαθημένο, κανας πιστοποιημένος μαμάκιας ή ένα κουβάρι ανασφάλειες και βεβαιότητες εκτεθειμένες σαν κεραίες τηλεοπτικές να εξέχουνε, ξέρεις ότι η Ματίνα, η Φλώρα, η Μαρία, η Ισμήνη βγαίνουνε μαζί σου για δεύτερη φορά γιατί σε θέλουν: δεν τις γοήτεψε ούτε η ευγένειά σου, ούτε το χιούμορ σου, ούτε η καλή παρέα σου, ούτε η μεγάλη η καρδιά σου. Περιμένουνε να κάνεις αυτό για το οποίο υπάρχουν σ’ αυτόν τον κόσμο οι μαλάκες άντρες, τα απελέκητα καγκούρια, τα τσογλανοειδή υποκείμενα που δε νιώθουν, το μόνο που αξίζει να περιμένει μια γυναίκα από έναν ψυχάκια: να σκύψεις πάνω από το τραπέζι και αδράχνοντας το γόνατό τους να προσκολληθείς πάνω τους με ένα αδηφάγο γλωσσόφιλο σαν λάμπραινα, η οποία θα αποκολληθεί μόλις τις απομυζήσει, ώρες μετά, σε κανα χοτέλ στον Ασπρόπυργο ή τις Τζιτζιφιές, συνήθως οριστικά. Αν είσαι από τους άλλους, τους ευγενικούς και κύριους, μπορεί απλώς να γουστάρει τη συντροφιά σου η Πόπη, η Ντορίτα, η Μισέλ, η Ανδρομάχη.
Προσπαθούσε λοιπόν κι αυτός να βγάλει άκρη. Η αλήθεια είναι ότι μέχρι τα τριάντα, που χώρισε, τον είχανε κακομάθει οι γυναίκες, τρελές συνήθως είπαμε (αν θυμάστε): απλούστατα, τον κυνηγούσαν αυτές. Μία του χούφτωσε τον πούτσο επικά και στην ψύχρα εκεί που περπάταγαν κανονικά, σημάδι αλάνθαστο ακόμα και γι’ αυτόν, μια άλλη του είπε «φίλα με, ρε μαλάκα, φίλα με», η πρώην γυναίκα του τον τράβηξε γερά από την γραβάτα πάνω της, προσδίδοντας στο πρώτο φιλί τους κάτι από την ηδονική ασφυξία του απαγχονισμού. Ήτανε λοιπόν και άμαθος ο άνθρωπος. Με το πέρασμα του χρόνου, και δεδομένου ότι οι άντρες βγαίνουν από την εφηβεία εκεί περίπου στα τριανταπέντε, μπήκε κι αυτός επιτέλους στο νόημα: αν βγεις με γυναίκα και είναι αμήχανη, μάλλον σε θέλει. Εάν φυσικά δεν έχει απλώς βαρεθεί τη ζωή της μαζί σου, εάν δεν αναλογίζεται πόσο λάθος έκανε να βγείτε, εάν δεν ονειρεύεται τηλεόραση και να βγάλει τα ατελέσφορα τακούνια που την πέθαναν.
Περίπου πέντε χρόνια μετά, παρέμενε ο εαυτός του. Από μια ηλικία και μετά αυτό γίνεται: παραμένεις ο εαυτός σου, δεν υπάρχουν αλλαγές. Το μόνο το οποίο μπορείς να προσδοκάς είναι να μάθεις περισσότερα για τον εαυτό σου, να πας λίγο πιο βαθιά από την πατριδογνωσία, να πας λίγο πιο πέρα από μια προσωπική σου ιστορία διατυπωμένη με συμβάντα, σαν παραμυθάκι. Και ένας καλός τρόπος, λένε, για να μάθεις λίγη παραπάνω γεωλογία και για να σπουδάσεις την ιστορία σου είναι και μέσα από τον έρωτα. Ναι, αυτόν των άκρως αισθητών.
Για έξι μήνες έμεινε μόνος. Λίγο που δεν ποθεί πολλές, λίγο που δυσκολεύεται σε κάθε μία καινούργια γνωριμία. Προσπαθούσε λοιπόν κι αυτός να δει θετικά τη μόνωση, να το χαρεί που έμεινε μόνος εντελώς. Μαγείρευε, καθόταν στο διαμερισματάκι του και απολάμβανε το κρασί του ή το ποτό του. Έβλεπε ταινίες, για μερικές κράταγε και σημειώσεις. Διάβαζε και βιβλία, πολλά βιβλία. Το ίντερνετ, τα κοινωνικά μέσα, του φαίνονταν είτε επαναληπτικά είτε ευτελή, μια βαβούρα στοιχειωδών βαβισμάτων ή ρητορικής επίδειξης, όταν δεν χτίκιαζε από ηλιοβασιλέματα, κιουτ ζωάκια και σοφά ρητά. Απεναντίας το ίντερνετ, η πορνογραφία, ήταν ένα ατέλειωτο πανηγύρι. Ανακάλυψε κι αυτός την Αμερική, εντρύφησε κι αυτός στην τσόντα, εκεί μακριά από την εφηβεία και στο κατώφλι της μέσης ηλικίας. Σιγά σιγά έμαθε τι του αρέσει να μπανίζει, έγινε εκλεκτικός, ένας πρακτικός πορνογνώστης, ένας αυτοδίδακτος γκουρμέ της τσόντας: ανακάλυψε πόσο του αρέσουν οι ομοφυλοφιλικές τσόντες και ποιες ακριβώς, τι είδους πορνογραφικές λεσβίες τον φτιάχνουν, πόσο φως πρέπει να έχει ένα ερασιτεχνικό γαμήσι για να τον καυλώσει, ποια μεγάλα στούντιο προτιμάει ή απλώς ανέχεται· άρχισε να μαθαίνει ονόματα πορνοστάρ, να απολαμβάνει να παρακολουθεί σεξουαλικούς συνωστισμούς (αν και ήξερε ότι δεν είχε καμιά όρεξη να τους δοκιμάσει), να συγκαταβαίνει με τις χαζές πλοκές που τις σπρώχνουν υπερπρόθυμες κουκλάρες, να συμφιλιώνεται με τα πραγματικά φετίχ του (κάλτσες! χοντρούλες! δάχτυλα!) και να δείχνει μεγαλόψυχη κατανόηση για τα τερατουργήματα πλαστικών χειρουργών. Μαλακιζόταν, με η χωρίς πορνογραφία, δύο και τρεις και τέσσερις φορές την ημέρα, κάθε μέρα· αρχικά καμάρωνε που ακόμα είχε ορμές εικοσάρη, χαιρόταν τη νωθρή διαύγεια που ερχότανε μετά τη μαλακία. Αισθανόταν ελεύθερος και ανοιχτός με τον κυριολεκτικότατα μαλακισμένο τρόπο που αισθάνονται ελεύθεροι και ανοιχτοί οι μετέφηβοι όταν τους αφήσουνε μόνους οι γονείς τους το καλοκαίρι στο σπίτι: περισσότερο σαν αφηρημένη δυνατότητα παρά σαν βούληση για πράξη.
Μετά τρεις περίπου μήνες μπούχτισε τις τσόντες και μετά από λίγο σιχάθηκε και την πολλή μαλακία. Μαλακιζόταν πια μια φορά τη μέρα, με παράπονο και με νοσταλγία, ανεβάζοντας σε επανάληψη στο θέατρο του νου του μεγάλες ερωτικές στιγμές του παρελθόντος του. Η διάθεσή του γινόταν πια υπερβολικά ενδοσκοπική, θυμόταν την πρώην γυναίκα του, θυμόταν και όλες τις άλλες, όλες όμως, θυμόταν τον μεγάλο έρωτα τον αγιάτρευτο, θυμόταν γενικώς. Άρχισε σιγά σιγά να περιφέρεται μέσα στο διαμέρισμα, πότε με έναν καφέ, πότε με μια σόδα χλιαρή ή με ένα ποτό στο χέρι, και να σημειώνει νοερά πού έγινε τι με ποια, κι ας είχε φύγει το παλιό κρεβάτι πριν χρόνια, κι ας είχε ανακαινιστεί η κουζίνα με θύμα τον μαρμάρινο νεροχύτη τον απέθαντο, κι ας είχε πεταχτεί ο καναπές, κι ας είχαν προ καιρού καταστραφεί στο καθαριστήριο οι κουρτίνες που κάποτε έκλεισε θεατρικά μέρα μεσημέρι για να πλησιάσει την, επίσης αμήχανη, Βέρα και να της βγάλει το αριστερό βυζί έξω από το μπουστάκι λες και της έκανε χειραψία. Λίγες βδομάδες μετά, κάθε φορά που την έπαιζε ήτανε σαν να επιβεβαίωνε την υποψία ότι έρωτας δεν θα ξαναρχόταν. Εκεί στους πέντε μήνες ήτανε επιπλέον βέβαιος, η ψυχή εξηντάρη, ότι δε θα του ξανασηκωνότανε ποτέ. Αν και άμαθος εντελώς από μπουρδέλα, αφού πρόλαβαν και τον περιέλαβαν οι συμμαθήτριες από τα 16 του, άρχισε να σκέφτεται σοβαρά το ενδεχόμενο να αποταθεί σε επαγγελματίες. Θα ήτανε διασκεδαστικός πελάτης, μια πινελιά αμήχανης πρωτοτυπίας, αν μη τι άλλο, μέσα στη βάρδια της κοπέλας: ζωντοχήρος που πρωτοανέβηκε τη σκάλα στα σαράντα του.
Εκεί στους πέντε, πεντέμιση μήνες προσπάθησε να βάλει μια καινούργια καθημερινή ρουτίνα: γύριζε από τη δουλειά, που πάντοτε του άρεσε και ας μην ήταν τίποτε «σπουδαίο» ή «δημιουργικό», και έτρωγε μόνον απ’ έξω πια ή πήγαινε με κανα φίλο για τσίπουρα ώστε να ακούει τα οικογενειακά προβλήματα των άλλων: τα οικονομικά, τις κτητικές γυναίκες, τα επαγγελματικά, τις αντρικές ζήλειες, τα ζαβά πεθερικά, τα άρρωστα κουτσούβελα – τη σπάνιδα και θλίψη του στοχοπροσηλωμένου πηδήματος των παντρεμένων που όλα αυτά κάλυπταν ελλιπώς. Μετά γύριζε σπίτι και έβλεπε ταινίες και έπινε μέχρι να κοιμηθεί. Ενδιάμεσα διάβαζε 3-4 σελίδες από την Άννα Καρένινα ή από τον ‘Γέρο και τη θάλασσα’ και αναρωτιόταν τι να κάνει η Βέρα, τι να κάνει ο μεγάλος έρωτας (που ούτε το όνομά της δεν ήθελε να πει), αν περνάει καλά η πρώην με τον νυν της. Άλλοτε έτρεμε από νοσοφοβία: κάπου τώρα μέσα του γινόταν η μοιραία μετάλλαξη, κάπου τώρα μέσα του κουμούλιαζε ένας θρόμβος. Η ψυχή εξηντάρη καταβυθιζόταν, βούλιαζε αργά και απομακρυνόταν μέσα σε νερά διαυγή προς έναν βυθό που δε θα φτάσεις με καμιά βουτιά. Έπρεπε να βρει έναν εθισμό, κατά προτίμηση όχι δαπανηρό ή θανατηφόρο.
Έπεσε λοιπόν στα κοινωνικά μέσα για να τον νανουρίζουν οι ξένες φλυαρίες, οι ατέρμονοι καβγάδες, οι γνώμες κι οι κοσμάρες, οι παρεξηγήσεις μικρού χωριού, τα κουτσομπολιά πριβέ και στο μεϊντάνι – για να τον νανουρίζουν οι ζωές των άλλων. Παρακολουθούσε λοιπόν διακριτικά λίγο πολύ τα νταραβέρια και τις λογομαχίες και τους πόνους των άλλων. Ο ίδιος ανέβαζε πότε κανα τραγούδι, πότε καμιά είδηση ή κάποια αξιοσημείωτη φωτογραφία που έβρισκε ενώ καθόταν αργός μπροστά στην οθόνη. Απέφευγε να γράφει, δεν ήξερε από τέτοια: ούτε να γράψει πολλά μπορούσε, ήταν αμελής κι απρόσεχτος, ούτε η δήθεν επιγραμματικότητα του πήγαινε. Τελικά ένα βράδυ, αργά, μετά από δυο-τρεις τεκίλες, έστειλε μήνυμα σε κάποια που του άρεσε πολύ η φωτογραφία της, το μισάνοιχτο σοβαρό χαμόγελο και το μισάνοιχτο ντεκολτέ, σίγουρα μυρωμένο. Μέσα σε μια βδομάδα κουβέντιαζαν ολονυχτίς με τις ώρες, το πρωί πήγαινε στη δουλειά και σερνόταν: οι μαύροι κύκλοι γύρω από τα μάτια του τον έκαναν να μοιάζει με αυνάνα συστηματικό – αν και είχαν παρέλθει οι καιροί εκείνοι.
Στις δέκα μέρες βγήκαν, η κοπέλα ήτανε λιγάκι μεγαλύτερή του, όμως εκείνος την έβλεπε και την ένιωθε έτσι: «κοπέλα». Όταν τελικά την είδε από κοντά έκανε ότι δεν την εξέτασε, όμως ήξερε ότι είχε όλη τη βραδιά μπροστά του. Είχαν ανταλλάξει τρεις τέσσερις φωτογραφίες, αλλά είναι δεδομένη η κολακεία των φωτογραφιών μας που διαλέγουμε να μοιραστούμε, ήδη από τον καιρό της δαγκεροτυπίας. Την κοίταγε λοιπόν λοξά και δεν ήξερε τι να σκεφτεί για το σώμα της: μάλλον την ήθελε μόνο και μόνο επειδή τόσους μήνες τον είχε μαράνει και τον είχε διαβρώσει η μοναξιά, ε; Την ήθελε πραγματικά; Ποιος ξέρει. Περίεργο σώμα είχε, από αυτά που δεν περιγράφονται, ψηλή και λεβέντισσα θα την έλεγε αν θα την έλεγε κάτι, αλλά τον γαργαλούσε η θέα του και η μυρωδιά του εξ αποστάσεως· μετά από κανα δυο ποτά και κοιτώντας την σχεδόν αφηρημένα και πάντως απλανώς ένιωσε τη μικρή συμφόρηση όταν αρχίζει η καύλα, ποια του θύμιζε δεν ήξερε αλλά η ματιά της έκαιγε όπως τον έχει ξανακάψει ματιά άλλη μία, άντε δύο, φορές. Τι έψαχνε εκείνη, άδηλο. Αν ήτανε τρελή, επίσης άδηλο. Ευτυχώς ήταν ανύπαντρη ή χωρισμένη: αδέσμευτη κι ανεμπόδιστη. Τα έπιναν μέχρι τις τέσσερις. Εκείνη παρέμενε κεφάτη αλλά ευδιάκριτα αμήχανη, «άρα με θέλει», ενώ ο ίδιος αισθανόταν άνετα, χαλαρά, όμορφα: σαν να ήταν η ψυχή του διακοπές. Σταυροφιλήθηκαν και χωρίστηκαν. Πήγε σπίτι, ξεντύθηκε, την έπαιξε γι’ αυτήν αλλά επίτηδες το έκοψε και δεν έχυσε. Αποκοιμήθηκε χαμογελώντας.
Τον ξύπνησε το θηρίο ο ήλιος του Σαββάτου. Το σώμα του γινότανε ξανά τουριστικός προορισμός και συνέβαινε κάτι πολύ παραπάνω: ξαναζούσε και γι’ αυτό ξαναγινόταν τουριστικός προορισμός. Όταν σταυροφιλήθηκαν το προηγούμενο βράδυ μύρισε τον απόηχο του ιδρώτα της, μεθύσι άγριο και δεινότερο από τα πέντε ουίσκια που είχε κατεβάσει. Για πρώτη φορά αισθάνθηκε ότι θα το κάνουν, ότι θα βουλιάξει στο κορμί της χωρίς προορισμό και πλάνο, ότι θα τη γαμήσει με τις ώρες μία και δύο φορές και ότι την τρίτη θα τη χύσει κάπως αλλιώς, ότι στο μεταξύ θα γλείψει και θα δαγκώσει και θα καταφιλήσει ό,τι έχει και δεν έχει. Ότι κάθιδρος θα της χάριζε απλά κι ανέμελα το κορμί του, ολόκληρη την πατρίδα του, όπως θα διαγούμιζε τυφλά και με μανία το δικό της. Ότι θα ανασαίνει από κάτω της και από πάνω της και από πίσω της και – μετά – από δίπλα της, σαν τρένο και σαν χύτρα, άκομψα κι άγαρμπα κι ανέμελα. Για πρώτη φορά ήξερε από πριν ότι την επόμενη φορά που θα τη συναντούσε, πολύ πριν της το κάνει, θα έσκυβε να τη φιλήσει εκείνος πρώτος. Και κάθε υποψία χηρείας θα χανόταν επιτέλους.
Τετάρτη 18 Δεκεμβρίου 2013
Μέχρι την επόμενη παλινωδία
Αποφάσισα να σταματήσω να γράφω εδώ επ' αόριστον. Μέχρι να με ταράξει η επόμενη κτηνωδία ή, κάπως πιο απίθανο, η επόμενη μεγάλη χαρά. Αλλά νομίζω ότι ήρθε η ώρα για μια κάπως πιο διαρκή σιωπή.
Δε θα αιτιολογήσω την απόφασή μου, είναι απόφαση που εκφράζεται σαν τάχα παρόρμηση, ενώ σιγοψήνεται μέσα μου καιρό. Απλώς θα παραθέσω παραγράφους σχετικά με αυτή τη διαδικασία σιγοψησίματος, που μπορεί να είναι χρήσιμες πέρα από αυτοαναφορικότητες και ψώνισμα.
Οχτώμισυ χρόνια γράφω εδώ, αυτή είναι η ενιακοσιοστή δέκατη πέμπτη ανάρτηση. Πρέπει να προσέχουμε να μη γίνουμε Ρίτσος: ο πληθωρισμός ευτελίζει ακόμα και τα πολύτιμα. Και η ανάγκη να αποφύγεις τη μανιέρα γίνεται στο τέλος κι αυτή μανιέρα. Ξέρετε τι εννοώ, διαβάστε έντυπο Τύπο... Συνεπώς, μεταξύ μανιέρας, που με εξάσκηση γίνεται εύκολη, και σιωπής, που με εξάσκηση γίνεται αβάσταχτη, προτιμάς τη σιωπή. Ιδίως αν δεν έχεις κάτι να πεις, ιδίως αν νιώθεις ότι επαναλαμβάνεσαι.
Εδώ και τριάμισυ χρόνια ό,τι και να πω για τα κοινά, για το ευρύτερα πολιτικό, μοιάζει λεκιασμένο από μέλια ζαχαρωμένα και ξεραμένα που μάζεψαν σφήκες και μυρμήγκια. Πολτός τα νοήματα, βούτυρα πασαλειμμένα πάνω σε τραπεζομάντηλα τα επιχειρήματα. Δεν είμαι από αυτούς που θέλουν να ουρλιάζουν, να συζητάω θέλω. Έτσι ζω, συζητώντας. Ρωτώντας. Ακούγοντας. Πολλές φορές διακόπτοντας και μετανιώνοντάς το. Σιχαίνομαι τα βρισίδια προς ανθρώπους, γι' αυτό και απολαμβάνω να βρίζω πράγματα: τον λάπτοπ, το κινητό και το αμάξι μου, το γαμημένο το στυλό που πέφτει στο πάτωμα. Αλλά η κατάσταση μετά τον Φεβρουάριο του '12 είναι για κραυγές και για βρισίδια και για πολλά άλλα και πολύ χειρότερα. Ποστάκια θα γράφουμε; Για να τα διαβάζουν όσοι συμφωνούνε μαζί μου; Ναι, ξέρω ότι εγώ ο ίδιος έχω αντικρούσει αυτό που λέω εδώ. Αλλά δεν έχω κανένα πρόβλημα με την αντίφαση και την αυτοαναίρεση, νάφομεν και απιστούμεν, μονολογώ φωναχτά: όποιος θέλει δόγματα, εκεί που τα πουλάνε.
Γράφω περισσότερο από όσο θα ήθελα εδώ γιατί είμαι στερημένος: άγρια στερημένος από τη ζωή στην πόλη. Σιχαίνομαι την επαρχία και χλευάζω τα προάστεια αλλά, να, ζω 5+12 χρόνια στην επαρχία νησιών, από τα ανοιχτά βορειοδυτικά της Ευρώπης στα ανοιχτά νοτιοανατολικά της. Για μένα λοιπόν τα σοσιαλμήντια είναι το αποκούμπι αυτοέκφρασης και σχετικού αυθορμητισμού. Δεν περιμένω να καταλάβετε, απλώς το λέω.
Ενθουσιάζομαι εύκολα και δωρεάν. Κάθε φορά που ενθουσιάζομαι, κάποιοι θα με ρωτήσουν τι κρύβεται από πίσω. Σίγουρα θα ψάχνω δουλειά, γκόμενα, ανάδειξη και φήμη (ναι, μέσα από ένα μπλογκ που μόλις μια ανάρτηση ξεπεράσει τα πεντακόσια χιτ μπαίνει στα Greatest Hits -- χαχά), ή να το παίξω μέντορας και αρχιπαράγοντας αν όχι εκδότης-διευθυντής. Αφενός, άμα εκτίθεσαι (σχεδόν) δημόσια, τα ακούς αυτά, και άλλα πολλά. Αφετέρου, ζω στην επαρχία: γνωστό φαινόμενο οι κουτσομπόληδες κι ανακατωσούρηδες που σου μιλάνε για τη ζωή σου γιατί η δική τους είναι σαθρές κατασκευές με ελενίτ. Και τους καταλαβαίνω τους κουτσομπόληδες και τις καγκουριές τους: από στέρηση, ακύρωση κι οργή ασχολούνται με τις ζωές των άλλων. Κι εγώ από στέρηση της πόλης βάζω τον πόνο μου σε πίξελ, που λέει κι ο Γίγας. Something's gotta give.
Ναι, είμαι υπεράνω, αν είναι να το πούμε έτσι. Όλοι οι ψημένοι άνθρωποι είμαστε υπεράνω. Από μια ηλικία και μετά, ας πούμε τα 20, τα 25 ή τα 35, είσαι το υλικό που παραδίδει σ' εσένα η παιδική σου ηλικία και η εφηβεία σου: αυτό είσαι με αυτό θα δουλέψεις, ως αυτό υπάρχεις. Θα καλλιεργήσεις ό,τι μπορείς να καλλιεργήσεις, θα επουλώσεις ό,τι μπορείς και όπως μπορείς: με φάρμακα, με ψυχοθεραπεία, με γιόγκα, με αφοσίωση, με φιλίες κι αγάπη (αν βρεις). Mετά τα (ας πούμε) 25, τα παιδικά σου χρόνια (ήσουν παραχαϊδεμένος, ήσουν παραμελημένος, οι γονείς σου σε κόμπλαραν, ήτανε λούζερ πελώριοι, σε εγκατέλειψαν, χώρισαν, τους είδες να το κάνουν, αλληλομισιούνταν κι έμειναν μαζί για σένα κτλ.) εξηγούνε πολλά, όμως όχι όλα. Και δε δικαιολογούνε τίποτε.
Ενθουσιάζομαι εύκολα, βαριέμαι γρήγορα, αλλά η αφοσίωσή μου και η προτίμησή μου για ό,τι με ενθουσίασε δε σβήνει. Δεν πρόκειται για αφοσίωση στην ανάμνηση του ενθουσιασμού. Απλώς οι "υπεράνω" μάλλον αφήνονται να ενθουσιαστούν από όσα τους μιλάνε, τους αγγίζουν, τους μετακινούν, τους στέλνουνε στους δήμους ονείρων. Όταν πρωτοάκουσα την Παθητική Σονάτα, νόμισα ότι είναι το συγκλονιστικότερο κομμάτι μουσικής όλων των εποχών (ναι, ρε Γιώργο, αφού με ξέρεις: των υπερθετικών είμαι). Δεν είναι. Αλλά κάθε φορά που θα την ξανακούσω, μέχρι και τώρα, 26 χρόνια μετά, τα σφυράκια του πιάνου χτυπάνε μικρούς κρυστάλλους μέσα μου, κι όχι μόνο τα σύρματα μέσα στο ξύλινο τελάρο του αργαλειού που λένε πιάνο.
Δε θα κλείσω αμερικάνικα, ομολογώντας πόσους ανθρώπους γνώρισα και πόσους φίλους έκανα και πόσα έμαθα. Όχι. Άλλωστε θα είναι κλειστά εδώ μόλις μέχρι νεωτέρας, μέχρι την επόμενη παλινωδία.
Η φωτογραφία είναι του Todd Webb.
Κουφάρια και σκατά
Από το πρωί επανεμφανίζονται οι φωτογραφίες των σκοτωμένων αρκούδων στα σοσιαλμήντια. Τις κοιτάζω και θέλω να γίνω κακός, το κατά δύναμιν κακός, δηλαδή. Θέλω να παραληρήσω εδώ. Αλλά θα το διαβάσει ο άλλος λοξά και πεταχτά και θα δει μανιέρα. Δικαίως. Έγινε μανιέρα η έκφραση του πόνου. Ο πόνος έγινε κι αυτός μανιέρα.
Δε θα αναρωτηθώ πόση πολιτική ηλιθιότητα μπορεί να ευδοκιμήσει στον τόπο μας, το αναρωτιέμαι από το 2007 κι έχει καταντήσει γραφική η διερώτηση. Δε θα ξαναμιλήσω για τη μαζική καταστροφή της ζωής πολλών και των ονείρων περισσότερων. Δε θα πω για την τυραννία και την καταστολή. Για το κρύο μέσα στα σπίτια μας, για το κρύο στα κρεβάτια μας, για το κρύο μέσα μας. Για το στημένο κήρυγμα όσων καμώνονται ότι μιλούν εξ ονόματος όλων ενώ είναι οι Πρόχοροι του κάθε βλαχομαικήνα, του κάθε χωριατοπατρίκιου.
Άλλωστε, ακόμα και αν εξαφανίζονταν μαγικά όλα αυτά το πρωί των Χριστουγέννων -- θαύμα κιετς, ο Θεός της Ελλάδος πλήρωσε τους δανειστές -- θα παρέμενε η απύθμενη βαρβαρότητα που σκοτώνει αρκούδες, που γδέρνει σκυλιά ζωντανά, που πνίγει μετανάστες, που αλυσοδένει κόσμο στα δέντρα και φυλακίζει μέσα σε κοντέινερ. Θα έμεναν οι χωριανοί αιμομίκτες και οι σεβαστοί σύζυγοι βιαστές, οι γέροντες και οι πιτσιρικάδες που τους διαφεντεύουν οι άλλοι σαν να 'ναι κυνηγόσκυλα, οι τσακισμένες και χαπακωμένες μάνες και γιαγιάδες, οι σκύλες πεθερές και οι μέγαιρες της γειτονιάς και των χωριών. Θα έμεναν οι φρικτοί δεσποτάδες μας, οι εμπρηστές και οι μικρές κουτσομπόλες με τον ασφυκτικό βίο που κουνάνε δάχτυλα και στιγματίζουν ζωές. Θα έμενε η γενικευμένη απονιά. Όλα εδώ θα έμεναν, στη βαθιά αυτάρεσκη Ελλάδα.
Η βαρβαρότητα απλώνεται. Δεν έχει μείνει πεδίο και επικράτεια ανεπηρέαστο από τη βαρβαρότητα.
Τα πάντα ακινητούν και περιμένουν να σαπίσουν. Όπως μας έμαθαν στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Ένας τόπος πουριτανών, εθνικιστών, φαλλοκρατών, ρατσιστών, μισαλλόδοξων, σαδιστών. Σε περιμένω να 'ρθεις και πάλι, μαζί να φτιάξουμε μια Ελλάδα μεγάλη, μαζί να γράψουμε λαμπρή ιστορία: ζήτω η Ελλάδα, ζήτω η θρησκεία, ζήτω η Νέα Δημοκρατία. Αυτή είναι η φανταστική ηγεμονία της Αριστεράς -- ηγεμονία! χα! μια Φαραντούρη, δυο ρηγάδες και τρεις μαρξιστές θεολόγοι. Αυτή είναι η Μεταπολίτευση: ζήτω η Ελλάδα, ζήτω η θρησκεία, ζήτω η Νέα Δημοκρατία. Αυτή και η κυριολεκτική ερμηνεία των συνθημάτων του λαοπλάνου Αντρέα: η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες και το άλλο με τη μία σπιθαμή που δε θα παραχωρήσουμε, με τον λαό που θέλει και το ΠΑΣΟΚ που μπορεί κτλ.
Αλλά τελικά δεν έχουν αυτά σημασία. Σημασία έχει η βαρβαρότητα.
Δε θα αναρωτηθώ πόση πολιτική ηλιθιότητα μπορεί να ευδοκιμήσει στον τόπο μας, το αναρωτιέμαι από το 2007 κι έχει καταντήσει γραφική η διερώτηση. Δε θα ξαναμιλήσω για τη μαζική καταστροφή της ζωής πολλών και των ονείρων περισσότερων. Δε θα πω για την τυραννία και την καταστολή. Για το κρύο μέσα στα σπίτια μας, για το κρύο στα κρεβάτια μας, για το κρύο μέσα μας. Για το στημένο κήρυγμα όσων καμώνονται ότι μιλούν εξ ονόματος όλων ενώ είναι οι Πρόχοροι του κάθε βλαχομαικήνα, του κάθε χωριατοπατρίκιου.
Άλλωστε, ακόμα και αν εξαφανίζονταν μαγικά όλα αυτά το πρωί των Χριστουγέννων -- θαύμα κιετς, ο Θεός της Ελλάδος πλήρωσε τους δανειστές -- θα παρέμενε η απύθμενη βαρβαρότητα που σκοτώνει αρκούδες, που γδέρνει σκυλιά ζωντανά, που πνίγει μετανάστες, που αλυσοδένει κόσμο στα δέντρα και φυλακίζει μέσα σε κοντέινερ. Θα έμεναν οι χωριανοί αιμομίκτες και οι σεβαστοί σύζυγοι βιαστές, οι γέροντες και οι πιτσιρικάδες που τους διαφεντεύουν οι άλλοι σαν να 'ναι κυνηγόσκυλα, οι τσακισμένες και χαπακωμένες μάνες και γιαγιάδες, οι σκύλες πεθερές και οι μέγαιρες της γειτονιάς και των χωριών. Θα έμεναν οι φρικτοί δεσποτάδες μας, οι εμπρηστές και οι μικρές κουτσομπόλες με τον ασφυκτικό βίο που κουνάνε δάχτυλα και στιγματίζουν ζωές. Θα έμενε η γενικευμένη απονιά. Όλα εδώ θα έμεναν, στη βαθιά αυτάρεσκη Ελλάδα.
Η βαρβαρότητα απλώνεται. Δεν έχει μείνει πεδίο και επικράτεια ανεπηρέαστο από τη βαρβαρότητα.
Τα πάντα ακινητούν και περιμένουν να σαπίσουν. Όπως μας έμαθαν στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Ένας τόπος πουριτανών, εθνικιστών, φαλλοκρατών, ρατσιστών, μισαλλόδοξων, σαδιστών. Σε περιμένω να 'ρθεις και πάλι, μαζί να φτιάξουμε μια Ελλάδα μεγάλη, μαζί να γράψουμε λαμπρή ιστορία: ζήτω η Ελλάδα, ζήτω η θρησκεία, ζήτω η Νέα Δημοκρατία. Αυτή είναι η φανταστική ηγεμονία της Αριστεράς -- ηγεμονία! χα! μια Φαραντούρη, δυο ρηγάδες και τρεις μαρξιστές θεολόγοι. Αυτή είναι η Μεταπολίτευση: ζήτω η Ελλάδα, ζήτω η θρησκεία, ζήτω η Νέα Δημοκρατία. Αυτή και η κυριολεκτική ερμηνεία των συνθημάτων του λαοπλάνου Αντρέα: η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες και το άλλο με τη μία σπιθαμή που δε θα παραχωρήσουμε, με τον λαό που θέλει και το ΠΑΣΟΚ που μπορεί κτλ.
Αλλά τελικά δεν έχουν αυτά σημασία. Σημασία έχει η βαρβαρότητα.
Σάββατο 14 Δεκεμβρίου 2013
Νύχτα
Κοιμάμαι καλά μόνο στην Αθήνα. Κοιμάμαι πολύ, κοιμάμαι βαθιά, ξυπνάω ξεκούραστος. Βεβαίως είμαι κάπως περίεργος με τον ύπνο: αν μπορούσα να ρυθμίζω τα πράγματα όπως τα θέλει τα σώμα μου, θα ξύπναγα αργά: άλλωστε το μυαλό μου ξυπνάει μετά τις 11, ενώ βρίσκομαι στα καλύτερά μου μεταξύ 6 το απόγευμα και 1 το πρωί. Είμαι κάπως νυκτόβιος δηλαδή. Όταν πρωτοάκουσα το in girum imus nocte et consumimur igni ήμουνα φοιτητής. Η ταινία, όση είδα, του Γκυ Ντεμπόρ δε μού είπε πολλά. Ναι, η φράση είναι καρκινική, ναι είναι η εικόνα των σκνιπών και των σκώρων που περιστρέφονται σπειροειδώς γύρω από τη φλόγα ώσπου να πέσουνε μέσα της και να καούν. Κι άλλοι που σκέφτονται το in girum imus nocte σκέφτονται νύχτες με αλκοόλ και τέτοιες καταστροφές και να χάνεσαι έξω από το σπίτι σου χαμένος κι εσύ κανονικά. Άλλοι σκέφτονται τη φωτιά στη μέση της νύχτας, τη φλόγα, και πάει ο νους τους μόνο σε κρεβάτια κι έρωτες και ήσυχες καλοκαιρινές νύχτες όπου καιόμενα σώματα περιπτύσσονται και αλληλοκαταναλώνονται ξανά και ξανά. Όμως η νύχτα είναι φωτιά έτσι κι αλλιώς. Είναι φωτιά κάθε είδους. Σε τρώει. Μπορεί και να σε τρώει ως βάσανο και μοναξιά, ως απραξία και άπρακτος ανία. Το λέει και ο μεγάλος στίχος: "Τη νύχτα αυτή τη λέτε εσείς φωτιά, μα εγώ τη λέω δέντρο". Φωτιά δεν είναι μόνον οι έρωτες. Φωτιά είναι η φλόγα που απλώνεται σε πύρινες γλώσσες κάθε μια από τις οποίες με πιρουέτες δίνει τούφες καπνό και πάντα μπόλικη στάχτη. Η φλόγα που απλώνει γλώσσες πύρινες σαν να είναι κλαδιά. Κλαδιά για να βλαστήσεις ξανά, κλαδιά για να κρεμαστείς, κλαδιά να γραπωθείς πάνω τους, κλαδιά σα μονοπάτια που χωρίζουν και πάνε αλλού, κλαδιά για να ανθίσεις ώσπου να πλαντάξει η ματιά των άλλων, για να καρπίσεις και να τους γλυκάνεις, να τους θρέψεις. Από το χώμα σου βλασταίνει και μεγαλώνει το μεγάλο δέντρο της νύχτας, από τα ερέβη σου τρέφεται η πολυπλόκαμη φλόγα της νύχτας.
Δευτέρα 9 Δεκεμβρίου 2013
Με αφορμή ένα τρίπτυχο
σκέψεις προ εφτάμιση μηνών, διασωσμένες από το facebook
Αυτό το τρίπτυχο είναι του Pierre Jahan (1909-2003) και λέγεται Couple d'amants nus, en 1947 ('Ζευγάρι γυμνών εραστών, το 1947'). Δε θα πω πάλι το συνηθισμένο μου, ότι έχουμε πάει πολύ πίσω κι ότι οπισθοχωρούμε. Θα αρκεστώ να πω ότι δεν έχουμε προχωρήσει καθόλου από το 1947 σε κάποια πράγματα.
Πράγματι έχουνε γίνει τεράστιες κοινωνικές και πολιτικές πρόοδοι από τη δεκαετία του '60, κυρίως σε θέματα ανθρώπινων και πολιτικών δικαιωμάτων και όσον αφορά την επέκταση του όρου της ισότητας και της δικαιοσύνης σε όλο και περισσότερους ανθρώπους. Επίσης, οι κατασυκοφαντημένες ανθρωπιστικές σπουδές έχουν αλλάξει πάρα πολύ τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο, την ιδεολογία και τον κοινωνικό έλεγχο (τρία ονόματα παράταιρα και σχεδόν τυχαία: Φουκώ, Ζινν, Ράσελ). Όμως, σε επίπεδο ηθών και αισθητικής (αυτά πάνε μαζί) υποταχτήκαμε είτε στο φετίχ είτε στην αγροτοποιμενική-μικροαστική χρηστοήθεια. Ακόμα και η 'χειραφέτηση', η πορνογραφική επανάσταση δηλαδή, της δεκαετίας του '70 τελικώς εξυπηρέτησε συντριπτικά την αντρική επιθυμία, χωρίς να δημιουργεί ρήγματα ή έστω κοπώσεις στο πατριαρχικό πλαίσιο.
Αυτές τις φωτογραφίες σήμερα θα τις έβγαζε κάποιος είτε α λα Νιούτον (μπέιμπι όιλ, φετίχ, σωματότυποι σχεδόν μπάρμπι με νεκρική ακαμψία και απλανή βλέμματα, φωτοσκίαση ιλουστρασιόν-τσοντοθεάματος) είτε α λα Τρέισι Έμιν / Σίντυ Σέρμαν (αποστασιοποίηση, λόου-φάι, αποτσίγαρα, ιδρωτίλα, ψιλοπαρακμίτσα, κλεισούρα). Έχει λείψει το αισθητικό θάρρος, η πεποιημένη αλλά ανθρώπινης κλίμακας φυσικότητα στην αναπαράσταση του έρωτα και του σώματος. Γενικότερα, ντρεπόμαστε πια την πηγαία καύλα της οποίας το σήμα δεν περνάει από ενισχυτές και σαμπγούφερ.
Οι παραπάνω φωτογραφίες έχουνε και τα δύο, θάρρος και καύλα, και αυτά τα έχουμε χάσει.
Αυτό το τρίπτυχο είναι του Pierre Jahan (1909-2003) και λέγεται Couple d'amants nus, en 1947 ('Ζευγάρι γυμνών εραστών, το 1947'). Δε θα πω πάλι το συνηθισμένο μου, ότι έχουμε πάει πολύ πίσω κι ότι οπισθοχωρούμε. Θα αρκεστώ να πω ότι δεν έχουμε προχωρήσει καθόλου από το 1947 σε κάποια πράγματα.
Πράγματι έχουνε γίνει τεράστιες κοινωνικές και πολιτικές πρόοδοι από τη δεκαετία του '60, κυρίως σε θέματα ανθρώπινων και πολιτικών δικαιωμάτων και όσον αφορά την επέκταση του όρου της ισότητας και της δικαιοσύνης σε όλο και περισσότερους ανθρώπους. Επίσης, οι κατασυκοφαντημένες ανθρωπιστικές σπουδές έχουν αλλάξει πάρα πολύ τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο, την ιδεολογία και τον κοινωνικό έλεγχο (τρία ονόματα παράταιρα και σχεδόν τυχαία: Φουκώ, Ζινν, Ράσελ). Όμως, σε επίπεδο ηθών και αισθητικής (αυτά πάνε μαζί) υποταχτήκαμε είτε στο φετίχ είτε στην αγροτοποιμενική-μικροαστική χρηστοήθεια. Ακόμα και η 'χειραφέτηση', η πορνογραφική επανάσταση δηλαδή, της δεκαετίας του '70 τελικώς εξυπηρέτησε συντριπτικά την αντρική επιθυμία, χωρίς να δημιουργεί ρήγματα ή έστω κοπώσεις στο πατριαρχικό πλαίσιο.
Αυτές τις φωτογραφίες σήμερα θα τις έβγαζε κάποιος είτε α λα Νιούτον (μπέιμπι όιλ, φετίχ, σωματότυποι σχεδόν μπάρμπι με νεκρική ακαμψία και απλανή βλέμματα, φωτοσκίαση ιλουστρασιόν-τσοντοθεάματος) είτε α λα Τρέισι Έμιν / Σίντυ Σέρμαν (αποστασιοποίηση, λόου-φάι, αποτσίγαρα, ιδρωτίλα, ψιλοπαρακμίτσα, κλεισούρα). Έχει λείψει το αισθητικό θάρρος, η πεποιημένη αλλά ανθρώπινης κλίμακας φυσικότητα στην αναπαράσταση του έρωτα και του σώματος. Γενικότερα, ντρεπόμαστε πια την πηγαία καύλα της οποίας το σήμα δεν περνάει από ενισχυτές και σαμπγούφερ.
Οι παραπάνω φωτογραφίες έχουνε και τα δύο, θάρρος και καύλα, και αυτά τα έχουμε χάσει.
Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2013
Το γραμματόσημο
Εκείνη τη νύχτα τη θυμάμαι ακόμα.
Είχε λίγο κρύο, θυμάμαι. Μπορεί και να ήταν αρχές Δεκέμβρη. Είχα τελειώσει νωρίς από τα ιδιαίτερα και είχα κανονίσει να πάρω την Μπαλαρίνα από τη σχολή της, που στεγαζόταν σε ένα ωραίο εκλεκτικιστικό κτήριο της Πατησίων με σκάλες στριφογυριστές και ξύλο μέσα παντού. Είχα πολλή ώρα μπροστά μου. Σήμερα, χρόνια μετά, θα πήγαινα για κανα ποτό πρώτα. Αλλά τότε δεν είχα λεφτά ούτε για μπύρα (που δε μ' αρέσει, έτσι κι αλλιώς).
Ντύθηκα και βγήκα. Με βασάνιζαν δύο ζητήματα. Το πρώτο, επιτακτικό και θορυβώδες: η επιθυμία. Αναλογιζόμουν αυτά τα κολλητά που φόραγε στο μάθημα, ξέρω πώς τα λένε στα αγγλικά αλλά δεν έμαθα ποτέ να τα ονομάζω στα ελληνικά. Γνώριζα ότι θα έφευγε από το μάθημα χωρίς να κάνει ντουζ πρώτα, κοντά έμενε άλλωστε. Ακριβώς η σύντομη διαδρομή, Πατησίων, Κοδριγκτώνος, άντε και τίποτε στενάκια μετά, εξανέμιζε κάθε σοβαρή δυνατότητα ξεμοναχιάσματος. Στην εικόνα έμπαινε και ένας πατέρας που κράταγε χρόνους, κυρίως γιατί δεν του άρεσα εγώ, και με το δίκιο του: δεν είχα κανένα μέλλον μπροστά μου και ήμουνα και θανατερά σοβαρός. Κι εγώ αν είχα κόρη στα είκοσι θα ψέκαζα έναν τέτοιο γκόμενό της με φλιτ.
Υπήρχε λοιπόν η άγρια επιθυμία, προβάριζα χρόνους και έκανα επισκόπηση της φωταγώγησης εκεί στα στενά, στις καθυστερήσεις, αλλά βεβαίως ο λογαριασμός δεν έβγαινε και η επιθυμία θα παρέμενε ανεκπλήρωτη. Υπήρχε όμως, όπως είπα, και κάτι άλλο: η Μπαλαρίνα βρισκόταν σε τροχιά διαφυγής. Ίσως το ήξερα και προτιμούσα να μην το σκέφτομαι -- το έκανα πολύ αυτό τότε. Ίσως το γνώριζα υποσυνείδητα και δεν άφηνα να αναδυθεί στην επιφάνεια -- ήμουν πολύ της άρνησης τότε. Ίσως να ήτανε μια βαθιά ασυνείδητη διαίσθηση, από αυτές που πρωταγωνιστούν λαμπρά κι εφημέρα στους εφιάλτες μας. Πάντως, εκ των υστέρων, είναι σαφές: τελειώναμε τότε. Φυσικά, εκ των υστέρων όλα σαφή και όλοι σοφοί.
Περπάταγα κατεβαίνοντας αργά την Αλεξάνδρας, αργά για να περάσει η ώρα. Τότε δεν άντεχα να περιμένω τίποτε και κανέναν. Ακόμα σιχαίνομαι να περιμένω, αλλά το κοελικό σύμπαν με κέρασε τόσες αναμονές και με εμβολίασε με τόσο στήσιμο και τόσο περίμενε, που πια έχω εναγκαλιστεί την καρτερία, το σλόγκαν της Εταιρείας του Ιησού: cunctando regitur mundus. Τέλος πάντων, δεν ήθελα να περιμένω ξεροσταλιάζοντας έξω από τη Σχολή -- πολύ περισσότερο μέσα: και ένιωθα κάπως ξεφτίλας και μου είχε ζητήσει κι η Μπαλαρίνα να μην το κάνω. Περπάταγα λοιπόν πολύ αργά.
Στο άγαλμα του Κωνσταντίνου, στο τέλος του Πεδίου του Άρεως, κοίταξα το ρολόι, είχα ένα με καφέ λουρί και τεράστιο καντράν. Απέμεναν άλλα 35 λεπτά μέχρι να τελειώσει το μάθημά της η Μπαλαρίνα. Η διάθεσή μου κάθε άλλο παρά ενατενιστική ή καρτερική ήταν, η επιθυμία γαρ και η λαχτάρα έστω και να τη δω για όσο θα την έβλεπα: ήξερα ότι το περισσότερο που είχα να προσδοκώ εκείνη τη νύχτα ήτανε να γλυστρήσω την παλάμη μου κάτω από αυτό το συνθετικό ύφασμα πάνω στα ακόμα ιδρωμένα λαγόνια της ή ίσως να αδράξω το στήθος της -- λέμε τώρα. Εκεί στα στενάκια, στις καθυστερήσεις. Αλλά ακόμα κι αυτό φάνταζε όνειρο: ακόμα και μέσα στο μονομελές τρελοκομείο του πόθου καταφέρνει κανείς κάποτε να είναι ολιγαρκής.
Κάθησα ψηλά πάνω στο βάθρο του αγάλματος και κοίταζα προς την Πλατεία Αιγύπτου, τα πορτοκαλί ΚΤΕΛ Αττικής, τα φώτα, τον κόσμο που έβγαινε από εκείνη τη μέτρια πιτσαρία που χτίσαμε με χαρτζιλίκια, γιατί νομίζαμε ότι φτιάχνει αυθεντική ιταλική πίτσα. Η ώρα δεν πέρναγε. Αποφάσισα τελικά να πάω να περιμένω στο ισόγειο της Σχολής και να μη με απασχολήσουν οι παραινέσεις της Μπαλαρίνας "μη με δούνε". Λίγο πριν βγω από το πάρκο, με σταματάνε δύο τύποι. Δε φαίνονταν από αυτούς που κάνανε κρούζιν (τότε λέγαμε "ψωνίζονταν") στο πάρκο, με ρώτησαν ελαφρώς σαστισμένοι αν μιλάω αγγλικά. Χάρηκα στην ιδέα ότι θα σκότωνα κανα πεντάλεπτο δίνοντας οδηγίες σε αμερικανάκια πώς να πάνε πίσω στην Πλάκα κτλ.
Αλίμονο: ήτανε προτεστάντες ιεραπόστολοι. Με το πού απαντάω αγγλικά, με αρχίζουνε σε κάτι ερωτήσεις του τύπου "τι ωφελεί τον άνθρωπο αν κερδίσει τον κόσμο όλο" κτλ. Σήμερα θα λέγαμε ότι αποφάσισα να τους τρολάρω, τότε σκέφτηκα ότι να μια καλή ευκαιρία να σπάσω πλάκα ταρακουνώντας χριστιανόπουλα που ήρθαν από το Όρεγκον να μας κάνουνε χριστιανούς. Τους είπα ότι την ερώτηση την έκανε ο Κύριος. Αναθάρρησαν, βγάζουνε μια Βίβλο από κάπου (αυτοί τις Βίβλους τις έχουν όπως ο Έλληνας τα πακέτα τσιγάρα). Μου διάβαζαν κάτι περικοπές από Απόστολο Παύλο και Ευαγγέλια. Εγώ άκουγα. Προσπαθούσα να μη γελάσω. Ταυτόχρονα κατάλαβα ότι είχαν έρθει στο Πεδίον του Άρεως να κάνουνε προσηλυτισμό για να σώσουνε τίποτε ψυχές πούστικες, επίτηδες (λογοπαίγνιο για ψωλές κτλ. δε θα κάνω). Προφανώς θεωρούσαν ότι κι εγώ ήμουν ψυχή πούστικη, ε, δε βοηθούσε και το μπουφάν δερματίνη-Τομ Κρουζ που είχα βάλει γιατί άρεσε στην Μπαλαρίνα.
Ακολούθησε ο εξής διάλογος:
"Αντιλαμβάνεσαι ότι πρέπει να αποδεχτείς τον Ιησού Χριστό ως Σωτήρα σου;"
"Απολύτως, εδώ και χρόνια."
"Είσαι έτοιμος να τον δεχτείς στη ζωή σου;"
"Βαφτισμένος είμαι, άρα ήδη το έχω κάνει." (αμ τζάμπα τα πήγαμε τα κατηχητικά;)
Ο ένας τσαντίστηκε λίγο:
"Καταλαβαίνεις τι σημαίνει να εναγκαλιστείς τον Λόγο του Θεού;"
"Ε ναι, το λένε και τα χωρία που μου διαβάσατε."
Σχεδόν τσίριζε, αν και δεν το καταλάβαινε μάλλον:
"Άρα πρέπει να απαρνηθείς την αμαρτία!"
"Κοιτάξτε, αλλού λέει η Γραφή για τη μετάνοια: αμαρτάνω, μετανοώ, έτσι πάει."
"Η αμαρτία είναι του σατανά!"
"Ναι, και τον αποτάχθηκα όταν με βάφτισαν. Δι' αντιπροσώπου."
Η κουβέντα τράβαγε σε μάκρος, εγώ βαριόμουν πια, η ώρα πλησίαζε, σχεδόν ανάσαινα τον ιδρώτα της Μπαλαρίνας πια (φαντασιακά μιλώντας πάντα). Έκοψα τον ιεραπόστολο στη μέση, του είπα το ελλην(ορθοδοξ)αράδικο ότι εδώ στην Αθήνα κήρυξε ο Απόστολος Παύλος, ότι in this part of the world υπάρχει χριστιανική πίστη (ναι, faith, είπα) επί είκοσι αιώνες και ότι δεν έχουμε ανάγκη ιεραποστόλων από την Αμερική. Καληνύχτισα και στην παραζάλη της προσδοκίας (έρωτα κερατά, που στις προσδοκίες σου καίμε μισάωρα, μέρες, βδομάδες, χρόνια από τη ζωούλα μας), με τροχάδην που άλλες δυο φορές έχω ρίξει για να ανταμώσω γυναίκα, πέρασα την Πατησίων. Έσπρωξα την πόρτα της Σχολής, μπήκα μέσα: καλοριφέρ, σκάλα, ξύλινο πάτωμα, δυο γράμματα πάνω του και τίποτε άλλο.
Από την πάνω μεριά της στριφογυριστής σκάλας ακουγόταν ακόμα το πιάνο, τα παραγγέλματα της δασκάλας μπαλέτου, τα τρακ-τρουκ των πουέντ. Είχα βιαστεί. Με μυρίστηκε σε λίγο από τον επάνω όροφο και ο σκύλαρος της σχολής που είχανε για λόγους ασφαλείας και άρχισε να γαβγίζει -- άκουσα τη γραμματέα να του λέει να σωπάσει. Κάνω μεταβολή να φύγω, να βγω έξω στην Πατησίων πάλι. Όμως βλέπω κάτι στον ένα από τους δύο φακέλους. Σκύβω, τον πιάνω και κοιτάζω το γραμματόσημο. Εκείνη τη στιγμή πίστεψα κι εγώ: ότι κάποιοι αγώνες δικαιώνονται και ότι αξίζει να πολεμάς για την ουτοπία. Ένας άνθρωπος από ένα κελί είχε απελευθερώσει 80 εκατομμύρια άλλους.
Επαναλαμβάνοντας ψιθυριστά για να την ακούω την επιγραφή πάνω στο γραμματόσημο, President Nelson R Mandela, και από κάτω South Africa / Suid-Afrika βγήκα στην Πατησίων. Έκλαιγα με ανεκλάλητη χαρά: είχα ζήσει να δω αυτό το γραμματόσημο, τη σκύλευση ενός καθεστώτος που δε θα έπεφτε ποτέ.
Είχε λίγο κρύο, θυμάμαι. Μπορεί και να ήταν αρχές Δεκέμβρη. Είχα τελειώσει νωρίς από τα ιδιαίτερα και είχα κανονίσει να πάρω την Μπαλαρίνα από τη σχολή της, που στεγαζόταν σε ένα ωραίο εκλεκτικιστικό κτήριο της Πατησίων με σκάλες στριφογυριστές και ξύλο μέσα παντού. Είχα πολλή ώρα μπροστά μου. Σήμερα, χρόνια μετά, θα πήγαινα για κανα ποτό πρώτα. Αλλά τότε δεν είχα λεφτά ούτε για μπύρα (που δε μ' αρέσει, έτσι κι αλλιώς).
Ντύθηκα και βγήκα. Με βασάνιζαν δύο ζητήματα. Το πρώτο, επιτακτικό και θορυβώδες: η επιθυμία. Αναλογιζόμουν αυτά τα κολλητά που φόραγε στο μάθημα, ξέρω πώς τα λένε στα αγγλικά αλλά δεν έμαθα ποτέ να τα ονομάζω στα ελληνικά. Γνώριζα ότι θα έφευγε από το μάθημα χωρίς να κάνει ντουζ πρώτα, κοντά έμενε άλλωστε. Ακριβώς η σύντομη διαδρομή, Πατησίων, Κοδριγκτώνος, άντε και τίποτε στενάκια μετά, εξανέμιζε κάθε σοβαρή δυνατότητα ξεμοναχιάσματος. Στην εικόνα έμπαινε και ένας πατέρας που κράταγε χρόνους, κυρίως γιατί δεν του άρεσα εγώ, και με το δίκιο του: δεν είχα κανένα μέλλον μπροστά μου και ήμουνα και θανατερά σοβαρός. Κι εγώ αν είχα κόρη στα είκοσι θα ψέκαζα έναν τέτοιο γκόμενό της με φλιτ.
Υπήρχε λοιπόν η άγρια επιθυμία, προβάριζα χρόνους και έκανα επισκόπηση της φωταγώγησης εκεί στα στενά, στις καθυστερήσεις, αλλά βεβαίως ο λογαριασμός δεν έβγαινε και η επιθυμία θα παρέμενε ανεκπλήρωτη. Υπήρχε όμως, όπως είπα, και κάτι άλλο: η Μπαλαρίνα βρισκόταν σε τροχιά διαφυγής. Ίσως το ήξερα και προτιμούσα να μην το σκέφτομαι -- το έκανα πολύ αυτό τότε. Ίσως το γνώριζα υποσυνείδητα και δεν άφηνα να αναδυθεί στην επιφάνεια -- ήμουν πολύ της άρνησης τότε. Ίσως να ήτανε μια βαθιά ασυνείδητη διαίσθηση, από αυτές που πρωταγωνιστούν λαμπρά κι εφημέρα στους εφιάλτες μας. Πάντως, εκ των υστέρων, είναι σαφές: τελειώναμε τότε. Φυσικά, εκ των υστέρων όλα σαφή και όλοι σοφοί.
Περπάταγα κατεβαίνοντας αργά την Αλεξάνδρας, αργά για να περάσει η ώρα. Τότε δεν άντεχα να περιμένω τίποτε και κανέναν. Ακόμα σιχαίνομαι να περιμένω, αλλά το κοελικό σύμπαν με κέρασε τόσες αναμονές και με εμβολίασε με τόσο στήσιμο και τόσο περίμενε, που πια έχω εναγκαλιστεί την καρτερία, το σλόγκαν της Εταιρείας του Ιησού: cunctando regitur mundus. Τέλος πάντων, δεν ήθελα να περιμένω ξεροσταλιάζοντας έξω από τη Σχολή -- πολύ περισσότερο μέσα: και ένιωθα κάπως ξεφτίλας και μου είχε ζητήσει κι η Μπαλαρίνα να μην το κάνω. Περπάταγα λοιπόν πολύ αργά.
Στο άγαλμα του Κωνσταντίνου, στο τέλος του Πεδίου του Άρεως, κοίταξα το ρολόι, είχα ένα με καφέ λουρί και τεράστιο καντράν. Απέμεναν άλλα 35 λεπτά μέχρι να τελειώσει το μάθημά της η Μπαλαρίνα. Η διάθεσή μου κάθε άλλο παρά ενατενιστική ή καρτερική ήταν, η επιθυμία γαρ και η λαχτάρα έστω και να τη δω για όσο θα την έβλεπα: ήξερα ότι το περισσότερο που είχα να προσδοκώ εκείνη τη νύχτα ήτανε να γλυστρήσω την παλάμη μου κάτω από αυτό το συνθετικό ύφασμα πάνω στα ακόμα ιδρωμένα λαγόνια της ή ίσως να αδράξω το στήθος της -- λέμε τώρα. Εκεί στα στενάκια, στις καθυστερήσεις. Αλλά ακόμα κι αυτό φάνταζε όνειρο: ακόμα και μέσα στο μονομελές τρελοκομείο του πόθου καταφέρνει κανείς κάποτε να είναι ολιγαρκής.
Κάθησα ψηλά πάνω στο βάθρο του αγάλματος και κοίταζα προς την Πλατεία Αιγύπτου, τα πορτοκαλί ΚΤΕΛ Αττικής, τα φώτα, τον κόσμο που έβγαινε από εκείνη τη μέτρια πιτσαρία που χτίσαμε με χαρτζιλίκια, γιατί νομίζαμε ότι φτιάχνει αυθεντική ιταλική πίτσα. Η ώρα δεν πέρναγε. Αποφάσισα τελικά να πάω να περιμένω στο ισόγειο της Σχολής και να μη με απασχολήσουν οι παραινέσεις της Μπαλαρίνας "μη με δούνε". Λίγο πριν βγω από το πάρκο, με σταματάνε δύο τύποι. Δε φαίνονταν από αυτούς που κάνανε κρούζιν (τότε λέγαμε "ψωνίζονταν") στο πάρκο, με ρώτησαν ελαφρώς σαστισμένοι αν μιλάω αγγλικά. Χάρηκα στην ιδέα ότι θα σκότωνα κανα πεντάλεπτο δίνοντας οδηγίες σε αμερικανάκια πώς να πάνε πίσω στην Πλάκα κτλ.
Αλίμονο: ήτανε προτεστάντες ιεραπόστολοι. Με το πού απαντάω αγγλικά, με αρχίζουνε σε κάτι ερωτήσεις του τύπου "τι ωφελεί τον άνθρωπο αν κερδίσει τον κόσμο όλο" κτλ. Σήμερα θα λέγαμε ότι αποφάσισα να τους τρολάρω, τότε σκέφτηκα ότι να μια καλή ευκαιρία να σπάσω πλάκα ταρακουνώντας χριστιανόπουλα που ήρθαν από το Όρεγκον να μας κάνουνε χριστιανούς. Τους είπα ότι την ερώτηση την έκανε ο Κύριος. Αναθάρρησαν, βγάζουνε μια Βίβλο από κάπου (αυτοί τις Βίβλους τις έχουν όπως ο Έλληνας τα πακέτα τσιγάρα). Μου διάβαζαν κάτι περικοπές από Απόστολο Παύλο και Ευαγγέλια. Εγώ άκουγα. Προσπαθούσα να μη γελάσω. Ταυτόχρονα κατάλαβα ότι είχαν έρθει στο Πεδίον του Άρεως να κάνουνε προσηλυτισμό για να σώσουνε τίποτε ψυχές πούστικες, επίτηδες (λογοπαίγνιο για ψωλές κτλ. δε θα κάνω). Προφανώς θεωρούσαν ότι κι εγώ ήμουν ψυχή πούστικη, ε, δε βοηθούσε και το μπουφάν δερματίνη-Τομ Κρουζ που είχα βάλει γιατί άρεσε στην Μπαλαρίνα.
Ακολούθησε ο εξής διάλογος:
"Αντιλαμβάνεσαι ότι πρέπει να αποδεχτείς τον Ιησού Χριστό ως Σωτήρα σου;"
"Απολύτως, εδώ και χρόνια."
"Είσαι έτοιμος να τον δεχτείς στη ζωή σου;"
"Βαφτισμένος είμαι, άρα ήδη το έχω κάνει." (αμ τζάμπα τα πήγαμε τα κατηχητικά;)
Ο ένας τσαντίστηκε λίγο:
"Καταλαβαίνεις τι σημαίνει να εναγκαλιστείς τον Λόγο του Θεού;"
"Ε ναι, το λένε και τα χωρία που μου διαβάσατε."
Σχεδόν τσίριζε, αν και δεν το καταλάβαινε μάλλον:
"Άρα πρέπει να απαρνηθείς την αμαρτία!"
"Κοιτάξτε, αλλού λέει η Γραφή για τη μετάνοια: αμαρτάνω, μετανοώ, έτσι πάει."
"Η αμαρτία είναι του σατανά!"
"Ναι, και τον αποτάχθηκα όταν με βάφτισαν. Δι' αντιπροσώπου."
Η κουβέντα τράβαγε σε μάκρος, εγώ βαριόμουν πια, η ώρα πλησίαζε, σχεδόν ανάσαινα τον ιδρώτα της Μπαλαρίνας πια (φαντασιακά μιλώντας πάντα). Έκοψα τον ιεραπόστολο στη μέση, του είπα το ελλην(ορθοδοξ)αράδικο ότι εδώ στην Αθήνα κήρυξε ο Απόστολος Παύλος, ότι in this part of the world υπάρχει χριστιανική πίστη (ναι, faith, είπα) επί είκοσι αιώνες και ότι δεν έχουμε ανάγκη ιεραποστόλων από την Αμερική. Καληνύχτισα και στην παραζάλη της προσδοκίας (έρωτα κερατά, που στις προσδοκίες σου καίμε μισάωρα, μέρες, βδομάδες, χρόνια από τη ζωούλα μας), με τροχάδην που άλλες δυο φορές έχω ρίξει για να ανταμώσω γυναίκα, πέρασα την Πατησίων. Έσπρωξα την πόρτα της Σχολής, μπήκα μέσα: καλοριφέρ, σκάλα, ξύλινο πάτωμα, δυο γράμματα πάνω του και τίποτε άλλο.
Από την πάνω μεριά της στριφογυριστής σκάλας ακουγόταν ακόμα το πιάνο, τα παραγγέλματα της δασκάλας μπαλέτου, τα τρακ-τρουκ των πουέντ. Είχα βιαστεί. Με μυρίστηκε σε λίγο από τον επάνω όροφο και ο σκύλαρος της σχολής που είχανε για λόγους ασφαλείας και άρχισε να γαβγίζει -- άκουσα τη γραμματέα να του λέει να σωπάσει. Κάνω μεταβολή να φύγω, να βγω έξω στην Πατησίων πάλι. Όμως βλέπω κάτι στον ένα από τους δύο φακέλους. Σκύβω, τον πιάνω και κοιτάζω το γραμματόσημο. Εκείνη τη στιγμή πίστεψα κι εγώ: ότι κάποιοι αγώνες δικαιώνονται και ότι αξίζει να πολεμάς για την ουτοπία. Ένας άνθρωπος από ένα κελί είχε απελευθερώσει 80 εκατομμύρια άλλους.
Επαναλαμβάνοντας ψιθυριστά για να την ακούω την επιγραφή πάνω στο γραμματόσημο, President Nelson R Mandela, και από κάτω South Africa / Suid-Afrika βγήκα στην Πατησίων. Έκλαιγα με ανεκλάλητη χαρά: είχα ζήσει να δω αυτό το γραμματόσημο, τη σκύλευση ενός καθεστώτος που δε θα έπεφτε ποτέ.
Δευτέρα 2 Δεκεμβρίου 2013
Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 2013
Καθώς διαβρώνεται η ψευδωνυμία ΙΙ
ξανά για τη σχεδόν δημόσια δοκιμή και πλάνη
Όταν έγραψα τα Δωμάτια δεν τα πόσταρα αμέσως: ερωτογραφικό κείμενο, μυθοπλασία αλλά βγαλμένη με τρόπο κατάλοξο κι αλήτικα περίπλοκο μέσα από τη ζωή· εφτά παράγραφοι όπου ο χρόνος τανύεται και συμπτύσσεται: κάποιες από νοσταλγία, άλλες μακρινές, άλλες πρόσφατες, άλλες προσδοκία, άλλες φαντασία ή του ποτέ. Το έγραψα, το διόρθωσα, το ξαναδιόρθωσα και το είχα αδημοσίευτο. Ντρεπόμουν να το ανεβάσω.
Ρώτησα τη Ζ. Η Ζ. γενικά δε διαβάζει αυτό το μπλογκ. Της εξήγησα το προβληματάκι μου το κάπως μικροαστικό. Με κοίταξε κάπως περίεργα.
"Τι βλέπει ο κόσμος όταν μπαίνει στο μπλογκ σου;"
"Τι βλέπει; το πιο πρόσφατο ποστ."
"Από πάνω, ρε".
"Την εικόνα εξωφύλλου."
"Ναι. Μπαίνει ο άλλος και βλέπει το μουνί της άλλης φάτσα κάρτα -- και ντρέπεσαι να ανεβάσεις ερωτογραφήματα;"
Οπότε το ανέβασα. Θα ανεβάσω κι άλλα. Όπως έρχονται, βεβαίως.
Όταν έγραψα τα Δωμάτια δεν τα πόσταρα αμέσως: ερωτογραφικό κείμενο, μυθοπλασία αλλά βγαλμένη με τρόπο κατάλοξο κι αλήτικα περίπλοκο μέσα από τη ζωή· εφτά παράγραφοι όπου ο χρόνος τανύεται και συμπτύσσεται: κάποιες από νοσταλγία, άλλες μακρινές, άλλες πρόσφατες, άλλες προσδοκία, άλλες φαντασία ή του ποτέ. Το έγραψα, το διόρθωσα, το ξαναδιόρθωσα και το είχα αδημοσίευτο. Ντρεπόμουν να το ανεβάσω.
Ρώτησα τη Ζ. Η Ζ. γενικά δε διαβάζει αυτό το μπλογκ. Της εξήγησα το προβληματάκι μου το κάπως μικροαστικό. Με κοίταξε κάπως περίεργα.
"Τι βλέπει ο κόσμος όταν μπαίνει στο μπλογκ σου;"
"Τι βλέπει; το πιο πρόσφατο ποστ."
"Από πάνω, ρε".
"Την εικόνα εξωφύλλου."
"Ναι. Μπαίνει ο άλλος και βλέπει το μουνί της άλλης φάτσα κάρτα -- και ντρέπεσαι να ανεβάσεις ερωτογραφήματα;"
Οπότε το ανέβασα. Θα ανεβάσω κι άλλα. Όπως έρχονται, βεβαίως.
Παρασκευή 29 Νοεμβρίου 2013
Δεσποτάδες
Οι κατά καιρούς δηλώσεις του Πειραιώς Σεραφείμ δεν είναι διαφορετικές σε περιεχόμενο από αυτές επισκόπων της Ιταλίας και της Ισπανίας ή καθολικών επισκόπων της Αγγλίας και της Σκωτίας. Οι συμπάθεια του Αιγιαλείας Αμβροσίου προς τους φασίστες δε διαφέρει από πολλούς αδελφούς του εν Χριστώ στη (σημερινή) Ισπανία. Αφορισμούς έχουν επισείσει απειλητικά οι επίσκοποι της Ιρλανδίας (αλλά και της Πορτογαλίας, νομίζω) για να φρονιματίσουν όσους βουλευτές θα ψήφιζαν υπέρ της νομιμοποίησης των αμβλώσεων. Στη Βαυαρία πριν χρόνια ο μεγάλος καβγάς ήταν αν θα έχουν εσταυρωμένους οι τάξεις των σχολείων. Πιο "πολιτισμένα" (προσχηματικώς πάντοτε), η καθολική Εκκλησία της Γαλλίας κατέβασε τον κόσμο στους δρόμους, άκουσα για ένα εκατομμύριο, για να διαμαρτυρηθούν κατά της εξίσωσης όλων απέναντι στον γάμο -- ένας έπεσε και από την Παναγία των Παρισίων κι αυτοκτόνησε σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τον σχετικό νόμο: αν διανύαμε ακόμα την ποιμαντορία του Βενέδικτου ΙΣτ', μπορεί και να τον έβαζαν στην ουρά για αγιοποίηση. Σε πιο κυριλέ μισαλλόδοξες αλλά πάντα μισαλλόδοξες καταστάσεις, το πρώτο μεγάλο σχίσμα των αγγλικανών έγινε για τις γυναίκες ιερείς και το δεύτερο για τους ανοιχτά γκέι επισκόπους. Οι απύθμενες κοτσάνες αγγλικανών επισκόπων (που μέχρι πρόσφατα ήτανε μέλη της Βουλής των Λόρδων με νομοθετικές και δικαστικές -- παρακαλώ -- εξουσίες), είναι μεζές του σαββατιάτικου Γκάρντιαν εδώ και δεκαετίες. Οι καλβινιστές και οι μεθοδιστές είναι κι αυτοί μεγάλα μούτρα, αλλά ας μη μακρηγορήσω άλλο.
Οπότε, όσοι ενθουσιώδεις και κάπως ημιμαθείς, ας αφήσουμε στην άκρη τα περί Ορθοδοξίας ως οπισθοδρομικής. Ας αφήσουμε και τα περί ταλιμπανισμών. Το πρόβλημα δεν είναι ούτε οι ορθόδοξοι δεσποτάδες, ούτε η μετά τον Χριστόδουλο παρρησία τους. Το πρόβλημα είναι η χριστιανική πίστη. Το πρόβλημα είναι οι Γραφές της και η δισχιλιετής Ιερά Παράδοσή της. Semper eadem, που λένε κι οι Λατίνοι. Τέλος. Ψευδοδιακρίσεις τύπου Χριστός-Παύλος, Έλληνες-Λατίνοι, Ανατολή-Δύση είναι ακριβώς αυτό: ψευδοδιακρίσεις. Αν λ.χ. η "Δύση" έχει "διαβρώσει" την "Ορθοδοξία" εδώ και 1000 χρόνια, από το Σχίσμα και από τότε που έχει να κάνει Οικουμενική Σύνοδο δηλαδή, τι είναι η "Ορθοδοξία"; Μεταφυσική κατηγορία; Εξωιστορική αΐδια αλήθεια; Άστοχο: η χριστιανική Εκκλησία αγκαλιάζει και ενστερνίζεται την ιστορικότητα, είναι ιστορικό γεγονός, είναι η αποκάλυψη (λέει) του Θεού μέσα στην ιστορία: γι' αυτό άλλωστε, μας λένε, τα δόγματα δε διατυπώθηκαν με το πακέτο εγκατάστασης που έστειλε το Άγιο Πνεύμα κατά την Πεντηκοστή, παρά διατυπώνονταν κατά περίσταση ανά τους αιώνες (οι Καθολικοί ακόμα τα διατυπώνουν). Συνεπώς, ανιστορική και υπερβατική και πλατωνικά τέλεια χριστιανική πίστη είναι εξίσου ανυπόστατη με ανιστορική και υπερβατική και πλατωνικά τέλεια κομμουνιστική ιδεολογία.
Επαναλαμβάνω: το πρόβλημα είναι η χριστιανική πίστη. Ακριβέστερα, το πρόβλημα είναι οι κοινωνίες που -- για λόγους τους οποίους κάλλιστα αντιλαμβάνονται η ιστορική επιστήμη καθώς και οι κοινωνικές και οι πολιτικές επιστήμες -- ακούνε προσεκτικά τι λεν οι επίσκοποι μόνο και μόνο επειδή είναι επίσκοποι (και όχι, λ.χ., επειδή είναι φωτισμένοι άνθρωποι, όπως ο Αλβανίας Αναστάσιος ή ο Σιατίστης Παύλος). Για παράδειγμα: στην Ισπανία η Εκκλησία απείλησε με αναθέματα τους βουλευτές που θα ψήφιζαν το νέο οικογενειακό δίκαιο: οι βουλευτές τούς έγραψαν κανονικά, ως ώφειλαν. Στην Ελλάδα ο Πειραιώς απείλησε με αναθέματα για ένα σύμφωνο, η Νέα Δημοκρατία υποχώρησε ατάκτως. Εδώ είναι το θέμα: ούτε στον Πειραιώς, ούτε στους διάφορους Δον. Το θέμα είναι στις κοινωνίες που (ακόμα) έχουνε τους επισκόπους και τις συνόδους και τους πάπες για Πολίτμπιρο και πατερούληδες της ζωής τους και της ηθικής τους.
Δεν κηρύσσω κρεμάλες για τους παπάδες, γκρέμισμα εκκλησιών, αλλαγή συμβόλων και ονομάτων, καταστολή του ενός βασικού τρόπου να εκδηλώνουμε στον πολιτισμό μας το numinus (δηλαδή της χριστιανικής πίστης). Αλλά θέλω να δω τη χριστιανική πίστη να είναι στοιχείο της ταυτότητάς μας, των ταυτοτήτων μας καλύτερα, όχι η μονολιθική ιδεολογία που διαφεντεύει ό,τι πιο κοντινό μας: πώς σμίγουμε, πώς συζούμε, πώς μεγαλώνουν τα παιδιά μας και τι μαθαίνουνε στα σχολεία, αν θα πρέπει να με στείλουνε στη Βουλγαρία αν θέλω να με αποτεφρώσουν μετά θάνατον.
Οπότε, όσοι ενθουσιώδεις και κάπως ημιμαθείς, ας αφήσουμε στην άκρη τα περί Ορθοδοξίας ως οπισθοδρομικής. Ας αφήσουμε και τα περί ταλιμπανισμών. Το πρόβλημα δεν είναι ούτε οι ορθόδοξοι δεσποτάδες, ούτε η μετά τον Χριστόδουλο παρρησία τους. Το πρόβλημα είναι η χριστιανική πίστη. Το πρόβλημα είναι οι Γραφές της και η δισχιλιετής Ιερά Παράδοσή της. Semper eadem, που λένε κι οι Λατίνοι. Τέλος. Ψευδοδιακρίσεις τύπου Χριστός-Παύλος, Έλληνες-Λατίνοι, Ανατολή-Δύση είναι ακριβώς αυτό: ψευδοδιακρίσεις. Αν λ.χ. η "Δύση" έχει "διαβρώσει" την "Ορθοδοξία" εδώ και 1000 χρόνια, από το Σχίσμα και από τότε που έχει να κάνει Οικουμενική Σύνοδο δηλαδή, τι είναι η "Ορθοδοξία"; Μεταφυσική κατηγορία; Εξωιστορική αΐδια αλήθεια; Άστοχο: η χριστιανική Εκκλησία αγκαλιάζει και ενστερνίζεται την ιστορικότητα, είναι ιστορικό γεγονός, είναι η αποκάλυψη (λέει) του Θεού μέσα στην ιστορία: γι' αυτό άλλωστε, μας λένε, τα δόγματα δε διατυπώθηκαν με το πακέτο εγκατάστασης που έστειλε το Άγιο Πνεύμα κατά την Πεντηκοστή, παρά διατυπώνονταν κατά περίσταση ανά τους αιώνες (οι Καθολικοί ακόμα τα διατυπώνουν). Συνεπώς, ανιστορική και υπερβατική και πλατωνικά τέλεια χριστιανική πίστη είναι εξίσου ανυπόστατη με ανιστορική και υπερβατική και πλατωνικά τέλεια κομμουνιστική ιδεολογία.
Επαναλαμβάνω: το πρόβλημα είναι η χριστιανική πίστη. Ακριβέστερα, το πρόβλημα είναι οι κοινωνίες που -- για λόγους τους οποίους κάλλιστα αντιλαμβάνονται η ιστορική επιστήμη καθώς και οι κοινωνικές και οι πολιτικές επιστήμες -- ακούνε προσεκτικά τι λεν οι επίσκοποι μόνο και μόνο επειδή είναι επίσκοποι (και όχι, λ.χ., επειδή είναι φωτισμένοι άνθρωποι, όπως ο Αλβανίας Αναστάσιος ή ο Σιατίστης Παύλος). Για παράδειγμα: στην Ισπανία η Εκκλησία απείλησε με αναθέματα τους βουλευτές που θα ψήφιζαν το νέο οικογενειακό δίκαιο: οι βουλευτές τούς έγραψαν κανονικά, ως ώφειλαν. Στην Ελλάδα ο Πειραιώς απείλησε με αναθέματα για ένα σύμφωνο, η Νέα Δημοκρατία υποχώρησε ατάκτως. Εδώ είναι το θέμα: ούτε στον Πειραιώς, ούτε στους διάφορους Δον. Το θέμα είναι στις κοινωνίες που (ακόμα) έχουνε τους επισκόπους και τις συνόδους και τους πάπες για Πολίτμπιρο και πατερούληδες της ζωής τους και της ηθικής τους.
Δεν κηρύσσω κρεμάλες για τους παπάδες, γκρέμισμα εκκλησιών, αλλαγή συμβόλων και ονομάτων, καταστολή του ενός βασικού τρόπου να εκδηλώνουμε στον πολιτισμό μας το numinus (δηλαδή της χριστιανικής πίστης). Αλλά θέλω να δω τη χριστιανική πίστη να είναι στοιχείο της ταυτότητάς μας, των ταυτοτήτων μας καλύτερα, όχι η μονολιθική ιδεολογία που διαφεντεύει ό,τι πιο κοντινό μας: πώς σμίγουμε, πώς συζούμε, πώς μεγαλώνουν τα παιδιά μας και τι μαθαίνουνε στα σχολεία, αν θα πρέπει να με στείλουνε στη Βουλγαρία αν θέλω να με αποτεφρώσουν μετά θάνατον.
Τρία σχεδόν εξίσου αποτυχημένα σχεδιάσματα
Ένα:
Ως μέλος της κρυπτομοφυλόφιλης ψευτοδιανόησης Εξαρχείων-Κολωνακίου, συμφωνώ ότι είναι αδιανόητο να ασχολούμαστε με το αν θα φορέσει το νυφικό (και τις ζαρτιέρες, ε; ε;) ο Μπάμπης ή ο Μήτσος. Αλλά όμως οι πουστάρες δε λέγονται "Μπαμπης" και "Μήτσος", ούτε καν "Γιώργος". Λέγονται "Τριαντάφυλλος", "Κριτίας", "Χρυσοβαλάντης", "Γαρύφαλλος", "Άγγελος", "Ιάκωβος" και "Ερμής": παπαδοπαίδια, παρενδυτικοί μπατζάκες και χαϊδεμένα θηλυπρεπή αγοράκια υπερπροστατευτικών οικογενειών, χωμένα στα φουστάνια της μάνας τους (χωρίς να μπορούν να εκτιμήσουνε τη θέα)· μικρόψωλοι μοναχογιοί, αλλά νάρκισσοι, νευρωτικοί και ανασφαλείς. Άλλοι υπερβολικά ωραίοι, άλλοι γλοιωδώς άσχημοι. Τα ξέρω αυτά καλά γιατί ποτέ δεν αρνήθηκα τη φιλία καμμιάς πουστάρας.
Δύο:
Διάβασα το κείμενο. Δεν θα πω "α, Ελλάδα", "Μπαλκάνια" κτλ. Έχω διαβάσει παρόμοια κείμενα στα αγγλικά, και όχι μόνο από Αμερικάνους αλλά και από πάντοτε ψύχραιμους Βρετανούς, ψύχραιμους ακόμα και στην ανέμελη προθυμία τους να αρνηθούν και να στερήσουν δικαιώματα άλλων στο όνομα αρχών. Έχω διαβάσει παρόμοια κείμενα στα γαλλικά, από αιωνίως πατερναλιστές κατ' όνομα κοσμικούς αλλά κρυπτοκαθολικούς ουνιβερσαλιστές. Άλλες γλώσσες δεν ξέρω. Ξέρω ότι το κείμενο δεν αποτυπώνει κάποια ελληνική νόσο, αλλά τον βρωμερό κόσμο που έρχεται: μια νέα αποικιοκρατία ενισχυμένη με φεουδαρχικά ήθη. Εντάξει, όχι τόσο πρόστυχα γραμμένα κείμενα, ίσως. Αλλά le style c'est l'homme même.
Τρία:
[Αναίρεση των θέσεων μία προς μία. Ως άσκηση υπομονής. Δυστυχώς όμως γράφω και διαβάζω πάντοτε με γνώμονα τον θάνατο: πόση ζωή αξίζει να ροκανίσω για να διαβάσω ή να γράψω αυτό που λέω να διαβάσω ή να γράψω; κι αν τη ροκανίσω, θα περάσω καλά; θα ωφεληθώ; θα ωφεληθεί κανείς;]
Τετάρτη 27 Νοεμβρίου 2013
Always crashing in the same car
Ίσως αυτό που τώρα θέλω να πω να το έχω ξαναπεί εδώ, όταν είπα ότι η Αριστερά πρέπει να θέσει την ατζέντα της δημόσιας συζήτησης, ή κι εδώ, όταν μίλησα για τον παφλασμό των σοσιαλμήντια και τις εφήμερες κορφές των κυμάτων τους.
Υπάρχουνε διάφορα σοβαρά, θανατερά δηλαδή, θέματα στην επικαιρότητα: η ολοκληρωτική καταστροφή της δημόσιας Υγείας, το τέλος της Παιδείας, οι αποσιωπημένοι αυτόχειρες, η ανεργία και η ανέχεια που γίνεται πείνα, το βάθεμα της πολιτικής και οικονομικής υποτέλειας, η συμμαχία παρανοϊκών και ημιφασιστών που κυβερνάει την χώρα. Και μπαίνεις κάθε μέρα στο διαδίκτυο (δε μιλάω για τους περίκλειστους χώρους, όσο ευρείς και αν τους έχει φράξει ο καθένας, των σοσιαλμήντια) και κάθε μέρα διαβάζεις κάτι το οποίο αναπαράγεται και σχολιάζεται μέχρι λιποθυμίας. Ο Τατσόπουλος. Η Βανδή, ο Κωστόπουλος. Αύριο κάτι άλλο. Όπως κάναμε και στα 2005, όπως γινόταν στα 1995 και από καταβολής Τσάο Αντέννα και Μπράβο Ρούλα. Συνεχίζουμε το παραζαλισμένο τρέκλισμά μας κουτουλώντας από στύλο σε ντουβάρι, από ντουβάρι σε φράχτη, από ευτέλεια σε ανοησία. Και μετά ξεχνάμε. Τα πάντα. Όλα γίνονται αφρός και σκάζουν. Μόνο που, βεβαίως, τώρα πια καιγόμαστε κανονικά. Οι περισσότεροι από εμάς, τουλάχιστον.
Και κάτι άλλο, στο πνεύμα του Μαραγκόπουλου και του Τσαλαπάτη: μέρος του παφλασμού που μας παρασέρνει μακριά από το καίριο και το αναπόδραστο, άρα το πραγματικά πολιτικό, δημιουργείται από τη γεννήτρια που ακόμη καταχρηστικώς αποκαλείται "διανοούμενοι", από τους καθεστωτικούς και οργανικούς παραγωγούς λόγου: γραφιάδες, σχολιαστές, δημοσιογράφους. Προτείνω λοιπόν να τους παύσουμε με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο: με το να πάψουμε να σχολιάζουμε ό,τι και αν παραγάγουν, όσο φρικώδες, ανάλγητο, διεστραμμένο ή στρεψόδικο, όσο ψευδές, αρχοντοχωριάτικο, αμαθές και καραμπλαζέ κι αν είναι. Στο κάτω κάτω, ή βρίσκονται εκτός πραγματικότητας ή, όπως λέει και η φαρμακερή λατινογενής εγγλέζικη λέξη, είναι απολύτως meretricious.
Κάποιοι λοιπόν από αυτούς ζούνε σε ένα ψευδοπλατωνικό σύμπαν όπου η κατ' όνομα δημοκρατία μας αποτελεί την απόλυτα ισορροπημένη λύση στο πολιτειακό και πολιτικό πρόβλημα, δηλαδή στη συνύπαρξη προσωπικού και συλλογικού, στην ισορροπία πυκνού πλούτου και αχανούς ανέχειας. Η ιδεατή αυτή δημοκρατία, που δεν είχε ούτε Καραμανλή (Κωνσταντίνο και Κώστα), ούτε Παπανδρέου (Γεώργιο, Αντρέα, Γιώργο), ούτε ξερονήσια, ούτε Μελίστα, μας γλύτωσε από τη βία της κομμουνιστικής αριστεράς και την απέραντη γκρίζα καφρίλα του υπαρκτού σοσιαλισμού. Παραμένουν εγκλωβισμένοι σε έναν κόσμο μικρών προνομίων και ιδανικής δημοκρατίας, μιας ιδεατής μεσότητος που μετεωρίζεται αναλλοίωτη και semper eadem, μιας εξιδανίκευσης του πολιτεύματος που είχαμε από το 1975 έως το 2010, μείον τον εθνικισμό, μείον την εκμετάλλευση, μείον τη διαφθορά και την οικογενειοκρατία, μείον τη σεμνή καταστολή κτλ. Γι' αυτούς σημασία έχει να περισωθεί το πολιτικό status quo, παρότι στον πραγματικό κόσμο το status quo πάει βαρίδι προς τον βυθό του αυταρχισμού, καταβυθιζόμενο μέσα από εξαθλίωση, νόμιμη βία και θάνατο. Έχουνε το ακαταλόγιστο μέσα στη βαθιά φονική αβελτηρία τους.
Οι υπόλοιποι παραγωγοί λόγου έχουνε προ πολλού αντιληφθεί πού βρίσκονται τα συμφέροντά τους: με τη νομιμότητα, απ' όπου και αν προέρχεται (ναι, βαρειά κουβέντα). Έχουν επιλέξει λοιπόν να υπηρετήσουν τα συμφέροντά τους όπως μπορούν. Άλλωστε, η οικονομική, η επαγγελματική και (ενίοτε) η πολιτική τους επιβίωση και ευποιία ταυτίζονται με αυτήν. Σχολιάζοντάς τους είναι σαν να σχολιάζει κανείς τα επίσημα ανακοινωθέντα ενός αποφασισμένου, ρωμαλέου και αγέρωχου εισβολέα: δεν έχει κανένα απολύτως νόημα.
Τέλος, ας τελειώνουμε με το ακοίμητο βουητό πολιτικού σχολιασμού στα σοσιαλμήντια. Δε χρειάζεται άλλος σχολιασμός. Δεν πρόκειται να ξεμπροστιαστεί τίποτα και κανένας πια, πέρα από όσο ξεμπροστιάστηκε ο φονικός θίασος που κυβερνάει σε όσους έχει ξεμπροστιαστεί μέχρι στιγμής. Πέρασαν τρία χρόνια, παιδιά: δεν πρόκειται να κεντρίσετε τη συνείδηση της ΔΗΜΑΡ, ή άλλων καλών πασόκων, ή των καραμανλικών και κεντροδεξιών βουλευτών. Όπως δείχνει και η πορεία προς τον γκρεμό του ρεπουμπλικανικού κόμματος στις ΗΠΑ, δεν κυβερνούν οι πλειοψηφίες: οι πλειοψηφίες ακολουθούν δυναμικές ελίτ είτε ψηφίζοντας γι' αυτές είτε σιωπώντας εμπρός στη δράση τους. Κι αυτή τη στιγμή, η πιο δυναμική ομάδα στην Ελλάδα, μετά την προσωρινή κατάδεση της ναζιστικής συμμορίας στη ρηχή της άβυσσο, είναι η ομάδα που περιστοιχίζει τον πρωθυπουργό. Άρα συνεχίζουμε γραμμή την πορεία του καϊκιού μας, ακολουθώντας την περιδίνηση μέσα στο μάελστρομ. Μέχρι να μας καταπιεί η δίνη και να ακουστεί μονομιάς ο κραταιός τριγμός των ξύλων που θα σπάζουν σαν πολλά κόκκαλα μαζί. Μέχρι να ολοκληρωθεί η μετατροπή της χώρας σε ένα, απέραντο, ενιαίο ερείπιο προς ιδιωτικοποίηση και τουριστική περιδιάβαση.
Δε θα προκαλέσετε εκλογές σχολιάζοντας στο facebook -- πιο φιλόδοξους στόχους δεν τους πιάνω καν στο στόμα μου.
Η λύση είναι γενική απεργία διαρκείας.
Τετάρτη 20 Νοεμβρίου 2013
Σώματα
και πάλι του Κάπα Κάπα Μοίρη, αλλά ντιπ για ντιπ λοξά όμως
Μου γράφει ένας φίλος ότι έχει ενοχές που ψωλοβαράει: που ζει κι επιθυμεί και καυλώνει. Ένας άλλος που έχει δουλειά και φαΐ να φάει μέσα στην ανέχεια και στην εξαθλίωση των άλλων. Ένας τρίτος ντρέπεται που πρόλαβε με υποτροφίες και κάτι οικογενειακές οικονομίες να ταξιδέψει και να δει τρεις τόπους και να γνωρίσει πέντε ανθρώπους πέρα από τη χώρα που ορίζει η εμβέλεια της κάθε Τατιάνας. Άλλους τους τυραννάει η αρρώστια, σε μια χώρα που δεν τολμάς να μην είσαι υγιής.
Τι να απαντήσεις. Σε μια κοινωνία που το σώμα βρίσκεται επιμελώς φυλαγμένο μαζί με τα κυριακάτικα ρούχα και τις γιορτινές φορεσιές, είμαστε όλοι λίγο-πολύ ασώματοι και αποπνευματωμένοι. Την ολοκληρωτική αποπνευμάτωση τη φέρνει ο τρόπος των σοσιαλμήντια, μέσα στα οποία νομίζουμε ότι υπάρχουμε ολόκληροι, αλλά ωστόσο βρισκόμαστε σε αυτά τόσο όσο σε ένα τηλεγράφημα, ένα τηλεφώνημα, ένα γράμμα: ως ίσκιοι και φαντάσματα.
Πρέπει να επαναδιεκδικήσουμε το σώμα μας. Σοβαρά. Το σώμα που πεινάει και κρυώνει κι επιθυμεί κι εκστασιάζεται, που αρρωσταίνει και πάσχει όταν θλίβεται η ψυχή μας, όταν βουίζει ο νους, όταν αμφιταλαντεύεται η επιθυμία. Έτσι είναι. Πρώτα σε πείθουν ότι δε χρειάζεσαι το σώμα σου, ότι είσαι κάτι άλλο από το σώμα, λες και δεν είναι το σώμα η έδρα του νου, μετά σε πείθουν να μη σε απασχολεί η αυτοδιάθεσή σου, να εκχωρήσεις τους τίτλους ιδιοκτησίας του σώματός σου (που εν μέρει είναι η ταυτότητά σου) σε κάποιον άλλο. Στο τέλος ντρέπεσαι που δεν είσαι άυλος, που δεν είσαι δύναμη, εξουσία, κυριότητα, θρόνος, χερουβείμ, σεραφείμ. Όσοι θέλουνε να κυβερνήσουν τον κόσμο, προσπαθούν (με ενοχές ή αλλιώς) να πείσουν όσους θα μπορούσαν να τους αντιταχθούν ότι κατ' αρχάς θα έπρεπε να είσαι ασώματοι και άυλοι. Είναι μια πολύ καλή μέθοδος να εξουδετερώνεις τον άλλο. Αποδεδειγμένα.
Είναι μοναχική αυτή η πτήση. Δεν μπορείς να χρησιμοποιείς πρόχειρα το ανάγλυφο που ορίζεται από το τι λεν οι άλλοι, από το κοντό και το μακρύ του καθενός, για να προσανατολιστείς. Χρειάζεσαι τρία τέσσερα σημεία αναφοράς (πολλοί τα λένε φίλους) για να κάνεις τα τριγωνομετρικά σου, να χαράξεις τις πορείες σου, να ξέρεις από πού έρχεσαι, πού πας και -- κυρίως -- πού βρίσκεται ο ορίζοντας. Γιατί αν χάσεις τον ορίζοντα, ίλιγγος και περιδίνηση, αναδίπλωση μέσα στην ενδοσκόπηση. Και απώλεια στήριξης. Όμως άμα μάθεις να πετάς καλά και έχεις και γυροσκόπια, που δεν κοιτούν τι υπάρχει από κάτω, αλλά σε κρατάνε σταθερό και προσανατολισμένο με την περιστροφή τους, ε, πας μέχρι και σε τροχιά για να βλέπεις τον ήλιο να ανατέλλει 50 και 100 φορές και να δύει άλλες τόσες.
Όμως για όλα αυτά χρειάζεσαι σώμα. Τουλάχιστον το δικό σου. Και να μην αφήνεις να σε κάνουν να ντραπείς που κρυώνει και πεινάει κι αρρωσταίνει και χέζει. Που επιθυμεί και σκέφτεται και σκιρτά. Που χορεύει και στοχάζεται κι αγαπάει.
Η μάχη για τον κόσμο ξεκινάει με την ανακατάληψη του σώματος. Στο σώμα είναι η χαρά. Από το σώμα είναι η ελευθερία.
Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2013
Ζώδιο της κρύας θαμπής φωτιάς
Γιατί χτυπάνε καμπάνες μέσα στο ήσυχο και νυσταλέο βράδυ της Δευτέρας, ενώ οι πιο πολλοί έχουνε πέσει στο κρεβάτι, μάλλον για να κοιμηθούνε; Γιατί αντηχεί ο θολός σκοτεινός ουρανός πάνω από την πόλη σαν για Μεγάλη Ανάσταση; Γιατί έφεραν ζεστά ντυμένοι τα ζεστά ντυμένα παιδιά τους να τραγουδήσουνε και να κοιτάζουνε φωτιές μέσα στο κρύο, στη μισοφωτισμένη νύχτα που κάνει το λιθόστρωτο να γυαλίζει;
Μετά οι καμπάνες σβήνουνε μέσα στην πηχτή νύχτα. Σαν να ήταν απλώς και μόνο κάποιος από μεθυσμένη παρέα που απομακρύνεται από κάτω από το παράθυρό σου και χώνεται μέσα στους φιδωτούς δρόμους για να προλάβει να κλειδώσει τη ζάλη του πίσω από μια πόρτα, κάπου ζεστά, δίπλα σε ένα ωραίο κορμί που μυρίζει όπως μυρίζουν τα ωραία κορμιά.
Είμαι εν μέρει φτιαγμένος από κρύο, εν μέρει φτιαγμένος για το κρύο. Στο κρύο περπατάω πιο ανάλαφρα, σκέφτομαι πιο μακριά, μεριμνώ ελαφρύτερα, ξέρω περισσότερα, βλέπω πιο μακριά, μιλάω λιγότερο και λέω πιο πολλά, αντέχω και λαγνεύομαι υπόκωφα, χωρίς εξάρσεις. Δώσε μου φως και κρύο. Όχι ήλιο. Όχι αυτό το κυκλοδίωκτο στοιχειό που καίει τα χρώματα και που κάνει τα χώματα τα σώματα να ιδρώνουν, που καίει μυαλά και μάτια. Που στεγνώνει κάθε ζωή. Δεν έχω ανάγκη τον πούστη τον ήλιο, τον ψεύτη τον ήλιο, καίω από μόνος μου όταν πρέπει. Καίω. Μπορώ να ζεστάνω εγώ. Τοπική θέρμη, όπως τοπικό χρώμα. Ιδιωτικό. Αποκλειστικό. Για λίγο ή για πάντα. Δεν τον θέλω τον ήλιο σας. Αφήστε μου λοξό φως. Αφήστε μου τοπικό χρώμα: αυτό που κάνει το θέναρ σάρκα και το ρόδο άνθος, αυτό που διακρίνει βλέμμα από βλέμμα και ίσκιο από σκιά. Αφήστε μου το φως που γνωρίζω από τις κουρτίνες που το κρύβουν και τα σύννεφα που το σκορπίζουν απλόχερα. Μπορώ κι εγώ να φωτίσω, αχνά και για λίγο, αλλά μπορώ. Κι ας είναι ωχροπράσινο το δέρμα μου το χειμώνα, κι ας είναι, λεν, η όψη μου φτιαγμένη για τα καλοκαίρια που ανάξιοι και περιδεείς προσκυνάτε, σαν τρεμάμενοι θρησκόληπτοι, κυνηγώντας τα για δυο βδομάδες και πέντε μέρες στις ξέρες και στη σκόνη. Μακριά η σκόνη, θα έχω όση σκόνη θέλω μέσα στο στόμα, μέσα στο κρανίο, ανάμεσα στα δυνατά μου πόδια όταν πεθάνω. Τώρα δώσε μου κρύο. Θα καίει το κορμί μου, δεν πειράζει, όσο είναι ζωντανό. Θα πυρώνει η σκέψη και η επιθυμία και η βούληση και η συμπόνοια, όσο ζει και νήπτει ο νους. Όσο ζω θα καίω.
Κρύψτε τον ήλιο. Είναι ωραία η νύχτα. Η νύχτα δεν είναι μαύρη, είναι βαθιά γαλάζια. Η νύχτα μας αγκαλιάζει και μας σκεπάζει, μας κοιτάζει ακροπατώντας ή ανεπαίσθητα γυρνώντας πλευρό. Μας μυρίζει.
Φωτογραφία: Mathilda Eberhard
Μετά οι καμπάνες σβήνουνε μέσα στην πηχτή νύχτα. Σαν να ήταν απλώς και μόνο κάποιος από μεθυσμένη παρέα που απομακρύνεται από κάτω από το παράθυρό σου και χώνεται μέσα στους φιδωτούς δρόμους για να προλάβει να κλειδώσει τη ζάλη του πίσω από μια πόρτα, κάπου ζεστά, δίπλα σε ένα ωραίο κορμί που μυρίζει όπως μυρίζουν τα ωραία κορμιά.
Είμαι εν μέρει φτιαγμένος από κρύο, εν μέρει φτιαγμένος για το κρύο. Στο κρύο περπατάω πιο ανάλαφρα, σκέφτομαι πιο μακριά, μεριμνώ ελαφρύτερα, ξέρω περισσότερα, βλέπω πιο μακριά, μιλάω λιγότερο και λέω πιο πολλά, αντέχω και λαγνεύομαι υπόκωφα, χωρίς εξάρσεις. Δώσε μου φως και κρύο. Όχι ήλιο. Όχι αυτό το κυκλοδίωκτο στοιχειό που καίει τα χρώματα και που κάνει τα χώματα τα σώματα να ιδρώνουν, που καίει μυαλά και μάτια. Που στεγνώνει κάθε ζωή. Δεν έχω ανάγκη τον πούστη τον ήλιο, τον ψεύτη τον ήλιο, καίω από μόνος μου όταν πρέπει. Καίω. Μπορώ να ζεστάνω εγώ. Τοπική θέρμη, όπως τοπικό χρώμα. Ιδιωτικό. Αποκλειστικό. Για λίγο ή για πάντα. Δεν τον θέλω τον ήλιο σας. Αφήστε μου λοξό φως. Αφήστε μου τοπικό χρώμα: αυτό που κάνει το θέναρ σάρκα και το ρόδο άνθος, αυτό που διακρίνει βλέμμα από βλέμμα και ίσκιο από σκιά. Αφήστε μου το φως που γνωρίζω από τις κουρτίνες που το κρύβουν και τα σύννεφα που το σκορπίζουν απλόχερα. Μπορώ κι εγώ να φωτίσω, αχνά και για λίγο, αλλά μπορώ. Κι ας είναι ωχροπράσινο το δέρμα μου το χειμώνα, κι ας είναι, λεν, η όψη μου φτιαγμένη για τα καλοκαίρια που ανάξιοι και περιδεείς προσκυνάτε, σαν τρεμάμενοι θρησκόληπτοι, κυνηγώντας τα για δυο βδομάδες και πέντε μέρες στις ξέρες και στη σκόνη. Μακριά η σκόνη, θα έχω όση σκόνη θέλω μέσα στο στόμα, μέσα στο κρανίο, ανάμεσα στα δυνατά μου πόδια όταν πεθάνω. Τώρα δώσε μου κρύο. Θα καίει το κορμί μου, δεν πειράζει, όσο είναι ζωντανό. Θα πυρώνει η σκέψη και η επιθυμία και η βούληση και η συμπόνοια, όσο ζει και νήπτει ο νους. Όσο ζω θα καίω.
Κρύψτε τον ήλιο. Είναι ωραία η νύχτα. Η νύχτα δεν είναι μαύρη, είναι βαθιά γαλάζια. Η νύχτα μας αγκαλιάζει και μας σκεπάζει, μας κοιτάζει ακροπατώντας ή ανεπαίσθητα γυρνώντας πλευρό. Μας μυρίζει.
Φωτογραφία: Mathilda Eberhard
Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2013
Η κεφαλή της Μέδουσας
Όταν κοιτάμε τον καθρέφτη τι βλέπουμε; Κοιτάμε στον καθρέφτη γιατί μας προστατεύει.
Τους ανθρώπους δε μας τυραννάει απλώς και μόνο ο θάνατος. Μας βασανίζει κάθε τι το αναπόδραστο και μας τρελαίνει ό,τι είναι αμετάκλητο. Ό,τι κι αν είναι. Μας βασανίζει άπαξ και το θεωρήσουμε αναπόδραστο, άπαξ και μας φανεί αμετάκλητο. Αλλά τελικά το μόνο αμετάκλητο είναι ο θάνατος. Δηλητηριάζουμε τη ζωή μας θεωρώντας ότι ένα σωρό άλλα πράγματα είναι αναπόδραστα και αφηνόμαστε να μας κατασπαράξουν ή να μας διαβρώσουν. Δηλητηριάζουμε τη ζωή μας νομίζοντας ότι τόσα και τόσα είναι αμετάκλητα: τα περνάμε για θάνατο και γι' αυτό παραλύουμε.
Αυτό που μας βασανίζει είναι συνήθως και αυτό που βλέπουμε στους άλλους. Το βλέπεις συνέχεια. Όχι, δεν προβάλλουμε στους άλλους αυτό που έχουμε μέσα μας, όχι: προβάλλουμε ό,τι μας βασανίζει. Η περιφερειακή μας όραση θα τσιμπήσει αυτό που μας τρώει καθώς θα κινείται και θα στρέψει τη ματιά μας προς τα εκεί. Γι' αυτό πρέπει να ακούμε προσεκτικά τι μας λένε οι άλλοι, ακόμα και όταν φλυαρούν -- ιδίως τότε. Γι' αυτό πρέπει να ακούμε προσεκτικά τον εαυτό μας.
Γνώρισα ανθρώπους που ασπαστήκανε θρησκείες στα πενήντα τους, έγιναν νεοφώτιστοι στη μέση ηλικία. Έπιασαν κι επανερμήνευσαν τον κόσμο από την αρχή -- γιατί κάθε ζωή είναι κόσμος: δεν είναι αφήγηση, είναι κόσμος. Ξαναδίνουν νόημα έτσι σε ολόκληρη την ιστορία του κόσμου, του έξω και του ένδον τους: υπάρχει κάπου κάποια δοξασία που σε πάει κάπου έξω από τον κόσμο, υπάρχει σε κάποια γωνιά αυτού του πλανητάκου μια δεισιδαιμονία που αντανακλά την άπειρη παρουσία. Την άπειρη παρουσία που ενδιαφέρεται γι' αυτούς και για εσάς και για όλους. Μέσα από υφάσματα και πέτρες και φωνές και λιβάνια. Κι ίσως και τίποτε γυαλιά χρωματισμένα στα παράθυρα, μέσα από τα οποία περνάει η αιώνια μεταφορά: το φως.
Γνώρισα ανθρώπους που θέλησαν να αυτοπροσδιοριστούν μέσα από τον έρωτα αλλά ο έρωτας είναι άτιμος και απείθαρχος: τον ψάχνεις και λανθάνει, θες να τον αφήσεις να σε προσδιορίσει και αρνείται έστω και να σου γρατσουνίσει τον καρπό. Τον πιστεύεις, του ανάβεις θυμίαμα και μετά τον λησμονείς. Από την άλλη, θες να σε αφήσει ήσυχο και σε αφανίζει με άνεση κι ευκολία, με κάθε ανεμελιά, μια κι έξω και για πάντα και ενίοτε αμετάκλητα. Θες να σιωπήσει αλλά γίνεται σάλπιγγα και τύμπανο και η θάλασσα που ποτέ δεν ησυχάζει. Και αν ποτέ σιωπήσει, και αν ποτέ σου δώσει αυτό που θες, και αν κάποτε σου πει για μια μικρή γωνιά του εαυτούλη σου όπου αντανακλάται η τρομερή λάμψη της ύπαρξης, η ακτινοβολία μέλανος σώματος, δηλαδή της πάμφωτης αβύσσου μέσα σου, δεν ξέρεις και τι να κάνεις με αυτό που σου έδωσε ο έρωτας. Το κλείνεις στο χέρι, χαμογελάς, ακούς την ωραία σιωπή και την απόγευση· λες "είμαι πλούσιος". Ο έρωτας σου έχτισε ακόμα έναν τόπο μέσα στον κόσμο μέσα σου, μια νέα βασιλεία. Είσαι πλούσιος.
Γνώρισα ανθρώπους που αφοσιώθηκαν στην ακινησία. Ή μάλλον, στη φρεναπάτη της ακινησίας. Γιατί τίποτε δεν είναι ακίνητο. Μπορεί απλώς να πέφτει και να λες "α, ακινητεί". Πάντως ακίνητο δεν είναι. Αυτοί λοιπόν δόθηκαν στην ακινησία, άφησαν τον κόσμο να ταξιδέψει όσο θέλει, να πάει όσο μακριά μπορεί, βέβαιοι ότι πάλι σ' εκείνους θα επιστρέψει. Δεν πήραν θέση, δεν εξέφρασαν γνώμη, δεν κράτησαν στάση. Μπορεί και να ένιωσαν πως αυτό που έχουνε μέσα τους, ο κόσμος που είναι η κάθε ζωή, είναι πιο απέραντος από τον κόσμο γύρω τους. Ίσως να φρονούν ότι ο ένδον κόσμος ο δικός τους είναι μυθικότερος και με πιο φωτεινούς πλανήτες και λαμπρότερους ήλιους και απαλότερους γαλαξίες χυμένους πάνω στον δικό τους κατασκότεινο ουρανό, μυθικότερος από του φτωχού, από του κουτού, από του ανάπηρου, από του άλλου.
Αλλά ο κόσμος σου υπάρχει επειδή υπάρχουν κι άλλοι κόσμοι.
Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2013
Fearful (a)symmetry
Ενημερώθηκα καθυστερημένα για το φονικό, άνοιξα να διαβάσω. Από κάτω από την είδηση, το in.gr μας ενημερώνει για τον φόνο του αρχηγού των Ταλιμπάν, που μέχρι να τον πετύχουνε τα μη-επανδρωμένα των αμερικάνων ξεκλήρισαν τουλάχιστον 4-5 χωριά αθώους ανθρώπους.
Μετά διάβασα τις αναμενόμενες αντιδράσεις των ελληνικών μέσων και διαφόρων δημοσίων φωνών. Κάποιες είναι δόλιες, όπως του πιστού φύλακα και πρωτοασηκρήτις της πρωθυπουργικής φασίζουσας ιδεολογίας, κάποιες αφελείς. Μόνον που οι αφελείς ωφείλουν να σιωπούν όταν η αβελτηρία τους μπορεί να εξυπηρετήσει δόλιους σκοπούς, έστω και ακουσίως.
Ο Παύλος Φύσσας βρήκε το αντίρροπο βάρος λοιπόν, για να έρθει να ισιώσει το καντάρι. Να αποκτήσει συμμετρία η θεωρία.
Καμένο Ράιχσταγκ μού μυρίζει. Το έχω ξαναπεί: ο Σαμαράς θα μας καταστήσει αποικία χρέους και Νότια Βουλγαρία (από τη Νότια Δανία στη Νότια Βουλγαρία σε λιγότερο από πέντε χρόνια) για να μη σφάζονται οι αναρχικοί με τους φασίστες στους δρόμους. Ή κάτι τέτοιο. Έχει ξαναπαρασταθεί το έργο με επιτυχία.
Μου μυρίζει Κόκκινη Προβιά. Την επεξεργάζονται. Και όταν επεξεργάζονται τα τομάρια για να φτιάξουνε δέρματα, τα υλικά είναι τοξικά. Και ζέχνουν ανυπόφορα και τοξικά για χιλιόμετρα και για πολύ καιρό.
Τη φωτογραφία την ανάρτησε ο Akis Gavriilidis στο φέισμπουκ.
Μετά διάβασα τις αναμενόμενες αντιδράσεις των ελληνικών μέσων και διαφόρων δημοσίων φωνών. Κάποιες είναι δόλιες, όπως του πιστού φύλακα και πρωτοασηκρήτις της πρωθυπουργικής φασίζουσας ιδεολογίας, κάποιες αφελείς. Μόνον που οι αφελείς ωφείλουν να σιωπούν όταν η αβελτηρία τους μπορεί να εξυπηρετήσει δόλιους σκοπούς, έστω και ακουσίως.
Ο Παύλος Φύσσας βρήκε το αντίρροπο βάρος λοιπόν, για να έρθει να ισιώσει το καντάρι. Να αποκτήσει συμμετρία η θεωρία.
Καμένο Ράιχσταγκ μού μυρίζει. Το έχω ξαναπεί: ο Σαμαράς θα μας καταστήσει αποικία χρέους και Νότια Βουλγαρία (από τη Νότια Δανία στη Νότια Βουλγαρία σε λιγότερο από πέντε χρόνια) για να μη σφάζονται οι αναρχικοί με τους φασίστες στους δρόμους. Ή κάτι τέτοιο. Έχει ξαναπαρασταθεί το έργο με επιτυχία.
Μου μυρίζει Κόκκινη Προβιά. Την επεξεργάζονται. Και όταν επεξεργάζονται τα τομάρια για να φτιάξουνε δέρματα, τα υλικά είναι τοξικά. Και ζέχνουν ανυπόφορα και τοξικά για χιλιόμετρα και για πολύ καιρό.
Τη φωτογραφία την ανάρτησε ο Akis Gavriilidis στο φέισμπουκ.
Τετάρτη 30 Οκτωβρίου 2013
Γνώρισα και ευτυχισμένους Έλληνες
Ο πατέρας μου όταν μίλαγε με τη μητέρα μου δεν έλεγε "ο πατέρας μου" ή "η μητέρα μου", έλεγε "ο πεθερός σου" και "η πεθερά σου".
Ο πατέρας μου μυστικά ζήλευε την ΕΣΣΔ για έναν κυρίως λόγο: διάλεγε, λέει, το Κράτος τα παιδιά ανάλογα με τα ταλέντα τους και τα σπούδαζε δωρεάν. Ο πατέρας μου δε σπούδασε γιατί ο πατέρας του, ο παππούς μου, είχε χρήματα να σπουδάσει μόνον ένα παιδί. Η μητέρα μου δε σπούδασε γιατί ο πατέρας της, ο παππούς μου, δεν ήθελε να πάει στην πόλη και να γίνει πουτάνα η κόρη του.
Ο πατέρας μου αντιπαθούσε την ΕΣΣΔ: την αχρωμία και τον ολοκληρωτισμό. Διάβαζε βιβλία για το πώς το ΚΚΣΕ πρόδωσε τον κομμουνισμό και τις αρχές του μαρξισμού-λενινισμού. Μετά βγήκε ο Παπανδρέου και το ΠΑΣΟΚ για δεύτερη φορά, ο πατέρας μου σταμάτησε να ακούει μουσική, να διαβάζει βιβλία, να βλέπει ταινίες του Μπέργκμαν και του Κουροσάβα που του σύστηνε ο φίλος του ο Μπακογιαννόπουλος, που τον έπαιζε και η τηλεόραση.
Μια μέρα κρυφάκουσα. Είπε στην κουζίνα ο πατέρας μου στον πατέρα του: "αν ο εγγονός σου μεγάλωνε στην Κομμούνα, θα τον σπούδαζε το κράτος". Όχι ο γιος του, παρά ο εγγονός του πατέρα του. Γιατί ο πατέρας μου δεν ήξερε αν θα έχει χρήματα να σπουδάσει τον γιο του. Όταν ήρθε η ώρα, δεν είχε. Αλλά τελικά τον εγγονό του πατέρα του τον σπούδασε το κράτος.
Ο παππούς μου πίστευε στον κομμουνισμό αλλά δεν τα πήγαινε καλά με το ΚΚΕ. Έλεγε κάτι για τον Πλουμπίδη. Τον Δεκέμβρη του 1944 τον θεωρούσε έγκλημα του αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού, του αντιβασιλέως. Ο παππούς μου όμως κλονίστηκε με τον Γιαρουζέλσκι. Όταν πια έμαθε το 1989 για το έγκλημα στο Κατίν αποκήρυξε τον κομμουνισμό: "χίμαιρα ήταν". Μετά οχτώ χρόνια πέθανε.
Μεταξύ Γιαρουζέλσκι και 1989, ο παππούς μου μου αγόραζε βιβλία Σοβιετικών μεταφρασμένα στα ελληνικά. Ένα λεγόταν "Ένα καταπληκτικό αγόρι", μετάφραση Ζωρζ Σαρρή, η ιστορία του Σέργιου Δοχίεβιτς, που είναι ένα ανδροειδές-ρέπλικα και ζει στον σοβιετικό πρώιμο 21ο αιώνα της υψηλής τεχνολογίας. Ένα άλλο, δε θυμάμαι, κάποιου Ιβάν Ίλιν νομίζω, με έκανε να ενδιαφερθώ πολύ για την επιστήμη. Μέχρι σήμερα.
Εγώ διάβαζα για την ΕΣΣΔ. Η σκυθρωπή αχρωμία και ο ολοκληρωτισμός της με απωθούσαν. Κρυφάκουγα ιστορίες, οι γονείς μου δεν ήθελαν να είμαι αρνητικά προκατειλημμένος ούτε απέναντι στους Αμερικάνους, ούτε απέναντι στους Ρώσους. Ο Ριζοσπάστης ήτανε σαν τον Σωτήρα, σαν τη Φωνή Κυρίου: πίστευε και μη ερεύνα, που έλεγαν οι γριούλες. Κρυφάκουγα ιστορίες ότι οι ρωσίδες παιρνόντουσαν για ένα τζιν κι ένα ζευγάρι νάυλον κάλτσες από τους προνοητικούς και εφοδιασμένους τουρίστες που περιηγούνταν την ΕΣΣΔ με την Ιντουρίστ. Στην Κατερίνη το '82 οι Πολωνοί πούλαγαν οικοσκευές ολόκληρες (ακόμα έχω το μπουφάν κάποιου Πολωνού, τουπίκλην "πολωνέζα": ραμμένο για -10 βαθμούς και κάτω) αν πλήρωνες σε δολάρια. Όταν ήρθε από την Τασκένδη ο θείος ο Γιακούλης το '83, δεύτερος ξάδερφος της μάνας μου, κοίταγε τα ψυγεία στο χωριό με δέος που αρμόζει στον πιθηκάνθρωπο που ατενίζει τον μονόλιθο του 2001.
Αλλά ήτανε, λέει, καλύτερα στην Κομμούνα παρά να είσαι μαύρος στην Αλαμπάμα και τον Μισσισσιπή. Ή από το να είσαι μη κομμουνιστής στην Άλμα Άτα και το Φρούνζε. Άλλωστε σε όλα τα καθεστώτα, ολοκληρωτικά, δημοκρατικά, χουντικά κι αμερικάνικα, μόνον όσοι δεν κάθονται στ' αυγά τους υποφέρουν. Κι εμείς, εμείς που δεν ξέρουμε και ποιοι είμαστε, έτσι κι αλλιώς ούτε Αμερική ούτε Ρωσία θέλαμε: Γαλλία, Αγγλία, Ιταλία και Σουηδέζες ξανθές κι εύκολες ζητάγαμε.
Το 2013 διαβάζω κείμενα στο φέισμπουκ, σε μπλογκ (δε λέω ποιων) και με τρόπο παλιομοδίτικο αναρωτιέμαι πώς γίνεται τέτοια κείμενα να δημοσιεύονται στα σοσιαλμήντια για να τα δουν πάνω κάτω μια χιλιάδα ζευγάρια μάτια. Πώς γίνεται, αναρωτιέμαι παλιομοδίτικα, να μην τυπώνονται σε εφημερίδες, ώστε να διαβαστούν από χιλιάδες. Μετά θυμάμαι τα σαμιζντάτ, που έβγαιναν στον πολύγραφο και ξύπναγαν συνειδήσεις (οι συνειδήσεις είναι σχεδόν εκ φύσεως ναρκοληπτικές: επιβιώνεις ευκολότερα έτσι).
Με τα σαμιζντάτ των σοσιαλμήντια θα απαλλαγούμε κι εμείς από την δυστοπία που ζούμε, με κάτι κείμενα που διαβάζουν μια χιλιάδα ζευγάρια μάτια -- αλλά το καθένα θα φτιάξει, λέει, κι από ένα συγκρότημα.
Το μόνο που θα με απασχολούσε αν είχα γιο θα ήτανε να του εξηγήσω πώς γίνεται στα 2013 να κυνηγάει τους τσιγγάνους η ωραία Ελλάς και να μαντρώνει στις Αμυγδαλέζες όσους δεν πνίγονται στο Αιγαίο και δεν ανατινάζονται στα ναρκοπέδια του Έβρου. Για όλα τα άλλα, κάτι θα βρω να πω -- όπως μου έλεγε ο παππούς για τον αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό.
Ο πατέρας μου μυστικά ζήλευε την ΕΣΣΔ για έναν κυρίως λόγο: διάλεγε, λέει, το Κράτος τα παιδιά ανάλογα με τα ταλέντα τους και τα σπούδαζε δωρεάν. Ο πατέρας μου δε σπούδασε γιατί ο πατέρας του, ο παππούς μου, είχε χρήματα να σπουδάσει μόνον ένα παιδί. Η μητέρα μου δε σπούδασε γιατί ο πατέρας της, ο παππούς μου, δεν ήθελε να πάει στην πόλη και να γίνει πουτάνα η κόρη του.
Ο πατέρας μου αντιπαθούσε την ΕΣΣΔ: την αχρωμία και τον ολοκληρωτισμό. Διάβαζε βιβλία για το πώς το ΚΚΣΕ πρόδωσε τον κομμουνισμό και τις αρχές του μαρξισμού-λενινισμού. Μετά βγήκε ο Παπανδρέου και το ΠΑΣΟΚ για δεύτερη φορά, ο πατέρας μου σταμάτησε να ακούει μουσική, να διαβάζει βιβλία, να βλέπει ταινίες του Μπέργκμαν και του Κουροσάβα που του σύστηνε ο φίλος του ο Μπακογιαννόπουλος, που τον έπαιζε και η τηλεόραση.
Μια μέρα κρυφάκουσα. Είπε στην κουζίνα ο πατέρας μου στον πατέρα του: "αν ο εγγονός σου μεγάλωνε στην Κομμούνα, θα τον σπούδαζε το κράτος". Όχι ο γιος του, παρά ο εγγονός του πατέρα του. Γιατί ο πατέρας μου δεν ήξερε αν θα έχει χρήματα να σπουδάσει τον γιο του. Όταν ήρθε η ώρα, δεν είχε. Αλλά τελικά τον εγγονό του πατέρα του τον σπούδασε το κράτος.
Ο παππούς μου πίστευε στον κομμουνισμό αλλά δεν τα πήγαινε καλά με το ΚΚΕ. Έλεγε κάτι για τον Πλουμπίδη. Τον Δεκέμβρη του 1944 τον θεωρούσε έγκλημα του αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού, του αντιβασιλέως. Ο παππούς μου όμως κλονίστηκε με τον Γιαρουζέλσκι. Όταν πια έμαθε το 1989 για το έγκλημα στο Κατίν αποκήρυξε τον κομμουνισμό: "χίμαιρα ήταν". Μετά οχτώ χρόνια πέθανε.
Μεταξύ Γιαρουζέλσκι και 1989, ο παππούς μου μου αγόραζε βιβλία Σοβιετικών μεταφρασμένα στα ελληνικά. Ένα λεγόταν "Ένα καταπληκτικό αγόρι", μετάφραση Ζωρζ Σαρρή, η ιστορία του Σέργιου Δοχίεβιτς, που είναι ένα ανδροειδές-ρέπλικα και ζει στον σοβιετικό πρώιμο 21ο αιώνα της υψηλής τεχνολογίας. Ένα άλλο, δε θυμάμαι, κάποιου Ιβάν Ίλιν νομίζω, με έκανε να ενδιαφερθώ πολύ για την επιστήμη. Μέχρι σήμερα.
Εγώ διάβαζα για την ΕΣΣΔ. Η σκυθρωπή αχρωμία και ο ολοκληρωτισμός της με απωθούσαν. Κρυφάκουγα ιστορίες, οι γονείς μου δεν ήθελαν να είμαι αρνητικά προκατειλημμένος ούτε απέναντι στους Αμερικάνους, ούτε απέναντι στους Ρώσους. Ο Ριζοσπάστης ήτανε σαν τον Σωτήρα, σαν τη Φωνή Κυρίου: πίστευε και μη ερεύνα, που έλεγαν οι γριούλες. Κρυφάκουγα ιστορίες ότι οι ρωσίδες παιρνόντουσαν για ένα τζιν κι ένα ζευγάρι νάυλον κάλτσες από τους προνοητικούς και εφοδιασμένους τουρίστες που περιηγούνταν την ΕΣΣΔ με την Ιντουρίστ. Στην Κατερίνη το '82 οι Πολωνοί πούλαγαν οικοσκευές ολόκληρες (ακόμα έχω το μπουφάν κάποιου Πολωνού, τουπίκλην "πολωνέζα": ραμμένο για -10 βαθμούς και κάτω) αν πλήρωνες σε δολάρια. Όταν ήρθε από την Τασκένδη ο θείος ο Γιακούλης το '83, δεύτερος ξάδερφος της μάνας μου, κοίταγε τα ψυγεία στο χωριό με δέος που αρμόζει στον πιθηκάνθρωπο που ατενίζει τον μονόλιθο του 2001.
Αλλά ήτανε, λέει, καλύτερα στην Κομμούνα παρά να είσαι μαύρος στην Αλαμπάμα και τον Μισσισσιπή. Ή από το να είσαι μη κομμουνιστής στην Άλμα Άτα και το Φρούνζε. Άλλωστε σε όλα τα καθεστώτα, ολοκληρωτικά, δημοκρατικά, χουντικά κι αμερικάνικα, μόνον όσοι δεν κάθονται στ' αυγά τους υποφέρουν. Κι εμείς, εμείς που δεν ξέρουμε και ποιοι είμαστε, έτσι κι αλλιώς ούτε Αμερική ούτε Ρωσία θέλαμε: Γαλλία, Αγγλία, Ιταλία και Σουηδέζες ξανθές κι εύκολες ζητάγαμε.
Το 2013 διαβάζω κείμενα στο φέισμπουκ, σε μπλογκ (δε λέω ποιων) και με τρόπο παλιομοδίτικο αναρωτιέμαι πώς γίνεται τέτοια κείμενα να δημοσιεύονται στα σοσιαλμήντια για να τα δουν πάνω κάτω μια χιλιάδα ζευγάρια μάτια. Πώς γίνεται, αναρωτιέμαι παλιομοδίτικα, να μην τυπώνονται σε εφημερίδες, ώστε να διαβαστούν από χιλιάδες. Μετά θυμάμαι τα σαμιζντάτ, που έβγαιναν στον πολύγραφο και ξύπναγαν συνειδήσεις (οι συνειδήσεις είναι σχεδόν εκ φύσεως ναρκοληπτικές: επιβιώνεις ευκολότερα έτσι).
Με τα σαμιζντάτ των σοσιαλμήντια θα απαλλαγούμε κι εμείς από την δυστοπία που ζούμε, με κάτι κείμενα που διαβάζουν μια χιλιάδα ζευγάρια μάτια -- αλλά το καθένα θα φτιάξει, λέει, κι από ένα συγκρότημα.
Το μόνο που θα με απασχολούσε αν είχα γιο θα ήτανε να του εξηγήσω πώς γίνεται στα 2013 να κυνηγάει τους τσιγγάνους η ωραία Ελλάς και να μαντρώνει στις Αμυγδαλέζες όσους δεν πνίγονται στο Αιγαίο και δεν ανατινάζονται στα ναρκοπέδια του Έβρου. Για όλα τα άλλα, κάτι θα βρω να πω -- όπως μου έλεγε ο παππούς για τον αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
























