Τρίτη, 28 Απριλίου 2009

Περιβόλια ανοίχτε στην αγάπη


Αν ξεκινήσω τώρα να λέω ότι ο Παλαμάς είναι δυνατός ποιητής, θα αρχίσουνε πολλοί τις τσιρίδες. Είναι τόσο ντεμοντέ, που η ντεμοντεδιά του Ρίτσου ωχριά μπροστά της, άσε που ο Ρίτσος κυκλοφορεί και στο μετρό πια. Τον Παλαμά δεν τον ανακάλυψα στη Φιλοσοφική Σχολή του Καποδιστριακού, εκεί είναι δύσκολο να ανακαλύψεις οτιδήποτε (εκτός από φοιτήτριες). Θα φτάσουμε όμως και στον Παλαμά.

Ανήκω στους ανθρώπους που δυστυχούν γιατί πάντοτε ξέρουν ακριβώς τι θέλουν. Δεν είναι απαραίτητα εξεζητημένο ή αλλόκοτο αυτό που θέλουμε, είναι όμως αυτό και τίποτε άλλο. Είναι πολύ δύσκολο να ξέρεις ακριβώς τι θες, δε θα το βρεις εύκολα σε μικρούς τόπους.

Ανάμεσα σε πολλά και διάφορα, από 15 χρονών ήθελα επίσης να φύγω από το σπίτι και να ζήσω μόνος. Έγραφα και ποιήματα τότε, με τίτλους βεβαίως όπως 'η φυγή'. Θα φτάσουμε και στα ποιήματα. Ακόμα μ' αρέσει να μπορώ να μένω μόνος κι ευτυχώς συμβιώνω με μια συμβία που συμμερίζεται αυτή την ανάγκη.

Σε ηλικία 22 χρονών βγήκα για πρώτη φορά από την Ελλάδα, και μόνος. Δύο πράγματα με εντυπωσίασαν: η ύπαρξη των Άλλων και πόσο οι Άλλοι κι οι χώρες τους έμοιαζαν σ' εμάς και στη χώρα μας. Έτσι: απλά, χαζά και διδακτικά.

'Ανθρωπος όμως έγινα στο Λονδίνο, στα 23. Μέχρι τότε ήμουν δυνάμει άνθρωπος (που πα' να πει μαλάκας, όμως ο γιατρός μου μού έχει απαγορεύσει αυστηρά να χρησιμοποιώ την αναλυτική κατηγορία 'μαλάκας', παρά μόνο για πρακτικούς σκοπούς). Πριν φύγω για το Λονδίνο, με είχε πιάσει κάτι σαν πανικός και έβλεπα ταινίες με τη σέσουλα: Μέχρι το τέλος του κόσμου, Lion King, Κουαρτέτο σε τέσσερις κινήσεις, Damage του Λουί Μαλ, Ωραία Καβγατζού (τέσσερις ώρες να μπανίζω τη Μπεάρ παρέα με μια Μαρία, με την οποία είχα βρεθεί και στη Μύκονο, και η οποία κατάλαβα ότι με ήθελε τρία χρόνια μετά τη νύχτα της Καβγατζούς -- ζώον, σας λέω). Ευτυχώς είχε και στο Λονδίνο σινεμάδες όπου είδα λ.χ. το Crash και τον Ρωμαίο+Ιουλιέττα του Λέρμαν (κι έκλαιγα, αλλά από μέσα μου) και το Δαμάζοντας τα Κύματα του Φον Τρίερ (κι έκλαιγα απ' έξω μου με λυγμούς κι έγινα κανονικό θέαμα μέσα στο Σινέ Renoir, οπότε από την επόμενη μέρα αποφάσισα να ξεχάσω τους έρωτες και την Anja και να γίνω κωλόπαιδο). Τα κυριακάτικα πρωινά, κατά τις 11 δηλαδή, άκουγα το Requiem του Μότσαρτ (Böhm, στερεοφωνική εκτέλεση του 1971) τέρμα, πετάγοντας επάνω τον μεγαλοφυή φυσικό, τον σεμνό Αφρικανό και τον αποστεωμένο κοκάκια ρέιβερ με τους οποίους γειτόνευα: quam olim Aaaaaabraaaaahae promisisti et semini eius. Το είχα αγοράσει από το υστέρημά μου, τις τελευταίες 30 λίρες πριν τα Χριστούγεννα, μαζί με το CD single του Insomnia των Faithless. Έχει κι ένα άλλο ωραίο μέρος στο Requiem, εξαιρετικά τρυφερό, το Recordare Iesu Pie, quod sum causa tuae viae, ne me perdas illa die. Πανέμορφο.

Πριν φύγω για την Αγγλία μάζεψα όλα τα ποιήματά μου στη μπανιέρα του πατρικού και τα έκαψα. Ακόμα και τώρα που τα γράφω αυτά αισθάνομαι γαλήνη και ανακούφιση. Πάντως η μπανιέρα ακόμα έχει το σημάδι, πρέπει κάποτε να πληρώσω να την επισμαλτώσουν. Τα ημερολόγια από 11 έως 29 χρονών, αν και εξίσου ανατριχιαστικά κι ανόητα, τα κρατάω θαμμένα για ιστορικούς λόγους, αφού δεν έχω καλή μνήμη. Αυτά λοιπόν για τα ποιήματα.

Τέλος, ο Παλαμάς. Τον Παλαμά τον γνώρισα από το κομμάτι του Πράισνερ από το Κουαρτέτο της Ρικάκη που συνοδεύει αυτό το ποστ. Εδώ είναι η εκτέλεση με τον Λιδάκη. Αργότερα, έκατσα και διάβασα τον Δωδεκάλογο. Όποια κι αν είναι η γνώμη σας για τον Παλαμά, μάλλον θα συμφωνήσετε ότι μάς τον καταστρέφει το σχολείο, όπως σχεδόν καταφέρνει να το πράξει με τον Σολωμό και, σε μικρότερο βαθμό, με τον Ελύτη.

Η συμβία μού έμαθε επίσης να εκτιμώ τον άλλο καραπαρεξηγημένο, τον Σικελιανό, και να μην γκαρίζω στο άκουσμα του ονόματός του. Αλλά αυτό είναι θέμα για άλλο ποστ.

GatheRate

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου