Δευτέρα, 17 Οκτωβρίου 2016

Εφτά άντρες


Η Κική τον στρίμωξε στον πάγκο. Έβαλε το χέρι της πάνω στο γονατό του με επεκτατικές διαθέσεις. "Τι σου αρέσει λιγότερο στο σώμα μου;", τον ρώτησε. Ο καημένος δεν ξέρει από αυτά. Τίποτα δεν ξέρει. Σκέφτηκε λιγάκι γιατί ήθελε να απαντήσει τίμια κι ειλικρινά στην ερώτηση. "Θέλω να μου πεις", επιμένει. Το πρόβλημα όμως είναι το εξής: στα δεκαοχτώ του νομίζει ότι έχει δει τον θεό τον επουράνιο μόνο και μόνο γιατί η Κική βγήκε μαζί του και στο τέλος του ραντεβού τον φίλησε. Και την επόμενη φορά ήρθε σπίτι του και το έκαναν και τους άκουσε όλος ο ακάλυπτος. Και το πρόβλημα, το πρόβλημα που λέγαμε, είναι ότι το σώμα της είναι τέλειο, είναι σαν αυτά που τοποθετούν γυμνά μεταξύ φωτός και σκιάς οι σκηνοθέτες οι καλοί για να σου πουν "α, να ομορφιά, να έρωτας: κοίτα καλά". Πριν δυο βδομάδες έγραψε μάλιστα κι ένα ποίημα για το σώμα της, σαν γεωγραφική περιήγηση· παινεύει και τον κώλο της που είναι σαν πανέμορφος πλανήτης. Της το έδωσε καλλιγραφημένο σε ένα χαρτί κι αυτή τον φίλαγε μετά λες και θα έμπαινε σε τραίνο να φύγει μετανάστης. Τι να της απαντήσει τώρα; Δεν ξέρει. Κι όσο διστάζει, τόσο η Κική μαγκώνει. Πρέπει να βρει κάτι. Ντρέπεται και να πει "βυζιά" μπροστά της. "Το στήθος σου", της λέει. "Είναι βαρύ και λίγο πεσμένο." Η Κική τον κοιτάει με βλέμμα που πετρώνει, παίρνει το τσαντάκι-ταγαράκι που ίσα ίσα χωράει απολύτως τίποτα και φεύγει. Θα τον ξαναπάρει τηλέφωνο σε τέσσερις μέρες αλλά αυτός ακόμα δεν το ξέρει και θα αδειάσει μέχρι τότε ό,τι έχει η κάβα του σπιτιού. Μέχρι και το κοριαντολίνο θα πιει.

*

Τα πράγματα είναι κάπως περίεργα και μάλλον σχετικώς σοβαρά. Την ντρέπεται τη Νανά. Πρώτα πρώτα είναι αρραβωνιασμένη και του το είπε. Συνηθισμένος βεβαίως να χωρίζει ζευγάρια, όχι γιατί το επιδιώκει ή γιατί έχει τέτοιο βίτσιο, απλώς του συμβαίνει. Αλλά την ντρέπεται αυτή. Πήγανε σπίτι του μετά το φαγητό, αλλά δεν πίνει αλκοόλ η Νανά. Αυτό τον κάνει να ντρέπεται περισσότερο αν και ήδη την έχει φιλήσει. Τον κοιτάει και την κοιτάει κι αυτός· την ώρα που περνάει τη νιώθει να πέφτει στο χαλί κομματάκι κομματάκι, σαν κερί που στάζει σε παγωμένο δωμάτιο. Σχολιάζει πόσο της αρέσει το σπίτι του. Εκείνος εξακολουθεί να την ντρέπεται τη Νανά αλλά θυμάται ότι τη φίλησε μπροστά στη λίμνη (πόσο καρποστάλ) και θέλει να την ξαναφιλήσει και να ακούσει πώς θα κάνει όταν θα γλυστρήσει μέσα της, εάν τελικά θα γλυστρήσει μέσα της. Ο Γιώργος τού έλεγε ότι είναι του df κι ότι κωλυσιεργεί και διστάζει γιατί το df τον έχει διαφθείρει και τέτοια. Της φτιάχνει τσάι Mariage Frères, το μόνο που έχει γιατί τσάι δεν πίνει κι ανοίγει και το μπουκάλι με το Teeling και περνάει κάπως και η ώρα. Το Teeling κάνει καλό. "Θα σου βάλω ένα ελληνικό τραγούδι", της λέει. Της αρέσει το "Κάνε το δάκρυ σου χαρά", ωραίο είναι, της αρέσει. Το Teeling κάνει καλό, κλείνει τα μάτια και τη φιλάει ενώ ταυτόχρονα το χέρι του πλάθει λίγο απληστα τη δεξιά ωμοπλάτη της, μετά λύνει τον ευτυχώς εύκολο δεσμό. Το στήθος της ελευθερώνεται κάτω από το πουλόβερ ενώ η ανάσα της μυρίζει άνθη παιωνίας, ή τι λέει η συσκευασία του τσαγιού. Η ανάσα της μυρίζει σαν υπόσχεση και ο μικρός αναστεναγμός όταν τελικά μπαίνει μέσα της ακούγεται σχεδόν σοβαρός και όλος συνέπεια.

*

Η Κική μπαίνει μέσα στο δωμάτιο και βγάζει τα γυαλιά της. Κρατάει καφέ από τον Γρηγόρη στα χέρια της, αυτό είναι καλό σημάδι. Αχνίζει ακόμα. Χωρίς να τον έχει κοιτάξει ακόμα κλείνει την πόρτα πίσω της απαλά λες και θα ξυπνήσει κανέναν. Βγάζει τα γυαλιά και τα αφήνει στο έπιπλο που έχουνε τα δωμάτια ξενοδοχείων για γραφείο, λες και θα κάτσει κανείς να γράψει την Ασάλευτη Ζωή στην Αχαρνών. Ακουμπάει και τον καφέ στο γραφείο αυτό, πολύ στην άκρη, ως συνήθως. "Πόσο θα μείνεις;", τον ρωτάει. Απαντάει. "Δεν το ήξερα το ξενοδοχείο, νόμισα ότι ήτανε ξέρεις, ημιδιαμονής που λένε." Αυτός κάθεται στο κρεβάτι, τον έχουνε λιώσει οι δώδεκα ώρες μέσα στο ΚΤΕΛ, η δύσοσμη θέρμανση, οι μονότονοι ρυθμοί και το τίποτα των αυτοκινητοδρόμων. Η Κική στέκεται μπροστά του και τον κοιτάζει. Δεν ξεντύνεται. Μάλλον όχι, βγάζει πάρα πολύ προσεκτικά το καλσόν της, αλλά το πετάει στο πάτωμα. Καινούργιες συνήθειες αυτές. Τον φιλάει και τον ρωτάει αν κρυώνει. Τον γδύνει εντελώς αλλά αργά, εκείνη βγάζει μόνο τη ζακέτα της. "Πόσο θα μείνεις στην Αθήνα;" Δεν περιμένει απάντηση, του κάνει τη γνωστή λαβή και όταν βεβαιωθεί πως είναι σκληρός και έτοιμος μισοκάθεται με προσοχή πάνω του. Τον ρίχνει πίσω να πέσει στο στρώμα και τον καβαλάει κανονικά. Κινείται όμως πότε βάδην και πότε τροχάδην, δεν αφήνεται να καλπάσει πάνω του. "Πουθενά δεν έχεις να πας" του λέει λίγο πριν τον κάνει να χύσει. Μετά πέφτει κι εκείνη πάνω του και τον σκεπάζει. Μυρίζει χειμώνα στην Αθήνα στα ρούχα και στο δέρμα της. "Έλα να κάνουμε ένα μπάνιο μαζί και συνεχίζουμε εκεί", του λέει.

*

Στο σπίτι της Νανάς έχει πολλά κρεβάτια αλλά τρίζουν όλα. Πολλά δωμάτια ψηλοτάβανα και μεγάλα με τουλάχιστον ένα κρεβάτι το καθένα. Τα νοικιάζει σε φοιτητές αλλά τώρα τον Ιούλιο λείπουν όλοι κι έχει όλο δικό της ένα σπίτι άδειο με δωμάτια άδεια και διαθέσιμα κρεβάτια ξέστρωτα. Ο ήλιος λάμπει ψηλά στον ουρανό και χυμάει μέσα από τα κατασκονισμένα τζάμια. Η Νανά φοράει μια αστεία λεπτή νυχτικιά, αυτός είναι ακόμα με τα ρούχα της δουλειάς. Βγάζει την κυλότα της, κι εκείνος πέφτει γονατιστός και κάνει να τη γλείψει όμως εκείνη τον κόβει. Δεν θέλει, δεν της αρέσει. Φοράει ακόμα τη νυχτικιά και κάτι κάλτσες με γατάκια, κάλτσες αντρικές. Η Νανά απλώνει το χέρι της και βρίσκει το δικό του καθώς προσπαθεί τουλάχιστον να της το τρίψει. Τραβιέται και ξαπλώνει στο κρεβάτι και τον τραβάει πάνω της. Το τρίξιμο είναι πολύ έντονο, σχεδόν μουσικό, σαν αλλεπάλληλες δοξαριές. Εκείνη ανασαίνει όχι κοφτά αλλά σαν να ετοιμάζεται να ψάλει. Μετά από λίγο τον σπρώχνει απαλά και σηκώνεται όρθια κοιτάζοντάς τον με θαμπό βλέμμα. Ξαπλώνει στο πάτωμα, εκεί όπου πέφτει η αντηλιά. Κλείνει τα μάτια και του λέει "Έλα". Εκείνος ξαναμπαίνει μέσα της, σχεδόν τσουλάει μέσα της και ανοίγοντας τα μάτια βλέπει την κυλότα της ριγμένη ατημέλητα λίγους πόντους αριστερά από το πρόσωπό της, σαν να την τοποθέτησε κάποιος εκεί επίτηδες. Αυτή η εικόνα τον απασχολεί για ελάχιστα δευτερόλεπτα ακόμα, ύστερα ξαναβουτάει στο θαυμαστό κι ευφρόσυνο τίποτα της λαγνουργίας.

*

Η Φιλιώ μπαίνει στο σπίτι του και κοιτάει καλά καλά γύρω της. Καταγράφει. Φαίνεται να της αρέσει όπως αρέσει σε κάποιον ένα μποέμ αχούρι. "Δεν ήξερα ότι μένουν άνθρωποι στην Ευριπίδου", του λέει. "Μόνον από τέταρτο όροφο και πάνω", της απαντάει. Κάθεται κατάχαμα στο καταλιανισμένο παρκέ κι ανάβει τσιγάρο χωρίς να ρωτήσει, βγάζει από την πελώρια τσάντα της ένα φορητό τασάκι και το ανοίγει. Το αφήνει προσεκτικά στο πάτωμα δίπλα της και κάνει μια έτσι για να ανοίξει την μπαλκονόπορτα περισσότερο. Φοράει κάτι ρούχα σαν να βγήκε από το νουβέλ βαγκ αλλά μωβ, πράσινα, γκρενά, μπορντώ και ταμπά: τέτοια, χρώματα με γυναικεία ονόματα. Είναι πιο ωραία η Φιλιώ από όσο νόμισε και θυμόταν. Φοράει και μπερέ, μπορντώ. Εκείνος πάει και παίρνει δυο μαξιλάρες από τον καναπέ και τις ρίχνει στο παρκέ. Στέκεται όρθιος και την κοιτάζει, από πάνω της. Σαν μπάστακας, που λένε. Οπότε πάει και της φέρνει ένα τζόνι με κόλα από την κουζίνα, τι πίνει και δυο-τρία πράγματα ακόμα ξέρει για αυτήν. Γι' αυτό πήγε κι αγόρασε το τζόνι άρον άρον. Εκείνη σηκώνει το κεφάλι και χαμογελάει, έχει ωραίο χαμόγελο. Πολύ ωραίο. Αγαλλίαση. Δεν λέει τίποτα, σαν να θεωρούσε δεδομένο ότι θα της έρθει ένα τζόνι με κόλα πριν καν να το ζητήσει. Εκείνος αρχίζει να γδύνεται σαν να είναι στον γιατρό, αλλά δεν ξεχνάει να βγάλει τις κάλτσες, ενώ στο τέλος διπλώνει το σόρτς γύρω από το σλιπ με συστολή κι έχει ήδη αφήσει διπλωμένο το τισέρτ πάνω στην καρέκλα την ινδική. Όσο γδύνεται η Φιλιώ σηκώνει το βλέμμα κάθε τόσο, συνεχίζει να καπνίζει. Μόλις βλέπει ότι απέμεινε εντελώς γυμνός χαμογελάει ξανά και λέει "μια χαρά" σχεδόν γελώντας. Απ' έξω, από μακριά ακούγεται κάποιος κάγκουρας. Γονατίζει στο πάτωμα και τη σπρώχνει να ξαπλώσει πάνω σε μια από τις δύο μαξιλάρες, φοράει ακόμα τον μπερέ της ενώ της βγάζει τη φούστα. Εκείνη βγάζει το μπολερό ή πώς τα λεν αυτά και μετά το τοπ από κάτω, ώσπου της πιάνει τα χέρια κι αρχίζει να τη φιλάει στον λαιμό. "Μια χαρά", λέει η Φιλιώ. Ύστερα ορμάει πάνω της αλλά σε λίγο είναι ο ίδιος ξαπλωμένος στο πάτωμα κι έχει τη Φιλιώ από πάνω του αλλά κολλημένη πάνω του, με τη μουσούδα του στον λαιμό της: γαμιούνται χωρίς περίσκεψη και χωρίς ιδιαίτερη χάρη. Αφού τελειώσουν ήσυχα αλλά με πνιγμένους στεναγμούς, χωρίς να κατέβει από πάνω του η Φιλιώ τού λέει "ωραίο ήταν αυτό".

*

Του έχουνε κοπεί τα γόνατα. Αυτός, που ποτέ δεν φοβήθηκε, τη βλέπει και τρέμει. Δεν μπορεί να διανοηθεί ότι αυτή η γυναίκα, γυναίκα, όχι "γκόμενα" ή "μουνίτσα" ή δεν ξέρω τι, τον θέλει. Την κοιτάζει και δεν πιστεύει στα μάτια του. 'Εχει πιει ένα ποτήρι κρασί αλλά ήδη το κεφάλι του γυρίζει. Την κοιτάζει και δεν πιστεύει στα μάτια του. Μπαίνουνε σπίτι της κι εκείνη αμέσως εξαφανίζεται στο μπάνιο. Το σπίτι της είναι ένα σπίτι όπως όλα τα άλλα, εκείνη όμως δεν είναι καθόλου σαν όλες τις άλλες. Σαν καμμιά απολύτως δεν είναι. Κάθεται στον καναπέ, από αυτούς τους αθάνατους που προτιμούσαν τον περασμένο αιώνα, και σκέφτεται ότι τη φίλαγε πριν είκοσι λεπτά, μπορεί όμως και να ήτανε χρόνια πριν. Κι εκείνη του είπε ότι ήρθε η ώρα να φύγουν. Και στην έξοδο του μπαρ λίγο έκανε να πέσει πάνω στον Αντώνη, που έκανε πως δεν τον είδε, αν και μπορεί να μην τον είδε πραγματικά γιατί κοίταγε εκείνη που πέρναγε μπροστά του και της κράταγε την πόρτα. Εκείνη που τώρα έρχεται από το μπάνιο φορώντας μόνον εσώρουχα, σχεδόν κανονικά εσώρουχα, -- τίποτε υπερσέξυ. Πρέπει να έχει τα πιο αστεία μούτρα του κόσμου έτσι όπως την κοιτάζει, λιγάκι σαστισμένος, πολύ καυλωμένος κι απολύτως αγγελοκρουσμένος. Σηκώνεται από τον καναπέ και την κρατάει από τον λαιμό, εκείνη του χαϊδεύει τα μαλλιά, δεν ξέρει πού να την πρωτοχουφτώσει, τι να χαϊδέψει, σαν έφηβος σε πάρτυ φέρεται λίγο. Ανοίγει τα μάτια και η όψη του δέρματός της τον κάνει να ταραχτεί, είναι ανελέητα όμορφη. Εκείνη του γυρίζει με τρόπο την πλάτη. "Σε θέλω", του λέει και σκύβοντας ακουμπάει το δεξί της χέρι στο τραπεζάκι του σαλονιού όπου βρίσκονται κάτι ρόστερ, ένας υπολογιστής, μισή σοκοφρέτα. Κοιτάζει το δεξί της χέρι και τον πιάνει σπαραγμός, δεν μπορεί να υπάρχει κάτι τόσο όμορφο, δεν πρέπει να υπάρχει κάτι τόσο όμορφο μέσα στον βρωμερό τον κόσμο. Τότε βλέπει ότι σκυμμένη όπως είναι έχει παραμερίσει το κυλοτάκι της με το αριστερό χέρι. Λύνοντας τη ζώνη του κι ενώ μπορεί να μυρίσει το σαπούνι και το γαλάκτωμα από το δέρμα της, αυτά τα 6-7 δευτερόλεπτα, κοιτάζει το γραμμένο μουνάκι της και σκέφτεται ότι πιθανότατα μόλις πέθανε και πόσο ωραία είναι που επιτέλους πέθανε.

*

Στα μπαρ ή θα βρεις τον εαυτό σου ή θα σε καταπιεί το αλκοόλ. Στο συγκεκριμένο μπαρ κάθεται απέναντι από τη Σοφί. 'Όχι Σοφία, Σοφί. Γαλλίδα μαμά. Του αρέσει πολύ και τη χαλβαδιάζει απροκάλυπτα. Κι εκείνη τον κοιτάει όλο το βράδυ και σχεδόν γελάει. Μαντεύει το σώμα της κάτω από τα ρούχα και δεν βλέπει κάτι που να μην του αρέσει πολύ. Πολύ όμως. Και η Σοφί τον κοιτάει και γελάει, αλλά όχι φωναχτά. Πίνουνε τζιν. Και μετά από το τρίτο, διότι ήρθε θεονήστικος ο έρμος στο ραντεβού, σκέφτεται τώρα πώς να είναι να ξυπνάει κανείς δίπλα στη Σοφί και να απλώνει το χέρι του και να το κάνει μαζί της, ενώ κοιτάζει γύρω του σαν να βλέπει για πρώτη φορά την πλατεία όπου τον έφερε. Σε μια στιγμή διαύγειας σκέφτεται ότι είναι πιωμένος και φαίνεται, άρα μπορεί να του δικαιολογηθεί μια τόση δα καφρίλα: απλώνει λοιπόν το χέρι του και χαϊδεύει το γόνατο της Σοφί και είναι πολύ ωραίο γόνατο και λιώνει σχεδόν και καυλώνει και λίγο, ενώ η Σοφί σταματάει προς στιγμή να αφηγείται πώς έκανε τις καλόγριες στο σχολείο να την αποβάλουν, τον κοιτάζει με έναν τρόπο που δεν λέει πολλά περισσότερα από ένα πρόσχαρο κι ολόψυχο "ναι", και συνεχίζει να του λέει πώς έσπασε όλα τα τζάμια του πάνω ορόφου όταν ήτανε στο Λύκειο. Εκείνος κοιτάει τη Σοφί και σκέφτεται ότι θέλει να τελειώσουν μαζί ενώ θα την έχει διπλώσει στα δύο και το δεξί της πόδι θα είναι στον ώμο του και ότι θέλει να μάθει τη γεύση που έχει το δέρμα πίσω από το αυτί της. Σε μια παράτολμη επίδειξη πλαστής νηφαλιότητας, γέρνει μαζί με το σκαμπό προς το μέρος της, ενώ κρατιέται γερά από την μπάρα βεβαίως, και της δίνει ένα ωραίο διερευνητικό φιλί. Η Σοφί μετά το φίλί πίνει μια γουλιά και μετά τον σπρώχνει μαζί με το σκαμπό του πίσω σε μια θέση ισορροπίας. Κάνει νόημα στον μπάρμαν να πληρώσουνε.

GatheRate

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου