Σάββατο 26 Μαρτίου 2016

Hate list, μέρος Β'


όσοι πάνε να με κοροϊδέψουν μες στα μούτρα μου

"σημειολογία" και "σημειολογώ", ιδίως αντί του "ερμηνεία" και "ερμηνεύω"
πλοία
ΚΤΕΛ
ΙΧ
αεροπλάνα
Ryanair
γυναίκες που νιαουρίζουν
ζάχοι χατζηφωτίου
καθηγητοκρατία
ιατρική καφρίλα
εκταφή
ξερόλες
ξερόλες

ξερόλες
τζάμπα αντιευρωπαϊσμός
φετιχιστικός ευρωπαϊσμός
όσοι δεν χορεύουν σε χορευτάδικα
κολοκυθόπιτα
Στρατός
μαγιό βερμούδα
μπάλα
Γαύρος
KISS
ταξί που ζέχνουν
ταρίφες που  κλέβουν
Καμίνης

άσχετοι μπάρμαν

κόμικ με μαλακία σενάριο
όταν δεν ξέρει τι θέλει η γάτα
Κρίστεβα
Λακάν
Ντεριντά
ελεκτρόνικα πίου πίου
Ντελέζ
Hotel California
Boston
New Age
WWF (του κατς όχι των πάντα)
στίχοι Λ. Νικολακοπούλου
τουλούμπες
δίπλες
marshmallow
steak and kidney pie
Τσάκωνας
Θ. Αγγελόπουλος

κλειδιά που μαγκώνουν
νερουλός φραπές
Julia Roberts

πληγούρι με ντομάτα
ζέστη κι υγρασία
θεωρίες συνωμοσίας
πλαστικά πιρούνια
μαχητικοί άθεοι
μαχητικοί βίγκαν
πιαρτζήδες των θρησκειών
μανατζερίστικα

κράμπες
λουμπάγκο
φαγούρες
άγχος
όσοι προκαλούν άγχος
επιστημονικό ρεπορτάζ
Serge Gainsbourg

άσχετοι ντιτζέι

χατηράκια στο σεξ
βρώμικα ξενοδοχεία
αεροδρόμια (εκτός του Όσλο και της Κωνσταντινούπολης)
ταινίες που χάνονται καθώς εκτυλίσσονται
Darjeeling Express
The Life Aquatic with Steve Zissou
Best Exotic Marigold Hotel
ταινίες σπλάτερ (πλην Ταραντίνο)
Lost in Translation
Star Wars (και οι εφτά)
τσόντες POV

κατσαρίδες
κουνούπια
μύγες

Χ. Ρώμας
σουτζούκι που δεν καίει
ναιμεναλλάδες
υπεροπτικοί γραφιάδες
ξενοδοχεία χωρίς σαμπουάν κι αφρόλουτρο
οψιμαθείς γκουρμέδες
απατεώνες εστιάτορες
ψυχολογιοποίηση

το πολύ κρέας
μέτριο κρασί
αποστεωμένα μοντέλα
Τσακνής
Θηβαίος
Αλκίνοος Ιωαννίδης
AOR
κουτσομπόληδες συγγενείς
κατειλημμένες τουαλέτες
ρακή της πλάκας
μουσακάς τίγκα στα παλιόλαδα

κομπλεξικά σκυλιά (συνήθως τσιουάουα)
τηλεοπτικές σειρές που είναι κυρίως κοιλιά
σαγιονάρες

GatheRate

Κυριακή 20 Μαρτίου 2016

Hate list, μέρος Α'


Χριστιανόπουλος
Jarvis Cocker
Μουζουράκης
Matthew McConaughey
Κιούμπρικ
Γκοντάρ (εκτός από το A bout de souffle)
εντόσθια (εκτός από πατέ)
ό,τι έχει να κάνει με ζόμπι (εκτός από το 28 days later)
Grande Bellezza
Κύπρος
αγγούρι, κολοκύθι, πεπόνι, καρπούζι
εσπερινοί και όρθροι
τουρισμός σε πάμφτωχους τόπους
Σαουδική Αραβία
Ντουμπάι
Σιγκαπούρη
Τέξας
Τόρηδες
Middle England
Νότια Γερμανία και Αυστρία
σκατολογικό χιούμορ
Π. Φιλιππίδης
Σεφερλής
Θ. Δ. Φραγκόπουλος
Θέμος
Μάκης
Κασιμάτης
Χωμενίδης
blended ουίσκια
ακαταστασία μέσα στο σπίτι
οι πλαστικές σακούλες ως μέσο αποθήκευσης

Η επαρχία ως βίωμα και ως αναπαράσταση
Προάστεια
Slumdog Millionaire
ΚΚΕ
passive-aggressive
θρασυδειλία
γιαπωνέζικες τσόντες
κέτσαπ και μουστάρδα στον γύρο
θυμόσοφη ποίηση
ποίηση περί ποιητικής αντιποιητικών ποιητών
Catch 22
I promessi sposi
Μορμόνοι
αγγλικός αντιευρωπαϊσμός
στίχοι Φοίβου Δεληβοριά

Κοέν και Ντύλαν ως τραγουδιστές
Eros Ramazzotti
Πικραμένοι τέως αριστεροί γραφιάδες
γεμιστά με κιμά
ντολμαδάκια γιαλαντζί με κιμά
"Καλό Παράδεισο"
αστικός θόρυβος
ποπ τσιφτετελοαμανέδες
τσιγαρίλα
Άμστελ, Αλφα, Χάινεκεν
όξινος καφές
αμερικάνικοι υπερθετικοί
τσιουάουα
Παπανούτσος
Λαζόπουλος
μη αφράτοι κεφτέδες
βιασύνη στο σεξ

Καζαντζίδης
ξεσκόνισμα
σιδέρωμα
Roberto Benigni

Ιταλοί τουρίστες
Μιλανεζίλα
Τζιν Hendrick's
Άγγλοι τουρίστες
Καστιλιάνικη χαζομάρα
Ισραηλινός τσαμπουκάς
ψάρια όλο κόκαλα
Ρεπουμπλικάνοι χριστιανοί
ημίξηρο κρασί
κανέλα στο φαΐ
κανέλα στον καπουτσίνο
δίψυχη πίπα
Kiss
ελληνικός μπακλαβάς

SUV
χορτοφαγικό σούσι
να μη βγάζουνε φλας κι αλάρμ
σοβαροφάνεια
ξερολίαση
slut shaming
Big Lebowski
τραχανάς με ντομάτα
bitter
ζέστη
αντηλιά
σκόνη
υγρασία με ζέστη
ανομβρία
κοτλέ
Κ. Μόντης
ξεραΐλα
εγγλέζικα μεθύσια
γέροντες αφημένοι μπροστά στην τηλεόραση
στεγνά πεϊνιρλί
ουαχαμπιστές
γλωσσαμύντορες
ΠΑΣΟΚ
χρηστομάθεια
μπρελόκ που τους σφυρίζεις
φολκλόρ για τουρίστες
ο λόγος του Σαββόπουλου
φιλάνθρωποι μαικήνες
φτηνά λογοπαίγνια
μισάνθρωποι συγγενείς
μέντα και δυόσμος
γύρος από παλιοκρέατα
πατάτες γιαχνί
στενά κορμάκια που δεν ξεκουμπώνουν
καθηγητές πανεπιστημίου
Άνθιμος Θεσσαλονίκης
Σεραφείμ Πειραιώς
Αμβρόσιος Καλαβρύτων
κλιματισμός με ανοιχτά παράθυρα
τζάμπα μάτσο αντράκια
πυγμαλίωνες
νερό εβιάν

GatheRate

Εγκώμιο του μεσημεριανού ύπνου

Ύπνο χορταίνω το πρωί. Αλλά χρειάζομαι σκοτάδι ή συσκότιση, τεχνητή νύχτα. Και όταν κοιμάμαι και όταν είμαι ξύπνιος με ενοχλεί η αντηλιά.

Ο μεσημεριανός ύπνος όμως είναι κάτι άλλο. Τραβάς τις κουρτίνες, χαμηλώνεις ή μισοκλείνεις τα πατζούρια· κοιτάς με μισόκλειστα μάτια τον κόσμο είτε πάνω από τον ψηλό ορίζοντα των παλωμάτων που σε μονώνουν τον χειμώνα, με το φως θαμπό και λοξό να λερώνει το δωμάτιο, είτε με τις μαξιλαροθήκες να δροσίζουν την παρειά το καλοκαίρι, όταν το φως είναι κοφτερό και οι παχειές σκιές αναγκαίες. Είναι σημαντικό τα χρώματα να είναι λίγο πιο θαμπά και οι πόρτες να είναι κλειστές.

Αυτή η διάθεση λίγο πριν σε πάρει ο μεσημεριανός ύπνος, ενώ ο κόσμος κορυβαντιά κάτω από τον ήλιο ή ενώ, τον χειμώνα, ετοιμάζεται να βρεθεί σύντομα μέσα στο σκοτάδι, δημιουργεί μια πολύ συγκεκριμένη διάθεση, μια διάθεση μεταξύ ευφορίας και αποκάρωσης, ασφάλειας και παραίτησης. Βρίσκεσαι και να διαλύεσαι ταυτόχρονα μέσα στον επερχόμενο ύπνο και να βλέπεις τον μικρόκοσμο γύρω σου με καθαρότητα αλλά θαμπά φιλτραρισμένη -- με μια αλλόκοτη ευδία σχεδόν αντιφατική. Σχεδόν βλέπεις τον κόσμο γύρω σου με χοντρό κόκκο, αλλά τον βλέπεις καθαρά και με σαφή περιγράμματα.

Συνεπώς υποθέτω πως αυτός ο επιφανής πρόγονος των στάτους στον fb και των τουήτ, το Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου, είναι μάλλον προϊόν στιγμών πριν από μεσημεριανό ύπνο. Ακόμα κι αν αυτό δεν ισχύει, το βιβλίο αποδίδει τη διάθεσή τους: πριν τον μεσημεριανό ύπνο είμαστε βαρείς αλλά έτοιμοι και δεκτικοί. Πριν τη σιέστα τρέχει ο νους αλλά όχι με το φρενήρες κι εξοντωτικό σπριντ της αϋπνίας, παρά με χάρη και τέμπο δρομέα μεγάλων αποστάσεων. Το φως, το ίδιο φως που ανθρώπους σαν κι εμένα μας ξυπνάει πριν την ώρα μας τα πρωινά, γίνεται συντροφιά είτε καθώς σβήνει τον χειμώνα κι απαλαίνει, είτε με τις εγκάρσιες τομές που χαράζει στους τοίχους σε ωραίες αμβλείες γωνίες.

Είναι ωραίο κρασί ο μεσημεριανός ύπνος, γλυκόπιοτο αν και βαρύ, δίνει όνειρα εφήμερα και οράματα σχεδόν ναρκωτικά.

GatheRate

Τετάρτη 16 Μαρτίου 2016

Ο κυκλικός χρόνος


Ο κύκλος φέρνει τις ίδιες έννοιες κάθε φορά, τα ίδια ερεθίσματα και τις ίδιες διαθέσεις, με κανονικότητα ρολογιού. Ενός ρολογιού που κάνει τους κύκλους του από τα βυζαντινά χρόνια, αν και οι ώρες έχουνε πλέον ελαφρώς διαφορετικά ονόματα και ενώ κάπως διαφορετικοί κούκοι και τραγουδάκια σημαίνουν την κάθε ώρα.
 
Χριστούγεννα: Ξεκινούν νωρίς. Θεάνθρωπος και αγάπη. Ψώνια για δώρα και για τραπέζι. Σωτήρας και φάτνη. Τουλάχιστον χαίρονται τα παιδιά. Φορτωνόμαστε κλιματικές φαντασιώσεις βορείως των Άλπεων και πέριξ των Μεγάλων Λιμνών. Τον Άη Βασίλη, που είναι ο Άη Νικόλας, που είναι τευτονικό τελώνιο. Φαΐ. Πολύ φαΐ. Φαΐ για ανθρώπους που περπάταγαν πολύ ακόμα κι αν δεν μοχθούσαν, μέσα σε κρύα σπίτια χωρίς ψυγεία. Μια αγρυπνία χωρίς περιεχόμενο, με λαμψη και πρασινοκόκκινα στολίδια, εκτός και αν εκκλησιάζεσθε νωρίς, οπότε και κατά το ρεβεγιόν ακόμα νηστεύετε. Φωτάκια. Καμπάνες που δεν ακούγονται.
 
Την Πρωτοχρονιά έχουμε μια ανάπαυλα: χαρτοπαίγνια, μεθύσι, ξενύχτια. Μια σύντομη και κάπως στημένη αναμέτρηση με τον χρόνο, όπως στα γενέθλια. Νοσταλγία. Ελπίδα. Τετραψήφιες ευχές, η συμπύκνωση ενός χρόνου πριν κι ενός χρόνου στο μέλλον μέσα σε ώρες, σε ευχές, σε προσδοκίες, σε resolutions. Κέρμα μέσα σε κέικ που δεν θα φας, κέρμα τυχερό του οποίου ο οιωνός έχει λησμονηθεί μέσα σε μια βδομάδα το πολύ. Τσιφτετέλια σε συνοικιακά μπαρ-καφετέριες-κλαμπ.
 
Απόκριες. Μασκαρέματα και τσικνιστή κρεωφαγία σ' έναν κόσμο που το ζαμπόν είναι πιο προσιτό προσφάι από τις ελιές. Χημικοί αφροί, σερπαντίνες που ποτέ δεν ξετυλίγονται σωστά. Παρενδυσίες. Ανούσια άρματα αφελούς κ ιανώδυνης σάτιρας, στολές για να γίνεις άλλος αλλά όχι πολύ, λάτιν και ντίσκο -- μουνάτα Δόμνας Σαμίου, αν είστε του Παντείου. Πλαστικά ρόπαλα. Κάτι για Διόνυσο. Εκδηλώσεις των δήμων. Ξενογαμίες κι αρπαχτές στην Πάτρα μόνο, άντε κι αλλού.
 
Καθαρά Δευτέρα. Πολύ φαΐ. Χαρταετοί κινέζικοι κι αζύγιαστοι από τα Τζαμπο. Κακό κρασί. Λάθος θαλασσινά και υδατάνθρακες πολλοί. Ευχές για τη Σαρακοστή. Τι είναι η Σαρακοστή; Δεν έχουν αίμα τα χταπόδια.
 
Μεγάλη Τρίτη, Μεγάλη Πέμπτη και Μεγάλη Παρασκευή. Μετάληψη drive through. Κατάνυξη. Πάθη. Πένθος. Νύστα και λιβάνι και καμπάνες. Κρύο υγρό. Κεριά και βαρειά λουλουδίλα, πηγμένοι καράφλες οικογενειάρχες μπανίζουν μυροφόρες με καλαθάκια. Θεία Πάθη. Σωτήριο Πάθος. Κατάνυξη ξανά κι Ορθοδοξία. Βραχεία νηστεία. Νυμφίος. Ψαλτικά μινυρίσματα, παράφωνα εγκώμια. Ελληνισμός-Παράδοση-Σταυρός που ακολουθεί η
 
Ανάσταση. Παρά πέντε μπαίνεις, στο και πέντε βγαίνεις. Σαρκί υπνώσας ως θνητός; Πάσχα! Εντόσθια, αρνιά, κατσίκια, άντερα, συκώτια, νεφρά και καρδιές, αθώα αρνάκια και κατσικάκια που δεν μυρίζουν, πέτσα που στάζει λίπα. Ξύγκι στο χώμα. Κόκκινα αυγά που δεν τρώγονται παρά σε σαλάτα. Δημοτικά και σκυλοπόπ. Νοτισμένο χώμα. Αγιάζι. Νάρκη. Τσουρέκια καουτσούκ εδώδιμο. Φορσέ χαρά. Φορσέ γλέντι. Έλληνες, Ρωμιοσύνη, Χριστός. Η πρέζα της Ανάστασης για τις ευαίσθητες ψυχές ή για κείνες που πενθούν.
 
Μετά ανάπαυλα. Μετά η ευλογημένη καθημερινότητα: μέρες που είναι Τρίτη και Σάββατο και 6 και 20 του μηνός χωρίς να είναι και κάτι άλλο. Η μεγάλη έρημος των εμποροϋπαλλήλων και των μισθωτών. Μέχρι την άδεια και το Μεγάλο Ραμαζάνι του Θέρους & των Κυκλάδων, αλλά αυτά τα είπαμε αλλού.

Πρώτη δημοσίευση στο The Greek Cloud.

GatheRate

Δευτέρα 14 Μαρτίου 2016

Αισθητική

Από τον καιρό που έγιναν δημοφιλή τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, μάθαμε ότι η Αισθητική κατέχει κεντρική θέση στο πώς αξιολογεί ο μέσος χρήστης τους τον κόσμο, τους άλλους, τα πράγματα. Η Αισθητική, αν δώσουμε βάση σε όσα διαβάζουμε, είναι μείζων και της πολιτικής και της ηθικής. Επίσης, διαφέρει από την πολιτική και την ηθική στο ότι προσβάλλεται, καμμιά φορά πολύ εύκολα. Σε αυτό η Αισθητική μοιάζει με τις πεποιθήσεις.

Η Αισθητική κατά τους σοσιαλμηντιακούς χρήστες δεν είναι ανοιχτή στον διάλογο. Οι χρήστες των σοσιαλμήντια δίνουν πολλές φορές την εντύπωση σύναξης Γερμανών φιλοσόφων, κυρίως τεθνεώτων, αν κρίνει κανείς από το πόσο τους απασχολεί η Αισθητική. Είναι δε η Αισθητική όπως το δόγμα από καθέδρας ή εξ Οικουμενικής Συνόδου (ανάλογα με το πώς κάνετε τον σταυρό σας): αξιωματική και απόλυτη. Επίσης, η Αισθητική έχει κτήτορες, ιδίως όταν προσβάλλεται, πάλι όπως οι πεποιθήσεις. Η Αισθητική είναι η κατηγορία στην οποία εφεσιβάλλουμε όταν εξαντληθούν ή στομώσουνε τα πολιτικά και ηθικά επιχειρήματα.

Η Αισθητική είναι κάτι αιώνιο, αΐδιο κι απαρασάλευτο. "Στατικό", "αντιδιαλεκτικό" και "αγκυλωμένο" θα έλεγαν κάποιοι κακόπιστοι. Ξανά όπως το δόγμα, ή την έχεις την Αισθητική, άρα την έχεις στην ορθή εκδοχή της, ή δεν την έχεις.

Συνελόντι ειπείν, την Αισθητική την επικαλείσαι είτε επειδή την έχεις είτε επειδή σου την προσβάλλουν. Όπως η τιμή της κόρης: ανελαστική και άκαμπτη. Μοναδική και σπάνια, μακριά από Βαλκάνια.

Η Αισθητική στα σοσιαλμήντια διψάει για το υψηλό, το κομψό και το καλαίσθητο. Αν κάτι δεν πολυφαίνεται για τίποτε από τα παραπάνω, μπορεί να γίνει αποδεκτό ως ακραία ειρωνικό (παρά τοις αστοίς) ή ακραία σατιρικό (παρά τοις αριστεροίς). Βεβαίως, αυτό το κάτι δεν έχει ακριβώς Αισθητική, δεν είναι δόγμα, παρά είναι σαν τα μυστήρια που "τα ξέρει μόνον ο Θεός παιδί μου", όπως λεν οι πατέρες, οι γεροντάδες κι ο παπα-Ηλίας Ζερβός στη Μανταλένα.

Η Αισθητική στα σοσιαλμήντια αγωνιά για το γνήσιο: ποίηση κι όχι ποιητισμός, λαϊκό κι όχι σκυλέ, εργατιά κι όχι πρασινοφρουροί, Ευρώπη κι όχι Βαλκάνια, Ανατολή (καθ' ημάς ή μη) και όχι κοραΐστικα. Η γνησιότητα είναι πολύ σημαντική υπόθεση, όπως και η τιμή της κόρης: δεν αρκεί κάτι να φαίνεται ότι έχει Αισθητική, πρέπει να την έχει an Sich. Άλλος ο Κοεμτζής κι άλλος ο θαμώνας του Καρρά, άλλο να μεταρσιώνεσαι με Μπουξτεχούντε και Γαμώ κι άλλο οι κυρίες του Μεγάρου, άλλο ο Γκόρπας κι άλλο ο Λειβαδίτης, άλλο η κομψή γκρίνια του Μάρκαρη κι άλλο ο λαϊκιστής Λουντέμης.

Η Αισθητική, όπως κάθε άξιο δόγμα, υπαγορεύει ασκητική πράξη: η δεξιά αισθητική αποζητεί το στωικό και απέχει ιουδαϊστί από το βδέλυγμα του "λαϊκισμού": της ενασχόλησης με ψωμί και λάσπη, με το αίμα και το σάλιο, με τη θεματολογία ή τις χαρές της φτώχειας· απέχει από τους Τζακ Λόντον του κόσμου τούτου. Η αριστερή αισθητική αναζητεί καλβινιστί το καθαρά "λαϊκό", το ανόθευτο κι ενίοτε το παραδοσιακό, καταδικάζει εκζητήσεις κι ανιστορικότητες, απολίτικους μονολόγους κι αναχωρητισμούς· αναθεματίζει κάθε τι ποπ, συναισθηματικό και αφαιρετικά όμορφο.

Στο παρελθόν, την Αισθητική την κράτησαν ψηλά οι δύο νταβάδες της νεοελληνικής σκέψης: ο γυμνασιάρχης, που κατηχεί κι εξουσιάζει, και ο παλαιοκνίτης, που καταπνίγει ό,τι εστετίστικο. Και οι δύο ευαγγελίζονται το πρωτείο της Αισθητικής, δηλαδή της τιμής της κόρης, του δόγματος. Ο μεν γυμνασιάρχης όμως, όταν λέει Αισθητική εννοεί "η δική μου κανονιστική ηθική". Ο δε παλαιοκνίτης κάνει αισθητικές κρίσεις που είναι πολιτικές δηλώσεις, αξιολογήσεις του κατά πόσον το ποίημα, το τραγούδι ή το κολάζ ευθυγραμμίζονται με τη δική του συγκεντρωτική και πατερναλιστική πολιτική.

Και οι δύο προστάζουν: μη συγκινείστε τζάμπα.

Λέει ο γυμνασιάρχης: μη συγκινείστε αν δεν "συνάδει" το θέμα της συγκίνησής σας με το κλάσμα δυτικού πολιτισμού που θεωρώ υψηλό και τον Κανόνα, τουρκοβαλκάνια μπάσταρδα του Αλέξιου Κομνηνού.

Λέει ο καθοδηγητής: μη συγκινείστε αν δεν έχετε διερευνήσει σε βάθος τους κοινωνικοπολιτικούς όρους μέσα στους οποίους συγκινείστε, γιουσουφάκια του θεάματος.

Αμφότεροι αφυψηλάτορες περιφρονούν τα μικρά, τα ευτελή και τα χθαμαλά, όσα κρύβουν για τους περισσότερους από εμάς τις μεγάλες μας χαρές.

Στις σύγχρονες εκδοχές τους, αυτές των κοινωνικών μέσων δικτύωσης, οι καλλιεργημένοι διαθέτουν άφθονο και μισανθρωπικό χιούμορ. Είναι φορείς του δόγματος της Αισθητικής και υπερασπιστές τής τιμής της, συνεπώς δικαιούνται να κάψουνε στην πυρά και κανα σκουπίδι παραπάνω. Κι όμως αναρωτιέται κανείς εάν οι σπουδές ή το έργο των ιεροεξεταστών της Αισθητικής, χωροφυλάκων ή κομισάριων, δικαιολογεί τη στάση τους. Ακόμα και αν δεχτούμε ότι απλώς μισούν το χθαμαλό, όπως το ορίζει ο καθένας τους, άραγε τι διάολο έχουνε σπουδάσει κι έχουνε δημιουργήσει για να τους ξινίζει τόσο η ανθρώπινη κατάσταση και το πώς την αγκαλιάζει η χθαμαλή κουλτούρα; Τόσο βαθιά χωμένοι είναι είτε στο vissi d'arte είτε στην καρδιά της λαϊκής έκφρασης τέλος πάντων;

Ψυχολογιοποιώντας λιγάκι, θα νόμιζε κανείς ότι η διαφύλαξη του δόγματος και της τιμής της κόρης της Αισθητικής καθώς και το γενικευμένο κι άσβεστο μένος των διανουμενέ ιεροεξεταστών, των αριστερομετρητών και των αγέλαστων τιμητών εκπορεύονται από ένα και μόνον ένα πράγμα: υποψιάζονται ότι οι κλαρινογαμπροί, οι σκυλοπόπ και όσοι θεωρούν περίτριμμα, οι τουρκοβαλκανίλες και το απολίτικο λουμπεναριό περνάνε πολύ πολύ καλύτερα από τους ίδιους.

Σε κάθε περίπτωση, ας ασχοληθεί ο καθένας με αυτό που αγαπάει: τον Διονυσίου ή τον Σοπέν ή και τους δύο, τον Λ. Φρόυντ, τη Λέιντι Γκάγκα ή τη Λαίδη Άντζι. Τον Μπόουι, τον Χρηστάκη, τον Λέμυ, τον Ντίο, τον Δαλιανίδη, τον Μπέλα Ταρ και τον Γιάντσο, τη Βιρτζίνια Γουλφ ή την Άννα Συνοδίνου, τους Κέλτικ Φροστ, τον Σπίλμπεργκ, τον Μπαγιαντέρα ή τους Νιου Όρντερ, τη Μελίνα ή τον Χορν ή τον Τερζόπουλο, τον Σεφερλή ή τον Ρέτση. Ας μας το δείξει αυτό που αγαπάει στα μεϊντάνια των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Κι ας μην αναθεματίζει τους άλλους. Αλλά, θα μου πείτε, και πώς θα κινηθεί η χολή στην Αγορά των σοσιαλμήντια; Κλέφτες να γίνουνε;

Πρώτη δημοσίευση στο The Greek Cloud.

GatheRate

Πέμπτη 10 Μαρτίου 2016

Ο θάνατος ξανά


Η Κόλαση είναι δημοφιλής γιατί έχει και ταξικό χαρακτήρα. Η Κόλαση είναι η μόνη ελπίδα που δίνει η θρησκεία για μια κάποια σκιά φαντασιακής κοινωνικής δικαιοσύνης, και μάλιστα η θρησκεία που απευθύνεται σε έναν βάρβαρο και άχαρο κόσμο όπου οι φτωχοί ζούσανε λίγο, αρρώσταιναν πολύ, χαίρονταν σε μικρές δόσεις και δούλευαν ατελείωτα -- όταν δεν σφαζόντουσαν για πλάκα σε ακατανόητους πολέμους. Η χριστιανική κόλαση για αιώνες κατοικούνταν από μάλλον εύπορους άνδρες και τις γυναίκες τους (έτσι ακριβώς) που χαίρονταν τη ζωή: για το φτωχό εκκλησίασμα ήτανε προφανές και καθημερινή πραγματικότητα ότι τη χαίρονταν εις βάρος τους. Για αιώνες, για να χαρείς τη ζωή θα έπρεπε να είσαι κάποιας λογής άρχοντας ή κάτοικος της πόλης -- και οι φτωχοί, ιδίως της υπαίθρου, δεν μπορούσαν εύκολα να τους ξεχωρίσουν.

Ο ταξικός χαρακτήρας της Κόλασης φαίνεται στην παραβατολογία: ο κατάλογος των αμαρτημάτων που σε στέλνουνε στη χριστιανική Κόλαση στοιχειοθετούν μετά τον 19ο αιώνα τη ζωή μας ολόκληρη, αλλά για τους δουλοπάροικους και τους εξαθλιωμένους χωρικούς θα ήταν οι πολυτέλειες της ζωής άλλων και μάλιστα των προνομιούχων. Αρκεί κανείς να θυμηθεί τον χαρακτήρα της φανατικά προτεσταντικής εξέγερσης στο Μύνστερ. Αρκεί να δει τις τοιχογραφίες με τους διάφορους κολασμένους: μόλις φύγει κανείς από τους φόνους και τις μοιχείες (εξίσου απεχθείς για τη χριστιανική πίστη, κάτι που είναι η ρίζα της φρικώδους ηθικής του Δυτικού Κόσμου), η γκάμμα των παραβάσεων περιλαμβάνει στοιχεία μιας κάπως καλύτερης ζωής ή των τρόπων να την αποκτήσει κανείς μέσα στη φεουδαρχία: κλοπή, ψεύδος, απάτη, τοκογλυφία αλλα και υπερηφάνεια ή οργή.

Αφήνοντας την Κόλαση κατά μέρος, όπως μεγάλο μέρος της χριστιανικής πίστης προσπάθησε να κάνει, ο άλλος φαντασιακός μεγάλος ταξικός διορθωτής είναι ο ίδιος ο θάνατος. Στην νεκρώσιμη ακολουθία της Ορθόδοξης Εκκλησίας υπάρχει το παρακάτω ιδιόμελο του Ιωάννη του Δαμασκηνού:

Ποῦ ἐστιν ἡ τοῦ κόσμου προσπάθεια; Ποῦ ἐστιν ἡ τῶν προσκαίρων φαντασία; Ποῦ ἐστιν ὁ χρυσὸς καὶ ὁ ἄργυρος; Ποῦ ἐστι τῶν οἰκετῶν ἡ πλημμύρα καὶ ὁ θόρυβος; Πάντα κόνις, πάντα τέφρα, πάντα σκιά.

Κι αναρωτιέται κανείς: πλημμύρα και θόρυβος υπηρετών; χρυσός και άργυρος; Τόσο φραγκάτοι ήταν όσοι πέθαιναν τότε; Βεβαίως ο Δαμασκηνός θέλει να μας πείσει, και δεν είναι δύσκολο, για κάτι άλλο: ότι ακόμα και αν διαθέταμε χρήμα και σπιτικά με υπηρέτες, ο θάνατος θα ήταν και η δική μας κληρονομιά. Η βάναυση, σύντομη και στερημένη ζωή που πέρναγαν οι άνθρωποι ήταν υποφερτή, μια μαθητεία σκληρή σαν των παραγιών, αφού η πραγματική χαρά θα ερχόταν μετά και αφού και οι πιο άνετοι και χορτάτοι κι υγιείς (άρα εύποροι) την ίδια κατάληξη θα είχαν.

Ειδικά στο θέμα του θανάτου, η θρησκεία ως όπιο είναι ιδανική μεταφορά: καταπραΰνει αλλά και αποχαυνώνει.

GatheRate

Τετάρτη 9 Μαρτίου 2016

Σεξ, άντρες, σχέσεις: ο Σραόσα προς τις αναγνώστριες


Αποφάσισα κι εγώ να κάνω αυτό που κανονικά θα έπρεπε να είναι η καριέρα μου: ένας κοσμοπολίτης που δίνει συμβουλές στο Κοσμοπόλιταν.

Λοιπόν, νέες! Και λιγότερο νέες, αλλά τσαχπίνες!

Οι άντρες

Οι άντρες είναι πλάσματα προνομιούχα αλλά δεν το ξέρουν: όλοι και όλα κι εσείς οι ίδιες για τους άντρες δουλεύετε. Οι άντρες θέλουνε να σας κατέχουν. Και τους διευκολύνει η κοινωνία να σας κατακτήσουν: αν είναι καλοί σε όλα, εύλογα· αν είναι ωραίοι, αναπόφευκτα· αν είναι εραστές, ευφρόσυνα· αν είναι ευφυείς, αν μη τι άλλο. Για τους ευφυείς θα τα πούμε παρακάτω.

Κι όμως, κορίτσια, γυναίκες, κυρίες, τα προνόμια τούς τρελαίνουν: οι άντρες είμαστε ψυχ και προβάλλουμε τη δική μας θεματάρα πάνω στην περίοδο σας και στην άβυσσο της ψυχής σας (πότε η κόλαση και ο πότε ο παράδεισος) που είναι, βεβαίως, η άβυσσος (και καλά) του κόλπου σας. Γιατί, αν αντιστρέψουμε το κατά Φρόυντ ζόρι του φαλλού, όλοι από κόλπο ξεπεταχτήκαμε αλλά οι άντρες δεν διαθέτουμε δικό μας. Και τον ψάχνουμε λέγοντας ότι ψάχνουμε να βρούμε την προέλευσή μας και το ποιοι είμαστε και τέτοια. Λες και είμαστε βρέφη που τρώνε, κοιμούνται, χέζονται. Κάποιοι είμαστε, τέλος πάντων, όμως ας αφήσουμε τα γιωσαφατλίκια κι ας πάμε πιο κάτω.

Οι άντρες γουστάρουμε να κατέχουμε. Κάνουμε και συλλογές. Κυρίως θέλουμε να κατέχουμε γυναίκες. Αν δεν μπορούμε να τις κατέχουμε, τότε ή τις περιφρονούμε (πουτάαανεεεες) ή τις πατρονάρουμε (κάτσε κορίτσι μου να σου πω λίγο τι σου συμβαίνει). Όταν τις κατέχουμε, τις περιφρονούμε (πουτάααανααααα) ή τις πατρονάρουμε (κάτσε κορίτσι μου να σου πω λίγο τι σου συμβαίνει).

Οι ευφυείς άντρες

Επίσης, γνωρίζω, φίλες μου, ότι πολλές από εσάς θέλετε να κάνετε σεξ με ευφυείς άντρες. Ως ευφυής άντρας, την καλωσορίζω αυτή την προτίμηση. Πέραν αυτού, αναγνωρίζω ότι οι ευφυείς άντρες είναι ευέλικτοι (αν και όχι ανατομικώς), γαμοεφευρετικοί, προγραμματικά μισόμουρλοι σε ό,τι κάνουνε και σεξουαλικά στοχοπροσηλωμένοι. Ακόμα και όταν έχουν εμμονές, τις διανθίζουνε με διάφορες παραλλαγές και πεταστές, κεντήματα κι υπορροές -- κι έτσι περνάει ευχάριστα η ώρα σας. Τα δε βίτσια τους είναι τόσο ξεκούδουνα ή σύνθετα, που μπορείτε να συμμετέχετε σε αυτά σαν να είναι πολύπλοκη φάρσα ή χαρτοπαίγνιο με ακατανόητους κανόνες. Επίσης, πάντα, σε πρακτικό επίπεδο μιλώντας, είναι ευχάριστη έκπληξη πόσο βοϊδάκια και γάτοι είναι οι ευφυείς άντρες, αν και λόγιοι, λογάδες και σκυθρωποί κατά κανόνα.

Παράλληλα, οι ευφυείς άντρες είναι πάντα λογάδες και σκυθρωποί, βαρείς κι ασήκωτοι. Όταν δεν είναι πυγμαλίωνες και δεν θέλουνε να σας φτιάξουν όπως οι άνω των σαράντα φίλες από εσάς (γιατί και σ' εσάς απευθύνομαι, κυρίες μου) ντύνατε την κούκλα της Μανίνας. Μόνο που δεν θέλουνε να σας ντύσουν, άλλωστε και δεν ξέρουνε να ντύνονται οι ευφυείς άντρες και νομίζουν ότι το μυαλό αναπληρώνει τη μπουζού μπροστά τους και τα φούτερ της μαμάς πάνω τους: να σας ελέγχουνε θέλουν.

Αλλά κι όταν ακόμα δεν θέλουνε να σας ελέγχουν και να σας ποδηγετούν και γενικώς να σας κουμαντάρουν και να σας μανουβράρουν όπως τα τάνκερ στον Ορινόκο, είναι λίγο ανυπόφοροι. Είναι βαρείς και σκυθρωποί, διότι άνθρωπος που γελάει χαζός θα είναι, εκτός και αν γελάει με τη χαζαμάρα των αλλωνών. Με το που θα οργάσουν θα τους πιάσει γλωσσοδιάρροια και θα νοσταλγήσετε τον Βαγγέλη που μετά έπεφτε ξερός για ύπνο. Θα σας κάνουνε και mindfuck, που είναι πολύ κακό πράμα: γιατί είπες αυτό που είπες και γιατί λες ότι δεν εννοούσες αυτό που είπες αφού ήξερες ότι θα καταλάβω πως το είπες για να μην το πεις αλλιώς -- και πάει λέγοντας.

Επίσης, αυτοί οι ευφυείς έχουνε συνήθως κάποιο έργο. Άσχετο αν εσείς δεν το βλέπετε ή δεν το καταλαβαίνετε ή δεν το θεωρείτε έργο: το έργο υπάρχει. Ε, πρέπει να το σέβεστε όσο και τον φαλλό τους. Ίσως και περισσότερο. Να ασχολείστε μαζί του και να το κατανοείτε αλλά και να το γουστάρετε. Να αντιλαμβάνεστε γιατί ο ευφυής ο άντρας θα γίνει ζωάκι και βοϊδάκι όχι γαμώντας σας αλλά και όταν μιλάει για το έργο του αντιπάλου (πάντα υπάρχουν αντίπαλοι, παντού, η ύπαρξή τους προσφέρει δόξα στον άνδρα) ή για τη γνώμη των επικριτών του. Να μη συγκατανεύετε απλώς, γιατί τότε θα είστε χαζογκομενίδι, να μην υπερθεματίζετε, γιατί θα είστε συζυγομανούλα και θα τους ευνουχίζει που τους θεοποιείτε: πρέπει να πολεμάτε στο πλευρό του, αλλά δύο βήματα πίσω. Όπως ορίζει το πρωτόκολλο.

Αυτά για σήμερα, νέες και λιγότερο νέες. Την άλλη βδομάδα θα μιλήσουμε για το παστίτσιο ως αφροδισιακό αλλά και ως απεικόνιση του οιδιπόδειου. Έως τότε, καλά κρασιά!

GatheRate

Μαρτία σονάτα


Πόλωση και συμψηφισμοί
Τουλάχιστον από το 2010 και μετά η ελληνική κοινωνία πολώθηκε. Η ταξική πόλωση αποτυπώθηκε στο δημοψήφισμα της 6ης Ιουλίου 2015, όπως επίσης αποτυπώθηκε η απόσταση της εικόνας που έχουνε τα ΜΜΕ για τη χώρα και τον κόσμο από την εικόνα που έχει το κοινό των ΜΜΕ, οι Έλληνες πολίτες.

Πόλωση επήλθε και στις ιδέες, στις αρχές και στις συνειδήσεις. Η πόλωση και τα αντιθετικά ζεύγη είναι πάντα η εύκολη λύση: ερμηνεύεις κάτι ψάχνοντας να βρεις το αντίθετό του και, αν δεν υπάρχει, το επινοείς. Όμως, από τη στιγμή που κάτι διαθέτει το αντίθετό του, μπορείς να υποκριθείς ότι έχεις εξουδετερώσει αυτό το κάτι, μέσω συμψηφισμού, αφού δύο αντίρροπα διανύσματα αλληλοεξουδετερώνονται.

Βεβαίως η άσκηση αυτή αποτελεί σοφιστεία, αφού στον πραγματικό κόσμο των επιχειρημάτων και του Πολιτικού τα διανύσματα δεν είναι ούτε αντίρροπα ούτε ισομεγέθη. Έτσι, άλλη η καταπίεση των μαύρων, αντεπιχείρημα του παλιού εκείνου κνίτικου συμψηφισμού, άλλη των αντιφρονούντων της ΕΣΣΔ. Επίσης, άλλο να κλείνει με φετφά και παρανόμως ένας δημόσιος οργανισμός ραδιοτηλεόρασης και να αντικαθίσταται από έναν εξίσου σπάταλο (και ακόμα χειρότερης ποιότητας), άλλο να χρεοκοπεί (πιθανόν) ένα ιδιωτικό κανάλι επειδή δεν βάζουν λεφτά οι μεγαλομέτοχοι του κι επειδή ούτε κάποιος άλλος βρέθηκε να αγοράσει μετοχές του.

Υπεράνω
Υπάρχει βεβαίως τρόπος να αρθεί κανείς πάνω από το ψεύδος των συμψηφισμών και από την τύρβη των επιχειρημάτων χωρίς να φθείρεται από την τριβή με αυτά και τους φορείς τους -- κυρίως τους φορείς τους. Αυτός ο τρόπος δεν είναι άλλος από το να καταλάβει ο απηυδισμένος κάποιο ύψωμα από το οποίο θα παρατηρεί τους ανόητους, αφελείς και φανατισμενους να διαπληκτίζονται. Η ανάβαση αυτή επιτυγχάνεται με τρεις μαθόδους συνήθως:
  1. με το να αφοσιώνεται κανείς στο is, το καθέκαστο, και να αφήνει κατά μέρος το ought to, το δέον, με το να περιορίζεται στην παρατήρηση και στην ερμηνεία, κατά προτίμηση στωικά χρωματίζοντας και τις δύο,
  2. με το να παραγνωρίζει κανείς ότι η πλεονεκτική θέση στην οποία βρίσκεται είναι αποτέλεσμα ευκαιριών που του δόθηκαν ή προνομίων που κατέχει και να θεωρεί τον εαυτό του ανώτερο από όσους δεν είχαν ευκαιρίες ή προνόμια, αντιμετωπίζοντας αυτούς τους άλλους σαν ζωάκια, ενώ ο ίδιος παραμένει ανώτερος, πεφωτισμένος, ψύχραιμος αλλά και επιλεκτικά φιλότιμος,
  3. με το να αφεθεί στη συγκατάβαση: γιατί να ασχολείται, δεδομένου ότι περιτριγυρίζεται από ηλιθίους ή ημιμαθείς, από φανατικούς ή ιδεοληπτικούς, από ασυνάρτητους ανθρώπους που οι ελπίδες και οι επιθυμίες τους συσκοτίζουν τις πεποιθήσεις τους και το κοσμοείδωλό τους.
Τι να κάνουμε;
Όποιος αφεθεί στην ανάγκη να πιάσει ύψωμα ώστε να σταθεί ψηλότερα από τους άλλους θα καταλήξει είτε πατερναλιστής, αν έχει τα φόντα, είτε μισάνθρωπος, είτε απλώς ψώνιο. Και στις τρεις περιπτώσεις δεν θα φανεί καθόλου χρήσιμος, ακόμα και αν δεχτούμε ότι αυτή υπήρξε πρόθεσή του.

Ελέγχοντας τις πλάνες των άλλων, διορθώνοντας τα λάθη τους ή πασχίζοντας να οξύνουμε την αντίληψή τους οπωσδήποτε δεν πρέπει να τους συντρίψουμε, αν μας παίρνει, ή να τους περιφρονούμε. Αν δεν αξίζουν την πολύτιμη συνδρομή μας, υπάρχει πάντοτε η σιωπή και η απόσταση στο κάτω κάτω. Όμως άπαξ και ασχοληθήκαμε μαζί τους και με τις ιδέες τους, τη δουλειά τους, τις γνώμες τους, δεν επιτρέπεται να τους πατρονάρουμε: πρόκειται για στάση μάλλον αντιπαραγωγική τελικά, ακόμα κι αν αφήσουμε στην άκρη το πόσο βαθιά προσβλητική είναι. Τελικά ενδεχομένως ο πατερναλισμός είναι η προσβλητικότερη συμπεριφορά μεταξύ ανθρώπων, αφού ούτε τη συμμετοχή της παραφοράς, ούτε καν την ειλικρίνεια της αποστασιοποίησης δεν διαθέτει.

Σίγουρα πολλές φορές διακρίνουμε στον άλλο έλλειψη ψυχραιμίας, κατάρτισης ή συγκρότησης. Και πάλ όμως, κάποιοι χωλαίνουν στο άλφα ζήτημα, εμείς στο βήτα, στην τελική. Ειδικά όσον αφορά την ψυχραιμία, που δύσκολα διατηρείται σε συνθήκες πόλωσης και σοφιστείας, είμαι ανοιχτά υπέρ της. Αλλά δεν την ταυτίζω με την ασυλία, την ασφάλεια και την ανεμελιά του προνομιούχου και του ισχυρού. Ομοίως, όσον αφορά ένα αποτέλεσμα της ψυχραιμίας, τη νηφάλια ευθυκρισία, ισχύουν παρόμοιες επιφυλάξεις: κάποιους τους τυφλώνουν τα προνόμιά τους και τους εμποδίζουνε να δούνε καθαρά, άλλους πάλι τους τυφλώνουν οι στερήσεις και η έλλειψη πρόσβασης σε όσα είναι δεδομένα για τον προνομιούχο. Δεν είναι ηθικό να κρατάμε ίσες αποστάσεις μεταξύ των μεν και των δε. Δεν είναι καν χρήσιμο.

GatheRate

Πέμπτη 3 Μαρτίου 2016

Τυφλά σημεία


Κάθε κοινωνία έχει τα τυφλά σημεία της: ζητήματα ολόκληρα στα οποία η δεδομένη άποψη θεωρείται αυτονόητη και έχει την ισχύ αξιώματος, όσο σαθρή και αν είναι.

Τα τυφλά σημεία π.χ. της ελληνικής κοινωνίας είναι τουλάχιστον δύο: η θλιβερή σχέση με τον πραγματικό και τον συμβολικό δημόσιο χώρο, ζήτημα εν πολλοίς αόρατο, και η πλάνη ότι είμαστε μοναδικοί ("ανάδελφοι", αν θέλετε) είτε στο μεγαλείο είτε στην αθλιότητά μας. Ένα από τα τυφλά σημεία της αμερικανικής κοινωνίας είναι το αμερικανικό όνειρο και τα συμπαρομαρτούντα του, καθώς και το θέμα της οπλοκατοχής κι οπλοφορίας. Οι Γάλλοι, οι Γάλλοι αστοί συγκεκριμένα, έχουνε τον ουνιβερσαλισμό: οι αξίες τους είναι οι αξίες του δυτικού πολιτισμού, που με τη σειρά τους είναι πανανθρώπινες. Και πάει λέγοντας.

Παρά το τυφλό σημείο του ανθρώπινου ματιού, η οπτική αντίληψή μας εξακολουθεί να είναι ενιαία και αρραφής, γιατί ο εγκέφαλος αναπληρώνει όσα χάνονται. Με άλλα λόγια, τα τυφλά σημεία της κάθε κουλτούρας δεν πρόκειται να αποκαλυφθούν, να ξεσκεπαστούν ξέρω γω, από μόνα τους: η κοινωνία πάντοτε θα βρίσκει τρόπο να αναπληρώνει όσα δεν βλέπει. Κι εδώ ακριβώς έγκειται η αξία και της (άγριας) σάτιρας αλλά και της αντικουλτούρας γενικότερα: η σάτιρα, η κριτική και το ξεφτίλισμα είναι τα τεστ που αποκαλύπτουν, προς μεγάλη μας εκπληξη και παρά την εύλογη δυσπιστία μας, ότι στο κέντρο του οπτικού μας πεδίου υπάρχει ένας σκοτεινός λεκές

GatheRate

Κυριακή 28 Φεβρουαρίου 2016

Πόρτνοϋ, μανούλες, κέρατο

Τον Οκτώβριο του 2013 έγινα σαράντα χρονών ελπίζοντας ότι θα εκπληρωθεί το γνωμικό και θα αρχίσει η ζωή μου. Το γνωμικό θα δικαιωνόταν μερικούς μήνες αργότερα. Πάντως, λίγες μέρες μετά τα γενέθλιά μου διέσχιζα την πολιτεία της Νέας Υόρκης με αυτοκίνητο. Επειδή δεν μου αρέσει να οδηγώ, έκανα μια συμφωνία με μια συνάδερφο: εκείνη θα οδηγούσε τεσσερισίμιση ώρες πήγαινε συν τεσσερισίμιση ώρες έλα κι εγώ θα αναλάμβανα την επιμόρφωση και την ψυχαγωγία της μιλώντας της.

Αφού ολοκληρώθηκε η επιμόρφωση, κάπου εκεί μετά τον ποταμό Delaware, η συνάδερφος, Αμερικάνα ινδικής καταγωγής από κάστα βραχμάνων, έφερε την κουβέντα στις οικογένειες. Με έκπληξη συνειδητοποίησα ότι οι Ινδές μάνες είναι σαν Μεσογειακές μάνες που, ως γνωστόν, είναι σαν Εβραίες μάνες. Ίδιες όμως, ντιπ για ντιπ: μίρλα, οικοδόμηση ενοχής με διπλές παγιδεύσεις, passive aggression. Μέχρι και στο "πότε θα παντρευτείς παιδάκι μου;". Τη ρώτησα πώς γίνεται, ποια είναι η μέθοδος της Ινδής μανούλας. Οι Εβραίες και οι Ιταλίδες βάζουνε λίγο μέσα τον Θεό για να σε ποδηγετήσουν. "Α, οι Ινδές μανάδες δεν χρειάζονται θεούς, είναι οι ίδιες ο ανικανοποίητος θεός που διαρκώς γίνεται θυσία." Σαν τις Ελληνίδες, της είπα.

Όλα αυτά τα θυμήθηκα απόψε εξαιτίας του Φίλιπ Ροθ. Μετά την Αγανάκτηση, τον Καθένα και το 'Ζώο που ξεψυχάει' -- τρία βιβλία που αγαπώ πολύ -- αποφάσισα να διαβάσω τη 'Νόσο του Πόρτνοϋ'. Με ζορίζει σαν βιβλίο. Βγάζει παντού και καταιγιστικά όλο το ψυχαναλυτικό ζόρι του να έχεις Εβραίο μαμά και Εβραίο μπαμπά (δεν εννοώ τον ἐν τοῖς οὐρανοῖς που έχουμε όλοι μας), εμπειρία που κάνει τους Έλληνες γονείς να μοιάζουν παγεροί middle class Εγγλέζοι μπροστά τους. Το μειονέκτημα του βιβλίου είναι ότι γράφτηκε το 1969 και έκτοτε, κυρίως μέσω Γούντυ Άλλεν, έχουμε φάει πολύ αμερικανοεβραϊκό Angst στη μάπα. Επιπλέον, ο Γούντυ Άλλεν άνοιξε τον δρόμο για να γίνει το αμερικανοεβραϊκό Angst θέμα για αναρίθμητες κομεντί μέχρι και την 'Νταντά αμέσου δράσεως', άρα ως ζήτημα πάει, ψόφησε.

Η Νόσος του Πόρτνοϋ είναι, υποτίθεται, ένας σχοινοτενής μονόλογος που απευθύνεται στον ψυχαναλυτή του Πόρτνοϋ (η συνεδρία πρέπει να είναι πολύ σπέσιαλ και να διαρκεί μέρες). Έχοντας διαβάσει καμμιά σαρανταριά σελίδες σήμερα αισθάνθηκα ότι η δραματοποίηση μέσα από πλήθος ταινιών και μυθιστορημάτων, εν είδει μιας μεγάλης συλλογικής συνεδρίας ψυχανάλυσης, του τι σημαίνει να έχεις Εβραίους γονείς πρέπει να βοήθησε χιλιάδες αμερικανοεβραίους να έρθουνε τουλάχιστον σε επίγνωση της κατάστασής τους, ενδεχομένως και να χειραφετηθούν. Οι Ινδοί ή οι Ιταλοί δεν ξέρω τι έχουνε κάνει για το ζήτημα των μαμάδων τους, άλλωστε αναπόφευκτα ο νους μου πήγε στον ελληνόφωνο κόσμο.

Μανάδες που μας παιδεύουν υπάρχουνε παντού στην ελληνική πεζογραφία: από τη Γυναίκα της Ζάκυθος και τον Βιζυηνό (κι εδώ μιλάμε μάλλον για τα πελωριότερα πεζογραφήματα που έχουνε γραφτεί στα ελληνικά) μέχρι 'Το βιβλίο της Κατερίνας' του Κορτώ. Βεβαίως, πουθενά δεν βλέπω, χωρίς να παριστάνω τον φιλόλογο, την άγρια αποδομητική και εικονοκλαστική διάθεση που έχει ο Πόρτνοϋ απέναντι στη μητέρα του. Γενικά, νομίζω ότι η νεοελληνική λογοτεχνία δεν είναι ακόμα έτοιμη να τα βάλει με τη μαμά. Και πάλι, φιλόλογος δεν είμαι, μπορεί να μου διαφεύγει κάτι προφανές.

Απεναντίας, από τη δεκαετία του '70 και μετά η πραγματική ελληνική κοινωνία πασχίζει να ριζοσπαστικοποιηθεί κυρίως μέσα από το κέρατο, κάτι ενδεχομένως ατελέσφορο αλλά που οπωσδήποτε αντανακλάται στην ελληνική πεζογραφία. Δεν είναι νομίζω τυχαίο το ότι η κυκλοφορία της ελληνικής πεζογραφίας άρχισε να αναζωογονείται στα μέσα της δεκαετίας του '80 με τις πωλήσεις έργων όπως λ.χ. το Τάλγκο, του Αλεξάκη (με κινηματογραφική μεταφορά τον 'Ξαφνικό έρωτα '), η Πλωτή Πόλη της Δούκα ή τα μυθιστορήματα της Μ. Βαμβουνάκη. Φαίνεται πως η ελληνική "ψυχή", αντί να επιτεθεί κατά μέτωπο και στο πεδίο της μάχης στον ιερό θεσμό της οικογένειας και στο ιερό πρόσωπο της μάνας που την εμψυχώνει, προτιμάει τον ανταρτοπόλεμο.

Δεν ξέρω και σίγουρα δεν θέλω να τσακώσω καμμιά μεγάλη ανάλυση. Πάντως δεν είναι τυχαία η λειτουργία της μοιχείας στην πολύ νεώτερη ελληνική πεζογραφία: αντίθετα με το τι συμβαίνει στο λαϊκό τραγούδι ή στο εμπορικό αμερικανικό σινεμά, το κέρατο δεν είναι αφορμή καταστροφής και απώλειας παρά γεγονός που γίνεται αφορμή επιφάνειας, γεγονός σημαδιακό. Ακόμα και όταν δεν εξιδανικεύεται, η μοιχεία μεταφράζεται σε παράγοντας που εξαναγκάζει τον ήρωα ή την ηρωίδα να αφυπνιστεί και να αναθεωρήσει τη ζωή της ή τη ζωή του.

Όμως θα είχε πλάκα, έστω και πενήντα χρόνια μετά, να έβγαινε ένας Έλληνας Πόρτνοϋ.

GatheRate

Πέμπτη 25 Φεβρουαρίου 2016

Τετραετίες


Το 2004 νομίζαμε ότι θα είμαστε η γενιά των Ολυμπιακών Αγώνων. Ναι, ξέρω ότι είχατε δει την απάτη του καπιταλισμού κτλ. κτλ. και απείχατε από όλο αυτό το πανηγύρι των πολυεθνικών κτλ. κτλ. αλλά για 13 μέρες η Αθήνα ηταν ένα μεγάλο και ατελείωτο πάρτυ, παντού. Όμως οι Ολυμπιακοί τελείωσαν, οι ολυμπιακές εγκαταστάσεις σαπίζουν και το Ελληνικό θα γίνει μονολιθικές πολυκατοικίες με ολίγη από σκονισμένη πρασινάδα.

Το 2008 πιστέψαμε ότι η εξέγερση θα κινητοποιούσε και θα αφύπνιζε τη γενιά μας -- αν δεν την επαναπροσδιόριζε ριζικά. Πριν καλά καλά μπει το 2009 τα καθεστωτικά μέσα ενημέρωσης φρόντισαν να μας πείσουν ότι επρόκειτο για οργανωμένη αλητεία και τσαμπουκαλέματα πλουσιόπαιδων. Κάποιοι που ψέλλισαν μισή κουβέντα για το πώς και το γιατί του Δεκέμβρη έσπευσαν να ανακαλέσουν και να δηλώσουν δημόσια μεταμέλεια. Έκτοτε προσκυνάμε την κανονικότητα απ' όπου κι αν προέρχεται.

Το 2012 νομίζαμε ότι θα είμαστε η γενιά της αντίστασης στον καπιταλισμό στη βαρβαρότερη εκδοχή του που μας συντρίβει, ίσως να γινόμασταν και η γενιά της εξέγερσης. Οι λιγότερο αισιόδοξοι ελπίσαμε ότι θα είμαστε τουλάχιστον η γενιά που θα ξαναμάθει την Πολιτική μέσω της αλληλεγγύης και της ενσυναίσθησης. Όμως η συντριπτική κρατική βία του Φεβρουαρίου μάς άφησε να περιμένουμε ήσυχα τη μέλλουσα βασιλεία του ΣΥΡΙΖΑ επί γης. Στο μεταξύ η μηχανή της πολιτικής ενοχής μάς πειθανάγκαζε για το ότι φταίμε επειδή δεν αλλάζουμε.

Το 2016 μετράμε δύο χρόνια προσφυγιάς μετά τη Λαμπεντούζα. Μιλάμε πια για "ροές" ανθρώπων σε μια χώρα που έστελνε μετανάστες και που δέχτηκε ομογενείς πρόσφυγες εξίσου σκατόψυχα με όσους υπερχρεώνουν νερό και φορτιστές. Μιλάμε με απάθεια αν όχι με απέχθεια για χιλιάδες θύματα μιας ηθικά νεκρής Ένωσης, παιδιά και άλλους. Μιλάμε για λίχνισμα ανθρώπων και για μάντρωμα κυνηγημένων. Είμαστε ηθικά χρεωκοπημένοι και εγκληματούμε.

Ακόμα και χωρίς κλάψες και αριστερούλες ηττοπάθειες, ακόμα και χωρίς ενοχές που εγγυώνται την αδράνεια, τώρα πια ξέρουμε ότι τελικά είμαστε η γενιά που άφησε τους πρόσφυγες να ψοφάνε μεταφορικά και κυριολεκτικά.

Και ξέρουμε τι συμβαίνει, τι είναι ο καπνός που ντουμανιάζει πάνω από τα στρατόπεδα, και δεν κάνουμε τίποτα, όταν δεν επικροτούμε πολιτικές που έντρομες κατευνάζουν τον νέο ευρωπαϊκό φασισμό. Στέκουν μόνο λαμπρές εξαιρέσεις, άνθρωποι και συλλογικότητες που κάποτε θα αγιοποιηθούν στο μέλλον και που θα χρησιμεύσουν για την εξιλέωση όλων μας: ακριβώς όπως μια χούφτα αντιστασιακών στη χούντα των νοικοκυραίων, των "έκανε έργα" και του "εργατιά αγροτιά Παπαδόπουλο ζητά" ή όπως η Εθνική Αντίσταση στην Κατοχή των δωσίλογων, των μαυραγοριτών και των ταγματαλητών.

Στην πασίγνωστη πια φωτογραφία, ο ήρωας August Landmesser.

GatheRate

Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2016

Συνειρμοί


Όταν για χρόνια προσπαθείς να ξεχάσεις το παρελθόν σου, επειδή είσαι μαλωμένος μαζί του, και επανασυνδεθείς μαζί του κάθε ανάμνηση από τότε μοιάζει με επινοημένη. Ξαναθυμάσαι το παρελθόν και νομίζεις πού και πού ότι το επινοείς.

Απόψε θυμήθηκα τον Αβραάμ. Ο Αβραάμ ήτανε γέννημα θρέμμα Πολίτης και ήρθε στην Ελλάδα, στο Φάληρο βεβαίως, έναν χρόνο πριν τον γνωρίσω μέσω κοινού φίλου. Δεν τον άφησε να πάει φαντάρος το ελληνικό κράτος, Τούρκος πολίτης γαρ, κι έτσι έπιασε δουλειά στην οικογενειακή επιχείρηση στην Αθήνα. Ο άνθρωπος καταγόταν από την μία Κοσμόπολη του Παλαιού Κόσμου αλλά είχε το βλέμμα σαστισμένου και αμυντικώς τσαμπουκαλεμένου ΕΛΔΥΚάριου από χωριό της Γουμένισσας ή της Νιγρίτας που βολτάρει αδειούχος παρέα με κωλοπετσωμένους από Μενεμένη και Περιστέρι. Μου έλεγε ο Αβραάμ ότι οι Έλληνες της Πόλης, της δικής του κάστας τουλάχιστον και τότε στην εκπνοή της δεκαετίας του '80, ζούσανε σαν ξένοι μέσα στη δική τους αχανή και ακατάληπτη Πόλη. Χάρη στον Αβραάμ κατάλαβα δύο ιστορίες του παππού μου, αν και αυτός άφησε την Πόλη το 1924.

Η πρώτη ιστορία είναι ότι όταν κατέβηκε στη Σαλονίκη παρατήρησε δύο πράγματα: οι Εβραίοι μίλαγαν άλλη γλώσσα από αυτή των Εβραίων της Πόλης. Επίσης, όλοι βλαστήμαγαν. "Ταράχτηκα κι έλεγα 'τώρα θα πέσει φωτιά να τον κάψει αυτόν'. Όταν πάλε δεν έγινε τίποτα, έχασα κι εγώ την πίστη μου".

Η δεύτερη ιστορία του παππού διαδραματίζεται κάποια χρόνια μετά στην Αθήνα στο τυπογραφείο του Μυρτίδη, όπου δούλευε μαθητευόμενος τυπογράφος. Εκεί γνώρισε τον Κατσίμπαλη. Προφανώς ο Κατσίμπαλης τον αντιμετώπιζε με τον τρόπο που έβλεπα εγώ τον Αβραάμ, σαν ένα παιδί χαμένο μέσα στην Αθήνα, σαν να 'ταν χωριατόπαιδο κι ας ήταν Σταμπουλιώτης. Ανέλαβε να του μάθει τα "κατατόπια", γέλαγε δυνατά με τα "βιδολόγος", τα "τυρί άσπρο" και τα "maşallah!" του παππού μου, τον δίδαξε με το στανιό ορθογραφία γιατί ο τυπογράφος πρέπει να βλέπει τα λάθη οπτικά, χωρίς να διαβάζει.

Εγώ δεν ήξερα ποιος ήταν ο Κατσίμπαλης μέχρι τη στιγμή που ο παππούς είπε τη μαγική λέξη "Σεφέρης". Ήμουν Β' Γυμνασίου και το ένα έφερε το άλλο: ο Σεφέρης τον Καραντώνη, ο Καραντώνης τον Κατσίμπαλη, ο Κατσίμπαλης τον Κολοσσό του Μαρουσιού.

Διάβασα τον Κολοσσό 2-3 χρόνια αργότερα και ακόμη πιο μετά συνειδητοποίησα ότι εκείνο το ωραίο παρατημένο σπίτι με τη ζουγκλώδη περίκλειστη αυλή στο Μαρούσι, στα σύνορα με την Πεύκη, μπροστά από το οποίο περνάγαμε βολτάροντας με Νίκο και Γιώργο ήταν το περίφημο σπίτι της Μαγκουφάνας, εκεί όπου κατοικούσε ο Κολοσσός Κατσίμπαλης. Από το βιβλίο του Μίλλερ συμπεραίνει κανείς ότι ο Κατσίμπαλης πρέπει να ήταν μεγάλη μορφή στις παρέες της εποχής και φίρμα κανονική: η ψυχή της παρέας. Η σκιά του Κολοσσού πέφτει και στο σεφερικό έργο, σε τόση έκταση που ένας φιλόλογος φίλος ισχυρίζεται ότι δεν θα υπήρχε Σεφέρης χωρίς Κατσίμπαλη, Καραντώνη, Σαββίδη -- εγώ όμως αυτά δεν τα καλοξέρω.

Παρ' όλα αυτά, εκείνος που ο ομολογουμένως φαφλατάς κι αμπλαούμπλας Μίλλερ αποκαλεί στην εποχή του Κολοσσό έχει αφήσει ίχνος εξίτηλο και αμυδρό, γιατί δεν ύφανε έργο υλικό κι αποτυπωμένο. Είναι και ο Κατσίμπαλης ακόμη ένας "κάποιος καταπληκτικός", όνομα μαζί με τα ονόματα του τάδε ή του δείνα σε πλατωνικούς διαλόγους, σε λατινικά σατιρικά ποιήματα και σε καλλιτεχνικές παρέες από Αναγέννηση και μετά. Αν και βεβαίως η υστεροφημία αφορά πολλούς αλλά ποτέ τον θανόντα φορέα της.

Πάντως ο Μίλλερ θεωρούσε τις ελληνίδες κακάσχημες, ισχυρισμός που επαναλαμβάνει και στον Τροπικό του Καρκίνου, και επέχαιρε με την προσφυγιά του '22-'23, που μπόλιασε την Ελλάδα με ομορφιά.

Καλά όλα αυτά, αλλά τι σχέση έχουνε με το παρελθόν το δικό σου, που το ξαναθυμάσαι και νομίζεις ότι μπορεί και να το έχεις επινοήσει; Ω, μα καμμία.

GatheRate

Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2016

Μαύρη χήρα


Η μάνα μου ήτανε καλλονή. Όταν ο παππούς μου την άφησε να πάει σε χορό για πρώτη φορά, στους Εγγλέζους, κάποια λέσχη είχανε, κάτι τέτοιο, έπεσε αναστάτωση σε ολόκληρο το Χαρτούμ. Τι να σου λέω, παιδί μου, χαμός. "Η Ελληνίδα" και "η Ελληνίδα" -- χαμός. Η μαμά μου ήτανε σαν κι εμένα, μόνο που είχε πάρει τα μαλλιά της μάνας της, της γιαγιάς μου, που ήταν από την Ανδραβίδα. Δηλαδή κάπως είχε πάρει τα μαλλιά της, όχι ακριβώς. Αϊσέ την έλεγαν. Τέλος πάντων, την ξέρεις την ιστορία, κατέβηκε ο μπαμπάς μου με την κυβέρνηση στην Αίγυπτο και μετά κάπως με τους Άγγλους, δεν ξέρω κι εγώ πώς, βρέθηκε το '41 στο Χαρτούμ με πολλά λεφτά. Γνώρισε τη μαμά μου, την Ελληνίδα, και το '42 έκαναν εμένα.

Σαν όνειρο το θυμάμαι το Χαρτούμ. Θυμάμαι τον Νείλο. Όταν πρωτοείδα θάλασσα, στην Αλεξάνδρεια στο λιμάνι το '53, ρώταγα τον πατέρα μου γιατί είναι τόσο φαρδύς ο Νείλος εκεί. Μετά έμαθα ότι αυτό είναι θάλασσα και δεν έχει τη χάρη του ποταμιού, παρά είναι θηρίο που ανακατώνεται και γεμίζει αλάτι τα γυαλιά σου. Ναι, από μικρή τα φόραγα και όλοι έλεγαν στην Κυψέλη τι κρίμα να κρύβω τα μάτια μου πίσω από γυαλιά αλλά η μάνα μου κι ο πατέρας μου ήταν Ευρωπαίοι, από το Χαρτούμ ερχόντουσαν, και τους κορόιδευαν τους Κυψελιώτες. Άλλωστε τι ήταν η Αθήνα τότε; σχεδόν τη θυμάμαι: ένα χωριό σκονισμένο. Εκεί στο Πολύγωνο σχεδόν είχε παράγκες ακόμα, τα σύνορα της Κυψέλης ήταν η Ευελπίδων.

Μεγάλωσα στην Κυψέλη. Στο γυμνάσιο εδώ ήμουνα πρώτη, είχαμε καλό δημοτικό στην παροικία. Μαύρη με ανέβαζαν, αραπίνα με κατέβαζαν, αλλά μίλαγα ελληνικά καλύτερα από τα άλλα παιδιά στο σχολείο. Κι ο πατέρας μου ήταν κύριος με κουστούμι και καπέλο και τσιγάρα αμερικάνικα. Η καημένη η μάνα μου, όμως, αχ η μαμά μου, δεν την ήθελε την Κυψέλη, δεν την ήθελε την Ελλάδα. Στο Χαρτούμ ήταν Ελληνίδα και καλλονή, εδώ ήταν η Αϊσά η αραπίνα -- η κυρία Τερζίδου, στην καλύτερη περίπτωση.

Το '57 γνώρισα τον άντρα μου, τον παππού σου. Ήταν Ιούλιος, φόραγε ένα μαύρο κουστούμι και ίδρωνε όσο δεν φαντάζεσαι. Κουβάδες ίδρωνε. Μόλις είχε τελειώσει το στρατιωτικό κι αμέσως τον έβαλε ο πατέρας του, ο πεθερός μου, στη δουλειά. Εργολάβος. Εμείς μέναμε ήδη έδώ που είμαστε, τότε η Φωκίωνος ήταν πολυτέλεια, χλιδή που λέτε τώρα, την πήρα προικιό. Ο κόσμος ξέρεις έμενε σε μικρά δωμάτια που βρώμαγαν υγρασία τον χειμώνα και σκόνη το καλοκαίρι, με καμπινέ εξωτερικό. Εμείς όμως ζούσαμε σαν βασιλιάδες. Ήρθε λοιπόν ο Τάκης να μιλήσει με τον πατέρα μου για κάτι διαμερίσματα που ήθελε να αγοράσει ο μπαμπάς, οι μπαλκονόπορτες ήταν ορθάνοιχτες γιατί στον τέταρτο φύσαγε ακόμα περισσότερο τότε, είχαμε και ασανσέρ, άλλοι δεν είχαν. Αλλά ο Τάκης ίδρωνε. Μια κοίταγε εμένα μια τον πατέρα μου. Ίδρωνε πολύ. Εγώ ήμουν καθισμένη στην άλλη μεριά του σαλονιού και διάβαζα στα γαλλικά τα Αγνά Νιάτα, του Toth. Μου το είχανε συστήσει στο κατηχητικό, γιατί ήμουν ανεπτυγμένη κοπέλα. Κατάλαβες τώρα, σωστή γυναίκα ήμουν. Στο κατηχητικό πήγαινα για χατήρι του πατέρα μου, κυριακάτικα, η μάνα μου ήταν και παρέμενε μουσουλμάνα, "μωαμεθανή" έλεγε και στην ταυτότητα.

Όταν έφυγε ο παππούς σου, κάτω από το φλυτζάνι του καφέ του βρήκα έναν αριθμό. Αρχικά δεν ασχολήθηκα. Έλεγα στον εαυτό μου ότι ήταν άσχημος. Αν άντρας έχει προγούλι στα εικοσιτρία, πώς θα είναι στα σαράντα; Κι εμένα, ρε λεβεντάκο μου, πάντα μου άρεζαν οι ωραίοι οι άντρες.

Τελικά τον πήρα τηλέφωνο τον Τάκη. Ξένη ήμουν, αραπίνα ήμουν, πλουσιοκόρη ήμουν: λογαριασμό δεν έδινα σε κανένανε. Πήγαμε για μια πορτοκαλάδα εδώ κοντά στο σπίτι, γεμάτη από ζαχαροπλαστεία ήταν η Φωκίωνος. Βεβαίως εγώ ήμουνα μαθήτρια κι έπρεπε να προσέχω μη μας δει κανα μάτι, άγχος το είχα. Ο Τάκης μού έλεγε κάτι χαζομάρες, κάποιος τον είχε δασκαλέψει: ότι είμαι σαν αφρικανίς βασίλισσα (όχι αφρικανή, αφρικανίς), ότι μοιάζω με οπτασίαν οάσεως, ότι είμαι δαμάστρια λεόντων. Εγώ γέλαγα: αυτός νόμιζε επειδή ψηνόμουν, εγώ γιατί με πέρναγε για δούλα του Ταρζάν. Ευτυχώς τέτοιες κουταμάρες δεν μου ξαναείπε, ευτυχώς γιατί μετά από λίγο δεν θα είχανε πλάκα.

Ε, αγαπηθήκαμε. Πολύ. Παντρευτήκαμε το '59 στον Άη Γιώργη, δόξη και τιμή. Ο παππούς σου ο Τάκης ήτανε καλός σε όλα του, κατάλαβες. Και σωστός. Και δεν ήτανε τζογαδόρος, μάστιγα τότε ο τζόγος. Σινεμά, θέατρα, κέντρα -- τίποτε δεν μας έλειψε. Και στοργικός, πολύ. Η θεία σου γεννήθηκε το '60, ο θείος σου το '65 και η μάνα σου το '69. Ενδιάμεσα κάτι αποβολές... έτσι ήτανε τότε. Μετά τη μάνα σου έπαιρνα το χάπι. Όλες παίρναμε το χάπι τότε. Ζούσαμε καλά. Ο κόσμος υπέφερε αλλά εμείς ζούσαμε λαμπρά. Μην ακούς τι λένε, δεν ήτανε καλύτερα τότε. Χαφιές, παπάς, χωροφύλακας (όχι στην Κυψέλη, εμείς ήμασταν Αθήνα, Αστυνομία Πόλεων, σχήμα λόγου). Πάντως με τα παιδιά συμβαίνει το εξής: δεν περνάει ο καιρός, ιδίως άμα δεν κοιμούνται ή άμα αρρωστήσουν, αλλά περνάνε τα χρόνια. Γρήγορα. Πέρναγαν τα χρόνια και πέρναγαν καλά.

Βρέθηκα λοιπόν 35 χρονών γυναίκα να έχω τρία παιδιά, το προικιό μου εδώ, εδώ που θα πεθάνω, ψηλά πάνω από τη Φωκίωνος, και 17 χρόνια παντρεμένη. Είναι πολλά 17 χρόνια, τα παλιά τα χρόνια δεν κράταγαν τόσο οι γάμοι, ένας από τους δύο θα χήρευε -- το ίδιο και οι φτωχοί στο Χαρτούμ. Εγώ ένιωθα νέα γυναίκα, αν και τη δεκαετία του '70, ε, μετά τα τριάντα έμπαινες στη μέση ηλικία αν ήσουνα γυναίκα. Τον Τάκη τον αγαπούσα και δεν έπαψα ποτέ να τον αγαπώ. Άρχισε όμως κι αυτός να βγαίνει. Βέβαια στη δουλειά του πάντα σε τραπεζώματα γίνονταν οι δουλειές, αλλά καταλάβαινα ότι έβγαινε πια και για ποτά, θυμάσαι πόσο την ήθελε τη βότκα, έβγαινε και με γυναίκες. Κάναμε στην αρχή κάποιους καβγάδες. Εμένα βεβαίως με φρόντιζε πάντα, αδιαλείπτως και με έγνοια, αλλά έβγαινε και με άλλες. Ε, και εκεί το '76, το θυμάμαι, που ήτανε κι ο κόσμος πιο ελεύθερος, που όλες παίρναμε το χάπι, που δεν είχαμε και AIDS, έκανα κι εγώ τον πρώτο δεσμό. Εξωσυζυγικό.

Δεν ήταν δύσκολο. Πάντα με κοίταζαν στον δρόμο. Μαύρη στην Αθήνα, σπάνιο θέαμα τότε. Κι ωραία μαύρη η γιαγιά σου. Κι όταν άνοιγα το στόμα μου ακούγαν ελληνικά. Και πάντοτε ντυνόμουν μοντέρνα, ας είναι καλά ο παππούς σου. Ήμουν φρόνιμη, δεν θα έμπλεκα με γείτονα. όχι βέβαια, η γειτονιά στην Αθήνα είναι χωριό, έφεραν τα χωριά μαζί τους, τρομάρα τους. Επίσης, εκείνο τον πρώτο καιρό, έλεγα "εραστές έχεις, μα τον άντρα σου αγαπάς: το στεφάνι σου".

Ε, την πρώτη ιστορία την έχεις καταλάβει: ο γιατρός στη Μιχαήλ Βόδα. θα σου τα είπε η μάνα σου... Στο ιατρείο του συναντιόμασταν. Ωραίος άντρας, θερμός. Μύριζε κι ωραία. Με φίλαγε πάρα πολύ αδέξια, σαν μαθητής. Ήτανε στην ηλικία μου, οπότε με έκανε να νιώθω μικρότερη: μην ξεχνάς πως ο παππούς σου με περνάει εφτά χρόνια. Με πέρναγε. Δεν με περνάει πια. Σύντομα θα τη φτάσω την ηλικία του.

Ήτανε κι άλλοι. Δεν θέλω να πω πολλές λεπτομέρειες. Ήτανε κάποιοι μικρότεροι, τους ξετρέλαινε που ήμουν, λέει, μιγάδα. Εγώ εκνευριζόμουν να με λένε έτσι: ή πείτε μαύρη, αραπίνα, ή τίποτα. Τι θα πει "μιγάδα"; Μιγάδες είναι οι μουλάρες. Ήτανε κι άλλοι, όμως έλεγα πάντοτε στον εαυτό μου "Μόνα, οι amants είναι της χαράς και της χαράς της ζωής, ο Τάκης είναι η αγάπη σου και ο άντρας σου κι ο πατέρας των παιδιών σου". Εκείνη την εποχή και ο παππούς είχε ερωμένες, όχι μόνο μπαρόβιες, αλλά δεν ξέρω αν έκανε τέτοιες σκέψεις. Άντρες, δεν βγάζει άκρη κανείς μαζί σας: περιφράζετε τον κόσμο σας και ζείτε εκεί μέσα μόνοι, ολομόναχοι, με τις σκέψεις σας και τις λόξες σας.

Με τον Τάκη αγαπιόμασταν. Και μου λείπει ακόμα ο παππούς σου, παιδί μου, και σαν άντρας... Έπαθα κι εγώ λοιπόν το σοκ εκεί στα σαράντα. Με εκείνη την υπόθεση πήγαν όλα λάθος. Αλλά όμορφο λάθος, όμορφο. Στον γάμο που λες της θείας σου το '81, μια βδομάδα πριν κλείσω τα σαράντα, γνώρισα έναν πιτσιρικά. Τι πιτσιρικάς, εικοσπεντάρης ήταν αλλά τότε δεν πήγαινες με μικρότερο άντρα, πάει και τελείωσε. Το καλό με αυτόν, να σου πω το όνομά του, δεν έχει σημασία, Χρήστος, ήταν ότι δεν ήτανε μαλακισμένος. Εντάξει, ήτανε κνίτης, όμως είχε μυαλό το παιδί. Και είχε καλλιέργεια κι όρεξη στον έρωτα: ούτε παραμυθιαζόταν με την αραπίνα τη σιτεμένη, ούτε μου φερόταν σαν ήτανε μυξιάρικο. Ωραίος, σωστός, απελευθερώμενος. Ομιλητικός. μαθηματικός σε φροντιστήριο ήταν αλλά μιλάγαμε πολύ για τον Χατζιδάκι και τον Ελύτη, όλοι μίλαγαν τότε για τον Ελύτη. Κι εκεί ήρθε η κρίση σ' εμένα, η κρίση η δική μου: τον αγάπησα. Άμα έχεις και άντρα και παιδιά και έρωτες, την αγάπη την ξεχωρίζεις. Αμέσως. Τον αγάπησα. Κι αν ήμουν Αμερικάνα κι όχι η Μόνα, η κυρία Πετράκη από την Κυψέλη, θα χώριζα πολιτισμένα και θα ζούσα μαζί του. Μη με κοιτάς έτσι, τι νόημα έχει να κρυβόμαστε πια, πάνε και τόσα χρόνια. Αλήθεια λέω. Τον Χρήστο τον αγάπησα στ' αλήθεια. Μέχρι και βέρα θα ξαναφόραγα γι' αυτόν.

Αλλά δεν ήμουν Αμερικάνα. Κι είχα και παιδιά. Κι αγάπαγα και τον παππού σου. Μετά από τρία-τέσσερα χρόνια διέκοψα, του είπα να βρει ένα κορίτσι να παντρευτούν. Με τα πολλά αυτό έκανε. Μετακόμισε στη Ζάκυνθο, άνοιξε εκεί φροντιστήριο. Μιλάμε ακόμα, μια φορά τη βδομάδα, τον κοροϊδεύω: είμαι πια γριά και χήρα και δεν βλέπομαι, του λέω. Εκείνος δεν απαντάει. Μιλάμε. Το κλείνουμε κι ύστερα είμαι χάλια, καμμιά φορά πίνω μισό λεξοτανίλ.

Φυσικά και παίρνω φάρμακα: τα φάρμακα κάνουνε καλό. Τα φάρμακα είναι φίλοι μας. Και το κρασί επίσης.

Μετά ήρθανε κι άλλοι. Δεν τους υποτιμώ. Η χαρά της ζωής είναι ο έρωτας. Σε βγάζει έξω από το σπίτι και έξω από τον εαυτό σου, σε κάνει να νιώθεις πως δεν είσαι μόνο σύζυγος, μάνα κι αραπίνα. Καθαρή χαρά είναι ο έρωτας κι όσοι τον κακολογούν έχουν άλλα να πάνε να λύσουν με τον εαυτό τους και με τους άλλους. Κανα δύο από τους αγαπητικούς είχανε και πλάκα, δεν είχανε "ξαναπάει με μαύρη", φοβόντουσαν -- ε, τι ρωτάς κι εσύ! Αναγκάστηκα να τους αποπλανήσω. Είχε πολλή πλάκα, πάρα πολύ γούστο.

Αλλά πέρναγαν τα χρόνια. Όταν έφυγε και η μάνα σου από το σπίτι, το '91, ε, έμεινα με τον παππού σου. Σπάνια έβγαινε πια, αν κι είχε σχεδόν μπλέξει με μια κοπελιά ξένη, το αντίθετο από εμένα: λευκή, κατάξανθη, μικρή, με μικρά στήθη. Ελπίζω να μην ντρέπεσαι: πρέπει να μάθεις να μην ντρέπεσαι γιατί όσο αφήνεις την ντροπή να κυκλοφοράει στο αίμα σου, τόσο θα σε δηλητηριάζει. Αυτό να θυμάσαι από τη γιαγιά σου την Αφρικάνα από το Χαρτούμ, που τη βρίζουνε κάθε φορά που θα πάει να ψηφίσει, ότι την έκαναν Ελληνίδα οι "φαύλοι πολιτικοί". Κι εσάς ρε κωλοφασίστες ποιος σας έκανε ανθρώπους; Τέλος πάντων.

Μετά τα ξέρεις, τα εγκεφαλικά του παππού σου. Τι ειρωνεία, μια ζωή φοβόταν τα καρκινογόνα, δεν έπινε πάνω από τρία ποτήρια σερί ποτέ, έκοψε το καπνισμα όταν γεννήθηκε η μάνα σου, απέφευγε το χοιρινό --  αλλά μετά τον πήρανε φαλάγγι τα εγκεφαλικά. Τον έβλεπα να χάνεται κομμάτι κομμάτι, εγκεφαλικό το εγκεφαλικό. Αξιώθηκα να μη χάσω παιδί αλλά ο Αλλάχ, που θα 'λεγε κι η μάνα μου, μου το χρέωσε με το να χάνω τον άνθρωπό μου λίγο λίγο. Αχ ρε Τάκη, αχ ρε Τάκη μου. Γαμώτο.

Πέρσι έγινε κι ο Τάκης παραμύθι. Πάει. Θα τον κλαίω μέχρι να πεθάνω. Το ήξερα πως θα γίνω χήρα απ΄την αρχή, εφτά χρόνια με πέρναγε, τι διάολο, αλλά σκεφτόμουν ότι μετά τη χηρεία θα ξαναρχίσω τη ζωή μου. Αν το σκεφτείς, τι, 75 χρονών γυναίκα είμαι, δεν είμαι και κανα ερείπιο. Όμως απλώς δεν έχω πια όρεξη, είμαι πια χήρα και νιώθω χήρα. Είμαι τώρα μια χήρα που έχει μόνον ιστορίες παλιές. Ευτυχώς υπάρχουνε κι αυτές.

GatheRate

Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου 2016

Η κανονική ζωή



σ' εσένα που με διαβάζεις

Καθένας από εμάς λέει τις ιστορίες του.

Ίσως οι ιστορίες είναι για να λέγονται και όχι για να γράφονται, τελικά. Να τις παίρνει κάποιος άλλος και να τις πειράζει λίγο, ένας να τις στρίβει εδώ και άλλος να τις τανύει εκεί, κάπου να τις ξεχειλώνει ο κιμπάρης και κάπου να τις μαζεύει ο στριφνός, να ρίχνει κάποιος άλλος κι ένα καρίκωμα. Ίσως άμα τη γράψεις την ιστορία τελικά την αγκυλώνεις και ύστερα σκαλίζεις και κεντάς περισσότερο το πώς τη λες την ιστορία παρά την ίδια την ιστορία. Βεβαίως, κάποιοι αγαπάμε να τις γράφουμε και να τους δίνουμε υλικότητα σε φωτεινές κι ετερόφωτες οθόνες ή στο χαρτί, άλλοι όμως ζούνε και χαίρονται την άψη να τη λες την ιστορία και να την ακούει ο άλλος εκεί και τότε -- όχι να την αμολάς γραμμένη για όποιον τυχόν την περισυλλέξει σε διαδίκτυα, σε περιοδικά και σε ράφια βιβλιοπωλείων.

Το ουσιώδες είναι να μη μένουνε φυλακισμένες οι ιστορίες μέσα στα καύκαλά μας, να μη χάνονται μαζί μας όταν σβήσουμε εμείς. Όποιες και να είναι αυτές, όσο ασήμαντες ή απλές ή και κάπως κακογουστες. Έχουνε δεν έχουν το κατιτίς τους. Δεν είναι όλα τέχνη και δεν χρειάζεται.

Καθένας από εμάς λέει την ιστορία του και θέλει να πιστεύει ότι είναι η ιστορία της γενιάς του.

Και ας ξέρουμε όλοι ότι η γενιά δεν ορίζεται με το διάστημα της τριακονταετίας αλλά με το ποιοι είναι σαν εσένα, γεννημένοι συν-πλην λίγα χρόνια από εσένα. Και λέμε ιστορίες για αυτούς, για τους φίλους τους και για τους φίλους των φίλων τους και για όσους εκείνοι μπορεί και να γνωρίζουν. Λέμε τις ιστορίες για αυτούς, για παρέες, και πιστεύουμε πως μιλάμε για τη γενιά μας.

Είναι αξιοσημείωτο πως εκείνοι που θέλουν να πουν ιστορίες για τη γενιά τους είναι συνήθως εκείνοι που δεν βρίσκονταν στον πυρήνα της παρέας που θεωρούν τα πνευμόνια την καρδιά και το συκώτι της γενιάς τους. Αναμενόμενο, θα μου πείτε: άλλος ο παλληκαράς κι άλλος ο παραμυθάς, άλλη η μαυλίστρα κι άλλη η κεντήστρα (για να παραμείνουμε εντός αρχετύπων). Είναι όμως χαρακτηριστικό ότι για τη γενιά τους μιλάνε συνήθως αυτοί που είναι έξω από αυτήν, δηλαδή ούτε ανάμεσα στους φίλους, ούτε ανάμεσα στους φίλους φίλων. Τις ιστορίες μιας γενιάς θέλουνε να τις πούνε μάλλον όσοι απλώς τη γνωρίζουν, και δη εξ ακοής.

Καλύτερα λοιπόν να μην ασχολούμαστε με τη γενιά μας ή με το να δώσουμε στον τόπο μας λαλιά -- οι ίδιοι τόποι δίνουνε πολύ διαφορετικούς χρησμούς σε διαφορετικούς ανθρώπους. Καλύτερα να πούμε ο καθένας την ιστορία του ξέροντας ότι είναι μια ανθρώπινη ιστορία, όσες εμμονές μας και όσα καθέκαστα και ό,τι χούγια ολοδικά μας κι αν κουβαλάει.

Ίσως η ιστορία μας μιλάει για μια κανονική ζωή αλλά με λαμπρή μεταξωτή φόδρα ή για μια ζωή που θα ήθελε να γίνει κανονική μα δεν χωράει σε αυτό που είναι κανονικό. Ίσως να μην είναι στην τελική μια καθόλου κανονική ζωή, αλλά και τότε τα νέα είναι ευφρόσυνα: μια κανονική ιστορία σπάνια θεμελιώνεται σε κανονική ζωή. Κι όπως είπε και η Αναΐς Νιν, ποιος θέλει κανονική ζωή στο κάτω κάτω; Ένα ωραίο κέλυφος κανονικότητας θέλουμε -- όσοι το θέλουμε κι όσοι δεν αγαπάμε την ύπαιθρο και το έναστρο στερέωμα της παλαβομάρας -- για να κοιμούνται όσα θα ωριμάσουν και θα γίνουν ιστορίες μέσα στα υπόσκαφα κελάρια από κάτω από αυτό το κέλυφος.

GatheRate

Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2016

Ενας θαμπός κι αμφίθυμος Βαλεντίνος


Πρέπει να τελειώνουμε. Ο κόσμος κινείται προς μία κατεύθυνση, εμείς πρέπει να κινηθούμε προς μια διαφορετική. Ο κόσμος προσπαθεί να κανονικοποιήσει όσο δυνατόν περισσότερες ερωτικές συμπεριφορές, αυτές που μπορεί να αντέξει και να εντάξει, παραγκωνίζοντας και περιθωριοποιώντας τις υπόλοιπες, δηλαδή τις περισσότερες.

Με αυτή τη βάναυση και γενικευμένη ροπή για ρύθμιση και ποδηγέτηση δεν συνδιαλέγεσαι. Δεν της απαντάς. Όπως και σε άλλα θέματα, δεν περιορίζεσαι στα πλαίσια του διαλόγου που επιτρέπει και ανέχεται η Εξουσία ή η Αυθεντία: την αμφισβητείς, αρνείσαι να την αναγνωρίσεις και αρθρώνεις τον δικό σου λόγο.

Ξεκινάμε λοιπόν: Ο απλούστατος κανόνας περί τα ερωτικά, αυτός της συναίνεσης μεταξύ ενηλίκων, ο μόνος που έχει οποιοδήποτε ηθικό χαρακτήρα, καταστρατηγείται καθώς φορτώνεται με κάθε λογής υποσημειώσεις και τροπολογίες: επικλήσεις στο φυσιολογικό ή αποφάνσεις για το τι αντανακλά ψυχική υγεία και τι νόσο,  μέχρι δισταγμούς για το κοινωνικά ωφέλιμο. Είναι όμως ο μόνος κανόνας: ό,τι κάνουνε συναινούντες ενήλικοι μεταξύ τους κι ανάμεσά τους είναι άμεμπτο και αυτοδικαίως ορθό.

Για θέματα συμβίωσης δεν μιλάω: επί της αρχής δεν αφορά την κοινωνία η ερωτική ζωή όσων επιλέγουν να συμβιώσουν και όλοι έχουνε δικαίωμα να επιλέξουν με ποιον άνθρωπο θα μοιραστούν τις μέρες, τις ώρες, τις μπουγάδες, τις δυστυχίες, τις χαρές και την πλήξη τους.

Συνεχίζω. Έχοντας ημιτελώς και σχεδόν ανεπιτυχώς εξοστρακίσει τους θεούς από την ερωτική μας ζωή, έχοντας απαλλαγεί από χαράμ, καντός, αμαρτίες, κρίματα, κοσέρ, ευλογίες και νηστείες, ήρθε η ώρα να στείλουμε κατά διαόλου και τον ίδιο τον διάολο, τον σατανά. Είναι αναγκαίο να μουτζώσουμε πια την εικονογραφία και τη μεταφορά του διαβόλου στο κορμί και του σατανά που γαμά υπέροχα, που και καλά does this thing with his tongue. Δεν πρόκειται απλώς για ακόμη ένα κατάλοιπο μαγικής σκέψης που μας λερώνει, παρά για λίβελλο και κηλίδωση της ανθρώπινης φύσης, για την πιο ρυπαρή κληρονομιά του βικτωριανισμού μετά την πεφωτισμένη αποικιοκρατία. Το ερωτικό πάθος, η καύλα (ο τεχνικός όρος της μόδας), η παραφορά της κλινοπάλης και η θηριωδία του ίμερου είναι αυτό που μας κάνει ανθρώπους. Δεν είναι ούτε ο διάολος που μας καβαλάει, ούτε ο δαίμονας που μας καυλώνει.

Ούτε δαίμονας ο έρωτας, ούτε κτήνος. Είμαστε άνθρωποι (ή δελφίνια) γιατί ασχολούμαστε διαρκώς με τον έρωτα και με το γαμήσι, όπως ο καθένας το παλεύει και μπορεί. Απεναντίας, τα ζωάκια ζούνε ανέραστες και τακτοποιημένες ζωές δέκα-έντεκα μήνες τον χρόνο και απλώς κάνουνε τη δουλειά της μάνας φύσης την εποχή του οίστρου τους, γόνιμα κι αποτελεσματικά. Ζωώδες δεν είναι να ζεις και ανάμεσα στα σκέλια σου, ζωώδες είναι να αποσκωρακίζεις με έδικτο και με στυγνή πειθαρχία αυτή την όψη του κόσμου εντός σου και του βίου σου, στη μεγάλη σου πλάνη ότι έτσι αγνίζεσαι και μεταρσιώνεσαι.

Κι αφού ξεμπλέξουμε με θεούς, δαίμονες και τους τάχα ζωώδεις έρωτες, πρέπει να επιτεθούμε στις κόκκινες ζαχαρόπηκτες παραμύθες της αγάπης που κυβερνάνε την ποπ κουλτούρα και που μας ζορίζουν να ερμηνεύουμε τον έρωτα σαν κάτι που θα καρποφορήσει αγάπη -- λες και δεν αρκεί ο έρωτας, όταν αρκεί, σαν να είναι ο έρωτας προνύμφη της αγάπης. Ας βγούμε να κράξουμε, έστω και φάλτσα ρε γαμώτο, την πλάνη ότι το σεξ είναι συνεκδοχή ή, έστω, προοίμιο της αγάπης. Πρέπει κάποτε να γυρίσουμε την πλάτη στον ιδεασμό ότι η ερωτική προσκόλληση, η εμμονή του πάθους και οι άγριοι έρωτες ωριμάζουν και τελεσφορούν ως αγάπες ιερές και καθαγιασμένες -- ή ότι οδηγούν αναπόδραστα είτε προς την αγάπη είτε προς τον γκρεμό και στη δυστυχία.

Τέλος, μια και πήραμε φόρα, να ξεμπερδεύουμε και με την εξιδανίκευση του γαμησιού, με την αναγωγή του σεξ σε αυταξία και σε ευεργετική δύναμη που όλα τα επανορθώνει και όλα τα ανακουφίζει. Μάλλον για υπόλειμμα εφηβικής αδιάκοπης διέγερσης είναι αυτή η αντίληψη, ότι δηλαδή το σεξ είναι εγγενώς και απολύτως καλό, κάτι εξ ορισμού όμορφο, ένα απόλυτο αγαθό. Το σεξ είναι αυτό που το κάνουν όσοι το κάνουν -- και όπως κάθε συνεργατική προσπάθεια, απαιτεί πολλά περισσότερα από ευτυχείς φυσιολογίες και καλή διάθεση.

Αν ο Βαλεντίνος είναι γιορτή του έρωτα, ας τη γιορτάσει όποιος θέλει. Αλλά να θυμόμαστε ότι είναι λίγο σαν γενέθλια, που μαζί με τη γιορτή φέρνουν ίσως και αναμνήσεις απώλειας, προοικονομία θανάτου ή τη διάθεση είτε να ξεκινήσει κανείς κάτι καινούργιο είτε να τιμήσει ό,τι θεωρεί κατακτημένο. Ας είναι θαμπός και ιριδίζων Βαλεντίνος, ούτε εξαϋλωμένος, ούτε γλασαρισμένος κόκκινος με σκέτη σοκολάτα -- ούτε καν εξιδανικευτικό πανηγύρι του ξεκαυλώματος.

GatheRate

Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2016

Ισλάμ, μπέικον, μαντήλες

Το Ισλάμ δεν είναι χειρότερη θρησκεία από τη δική μας. Και η δική μας και το Ισλάμ είναι καθολικές εξ αποκαλύψεως μονοθεϊστικές θρησκείες. Συνεπώς
  • καθολικές, άρα αφορούν όλη την ανθρωπότητα, όπως ο βουδισμός αλλά σε αντίθεση με τον ιουδαϊσμό,
  • εξ αποκαλύψεως, άρα προσκολλημένες στη θεία αποκάλυψη, είτε λέγεται Κοράνι, είτε Βίβλος (οι προτεστάντες), είτε "η αλήθεια της Εκκλησίας" και
  • μονοθεϊστικές, άρα ένας είναι ο Θεός, δεν υπάρχει άλλος, ούτε εναλλακτικές λύσεις.
Το γνωστό ιδεολόγημα ότι το Ισλάμ βρίσκεται στην ιστορική φάση που ο Χριστιανισμός βρισκόταν τον Μεσαίωνα, δηλαδή στη φάση "βαρβαρότητα και βαρβατίλα", είναι ανιστορικό και βαθιά οριενταλιστικό. Πρέπει κανείς να λάβει υπόψη δύο παραμέτρους για να το δει αυτό:

Πρώτον, τα δισεκατομμύρια των χριστιανών έχουν γενικά υψηλότερο βιοτικό επίπεδο από τα δισεκατομμύρια των μουσουλμάνων. Από τη σκοπιά του ισχυρού και χορτάτου οι φτωχοί τείνουν να φαίνονται κομματάκι βάρβαροι -- συμβαίνει αυτό όταν τους κόβεις όλες τις υπόλοιπες επιλογές.  Ταυτόχρονα, το σκοτάδι της όποιας θρησκείας, και δη της μονοθεϊστικής, αποτελεί άριστο περιβάλλον για να τους κρατήσεις αδρανείς. Το Ισλάμ των ουαχαμπιστών συντηρεί τη σαουδική απολυταρχία, ο ευαγγελικός χριστιανισμός το ρεπουμπλικανικό κόμμα.

Δεύτερον, υπάρχουν αυτή τη στιγμή πολλά Ισλάμ και πολλοί χριστιανισμοί. Το Ιράν και η Σαουδική Αραβία βρίσκονται "στη φάση" που βρίσκεται ο αφρικανικός προτεσταντισμός και οι Βαπτιστές και οι Ευαγγελικοί των ΗΠΑ, και στην οποία βρισκόταν η Ιρλανδία της δεκαετίας του '80. Ο εκλεπτυσμένος χριστιανισμός των αγγλικανών και του πάπα Φραγκίσκου βρίσκεται "στη φάση" του ευγενούς και φιλεύσπλαγχνου Ισλάμ των Ιορδανών φίλων μου, των Τούρκων διανοούμενων που το αντιμετωπίζουν ως ηθική δύναμη και στοιχειο παράδοσης, κάτι σούφηδων, της συμφοιτήτριάς μου Diane που αλλαξοπίστησε γιατί το Ισλάμ είναι αγάπη. Τέλος, το Ισλάμ των τζιχαντιστών και του Daesh είναι ο προτεσταντισμός της Κου Κλουξ Κλαν και του David Koresh, ο καθολικισμός του Opus Dei, η Ορθοδοξία των Εσφιγμενιτών και της μονής του Αγίου Σάββα στην Παλαιστίνη.

Με δυο λόγια, ο μονοθεϊσμός παράγει νησίδες γαλήνης, μελέτης και αγαπητικής ενατένισης αλλά και νησίδες φρενήρους φανατισμού και ωμής βίας. Ενδιάμεσα θρέφει ενοχές, συντηρεί καταπίεση και εξανδραποδισμό, καταπραΰνει τη δυστυχία δισεκατομμυρίων ανθρώπων.

Επί της ουσίας: δεν οφείλουμε κανέναν σεβασμό στους ακκισμούς, καινοφανείς ή πανάρχαιους, καμμιάς μονοθεϊστικής ή άλλης θρησκείας. Θα σεβαστώ προσωπικά τον πιστό Εβραίο συνδαιτυμόνα μου και δεν θα χλαπακιάσω μπέικον μπροστά του, δεν θα παραγγείλω μπέργκερ δίπλα σε φίλο που νηστεύει. Καθαρά σε προσωπικό επίπεδο: παρομοίως θα στερηθώ το τυρί με τη βίγκαν φίλη μου και τα θαλασσινά με τη συνάδερφο που τα σιχαίνεται.

Φεύγοντας όμως από τις προσωπικές σχέσεις: τα γυμνά αγάλματα τα καλύπτουν οι Ιταλοί γιατί θέλουν να κάνουνε μπίζνες με τον Ιράν, ενώ οι Γάλλοι ακυρώνουν γεύμα με τον ηγέτη του έχοντας για πρόσχημα το κρασί επειδή τους παίρνει. Η Κύπρος εξεταζει το ενδεχόμενο να αφαιρέσει την αναδυομένη Αφροδίτη από τα διαβατήριά της για να μην προσβάλλονται οι σεμνότυφοι σαουδάραβες συνοριοφρουροί (...).

Όσο για τη μαντήλα, τα περιγράφει μια χαρά εδώ: κι αυτή μέσο άσκησης πολιτικής είναι. Υπενθυμίζω ότι η κάλυψη της γυναικείας κεφαλής ήταν παγχριστιανική πρακτική γιατί την απαιτεί ο Απόστολος Παύλος (Α' προς Κορινθίους 11,4-14 -- λέει κι άλλα όμορφα εκεί), ενώ διατηρήθηκε μέχρι πολύ πρόσφατα, πολλές φορές μεταμφιεσμένη σε καπέλο. Η κυρία Μπαζιάνα καλύφθηκε για να εμφανιστεί δημοσία στο Ιράν όχι από σεβασμό προς το Ισλάμ αλλά προς την ιρανική κυβέρνηση, πάντως από τον κύριο Τσίπρα δεν απαιτήθηκε αναλόγως να αφήσει μια ευπρεπώς ισλαμική γενειάδα.

Κι αυτό το πολιτικό παιχνίδι πάνω στο γυναικείο σώμα παίζεται: και από όσους επιβάλλουν μαντήλες, και από όσους τις συνιστούν και από όσους τις απαγορεύουν. Γενικότερα, ας μη μεταφράζουμε τις πολιτικές σκοπιμότητες σε σεβασμό και ανεκτικότητα.

GatheRate

Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2016

Αλκοολικά δελφίνια


Από το "Heroes" του Μπόουι, που ακούω συνέχεια από προχτές, μέχρι το Getting away with it (all messed up), που τραγούδαγα πιωμένος περνώντας τη γέφυρα της Friedrichstrasse το 2011.

Και τα δύο είναι τραγούδια για το αλκοόλ:

I, I wish you could swim
Like the dolphins, like dolphins can swim
Though nothing, nothing will keep us together
We can beat them, forever and ever
Oh, we can be heroes, just for one day

Και τα δυο μιλάνε για δελφίνια:

Daniel drinks his weight
Drinks like Richard Burton
Dance like John Travolta now
Daniel's saving Grace
She was all but drowning
Now they live like dolphins

GatheRate

Πέμπτη 28 Ιανουαρίου 2016

Υπόμνημα για τη λογοκρισία στον 21ο αιώνα

1.
Οι παλαιοδεξιοί, αν και μασκαρεμένοι σε φιλελεύθερους, δεν ενδιαφέρονται για την ελευθερία του λόγου. Ενδιαφέρονται να διατηρείται απαραβίαστος ή και άθικτος ο ιδεολογικός πομφόλυγας στον οποίο κατοικούν, αυτή τη φούσκα ουνιβερσαλισμού που ιριδίζει μαυλιστικά. Βρίσκονται εγκατεστημένοι στο κέντρο της φούσκας αυτής, η οποία πιστεύουν με ζέση δογματική σταλινικού ή ιησουίτη ότι περικλείει απόλυτες αλήθειες και πανανθρώπινα ιδανικά. Δεν τους ενδιαφέρει τους παλαιοδεξιούς-νεοφιλελεύθερους η ελευθερία του λόγου. Τους αφορά ο ηθικός σχετικισμός ή ο αποδομητικός κυνισμός ή η επίκληση στο πανανθρώπινο εφόσον τους επιτρέπουν να μη θίγονται τα λεπτεπίλεπτα τοιχώματα του πομφόλυγά τους.

Αυτά περί των λογοκριτών.

2.
Λοιπόν. Μετά τον Τελευταίο Πειρασμό, το Asperge me και το Corpus Christi, η Ισορροπία του Nash. Το Εθνικό, που την κατέβασε, λέει ότι η παράσταση "ξέφυγε από τον καλλιτεχνικό της στόχο και μοιάζει, χωρίς να το επιδιώκει, να εξαντλεί τις αντοχές μιας κοινωνίας". Υπενθυμίζω σε ανθρώπους βουτηγμένους στην τέχνη, σε ανθρώπους για τους οποίους ισχύει το vissi d'arte, ότι ένας υψηλός καλλιτεχνικός στόχος είναι να προκαλείς την κοινωνία και να εξαντλείς τις αντοχές της. Είτε πρόκειται για τον κώλο του Θεού, είτε για το συναξάρι απόκληρων ή και εγκληματιών, είτε για τον εξπρεσιονισμό, είτε για κριτική για την οποία "δεν είναι έτοιμη η κοινωνία" (θυμήθηκα και τον Ιβάν τον Τρομερό του Αϊζενστάιν).
 
3.
Συνεχίζει η ανακοίνωση ότι η παράσταση παρερμηνεύτηκε. Μα δεν είναι αυτή η μοίρα πολλών ενδιαφερόντων έργων; Αν θέλω να ανεβάσω κάτι στρωτό, μονοσήμαντο και καταπραϋντικό, π.χ. μια εκ των υστέρων συμφιλιωτική και ανιστορική διασκευή της Λωξάντρας, δεν χρειάζομαι το Εθνικό Θέατρο: μου κάνει τη δουλειά και ιδιώτης θεατρώνης.

4.
Η ανακοίνωση επισημαίνει "το βασικό της μήνυμα είναι πως καμία ιδέα δεν δικαιούται να αφαιρέσει ανθρώπινη ζωή". Εντυπωσιάζομαι ότι έργο που επιδέχεται παρερμηνείας και διαστρέβλωσης διαθέτει ταυτόχρονα κεντρική ιδέα και μονοσήμαντο δίδαγμα, όπως οι ιστορίες χρηστομάθειας της παλιάς καλής εποχής.

GatheRate

Σάββατο 23 Ιανουαρίου 2016

Κεφάλαιο γ': η Συνάντηση


Και είπε ο Δάσκαλός μου:
Όλα σ' εμένα έρχονται και εγώ δεν πάω σε τίποτα.

Κινούμαι ευθύγραμμα και ομαλά, αλλά δεν υπάρχει μία μόνο διάσταση: μπορείς να με συναντήσεις και χωρίς να έρχεσαι μετωπικά κατά πάνω μου.

Αφού θα έχεις έρθει εσύ σ' εμένα, έχω χρέος να σε ακούσω.
Μπορείς να μείνεις όσο θες ή όσο πρέπει ή όσο γίνεται.
Όμως
αφού θα έχεις έρθει εσύ σ' εμένα, εγώ δεν θα σε αφήσω
αν δεν μου το ζητήσεις.

Θα σου μιλήσω αν μου το ζητήσεις, και πάλι ίσως όχι.
Θα σου δείξω αν μου το ζητήσεις αλλά και αν μπορώ.

Σ' εμένα θα δεις ό,τι σε τρώει
από εμένα θα ακούσεις κάτι δικό μου ή δεν θα ακούσεις τίποτα
δεν θα είμαι καλύτερός σου, γιατί μαλλον δεν μπορώ,
αλλά ούτε χειρότερός σου, γιατί δεν θέλω.

Αν δεν μπορείς να γελάς με τον εαυτό σου δίχως να τον οικτίρεις, μην έρθεις σ' εμένα.
Αν δεν μπορείς να γελάς με τον κόσμο δίχως να τον περιφρονείς, μην έρθεις σ' εμένα.
Αν δεν μπορείς να γελάς μ' εμένα, μην έρθεις σ' εμένα.

Είμαι το δέντρο που βλέπεις όταν κοιτάς το δάσος. Αλλά δεν είμαι ξέχωρος από το δάσος.
Δεν είμαι ένας από εσάς, γιατί δεν βρίσκομαι απέναντι από εσάς, είμαστε εμείς και είμαστε μαζί. Είμαστε το δάσος και είμαστε ο κόσμος.

Η φωτογραφία είναι του Boris Dmitriev

GatheRate

Τετάρτη 20 Ιανουαρίου 2016

Σύνοψη

Άρα:
Όλα πήγαιναν πρίμα με τον σώφρονα Σαμαρά, τον σωφρονέστερο Βενιζέλο και με τον ολύμπιο Στουρνάρα (την Α' Τριανδρία). Όμως δεν εκλέχτηκε Πρόεδρος της Δημοκρατίας ο Σταύρος Δήμας, εξαιτίας ενός ανεύθυνου αριστερού, του Φώτη Κουβέλη.

Έπεσε η κυβέρνηση, οι ηλίθιοι εξέλεξαν τους φανατικούς-τσαρλατάνους. Αμέσως ανέλαβε ο υπερφίαλος και υπεροπτικός Βαρουφάκης και καταστραφήκαμε.

Στο λαϊκιστικό δημοψήφισμα που οι ηλίθιοι ψήφισαν Όχι απαξιώθηκε η Μνημονιοκρατία αλλά ευτυχώς η ΕΕ δεν μας εγκατέλειψε και μας χάρισε μια τρίτη ευκαιρία υπό μορφή Μνημονίου.

Μετά οι ηλίθιοι ψήφισαν ξανά τους τσαρλατάνους (οι φανατικοί κι ο Βαρουφάκης αποπέμφθηκαν). Αυτοί οι τσαρλατανοι οι τσιπραίοι φταίνε για όλα από το 1949 και μετά.

Θα μας σώσει όμως ο Μητσοτάκης, που τον ψήφισαν μετά από ωδίνες και σπρωξίματα σόφοι υπερήλικες, νέστορες και μενουμευρωπαίοι, λίγοι αλλά καλοί. Θα μας σώσει με περισσότερες θυσίες συνήθων υποζυγίων στον Βαάλ.
Καλή η θρησκεία, αλλά δεν γαμιέστε και λίγο να ξελαμπικάρετε; Ενδείκνυται.

(Όσοι συριζαίοι χαίρεστε, η κυβέρνηση του Σεπτεμβρίου είναι η χειρότερη εκλεγμένη μεταπολεμική κυβέρνηση: προσλαμβάνεις χειρουργό να σου σώσει τον άνθρωπό σου και σου προκύπτει βοηθός του Χάνιμπαλ Λέκτερ. Τέλος, συγχαρητήρια στην υπόλοιπη Αριστερά που συνεχίζει να κάνει με συνέπεια αυτό που κάνει από το 1949: να μουτζοκλαίει.)

Η φωτογραφία είναι του Dimitri Daniloff.

GatheRate

Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2016

Νυχτερινά μικρά


Αυτό που πάντοτε με βοηθούσε να ταυτιστώ με τους βρυκόλακες, εκτός από το ότι είναι νυκτόβιοι, είναι και ότι δεν μπορούν να διαβούν το κατώφλι σου αν δεν τους προσκαλέσεις, αν δεν τους πεις εσύ να περάσουνε μέσα. Βεβαίως άπαξ και το έκανες έβαλες τον βρυκόλακα στο σπίτι σου και, πιθανότατα, πάνω στον λαιμό σου.

*

Υπάρχουν ανθρωποι που τους χρωστάω ουσιώδη και ανυπολόγιστη ευγνωμοσύνη, τόση που δεν μεταφράζεται καν σε "χρέος" και τέτοιες ποσοτικοποιημένες μεταφορές.

*

Όλα θα περάσουνε βεβαίως, κι εμείς θα περάσουμε άλλωστε. Αυτά που περνάνε από δίπλα μας, έχουμε να τα λέμε. Όσα περνάνε από μέσα μας, ανασκολοπίζοντάς μας, ή και από πάνω μας αφήνοντας ίχνη, ε, αυτά είναι. Τι να λέμε.

*

Αυτό που λέμε "χαμένος χρόνος" και που μας βαραίνει (εμένα τουλάχιστον με βάραινε πολύ μέχρι πρόσφατα) είναι ο χρόνος κατά τον οποίο κάνουμε άλλα πράγματα χωρίς να τους πολυδίνουμε σημασια και -- συνήθως -- τα κάνουμε και καλά.

*

Ένας εικοσάρης μού είπε ότι το φαγητό είναι το σεξ της μέσης ηλικίας. Ο καημένος, νόμιζε ότι αυτό που κάνουμε οι άντρες μέχρι τα 30 είναι σεξ. Χαχά.

*

Μικρός ντρεπόμουν πολύ που δεν ήμουν όπως οι άλλοι και πάσχιζα να το κρύψω. Μετά πείστηκα ότι είμαι ακριβώς όπως όλοι οι άλλοι, όμως δεν μπορούσε να κρατήσει για πολύ η αυταπάτη. Κατόπιν νόμιζα ότι αυτά στα οποία διαφέρω είναι τα κουσούρια τα δικά μου. Αργότερα αποφάνθηκα ότι είμαι όπως όλοι οι άλλοι στα κουσούρια μου και ότι, απεναντίας, οι αρετές μου με κάνουν να διαφέρω. Δεν βλέπω να βγάζουμε άκρη πριν τα ογδοντακάτι, οπότε και δεν θα έχει σημασία, γιατί τα γηρατειά είναι μπλαζέ και φωτισμένα από την αυτοπεποίθηση της παραίτησης.

*

Δεν έχω δει πολλές σειρές και δεν είμαι των σειρών, αφού ένας κύκλος τους απαιτεί τον χρόνο που σου ζητούν 8 με 12 ταινίες. Ωστόσο, όποιος θέλει να μάθει για τη ζωή, να δει το Sex and the City, αγνοώντας όμως τις ιστορίες της Κάρι Μπράντσω, που πρέπει να είναι ο πιο μαλακισμένος χαρακτήρας από καταβολής τιβί σε μη κωμική σειρά.

*

Η ζωή αρχίζει στα σαράντα, όντως. Ή λίγο πιο πριν. Αφού τελειώσουν οι πρόβες, δηλαδή.

GatheRate

Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2016

Περπατώντας

Στην πραγματικότητα δεν έχω τίποτα να πω. Απολύτως τίποτα. Απλώς πριν λίγο μπήκα σε ένα ταξί και είπα στον οδηγό να ανεβαίνει τη Θηβών μέχρι να γράψει τέσσερα ευρώ. Τόσα είχα. Την υπόλοιπη απόσταση θα την περπάταγα, σιγά, εδώ άλλοι πάνε γυμναστήρια για να κάψουν. Ο ταξιτζής κατάλαβε ότι ντρεπόμουν, ότι ήμουν τσαντισμένος μάλλον, άκουσε κάτι για το σύμφωνο στο ράδιο και μου γύρισε την κουβέντα στις πλούσιες αδερφές που περνάνε καλά και έχουνε κλίκα και κυριαρχούνε, κυριαρχούνε, νεαρέ μου, στα κανάλια και παντού, που έχουνε πιάσει όλες τους τις άκρες και κλαίγονται. Έγραψε 4 ευρώ, έδωσα τα δύο κέρματα που κράταγα στο χέρι, το ένα με τη γερμανική πουλάδα, το άλλο με ένα λουλούδι, σήκωσα το γιακά και το 'κοψα για το σπίτι.

Εγώ είμαι αδερφή, όπως μας λέει ο ταρίφας, και δεν είμαι καθόλου πλούσια. Και δεν κυκλοφορώ στα κανάλια και πουθενά. Μια φορά ο Γιάνναρης, που εγώ θεωρώ μεγάλο σκηνοθέτη αλλά ο Παύλος μού λέει ότι είμαι μπανάλ, μου είπε να παίξω σε μια ταινία του, τον Όμηρο. Αλλά εγώ τι; Πώς θα κυκλοφόραγα μετά στη γειτονιά; Είμαι πια σαράντα χρονών γάιδαρος και μένω με τους δικούς μου. Εκεί όπου μεγάλωσα. Στο ίδιο δωμάτιο που άκουγα τον Σόμερβιλ να λέει turn away run away, στο ίδιο δωμάτιο που έκλαιγα γιατί στην ταινία του μακαρίτη του Μπίστικα πήγε ο άλλος στο Λονδίνο να ζήσει το όνειρο με τη γραβάτα κι εγώ δεν θα πήγαινα ποτέ πουθενά. Γιατί εγώ δεν είχα λεφτά ούτε μέχρι τη Σαλονίκη να πάω να δω τον Αντρέα δεν είχα και, πιστέψτε με, ο κόσμος είχε λεφτά τότε. Όχι οι άνθρωποι σαν εμάς, οι κανονικοί άνθρωποι: αυτοί είχανε λεφτά. Έτσι λοιπόν. Είμαι μια φτωχειά αδερφή. Δεν είμαι τσόλι, δεν είμαι λαϊκό τεκνό: είναι βαριοί οι τρόποι μου, αντρουά (που λέει κι ο Παύλος), άλλωστε προσέχω πού κυκλοφορώ. Αλλά με καυλώνουν άντρες, ερωτεύομαι άντρες, γουστάρω άντρες -- άρα αδερφή.

Ναι, θα έπρεπε να τους μουτζώσω όλους και να τα μουτζώσω όλα και να φύγω. Φυσικά. Θα ζούσα τη φτώχεια της αλητείας, μετά κάτι θα έβρισκα, κανα ημιυπόγειο, θα ζούσα κάπως. Εντάξει. Όμως έλα που δεν είμαι γενναίος, πούστης είμαι. Άσε που η φτώχεια της αλητείας δεν είναι τόσο ελκυστική όταν ζεις την κανονική φτώχεια κανονικότατα όσο χρονών είσαι. Και, εντάξει, το ψωνιστήρι δεν το αντέχω. Δεν είμαι κανας συναισθηματικός, ούτε από αυτούς τους μοντέρνους γκέι που θέλουνε μία σχέση μόνιμη και συζυγική και κάθονται πάνω της και την κλωσσάνε -- αίμα τρέχει στις φλέβες μου. Αλλά δεν αντέχω. Δεν αντέχω να βάλω τιμοκατάλογο στο μόνο πράγμα που μου δίνει χαρά. Στο μόνο, όμως. Χαχά, ξέρω: φρίξατε τώρα. Τέτοιος μαλάκας είμαι, θα μπορούσα να έχω βρει καναν ευγενικό κύριο, μην πας μακριά, τον Παύλο λ.χ. Ίσως και όχι, όμως.

Έτσι λοιπόν, κάτω από το φωτιστικό της κουζίνας κουβέντες και μαθήματα για το σχολείο και μακαρόνια δυο φορές την εβδομάδα με τον μπαμπά και τη μαμά. Σουβλάκια την Κυριακή μπροστά στην τηλεόραση. Και μακαρόνια δυο φορές τη βδομάδα όχι από το '13, ούτε από το '10, αλλά από το '93 και μετά. Ούτε εσώκλειστος με ωραία αγόρια στα κρύα σχολεία της Αγγλίας, ούτε ατελείωτες διακοπές στην Ανάφη, ούτε ιντερέιλ για το Βερολίνο στα είκοσί μου (τότε που πήγαιναν όλοι), ούτε κρασιά στο Μαραί -- δύο συγκοινωνίες για τα λιμανάκια της Βουλιαγμένης και πολύ μου έπεφταν. Και το γαμημένο εξοχικό, η παράγκα, στο Δασκαλιό, το σπίτι της μαλακίας και των αναστεναγμών: ατέλειωτα καλοκαίρια εκεί.

Μελό ε; Κάργα μελό. Αλμοδόβαρ. Ταινίες. Όχι βιβλία, ποτέ βιβλία, μόνο ταινίες βλέπω. Αλλά βεβαια, οι γκέι είναι πλούσιοι και είναι κλίκα. Εγώ όμως, εκτός από φτωχός μέχρι γλίτσας, είμαι και γκαντέμης. Παλιά, αν και είμαι κανονικός και στρέιτ άκτινγκ, που λένε τώρα τους αρρενωπούς στο ίντερνετ και στα grinder, το κουτσομπολιό κουτσομπολιό: εμ δεν ήμουνα θεούσος κι απάρθενος εμ δεν εμφανιζότανε γκόμενα στον ορίζοντα ούτε για δείγμα -- και που δεν βαφόμουνα και δεν έβαζα αϊλάινερ, και που ήμουν αυτό που ήμουνα, ψιλοαδερφή με ανέβαζαν, πουστράκι με κατέβαζαν. Μετά που πιάσαμε τα πράιντ και τα άουτ και γέμισε η σκηνή αβανγκάρντ νεοδημοκράτες, ντεκλαρέ πασόκους και εκσυγχρονιστές αριστερούς με διαμερισματάρες στο Γκάζι, ήμουν βαρετός και αχ τόσο μα τόσο κομφορμιστής. Αργότερα μού έμαθαν όλοι καλιαρντά και τότε έγινα ξενέρωτη και λιγάκι λαϊκιά. Έχουνε μια ωραία έκφραση στα αγγλικά, μου την είχε πει ένας αμερικάνος που παρθήκαμε στο Πεδίον του Άρεως, ήταν εντελώς φτιαγμένος και έτρωγε χάσιμο με τα φώτα της Αλεξάνδρας μετά: always falling through the cracks. Αυτός είμαι εγώ.

Κι οι γονείς μου δεν ξέρουνε τίποτα, και καλά: απλώς το παιδί είναι ήσυχο. Βασικά, δεν έχει σημασία αν ξέρουν. Από τη μια ο πατέρας μου έχει μετατραπεί εδώ και μια δεκαετία σε φάντασμα που σκαλίζει χαρτιά, το άθλημά του είναι να πληρώνει λογαριασμούς: κάθε φορά που θα πληρώσει λογαριασμό κάνει κι από ένα προσωπικό ρεκόρ. Η μάνα μου μετά τα τριακοστά τόσα γενέθλιά μου έκοψε το τροπάρι του γάμου. Δεν ξέρω τι κάνει όλη μέρα, όταν κουτσοδουλεύω (όταν έχω καμμιά δουλειά πουθενά), όταν περπατάω. Περπατάω πολύ. Σαν τους μετανάστες, που περπατάνε γιατί δεν έχουνε τι να κάνουν και γιατί δεν μπορούνε να πληρώσουν. Γιατί πια όπου και να καθήσεις πρέπει να πληρώσεις. Ξεκινάω λοιπόν και βάζω για στόχο το σπίτι του Παύλου. Μένει Μιχαήλ Βόδα, σε ένα αχανές διαμέρισμα στον τρίτο. Το πήρε μετά τους Ολυμπιακούς γιατί του είπαν ότι θα ανέβαινε η περιοχή. Έχει ελάχιστα έπιπλα, τις τέσσερις γάτες (Πείνα, Λοιμό, Πόλεμο, Θάνατο), κυκλοφορεί όλη μέρα με μεταξωτές ρομπ ντε σαμπρ, "για το performance" λέει, ενώ ακούει αυτή τη μάγισσα τη Ντιαμάντα Γκαλάς να δρακιάζει. Το βράδυ φέρνει σπίτι κάτι ασύλληπτα τεκνάκια και γαμιούνται. Αυτή είναι κατά τον Παύλο η συμφωνία μας, είμαι πολύ γέρος για τα γούστα του αλλά μια μέρα θα τον κληρονομήσω -- εγώ δεν θέλω καν να το κουβεντιάζω γιατί δεν του περνάει από το μυαλό πόσο ταπεινωτικό και πόσο φρικτός εμπαιγμός είναι να το λέει αυτό για έναν άνθρωπο που περνάει με διακόσια ευρώ τον μήνα. Ο Παύλος λοιπόν, ναι, είναι πλούσιος γκέι. Κληρονόμος. Κι έτσι νομίζετε, αν μου επιτρέπετε να σας βάλω απέναντι, που εκεί είστε έτσι κι αλλιώς, ότι είμαστε όλοι. Διότι αν δεν είμαστε αστοί και πλούσιοι, κι είμαστε από τον Μπύθουλα, που λέτε, πάμε γραμμή και παντρευόμαστε και κάνουμε κουτσούβελα και πού και πού παιρνόμαστε κρυφά και με βιασύνη για λόγους ψυχικής υγείας. Επειδή είμαστε φτωχομπινέδες δεν μπορούμε να έχουμε τον τιμητικό τίτλο του queer. Ε, της μάνας σας.

Εγώ θα ήθελα να έχω τον τρόπο να ζω αξιοπρεπώς. Θα ήθελα να μπορώ να βγω να φάω με καναν τύπο, έστω, να πάρω μια μπύρα. Δεν σπούδασα, δεν υπήρχανε λεφτά γι' αυτό. Λέγαμε μεταξύ μας, η μάνα μου σ' εμένα, εγώ στον πατέρα μου κι ο πατέρας μου στη μάνα μου και στον εαυτό του, ότι δεν παίρνω τα γράμματα -- παρηγοριόμασταν έτσι. Άλλωστε τότε ήταν το '93, τη χρονιά που τον απέλυσαν. Άλλωστε τότε ήμουν ευτυχισμένος. Είχα γνωρίσει τον Χρήστο το καλοκαίρι προς Γ' Λυκείου, οι γονείς του έλειπαν συνέχεια από το σπίτι και στο τέλος χώρισαν, πήγαινα και βλέπαμε ταινίες στο βίντεο, πίναμε τα κρασιά του πατέρα του και τα λικέρ της μάνας του και γαμιόμασταν. Έμενε ψηλά στην Πετρούπολη, τέρμα θεού, βγαίναμε μετά στο μπαλκόνι γυμνοί και χαζεύαμε την πόλη από πάνω. Ύστερα, φυσικά, ο Χρήστος έφυγε να σπουδάσει μηχανικός στην Ολλανδία: ήταν η πρώτη φορά που έμενα πίσω σύξυλος και όχι η τελευταία. Κάθε φορά γύριζα στο διαμέρισμα των δικών μου, που να είμαστε κι ευχαριστημένοι που το ξοφλήσαμε.

Μετά έφαγα ξύλο που ήμουνα πουστάρα. Μετά έβρισκα δουλειές: οικοδομές, συγκολλήσεις, σιδηροκατασκευές κτλ. Μετά με πλησίαζαν κάτι τελειωμένοι τύποι εξηνταφεύγα με το μάτι να αστραφτεί από τις κόκες να θέλουνε να πηδηχτούνε με τον εργάτη. Καύλωναν και μόνο στην ιδέα ότι "ζω με το κορμί μου" -- τέτοιες κουβέντες. Μετά απολυόμουν και ήμουνα ξανά μεταξύ ΟΑΕΔ και περιπάτων. Ώσπου ξαναέβρισκα δουλειά. Συνήθως, για κάποιον λόγο, τότε έβρισκα και γκόμενο. Θυμάμαι τώρα τέσσερις-πέντε τύπους που ήτανε κιμπάρηδες, δεν θα ξεχαστούν ούτε οι τρόποι ούτε το σώμα τους (για δύο από αυτούς, ούτε το καυλί τους). Όμως είχε πλάκα, ένιωθα εντελώς φέικ, απατεώνας που μπαίνει σε έναν κόσμο στον οποίο δεν ανήκει, σε έναν κόσμο όπου ο κόσμος περνάει πάντα καλά. Με έναν Κυριάκο, ας μην πω περισσότερα γι' αυτόν, γνώρισα κι εκείνον τον κόσμο που το επάγγελμά του είναι να είναι γκέι: είναι γκέι, κάνει τον γκέι, λέει πως είναι γκέι και ασχολείται με γκέι θέματα. Μόνο που εγώ ήθελα να είμαι αυτός που είμαι, όχι ο "Μάνος ο γκέι", ο "Μάνος η αδερφή", ο "Μάνος ο πούστης". Πάντως ο πιο ωραίος από τους τέσσερις-πέντε ήταν ένας ποιητής, πιο μεγάλος από μένα. Δεν ήθελε να παραδέχεται πόσο τρυφερός είναι. Αλλά ήταν και γαμώ σε όλα του. Όλα. Ας μην πω λεπτομέρειες. Καμμιά φορά πάω μέχρι το κέντρο στον Παπασωτηρίου και στην Πολιτεία και κοιτάω τα βιβλία του. Τα μόνα βιβλία που κοιτάω.

Έφτασα σχεδόν σπίτι. Η μάνα μου θα έφτιαχνε γίγαντες. Ευτυχώς γιατί δεν πήγαινε άλλο με τα πιλάφια και τις κοτόσουπες.

GatheRate