Τρίτη 15 Απριλίου 2008

Former Yugoslav Republic of Montenegro

(Ένα "μαντάρα ποστ".)

Δεν έχω κόλλημα με το Μακεδονικό. Ο βαλκανικός ακάλυπτος της Ελλάδας (εκεί όπου τινάζουμε τις κουρελούδες κι όπου τρώνε πίτες, κρέατα, βουτύρατα και μπούκοβο) με συναρπάζει, τον αγαπώ σαν τοπίο, αλλά μου είναι τόσο ξένος ίσως όσο και η Κύπρος.

Το Μακεδονικό είναι τελικά πρόβλημα-οπερέττα, όπως τα Ευαγγελικά και τα Ορεστειακά. Πρόκειται μάλιστα (για την Ελλάδα) για ακόμα πιο οπερεττικό πρόβλημα, αφού (δόξα Σοι ο Θεός) δε σκοτώθηκε κανένας εξαιτίας αυτής της διένεξης. Όλος ο κόσμος ξέρει (στον βαθμό που ασχολείται) πού είναι η Μακεδονία, ποιοι είναι Μακεδόνες, ποιοι μιλάνε μακεδονικά -- και ότι η Ελλάς έχει κάποιες αντιρρήσεις. Εμείς παίζουμε τη λατέρνα ωσάν τον Αυλωνίτη, που λένε τα Ημισκούμπρια. Άλλωστε, όταν μπορούσαμε να επιβάλουμε (ηγεμονικά, όπως είπε ένας διαδηλωτής στα Σκόπια χτες βράδυ, αλλά εύκολα) μια αξιοπρεπή ονομασία τύπου 'Μακεδονία του Βαρδάρη', εμείς διαλέξαμε το 'FYROM'. Όταν ο πρεσβευτής (ω, μπαρδόν, 'επιτετραμμένος') της Ακατονομαστίας είπε
Ποτέ δεν αρνήθηκα πρόκληση με το προσωρινό όνομα, παρά την προσβλητική του φύση και δεν δέχτηκα ποτέ πρόσκληση με το ακρώνυμο FYROM, το οποίο είναι ακόμα πιο προσβλητικό και άνευ νοήματος...
το δελτίο ειδήσεων της ΝΕΤ (η τελευταία νησίδα σωφροσύνης στην ελληνική τηλεόραση μέχρι πρόσφατα) τον έλουσε πατόκορφα. Μα πράγματι, πρόκειται για προσβλητική ονομασία: ποια χώρα αποκαλείται με προσδιορισμό της πρότερης πολιτικής της κατάστασης; Ακόμα και το Κοσσυφοπέδιο (με την εξαμβλωματική του σημαία -- θυμηθείτε τι είδους κράτη βάζουν χάρτες στη σημαία τους) λέγεται 'Κόσοβο', όχι 'πρώην σερβική αυτόνομη επαρχία Κοσσυφοπεδίου και Μετοχίων' (πάντως λεγότανε 'ΚοσΜέτ' επί Τίτο, ίσως για να ακούγεται όπως το 'ΚολΧόζ').

Έχω κουραστεί να ασχολούμαι με αυτό το ζήτημα λοιπόν. Όπως είπα, ζούμε στον κόσμο της Κουκουρούκου και τσακωνόμαστε χωρίς λόγο. Η χώρα κάνει διπλωματία άνευ αντικειμένου: αντί να κοιτάξει να ισχυροποιήσει τη θέση της (ή ό,τι κάνει η διπλωματία, τέλος πάντων) και να κερδήση τον κόσμον όλον (και ζημιωθή την ψυχήν αυτής), ασχολείται με το να μαζέψει τον αμάζευτο. Παράλληλα, οι οργανικοί διανοούμενοί μας κορυβαντιούν -- και νομίζουν κι ότι είναι αντι-ιμπεριαλιστές κιόλας.

Ο λόγος που τελικά βαυκαλίζομαι είναι ότι -- κατά βάθος -- είμαι πατριώτης. Κατά βάθος ζηλεύω τους Ισπανούς, που στο τέλος θα γίνουν άνθρωποι, δηλαδή, έτσι πώς πάνε. Κατά βάθος θέλω να μην κάνει (πια) η Ελλάδα όσα διαπράττουν οι άλλοι ή όσα κακώς διέπραξε στο παρελθόν. Ονειρεύομαι, δηλαδή.

Καλός μαλάκας κι εγώ, δηλαδή.

GatheRate

Κυριακή 13 Απριλίου 2008

Eu sou assim

στον Αρτέμη Κουκουζέλη

Τα μουσικά μου γούστα είναι μια μεγάλη και πονεμένη ιστορία. Δε σκαμπάζω καθόλου από θεωρία της μουσικής (αν και υπάρχουν απόφοιτοι ωδείων που... άσε, σκάω) και ακούω μουσική όπως τρώω: με δοκιμή και πλάνη. Όπως όμως και με το φαγητό, υπάρχουνε πράγματα που δε ζυγώνω (τουλάχιστον για τα τεριρέμ και τον πτωχοαλαζόνα τα έχουμε πει).

Επίσης δε μου πολυαρέσουν τα (πολύ) ελαφρά, τα (πολύ) μονότονα και τα προβλέψιμα πράματα, όταν μπορώ δηλαδή να συμπληρώσω τη μουσική φράση ή να προβλέψω με επιτυχία το στιχάκι. (Μια εξαίρεση κάνω για την τρανς, αυτό όμως είναι άλλο ποστάκι.) Γι' αυτό λοιπόν αποφεύγω τις λαουντζιές και τα αεριούχα δροσιστικά.

Όταν ο Μαίανδρος (παλιός μπλογκάς -- αυτός το 'κλεισε κι ησύχασε όμως) μάς έφερε κάτι μποσανόβες ψιλοξίνισα. Πλην όμως, είχα πρόσφατα δει ένα ντοκυμαντέρ για τον Vinicius de Moraes, οπότε είπα, δεν κάθομαι να ακούσω το σιντί; Η νεοαποκτημένη ανοχή μου απέναντι σε πιο θερινά-πλαζάτα ακούσματα εικάζεται πάντως ότι οφείλεται και στην έκθεσή μου στην ψυχοτρόπο ουσία θασκασαλίνη -- ωστόσο ποτές δεν πρέπει να μπερδεύουμε τα μετάλλια με τις ντόπες.

Ακούω το σιντί και κολλάω με το Meu Mundo e Hoje (το οποίο είναι κλασσικό άσμα, απ' ό,τι μου λένε κάτι βραζιλοθρεμμένοι, κάτι σαν το 'τα ματόκλαδά σου λάμπουν' της Βραζιλίας), εδώ με την Eliete Negreiros. Σας το προσφέρω.

Οι στίχοι τώρα. Τα πορτογαλικά μου είναι, ε... ναι. Οπότε, θα σας κάνω μια μερική ελεύθερη μετάφραση από όσα πιάνω, σαν να πρόκειται για σπάραγμα από σκωροφαγωμένο χειρόγραφο ή για κάτι γραμμένο στη Γραμμική Βήτα. Έτσι βγάζανε παλιά στίχους από εγγλέζικα τραγούδια. Άμα μπορείτε, βοηθάτε

Eu sou assim, quem quiser gostar de mim eu sou assim.
Eu sou assim, quem quiser gostar de mim eu sou assim.
Meu mundo é hoje não existe amanhã pra mim
Eu sou assim, assim morrerei um dia.
Não levarei arrependimentos nem o peso da hipocrisia.
Tenho pena daqueles que se agaixam até o chão
Enganando a si mesmo por dinheiro ou posição
Nunca tomei parte desse enorme batalhão,
Pois sei que além de flores, nada mais vai no caixão.
Eu sou assim, quem quiser gostar de mim eu sou assim.

Έτσι ειμαι εγώ, για όποιον θε να μάθει, έτσι είμαι εγώ
Έτσι ειμαι εγώ, για όποιον θε να μάθει, έτσι είμαι εγώ
Για το σήμερα ζω και για μένα αύριο δεν υπάρχει
Έτσι είμαι εγώ κι έτσι μια μέρα θα πεθάνω.
Δε σηκώνω μεταμέλειες ούτε το βάρος της υποκρισίας.
[...]
Να πουλιέμαι για τα λεφτά ή τις τιμές τους
Ποτέ δεν πρόκειται να μπω σ' αυτό το πανηγύρι
[...]
Έτσι ειμαι εγώ, για όποιον θε να μάθει, έτσι είμαι εγώ

GatheRate

Πέμπτη 3 Απριλίου 2008

Ζυγιστική λεπτομέρεια

Για κάποιους, η πληθυσμιακή σύνθεση της ελληνικής Μακεδονίας πριν 80 χρόνια είναι αδιάφορη, μετράει μόνο το ότι σήμερα δεν έχει μείνει Εβραίος, Βούλγαρος ή Σλαβομακεδόνας ("μια χούφτα ντόπιοι που μιλάνε ντόπικα / pu nashe").

Πολλοί από τους παραπάνω, όμως, κόπτονται και οιμώζουν για την πληθυσμιακή αλλοίωση του Κοσσυφοπεδίου τα τελευταία 80 χρόνια.

GatheRate

Τετάρτη 2 Απριλίου 2008

Μικρή νεκρολογία για ένα οδόφραγμα




Αύριο 3 Απριλίου στις 9 το πρωί θα ανοίξει το οδόφραγμα της Οδού Λήδρας στη Λευκωσία.

Το οδόφραγμα, το οποίο έστησαν οι δικοί μας το 1963, ήτανε για χρόνια το μόνο αξιοθέατο της Λευκωσίας (τώρα δεν έχει μείνει κανένα, εκτός ίσως από το άγαλμα του Μπάτμαν): έφερναν με τα πούλμαν τους τουρίστες από την Αγιάναπα, τη Λεμεσό και την Πάφο για να δούνε τον δρόμο που κοβότανε στη μέση, το δράμα της διαιρεμένης πρωτεύουσας, μετά τους τάιζαν κυπριακό σουβλάκι και τους ξαπέστελναν από κει που 'ρθαν.

Πραγματικά ήτανε φρικτό θέαμα (για όποιον τουλάχιστον δεν έχει δει την κλειστή πόλη της Αμμοχώστου, το Βαρώσι -- ακόμα και στο γεωπολιτικό γκραν-γκινιόλ υπάρχουν διαβαθμίσεις), τα δύο πρώτα χρόνια μου εδώ με ενοχλούσε και με πονούσε.

Αφήνω κατά μέρος τις αναλύσεις και τις βιωματικές παλάβρες. Ελπίζω στο νέο άνοιγμα της πράσινης γραμμής, στο κέντρο της πόλης, να αρχίσει να ξαναζεί η πόλη αυτή (της οποίας το χιλιομετρικό σημείο μηδέν είναι πάντα "από κει", στην Πλατεία Σαραγιού / Ατατούρκ). Ελπίζω ο κοινός χώρος που θα δημιουργηθεί (όπως πάρα πολύ εύστοχα επισήμανε ο Γρηγόρης Ιωάννου) να γίνει χώρος (επανα)σύνδεσης κι όχι απλώς (επανα)προσέγγισης: άλλωστε, μετά την αγυρτεία του 2004, τα περιθώρια είναι πια στενά: είτε οι δύο κοινότητες θα συνυπάρξουν, είτε θα αποκτήσουμε κι άλλα κρατίδγια δίπλα στο Μαυροβούνιο, το Κοσσυφοπέδιο, την Αμπχαζία και την Οσσετία...

GatheRate

Κυριακή 30 Μαρτίου 2008

Θαρρώ πεινώ, μα εγώ διψώ, μα δε διψώ: νυστάζω

Τι θαυμάσιος μήνας! Παρότι δεν έπεσε στάλα βροχή εδώ κάτω, ερωτικά υπήρξε πολύ ανοιξιάτικος ("αυτή η άνοιξη μπορεί να κρατήσει για πάντα", που έλεγαν και οι έρμοι οι Τσέχοι το 1968, για άλλους λόγους βεβαίως). Παρότι δούλεψα σα σκυλί, δεν αποπεράτωσα ούτε κλάσμα όσων με κοιτάνε κατάματα από τη λίστα με τα κρίματα, αντίγραφα της οποίας έχω παντού (πώς είναι στο 'Εργαστήριο του δόκτορος Μαμπούζε Καλγκάρι', όπου ο Μαμπούζε έχει γεμίσει το κελί του τρελάδικου σημειώσεις; κάπως έτσι). Όμως εδώ γράψαμε μπόλικα (τρία ποστ ο Ρακάσα, παρακαλώ): τι σινεμά, τι αγιογραφίες, τι πόρνοι, τι θέατρο, τι αυτοσαρκασμός, τι μακεδονομαχίες, τι επέτειοι, τι meme... Ας αφήσουμε λοιπόν τον Μάρτιο με ένα γλυκό τραγουδάκι, το οποίο μού έχει κολλήσει αντικαθιστώντας το προηγούμενο.

Σας δίνω λοιπόν το πανέμορφο 'Σαν την αγάπη την κρυφή', μελοποιημένα δημοτικά δίστιχα από τον Δημ. Παπαδημητρίου με την Ελ. Αρβανιτάκη. Μου έχει σφηνωθεί αρμονικά αυτή η πρώτη γεφυρούλα όπου παίζουνε μαζί κιθάρα, πιάνο και άρπα (κολπάκι που δίδαξε ο Φιλ Σπέκτορ). Δυστυχώς στη δεύτερη και στην τρίτη βάζει ο ανοικονόμητος στην ενορχήστρωση και κάτι πίφερα / σουραύλια / φλαμπούτσες και μας τα χαλάει.

*

Μπόνους: Παρότι σιχαίνομαι τον Καζαντζίδη (τα είπαμε αυτά), σας προσφέρω αυτό το τραγούδι του. Όχι όμως για καλό. Έτσι, προσοχή, μην το ανοίξετε αν

α) είσθε με τον σ. Χριστόφια (κανείς δεν παραδέχεται ότι τον ψήφισε, μα αυτό το 53% από πού βγήκε;)
β) είσθε ευαίσθητος νοσταλγός του 'αξίου της πατρίδος' (μια στιγμή να φτύσω) Γρίβα
γ) δεν ξέρετε ποιοι είναι οι παραπάνω κύριοι αλλά έχετε ευερέθιστα νεύρα
δ) δεν καταλαβαίνετε από ειρωνεία

Το αφιερώνω σε τρία αστέρια του κυπριακού μπλογκαρίσματος: Aceras Anthropophorum, Γιώργο Στρατή (που κωλοβαράει εσχάτως) και τον σατανικό Noullis.

GatheRate

Παρασκευή 28 Μαρτίου 2008

Κόκκινα φανάρια

Είναι από τις λίγες φορές που δεν ξέρω από πού να αρχίσω. Είπα να ασχοληθώ αργότερα με το θέμα, πρώτον για να μη γράψω εν θερμώ, δεύτερον γιατί υποθέτω ότι (δικαιολογημένα) όσοι διαβάσουν αυτό το ποστ θα με ψέξουν ότι κάπως καθυστερημένα ανακάλυψα κι εγώ το μπικ. Αλλά δεν μπορώ.

Ας αρχίσω με 'αγανάχτηση'. Πάντα πιάνει στον τόπο μας η αγανάχτηση.

Αισθάνομαι λοιπόν αγανάχτηση σαν Έλληνας και σινεφίλ που έπρεπε να φτάσω 35 χρονών για να δω ίσως την καλύτερη ελληνική ταινία που έχει γίνει ποτέ. Διευκρινίζω: η συγκλονιστική αποκάλυψη της ηλικίας μου (η οποία, είμαι βέβαιος, προκαλεί ρίγη και λιποθυμικά επεισόδια), μπορεί να είναι πραγματική μπορεί και να μην είναι. Άλλωστε ποιος είμαι εγώ; Ένας ψευδώνυμος χαβαλές χωρίς το θάρρος που συνοδεύει την παρρησία.

Έπρεπε λοιπόν να φτάσω στην ηλικία αυτή για να δω τα Κόκκινα Φανάρια. Η ταινία είναι συγκλονιστική. Γιατί κανείς δε μου το είχε πει; Γιατί στον κανόνα του ελληνικού σινεμά έχουμε άλλα κι άλλα; (ευτυχώς έχουμε τη Στέλλα)

Τα Κόκκινα Φανάρια λοιπόν.

Πρώτα-πρώτα, η ταινία είναι πανάκριβη και της φαίνεται: σωστά σκηνικά, άψογη (για ελληνική ταινία) ηχοληψία, κινηματογραφία και φωτογραφία προσεγμένες, απίστευτη προσοχή στη λεπτομέρεια (ακόμα και στις σκηνές κομπάρσων), αμερικανοί χαρακτήρες που μιλάν αμερικάνικα και γερμανοί που μιλάνε γερμανικά, σε μια κινηματογραφική βιομηχανία όπου ο Μούτσιος, ο Κομνηνός, ο Φυσσούν, ο Κατρανίδης και ο Ντίνος Καρύδης ήταν οι ξένοι για όλες τις δουλειές.

Δεύτερον, περιέχει συσσώρευση υποκριτικού ταλέντου σε βαθμό ασφυξίας. Δηλαδή εκεί μέσα ο Φούντας και ο Κατράκης είναι οι πιο αδύναμοι στο παίξιμο (για να καταλάβετε). Δεν ήξερα τίποτα για την ταινία, και καθώς εμφανίζονταν οι ηθοποιοί με πιάνανε ρίγη που μεταφράζονταν σε νευρικά γέλια. Μέχρι και ο Παπαμιχαήλ και η Ανουσάκη δίνουνε ρεσιτάλ. Επίσης, ο σκηνοθέτης, ο Βασίλης Γεωργιάδης, καταφέρνει να βάλει όλους αυτούς τους ηθοποιούς να παίξουνε μαζί κι όχι παράλληλα.

Τρίτον, η κάμερα έχει διδαχθεί πολλά από το καδράρισμα και από την κίνηση και στον Πολίτη Κέιν (λόγου χάρη) αλλά και στο νουβέλ βαγκ. Η ταινία λειτουργεί κινηματογραφικά. Αυτός είναι ένας από τους λόγους που πήγε καλά εκτός Ελλάδος: κλείστε τον ήχο στον πολύχρυσο Ελ Γκρέκο και τι βλέπετε; Ωραία κάδρα. Κλείστε τον ήχο στα Κόκκινα Φανάρια και τι βλέπετε; Την ανθρώπινη κατάσταση.

Τέταρτον, η ταινία είναι οργανωμένη χωροταξικά: δεν αποτελεί απλώς μια ιστορία που ξετυλίγεται κάπου, παρά αρθρώνεται πάνω σε και γύρω από χώρους: σκάλες -- ιδίως τη σκάλα του Μπαρ Φρύνη, το πάτωμα, το ταξί, τον δρόμο, το λούνα παρκ. Ποιος ανεβαίνει τη σκάλα, πώς την ανεβαίνει (ή την κατεβαίνει), ποιος κρύβεται πίσω από το μπαρ: εκεί βρίσκονται οι σπόνδυλοι του έργου.

Πέμπτον, οι διάλογοι. Εντάξει, είναι βασισμένο σε θεατρικό. Εντάξει, υπάρχει ο ποιητισμός της εποχής (για να το παίξω πετεφρής, ένας θεός ξέρει τι θα προσάπτουνε στο ύφος μας το 2048). Αλλά, φίλοι μου, οι διάλογοι συνέχονται από αληθοφάνεια και ρεαλιστική φυσικότητα (το πιο περίτεχνο και στριφνό τέχνασμα). Ειδικά για ελληνικό κινηματογράφο, ο οποίος παράγει κατά συρροήν ταινίες όπου οι στημένοι, ψευδοποιητίζοντες, πομπώδεις ή μπαγιάτικα ψευτομοντέρνοι διάλογοι σε κάνουν να θες να σηκωθείς όρθιος και να φασκελώνεις αλύπητα. Αλύπητα όμως.

Έκτον, η ταινία έχει χαρακτήρες. Όχι τύπους. Όχι καρικατούρες. Με στοίχειωσε η Ηρώ Κυριακάκη, η υπηρέτρια (ακόμα ανατριχιάζω -- δεν μπορώ καν να γράψω γι' αυτήν), με κατέπληξε στο τέλος ο χαρακτήρας του Φούντα, του νταβά. Όσο για τη Μαντάμ Παρί της Διαμαντίδου, ε, είπαμε, δεν είχα δει την ταινία: δε ζω και πίσω από τον ήλιο.

Έβδομον: περιεχόμενο. Η ταινία, που βγήκε το 1963, αντιμετωπίζει την πορνεία και τις πόρνες με τρόπο που δε βγάζει τον πατερναλισμό, τον οίκτο ή τη μυθοποίηση προς τα οποία τείνουνε συνήθως τα έργα που καταπιάνονται με αυτή τη θεματολογία. Έχοντας δει εκατοντάδες ελληνικές ταινίες, περίμενα στη γωνία το κήρυγμα, την τσιρίδα, τον φτηνό διδακτισμό. Πουθενά. Μπορεί και να μην πρόσεξα. Αν κάνουμε ένα άλμα στον 21ο αιώνα, βρίσκουμε λ.χ. το παιδαριώδες Hardcore (δυο μικρές βγαίνουνε στο κλαρί, η μία γίνεται σταρ γιατί είναι ξέκωλο, η άλλη τζάνκι κι ερείπιο της ζωής). Τα Κόκκινα Φανάρια, βεβαίως, έχουν την πολιτική τους (πατριαρχία, καταπίεση της γυναίκας, υποκρισία κτλ.) και διαθέτουν ξεκάθαρο ιστορικό πλαίσιο: δεν είναι απολίτικο μελό (αν είναι μελό) ούτε ανιστορικό λαβ στόρυ. Επίσης, για να δούμε πόσο πίσω έχουμε πάει. Σε μια ταινία του 1963 που έκοψε 500.000 εισιτήρια έχουμε (με ορολογία της εποχής):

α. αράπη αμερικάνο να ερωτοτροπεί με ελληνοπούλα (κατάλευκη, σαφώς). Κανένας από τους δύο δε μαθαίνουμε να κόλλησε σκουλαμέντο ή να τον τριχοτόμησε αλυσοπρίονο.

β. σκηνή όπου η Μαντάμ Παρί είναι στο τσακ να κάνει το πλακομούνι με την καινούργια, αλλά τους διακόπτει ο σωματέμπορας Φούντας. Βλέπουμε γυμνή τη μικρή Ανουσάκη και μετά ο νταβάς κλειδώνει την πόρτα και σβήνει το φως. Επειδή δεν ξέρω πώς λεγόταν το τρίο το 1963, να πω ότι αντιλαμβάνεστε την τόλμη και τη δύναμη μιας τέτοιας σκηνής τότε (ή τώρα). Για να συγκρίνουμε τη σκηνή με άλλη σκηνή στρωσίματος καινούργιας στο ελληνικό σινεμά, στο Hardcore βλέπουμε τον χοντρομαστρωπό να αλείφει έναν μαύρο όλισβο (το ντίλντο, ντε) με βαζελίνη. Τι να σου πω, ανατριχιάσαμε.

γ. ιερόδουλες να ξεκατινιάζονται (πώς θα το έλεγαν αυτό τότε;) και να βρίζονται με τσιρίδες μεταξύ τους, κάτι που οπωσδήποτε προκαλούσε τις ευαισθησίες των νοικοκυραίων (της εποχής εκείνης).

δ. οι πελάτες είναι σεξιστικά γουρούνια (λ.χ. παντρεμένοι που τους βρωμάει η κυρά τους 'κουζινίλα') ή λιάρδα ναυτόπουλα -- όταν δεν είναι νταβατζήδες οι ίδιοι -- αλλά ποτέ καρικατούρες. Έτσι, έχουμε κι έναν Γεωργίτση παθιασμένο αλλά αφελή και δειλό. Έχουμε και τον κλασικό μοναχικό πελάτη (καπετάνιο Κατράκη) που ψάχνει αυτό που πια λέμε girlfriend experience ή gfe.

Σε πιο υποκειμενικό επίπεδο, η ταινία με κατέσφαξε γιατί διαθέτει έναν τρόπο ευαισθησίας και λυρισμού που απηχεί μέσα μου, αντηχεί και με συντονίζει. Στο πρώτο τραγούδι της Καρέζη, το ρουμάνικο της βροχής, έμεινα με το στόμα ανοιχτό. Στο δεύτερο (με την κιθάρα), έλιωσα. Κανονικά.

Τέλος, η ταινία επεξεργάζεται την πρόκληση, τη σαγήνη, τον ερεθισμό και την επιθυμία όπως την καταλαβαίνω και όπως τη νιώθω εγώ. Έχει, συν τις άλλοις, τα φετίχ μου. Προς τις κυρίες που ενδεχομένως θα προσπαθήσουν: σημειώστε το φόρεμα με το σκίσιμο στο πλάι (και τις κάλτσες) της Καρέζη καθώς κατεβαίνει τη σκάλα, πριν τη δει ο Παπαμιχαήλ. Δηλαδή θα ήμουν οπωσδήποτε πελάτης του εν λόγω μαγαζιού φάτσα στο White Horse. Ιδίως άμα έπαιζε πότε-πότε κι ο Ζαμπέτας.

(Ερώτηση: γιατί έκτοτε τον ελληνικό κινηματογράφο τον έχει πάρει ο διάολος; Φταίει ο ηθικισμός και ο πουριτανισμός που έφεραν η χούντα και η Αριστερά του ταγαριού; Δεν ξέρω. Δε θα το συζητήσω. Απλώς απελπίζομαι που η επόμενη ταινία που λέει κάτι πραγματικά δύσκολο και δυσάρεστο είναι το Από την Άκρη της Πόλης του Γιάνναρη αν και, συγκριτικά με τα Κόκκινα Φανάρια, πάρα πολύ δειλά. Ας μην το συζητήσουμε όμως αυτό...)

GatheRate

Πέμπτη 27 Μαρτίου 2008

Το κενό κι ο φράχτης


Όταν ήμουν μικρός χάζευα τους σχολικούς χάρτες. Οι γεωφυσικοί με μπερδεύανε γιατί δεν μπορούσα να διακρίνω τα σύνορα. Σα γνήσιο ελληνόπουλο ήθελα να έχω μια ξεκάθαρη εικόνα για το πού τελειώνει η πατρίδα μου. Οι πολιτικοί όμως χάρτες με παραμύθιαζαν: τοπωνύμια αλλόκοτα (τότε δεν ήξερα ότι τα περισσότερα ήταν πρόσφατα επινοημένα από εντεταλμένες επιτροπές), τα περίεργα σχήματα των νομών και τα χρώματά τους, η Κύπρος ένθετη κάτω δεξιά με τις πέντε επαρχίες της. Πιο πολύ από όλα με εντυπωσίαζε το μπεζ κενό που περιέβαλλε την Ελλάδα. Η θάλασσα ήτανε γαλάζια κι ομοιόμορφη, αυτό το καταλάβαινα, κι εμένα έτσι μού φαινόταν άλλωστε (ποτέ δεν την αγάπησα). Οι άλλες χώρες όμως γύρω από την Ελλάδα ήταν όλες μπεζ και απελπιστικά άδειες, με μια χούφτα πόλεις και κάποια ποτάμια (όπως ο Εργίνης στην 'Ευρωπαϊκή Τουρκία'). Μια έρημος.

Θα μπορούσε αυτή η εικόνα των σχολικών χαρτών να είναι μια μεταφορά για την αίσθηση του να είσαι Έλληνας, τουλάχιστον της γενιάς μου: εγκάτοικος μιας όασης πολυχρωμίας, ζωής, σημασίας, χαρακτηριστικών και χαρακτήρων μεταξύ της στείρας (κατά τον Όμηρο) θάλασσας και του πιο στείρου 'εξωτερικού'.

Το 'εξωτερικό'. Όταν ήμουν πιτσιρικάς δεν ταξίδευε πολύς κόσμος. Ήμουνα περίεργος πώς να είναι το αχανές εξωτερικό, η μπεζ έρημος των χαρτών. Όλες οι ιστορίες όσων έρχονταν από το εξωτερικό (ο γκασταρμπάιτερ, ο παππούς μετά τη Βουλγαρία και την Πόλη, ο πολιτικός πρόσφυγας από την Τασκένδη με το φθαρμένο γκρι κουστούμι, η Σκωτσέζα δασκάλα αγγλικών, η ξαδέρφη από τη Βοστώνη, η ιρλανδή σύζυγος του κυρίου Μπάμπη) σκιαγραφούσαν ή υπαινισσόντουσαν έναν τόπο κρύο, άνοστο, αφιλόξενο, στενόχωρο, βίαιο, χαοτικό και -- σίγουρα -- άσχημο: την μπεζ ομοιομορφία. Την ξενιτειά, με άλλα λόγια. Μια φορά, από το τρένο, είδα ένα τοπίο αλλόκοτο, βιομηχανικό. Ρώτησα ερεθισμένος τη μάνα μου αν αυτό που βλέπω εκεί μακριά είναι το εξωτερικό. "Όχι, μόλις περάσαμε τη Μαλακάσα." Κάποια χρόνια μετά, ήμουνα δέκα, πήγαμε στη Σάμο. Από το Ποσειδώνιο (Μουλλά-Μπραήμ) βλέπαμε την Τουρκία απέναντι. Μου έκανε εντύπωση: ήταν ακριβώς σαν τη Σάμο. Αλλά, βεβαίως, αυτά ήταν κάποτε δικά μας: του σογιού της μάνας μου, πιο συγκεκριμένα...

Η αίσθηση αυτή του να είσαι Έλληνας συντροφεύει ακόμα πολλούς. Είμαστε μια εύκρατη όαση στην άκρη της βαλκανικής των βαρβάρων και του κομμουνισμού (τότε). Ξέρουμε να ζούμε, ενώ στη Δύση πίνουν, αυτοκτονούν και πηδιούνται αδιακρίτως όλοι με όλες και όλους, για πλάκα, σαν τα ζώα. Και τα λοιπά, και τα λοιπά. Γι' αυτό και ο φράχτης που μάς περιβάλλει, τα σύνορα της χώρας, ήταν πάντα μια παχειά γραμμή στους χάρτες, ακόμα και στους γεωφυσικούς. Και στο μυαλό μας.

Τι εννοώ: ένας Αλβανός του νότου, γνωστός, μού έλεγε ότι επί Χότζα τούς έδειχναν τα δασωμένα βουνά πέρα από τα σύνορα της Ελλάδας και τους έλεγαν για τους καημένους τους Έλληνες που πεινάνε, αφού τόση πολύτιμη γη την αφήνουνε χέρσα κι ακαλλιέργητη οι μοναρχοφασίστες που τους τυραννούν.

Έτσι είμαστε κι εμείς: ψυχολογικά μαντρωμένοι μέσα στην φράχτη, βλέπουμε μόνο το κομμάτι του έξω κόσμου που μπορούμε. Αλλά κι εκείνο το κομμάτι που βλέπουμε το παρερμηνεύουμε. Επιπλέον, ακόμα κι όταν ξεμυτάμε πέρα από τον φράχτη (ταξιδεύουμε πολύ περισσότερο πια), βλέπουμε το κενό, τη βρώμα, το έγκλημα, τον παλιόκαιρο...

Αυτά τα σκεφτόμουνα με αφορμή τις ειδήσεις από την Ελλάδα (της αξενίας, της διαφθοράς, της σκληρότητας, της φτώχειας, του στόμφου -- κουτουλού, κουτουλού, κουτουλού), που παρακολουθώ εδώ και τρία χρόνια.

GatheRate

Κυριακή 23 Μαρτίου 2008

Κύπρος: Μνήμη και αγάπη - Με τον φακό του Sraosha IV

Προηγούμενες δόσεις:
Ι, ΙΙ, επίμετρο της ΙΙ, ΙΙΙ.

Πάμε λοιπόν.

1.
Το πρώτο χωρίς σχόλιο:



2.
Από εκεί κοντά επίσης, προσέξτε την απόδοση του ελληνικού ονόματος 'Φρειδερίκος Γκαρσία Λόρκα' με λατινικούς χαρακτήρες ('Freiderikou Gkarsia Lorka'). Όπως και στην Αθήνα.



3.
Πιο κάτω βλέπετε μια φωτογραφία του κατάλληλου μερους για να αποκτήσετε κι εσείς αυτό το λουκ 'τζίζους' που πάντα ονειρευόσασταν.
(Για να πούμε του στραβού το δίκιο, η ορθογράφηση του 'Χρήστος' με ήτα είναι ορθογραφικό ταμπού, για να μη φαίνεται το ίδιο με το 'Χριστός'. Στην Κύπρο δεν το έχουν το ταμπού αυτό.)



4.
Εδώ βλέπετε την πινακίδα του κυριλλέ εστιατορίου στην ταράτσα του κτηρίου της Τράπεζας Κύπρου στην Παλιά Λευκωσία (η Τράπεζα έχει κι ένα μαυσωλείο που δεσπόζει ενός λόφου πιο έξω). Έχει τηρηθεί η ιστοριοπρεπής ορθογράφηση με 'ph' αλλά, στο μεθύσι τους απάνω, αναδιπλασίασαν το 'ne'. Ουστ, νενέκοι, ε νενέκοι.



5.
Το επόμενο χρειάζεται λίγη προσοχή. Εδώ βλέπετε την πρόσοψη ψιλικατζίδικου σε κεντρικότατο δρόμο της Λευκωσίας. Λέει 'περίπτερο' γιατί έτσι λέγονται τα ψιλικά εδώ. Κάτω από τη λέξη 'περιοδικά' έχει το εξώφυλλο ενός περιοδικού. Ποιου περιοδικού; Πλησίασα μια φορά να δω και πάνω το εξώφυλλο έγραφε κάτι προστυχιές, τις οποίες όμως δεν μπορώ να αναπαραγάγω, αφού μας διαβάζει και η μαθητιώσα νεολαία. Ωστόσο συγκράτησα το όνομα του περιοδικού: 'mPink Woman'.



Με μια απλή αναζήτηση στα δίχτυα του Διαδικτύου, βρήκα το εξώφυλλο-παρωδία, όπως άλλωστε είχε κάνει και ο γραφίστας που έφτιαξε την πρόσοψη του έρμου του ψιλικατζή:

Ούτε ο γραφίστας πρόσεξε την παρωδία, ούτε ο πελάτης του, μάλλον. Πάντως, δε φαίνεται να διαμαρτυρήθηκε κανείς στον ψιλικατζή, αφού, μήνες μετά, η πρόσοψη είναι ακόμα εκεί. Η αλήθεια, βέβαια, είναι ότι στη Λευκωσία περπατούν μόνο:
α) αλλοδαποί
β) εγώ
γ) ο γνωστός Cypriot celebrity Δημήτρης Τ.

6.
Το τελευταίο θέμα είναι λίγο κουλτουριάρικο: αυτό το σπίτι στη Λευκωσία συνοψίζει για μένα ολόκληρη την κυπριακή εμπειρία: συγκρότημα κατοικιών ντιζαϊνάτο, σχεδόν αυτό που λέμε 'αρχιτεκτονιά'. Όμως, ατσούμπαλο, αφού με τον μονοκόμματο πάνω όροφο (μάλλον του ιδιοκτήτη) μοιάζει με το Πολεμικό Μουσείο στην Αθήνα. Επίσης: δίπλα στο κάλλος και στη δημιουργική χάρη του συγκροτήματος βρίσκεται η όλο σκόνη αλάνα όπου οι περίοικοι παρκάρουν τα αμάξια τους (και η οποία σύντομα θα χτιστεί). Επίσης: τα παράθυρα δεν έχουνε πατζούρια ενώ ένα μόνο μπαλκόνι έχει τέντες, σε μια χώρα όπου ο ήλιος βαράει αλύπητα. Μου εξήγησαν ότι τα πατζούρια είναι ντεμοντέ (κι ας κρατάνε τη ζέστη έξω από το τζάμι, αντίθετα λ.χ. με τις κουρτίνες). Τέλος: το αλουμίνιο, το κούφωμα φετίχ της ελληνικής επαρχίας και της Κύπρου, δεσπόζει φυσικά, με το πρόσχημα ενός, ας πούμε, μεταμοντερνιστικού κλεισίματος ματιού (θε μου σχώρα με).

7 (μπόνους).
Αυτή μου την καλλιτεχνική φωτογραφία την ονομάζω:

"Εσωθήκεμε, κουμπάρε!"

Καλή βδομάδα.

GatheRate

Παρασκευή 21 Μαρτίου 2008

Καυτός Πάγος

Η Μεγαλόνησος (για την οποία ετοιμάζω ακόμα ένα συγκλονιστικό φωτορεπορτάζ) παρέχει χαρές και συγκινήσεις με το σταγονόμετρο. Άχαρος τόπος, στεγνός, σκονισμένος, δέσμιος γερόντων γλοιωδών ή ήδη μουμιοποιημένων.

Έχει όμως να προσφέρει κάτι απρόσμενα πλούσιο: θέατρο. Στο νησί ανεβαίνουν πολλά θεατρικά έργα κάθε σαιζόν, ντόπιες παραγωγές επί το πλείστον. Μερικές από τις πιο ενδιαφέρουσες παραστάσεις της ζωής μου τις έχω δει από τις τρεις σκηνές του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου: Μήδεια της Κρίστα Βολφ, Επιτρέποντες του Μενάνδρου, Ορλάντο της Γουλφ (πειραγμένο από τη Λέα Μαλένη), Σχοινοβάτη του Ζενέ, On/Off των Μαλένη-Ροδοσθένους. Επίσης, το θέατρο Ένα (ιδιωτικό, επιδοτούμενο) ανέβασε πρόσφατα ένα πολύ δυνατό Equus και -- φέτος -- το Καμπαρέ με έναν θεαματικό Διομήδη Κουφτερό ως τον MC. Παράλληλα, αναδύονται νέα ταλέντα, όπως διαπιστώσαμε από τα δύο πειραματικά δραματικά χάπενινγκ της Κατερίνας Λούρα. Τέλος, έρχονται κατά καιρούς πολλές 'μικρές' παραστάσεις από την Ελλάδα. Από θέατρο πάμε καλά.

Φυσικά, μέσα σε μια σαιζόν μπορεί κάθε θίασος (κι είναι πολλοί) να ανεβάσει τρία με τέσσερα έργα: το κοινό είναι πεπερασμένο σε ένα υπόλειμμα κράτους με πληθυσμό 700.000. Ωστόσο τα θέατρα είναι πάντα γεμάτα, ανεξαρτήτως αν το έργο είναι 'εύκολο' ή 'δύσκολο'. Π.χ. στάθηκε αδύνατο να βρω εισιτήρια για τους Έρωτες της κυρίας Μαγκουάιαρ...

Κατά καιρούς ο ΘΟΚ καλεί σκηνοθέτες από την Ελλάδα για να ανεβάσουν παραστάσεις. Μερικές φορές, το αποτέλεσμα είναι παραστάσεις χωρίς ισορροπία, ενότητα ή και ειρμό. Αυτό μπορεί εν μέρει να οφείλεται στον (αποικιοκρατικά) φετιχιστικό-μουσειακό ιδεασμό του μέσου Έλληνα διανοούμενου απέναντι στην Κύπρο.

Ωστόσο, αυτές τις μέρες παίζεται ο Καυτός Πάγος (Frozen) της Bryony Lavery στη Νέα Σκηνή του ΘΟΚ. Σκηνοθέτης, ακόμα ένας φιλοξενούμενος από την Ελλάδα, ο Τάκης Τζαμαργιάς. Το έργο παρακολουθεί τις ζωές ενός παιδεραστή φονιά, της μάνας ενός θύματός του και μιας ψυχιάτρου-νευρολόγου που μελετάει την περίπτωση του ψυχοπαθούς φονιά. Το κείμενο δραματικά δεν είναι κανένα αριστούργημα, ούτε ιδιαίτερα ζυγισμένο. Ευτυχώς, παρότι εντάσσεται στην παράδοση Sarah Kane και Caryl Churchill, δε διαθέτει επί σκηνής φρου-φρού που ταράζουν και χαράζονται στη μνήμη ακριβώς επειδή, λ.χ., δεν έχεις ξαναδεί βιασμό εφήβου επί σκηνής. Αντίθετα, η βία του έργου είναι υπόκωφη, ύπουλη, καθημερινή αλλά και εύκολη. Οι χαρακτήρες τρίβονται πάνω στο πέρασμα του χρόνου όπως τα παιδικά γόνατα πάνω στο χαλίκι. Ο τρόμος και το σοκ δε βρίσκονται ούτε σε αναπαραστάσεις ούτε σε περιγραφές βίας, παρά σε άλλα: στην όλο στοργή φωνή του παιδεραστή δολοφόνου που επιθεωρεί τη συλλογή του με παιδοφιλικές πορνοταινίες ή στην κατάψυχρη επαγγελματική επιμονή του όταν πιάνει την κουβέντα στο κορίτσι της μάνας (και θύμα του).

Ο πρώτος άθλος του Τζαμαργιά βρίσκεται στην καθοδήγηση των ηθοποιών: ο Τσουρής (δολοφόνος) και η Καμμένου-Σιαφκάλλη (μάνα) με ρούφηξαν μέσα στον ψυχισμό των αντίστοιχων χαρακτήρων, όπως περίπου στο Being John Malkovich μπαίνουμε στο καύκαλο του φαλακρού ηθοποιού, αλλά πιο αβυσσαλέα και τρομακτικά. Δεν είναι μικρό πράγμα αυτό.

Ο δεύτερος άθλος: το χτίσιμο ενός βασανιστικού αλλά όχι καταιγιστικού ρυθμού (όπως ο ρυθμός της ίδιας της ζωής, δηλαδή), ενός ρυθμού που αναδεικνύει χαρακτήρες και ψυχισμούς και τρόμους αρχέγονους οι οποίοι αποζητούν να καθαρθούν και όχι τα ίδια συμβάντα -- συμβάντα κάποτε μπανάλ ή σπαρακτικά και επιδεκτικά μελό αποδόσεων. Η τρυφερότητα αναβρύζει σε ελάχιστα σημεία στην περάσταση, αλλά σαν παρήγορη πηγούλα κι όχι σαν γλυκερή μαυροδάφνη που ζαλίζει.

Ο τρίτος άθλος του σκηνοθέτη βρίσκεται στο ότι εξισορροπεί ένα κείμενο που ακροβατεί μεταξύ δύο στόχων: από τη μια της δοκιμιακής πραγμάτευσης της ψυχοπάθειας (μέσα από μια επιστημονική ανακοίνωση της ψυχιάτρου-νευρολόγου) με τρόπο που θυμίζει λίγο το Copenhagen του Frayn, και από την άλλη της δραματικής διαπραγμάτευσης με τον πόνο, τη φρίκη και την απώλεια. Με τη σκηνοθεσία του ο Τζαμαργιάς καλύπτει τα στριφώματα που συνέχουν το μπρεχτικό-δοκιμιακό και το αριστοτελικό-καθαρτικό κομμάτι του έργου, δίνοντας στο κοινό την αίσθηση ότι μπροστά στο μάτια του ρέει ένα συνεχές δράμα, χαμένα χρόνια βίων παράλληλων, με τη συγχώρεση (αλλά και τη λύση του Ισκαριώτη) να υπερνικούν την "αντικειμενική" ματιά του επιστήμονα για να παράσχουν στο τέλος αυτό που οι αμερικάνοι αρέσκονται να αποκαλούν 'closure'.

Εφήμερη τέχνη το θέατρο, άμα βρεθείτε ή βρίσκεστε στην Κύπρο, μη χάσετε αυτόν τον θρίαμβο του θεάτρου επί του γραπτού κειμένου που υπογράφει ο Τζαμαργιάς.

GatheRate

Τετάρτη 19 Μαρτίου 2008

Πορνοκράτες


Θα τα πω απλά για να μην παρεξηγούμαι: Κακώς φωνάζει η Εκκλησία για το σύμφωνο. Πρέπει να μάθει ότι το κράτος είναι άλλο και η Εκκλησία άλλο. Άλλωστε νομική κατοχύρωση της 'πορνικής' συμβίωσης επήλθε το 1982 με τον καταραμένο πολιτικό γάμο.

Επίσης, κακώς κάκιστα παραπονιούνται και φωνάζουν όσοι διαμαρτύρονται για τη χρήση του όρου 'πορνεία' από τη Σύνοδο στην καταδίκη του συμφώνου. Ο όρος 'πορνεία' είναι πανάρχαιος τεχνικός όρος της χριστιανικής ποιμαντικής, ο οποίος στα λατινικά αποδίδεται ως fornicatio. Είναι προσβλητικός ο όρος πορνεία; Φυσικά, αφού χαρακτηρίζει μια αμαρτία. Είναι πάγια θέση της χριστιανοσύνης ότι ο έρωτας εκτός γάμου (και εντός γάμου σε πάρα πολλές περιπτώσεις) είναι κολαστέος. Και σε αυτή τη ζωή (με στέρηση μετάληψης κτλ.) και στην επέκεινα. Τελεία. Κάποιοι το συνειδητοποιούν το 2008. Κακώς: ο βασικός λόγος που ο 'χριστιανικός' κόσμος γυρίζει την πλάτη στη "θρησκεία της αγάπης" εδώ και 300 χρόνια δεν είναι ο Βολταίρος, ο Νίτσε ή ο Ντώκινς (χα!). Είναι γιατί δεν ανέχεται άλλο να ποινικοποιούνται οι επιθυμίες και η ανθρώπινη φύση, είναι λόγω της στανικής ταύτισης της ιδέας του έρωτα με αυτήν της γαμήλιας αγάπης.

Όσοι θέλουν να ζητήσει συγγνώμη η Σύνοδος λησμονούν δύο πράγματα:

α) Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι χριστιανική εκκλησία. Και δη η πιο 'αυθεντική' και δυσκίνητη. Όσοι χαζοχαρούμενοι νόμισαν τη δεκαετία του '80 ότι μπορούνε να "πορνεύουν" επειδή δεν είναι καθολικοί είναι, σε αυτό το θέμα, χαζοχαρούμενοι. Μπορεί ενδεχομένως η Μητέρα Εκκλησία να ανεχθεί ("κατ' οικονομίαν") τον αμαρτωλό που δεν έχει κόψει το εξωγαμιαίο σεξ. Αλλά πρόκειται απλώς για 'καρτερική' ανοχή του αμαρτωλού, για ποιμαντική τακτική της Εκκλησίας μέχρι να έρθεις στα νερά της.

β) Προσβάλλεται η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων που αποκαλούνται 'πόρνοι' επειδή δε μετανοούν που κάνουν έρωτα; Κακώς. Προσβαλλόμαστε τα δισεκατομμύρια γουρουνοφάγων επειδή το Ισλάμ και ο Ιουδαϊσμός μάς θεωρούνε μιαρούς (και μάς βρίζουν αναλόγως); Εάν ναι, κακώς. Πεποιθήσεις είναι αυτές... Τελικά, η βαθύτερη αγωνία για το τι λέει η Σύνοδος εδράζεται στο ότι περιμένουμε ότι η Ορθοδοξία 'μας' θα συμμεριστεί τις αγωνίες μας κι ότι θα συμπορευτεί με την ανθρώπινη φύση (όχι με την 'εποχή'). Ιδίως τώρα με τον νέο Αρχιεπίσκοπο κτλ. Κακώς, κάκιστα. Να είστε κι ευχαριστημένοι που δε σας καταδικάζει στην πολυτεκνία και την έκθεση στο AIDS, όπως οι καθολικοί αδερφοί.

Σταματώ εδώ για να μην προχωρήσω σε αναλύσεις και τέτοια.

Σαν υποσημείωση: το επιχείρημα ότι ο 'ελεύθερος έρως' καταδικάζεται γιατί μπορεί να γίνει πηγή αποξένωσης (!), πόνου και δυστυχίας είναι τουλάχιστον αφελές και σίγουρα υποκριτικό: καταδίκασε ποτέ καμμιά εκκλησία το χρήμα ή τον θεσμό του κράτους;

GatheRate

Κυριακή 16 Μαρτίου 2008

and the home of the brave

Προοίμιο

Ας αφήσουμε κατά μέρος τις κυβερνήσεις και τα κράτη. Ας προσπαθήσουμε να δούμε τους ανθρώπους και την κοινωνία καθ' εαυτά. Θα προσπαθήσω να κάνω κάποιες γενικές παρατηρήσεις για την ιδιοσυγκρασία των Ευρωπαίων και των Αμερικάνων. Αυτές οι παρατηρήσεις ξεκινούν από πολλές πηγές. Θα συζητήσω δύο. Δεν πρόκειται ούτε για επιστήμη, ούτε για σοβαρή μελέτη: το πέταγμα και το ξέσκασμα ενός ανθρώπου που δουλεύει και σαββατοκύριακα είναι, σήμερα έκλεισα επτάωρο. Από καλό έχω πατηθεί να ποστάρω, νομίζετε;

αόρατος θίασος να περνά

Η πρώτη πηγή, το 'νέο' αμερικανικό σινεμά. Έχετε παρατηρήσει πόσες κολοσσιαίες ταινίες έχουν βγει από την Αμερική τελευταία; Ιδίως το No Country for Old Men είναι μια ταινία μπεργκμανικών ρυθμών, ταρκοφσκικής νοοτροπίας, σαρακοστιανής πλοκής, γκονταρικού μοντάζ κι ασ'-τα-να-πάνε διαλόγων. Μια ταινία που με στοίχειωσε. Και προηγήθηκαν (τυχαία παραθέτω από μνήμης) και πάμπολλα μικρά διαμάντια όπως το Monsters Ball, το Syriana, ο Επίμονος Κηπουρός, το Seraphim Falls ('Εχθροί για πάντα'), η παραληρηματική εισαγωγή του Michael Clayton. Το αμερικανικό σινεμά θριαμβεύει, καλλιτεχνικά εννοώ: ακόμα και οι χωμένοι μέσα στο σύστημα αδερφοί Κοέν βγάζουν ταινίες μεγάλες και 'δύσκολες' μέχρι και για τα ευρωπαϊκά δεδομένα, κάνουν ευρωπαϊκό σινεμά ενώ στην Ευρώπη ψάχνουμε τις ανεξάρτητες παραγωγές με το κλεφτοφάναρο όταν δεν υφιστάμεθα κουρελούδες τύπου 'Ελ Γκρέκο, ο ζωγράφος του Θεού', ντενεκέδες όπως 'η Βασιλεία των Ουρανών' και ιλουστρασιόν κατηχητικά όπως το 'Νησί' . Οι Ευρωπαίοι θέλουν εικαστικά όμορφα κάδρα και την Ιζαμπέλ Υπέρ, οι Αμερικάνοι κάνουν σινεμά -- διαβάστε το Σμιλεύοντας τον Χρόνο του Ταρκόφσκι και θα δείτε τι εννοώ. Μέχρι κι ο Φον Τρίερ έχει πλεόν χάσει τη μπάλα. Κινηματογραφικά, ό,τι καλύτερο έχει να δείξει η Ευρώπη είναι αμερικάνικο πια. Το άξεστο Λάτιο μάς τη φόρεσε, και κινηματογραφικά.

anything goes

Η δεύτερη πηγή, οι φίλοι. Έχω αμερικανούς φίλους και πολλούς αμερικανούς γνωστούς. Επειδή είμαι ένας χολερικός-μελαγχολικός ευρωπαίος, τους βλέπω απ' έξω και μου φαίνονται ίδιοι πάνω-κάτω (όπως βλέπουν εμάς οι απωανατολίτες όλους ίδιους, και γελάνε). Πρώτα-πρώτα η αιτίαση 'χαζοί', 'αμόρφωτοι', 'επιφανειακοί' καταρρέει μόλις γνωρίσει κανείς, ξέρω γω, τι να πω: Ιταλούς ή Βρετανούς τουρίστες στην Ελλάδα, Γερμανούς τουρίστες στην Ιταλία, Γάλλους τουρίστες στην Ισπανία, Άγγλους τουρίστες στη Γαλλία, Ισπανούς τουρίστες στην Αγγλία... Απλώς οι Αμερικάνοι δεν ποζάρουν: είναι μαθημένοι να είναι ο εαυτός τους, που λέμε.

Ένα το κρατούμενο αυτό, η έλλειψη πόζας. Το δεύτερο, τώρα: μέρος της επιτυχίας των αμερικάνων στην προσωπική τους βιοτή είναι η ευελιξία τους. Οι Ευρωπαίοι μεγαλώνουμε με ξεκάθαρες ιδέες για το ποιοι είμαστε, ποια είναι η θέση μας. Αποζητούμε τη σταθερότητα, την παγίωση, την αποκατάσταση. Αυτό πολλές φορές οδηγεί στην αποτελμάτωση, στην πάκτωση, στη στάση. Τους Αμερικάνους τους διακρίνει μια πρωτεϊκή κινητικότητα: αλλάζουνε δουλειές, (ξανα)σπουδάζουν στα 35, στα 40, στα 50, μετακομίζουν σαν τρελοί, παντρεύονται εύκολα, γεννάνε κουτσούβελα, χωρίζουν εύκολα. Ένας κολλητός μου δούλευε για την Cisco στο Σαν Φρανσίσκο, αγόρασε σπίτι, έκανε παιδί. Μετά βρέθηκε κάτι καλύτερο στο Πόρτλαντ, ξεσηκώθηκε, έπιασε τώρα ένα δρακουλόσπιτο Νόρμαν Μπέιτς και το ανακαινίζει εκ βάθρων. Η γυναίκα του, μεσοαστή καθηγήτρια γαλλικών ξαναπήγε στο πανεπιστήμιο στα 30-παρά για να μάθει νέα τέχνη, κομπιουτερική... Άλλη φίλη αμερικάνα πέρασε από ορθόδοξη μοναχή, από βιβλιοθηκάριος, από υπάλληλος του Μουσείου Ολοκαυτώματος, από mature φοιτήτρια στο Χάρβαρντ... Άλλη γνωστή άφησε την πάτρια Φλόριντα για να δουλέψει τηλεφωνήτρια στην Καλιφόρνια μη γνωρίζοντας ψυχή. Χωρίζοντας μετακόμισε στο Φοίνιξ με τον έφηβο γιο της και τον γκόμενο. Κι άλλα πολλά παραδείγματα. Λίγο να έχετε δει τιβί, καταλαβαίνετε ότι οι αποφάσεις πίσω από αυτά και τα παρόμοια είναι αντίστοιχες ενός Έλληνα ο οποίος -- ξέρω γω -- μετακομίζει από χωρίου εις χωρίον στην Ελλάδα χωρίς να είναι δημόσιος υπάλληλος ή στρατιωτικός, αλλάζει δουλειά κάθε πέντε χρόνια και δεν περιμένει χαρτζιλίκια και μπεϊμπισίτιση από τη μαμά του. Αλλά οι ευρωπαίοι παθαίνουμε παλούκωση μόλις παντρευτούμε, βρούμε δουλειά, κάνουμε παιδιά. Μόνον οι σκανδιναβοί μοιάζουν κάπως στους αμερικάνους.

Αυτή η πρωτεϊκή ευελιξία σχετίζεται με την πρωτοτυπία και την πολυμορφία και την παραγωγικότητα των αμερικάνων σε όλα τους. Οι άνθρωποι απλώς δεν κωλώνουν: ο αρχικαπιταλίστας Ροκεφέλερ έβαλε τον μεξικάνο αρχικομμούνη Ντιέγο Ριβέρα να του διακοσμήσει το μαγαζί, κι όχι τώρα πρόσφατα. Η προσωπική ιδεολογία των περισσότερων αμερικάνων είναι το 'anything goes': όλα παίζουν.

Τα είπα όλα αυτά στον φίλο μου τουπίκλην Κωνσταντίνο. Πανεπιστημιακός καθηγητής και πρώην σεφ, πρώην αλήτης γκομενάκιας χασικλής και νυν οικογενειάρχης, πρώην βαπτιστής του Νότου και νυν ορθόδοξος (αλλά άθρησκος, φυσικά), έχει ζήσει στο Παρίσι, σε διάφορα μέρη στις ΗΠΑ, στην Καλλιθέα, στη Λευκωσία. Συμφώνησε. Πρόσθεσε όμως το εξής: ακριβώς αυτή η πρωτεϊκή ιδιότητα του μέσου αμερικάνου, ο ψυχολογικός νομαδισμός του, τον οδηγεί στο να μην έχει σταθερές φιλίες ή σχέσεις: "Μόλις μετακομίσεις από κάπου, τους ξέχασες όλους και σε ξέχασαν όλοι. Όσο είσαι παρών θα σου εμπιστεύονται τα σώψυχά τους, μόλις βάλεις τα έπιπλά σου στο φορτηγάκι, διαγράφτηκες. Δεν υπάρχεις πια."

Εκείνος προτιμάει το (βορειο)ευρωπαϊκό ντάρμα: δύσκολα κάνεις φίλους αλλά παραμένουν φίλοι για πάντα. Για να είμαι ειλικρινής, κι εγώ προτιμώ το βορειοευρωπαϊκό ντάρμα. Άλλωστε οι περισσότεροι φίλοι μου πια είναι από εκεί γύρω, ενώ οι τάξεις των Ελλήνων φίλων αραιώνουν. Άλλωστε, στην Ελλάδα, στο θέμα φιλία, είμαστε τελικά λίγο αμερικανάκια, ε; Για την Κύπρο ας μην πω: μετά από 6 χρόνια, μόλις τρεις άνθρωποι σώζουνε το δείγμα. Χρυσοί και οι τρεις τους, ωστόσο.

GatheRate

Πέμπτη 13 Μαρτίου 2008

Αυτο-μώμος

Ένα θέμα για το οποίο έχω ξαναγράψει επιδερμικά αλλά βαριέμαι να ψάξω τις παραπομπές.

Το φθινόπωρο του 1997 πήγα στη Σαλονίκη με την ταχεία των 23:59 για τη συναυλία των U2. Ήτανε μια από τις πιο αστείες και όμορφες περιπέτειες που έχω ζήσει. Φτάσαμε στο λιμάνι αφού είχε τελειώσει ο Πορτοκάλογλου κι είχανε βγει οι Ιρλανδοί. Ωραία, αξιοπρεπής και δυνατή συναυλία. Κάποια στιγμή απευθύνεται ο Μπόνο (ο φίλος του Πάπα, για τους νεώτερους που μας διαβάζουν) στο τρελαμένο κοινό: "Ώρα για πραγματικό ροκ εν ρολ τώρα!" Σκουξιές κι αλαλαγμοί. Κι αρχίζουν το Sugar Sugar. Σε μια εκτέλεση πραγματικά bubblegum. Η κοπέλα κι εγώ βάλαμε τα γέλια αλλά αμέσως μας κόπηκαν: νιώσαμε τη σιωπηρή παγωμάρα γύρω μας. Μούγκα. Αμηχανία. Κοιτούσαμε βλέμματα γύρω μας: απορημένα, σαστισμένα, σχεδόν παρεξηγημένα. Το συγκρότημα στη σκηνή κουνιόταν και χοροπηδούσε σαν τους Monkeys αλλά ο κόσμος φαινόταν να έχει πλέον σκοτοδίνες κι αναγούλες. 'Μα γιατί το κάνουν αυτό;'

"Ο Έλληνας δεν καταλαβαίνει τον αυτοσαρκασμό, δεν τον καταλαβαίνει με τίποτα", είπε η κοπέλα.

Τόσα χρόνια μετά, έρχομαι κι εγώ να συμφωνήσω: ο σημαντικότερος παράγοντας κύρους σε αυτόν τον τόπο είναι να είσαι βαρύς και σοβαροφανής. Αν όχι να δίνεις έμφαση κι εφέ σε ό,τι κάνεις, τουλάχιστον να το προωθείς μανικά κι επίμονα, ενώ παράλληλα να βερνικώνεις και να γυαλίζεις ανελλιπώς την προς τα έξω εικόνα σου.

Προς Θεού, όπως με συμβούλευε και η μάνα μου όταν ήμουν παιδί και ο ποιητής Κ. (δύο πολύ διαφορετικοί άνθρωποι μεταξύ τους): ποτέ μην υποτιμάς τον εαυτό σου, ποτέ μη μειώνεις το έργο σου, ποτέ μην ψέγεις την εικόνα σου. Γενικά ο αυτοσαρκασμός απαγορεύεται: άμα εσύ ο ίδιος δε σέβεσαι ό,τι κάνεις, οι άλλοι θα επαυξήσουν.

Μια συμβουλή που δυσκολεύομαι πολύ να ακολουθήσω.

GatheRate

Δευτέρα 10 Μαρτίου 2008

Κι άλλο meme στα όρθια

Λοιπόν, επειδή γνωστός (αν και ψευδώνυμος) πορνογράφος αρσενοκοίτης μπλογκάς με προκάλεσε, συμμετέχω στο meme. Όσοι με γνωρίζουν (αυτός δε με γνωρίζει, αλλά κατά τη δική του ομολογία, "δεν πρέπει να εμπιστεύεσαι τις αδερφές") ξέρουν ότι ο καλύτερος τρόπος να με τσιγκλίσεις να κάνω κάτι είναι να πεις "α, ξέρω ότι δεν μπορείς / δε θες να το κάνεις".

Λοιπόν το meme λέει να μιλήσουμε για τη σχέση μας με πέντε αμαρτίες: πορνεία, μαλακία, αρσενοκοιτία, αιμομιξία και μοιχεία. Λοιπόν (σαρακοστιάτικα):

Μαλακία: ξέρω ότι θεωρητικά έχω υποστηρίξει το δικαίωμα σε αυτή αλλά εμένα δε μ' αρέσει. Είναι σαν το τσιγάρο που δεν το γουστάρω κι όμως το φουμάρω. Ίσως γιατί την άρχισα πολύ αργά (στα δεκαεφτά) κι είχα ήδη χάσει τον εφηβικό ενθουσιασμό, ίσως γιατί δεν έχω καλή τεχνική και θα πρέπει να το συζητήσω με τον εαυτό μου (αλλά πρέπει να είμαστε ανοιχτοί και ειλικρινείς). Ίσως γιατί 'κάτι' μού λείπει την ώρα της μαλακίας -- και πάντως σπάνια μπόρεσα να φτιαχτώ απλώς και μόνο στη σκέψη πραγματικών γυναικών ή καταστάσεων. Ίσως γιατί δε διαθέτω ζωηρή φαντασία.

Πορνεία: μπα. Ποιος (ή ποια) θα με πλήρωνε εμένα. Βέβαια, η δουλειά που κάνω είναι μιας μορφής πεζοδρόμιο: πουλάω τα θέλγητρά μου και τον χρόνο μου, αλλά αν το πιάσουμε τώρα έτσι πολύ φιλοσοφικά καήκαμε. Τα παραπάνω πάντως δεν εμποδίζουν τη συμβία μου να ισχυρίζεται ότι θα έπρεπε να γνωριστώ με ζάπλουτους ώριμους (μάλλον τυφλούς) κυρίους με αχανείς περιουσίες. Προφανώς νομίζει ότι είμαι ακόμα εικοστριών. Τώρα, να πληρώσω εγώ; Αντιλαμβάνομαι ότι πάντα μια επαγγελματίας ξέρει τι κάνει, πράγμα που από μια ηλικία και μετά γίνεται σημαντικό, αφού χάνεις την υπομονή σου να εκπαιδεύεις Ρίτες. Αντιλαμβάνομαι και τους νόμους της προσφοράς και της ζήτησης. Αλλά δεν έτυχε. Είμαι και καρμίρης.

Αρσενοκοιτία: Τι να πω: δεν έχει βρεθεί το κατάλληλο παιδί. Φυσικά κι υπάρχουν άντρες που τους βλέπω και λέω 'μμμμ'. Όμως καθόλου δεν έχω χορτάσει τις γυναίκες ακόμα (παρασάγγας απέχω από αυτό). Δε μ' αρέσει και πώς μυρίζουν οι άντρες. Επίσης, οι άντρες ανατομικά δε διαθέτουν... ε, μη με βάλετε τώρα να γίνομαι προφανής και χυδαίος.

Αιμομιξία: Ουχ, όχι. Χάθηκαν οι γυναίκες; Πάντως ξέρω κάποιον που ισχυρίζεται ότι πήγαινε για χρόνια με τη θεία του. Αυτό. Σόρυ.

Μοιχεία: Είμαι θλιβερή περίπτωση: άμα είναι δεσμευμένη φεύγω μακριά κι όταν είμαι δεσμευμένος δεν ξενοπηδάω. Πριν, ωστόσο, με ανακηρύξετε χαλβά ή άγιο: μία γυναίκα την απέσπασα με δόλο, ξελόγιασμα, αποπλανητικό πειθαναγκασμό και φλογερές επιστολές και περιπτύξεις από σταθερότατη σχέση / αρραβώνα που πήγαινε για γάμο. Δηλαδή, σε απλά ελληνικά, τον κεράτωνε τον άνθρωπο μαζί μου ένα τρίμηνο.

Το μπαλάκι (αν κι εφόσον): helion, rakasha, sykia, kukuzelis, thas (ναι, είμαι κωλόπαιδο, το ξέρω).

GatheRate

Τετάρτη 5 Μαρτίου 2008

Big Mak


Ακούω διαρκώς πια για την "αδιαλλαξία" των Σκοπίων. Η λέξη "αδιαλλαξία" είναι ακόμα μια καραμέλα (όπως τόσες και τόσες άλλες) που πιπιλίζουμε μυκτηρίζοντας όσους δε συμφωνούν μαζί μας και δεν είναι έτοιμοι να αποδεχθούν τους όρους μας. Είτε "εμείς" είμαστε το ελληνικό κράτος, είτε απλώς είμαστε συνομιλητές σε μια συζήτηση πολιτική ή σε μια κουβέντα προσωπική.

Γιατί θα έπρεπε η Δημοκρατία της Μακεδονίας να δείξει διαλλακτικότητα (πια); Δεκατρία χρόνια μετά την άρση του εμπάργκο του Παπανδρέου (πράξης αγυρτείας και ωμού διπλωματικού εκβιασμού ανάλογης με το τι κάνουν οι ΗΠΑ στην Κούβα) και 120 αναγνωρίσεις μετά, έχοντας πρόσφατα σηκωθεί από τη διαπραγματευτική αδράνεια του βορβόλακα μέσα στο φέρετρο, διαμηνύουμε στο μικρό κράτος ότι το μόνο μας επιχείρημα είναι το λεγόμενο δίκαιο της ισχύος και η προνομιακή μας θέση στα διεθνή κλαμπ των ισχυρών. Με μια ολίγη από καζουισμό, φυσικά, και συνωμοσιολογία εσωτερικής κατανάλωσης.

Επιπλέον, ως κράτος έχουμε την απαίτηση να αλλάξουν το όνομά τους. Εξ όσων γνωρίζω, ένα προηγούμενο υπάρχει: η επιβολή διπλής ονομασίας στην Ιρλανδία από τη Μ. Βρετανία. Και εκεί η στυγνή ισχύς (και αποικιοκρατική εν προκειμένω) που κάνει ό,τι θέλει, γιατί μπορεί.

Φυσικά, αυτό είναι αδικία. Αδικούμε και εκβιάζουμε τη Μακεδονία. Σε μια παρωδία διεθνοποίησης, έχουμε κι έναν διεθνή διαμεσολαβητή ο οποίος προτείνει ανόητες ονομασίες όπως Ανεξάρτητη Δημοκρατία της Μακεδονίας. Διπλωμάτης είναι αυτός; Έχει υπόψη του πώς ονομάζεται η Democratic Republic of Korea; η Μεγάλη Λιβυκή Αραβική Τζαμαχιρία; Οι Ηνωμένες Πολιτείες του Μεξικού (Estados Unidos Mexicanos); Το Μπρουνέι Πόλη-της-Ειρήνης; ή μήπως μας κοροϊδεύει ίσως;

Βεβαίως η Ελλάδα έχει ξανασυνταχθεί με την αδικία. Κράτος είναι. Ξεχάστε τον Μακρυγιάννη και το "θα χαθούμε γιατί αδικήσαμε". Τα κράτη δεν είναι φορείς δικαίου: οι πολιτικά σκεπτόμενοι και ηθικοί άνθρωποι (οργανωμένοι ή μη) είναι φορείς δικαίου. Η Ελλάδα έχει αδικήσει και προώρισται να ξαναδικήσει: αναγνωρίσαμε το Ισραήλ de jure μόλις τη δεκαετία του '90, κάνοντας εμπόριο κι άλλα πολλά μαζί του στο μεταξύ. Δηλαδή ποια ήταν η επίσημη στάση μας μέχρι τότε; "Η καταστροφή του κράτους του Ισραήλ"; Συνεχίζω: ανεχτήκαμε όσο γινόταν τη ρατσιστική Νότια Αφρική. Πολεμήσαμε στο πλευρό των Σέρβων σε όλα τα πεδία τη δεκαετία του '90. Ασκούμε αποικιακή πολιτική στην Παλαιστίνη μέσω του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων. Στηρίζουμε τη στυγερή κατοχή του Ιράκ (τη στηρίζουμε). Αυτά είναι κάποια πρόσφατα παραδείγματα. Αδικούμε γιατί μπορούμε.

Ιστορικά, η απαίτηση απόλυτης ιδιοκτησίας του ονόματος αποτελεί απλώς την ολοκλήρωση της διαδικασίας εξελληνισμού της (δικής μας) Μακεδονίας, που ξεκίνησε το 1913. Παγιώθηκε με την ανταλλαγή το '23-'24 και το άδειασμα από μουσουλμάνους, συνεχίστηκε με το ξαναγράψιμο της ιστορίας της περιοχής (καθ' ημάς σταματάει το 146 π.Χ. κι επανεκκινεί το 1908), προχώρησε με τον εξαναγκασμό σε αφομοίωση των Σλαβομακεδόνων, ενώ μετά ήρθαν οι Ναζί και μας πήραν τους Εβραίους, ενώ με τον Εμφύλιο σφραγίσαμε και τους ΕΑΜοβούλγαρους στο κούτελο και ησυχάσαμε. Στο μεταξύ ξαναστορίσαμε τις εκκλησίες, εξελληνίσαμε τα τοπωνύμια, ξεριζώσαμε τα ποντιακά (τώρα τα ψάχνουμε), τα καππαδοκικά και τα τούρκικα των εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων που εποίκισαν τη Μακεδονία -- μη μας έρθει κανα κακό από πουθενά αλλού.

Εν έτει 2008 υποκρινόμαστε ότι ανέκαθεν κατείχαμε αποκλειστικά τον τόπο, τα ονόματά του -- τα πάντα του. Και κρώζουμε για την ψυχή μας και τις ευαισθησίες μας, στρουθοκαμηλίζουμε ότι ο όρος 'Μακεδονία' (σε χρήση ως γεωγραφικός όρος για την περιοχή που δείχνουν οι 'αλυτρωτικοί' χάρτες τουλάχιστον ολόκληρο τον 19ο αιώνα -- άμα σφάλλω να με διορθώσει ο Πετεφρής) ανήκει σ' εμάς.

Λυπάμαι κύριοι: ο όρος "μακεδόνας" ανήκει φυσικά σε όσους ζουν εκεί αλλά και σε όσους νεκρούς έζησαν κάποτε εκεί, πριν την ελληνική μπουλντόζα και τους μεγαλέξανδρούς της: σε μουσουλμάνους, σε εβραίους και σε σλάβους (εξαρχικούς και πατριαρχικούς), σε αρμένηδες, σε αλβανούς, σε βλάχους ή δεν ξέρω τι. Κυρίως σε αυτούς, νομίζω.

Υποσημείωση: Η "Θεσσαλονίκη" του Μαζάουερ λέει πολύ λίγα για τα παραπάνω. Θα ήταν όμως χρήσιμο να αντικαταστήσει το πεπτωκός βιβλίο ιστορίας. Αν μη τι άλλο, είναι η πηγή του γνωστού 'συνωστισμού', παρότι μιλάει πολύ πιο γενναία και δυνατά, στη σελίδα 358:
[...] Kemalist forces massacred thirty thousand Greek and Armenian civilians in cold blood, while an estimated quarter of a million terrified refugees crowded the waterfront. (έμφαση δική μου)
[...] οι κεμαλικές δυνάμεις σφαγίασαν εν ψυχρώ τριάντα χιλιάδες Έλληνες και Αρμένιους αμάχους, την ώρα που περίπου 250.000 τρομοκρατημένοι πρόσφυγες συνωθούνταν στην προκυμαία
Έτσι γράφεται η ιστορία, νομίζω. Με στοιχεία και παρρησία. Όχι με τα ελληνικά μισόλογα και τις νεφέλες μας.

Υποσημείωση ύστερη: Προτού προτάξετε τον σχετικισμό στην υπηρεσία του κυνισμού, θυμηθείτε: ο σχετικισμός είναι απόλυτος στο ότι ισχύει για όλους. Άρνο;

Υποσημείωση υστερότερη (8/3): Δείτε τα σχόλια!

GatheRate

Δευτέρα 3 Μαρτίου 2008

123

Ανταποκρίθηκα στην πρόσκληση της xilaren, ακολουθώντας τις οδηγίες της helion.

1. πιάνουμε το βιβλίο που βρίσκεται πιο κοντά μας αυτή τη στιγμή

Όπως εξήγησα στην xilaren, δεν έχω βιβλία εδώ μέσα. Πήγα λοιπόν μέσα στη βιβλιοθήκη. Μυθοπλασίες του Μπόρχες, μετάφραση Αχ. Κυριακίδη, εκδόσεις Ύψιλον.

2. το ανοίγουμε στη σελίδα 123 (αν είναι μικρό, παίρνουμε το επόμενο κοντύτερα σε μας, που έχει τουλάχιστον 123 σελίδες)
3. βρίσκουμε την πέμπτη πρόταση
4. αντιγράφουμε τις επόμενες τρεις, δηλαδή την έκτη, έβδομη και όγδοη και

Ο Χλάντικ είχε περάσει τα σαράντα. Αν εξαιρέσεις μερικές φιλίες και πολλές συνήθειες, η ζωή του όλη ήταν η προβληματική άσκηση της λογοτεχνίας· όπως όλοι οι συγγραφείς, μετρούσε τις αρετές των άλλων με βάση τα ολοκληρωμένα έργα τους, και ζητούσε από τους άλλους να τον μετρούν με βάση αυτά που οραματιζόταν ή σχεδίαζε.

Ήμουν εξαιρετικά γουρλής, αφού αυτό είναι από την καρδιά του διηγήματος Το μυστικό θαύμα, ενός από τα αγαπημένα μου.

5. βρίσκουμε άλλους πέντε ατυχείς να τους πασάρουμε το παιχνίδι

Κανέναν, είμαι φιλεύσπλαγχνος. Τώρα που το σκέφτομαι, ίσως τον Ολντ Μπόυ, αν δεν τον έχουνε καρφώσει άλλοι.



Δεύτερο meme, από εδώ (4 Μαρτίου):

Λοιπόν, η γκρουπάρα μας με την αλμπουμάρα της:

Τα κομμάτια:

1. One-name study
2. Avilla, Missouri
3. John Barker
4. WRA
5. Matchpot
6. Odžaci
7. The Dotty Mack Show
8. Omen III: The Final Conflict
9. Williamson Act
10. Convex optimization
11. Canal 2

Μπόνους τρακ:

12. Radio10

Λοιπόν, ελπίζω να τελειώσαμε με τις εκδικήσεις και τα αντίποινα. Τσάο.

GatheRate

Κυριακή 2 Μαρτίου 2008

Νομικές φλυαρίες



Στις 28 Φεβρουαρίου διάβασα μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση εδώ. Εκεί λέει ο Τελεολογικός ότι

Οι Αμερικάνοι έχουν μόνο μία φράση στο Σύνταγμά τους, εμείς φλύαρα άρθρα που δεν ξεκαθαρίζουν τελικά την ίδια την ελευθερία του λόγου.
Δείτε και την ανταλλαγή απόψεων και πληροφοριών που ακολουθεί εκεί μεταξύ του Τελεολογικού και του Όνειρου.

Φρονώ ότι η θολή διατύπωση κάποιων θεμελιωδών αρχών στο ελληνικό σύνταγμα δεν οφείλεται ούτε στην έλλειψη ευγλωττίας, ευφράδειας και ελληνομάθειας των συντακτών του, ούτε στην αδυναμία του Έλληνος για "κομψές διατυπώσεις". Εικάζω ότι επίτηδες είναι διατυπωμένες έτσι, ώστε να μην είναι απόλυτες, ώστε να επιδέχονται φαλκιδεύσεις "όπως σχετικός νόμος ορίζει". Ίσως σφάλλω, θα χαρώ να ακούσω την άποψη νομικών. Ξέρω πάντως πως στην Ελλάδα έχουμε μακρά παράδοση στρεψοδικίας και νομικής διγλωσσίας, κάτι έχει πάρει το αυτί μου για την κατάχρηση τροπολογιών και την πολυνομία: έτσι θολώνουν τα νερά, το έργο των δικαστών δυσχεραίνεται και όλοι είμαστε εντάξει.

Έτυχε την ίδια μέρα (28/2) το πρωί να έχω κάνει ένα σχετικό τσατ με ένα φίλο. Ας τον ονομάσουμε Κουρκουμπίνη, 'Κ' για συντομία. Παραθέτω:

[...]

Κ: το γερμανικο συνταγμα ειναι καλο ομως

[...]

Κ: τουχεις ριξει καμια ματια?
me: το γερμανικό σύνταγμα; όχι

[...]

me: έχω κοιτάξει το καναδικό και το ιταλικό. το ιταλικό έχει εντυπωσιακό προοίμιο
Κ: ναι? δηλαδη?
me: (βέβαια οι Ιταλοί είναι μαλάκες)
Κ: ουουουυ!
me:

Art. 1.
L'Italia è una Repubblica democratica, fondata sul lavoro. La sovranità appartiene al popolo, che la esercita nelle forme e nei limiti della Costituzione.
Art. 2.
La Repubblica riconosce e garantisce i diritti inviolabili dell'uomo, sia come singolo sia nelle formazioni sociali ove si svolge la sua personalità, e richiede l'adempimento dei doveri inderogabili di solidarietà politica, economica e sociale.
καταλαβαίνεις;

Κ: ΡΕ ΣΥ
δεν ξερω γρυ ιταλικα
me: ωχ
πάμε
Κ: ουτε λατινικα εχω μαθει ποτέ!
αστο τωρα
me: Η Ιταλία είναι μια δημοκρατική πολιτεία (ρεπούμπλικ) θεμελιωμένη στην εργασία!
Κ: οχι οκ τα πρωτα τα καταλ
περιμενε
ευκολο ειναι
me: :-)
Κ: ναι τα καταλαβα ολα
me: Κοίτα άρθρο ΕΞΙ:

La Repubblica tutela con apposite norme le minoranze linguistiche.
έξι !
Κ: tutela?
me: αναγνωρίζει, προστατεύει
Κ: a, ok
me: ναι, όπως στην Ελλάδα
Κ: αυτο ετοιμαζομουν να γραψω
οτι
μα κι εμεις το κανουμε αυτο! με τα ελληνικα!
me: όχι
το ελληνικό Σύνταγμα δε μιλάει για γλωσσικές μειονότητες
http://www.parliament.gr/politeuma/default.asp
Κ: αφου θα μας γαμησουν οι εξωγηινοι αμερικανοι αμα δεν το κανουμε!
γιατι, αν μιλουσε?
me: θα σέρναμε το Κράτος στα διακστήρια
δικαστήρια
Κ: χαχαχαχα
ΧΟΧΟΧΟΧΟ!
ΧΟ
me: στα διακτινιστήρια
Κοίτα το άρθρο 3:

Όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το Λαό, υπάρχουν υπέρ αυτού και του Έθνους και ασκούνται όπως ορίζει το Σύνταγμα.
Όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το Λαό, υπάρχουν υπέρ αυτού και του Έθνους
άρα, άλλο ελληνικός λαός
άλλο ελληνικό έθνος
να μην ξεχνιόμαστε
Κ: ναι
me: αυτό είναι υπαινιγμός αλυτρωτισμού
Κ: αυτο ειναι και το βασικοτερο προβλημα εκει κατω
ναι!!
ναι!
me: ή μήπως όχι;
(χουάχ)

[...]

me:

Άρθρο 2:
2. H Eλλάδα, ακολουθώντας τους γενικά αναγνωρισμένους κανόνες του διεθνούς δικαίου, επιδιώκει την εμπέδωση της ειρήνης, της δικαιοσύνης, καθώς και την ανάπτυξη των φιλικών σχέσεων μεταξύ των λαών και των κρατών.
Στο ιταλικό:

Art. 11.

L'Italia ripudia la guerra come strumento di offesa alla libertà degli altri popoli e come mezzo di risoluzione delle controversie internazionali
Η Ιταλία αποστρέφεται / καταδικάζει τον πόλεμο...
Κ: ναι καταλαβα
αργω λιγο, αλλα οκ
me: Λοιπόν
πήραμε τη δόση μας
και σήμερα
Κ: εξαιρετικα αποκαρδιωτικα αυτα
τις προαλλες…
me: (το άρθρο 11 του ιταλικού είναι πάνω από εκείνο που ορίζει τη σημαία του κράτους)

[...]

Πριν κλείσω, προσέξτε ότι το ιταλικό σύνταγμα "αναγνωρίζει και εγγυάται τα απαραβίαστα δικαιώματα του ανθρώπου, είτε ως ατόμου, είτε μέσα στους κοινωνικούς οργανισμούς όπου αναπτύσσει την προσωπικότητά του" (nelle formazioni sociali ove si svolge la sua personalità). Με μια παρόμοια διάταξη στο ελληνικό σύνταγμα θα αποθαρρυνόταν (ως, ας πούμε, αντισυνταγματικό) το όργιο ετεροπροσδιορισμού ομάδων και μειονοτήτων που καθημερινά εκτυλίσσεται στην Ελλάδα.

GatheRate

Anniversaire

Τρία χρόνια Sraosha και Rakasha:

συνέπεια, ποιότητα, ψευδωνυμία!

Χρόνια πολλά σύντεκνε / ξάρφε / κουμπάρε / ζμπέθερε / μάστορα / σύντροφε / φίλε Rakasha.

GatheRate

Παρασκευή 29 Φεβρουαρίου 2008

Ο νοσταλγός

Αμάν, πού με πήγε η Κιμ του akindynos (βλέπε εδώ):

Η πρώτη μου τσόντα (αν και αυτό που σε φτιάχνει στα 12 σε συγκινεί για πάντα):



Επίσης, η ογδονταρία! Τώρα γελάω, αλλά το 1985 είχα εντυπωσιαστεί:

GatheRate

Σάββατο 16 Φεβρουαρίου 2008

Love never dies

υποενότητα από την Education Sentimentale του Sraosha

Όσο σκιώδης, συνεσταλμένος και σχεδόν αντικοινωνικός είμαι στον πραγματικό βίο, τόσο δημοφιλής και κοινωνικός έχω γίνει στα φόρα του διαδικτύου. Φυσικά, στο διαδίκτυο ισχύει το σοφό δι' εσόπτρου και εν αινίγματι -- όπως όμως και στον πραγματικό βίο. Έτσι, όταν ένας καινούργιος φίλος σχολίασε ότι κάτι που του είπα του φάνηκε 'πολύ ανθρώπινο', μπήκα (ως συνήθως) σε σκέψεις.

Θυμήθηκα τον ενθουσιασμό που είχε προκαλέσει ο Δράκουλας του Κόππολα στην παρέα μου όταν ήμουν σ' εκείνη την ηλικία. Το χαρακτηριστικό της ταινίας για 'μένα, πια, είναι η έμφαση στην ερωτική ιστορία του Κόμη και της Μίνας, η αντιμετώπισή τους ως τεράτων από τέρατα-υπερασπιστές της τάξης του κόσμου, όπως ο Βαν Χέλσινγκ, σαφώς πιο αιμοδιψή και αποτροπιαστικά.

Ο Κολλητός μου και η κοπέλλα του είχανε κολλήσει άγρια με την ταινία. Εγώ δεν πήγαινα να τη δω ακριβώς γιατί πήγαιναν όλοι τότε, όπως είπα (να αναφωνήσω κι εγώ φαρισαϊκά: "με τα μυαλά που φόραγα, θε μου σ' ευχαριστώ που δεν έγινα δανίκας"). Ψηνόμουν όμως και με απασχολούσε το Love never dies, το σλόγκαν της ταινίας. Υπήρχαν άλλωστε οι κατάλληλες προϋποθέσεις. Από τη μια, είχα μια πολύ μυστήρια ερωτική εμπλοκή, σχεδόν δρακουλιάρικη: αλλόκοτο σεξ (π.χ. στα μισο-όρθια στη μέση της Καλλιδρομίου, ευτυχώς εκείνη τη νύχτα πλημμύρισε η Αθήνα κι όλοι είχανε λουφάξει, αλλιώς όλο και κάτι θα μας πάταγε), απότομες εναλλαγές διαθέσεων (δε θέλετε να ξέρετε), ανεξιχνίαστα κίνητρα, μουτζουρωμένα συναισθήματα ("όχι τώρα, σε τέσσερα χρόνια" -- "μπα;"), απρόσμενες ακυρώσεις και διαψεύσεις (σ' εσένανε που μ' έστησες ξανά στο ραντεβού και βάλε), πολλή μαλακία. Επιπλέον, η κοπέλλα του Κολλητού τα είχε ρίξει σ' εμένα (νομίζω πως την έχω ξαναπεί την ιστορία), αλλά εγώ την έκανα πάσα στον Κολλητό (που την ήθελε (;) τρελά αλλά δεν είχε το θάρρος -- τότε) αν και μου άρεσε: όσο απωθητικό μού ήτανε το σώμα της ("σανίδα", έλεγε ο Κολλητός), άλλο τόσο θελκτικό ήταν το πρόσωπό της (αναγεννησιακής καλλονής) και το πνεύμα της. Δηλαδή υπήρξε σοβαρότατο ενδεχόμενο. Αλλά εγώ, κύριος. Κύριος ήρθα, κύριος φεύγω. Σαν τον Κόμη Βλαντ, δηλαδή.

Ο Κολλητός τα χάλασε με την κοπέλλα του παραδεχόμενος τελικά ότι είναι γκέι. Έκτοτε ξεσάλωσε και δε χρειάστηκε να του ξανακάνω πάσα κανένανε. Η δικιά μου η περίπτωση τα έφτιαξε με έναν φρενοβλαβή ίκαρο (κωλοστολές) από τον οποίο χώρισε σχεδόν αμέσως. Μετά παντρεύτηκε. Εγώ στο μεταξύ μετανάστευσα. Στο πρώτο δωμάτιο της ξενητειάς έβαλα την αφίσα της ταινίας (την οποία είχα δει στο μεταξύ): κατάμαυρη, με το σλόγκαν φάτσα φόρα: Love never dies. Όταν πρωτομπήκε στο δωμάτιο, "This place looks like Hell. And I see you enjoy erotica, not porn" είπε ο καλός μου φίλος που έγινε στα 40 του πατέρας στις 12 του μηνός (αφού ούτε καν η στειρότητα, ή υπογονιμότητα, δεν είναι αθάνατη).

Το σλόγκαν, όπως αντιλαμβάνεστε, με είχε απασχολήσει πολύ στο μεταξύ σαν μάντρα, όχι σαν περιεχόμενο. Η αγάπη ουδέποτε πίπτει. Μαγιλίκι, αφθαρσία, βρυκολάκιασμα δηλαδή; Στάση; Όχι, μου είπε κάποτε ιεροκήρυκας και νυν μητροπολίτης, η αγάπη δεν είναι κατάσταση είναι διαρκές αγώνισμα (προσέξτε ορολογία δια χειρός Giannaras εδώ, ε;)

Αυτά λοιπόν. Πάω να δαγκώσω κανα λαιμό και να ξαπλώσω στο φέρετρο, όπως θα έλεγε κι ο πρώιμος Χάρυ Κλυν.

GatheRate

Σάββατο 2 Φεβρουαρίου 2008

Παύση

Είμαι, κατά κάποιον τρόπο, παιδί του Τσαγκαρουσιάνου. Νομίζω ότι το έχω ξαναπεί: το 01, εκείνη η υπέροχη επίθεση νέου στησίματος, νέων κειμένων, νέων εικόνων στον "γαμάω" κόσμο του Κλικ, έκανε τη ζωή μου ομορφότερη τότε και τελικά, με το να επευλογεί τις ευαισθησίες μου, με καθόρισε. Πάντοτε λοιπόν παρακολουθώ τα κείμενα του Σ.Τ. με ενδιαφέρον και συμπάθεια.

Αρθρογραφώ πάνω από ενάμισυ χρόνο σε εφημερίδα, επί χρήμασι (είπαμε: να μη χαλάμε την πιάτσα). Έχω γράψει μια μονογραφία που μού εξέδωσε ολλανδικός εκδοτικός οίκος, τριανταπέντε επιστημονικά άρθρα (τα δέκα είναι της προκοπής) κι έχω παρουσιάσει εξηνταπέντε ομιλίες και ανακοινώσεις. Το μυθιστόρημα που τελείωσα το 2003 πέρασε τον πρώτο κύκλο απορρίψεων (από πέντε εκδότες), στους οποίους το έστειλα κατόπιν προτροπών του Κουκουζέλη, και ετοιμάζεται για δεύτερο κύκλο: προχτές το έστειλα στο Μελάνι, κατόπιν παραινέσεων και πιέσεων του George Le Nonce αυτή τη φορά.

Ο λόγος που τα γράφω όλα αυτά είναι για να σας δώσω κάποια συμφραζόμενα ώστε να εξηγήσω ότι δεν είμαι ακριβώς λυσσασμένος να δημοσιευτώ και ότι, στον βαθμό που είμαι, το παλεύω αλλιώς. Επίσης, για να εξηγήσω ότι με κολακεύει αφάνταστα που ο Σ.Τ., σχεδόν νεανικό ίνδαλμά μου, επέλεξε να καλύψει τη μισή του στήλη σήμερα με ένα ποστάκι από εδώ μέσα. Ελπίζω αυτά τα δύο σημεία να έγιναν εντελώς σαφή. Συνεχίζω.

Αυτό που με πρόσβαλε και με ενόχλησε είναι ότι το έμαθα από την xilaren (ευχαριστώ!) πριν λίγες ώρες (είχα πάει να πάρω ρούχα στις εκπτώσεις και μετά πήγα στο γυμναστήριο -- Ελευθεροτυπία δε διαβάζω, έτσι κι αλλιώς).

Να υπενθυμίσω ότι στην πλευρική στήλη αυτού του μπλογκ λέει ξεκάθαρα ότι επιτρέπονται διάφορα αλλά ότι "δεν επιτρέπεται η αντιγραφή χωρίς άδεια".

Φυσικά ούτε είμαι σε θέση να επιτρέπω ούτε έχω πρόθεση να απαγορεύω οτιδήποτε, ούτε είμαι κανας μισότρελος να απειλώ με δικαστήρια και τέτοιες κακομοιριές. Ωστόσο: η πλευρική στήλη δηλώνει ξεκάθαρα κάποιες επιθυμίες μου ως παραγωγού των εδώ κειμένων. Θα αποτελούσε λοιπόν ένδειξη καλών τρόπων και στοιχειώδους ευγένειας να γίνουν κάπως σεβαστές οι επιθυμίες μου αυτές: αν όχι να μου ζητηθεί εκ των προτέρων η συγκατάθεση να αναδημοσιευθεί το ποστάκι μου (την οποία με χαρά θα έδινα), τουλάχιστον να ενημερωθώ εκ των υστέρων.

Τέλος, το μπλογκ δεν είναι "του Sraosha" (όπως λέει εδώ, στο τέλος). Είναι και του Rakasha. Αυτό θα γίνει ξεκάθαρο στους προσεχείς μήνες, αφού ο Sraosha θα πάψει να γράφει εδώ μέσα για ένα διάστημα, εάν δεν υπάρξει κάποιου είδους "συγγνώμη". Παρότι είμαι ο ψευδώνυμος μαλάκας και παρότι ο Σ.Τ. είναι το σχεδόν νεανικό μου ίνδαλμα. Κάπως πρέπει να γίνει σαφές ότι κι ο ψευδώνυμος μαλάκας μπορεί να έχει λόγο για το πού εμφανίζονται κείμενά του. Σίγουρα πάντως διαθέτει αξιοπρέπεια.

GatheRate

Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2008

υπεροψία και μέθη

Εν μέρει για να εξακριβώσω μια εποχή,
εν μέρει και την ώρα να περάσω...

Και ο νοών νοείτω, κτλ.

GatheRate

Πέμπτη 31 Ιανουαρίου 2008

Ο ρουφιάνος, ο τσάτσος

(γιατί δεν μπορώ ν' αγιάσω)

Κάθε μέρα στις 6 παρά που κάθομαι να πιω καφέ, το Mega Κύπρου προβάλλει τις εκπομπές του ρουφιάνου, του μαστροπού, του μαυλιστή. Ο παχύς κύριος, χρησιμοποιώντας τη δύναμη που του δίνει το κουτί του διαβόλου, το όπιο των μαζών, μας ερεθίζει τις αισθήσεις, μας σπρώχνει ανερυθρίαστα κι απροκάλυπτα στον κόσμο των ηδονών, στον βούρκο της αμαρτίας. Αποτελεσματικότερος από τον πιο γλυκομίλητο τσάτσο, τον πιο παραστατικό ρουφιάνο, τον πονηρότερο πορνοβοσκό, παρουσιάζει μπροστά μας αναρίθμητα θέλγητρα, εικόνες που σου καρφώνονται στο μυαλό, φαντασίες και λογισμούς που σε κάνουν να αναπλάθεις μυρωδιές κι αρώματα σαγηνευτικά, που κάνουν το στόμα σου να υγραίνεται. Επιπλέον, προβάλλει (με κοντινά πλάνα!) διάφορους έκφυλους που γεύονται όσα εσύ πίσω από το γυαλί στερείσαι, υποδαυλίζοντας τους πόθους, κεντρίζοντας την επιθυμία και παρακινώντας σε όχι απλώς να εκτονωθείς στιγμιαία, αλλά να κυλιστείς ατέλειωτα στον βόρβορο της απόλαυσης μέχρι λιποθυμίας, αποπληξίας.

Για τον Μαμαλάκη εκείνο μιλάω και τα φαγιά ('φαγάκια') που μοστράρει μπροστά στη μύτη μας (Μαμαλάκη, είσαι κι ο πρώτος! έστω και σε επανάληψη).

GatheRate

Εκκοσμίκευση (αντί σχολίου)

καὶ ἀπῆλθα πρὸς τὸν ἄγγελον λέγων αὐτῷ δοῦναί μοι τὸ βιβλαρίδιον. καὶ λέγει μοι, Λάβε καὶ κατάφαγε αὐτό, καὶ πικρανεῖ σου τὴν κοιλίαν, ἀλλ' ἐν τῷ στόματί σου ἔσται γλυκὺ ὡς μέλι.
(Αποκάλυψις 10, 9)

Οι λειτουργοί των τριών μονοθεϊστικών πίστεων έχουν ένα πολύ δύσκολο έργο:
Διαχειρίζονται ("κηρύσσουν") μια (εξ ορισμού) εξ Αποκαλύψεως διδασκαλία, η οποία ωστόσο δεν αφορά βασικές αλήθειες για το σύμπαν (λ.χ. τη μάζα του ηλεκτρονίου, τη δομή του κυττάρου, την ύπαρξη μικροοργανισμών, τη φύση της νόησης ή της συνειδητότητας) αλλά ηθικές διδασκαλίες, με την ευρεία έννοια. Με άλλα λόγια, οι μονοθεϊστικές θρησκείες προτείνουν έναν τρόπο ζωής. Αυτός ο τρόπος ζωής διαδίδεται και επιβάλλεται είτε υπό την απειλή τιμωριών (Ιουδαϊσμός, Χριστιανισμός, Ισλάμ) είτε με την υπόσχεση / ως προϋπόθεση / ως πρόγευση της Ανάστασης και της Αιώνιας Ζωής (Χριστιανισμός, Ισλάμ), είτε λόγω της ιδεολογικής αδράνειας που συνεπάγεται η συμμετοχή σε μια κοινότητα.

Διαχειρίζονται ("ποιμαίνουν") επίσης και την κοινότητα όσων ενστερνίζονται (συνειδητά ή λιγότερο συνειδητά) αυτή τη διδασκαλία. Μάλιστα, και στις τρεις θρησκείες διαχειρίζονται τις κατά τόπους κοινότητές τους βάσει ενός συστήματος διαδοχής (Ααρών, Απόστολοι, Προφήτης), ωστόσο (όπως είναι αναμενόμενο) υπάρχουν απαιτήσεις να ευθυγραμμίζονται οι λειτουργοί εξωτερικά (υποκρισία) ή ουσιαστικά (αγιότητα) με όσα κηρύσσουν.
Τα παραπάνω επί της αρχής θα τους εμποδίζαν να κάνουν τα εξής:
να αναμιγνύουν τη διδασκαλία που τους παραδόθηκε με κατά τόπους και κατά καιρούς δημοφιλή ιδεολογικά συστήματα και σχήματα (π.χ. κομμουνισμό, γνωστικισμό, απολυταρχία, χιλιασμό, δυισμό, ιδεαλισμό, αγνωστικισμό, μυστικισμό, θετικισμό κτλ.). Μπορούν βεβαίως να ντύσουν ποικιλοτρόπως την Πίστη τους με τις 'κατάλληλες' ορολογίες και ρητορικές (οι χριστιανοί με νεοπλατωνισμό ή αριστοτελισμό ή μυστικισμό ή κομμουνισμό ή εθνικισμό, οι μουσουλμάνοι με αριστοτελισμό ή μυστικισμό ή εθνικισμό, οι ιουδαϊστές με νεοπλατωνισμό ή αριστοτελισμό ή μυστικισμό ή κομμουνισμό), δεν μπορούν όμως ποτέ πραγματικά να συνθέσουν την εξ Αποκαλύψεως διδασκαλία με κάτι άλλο, ανθρώπινο. Αυτό φυσικά δεν εμποδίζει κάποιους να προχωρούνε σε τέτοιες συνθέσεις επί της ουσίας ("συγκρητισμούς" ή "αιρέσεις"): π.χ. ο Εβραίος ψευτομεσσίας της Σαλονίκης, ο Τζαλαλαντίν Ρούμι, η Θεολογία της Απελευθέρωσης κι ο Εθνικοχριστιανισμός του Φράνκο ή της Ελλάδας.

να ζούν ανοιχτά και ανενδοίαστα όπως τους επιτρέπει η θέση τους, δηλαδή ως ιερατείο, ως μια τάξη άεργων πριγκήπων δηλαδή. Τρανές εξαιρέσεις, οι χριστιανοί επίσκοποι ανά τους αιώνες.
Αυτές οι σκόρπιες σκέψεις μόνο.

GatheRate

Δευτέρα 28 Ιανουαρίου 2008

Ο παχύς ισορροπιστής

Ο πρωθυπουργός μπορεί να μην είναι ιδιαιτέρως ικανός, είναι όμως τυχερός. Μέρες τώρα αναζητούνταν διέξοδος από τον ασφυκτικό κλοιό της συνδιαλλαγής (ατς! είμαι και πολύ Πρετεντέρης). Πάνω στην ώρα σχωρέθηκε ο εθνικός (ο εθνικότερος μετά τον Παλαιών Πατρών) Αρχιεπίσκοπος.

Φιου.

GatheRate

Παρασκευή 25 Ιανουαρίου 2008

Χωρίς επώνυμο

Το δελτίο ειδήσεων του κρατικού καναλιού, της ΝΕΤ, αναφέρθηκε στο δελτίο του πριν λίγο στο Μέγα Τιμητή ('Κήνσορα' στα ελληνικά) με το μικρό του όνομα μόνο.

Προς το παρόν, ευτυχώς, ο Κωνσταντίνος παραμένει Γλύξμπουργκ ή Χριστιανός ή Ντεγκρέτσια ή τι γράφει το διαβατήριό του τέλος πάντων. Μέχρι να τον ανακαλέσουμε κι αυτόν για να μας σώσει -- όπως τον άλλο ανεπώνυμο καιροσκόπο, τον Αλκιβιάδη (Κλεινίου Σκαμβωνίδη).

GatheRate

Τετάρτη 23 Ιανουαρίου 2008

Babel

Ψάχνοντας να βρω υλικό για να απαντήσω σε φιλολογικές ερωτήσεις (όλα για το κοινό μου, όλα για τους αναγνώστες: ισχύς μου η αγάπη του λαού), βρήκα ολόκληρο το κείμενο της Βαβυλωνίας του Βυζάντιου.

GatheRate

Το ABS σώζει ζωές

Το μόττο αυτού του μπλογκ αφορά φυσικά και αυτούς που γράφουν εδώ μέσα, όχι μόνον τους αναγνώστες -- ιδίως το απόσπασμα "μέμνασο απιστείν". Πρέπει να προσπαθούμε να δυσπιστούμε ακόμα και απέναντι στις δικές μας εντυπώσεις, ιδέες και πεποιθήσεις. Σταματάω εδώ και προχωρώ στο ψητό προτού ο πολύς Αθήναιος μού την πέσει με σχολιάρα ότι είμαι σπουδαιοφανής κι ότι με βαριέται.

Το ψητό: πήγα για καφέ με τον Ελληνογερμανό. Εδώ και ένα μήνα (ναι, ξέρω, το έχω παρακάνει) προετοίμαζα ένα ποστάκι το οποίο εν ολίγοις θα έλεγε τα εξής:
ότι η Ελλάδα δεν είναι υπανάπτυκτη ή ουραγός, παρά αποτυχημένη: ένα αποτυχημένο κράτος, μια αποτυχημένη κοινωνία που παρακμάζει χαρωπά κι ανεπίγνωστα.
Αυτό το ποστάκι το κλωθογυρίζω αλλά δεν το γράφω εδώ κι ένα μήνα λοιπόν. Είπα όμως το ρεζουμέ των παραπάνω στον Ελληνογερμανό ξεκινώντας με το εξής στοιχείο: καφές €1,20 στην Ιταλία, €4 στην Αθήνα, €4,90 στη Λευκωσία.

Μετά μιλήσαμε για τους χαμηλούς ελληνικούς μισθούς και τις υψηλές τιμές στην Ελλάδα. Ο Ελληνογερμανός παραδέχτηκε ότι οι τιμές στη Γερμανία είναι χαμηλότερες και οι μισθοί ψηλότεροι. Ανέφερα την Ισπανία (που ευημερεί) και την Ιταλία. Αναρωτήθηκα τι θα απογίνει ο κόσμος στην Ελλάδα. Είκασα ότι από εκεί που 90% των ελλήνων ήτανε "μεσαία τάξη", όπως στην Ολλανδία, θα αποκτήσουμε μια ωραία ανοιχτή ψαλίδα: 30% πλούσιοι - 70% φτωχοί, κι αν είμαστε τυχεροί.

Ο Ελληνογερμανός αντέτεινε ότι οι μισθοί είναι κάπως καλύτεροι και οι τιμές αρκετά χαμηλότερες στην Ισπανία αλλά ότι τα ενοίκια και η αγορά γης βρίσκονται σε δυσθεώρητα ύψη -- καμμία σχέση με Ελλάδα. Ότι έτσι κι αλλιώς η Ισπανία είναι μια τεράστια πολυάνθρωπη χώρα. Επισήμανε ότι καλύτερα να αφήσουμε την Ολλανδία απ' έξω, ανήκει σε άλλο κόσμο. Πρότεινε να μείνουμε στον Νότο και στην τάξη πληθυσμού της Ελλάδας και να δούμε τι γίνεται λ.χ. στην Πορτογαλία. Συγκρίνοντας την Πορτογαλία με την Ελλάδα, "πού θα προτιμούσες να ζεις;", με ρώτησε. Πάντως και εκεί ο λόγος μισθών και τιμών είναι σαν της Ελλάδας.

Φρέναρα. Δεν ξέρω αν έχει δίκιο αλλά με έβαλε να ξανασκεφτώ ολόκληρο το θέμα από την αρχή.

Δηλαδή καλά έκανα και δεν το πόσταρα.

GatheRate

Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2008

Δύο κοάν

Ι.
Λέει ο φίλος: "Εσύ είσαι καυλωμένος, εγώ θωρώ βάρκες. Simple."

ΙΙ.
στον Μ. Φάις

Μου πήρε τόσα χρόνια να καταλάβω πως μόνον όταν γράφω είμαι ελεύθερος. Μόνον όταν γράφω δεν περιορίζομαι από συμβάσεις όπως να ακούγομαι φυσιολογικός κι απλός, να μη γίνομαι μελό, πομπώδης ή βαρύς.

GatheRate

Τρίτη 15 Ιανουαρίου 2008

Saharnyi Town

Είδα το εξαιρετικό "Sugar Town: οι γαμπροί" μόλις σήμερα. Το γέλιο μού κόπηκε στα 7 λεπτά, όταν ο Κίμων Τσακίρης άρχισε συστηματικά να μας χτυπάει κατακέφαλα με την αποξένωση, τη χοντράδα, τη μοναξιά, την ασχήμια και την πλήξη της επαρχίας.

Βλέποντας πάντως την ταινία κατάλαβα πολύ περισσότερα πράγματα για την Ελλάδα από ό,τι κατανόησα συζητώντας το ζήτημα κυκλικώς κι ακαταπαύστως τις τελευταίες δεκαετίες.

Πολύ εύλογη είναι μία σκηνή προς το τέλος, όπου οι ρωσίδες υποψήφιες νύφες τελικά ξεναγούνται και φιλοξενούνται στην (προκατακλυσμιαία) Ζαχάρω. Περισσότερο κι από την αναπόφευκτη βουβαμάρα της επαρχίας, τους κάνουν εντύπωση οι άντρες. Μία από τις γυναίκες αυτές λέει μάλιστα ότι στη Ζαχάρω το πρόβλημα είναι οι ίδιοι οι (ανύμφευτοι) άντρες, οι οποίοι είναι άβουλοι σαν μικρά παιδιά.

Όπως λέει κι η Κουρού, βάλ΄ τα στη σειρά.

GatheRate

Beware

Νομίζω ότι το έχουμε παραξηλώσει με τον αντιαμερικανισμό. Τώρα και το γκουγκλ στην αντιαμερικανική συνωμοσία:

GatheRate

Πέμπτη 10 Ιανουαρίου 2008

Η φτώχεια, οι χαρές κι η αποφορά της

A skinny lad with tow hair stringy under a foreignlooking cap was offering her arbutus in a basket. She bought a bunch and pressed her nose in it. May woods melted like sugar against her palate. The whistle blew, gears ground as cars started to pour out of the side streets, the crossing thronged with people. Ellen felt the lad brush against her as he crossed at her side. She shrank away. Through the smell of the arbutus she caught for a second the unwashed smell of his body, the smell of immigrants, of ElIis Island, of crowded tenements. Under all the nickelplated, goldplated streets enameled with May, uneasily she could feel the huddling smell, spreading in dark slow crouching masses like corruption oozing from broken sewers, like a mob.

John Dos Passos, Manhattan Transfer (The Burthen of Nineveh)

Σκέφτομαι αυτό το ποστάκι εδώ και βδομάδες. Για πρώτη φορά, κράτησα και σχετικές σημειώσεις. 'Αχρηστες. Πάμε λοιπόν, κρατώντας στον νου το παραπάνω απόσπασμα, που βρήκα εκ των υστέρων.

Πριν τα Χριστούγεννα πήγα στο τοπικό εκπτωτικό σούπερ μάρκετ να πάρω πέντε πράματα. Είναι εκπτωτικό γιατί εκμεταλλεύεται την ελεύθερη αγορά: φέρνει πολωνικό νεσκαφέ, ολλανδικά δημητριακά, πορτογαλικούς χυμούς, ουγγρική νιβέα, λετονικά ζιλέτ, δανέζικα μπισκότα, ισπανικές γκοφρέτες και ούτω καθεξής. Πήρα τι είχα να πάρω και στάθηκα στην ουρά για το ταμείο και είδα ότι δίπλα στις τσίχλες και τις σοκολάτες και τα παρόμοια είχανε στήσει μια προθήκη με στρινγκάκια προστυχούτσικα για μια λίρα (€1,71) το ένα. Σάρκασα από μέσα μου, ήταν όλα τους το κακό τους το χάλι. Αμέσως όμως ένας άλλος νόμος (που λέει κι ο Απόστολος Παύλος) υπερίσχυσε μέσα μου. Κοίταξα τους άλλους στην ουρά: γεωργιανές νοικοκυρές, ινδούς που αγοράζουνε ρύζι με το τσουβάλι, βούλγαρους μεροκαματιάρηδες, χτίστες από την Ουκρανία. Συνειδητοποίησα ότι ένα τέτοιο χθαμαλό και προορισμένο να ξεφτίσει και να ξεχειλώσει στρινγκάκι μπορεί να χάριζε μια ή δύο νύχτες έκστασης σε κάποια ζευγάρια που πάνω από μια λίρα δε θα είχανε να διαθέσουν για να ζήσουν τ' όνειρο, ή απλώς μια φαντασίωση του συρμού, όπως όλοι μας λαχταρούμε. Ό,τι μου φαινόταν εμένα κωμικό κι ευτελές μπορεί για κάποιους να γινόταν, να έγινε, ερωτική έκπληξη και το κλου ('χάιλαϊτ' το λεν οι νέοι) μιας νύχτας, αφορμή γλυκασμού και αψιάς κλινοπάλης.

Μετά γύρισα σπίτι, έφτιαξα καφέ κι άνοιξα τηλεόραση. Η τηλεόραση τις απογευματινές ώρες είναι πλήρως καλυμμένη από μεξικάνικα εδώ. Δεν εννοώ τσίλι, μπουρίτο, τάκο -- εννοώ σήριαλ. Μαλακίες. Καρικατουρίστικες ερμηνείες (ό,τι φαίνεται κάτω άπό τη μεταγλώττιση), ημίγυμνοι άντρες, μπαλκονάτες γκόμενες με το βυζί απ' έξω (για έναν ήπιο απογευματινό αναμμό). Μετά πάλι ο άλλος νόμος μίλησε μέσα μου. Ποιος είμαι εγώ που θα κρίνω ό,τι δίνει χαρά κι αναψυχή (φτιαγμένο να πασάρει επίφαση ρεαλισμού στις πιο σουρεάλ κι αφηγηματικά αγκυλωμένες πλοκές) στον απλό κοσμάκη; Πόση ενέργεια, πόσα λεφτά, πόσα χρόνια απαιτούνται για να μπορέσεις να χαρείς τον Αντρέι Ρουμπλιόφ (η αγαπημένη μου ταινία); Ούτε μπορώ να υπολογίσω. Ενώ η Φλορισιέντα κι η Καρλότα κι ο Χουάν ο Ντερμπεντέρης κι η Πιπέτα η Παρθένα τι απαιτούν; Τίποτα. Προσφέρουν έλεο και φόβο, διασκέδαση και χαρακτήρες ανέλπιστα οικείους δωρεάν.

Πριν πάρουμε από τον φτωχό, αμόρφωτο και αποκλεισμένο κόσμο τα φτηνιάρικα στρινγκάκια και τα χαζά του σήριαλ, πρέπει να σκεφτούμε καλά αν πραγματικά μπορούμε να του δώσουμε ό,τι χρειάζεται για να χαρεί κάτι καλύτερο, Γιατί είμαι από αυτούς τους αντι-σχετικιστές 'εσσενσιαλιστές' οι οποίοι πιστεύουνε πως όντως υπάρχει κάτι 'καλύτερο'.

Πριν κλείσω, και σε συνάρτηση με το απόσπασμα του Ντος Πάσσος: αρκεί να μείνεις άνιφτος, άπλυτος, αξύριστος, χωρίς αλλαξιές για δυο μέρες -- μόνο και μόνο επειδή αποκλείστηκες σε κάποιο αεροδρόμιο μακριά από τις αλλαξιές σου και από μια ντουζιέρα -- για να νιώσεις τη μυρωδιά του ξένου να αναδίδεται από το σώμα σου. Για να σιχαθείς εσύ ο ίδιος τον εαυτό σου, για να αισθανθείς αναξιοπρεπής και καχύποπτος απέναντι στον ίδιο τον εαυτό σου ενώ στέκεσαι στην ουρά του transfer desk, καθώς η αποφορά κι η απλυσιά του πρόσφυγα, του κουρελή, του μετανάστη διαχέεται από πάνω σου ανεξέλεγκτη και ποτίζει τα ρούχα σου. Για να μυρίσεις όπως μυρίζει όποιος αφήνει πίσω του ένα σπίτι για να βρει ένα μέλλον -- κι ας είσαι απλώς τράνζιτ εσύ, με το ωραίο σου διαμέρισμα για τελικό προορισμό.

GatheRate

Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2007

Κάγκελα Παντού -- Ήχος πλάγιος του β'

Την άποψή μου για τη μουσική παιδεία στην Ελλάδα και τα μουσικά αντανακλαστικά μας την έχω γράψει εδώ. Απόψε σκέφτηκα τους στίχους των ελληνικών τραγουδιών ακούγοντας στον Μελωδία την εκτέλεση του 'Κάγκελα Παντού' με τον Αλκίνοο Ιωαννίδη. Η αντίδρασή μου ήταν αυθόρμητο και καταιγιστικό γέλιο (δεν το ξέρετε, αλλά το γέλιο μου παγώνει το αίμα -- όμως αυτό είναι μια άλλη κουβέντα, τι χρωστάτε τώρα κι εσείς να σας ζαλίζω με παρενθέσεις): η επικά αριστερή ψαλτική φωνή του Κύπριου αδερφού Ιωαννίδη έκανε τη συγκεκριμένη ερμηνεία να ακούγεται σαν παρωδία. Δηλαδή κάτι σαν τις εκτελέσεις του 'Μόνοι πάνω στη γη' από τον ίδιο τον Πανούση.

Κι επειδή τα γέλια σταματημό δεν είχαν, είπα να διαλογιστώ πάνω στον στίχο του 'Κάγκελα Παντού' για να καλμάρω και να βγάλω τον σκασμό. Έτσι αντιλήφθηκα ότι είναι από τα λίγα ελληνικά τραγούδια των οποίων ο στίχος πρωτοτυπεί όσον αφορά τη διάθεση. Δηλαδή: αν απογυμνώσετε από τη μουσική του το σύγχρονο ελληνικό τραγούδι (ό,τι έχει πάθει δηλαδή η αρχαία λυρική ποίηση), και αν εξαιρέσουμε τη μελοποιημένη ποίηση, κάτι μουρλομπγιόρκ τύπου Μ. Κριεζή / Λένα Πλάτωνος, κάτι σεμνολετριστές όπως η Νικολακοπούλου καθώς και τους Σαββόπουλους & υιούς, Τρύπες & υιούς ή τον Σωκράτη Μάλαμα, θα βρεθείτε μπροστά σε μια θαυμαστή ομοιογένεια διάθεσης: αυτή του κλαψοκλάματος, του κλαψονταλκά και της κλαψοκλάψας. Πολλή κλάψα. Πολύ κλάμα. Δυστυχία. Χωρισμός. Πόνος. Ανείπωτος.

Ενώ το σκεφτόμουν αυτό μεταφέρθηκα στα 1978. Όχι σωματικώς. Το καλοκαίρι του '78 (αλλά και κατόπιν) πηγαίναμε στο Αυλάκι για μπάνια με εκδρομικό. Στο εκδρομικό πάντα η ίδια κασέτα, του Πάριου. Πάντα. Βαριόμουνα στη διαδρομή, βαριόμουνα και τον Πάριο. Ήξερα όμως ότι ανάμεσα στα λυπητερά τραγούδια όπως 'λυπήσου με', 'μη φεύγεις μη', 'θα με θυμηθείς', βρέχει, κρυώνω, πεθαίνω, σβήνω, λιγώνομαι υπήρχε και ένα χαρούμενο προς το τέλος: το 'Τώρα τέρμα στα λάθη'. Ήξερα ότι όταν θα ακουγόταν αυτό το ένα χαρούμενο τραγούδι, θα πλησιάζαμε σπίτι πια (πράγματι, το 'Τώρα τέρμα στα λάθη' έπεφτε εκεί κοντά στο Πεντάγωνο).

Μετά μεταφέρθηκα στα 1996, νοερά πάντα. Είχε έρθει στην Ελλάδα η ελληνοελβετή ξαδέρφη μου, η Θέα. Πήγαμε στην παραλιακή: ήθελε ελληνικό κλάμπιν η κοπέλα. Τότε, παιδιά μου, είχαν ήδη αρχίσει (όχι και τόσο) δειλά-δειλά να μπασταρδεύουνε με σκυλοπόπ τα προγράμματα στα χορευτάδικα. Κι επειδή ο ρυθμός του τσιφτετελιού βγάζει από μέσα μας τον δεν-ξέρω-ποιον στον καθένα, όταν τελείωσε ο τραγουδιάρης τον αμανέ και η Θέα το λίκνισμά της, με ρωτάει (η Θέα) τι έλεγε το τραγούδι. Της εξήγησα ("πονάω, βογγάω, χτυπιέμαι και σέρνομαι") και το βρήκε 'διασκεδαστικό, όλο πόνο και χωρισμούς, δηλαδή, όπως τα ιταλικά τραγούδια'.

Να αφεθούμε λοιπόν μοιρολατρικά στη μεσογειακή μας ταυτότητα ως καθοριστική της θεματολογίας και της διάθεσης των τραγουδιών μας; Όχι: δείτε τα δημοτικά τραγούδια ή τα ρεμπέτικα ή ακόμα και το ελαφρύ τραγούδι (ξέρετε: 'εγώ θα σ' αγαπώ και μη σε νιάζει', 'μόνο κοντά σου', 'να το πάρεις το κορίτσι' κτλ.).

Αν το ψάξετε λίγο θα δείτε ότι γενικά υπάρχει ένα 'συμβολικό' έλλειμμα χαράς (ή, αν θέλετε, ποπ διάθεσης) στην ελληνική κοινωνία. Αυτό στο τραγούδι εκφράζεται κυρίως με δύο τρόπους: πρώτον, με την αλγολαγνική εμμονή σε θέματα πόνου, θλίψης, χωρισμού. Σύμβολο αυτής της εμμονής, ο κακόφωνος βάρδος, το ελληνικό τοτέμ, ο πτωχοαλαζόνας (όπως τον αποκάλεσε ο Φάις) Καζαντζίδης, και μάλιστα ο Καζαντζίδης της περιόδου εκείνης που οίμωζε τουρκοκαραμουζάτα κι αβάσταχτα για ξενιτειές και βάσανα, μανούλες, δυστυχίες -- την ώρα που του κόλλαγαν πεντακοσάρικα και χιλιάρικα διάφοροι που ούτε να ξενιτευτούν αναγκάστηκαν, ούτε βάσανα ένιωσαν πέρα από την απόρριψη της κονσοματζούς. Μιλάω για τη συγκεκριμένη φάση, γιατί ο Καζαντζίδης, με μια κιθάρα στο χέρι, είπε και πολλά από τα λεγόμενα 'ελαφρολαϊκά', αδίκως επισκιάζοντας τον καημένο τον Γαβαλά (ο οποίος μάλλον ήτανε πολύ κυριλέ για τους κιμπάρηδες καυλοκαμένους μαμάκηδες) ή και τον πάρα πολύ μεγάλο Ζαμπέτα...

Δεύτερον, εκφράζεται με τα βικτωριανά μας ήθη. Άσκηση: πιάστε ένα οποιοδήποτε τραγούδι, λ.χ. αυτά εδώ, κάτι ποιητικό και δυστυχισμένο από τους Πυξ-Λαξ ή και το ωραιότατο 'το πλοίο θα σαλπάρει'. Μεταφράστε τα στα αγγλικά. Βάλτε θαυμαστικό στο τέλος κάθε στίχου. Σαν τι μοιάζει; Σαν ελάσσονα βικτωριανά ποιηματάκια. Νοσταλγίες και πόνοι, θλίψεις και χωρισμοί, πάθη σεμνά χωρίς κορμιά, υγρά και τσαχπινιές. Θυμάμαι (πάλι) ότι όταν μάθαινα αγγλικά και μετέφραζα στίχους τραγουδιών από το Μουσικόραμα για τους φιλοπερίεργους γονείς μου είχα μεγάλο πρόβλημα: όλο για σεξ και χασίσια μιλάγανε (οι στίχοι, όχι οι γονείς). Σύμβολο της σεμνοτυφίας μας: η (μάνα της ΑΕΚ πλέον) Δέσποινα Βανδή και το τραγούδι 'Σεξ', πιο συγκεκριμένα. Τι λέει εκεί ο μουσηγέτης Φοίβος; ότι η Δέσποινα φαντασιώνεται, τρίβεται, τεντώνεται, σέρνεται, χαϊδεύεται. Αυτά. Τέλος. Αυτό είναι το στιχουργικό σεξ στο ελληνικό τραγούδι: άιντε το πολύ μαλακία. Και βεβαίως δεν είμαστε σε αυτό το μπλογκ κατά της μαλακίας, όμως από μόνη της δε φτάνει. Υπάρχουνε κι άλλα.

Τελικά δεν είναι τυχαίο που για χρόνια κυκλοφορούσε τόσος πολύς μεταφρασμένος στίχος στο ελληνικό πεντάγραμμο.

Επίμετρο: Ο Καρράς (που κάνει τον Καζαντζίδη να ακούγεται μπελ κάντο) και 'οι άλλοι', ένα δυνατό κείμενο του βυτίου.

Από την άλλη, επανερχόμενος σε αυτά που έλεγα πιο πάνω για τα πεντακοσάρικα και τα χιλιάρικα, πάντοτε αναρωτιόμουνα πού τα βρίσκουν τόσα λεφτά όσοι τα τρώνε στη 'νύχτα', γιατί η 'νύχτα' είναι ακριβή. Από κάποιον τα στερούν, ε; όπως ο σχωρεμένος ο ξάδερφός μου. Ενώ εγώ, λ.χ., και να 'θελα να ζήσω την παρακμή, δεν τα έχω, μανούλα μου...

GatheRate