Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2015

Από τον Μεταξά στην μπαϊντούσκα


Με αφορμή την κρυφή αγάπη που εκφράζεται όχι πια τόσο κρυφά κάθε χρόνο τέτοια μέρα για τον φασίστα δικτάτορα Μεταξά.

Ι.
Η ελληνική κοινωνία είναι πράγματι μια κοινωνία που ανησυχεί περισσότερο για τους πούστηδες (κι ας τους λέει "γκέι" πια) που έχουνε πιάσει όλα τα πόστα και αλληλοϋποστηρίζονται, είναι οι νέοι Εβραίοι της άλλωστε, παρά για τους πρόσφυγες που κρυώνουν και πεθαίνουν κατά συρροή. Η νησιωτική χώρα έχει γίνει ένα απέραντο Φαρμακονήσι όπου πνίγεται κόσμος σχεδόν μέρα παρά μέρα πια, ο φράχτης παραμένει στη θέση του, αλλά το πρόβλημά μας είναι οι γυμνές γάμπες και τα τακούνια των μαθητριών που συμμετέχουν σε μιλιταριστικές τελετουργίες διάθεσης και έμπνευσης Ιωάννου Μεταξά.

Η ελληνική κοινωνία ασχολείται με το μάθημα των Θρησκευτικών και τις σχέσεις της κυβέρνησης με τους δεσποτάδες, όταν δεν αγανακτεί με την εμφάνιση των υπουργών της, αλλά δεν φαίνεται να την απασχολεί η ίδια η κυβέρνηση που συνεχίζει τις πολιτικές λιτότητας και υποτέλειας που αφάνισαν αυτόν τον τόπο, παρότι αυτή τη δουλειά ήξεραν μια χαρά να την κάνουν και οι παλιοί, των οποίων η γραμμή διαδοχής πάει πίσω στον Ιωάννη Μεταξά.

Η ελληνική κοινωνία ανοικοδομήθηκε μετά την Κατοχή με χρήματα που μαυραγορίτες υπεξαίρεσαν από την αμερικάνικη βοήθεια και με λεφτά των νεκρών (και επιζώντων) Εβραίων. Οι δοσίλογοι στελέχωσαν τον χαφιεδομηχανισμό, πήρανε ταξί και περίπτερα, οι γερμανοτσολιάδες και οι ταγματασφαλίτες πύκνωσαν τις τάξεις του στρατεύματος. Είναι να μη θέλουμε να τους δικαιώσουμε; Για τον Βασιλιά και κατά του Στάλιν πολέμησαν, δίπλα στους ναζί στην ανάγκη, τι να γίνει. Ελλάδα, η χώρα όπου οι φασίστες θεωρούνται λίγο πιο ζωηροί και ευέξαπτοι Δεξιοί. Όπως ο Ιωάννης Μεταξάς.

Η ελληνική κοινωνία θα εορτάσει αύριο τη νίκη μας κατά του φασισμού παρά τον φασισμό που μας ξανάρθε, ες το φανερόν πια, τον φασισμό που δεν μας άφησε ποτέ, τον φασισμό που κάτιαζε μέσα στη Μεγάλη Δεξιά και που κορυβαντιούσε επί Χούντας, τον φασισμό του μπασκίνα, του χωροφύλακα, του μπάτσου. Θα εορτάσουμε το C'est la guerre (που ο λαός που πήγε στην Αλβανία και φαγώθηκε από ψείρες και κρυοπαγήματα μετέτρεψε σε Όχι) κατά του φασισμού, που είπε ο φασίστας Ιωάννης Μεταξάς.

ΙΙ.
Να μη γελιόμαστε: η ελληνική κοινωνία είναι βαθιά συντηρητική. Γι' αυτό και το ΚΚΕ δεν ψοφάει με τίποτα, αφού αποτελεί τη βαθιά συντηρητική (άρα εντελώς νεοελληνική) εκδοχή του Μαρξισμού-Λενινισμού. Άλλωστε, είναι γνωστό: κάθε τι όμορφο και ιδανικό και σπουδαίο που βγάζει αυτός ο τόπος τα τελευταία 200 χρόνια, κάθε τέχνη και ηρωισμό και νοστιμιά και ομορφιά, θα σπεύσει να τα οικειοποιηθεί και να τα σκυλεύσει η Εκκλησία, η Δεξιά και το ΚΚΕ. Γι' αυτό και το ΠΑΣΟΚ έχει τον αψόφητο: δημιούργησε έναν κώδικα διαχείρισης και των τριών μαζί, μια χίμαιρα με σώμα Δεξιάς, κεφάλι ΚΚΕ και μια ουρά νεορθόδοξου πατριωτισμού.

Τα αντανακλαστικά της ελληνικής κοινωνίας ήτανε και είναι συντηρητικά. Σε κάθε διχογνωμία ή διαμάχη ο πιο καθεστωτικός, ο πιο συντηρητικός, αυτός που εκλαμβάνεται ως αυθεντία κερδάει. Αυτός έχει πάντοτε προβάδισμα: ο γυμνασιάρχης, ο μπάτσος, ο άντρας, η θεούσα, ο τσέλιγκας, ο μεσήλικας, ο πρωτευουσιάνος, ο νοικοκύρης, ο παπάς, το πεθερικό, ο κτηματίας. Είμαστε βαθιά ιεραρχικοί, παντού και μέχρι τα κόκαλα, από τα οποία είναι πια βγαλμένη η Ελευθερία. Και πάει μακριά η συντηρητική κοσμοθεωρία, το ηθικό προνόμιο της αυθεντίας. Σκεφτείτε λ.χ. μια συκοφαντία. Μια οποιαδήποτε συκοφαντία. Κολλήστε την σε κάποιον δεξιό, νοικοκύρη, κληρικό. "Συκοφαντίες / τι κάνει ο καθένας στο κρεβάτι του / θέλουνε να τον σπιλώσουν" κτλ. Κολλήστε την σε κάποιον "ιδεολόγο", καλλιτέχνη, κοινωνικό αγωνιστή και τον απαξιώσατε πάραυτα.

ΙΙΙ.
 Η ιδιοφυής συμμαθήτριά μου Σ, καθηγήτρια πανεπιστημίου πια, που την έχω σαν αδερφή μου, οργάνωσε πριν πολλά χρόνια μια γιορτή στο Λύκειο για την 28η Οκτωβρίου. Ήθελε να την κάνει τη γιορτή γλέντι με ελληνικούς χορούς. Η θεούσα λυκειάρχισσα (την οποία σε άλλη περίπτωση είχε ξεφτιλίσει με λεπτότατο σαρκασμό και φίνα υπεροψία ο πατέρας μου, ευχαριστώ μπαμπά!) έκοψε τη Φραγκοσυριανή ("χορός καταγωγίων ο χασάπικος") και άφησε μόνο δημοτικούς. Της ξέφυγε όμως η μπαϊντούσκα, ίσως γιατί δεν είχε αρχίσει ακόμα η οπερέτα του Μακεδονικού. Όταν πήρε χαμπάρι ότι θα χορεύαν λυκειόπαιδες ντόπικο εαμοσλάβικο χορό, αφήνιασε. Τελικά κατάφερε να βρει το επίμαχο τραγούδι χωρίς λόγια ώστε να το βάλει να χορευτεί έτσι, μην ακουστούνε σλαβομακεδονικά και μαραθούν τα ελληνικά αυτιά μας, που τα σκέπει κατά Σλάβων και λοιπών βαρβάρων ο Άγιος ο Δημήτριος.

GatheRate

Παρασκευή, 23 Οκτωβρίου 2015

Τότε


Λοιπόν, το σημαντικό είναι να μη μιλάς. Πρέπει να ακούς. Να ακούς και να μη μιλάς πριν έρθει η ώρα να πεις αυτό που πρέπει. Ούτε μετά. Να μη μιλάς κατόπιν εορτής. Στην ώρα σου. Να λές αυτό που πρέπει και να το λες στην ώρα του. Σαν ηθοποιός, να περιμένεις την ατάκα σου. Πολλοί άνθρωποι μιλάν έτσι, για να γεμίζουνε την ώρα μέχρι να έρθει η ώρα να μιλήσουνε. Και μετά λένε αυτό που έπρεπε να πούνε αλλά κανείς δεν το προσέχει γιατί όλοι ασχολούνται με τα παραγεμίσματα που έλεγαν μέχρι να έρθει πραγματικά η ώρα να μιλήσουν. Άλλοι, πολλές φορές οι ίδιοι όμως όχι απαραίτητα, συνεχίζουνε να μιλάνε κι αφού παρέλθει η ώρα τους. Δεν ξέρουν να σταματάνε. Να βάζουνε τελεία. Μιλάνε. Συνεχίζουν. Δεν λέω ότι πρέπει να λακωνίζεις, δεν λέω ότι πρέπει να σιωπάς και να σκύβεις το κεφάλι και τέτοια, όχι. Αυτά τα λένε όσοι θέλουνε να φιμώνουν τους άλλους και το μπορούνε κιόλας. Δεν λέω αυτό. Αν πρέπει να πεις πολλά, πολλά να πεις. Όμως στην ώρα τους. Μέχρι εκείνη τη στιγμή πρέπει να ακούς: θα καθορίσει και τι θα πεις αλλά και πότε πρέπει να μιλήσεις, τη σωστή στιγμή. Και μετά, αφού μιλήσεις, πάλι πρέπει να σωπαίνεις και να ακούς, να ακούς τον απόηχο και τον αντίκτυπο όσων είπες.

Κυρίως να ακούς. Έχεις όλον τον χρόνο να ακούς, προτού πεις τα δικά σου και αφού τελειώσουν όσα έχεις να πεις. Είναι απόλαυση να ακούς τους άλλους. Σαν το φαγητό: πέρα από τη γεύση, υπάρχει και το άρωμα του φαγητού και η όψη του, οι υφές. Έτσι κι όταν ακούς τον άλλο, είναι ολόκληρο γεύμα. Βλέπεις την όψη του και πώς στέκεται, πώς κουνάει τα χέρια του και τις γκριμάτσες που σκαρώνει. Αν ο άλλος μιλάει πολύ, αφαιρείσαι λιγάκι και αφήνεσαι στον ρυθμό της φωνής του και στις όποιες ιδιαίτερες πινελιές της άρθρωσής του. Και, εννοείται, δεν χρειάζεται καν να σου αρέσει αυτό που ακούς.

Παράδειγμα. Κάποτε δούλευα με έναν άνθρωπο που συνδύαζε κακοήθεια με βλακεία. Ήταν, όπως θα το θέταμε συνοπτικά, μεγάλος μαλάκας. Σε κάποια συγκυρία με έβριζε επί είκοσι λεπτά. Πότε τον κοίταγα να με βρίζει κατακόκκινος με τα μάτια εξογκωμένα σαν ροφός που ασφυκτιά στον καθαρό αέρα, πότε κοίταζα στο απέναντι μπαλκόνι δυο αδερφάκια να βγαίνουνε στο μπαλκόνι και να πετάνε παπούτσια στον δρόμο μέχρι που ήρθε η μάνα τους και τα μπερντάχιασε. Ο συνάδερφος ορυόταν, μπουρδούκλωνε τη γλώσσα του, με έβριζε και όσο με έβριζε τόσο εξέθετε τον εαυτό του. Ήταν έξω φρενών, για να γίνω σαφέστερος. Επίσης πρέπει να μου έριχνε πλάγιες ματιές που χαμογέλαγα, αλλά δεν ήταν ο μόνος υπεύθυνος για το μειδίαμά μου: ήτανε και τα πιτσιρίκια που με ενθουσιασμό και μπρίο πέταγαν ένα ένα τα παπούτσια στο σπίτι τους από το μπαλκόνι, στα σαράντα μέτρα απέναντί μου. Τον άκουγα όμως. Όσο τον άκουγα τόσο ηρεμούσα (βοηθούσαν και τα παπούτσια που έπεφταν ένα ένα απέναντι), τόσο πιο βαθιά κατανοούσα ότι είναι και κουτός και παλιάνθρωπος, πόσο ανεπανόρθωτα ανόητος και φαύλος. Έριχνα κλεφτές ματιές στους άλλους, που τον κοίταγαν με φρίκη να ξεφτιλίζεται, μέχρι που ένας συνάδερφος του είπε να σταματήσει γιατί όσο συνεχίζει τόσο επιβαρύνει τη θέση τη δική του. Μετά ήρθε η ώρα να μιλήσω. Είπα ότι δεν είχα τίποτε να πω και είπα αυτό που είχα να πω.

Ναι, στον εαυτό μου μιλάω τώρα. Του υπενθυμίζω να σωπαίνει μέχρι να έρθει η ώρα του να μιλήσει και να μιλάει μόνον τόσο όσο χρειάζεται.

GatheRate

Σάββατο, 17 Οκτωβρίου 2015

Αίμα


Βγήκα ραντεβού κάποτε στην Αγγλία, όταν ξεκίνησα το διδακτορικό, ραντεβού με έναν που σπούδαζε στο Ιμπήριαλ. Παντελή τον έλεγαν. Σπούδαζε μηχανικός, τηλεπικοινωνίες, κάτι τέτοιο τέλος πάντων, τεχνικής φύσεως. Του έκανε εντύπωση πώς ντυνόμουν: σαν Τζέιν Ώστεν, μου είπε, μάλλον το μόνο που ήξερε από αγγλική λογοτεχνία -- κάπως προσπαθούσε να με καλοπιάσει κι αυτός. Captatio benevolentiae. Φλύαρος κάπως. Μου έλεγε κατόπιν ότι του έκανε εντύπωση που δεν έβγαινα έξω. "Γίνεται να ζεις στο Λονδίνο και να μην βγαίνεις;" Εμένα μου προκαλούσε εκνευρισμό η συζήτηση αυτή. Μπορεί να είμαι αλαφροΐσκιωτη ώρες ώρες, που με λέει κι η Μπέτη, αλλά δεν είμαι χαζή. Προσπαθούσε να φανεί ενδιαφέρων και έξυπνος, τα κενά φαίνονταν, οι lacunae. Καθόμασταν σε ένα εστιατόριο στη Χάρλεϋ Στρητ. Πολυτελέστατο. Ήθελε να με εντυπωσιάσει, στο καλύτερο με πήγε. Λευκές πετσέτες. Σερβιτόροι με κοστούμι. Λευκό. Εγώ κοίταγα κάθε τόσο έξω, στον δρόμο. Έβρεχε βεβαίως, είχα σιχαθεί τη βροχή έναν χρόνο, πόσες φορές περπάταγα μέσα στη βροχή από Cartwright Gardens μέχρι το Goldsmiths. Περπάταγε ο κόσμος έξω, έδειχνε ζωντανός κι όλο δραστηριότητα. Ένιωθα να με έχουνε βάλει σε βιτρίνα, σαν κάτι αυτόματες πλαγγόνες στις χριστουγεννιάτικες βιτρίνες στην Όξφορντ Στρητ, που τις στόλιζαν από μέσα Οκτωβρίου. Ένιωθα λίγο να νυστάζω, αυτό το παθαίνω όταν είμαι νευρική, λέει η Μπέτη.

Και τότε που είχαμε κάνει τάχα τα μοντέλα που συμμετέχουν σε επίδειξη μόδας στο σπίτι της χασμουριόμουν πολύ. Ήμασταν η Μπέτη, η ξαδέρφη της, η Μάρα, εκείνη η άλλη η κολλητή της με το πονηρό βλέμμα και εγώ. Είχε έναν μακρύ διάδρομο στο σπίτι της στο Κουκάκι. Μας μέθυσε λοιπόν καλά καλά εκείνη η πονήρω η κολλητή της, βρήκε κάτι βερμούτ και μας τα πότισε. Μετά κάναμε τον διάδρομο πασαρέλα, βαδίζαμε πάνω κάτω. Γελούσαμε. Κάναμε τα μοντέλα, στα διαλείμματα πίναμε βερμούτ. Poilly κάτι, το θυμάμαι. Γαλλικά, τι ωραία που ακούγονται, ποτέ δεν τα κατάφερα με τα αγγλικά, αλλά εκεί έπρεπε να σπουδάσω, αφού ήθελα σώνει και καλά να ασχοληθώ με τα λατινικά. Κάναμε λοιπόν τα μοντέλα στην πασαρέλα πάνω κάτω στον διάδρομο της Μπέτης, εγώ χασμουριόμουν και ένιωθα και μια γλυκειά ζεστασιά παντού απλωμένη, σαν να άκουγα μια ζεστή φωνή, ζαλιζόμουνα κιόλας και από το βερμούτ. Πάνω κάτω τον διάδρομο. Μετά η κολλητή της η πονήρω είπε να κάνουμε τα μοντέλα εσωρούχων. Η ξαδέρφη της πρώτη και καλύτερη πέταξε τα ρούχα. Μετά η Μάρα, κατόπιν η Μπέτη. Ακολούθησε η πονήρω. Τι να κάνω, ξεντύθηκα κι εγώ, και μάλιστα η πονήρω σχολίασε τι ωραίο σώμα που είχα και γιατί το κρύβω κάτω από τις φούστες τις πλισέ και μετά ήρθε κοντά μου, έβαλε τα χέρια της γύρω από τον λαιμό μου και μου έβγαλε τον σταυρό μου. Ανατρίχιασα ολόκληρη, τι θράσος, να μου αφαιρέσει τον σταυρό. Και ζαλιζόμουν από το ποτό. Κοιτάζοντάς την είδα ότι η Μπέτη σχεδόν δεν είχε τρίχες εκεί κάτω, το διέκρινα γιατί φορούσε ένα εσώρουχο διάφανο σχεδόν. Η πονήρω, πάλι, ένα μαύρο φόραγε, στενό, θα έλεγα σαν να ήταν τι, αλλά δεν είμαι καμμιά πρόστυχη. Αλλά της πονήρως μέχρι και τα στήθη ήτανε πρόστυχα, μεγάλα, βαριά, ανοικονόμητα. Η Μάρα κανονική, με κανονικά εσώρουχα. Το χαζό η ξαδέρφη, ούτε που θυμάμαι, πάντως κοκκαλιάρα ήταν. Αρχίσαμε να πηγαινοερχόμαστε τον διάδρομο μισόγυμνες χαζογελώντας, εγώ πλέον δεν μπορούσα να περπατήσω και με πολλή χάρη. Ενώ καθόμουν σε ένα σκαμπό στη μία άκρη του διαδρόμου προς τα υπνοδωμάτια, μπροστά από το μπάνιο, και έκανα το κοινό, με πήρε λίγο ο ύπνος. Ε να μην τα πολυλογώ, ξύπνησα σχεδόν αμέσως, έτσι νομίζω, ανακατευόμουν και το κεφάλι μου γύριζε. Κατέφυγα στον νιπτήρα. Βγαίνοντας από το μπάνιο είδα την Μπέτη στο κρεβάτι των δικών της, ύπτια, στη στάση του γυναικολόγου, ξέρετε τώρα. Και μετά διέκρινα, είχανε κλείσει τις κουρτίνες, την Μάρα γονατισμένη και το στόμα της ήταν εκεί ανάμεσα στους μηρούς της Μπέτης. Ένιωσα τρομακτική ταραχή. Ίσως να ονειρευόμουν. Και ζαλιζόμουν ξανά. Ευτυχώς δεν με είχανε πάρει είδηση, πήγα να φύγω, και τότε γυρνάω και διαπιστώνω πως με πλησιάζει η άλλη η πονήρω από πίσω, που αυτή τα οργάνωσε όλα από την αρχή, το ξέρω, πήγε μάλιστα να με φιλήσει στο στόμα. Πήρα τα ρούχα μου κατέβηκα στην είσοδο της πολυκατοικίας και πήρα τον μπαμπά τηλέφωνο να έρθει να με περισυλλέξει. Αυτή η πονήρω και η Μάρα (δεν της φαινόταν αυτηνής, πήγαινε και με αγόρια στη Σχολή) θα με κάναν ανώμαλη για πλάκα, τριβάδα θα γινόμουν.

Καθόμουν λοιπόν εκεί, απέναντι από τον Παντελή στο εστιατόριο, είχα βάλει κραγιόν (της κροάτισσας στο διπλανό δωμάτιο, μάλιστα φοβόμουν μην έχω κολλήσει τίποτε, αλλά είναι καλή κοπέλα, καθολική) και φόραγα σκιά, περίμενα το φαγητό μου. Ο Παντελής μού έλεγε ότι μιλάω σαν βιβλίο, αλλά συνεχώς εκείνος μίλαγε. Μου έλεγε για κάτι που δεν θυμάμαι, οι άντρες νομίζουν ότι τους ακούμε όταν αδολεσχούν ακατάσχετα για να μας αποπλανήσουν. Οι καημένοι! Πάντως τεχνικός ήτανε το κισμέτ μου, αλλά όχι ο Παντελής. Το τυχερό μου το καλό, ο Αυγουστίνος. Τα ορεκτικά που είχαμε παραγγείλει ήτανε νοστιμότατα, πολύ καλό εστιατόριο, αλλά ολίγιστα. Είπαμε, Αγγλία: βροχή, πείνα, αλκοόλ. Πίναμε κρασί, εγώ με μέτρο, μη ζαλιστώ. Κάποια στιγμή αντιλήφθηκε ο Παντελής ότι μονοπωλούσε τη συζήτηση και με ρώτησε τι μουσική ακούω. Ενθουσιάστηκα και του είπα για τον έρωτά μου τον Νίκο! Ο Νίκος αυτό, ο Νίκος εκείνο, ο παραγνωρισμένος, ο μεγαλοφυής, ο πρωτοποριακός, ο αισθαντικός και μετριασμένος, αυτός που είχε τα αυτιά του ανοιχτά στα σύγχρονα μουσικά ρεύματα. Με κοίταγε με απορία. Στο τέλος ψέλλισε, που λένε και οι κακές μεταφράσεις, "ποιος Νίκος;". Προσγειώθηκα κι εγώ, του λέω "ο Μαμαγκάκης". Θε μου, αν είναι δυνατόν! Δεν ήξερε. Δεν είχε τη σμικρότατη ιδέα ποιος είναι ο Μαμαγκάκης! Τίποτα. Επέστρεψα κι εγώ στη σιωπή μου. Κατάλαβα ότι ήταν ανόητος. Έτσι κι αλλιώς δεν θα προσέφερα την παρθενία μου (σας παρακαλώ, μη λέτε, ούτε να το πω δεν μπορώ, το άλλο, με τον τόνο στη λήγουσα: καρηβαρία με πιάνει) στον ξανθό άχαρο από την Έδεσσα, φοιτήτρια ήμουν στο εξωτερικό, φλερτ ήθελα κι εγώ, κόρτε, 25 χρονών κορίτσι, κάτι πιο ρομαντικό... αλλά να μην ξέρει τον Νίκο; Τον Νίκο τον Μαμαγκάκη; Άξεστος.

Μετά ήρθε το φαγητό. Είχα παραγγείλει φιλέτο, το ζήτησα medium, έτσι με είχε συμβουλέψει ο Παντελής. Όταν το έκοψα το φιλέτο με το μαχαίρι και είδα την ωμή ροδαλή σάρκα στο κέντρο, καθώς και μία υποψία αίματος να διηθείται από μέσα του, λιποθύμησα. Μαζεύτηκε όλο το μαγαζί στο κεφάλι μου. Αλλά πάντοτε λιποθυμάω στην όψη του αίματος. Πάντα. Η Μπέτη μάλιστα με είχε ρωτήσει τι κάνω όταν έχω τις μέρες μου, αυτή προφανώς ήτανε τόσο τρελή που καθόταν και κοίταζε την περίοδό της. Αν είναι δυνατόν. Έχω χρόνια να τη δω αλλά είμαι σίγουρη ότι παραμένει τρελή κι ας τριανταπενταρίσαμε. Έχω να τη δω 5-6 χρόνια. Πάντοτε τρελή και, δυστυχώς, αριστερή. Εγώ με αυτά δεν ασχολούμουν ποτέ, κοίταγα τη δουλειά μου, τα διαβάσματά μου, μετά τους Λατίνους πεζογράφους για το διδακτορικό μου: έρχονταν από έναν κόσμο που παράκμαζε αλλά είχαν επίγνωση του ότι παρήκμαζε. Ενώ εμείς απλώς σαπίζουμε, αλλοτριωνόμαστε, εκβαρβαριζόμεθα, αφηνόμαστε στην κακώς νοούμενη ελευθεριότητα, στους πειραματιστές και στους κιναίδους. Όλοι θέλουν να είναι πρωτότυποι.

Όταν γνώρισα τον Αυγουστίνο, κατάλαβα ότι θα ήμασταν μαζί. Ωραίος άντρας, ώριμος. Κομψός, μετρημένος. Λίγο κοντός αλλά κι εγώ δεν είμαι κανα πρώτο μπόι, που λένε. Ο μπαμπάς τον βρήκε "λειψανάβατο" αλλά ο μπαμπάς γίνεται ολοένα λίγο και πιο ανόητος όσο περνάει ο καιρός, περνούν τα χρόνια. Άλλωστε τι θα ήθελε για την κόρη του; Το καλύτερο. Πού να ξέρει ότι σε αυτη τη ραιβή εποχή που ζούμε ο Αυγουστίνος είναι άντρας κανονικός (στον κλάδο μου κίναιδοι παντού, γι' αυτό κατέληξα με πολιτικό μηχανικό). Ο Αυγουστίνος με πολιτικοποίησε. Στα 33 μου έμαθα κι εγώ τι σημαίνει εθνικοσοσιαλισμός και πώς στιγματίστηκε εκ μέρους των καπιταλιστών και των σιωνιστών, που κέρδισαν τον πόλεμο. Νηφάλια, ψύχραιμα, από θεωρητικής απόψεως, όχι όπως τον σερβίρουνε στους πληβείους. Μιλάγαμε ώρες για την αναγκαιότητα της φυλετικής καθαρότητας, πώς κάθε φυλή πρέπει να κατοικεί στα κλίματα για τα οποία είναι προσαρμοσμένη: θυμόμουνα λοιπόν κι εγώ τους δυστυχείς μαύρους να μελανιάζουνε στο βρετανικό ψύχος ή τους όλο εγκαύματα κατακόκκινους υπερβορείους που παραθέριζαν στην Κρήτη (και η Μπέτη τους αποκαλούσε "αχ γλυκύτατους"). Κουβεντιάζαμε για τον πολεμικό ιεραποστολικό ζήλο του Ισλάμ και την αποστεωμένη θεολογία των Εβραίων. Και αγαπάει πολύ τη φύση ο Αυγουστίνος: με έβγαλε από τις πόλεις και τα θέρετρα, με ανέβασε ψηλά, στα ελληνικά βουνά. Ο Αυγουστίνος μου.

Είμαι ευχαριστημένη από τη ζωή μου, λοιπόν. Οπωσδήποτε. Από την άλλη με καταθλίβει η κατάντια της χώρας μου. Αμάθεια και βρωμιά, ξένοι παντού, διαφθορά γενικευμένη. Μας έβαλαν στη μέγγενη οι ξένοι. Και ο λαός, ο κουτός λαός, ο πάντα ευκολόπιστος και πάντα προδομένος, εναπέθεσε τις ελπίδες του στους αγύρτες, στους κομμουνιστές. Που είναι οπορτουνισταί. Η εθνική ιδεολογία είναι πια προνόμιο λίγων. Τι να πεις. Είμαστε σαν εκείνους τους τελευταίους Έλληνες που περιγράφει ο Καβάφης. Θα σβήσουμε αλλά θα ξαναζήσει ο ελληνισμός, ίσως στην Αμερική, αλλού.

Θυμάμαι λοιπόν όταν συνήρθα στο εστιατόριο, εκεί στη Χάρλεϋ Στρητ. Ήταν σαν να είχα το αίμα στο στόμα μου, τη σιδηρά του γεύση, και ας μην άγγιξα το κρέας. Ανοίγω τα μάτια μου και τότε θυμάμαι και οπτικώς το αίμα που είχανε την απαίτηση οι Δυτικοί μάγειρες, οι ωμοφάγοι, να καταναλώσω. Μετά κοιτάζω τα πρόσωπα που με κοίταζαν. Συναγμένα κύκλω γύρω μου. Και αισθάνθηκα ότι βρίσκομαι κάπου αλλού, ότι η  Ελλάδα που ήξερα είναι μακριά. Ίσως κι ότι ενδεχομένως να μην υπάρχει.

GatheRate

Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2015

Ο σκοτεινός αιώνας: αλίμονο στους νέους

Υπάρχει μια αριστερή άποψη, η οποία πρόκειται να γίνει ακόμα πια δημοφιλής τώρα με το άτυπο κονκορδάτο του Σύριζα με τους δεσποτάδες. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, δεν πρέπει να χτυπάμε τη θρησκεία αφού απλώς εκφράζει ηθικές αξίες που ήδη ενστερνίζεται η κοινωνία. Αδρανειακά μεν, αλλά τις ενστερνίζεται. Φρονώ ότι μια τέτοια άποψη αρνείται να δει ότι η θρησκεία, η ίδια η θρησκεία ως θρησκεία, διαμορφώνει απόψεις και στάσεις και συνειδήσεις και ότι αποτελεί τροχοπέδη για αλλαγές προς την κατεύθυνση της δικαιοσύνης και της ισονομίας. Κι αυτά χωρίς καν να λάβουμε υπόψη τη γνώμη του Arthur Clarke ότι "η μεγαλύτερη τραγωδία σε ολόκληρη την ιστορία της ανθρωπότητας είναι η κατάληψη της ηθικής από τη θρησκεία", το γεγονός ότι οι κυρίαρχες θρησκείες πρεσβεύουν πως η συντηρητική ηθική (συστατικό κάθε μίας από αυτές) συνιστά προϋπόθεση αθανασίας. Κι ας κάνουμε ότι δεν καταλαβαίνουμε τον βαθιά εξουσιαστικό χαρακτήρα της Εκκλησίας, μιας ιεραρχίας όντως "ελέω Θεού", εξ ορισμού ακατάλυτης και με αποστολική διαδοχή από τον Ένα και Γλυκύ και Σωτήρα. Κι αφήστε τους νεορθόδοξους να αδολεσχούν περί "κοινωνίας" και "σώματος" και άλλων μεταφορών, ενθαρρυμένοι από τη μεταδομιστική σύγχυση και αγυρτεία που ανάγει τη μεταφορά σε ερμηνευτικό εργαλείο, στο ένα ερμηνευτικό εργαλείο.

Δυστυχώς όμως οι παραδοσιακές θρησκείες δεν είναι ο μόνος εχθρός. Και δεν μιλάω καν για τους στρατευμένους άθεους τύπου Ντώκινς και Χίτσενς, που μιλάνε με ζήλο ιεραπόστολου και με όλη τη μύξα και την μπλαζέ υπεροψία των ελίτ. Έχω κατά νου αυτό που λέει η Εύη Βουλγαράκη:
Κάποιοι νομίζουν ότι τελειώνοντας με τον χριστιανισμό, και με άλλες μεγάλες θρησκευτικές παραδόσεις, μπαίνουν στον φωτεινό χώρο του ορθολογισμού... Όχι... δυστυχώς. Η φύση απεχθάνεται το κενό, και οι σκοτεινές λατρείες είναι παρούσες και περιμένουν τα παιδιά, εμφανιζόμενες ως αντισυστημική κουλτούρα, με τόσο ειδεχθές πρόσωπο όσο και ο ναζισμός.
Παρότι τρέφω ελάχιστη συμπάθεια προς τις "μεγάλες θρησκευτικές παραδόσεις" των μουλωχτών και της καταπίεσης και του τρόμου, δεν μπορώ παρά να υπερθεματίσω: στην Αγγλία του 3% των χριστιανών γνώρισα από κοντά τον αποθεωμένο εθνικισμό της Middle England, τις μαλακίες του νιου έιτζ, την εικοτολογία και τη σάχλα των μάγων και των παγανιστών, κάθε είδους νεο-ανιμιστικές αντιλήψεις.

Ο αιώνας λοιπόν προβλέπεται ζοφερός. Αφήνοντας πίσω τον πνιγηρό κόσμο της θρησκείας και του κάθε λογής νεοπαγανισμού και νεοανιμισμού, γυρίζω στην αφορμή του κειμένου της Βουλγαράκη: μια ταινία που είδε στον Σταρ και που απευθύνεται σε νέους και εφήβους, ένα teen movie όπως πάρα πολλά άλλα. Παραθέτω και πάλι:
[Ο] σκηνοθέτης σε βάζει με βλέμμα ερωτευμένο στον κόσμο της μαγείας, όπου υποτίθεται ότι η ρήξη είναι μεταξύ λευκής μαγείας, που παρουσιάζεται ως καλή, και μαύρης που είναι κακή. Στον κόσμο της ταινίας, στα δεκάξι τους χρόνια, σαν σε τελετή ενηλικίωσης, τα κορίτσια "διεκδικούνται" από τις σκοτεινές δυνάμεις και κατά βάση δεν έχουν δυνατότητα αυτοκαθορισμού. Είναι έρμαια στις δυνάμεις που επιδρούν πάνω τους. Το στόρι ήταν για τον αγώνα να σπάσουν οι κανόνες σε μια τέτοια "διεκδίκηση", οι οποίοι όμως ουδόλως αμφισβητούνται ως προς τη γενική τους ισχύ.

Σεξισμός απροκάλυπτος με όλα τα στερεότυπα εναντίον των γυναικών, ότι δεν είναι αρκετά λογικά πλάσματα για να κατευθύνουν τον εαυτό τους. Χωρισμός της κοινωνίας σε ισχυρά και ανίσχυρα είδη, αθάνατα και θνητά, μάγους και κοινούς θνητούς. Η μαγεία εξαίρεται ως δύναμη σε όλες τις εκδοχές της, και ένα σωρό μύθοι σκοτεινοί ενός παγανιστικού παρελθόντος των βορείων λαών περνά μέσα στην αφήγηση. Τι άλλο είναι αυτά εκτός από παραλλαγές του ναζισμού; Σεξισμός, ρατσισμός, και παγανισμός;
Μιλώντας για χρηστομάθεια που απευθύνεται σε εφήβους και νέους, θυμήθηκα ένα επεισόδιο της σειράς 'The joy of teen sex'. Η σειρά υποτίθεται ότι πραγματεύεται τα σεξουαλικά ζητήματα και προβλήματα των εφήβων και των νέων. Ο τρόπος της είναι υπεροπτικός και πατερναλιστικός, όμως αναπόφευκτα: στον κόσμο την Ηθικών Νικομαχείων όσοι δεν είμαστε λευκοί μεσήλικες εύποροι άντρες είμαστε ξένοι. Με ενόχλησαν όμως δύο περιπτώσεις στο επεισόδιο που κάθησα να δω:

Στην πρώτη, μία έφηβη πάει στον ψυχολόγο για να της πει αν είναι εθισμένη στο σεξ επειδή καυλαντίζει στο διαδίκτυο και παίζει σε σνάπτσατ κτλ. Παύση εδώ: έφηβη αν είναι εθισμένη στο σεξ. Αν είναι υγιής, δηλαδή. Τέλος πάντων. Ο ψυχολόγος τής κάνει κάποιες ερωτήσεις ολικής άγνοιας και με βάση αυτές αποφαίνεται ότι δεν είναι εθισμένη αλλά τις τάσεις της για λάιτ σαδομαζοχιστικές πρακτικές (σκαμπιλάκια κτλ. -- δεν κάνω πλάκα) να τις προσέξει. Τι να σχολιάσει κανείς εδώ; Τελειώνοντας με τους φρικτούς τιμωρούς παπάδες του Τζόυς μπαίνουμε "στον φωτεινό χώρο του ορθολογισμού"; Με τίποτα.

Μια άλλη περίπτωση αφορά ένα ζευγαράκι εκεί στα δεκαεννιά. Το πρόβλημα; Η κοπέλα παίρνει εντελώς χάλια πίπες και όχι πολύ τακτικά. Η θεραπεύτρια-σύμβουλος δίνει τεχνικές συμβουλές στο ζευγάρι και κάνει επίδειξη με μια μπανάνα, ενώ συνιστά προφυλακτικά με γεύσεις. Καθ' όλη τη διάρκεια της επίδειξης-νουθεσίας το μέν νερντουλάκι έχει γουρλώσει τα μάτια, η δε κοπελίτσα έχει αγκυλωμένο το πρόσωπό της σε γκριμάτσα αποστροφής. Κι αναρωτιέμαι: πρέπει να παίρνει πίπες το σωστό κορίτσι το υγιές; Ανυπερθέτως; Της αρέσει δεν της αρέσει; Αυτό είναι κάτι που πρέπει οπωσδήποτε να το κηρύξουμε στα έθνη;

Με δυο λόγια: ο ετεροκαθορισμός, συστημικός και συστηματικός, δεν πάει πουθενά, ακόμα και αν απαλλαγούμε από τον βδελυρό (επίθετο της μόδας) Άνθιμο, τον κήρυκα του μίσους και κουκουλωτή βιασμών. Για άλλη μια φορά, σε ακόμα ένα πεδίο, ο αγώνας αποδεικνύεται δυσκολότερος από όσο θέλουμε να πιστεύουμε.

GatheRate

Πέμπτη, 8 Οκτωβρίου 2015

Αχνίζει το κάτουρο


Σήμερα στη δουλειά την ώρα που κατούραγα το φως έμπαινε από το παράθυρο υπό πολύ γνώριμη γωνία και ήταν επιτέλους φιλτραρισμένο από παχιά σύννεφα.

Κοίταξα το νήμα της ροής που έσκαγε πάνω στην πορσελάνη της λεκάνης και σχεδόν άχνιζε. Σχεδόν. Αρκετά όμως για να πεταχτώ σχεδόν είκοσι χρόνια πίσω, στην πολύ κρύα τουαλέτα ενός από τα παμπάλαια κτίρια του UCL, στον ημιόροφο μεταξύ δεύτερου και τρίτου όροφου, της τουαλέτας στην άκρη της σκάλας φάτσα στα δύο μεγάλα γραφεία και στο μικρότερο του τρίτου. Η μοναδική αντρική τουαλέτα του κτιρίου.

Κι ενώ κατούραγα σχεδόν είδα τη ροή των ούρων να σκάει πάνω στην εντελώς ψυχρή λεκάνη κάπου στο Λονδίνο και να αχνίζουν. Κι αναρωτήθηκα αυτό που δεν αναρωτήθηκα τότε: ο αχνός που ανεβαίνει είναι από τα δικά μου ούρα ή μήπως από την υγρασία πάνω στην επιφάνεια της λεκάνης που εξαχνώνεται; Και αν είναι από την υγρασία της λεκάνης που αχνίζει χάρη στη θαλπωρή των αποβλήτων μου, άραγε κουβαλάει πάνω του μικρόβια αυτός ο αχνός; Δεν το σκέφτηκα τότε, πριν δεκαεννέα χρόνια, το σκεφτηκα σήμερα το πρωί.

Δεκαεννιά είναι ο κωδικός της Ελλάδας στις διπλωματικές πινακίδες κυκλοφορίας, που εδώ και δεκατέσσερα χρόνια βλέπω σε αμάξια του προξενείου. Δεκαεννιά είναι το συνθηματικό της Κόλασης στο Κοράνι. Αλλά αυτά είναι άσχετες σκέψεις ενός τύπου που αδειάζει την κύστη του προσμένοντας το μεσημεριανό του.

Επίσης ξέρω ότι τώρα, εδώ που ο καιρός δεν με σηκώνει γιατί υποφέρω στη ζέστη, είμαι πιο ευτυχισμένος από τον κρύο και μουντό παράδεισο, από τον λαβύρινθο που λέγεται Λονδίνο. Ξέρω ότι παρά τον οίκτο που αισθάνομαι για τα κτίρια που ορίζουν τον ορίζοντα εδώ, που δεν μοιάζουνε με τη δόξα των φώτων του Σίτυ στο βάθος εκεί, στο χωριό του Blade Runner, εδώ είμαι εγώ. Εκεί ήμουν ένας μελαγχολικός και όψιμος έφηβος, βαρύς και κουρασμένος από τις κομμάρες της απραξίας και της δειλίας.

GatheRate

Τετάρτη, 7 Οκτωβρίου 2015

Σώματα και βιβλία


Λοιπόν διαβάζεις κάτι βιβλία συστηματικά, που είναι στημένα σαν εκείνο το καββαλιστικό διάγραμμα με τα δέκα γκεμπουράχ, ή πώς τα λένε. Σύστημα. Κανονικό σύστημα. Αν είναι αφηγήσεις, έχουνε συστηματικούς χαρακτήρες, αφού το "ἦθος [...] ὁμαλῶς ἀνώμαλον δεῖ εἶναι", που λέει κι ο καριόλης γεροδάσκαλος. Συστηματική και η πλοκή τους, " λέγειν ἢ πράττειν κατὰ τὸ εἰκὸς ἢ τὸ ἀναγκαῖον".

Εγώ, που δεν θα γίνω βιβλίο, ακόμα και αν γινόμουν δεν θα ήμουν συστηματικό. Δηλαδή, δεν μπορώ να ξέρω, εικάζω: δεν μπορούμε να διαβάσουμε το βιβλίο που είμαστε ή το βιβλίο που θα γίνουμε ή εκείνο που θα γινόμασταν αν βρισκόταν κάποιος να το γράψει. Γι' αυτό χρειαζόμαστε άλλον να μας γράψει, με ερμηνευτική ελευθεριότητα και άδεια ποιητική και βιογραφική, γι' αυτό και χρειαζόμαστε άλλους να μας διαβάσουν. Αλλά και ποιος θέλει να γίνει βιβλίο, αν μπορεί να ζήσει; Ή μάλλον ποιος μπορεί να είναι και σώμα ζωντανό και βιβλίο; Και αν μπορεί, ποιος το θέλει;

Συστηματικός λοιπόν δεν είμαι. Δεν ξέρω από αυτά, από τίποτα δεν ξέρω. Μεγάλωσα με χάρτες κι εγκυκλοπαίδειες αποφεύγοντας μυθιστορηματα και ποίηση, μέχρι που μου ήρθε κατακούτελα η ερωτική πραγματικότητα, την οποία έκτοτε ακολουθώ συστηματικά. Αλλά η ερωτική πραγματικότητα δεν είναι συστηματική. Και με τον τρόπο της η ερωτική πραγματικότητα με κέρδισε. Δεν με έκανε παίκτη και συστηματικά πολυγαμικό, αφού ήμουν πολύ χαϊβάνι, υπερβολικά δοτικός και, είπαμε, καθόλου συστηματικός. Άσε που πέφτω με τα μούτρα, κάτι που πάντα ανησυχούσε τους φίλους μου, εκτός όταν δεν πέφτω με τα μούτρα. Είπαμε: κανένα σύστημα στην τρέλα μου.

Πάντα αντιμετώπιζα το αλκοόλ ως υποκατάστατο του έρωτα ή έστω της ανάμνησής του. Οι (λίγες, ομολογουμένως) γυναίκες που με έχουνε δει να χαμογελάω αναίτια εξαιτίας τους, να χασκογελάω χτυπημένος από οξεία πανευτυχίτιδα, το ξέρουν καλά. Όταν λοιπόν με πλακώνει ο κόσμος γύρω μου, συνήθως με τη μορφή θανάτου, όταν πρέπει να τον σηκώσω τον κόσμο στην πλάτη μου, μεταφέρομαι νοερά σε κάτι δωμάτια και κάτι σκαλοπάτια, σε κάτι δρόμους και κάτι παραλίες, σε αυτήν την πόλη που την έχω φάει ερωτικά με το κουτάλι και με έχει φάει σαν νοσταλγία. Δεν υπάρχει πουθενά το ίζημα του πόνου, κι όχι γιατί δεν υπήρξε πόνος, ίσα ίσα. Εδώ δεν θυμάμαι λαγνικά καθέκαστα και ιμερικές χορογραφίες, τουλάχιστον όχι πέρα από κάποιες μικρές λεπτομέρειες καθόλου κινηματογραφικές και ούτε καν εικαστικές καλά καλά. Έχω τη μνήμη και έχω την προσδοκία, έχω όσες άγγιξα και τις ίδρωσα και με έχυσαν. Φυλάω μέσα μου φωνές, γραπώματα, ματιές, λαβές, χύσια, φως, σκιές, σάλιο, παλμούς, βλέμματα, παύσεις, περιπτύξεις. Κι αν δεν μιλάω γι' αυτά δεν είναι λόγω σεμνοτυφίας, όχι μόνο λόγω σεμνοτυφίας, είναι που δεν έχει να πει κανείς πολλά πράγματα για την ερωτοπραξία, εκτός και αν αποφασίσει να γίνει συστηματικός, αφού οι λεπτομέρειες δεν αφορούν κανέναν. Και συστηματικός δεν είμαι.

Κρατάω ό,τι θυμάμαι σε ένα μεγάλο βιβλίο. Αυτό το βιβλίο δεν είναι είναι βιβλίο και δεν είμαι εγώ, αυτό το βιβλίο φυλάει μέσα του ό,τι έχω. Ο θησαυρός μου. Και "ὅπου [...] ἐστιν ὁ θησαυρὸς ὑμῶν, ἐκεῖ ἔσται καὶ ἡ καρδία ὑμῶν".

GatheRate

Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου 2015

Αποκάλυψη τώρα

Δεν θέλω να γράψω για αυτό το θέμα. Πρέπει να δουλέψω μέχρι αργά, αλλά και να μην έπρεπε να δουλέψω θα ήθελα να γράψω κάτι άλλο, ακόμα ένα Πορτραίτο μάλλον. Ωστόσο, από το πρωί δεν μπορώ να σκεφτώ και πολλά άλλα.

Τι μας έφερε η Μνημονιοκρατία; Προφανώς ανυπολόγιστη καταστροφή: απώλεια ζωών, αρρώστεια, θνησιμότητα, εξαθλίωση, δυστυχία. "Ε όχι και σαν πόλεμος", είπε ένας φίλος. Οι αριθμοί άλλα λένε, τα επιστημονικά άρθρα για την αύξηση των καρδιακών νοσημάτων και την έξαρση στις ψυχικές νόσους σκιαγραφούν συνθήκες πολεμικές. Η ίδια η εικόνα της καταστροφής πρέπει να είναι λαγαρά διακριτή σε όποιον δεν ζει μέσα στα προνόμια, όσο πενιχρά κι αν είναι.

Αλλά οι περισσότεροι που έχουμε την ευχέρεια να διαβάσουμε αυτό το πράμα που γράφω τώρα ζούμε μέσα σε προνόμια, απλώς σε λιγότερα και ισχνότερα προνόμια από πριν. Το λέει πικρά και ο Χάουαρντ Ζινν: οι ανατροπές δεν έρχονται όταν εξαθλιώνονται και καταπιέζονται οι φτωχοί, αυτοί πάντα ποδοπατούνται, πάντα πεθαίνουνε τζάμπα, πάντα -- θα πρόσθετε κανείς -- αποτελούν πρόσφορο στόχο σκοποβολής του κάθε μπάτσου. Οι ανατροπές έρχονται, συνεχίζει ο Ζινν, όταν θιγεί η μεσαία τάξη, όσοι υποστηρίζουν και υπηρετούν και θεραπεύουν τις ελίτ.

Τα τελευταία πέντε χρόνια η μεσαία τάξη χτυπήθηκε άγρια: το βιοτικό της επίπεδο αλλού έπαθε καθίζηση και αλλού κατέρρευσε, ενώ η δημοκρατία της μετατράπηκε σε μια προσχηματική τελετουργία που φρουρούν απροκάλυπτα αυταρχικές αστυνομικές δυνάμεις. Ενώ τα πρώτα δύο χρόνια φάνηκε ότι και εδώ η χτυπημένη μεσαία τάξη θα έφερνε την ανατροπή, μετά την ανελέητη κτηνωδία του Φεβρουαρίου του '12 αναδιπλώθηκε με τρεις τρόπους. Μια πλειονότητα των νοικοκυραίων ανέθεσε τα πάντα στην επικείμενη Βασιλεία του Σύριζα. Μια επίσης μεγάλη μερίδα τους εναγκαλίστηκε με μετάνοια και ανακούφιση την παμπάλαια νεοελληνική τακτική του "σώπαινε να περάσουμε", με ολίγη από νεοφιλελεύθερη σάλτσα και σουσουδικό ευρωπαϊσμό κεμαλικού: προνόμια ας είναι, κανονικότητα τα λένε, κι ας είναι και λειψά. Άλλοι, τέλος, ξανάπεσαν στον φασισμό (ναζιστικό ή μη), ο οποίος και στο παρελθόν έχει ξελασπώσει μέρος της μεσαίας τάξης με τον άκομψο και βάρβαρο αλλά πάντοτε αποτελεσματικό του τρόπο -- τρεισίμιση φορές μέσα στον εικοστό αιώνα,  με τη μισή να ανήκει στο πολιτικό μη-κομματικό κίνημα του Πάσης Ελλάδος Χριστόδουλου.

Γνωστά τα παραπάνω, λίγο-πολύ. Γνωστός ο ρόλος των ΜΜΕ, τα οποία μεταμορφώθηκαν από μέτριας νοημοσύνης, υψηλών αξιώσεων και αστάθμητης πιστότητας κουτσομπόληδες σε κλώνους του Ριζοσπάστη. Μόνον που υπηρετούν την ασυδοσία, τη βαρβαρότητα, τον ψόφο για τους αδύναμους -- κι ας μην αναγράψουν ποτέ τον όρο "ψόφος" στις πολύχρωμες από διαφημίσεις σελίδες τους. Άλλωστε η λεκτική βία δεν είναι απαραίτητη όταν απλώς σου ζητείται να δικαιολογήσεις την ταξική βία, που δεν κάνει πάταγο, και την παντοειδή καταστολή.

Κι αυτά γνωστά. Πάντως, από τη 12η Ιουλίου είδαμε να πραγματοποιείται η εσχατολογική φαντασίωση χιλιάδων χιλιαστών και φανατικών: ο συριζαϊκός Μεσσίας συνθηκολογεί με τον Διάολο, καθίσται Αντίχριστος και γίνεται εγγύηση ότι κανείς δεν θα γλυτώσει. Τώρα πια και διά της εις άτοπον απαγωγής η υποτέλεια και η εξαθλίωση είναι πια μονόδρομος. Και έτσι στις 20 Σεπτεμβρίου κληθήκαμε να επιλέξουμε την κατοχική κυβέρνηση που θα μοιράσει την μπομπότα δικαιότερα ή πιο φιλάνθρωπα έστω, κρατώντας το έθνος υπερήφανο και ενωμένο, νυν και αεί υπό τα αναχρονιστικά λάβαρα των Σαλαμινομάχων και εστεμμένο με τις μίτρες των επισκόπων μας, όλοι εκ των οποίων είναι τουλάχιστον μητροπολίτες.

Η μεγάλη απώλεια των πέντε ετών, μετά τους ανθρώπους, τις ζωές, τις χαμένες ευτυχίες και τις ακυρωμένες ευκαιρίες, είναι λοιπόν ο πολιτικός λόγος της ελευθερίας.

Κοιτάξτε γύρω σας: οι κήρυκες της νεοφιλελεύθερης ασυδοσίας νιώθουνε δικαιωμένοι που δεν παρασάλεψαν από τα δόγματά τους επί πενταετία. Οι πανταχόθεν οχυρωμένοι καθεστωτικοί γραφιάδες συνεχίζουν το μισανθρωπικό κήρυγμά τους, στη χειρότερη παράδοση του χρονογραφήματος και της κάθε λογής χρηστομάθειας, ακλόνητοι και βαθιά αδιάφοροι. Οι ναζί δολοφόνοι και οι συνεργοί τους αναβαπτίζονται σε επαναστατικά υποκείμενα. Η κοσμικότατη Εκκλησία θριαμβεύει παντού. Ο αριστερός λόγος εκφυλίζεται ξανά σε ιερεμιάδες για ακόμα μία ήττα ή παραβλαστάνει σε περίπλοκες στρεψοδικίες που θα ζήλευε και ο δεινότερος ιεροκήρυκας, όταν δεν χάνεται σε σχολαστικότατες διαπραγματεύσεις ζητημάτων λίγο-πολύ μετατοπισμένων από τη σημερινή ταξική πραγματικότητα. Στον πολύ κόσμο μένουνε συνθήματα μόνο, μένει και σάτιρα ξεθυμασμένη και ατελέσφορη, διακωμώδηση σχημάτων και προσχημάτων αλλά όχι μαστίγωμα της εξουσίας.

Γίνεται λοιπόν ολοένα και πιο δύσκολο να μιλήσεις από τον Ιούλιο και μετά. Όποιον τρόπο, όποιο κειμενικό είδος και αν διαλέξεις, ό,τι και να υποστηρίξεις, είναι από χέρι χαμένη υπόθεση. Αυτό δεν οφείλεται, όπως ακούγεται, στο ότι όλα γίνονται πια πολτός στο μπλέντερ. Ίσα ίσα, κάθε τι που λέγεται πλέον διαθέτει μοναδική καθαρότητα και αξιοζήλευτη σαφήνεια, ακόμα και όταν πρόκειται για δικανισμούς και καζουισμούς ή για αναίσχυντη προπαγάνδα και επονείδιστο ψεύδος.

Δυστυχώς όμως πια δεν μπορείς να ελπίζεις ότι όσα λες και γράφεις διαθέτουν την παραμικρή ικανότητα να παρακινήσουν οποιονδήποτε να πράξει οτιδήποτε: ξαναβουλιάξαμε στη θρησκεία των βεβαιοτήτων, στο κουτσομπολιό προθέσεων, στο φιλοσοφικό λακριντί, στην ατελείωτη κωζερί για τα πάντα. Η αντίσταση και η αλληλεγγύη απογυμνώνονται κι αυτές από την δράση τους, την ουσία τους δηλαδή, καταντάνε συνθήματα και δηλώσεις καλών προθέσεων στα διάφορα φόρα.

Αργά καταβυθιζόμαστε στην άβυσσο, πετσιά άδεια από κόκαλα και μύες, όπως οι δαπανημένοι άντρες στο Under the skin.

GatheRate