Τρίτη, 2 Ιουνίου 2015

Τατού

Ίσως να μιλήσω για κάτι που υπάρχει, μπορεί και όχι. Ενδεχομένως θα πω για κάτι πρόσφατο, ή για κάτι μάλλον μακρινό. Άλλωστε, το μόνο πρακτικό εργαλείο για να ταξιδεύουμε στον χρόνο, έστω και στα ψέματα, είναι η μνήμη: προχτές μου θύμισαν κάτι το οποίο το είχα δεκαετίες ξεχασμένο, απόψε δεν θυμάμαι τι.

Είμαι από αυτούς που σκέφτονται κανα μήνα πριν πούνε κάτι. Πρόκειται για μια τακτική που καλλιέργησα με καρτερία κι επιμέλεια. Όταν ήμουν μικρότερος άνοιγα το στόμα μου και μίλαγα και μίλαγα, παρασυρμένος από την ομιλία μου, όπως κοιτάς χαύνος δύο νήματα που πλέκουν δυο βελόνες να βγάζουνε ρούχο που θα φορέσεις. Αυτό με έκανε να τρέμω μην ακουστώ γελοίος, να μη σκεφτούν οι άλλοι πως ίσως είμαι καραγκιόζης. Οι γύρω μου πάντως επιμελώς απέκρυπταν για χρόνια το λυπηρό γεγονός ότι πιο εύκολο είναι να ακουστώ βαρύς κι ασήκωτος και στομφώδης, παρά γελοίος. Παράλληλα, είχα υποστεί στο μεταξύ όλες τις σχετικές παραινέσεις ξανά και ξανά, όπως και την κάπως χανιμπαλεκτερικής εμπνεύσεως "να βουτάς τη γλώσσα στο μυαλό σου". Πλέον τη μαρινάρω κανονικά, λοιπόν. Αρκεί να μη με πετύχεις άυπνο, ευάλωτο ή πεινασμένο, αρκεί να μη με προσβάλεις. Αλλά δύσκολα προσβάλλομαι πια, αν και είναι εφικτό.

Μου φαινόταν αδιανόητο να χαράξεις κάτι ανεξίτηλα πάνω σου. Ειδικά κάτι αναπαραστατικά, κάτι πορτραίτα, τοπία, ονόματα. Ονόματα, ρε συ. Γιατί;  Αν πεθάνεις πρώτος, γιατί να φέρεις τα ονόματα των ζώντων πάνω σου; Αν πάλι πεθάνουν εκείνοι ή άμα σε ξεχάσουν, θα έχεις ανάγκη ακόμα οξύτερη οδύνη και πιο διαρκή από την ανάμνησή τους; Σιγά σιγά άρχισα να ψάχνω για κάποιο σχέδιο που θα με αντιπροσώπευε ακόμα και στο αδιανόητο μέλλον -- για μένα το μέλλον πάντοτε υπήρξε αδιανόητο, ήμουνα πάντα με την άποψη του Χλάντνικ στο Μυστικό θαύμα του Μπόρχες: αν μπορώ να το διανοηθώ, δεν πρόκειται να γίνει.

Για χρόνια ολόκληρα δεν έβρισκα τίποτα να χτυπήσω, τίποτε με εχέγγυα διαχρονικότητας. Κατόπιν για ένα διάστημα ξέχασα τελείως την υπόθεση τατού, υπήρχαν άλλα, πολύ πιο στοιχειώδη και δύσκολα θέματα, που συνοψίζονταν στα βασικά βιοποριστικά. Όμως ενόσω ασχολείσαι με τα επείγοντα, με τα βαριά και ανθυγιεινά, τα άλλα, τα μακράς διαρκείας, βρίσκουνε τον τρόπο να ζυμώνονται και να ωριμάζουν. Τουλάχιστον, αυτό ελπίζεις: ότι τίποτε δεν θάβεται ποτέ.

Μετά λοιπόν ήρθε μια ωραία φωτεινή εποχή, με φως όπως το θέλουνε τα μάτια μου: λοξό, διάχυτο, φως που σέβεται το χρώμα και χωρίς σκληρούς ίσκιους. Και είδα σε αυτό το φως ότι η ζωή αφήνει πάνω μας πολλά, και κυρίως το ποιοι είμαστε. Μας χαράζει και μας πλάθει και μας ζυμώνει και μας σφυρηλατεί. Άρα δεν χρειάζεται να διανοηθείς κάτι που δεν θα σου φέρνει αμηχανία στο μέλλον: αν ο εαυτός σου δεν σου φέρνει αμηχανία πια, αρκεί να προσθέσεις πάνω σου, εκούσια, κάτι που μιλάει για τον εαυτό σου.

Το σχέδιο το αποφάσισε λοιπόν η πείρα. Την απόφαση να το χτυπήσω την έδωσε η συγκυρία: το θαυμάσιο απροσδόκητο, ζωογόνο και απαραιτήτως χαμογελαστό, αυτό που σε ξεπερνάει και γι' αυτό σε τραβάει μαζί του και σου λέει: "ζήσε λίγο ακόμα, μια βδομάδα, εξι μήνες, δέκα χρόνια, μισόν αιώνα ακόμα, μήπως μεγαλώσεις κι άλλο και με φτάσεις". Και το μέλλον δεν είναι πια αδιανόητο, γιατί ζεις εντός του και είναι πια παρόν και ποσώς δεν σε ενδιαφέρει να το διανοηθείς, τελικά: μόνον να το εξαπλώσεις πασχίζεις.

GatheRate

1 σχόλιο: