Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2016

Έφτι Μουλά


Έρχομαι από τα βάθη της Ασίας.

Το 1994 πήγα στη Λέσβο για να βρω το κορίτσι μου, που παραθέριζε εκεί με τους δικούς της -- αθώες εποχές τότε, μας έσερναν οι γονείς μαζί τους στις διακοπές. Έφτασα εκεί με άλλους τρεις φίλους, δεν υπήρχανε και κινητά οπότε αφήναμε ο ένας στον άλλο μηνύματα με αριθμούς τηλεφώνου των πανσιόν που καταλύαμε. Ήμουν ήδη δυο τρεις μέρες στη Λέσβο όταν μαθαίνω από την ολοφάνερα αναστατωμένη μητέρα της κοπέλας ότι πήρε το βαρκάκι χωρίς προειδοποίηση, πήγε στο Αϊβαλί και από εκεί θα διέσχιζε με τούρκικο ΚΤΕΛ την Τουρκία μέχρι να φτάσει στην Καππαδοκία. Από την οποία κατάγομαι. Για να δει πώς είναι εκεί οι άνθρωποι.

Δύο μήνες μετά, στην Αθήνα, μου είπε ότι όλοι μου έμοιαζαν στους δρόμους της Καισάρειας, μια δυο φορές μάλιστα νόμισε ότι με είδε να περπατάω με τριμμένο γκρι σακάκι. Πιθανόν όλοι να μου έμοιαζαν, αλλά μπορεί και να επρόκειτο για περίπτωση παρειδωλίας: όποιος ψάχνει μοτίβα τα βλέπει κι εκεί όπου μετά βίας υπάρχουν, λ.χ. στα σύννεφα.

Μπορεί οι τουρκόφατσες της Καππαδοκίας, που έγιναν πολύ της μόδας με τα σήριαλ τα τούρκικα και τις ταινίες του Nuri Bilge Ceylan, να θυμίζουνε τη δική μου, αλλά η ταυτότητα είναι πολύ μπαγάσικο πράμα και δεν ορίζεται ούτε στατικά ούτε με τη συσσώρευση πληροφοριών. Αναρωτιέται π.χ. ο Κούντερα στην Ταυτότητα, λίγο ρητορικά και στημένα, τι από τα δύο είναι η ταυτότητα του καθενός μας: το άθροισμα όλων των λεπτομερειών που είμαστε, των ειδοποιών διαφορών μας, ή αυτό που μένει όταν απογυμνωθούμε από τις λεπτομέρειες και τα καθέκαστα;

Ενδιαφέροντα θέματα οπωσδήποτε. Αυτό που ξέρω εγώ είναι ότι δεν έχω πάει μέχρι τη μέση της Καππαδοκίας για να βρω τις ρίζες μου: ό,τι θυμάμαι και ό,τι έχω ζήσει είναι οι ρίζες μου, ενώ τη βιολογία μου την κουβαλάω μαζί μου και είναι μέρος μου, μαζί και η τουρκόφατσα.

Ο μισός είμαι Καππαδόκης, ένα τέταρτο Αρκάδας, ένα τέταρτο Πολίτης. Κατά τ' άλλα κι εγώ κι ο πατέρας μου είμαστε Αθηναίοι. Αν δεν θέλει να παίξει κανείς με στερεότυπα, τα πράγματα είναι απλά: τουρλού, όπως είμαστε οι περισσότεροι από καταβολής ανθρωπότητας, είδους έμφρονος, γλωσσικού και ταξιδιάρικου, ενίοτε πολύ μοχθηρού και συνήθως απλώς παράφορου, που πρόκοψε στις πόλεις μετά από δεκάδες χιλιάδες χρόνια κυνηγιού και περιπλανήσεων.

Αν θέλει να παίξει κανείς με στερεότυπα, μπορεί να σκεφτεί παστουρμάδες λόγω Καππαδοκίας -- αν κι εγώ θα έλεγα μαντί και πολύ γιαούρτι, χοροί με κουτάλια και τουρκοφωνία· μπορεί να σκεφτεί τσάμικους λόγω Αρκαδίας, αν κι εγώ θα έλεγα στριφνότητα, ψυχρότητα και γαστρονομική απελπισία· για δε την Πόλη όλοι έχουν γνώμη.

Αν πάλι επιμείνω στη μνήμη, υπάρχουν ιστορίες. Υπάρχουνε π.χ. θειάδες και γιαγιάδες που μιλάνε μεταξύ τους τούρκικα για να μην καταλαβαίνουμε ποιον κουτσομπολεύουνε και πώς. Υπάρχει και μια αιωνόβια, εντελώς κινηματογραφική γιαγιά, σαν αρχαία μάγισσα ή Γραία, η οποία αρνούνταν να καθήσει σε οτιδήποτε ψηλότερο από έναν πολύ χαμηλό σοφρά. Αυτό που την έκανε να μοιάζει με μαντείο ήταν ότι μίλαγε μόνο τούρκικα, και μάλιστα με τρόπο που δυσκόλευε ακόμα και τους υπόλοιπους τουρκόφωνους στο σόι. Εγώ τη φοβόμουν κάπως. Με αποκαλούσε Έφτι Μουλά.

Αν με ρωτήσετε, νιώθω Αθηναίος και Βορειοδυτικός Ευρωπαίος κι αισθάνομαι ότι υπάρχει μια Επτάπολη μέσα στην Ευρώπη όπου θα μπορούσα να ζήσω όπως νομίζω ότι θα ήθελα να ζήσω: Αθήνα, Άμστερνταμ, Βερολίνο, Γενεύη, Κολωνία, Βαρκελώνη, Νάπολη. Αν με ρωτήσετε τι συγκροτεί την ταυτότητά μας, θα ξαναπώ αυτό:
Οι ταυτότητές μας δεν είναι ούτε (μόνο) βιολογία, ούτε ανεξίτηλες. Μπορεί να είναι το στέκι και το νησί μας, οι Ramones και η Σχολή μας, η γυναίκα που δεν θα φύγει και οι άντρες που πέρασαν. Οι ταυτότητές μας διαμορφώνονται από το πού νιώθουμε να ανήκουμε, από το τι μας υποστασιάζει και από ό,τι μας δίνει χαρά.
Και δεν θα πω άλλα.

Η φωτογραφία εικονίζει (και) το αυτοκόλλητο-παρέμβαση You are here (Sakis Folios).

GatheRate

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου