Τετάρτη 5 Μαΐου 2010

Όλη η ζωή μια μέρα

Το πρόβλημά μας είναι πρωτίστως (όχι μόνο) ηθικό και είναι πρόβλημα του λαού, της κοινωνίας. Τα υπόλοιπα έπονται.

Δραπετεύω από το κέντρο με μετρό. Μούτρα αγριεμένα. Στον σταθμό Αττική κάτι λεβέντες καπνίζουν. Μια βουλγάρα υπάλληλος (και βουλγάρα και γυναίκα) τους ζητάει να τα σβήσουν. Κουραδομαγκιά, σαρκασμός, 'ξυπνάαααδες. Τα σβήνουν πετώντας τα κάτω. Η υπάλληλος επισημαίνει ότι ρύπαναν το δάπεδο. Κουραδομαγκιά, σαρκασμός, 'ξυπνάαααδες. Φεύγει. Σηκώνουνε τις γόπες και τις ξανανάβουν. Ξανά παρατήρηση, πάντα ευγενικά και με αιτιολόγηση. Τίποτε.

Ένας γκριζομάλλης, αριστεροφανής, λεβέντης με μεγάλη μύτη ανάβει κι αυτός τσιγάρο. Ξανά η ίδια φάση: κανονισμοί, νόμοι, όροι λειτουργίας του ΗΣΑΠ. Κάποιος ρωτάει φωναχτά αν οι νόμοι ισχύουν για τους κλέφτες. "Αν ενοχλείται έστω κι ένας, το σβήνω", λέει τελικά ο γκριζομάλλης αριστεροφανής λεβέντης.

"Ενοχλούμαι εγώ", λέω δυνατά. Το σβήνει. "Εδώ σας πιάνει το αντεξουσιαστικό και το επαναστατικό μένος;" ρωτάω. Ο τύπος με κοιτάει λες και είδε τη Μέδουσα, η έκφρασή του είναι σχεδόν αστεία. "Φίλε, το θεωρητικοποιείς", μου λέει. Μετά ένας χοντρός με καδένα και κεφάλι ξυρισμένο, λίγο Essex boy, βγάζει γκαρίζοντας στη βουλγάρα κυρία και σε έναν συνάδερφό της έναν λόγο σκέτη Σπυριδωνιάδα-Αδωνιάδα: "Έφαγα δακρυγόνα, ο σταθμός είναι υπαίθριος, πλήρωσα εισιτήριο, γιατί αργεί το τρένο, τι σε νοιάζει εσένα, δεν υπάρχουνε νόμοι, δε θα μου πείτε τι θα κάνω..."

Φεύγω και πάω στην άλλη άκρη της αποβάθρας. Τα υπόλοιπα από γραπτά μηνύματα στέλνω από το τρένο στη συμβία:

14.45 Είναι ξοφλημένος αυτός ο τόπος. Ο κόσμος είναι μισητός. Όλοι πουλάνε μυαλό.
14.49 Είμαι έξω φρενών. Η αμορφωσιά έχει απτά καθημερινά αποτελέσματα. Είναι βόθρος αυτή η χώρα. Δυστυχία.
15.02 Νέος ελληνικός πολιτισμός: η σύνθεση ασυδοσίας, αμορφωσιάς κι αυταρχισμού.
15.13 Να και τα κουφάρια του ΟΑΚΑ, που θα ενθαρρύνανε τον λαϊκό αθλητισμό.

Βρίσκω τον Κ. Μαθαίνουμε για τους νεκρούς και αναστατωνόμαστε. Τα υπόλοιπα σε μηνύματα από το ταξί για σπίτι στη συμβία:

17.58 Ο ταρίφας βρίζει μια οδηγό. Μου έρχεται να βάλω τα κλάματα μέσα στο ταξί.
18.03 Πώς ζουν έτσι ρε γαμώτο. Σήμερα ο Κ για πρώτη φορά με μακάρισε που δεν είμαστε εδώ.
18.13 Εφιάλτης: αναπηρικά καροτσάκια μπλοκαρισμένα, σκυφτοί γέροντες χαμένοι, μηχανάκια περνάνε ξυστά από παιδάκια.

GatheRate

Κυριακή 2 Μαΐου 2010

Απολαύσεις που πρέπει να απολαύσεις



Παρακολουθώ τον Παπακωνσταντίνου να εξαγγέλλει τα μέτρα, είναι σαν να βλέπω πολεμικό ανακοινωθέν. Κάπως έτσι πρέπει να ένιωθαν οι Γάλλοι το 1939 κολλημένοι στα ραδιόφωνα τους: ότι τα επόμενα 5 χρόνια πάνε περίπατο.

Δε θέλω να μιλήσω γι' αυτά, γίνεται εδώ μια ενδιαφέρουσα κουβέντα. Θέλω να μιλήσω για τις απολαύσεις, με αφορμή αυτό:
οι αντιλήψεις για το τι σημαίνει απόλαυση προσανατολίσθηκαν, πάλι, μαζικά στα πρότυπα των προηγμένων καταναλωτικών κοινωνιών [πρόκειται για πρότυπα που έχει ένα μεγάλο ποσοστό Ελλήνων στο μυαλό του, όχι ότι υπάρχουν στ’ αλήθεια] , έτσι ώστε η απόσταση απ’ αυτά να γίνεται από τους πλείστους αισθητή ως στέρηση. Έτσι η διάσταση ανάμεσα σε απόλαυση και απόδοση έγινε εκρηκτική
Δεν είμαι ιστορικός και δεν ξέρω πολλά για το θέμα αλλά προβληματίστηκα για τη σχέση του Έλληνα με την απόλαυση.

Κάποτε έγραψα για αυτό που νόμιζα ότι είναι ίδιον της ελληνικής αριστεράς, ένα έντονο σφίξιμο κι ερύθημα, [μια] σφοδρή αδυναμία να χαρεί, "να τελειώσει και να το φχαριστηθεί". Κάποια άλλη φορά είχα μιλήσει για την κλάψα και την πόζα που χαρακτηρίζουν την ελληνική διασκέδαση και την ελληνική ζωή γενικότερα.

Όπως είπα, δεν είμαι ιστορικός. Ούτε ανθρωπολόγος. Ούτε τίποτε. Βασίζομαι λοιπόν στις δικές μου παρατηρήσεις και στις παρατηρήσεις άλλων. Θυμάμαι λ.χ. αυτό, του Κουκουζέλη:
Η μάνα μου, έτσι και την έπιανες να ευχαριστιέται, στραβομουτσούνιαζε. Ανήκε σε μια γενιά (σε μια τάξη; φάση μιας τάξης; τοπικό χαρακτηριστικό μιας τάξης;) που θεωρούσε ντροπή τη χαρά. Οι αδελφοί έπρεπε να παντρέψουν τις αδελφές, να φτιάξουν όλοι οικογένειες, κατά προτίμηση με πεντακόσια παιδιά η κάθε μία, και μετά όλοι μαζί να γηροκομήσουν τους γονείς, αν τα κατάφερναν οι δόλιοι να γεράσουν. Το φαγητό δεν ήταν χαρά. Αν ήταν νόστιμο, ήταν γιατί το παιδί έπρεπε να ξεγελαστεί και να παχύνει, αφού ο γιατρός το είχε χαρακτηρίσει ελλιποβαρές, ήταν νόστιμο για να κλείσουν τα στόματα των αδελφάδων του συζύγου. Η εφημερίδα για να ξέρει τι την περιμένει. Κατάφερε να σπουδάσει για να εξισορροπήση το γεγονός ότι θεωρούσε τον εαυτό της "ασχημόπαπο". Πήγαινε θέατρο, έβλεπε κινηματογράφο ή άκουγε μουσική για να πάρει δυνάμεις για αύριο. Τίποτα δεν υπήρχε αφεαυτού. Η χαρά σήμαινε ότι είχες χρόνο για χάσιμο.
Έχω γενικά την εντύπωση ότι η καθαρή απόλαυση, πείτε την "χαρά" αν θέλετε, είναι είτε ντροπή είτε πηγή αμηχανίας για τους Έλληνες. Λέω "πείτε την "χαρά" αν θέλετε", για να ξεκαθαρίσω (χμ) ότι δεν εννοώ μόνο τις ερωτικές απολαύσεις, οπότε θα σπεύσετε να πετάξετε κάτι περί ιουδαιοχριστιανισμού και θα καθαρίσετε. Μιλάω για οποιαδήποτε απόλαυση: ένα καλό φαγητό, ένα βιβλίο, ένα καλοφτιαγμένο έπιπλο, ένα τραγούδι, μια εκδρομή στη θάλασσα...

Παρατηρήστε πώς οι Έλληνες τείνουμε να καπακώνουμε την απόλαυση: ένα ζευγάρι που καλοπηδιέται θα σου μιλήσει λ.χ. για τα επαγγελματικά του βάσανα μέχρι δακρύων (όχι ότι απόλαυσα έστω και μια φορά τις περιγραφές επιδειξιολογούντων), μια ωραία βραδιά στην ταβέρνα με θυμοσοφικές αντιφωνήσεις "τι είναι ο άνθρωπος", "δε βαριέσαι", "άααααααϊχ, στην ψυχούλα σου, αδερφέ μου", "σήμερα είμαστε αύριο δεν είμαστε", "σκόνη, καπνός Θρασύβουλας" κτλ. Δε θέλουμε να φανούμε ότι απολαμβάνουμε κάτι. Κι αν φανούμε απολαμβάνουμε κάτι, θα σπεύσουμε να μετριάσουμε την εντύπωση με κάτι αντιστικτικά σκοτεινό, με ένα βλέμμα που θα στραφεί απότομα προς το κενό και θα μείνει εκεί για λιγάκι, με μια κουβέντα στωική και ίσως πεισιθάνατη. Άλλη μέθοδος αντιμετώπισης της απόλαυσης, η πρακτική, είναι αυτή που σκιαγραφεί παραπάνω ο Κουκουζέλης. Αντίθετα ο πόνος είναι καθαρός, μπορεί να εκτίθεται ελεύθερα.

Νομίζω λοιπόν ότι η έλλειψη χορού στα κλαμπ, η έλλειψη γαστρονομικής απόλαυσης στις χιλιάδες τρισάθλιες ταβέρνες, η έλλειψη ή η απόκρυψη πάθους πάνω στα κρεβάτια, καναπέδες, πίσω καθίσματα, χορτάρια, αχυρώνες, η έλλειψη αναψυχής στην εκδρομή, η απουσία μουσικής απόλαυσης στις συναυλίες κ.ο.κ. έγινε θεσμός εδώ και 25ετία και εξομαλύνθηκε όπως υπαινίχθηκα με το παράθεμα στην αρχή: η προσδοκία της απόλαυσης αντικαταστάθηκε από την επίδειξη της κατανάλωσης.

Σε άλλες κοινωνίες η κατανάλωση είναι μιας μορφής απόλαυση, ή κάτι που επιτείνει την απόλαυση, ή ένα σημάδι στάτους που συνοδεύει απλώς την απόλαυση. Εμείς, νομίζω, υποκαταστήσαμε την απόλαυση με την επίδειξη της κατανάλωσης. Συνεπώς, το σέξι ντύσιμο υποκαθιστά το σεξ και ούτε το προοιμιάζει, ούτε το προκαλεί. Το ακριβό, συγγνώμη "καλό", εστιατόριο δε χρειάζεται να έχει καλό φαγητό. Η εκδρομή γίνεται άριστη αφορμή επίδειξης των δυνατοτήτων και της γκατζετοσύνης του νέου μας αμαξιού. Στη συναυλία πάμε μόνο για να δούνε παπούτσια, τσάντες, γραβάτες και ρούχα. Πίνουμε ποτά κουλ κι όχι που μας αρέσουν. Και πάει λέγοντας: κάνουμε ότι απολαμβάνουμε ενώ απλώς ποζάρουμε και επιδεικνύουμε κάτι, συνήθως χρήμα.

Ταυτόχρονα, λόγω του συστήματος παιδείας που έχουμε εδώ και 170ετία, δεν έχουμε έτσι κι αλλιώς περάσει τη βασική εκπαίδευση στην απόλαυση κάθε λογής απολαύσεων, π.χ. της μουσικής.

Ποζεράδες και καταναλωτές, δεν απολαμβάνουμε και πολλά.

GatheRate

Κυριακή 25 Απριλίου 2010

Μπόχα και δυσωδία



Καιρό είχε να με βάλει σε κίνηση ένα κείμενο μπλογκικό. Διάβασα λοιπόν αυτό:
Η βόλτα επίσης ψιλοανάγκαζε τον κόσμο να είναι καθαρός. Η πλειοψηφία του κόσμου έκανε μπάνιο σε σκάφη Σάββατο βράδι. Οικογενειακώς. Αλλά υπήρχαν πολλοί που δεν είχαν τουαλέτα, κι άλλοι τόσοι που δεν είχαν ζεστό νερό, εννοώ γκαζιέρα, και πλένονταν αραιότερα. Ισαμε μιά φορά τον μήνα. Κάτι ταλαίπωροι με λευκά στιβάλια και με μαντίλια στο κεφάλι ήταν Κρητικοί ζωοκλέφτες που τους είχαν επιβάλει εξορία στα μέρη μας, κι αυτοί ζούσαν χωρίς καμία υγιεινή. Μερικές φυλές (έτσι τους λέγαμε τότε τους διαπολιτισμένους) έκαναν μπάνιο τελετουργικώς Πάσχα και Χριστούγεννα. Πληθος παιδιών στην βόλτα ήταν από χωριά που δεν πήγαιναν με τα πόδια στο σπιτικό τους την Κυριακή (ΚΤΕΛ υπήρχε, αλλα η συγκοινωνία ήταν από μία έως τρείς φορές την εβδομάδα, κυρίως Πέμπτη που είχε παζάρι). Αυτά ζούσαν σε δωμάτια ανά τρία ή τέσσερα, πάλι χωρίς τουαλέτα, παρεκτός και έμεναν σε θείους. Ηταν σύνηθες στις αυλες να υπάρχει μία τουαλέτα έξω, αντί πόρτα μιά κουβέρτα και απαγόρευαν στα παιδιά τους να αφοδεύουν εκεί, οπότε οποιαδήποτε ώρα κάθονταν στις αυλές των σπιτιών τους και μετά χάζευαν την πράσινη μύγα, που γράφει και ο ποιητής.

Η βρωμιά δημιουργούσε κινήσεις του σώματος. Καθώς δεν υπήρχαν σλιπάκια, αλλα βρακοζώνια (το σλιπ "Ατθίς" εμφανίστηκε κοντά στο 1958, μαζί με το τσιγάρο φίλτρο, το νεσκαφέ και τα απορρυπάντικά Ρεφλέξ και Κλινέξ) οι εφηβικές παρέες περπατώντας, ενοχλούνταν από τον ιδρώτα τους ανάμεσα στα σκέλια και έκαναν μιά εντυπωσιακή κίνηση απομάκρυνσης των μηρών μεταξύ τους, απλωνοντας σαν τα χασαπόσκυλα το πόδι ολόκληρο στον αέρα λοξώς, γιά να ξεκολλήσει το άνω μέρος του μηρού από τα αιδοία. Κι επειδή ήταν πολύς ο κόσμος, και φοβόντουσαν οι πάντες τον ήχο και την κραυγή "α, ο κλανιάρης", οι πορδές ξαμολιούνταν στα δύο πέρατα της βόλτας, στο Χαζνέ και στη διασταύρωση προς παλιά αγορά, όπου στην άλλη πλευρά δεν υπηρχε κόσμος, άρα και μάρτυρας. Σε αυτά τα δύο μέρη, μύριζε ο αέρας χαρακτηριστικά.
Αυτό λοιπόν το κείμενο μού έκανε πάρα πολλή εντύπωση και το σκεφτόμουν ολόκληρο το σαββατοκύριακο, ακόμα ένα σαββατοκύριακο δουλειάς. Μου θύμισε κάτι που είχα γράψει εδώ:
Όταν έφτασαν οι παππούδες μου στα Φάρσαλα το 1923, όπου τους έστειλε το κράτος γιατί τους θεώρησε γεωργούς κι είχε και γη καβάτζα εκεί, έτρεξαν να πιούνε νερό στην πηγή της πλατείας. "Ούι μάνα μ', κοίτα, πίνουν νερό οι αούντηδες" έλεγαν οι ντόπιοι. Επίσης ισχυρίζονταν ότι οι γυναίκες των τουρκόσπορων πλένονταν κάθε μέρα για να "βγάλουν τ' Άγιο-Μύρον από πάνω τους" κι ότι γδυνόντουσαν πριν πέσουν στο κρεβάτι γιατί ήταν "παστρικιές".
Σκεφτόμουνα λοιπόν την ηπειρωτική Ελλάδα πριν το '60, έναν κόσμο που κόλλαγε απαίσια, που η λέρα έκανε στρώσεις πάνω σου, όπου οι πολλές και γερές, αλλά μοιραία ματαιόπονες, μπουγάδες ήταν ο μόνος τρόπος να μη βρωμάς σαν ξεχασμένη ψαροκασέλα.

Πρώτα-πρώτα κατάλαβα πώς ένας τέτοιος κόσμος έχει πολύ διαφορετική άποψη για τον έρωτα από εμάς: δεδομένων των εκκρίσεων, της παρατεταμένης απλυσιάς και της τοπικής ή γενικής τριχοφυίας, τα προκαταρκτικά, τα χάδια, τα γλειψίματα, πιασίματα, τριψίματα και γενικά τα πολλά κόλπα και οι λιγωμένες τεχνικές ήταν εκτός μενού και για πολύ πολύ πρακτικούς λόγους. Δε θέλω να επεκταθώ, μεγάλα παιδιά είμαστε, αλλά φανταστείτε προφανέστατα λ.χ. τον στοματικό έρωτα στα παραπάνω συμφραζόμενα: οπωσδήποτε εκτός συζήτησης, εκτός από περιπτώσεις οξείας ιγμορίτιδας ή βαριού συναχιού. Ξαφνικά αντιλήφθηκα γιατί οι παστρικιές που λέγαμε, ιδίως στις πόλεις, πρόσφεραν εμπειρία τόσο ξεχωριστή και ζηλεμένη: όχι μόνο γιατί η πατριαρχία ευνούχιζε τις γυναίκες (που τις ευνούχιζε, αδιαμφισβήτητα) αλλά γιατί αλλιώς ζυγώνεις μια γυναίκα που μυρίζει σαπούνια, αρώματα και άγνωστα χημικά (π.χ. περμαγγανάτο), αλλιώς μια κακομοίρα που πλένεται μια φορά τη βδομάδα και αν. Φυσικά, οι μη εκδιδόμενες γυναίκες της υπαίθρου δεν είχαν, ως συνήθως, καμμιά επιλογή: ή θα έπαιρναν τον άπλυτο ή τίποτα. Δεδομένου ότι ο άπλυτος τις έβαζε σε έναν ατέλειωτο κύκλο εγκυμοσυνών (όχι όλων με ευτυχή κατάληξη), ξαφνικά καταλαβαίνω γιατί το σεξ ήτανε τόσο ελάχιστα θελκτικό για εκείνες.

Μετά πήγα λίγο παρακάτω. Είναι γνωστό ότι οι μουσουλμάνοι στις μεν πόλεις τρέχανε στα λουτρά και στα χαμάμια, όπως και οι χριστιανοί άλλωστε. Στην ύπαιθρο πάλι είχανε τουλάχιστον τους τελετουργικούς καθαρμούς πριν την προσευχή για να βελτιώνουν και την προσωπική τους υγιεινή (εκτός από την τελετουργική τους καθαρότητα) σχεδόν καθημερινά. Οι Καραγκούνηδες, οι γλίτσηδοι, οι μπαγιάτηδες, οι "ντόπιοι" (όλοι περιφρονητικοί όροι που χρησιμοποιούσαν οι πρόγονοί μου οι τουρκόσποροι -- τα έχει πει ήδη ο Ηλίας Πετρόπουλος), αυτοί που περιγράφει ο Πετεφρής, άραγε έχασαν την επαφή με το πλύσιμο μέσα στον αντιμουσουλμανικό-αντιτούρκικο πυρετό του 1821-1913, καθώς η Τουρκία και και τα συνήθεια της αποτραβιόντουσαν από τη Βαλκανική; Δεν ξέρω, αφού από την άλλη έχεις π.χ. τις Εβραίες της Σαλονίκης, που (αν δώσω βάση στον παππού) μοσχοβολούσαν, ακόμα κι οι φτωχές. Δεν ξέρω, μακάρι να υπήρχε κανα βιβλίο να διαβάσω σχετικά.

Αναρωτιέμαι γενικά πότε σταμάτησαν οι Ελλαδίτες να πλένονται. Οι φτωχοί Ελλαδίτες της υπαίθρου. Η έλλειψη ζεστού νερού δεν είναι ιδιαίτερα πειστικό επιχείρημα: προκειμένου να πλένονται κανονικά, ο τουρκόσπορος παππούς στο χωριο (ο άλλος) έκαιγε πολύτιμα ξύλα θέρμανσης για να ζεσταίνει τον χειμώνα νερό στο "βαρέλι" -- κάτι που του το αναγνώριζαν και διάφορες περιπλανώμενες κομπανίες ανταρτών από το 1946 μέχρι το 1949. Για πιο πίσω δεν ξέρω.

GatheRate

Σάββατο 24 Απριλίου 2010

Πολυσφαιρικά πολυκλισέ -- ασκήσεις ύφους

Γυναικών σύναξη: χτύπησε κόκκινο το... άρωμα γυναίκας.

Η κούραση των ελληνικών μέσων, η χαζαμάρα, η προχειρότητα, η ευκολία.

Η διαχρονική έννοια της παραδοσιακής κοινότητας, όπως εγγράφεται στο DNA της φυλής μας και μετουσιώνεται σε τέχνη, αντιμέτωπη με τον ψυχρό ορθολογισμό, τη χολυγουντιανή ρηχότητα και τον αμερικανικό διδακτισμό.

Η αβελτηρία της ελληνικής "σκέψης", η χαζαμάρα, η προχειρότητα, η ευκολία.

(Ένα τρίτο με αθλητικά ας το συμπληρώσουνε στα σχόλια όσοι τα παρακολουθούν.)

GatheRate

Παρασκευή 23 Απριλίου 2010

Eine deutsche Kindergeschichte



Χτενισμένα αποσπάσματα από τσατ με φίλο, αφού κατάφερα απόψε να δω τη Λευκή Κορδέλα του Haneke. Ο φίλος μου έχει χαρακτηρίσει την ταινία "Ψυχρή αλλά όμορφη. Όμορφη αλλά ψυχρή."
Ξέρεις ποιο είναι το θέμα; οι Έλληνες ταυτίζουμε τον πόνο με την κραυγή, το σοκ, τη λαβωματιά. Ο πραγματικός πόνος είναι μετά: το μούδιασμα, η βουβαμάρα, η μοναξιά, η απουσία, το πρωινό ξύπνημα λίγο πριν συνειδητοποιήσεις ότι κάποιος ή κάτι λείπει. Οι μεσογειακοί προτιμούμε να ξεχνάμε, κι όταν πρέπει να μιλήσουμε για πόνο μιλάμε για σκουξιές και κραυγές˙ οι βόρειοι κάθονται και τα σκέφτονται αυτά (λ.χ. το μούδιασμα, η βουβαμάρα, η μοναξιά, η απουσία κτλ.), γι' αυτούς αυτά είναι ο πόνος.

[...]

Τελικά είναι πολύ δύσκολο να μιλήσεις για τον πόνο. Το σεξ είναι τελικά εύκολο: εισάγεις λίγη αμηχανία, λίγη ενατένιση του ενός από τον άλλο και πάει η "πορνογραφική" ματιά περίπατο -- εξού και το σουξέ που έχουνε πια οι ερασιτεχνικές και οι ψευδοερασιτεχνικές τσόντες. Αλλά για τον πόνο πώς μιλάς;

θυμήσου τη σκηνή με το παιδάκι που ρωτάει την αδερφή του τι είναι θάνατος. Η σκηνή αυτή είναι επίδειξη δεξιοτεχνίας και ισορροπίας από τον Χάνεκε γιατί είναι 99,9% σίγουρο ότι θα σου βγει βασιλάκης καΐλας. Ο τύπος πετυχαίνει το 0,1%.

Κ: μωρέ Καϊλας δεν είναι, αλλά είναι και στο άλλο άκρο

[...]

Θέλετε ιταλιάνους με φανελάκια να γκαρίζουνε τρώγοντας μακαρόνια πάνω στη φορμάικα.

Κ: Έτσι: φανελάκια γεμάτα κηλιδες σάλτσας.

GatheRate

Τετάρτη 21 Απριλίου 2010

Οι Κασσάνδρες θα διαψευστούν



Αμήν Παναγίτσα μου.

Ακολουθεί απόσπασμα ιμέιλ μου σε φίλο με διορθώσεις και μικροπροσθήκες:
Εννοείται ότι η κυβέρνηση (που θα μπορούσε να εξελιχθεί στην καλύτερη μεταπολεμική εάν ο Πάγκαλος ξεκουμπιζότανε για κανα σπα μέχρι το 2020) θα αντιμετωπίσει τρομακτικά προβλήματα. Φοβάμαι πάρα πολύ την πιθανή έξωση από την ευρωζώνη: τότε και θα γίνουμε υπο-Βουλγαρία και θα πανηγυρίζουμε σαν ηλίθιοι που θα ξαναμπορούμε να υποτιμήσουμε ανδρεοπαπανδρεϊκά το νόμισμα (ώστε να μην αλλάξει τίποτα).

Ο Παπανδρέου είναι διστακτικός γιατί από τον καιρό του αλιτήριου πατέρα του (και με εξαίρεση τον γνήσια και εντελώς γκάου, με την καλή αλλά και με την πολύ κακή έννοια, Σημίτη) όλοι κυβερνάνε με γνώμονα μόνο το πολιτικό κόστος. Το οποίο θα είναι και αναπόφευκτο και καταιγιστικό, αφού ο κόσμος θα στενάξει.

Τα πράγματα χειροτερεύουν και για την κυβέρνηση αλλά, κυρίως, για τη χώρα και επειδή ο κόσμος (να πω "ο λαός";) αντιδράει με τρεις τρόπους που δείχνουνε ότι από τη δεκαετία του '70 έχουμε πισωγυρίσει σε πολιτικό πρωτογονισμό (και πάλι "ως λαός"):

α. Είμαστε πεπεισμένοι ότι φταίει κάποιος άλλος: λ.χ. οι Γερμανοί ή οι πλούσιοι. Οι Γερμανοί δε θέλουνε να χαρτζιλικώσουν ένα κράτος που λέει ψέματα για τους δείκτες της οικονομίας του από (τουλάχιστον) τα τέλη της δεκαετίας του '90. Κι εμείς αυτό θα κάναμε εάν, λ.χ. μας ζητούσε η Αλβανία να τη στηρίξουμε. Επίσης, δε φταίνε μόνο οι πλούσιοι: είπαμε, η διαφθορά και η κακοδιαχείριση είναι πια πλήρως μαζικοποιημένες και εκλαϊκευμένες, όπως και η παραοικονομία. Συνυφασμένη με αυτή την πεποίθησή μας (ότι φταίει άλλος) ειναι κι ότι τελικά κάποιος (άλλος) θα μας ξελασπώσει.

β. Κανείς, βεβαίως, δε θέλει να αλλάξει τίποτα στη σπάταλη και υψηλού κόστους ζωή του. Η λογική της θυσίας για το κοινό καλό (που προϋποθέτει συλλογικότητα και αλληλεγγύη μπλα-μπλα-μπλα) απλώς δεν υπάρχει. Άλλωστε όλοι μας είμαστε πολύ έξυπνοι και γι' αυτό κανείς δε θέλει να πιαστεί κορόιδο

γ. Εδώ και μια δεκαετία ήδη πραγματικά υποφέρει πολύς κόσμος. Όταν όσοι υποφέρουν εξαθλιωθούν, θα εξεγερθούν (ελπίζω), αλλά οι υπόλοιποι απλώς θα τους φερθούν όπως φέρθηκαν επί Χούντας, όπως γενικά ξέρουν: παγερά, με εχθρότητα και αποστροφή, κοιτώντας τη δουλειά τους. Κάτι είχε πει κάπου ο Ξυδάκης για εμφύλιο (αλλά το απέκλεισε απευχόμενός το).

Όπως βλέπεις, έχω στ' αλήθεια φρικάρει. Πολύ.

GatheRate

Χοντρά δάχτυλα και μεμονωμένα περιστατικά



Οι Αμερικάνοι έχουνε τον Θείο Σαμ, οι Βρετανοί την Μπριτάνια, οι Γάλλοι το ξέκωλο τη Μαριάν. Εμείς δεν ξέρω τι έχουμε. Πάντως πρέπει να είναι άντρας (οπωσδήποτε), λίγδας, με πονηρό βλέμμα και με πολύ χοντρά δάχτυλα. Ας τον πούμε Νικηφόρο-Αλέξανδρο (κατά το πάλαι κολωνακιώτικο και νυν πανελλήνιο χούι να δίνουμε στα παιδιά δύο ονόματα, αμφότερα στομφώδη κι ανυπόφορα, κατά προτίμηση).

Τα χοντρά δάχτυλα είναι πρακτικά. Δε βοηθούν όταν παίζεις πιάνο, αλλά αυτά είναι για πούστηδες, ξενέρωτους και γεροντοκόρες. Τα χοντρά δάχτυλα όμως είναι χρήσιμα όταν θες να κρύβεσαι από πίσω τους. Όταν λόγου χάρη θες να πείσεις όλον τον κόσμο ότι δεν είσαι κοπρόσκυλο που δεν παράγει τίποτα και που τρώει και πίνει και αγοράζει σαλοτραπεζαρίες με δανεικά. Όταν θες να πείσεις τον πλανήτη για το αθληταράδικο DNA σου φτιάχνοντας πρωταθλητές με αναβολικά ενώ οι λοιποί παχυσαρκούν και αθλούνται μόνο κρατώντας το κινητό πλάι στο αυτί τους. Όταν περνιέσαι για λαός εραστών αντρών κι ερασμίων γυναικών παρά... Όταν θες να επιμένεις ότι ο αντισημιτισμός και ο ρατσισμός σου -- οι βασικοί τρόποι με τους οποίους το σχολείο σου επί 170 χρόνια σου φτιάχνει εθνική συνείδηση, μαγαρίζοντας τη χαρά του να μπορείς να αυτοαποκαλείσαι Έλληνας ίσως αμετάκλητα -- είναι μεμονωμένα περιστατικά.

Έτσι, κρυβόμαστε πίσω απ' τα χοντρά μας δάχτυλα. Ο Τούρκος και ο Εβραίος είναι οι εχθροί μας, ο Γύφτος κλέφτης και μίασμα που περπατάει, ο Βούλγαρος ζώο πίσω από το Παραπέτασμα, οι υπόλοιποι όλο και καποιο κουσούρι έχουν. Έτσι μεγάλωσα εγώ στην Αθήνα, ανάμεσα στους τριχωτούς αριστερούς και τις τριχωτές αριστερές, κατά τη διάρκεια της Μεταπολίτευσης και του παπανδρεϊκού ΠΑΣΟΚ και της σύντομης νεορθόδοξης παλινόρθωσης. Μάλλον όμως μόνον εγώ τα θυμάμαι. Μεμονωμένο περιστατικό είμαι κι εγώ. Τουλάχιστον δεν έχω χοντρά δάχτυλα. Κοντά τα έχω.

GatheRate

Πέμπτη 15 Απριλίου 2010

Αυτοβιογραφισμός



Προσπαθώ να μη γράψω αυτό το ποστ εδώ και τρεις βδομάδες. Έγραψα άλλα. Έβαλα τη Σάσα Μπάστα. Αλλά αυτό το ποστ μου έχει σβερκωθεί και με χρησιμοποιεί ως μέντιουμ για να το απαγγέλλω σε κόσμο που συναντώ. Πράγμα που είναι ντροπή: δεν μπορεί να είμαι το φερέφωνο ενός ποστ. Οπότε το ξεφορτώνω εδώ, όπως η μπετονιέρα το τσιμέντο, να ξεμπερδεύω και μ' αυτό.

Όταν έφτασα στην Κύπρο το 2002, δεν ήθελα με τίποτα να φύγω από την Αγγλία. Τελικά τυχερός στάθηκα, αφού η Αγγλία συνεχώς ανευρίσκει κι εφαρμόζει ευρηματικές μεθόδους αυτοκαταστροφής και αυτοξεχαρβάλωσης.

Όταν έφτασα στην Κύπρο το 2002 μου ήρθε να πεθάνω. Κάποιους λόγους τους υπαινίχθηκα πριν δύο χρόνια αλλά το πώς και το γιατί δεν έχει σημασία, δεν είναι το θέμα μας η Κύπρος. Ήρθα στην Κύπρο και λιγουρευόμουνα την Ελλάδα.

Λιγουρευόμουνα μια χώρα που ανέβαινε. Εντάξει, πάντα με τον ακανόνιστο ελληνικό λόξυγγα που σε ρίχνει από το ποδήλατο αλλά σε γενικές γραμμές ανέβαινε. Η μεγάλη γκρίζα-μπεζ μάζα στον χάρτη (οι πρώην χώρες του Παραπετάσματος, ντε) και η πυκνή γκρίζα-μπεζ θολούρα του παπανδρεϊκού πατριωτισμού-ομφαλοσκοπισμού που μας χώριζαν από την υπόλοιπη ΕΕ φαίνονταν να συρρικώνονται. Οι Αθηναίοι θα έχαναν για λίγο τη διαρκή τους κακομουτσουνοσύνη, αφού η Ελλάδα ετοιμαζόταν για τους Ολυμπιακούς (που, για όσους γκρινιάζουν και κλαίνε τη χαμένη παρθενιά των ατάραχων νάιντιζ, ήτανε μια απέραντη τρελή αλλά όμορφη γιορτή) και έμπαινε στο ευρώ. Καινούργια πράγματα ανέβαιναν, γειτονιές, κινήσεις, εθελοντισμοί, κινήματα, κουνήματα, υδροπλάνα για Γιάννενα, Πάτρα και Κέρκυρα, καινούργιες ιδέες, καινούργια έντυπα. Οι μετανάστες κυκλοφορούσαν πια χορτάτοι και καλοντυμένοι στους δρόμους -- τουλάχιστον η πρώτη γενιά, οι Πόντιοι και οι Αλβανοί που είχαν αφιχθεί δέκα χρόνια πρωτύτερα. Ήτανε καταδίκη να είσαι μακριά από την Ελλάδα, στην περίπτωσή μου, μακριά από την Αθήνα. Εξορία. Κόμης Μοντεχρίστος.

2010. Οχτώ χρόνια μετά, πέντε από τα οποία υπό τη διακυβέρνηση του Αρχιμπουνταλά. Η γνώμη μου για την Ελλάδα σήμερα είναι γνωστή, έχετε σιχαθεί να τη διαβάζετε. Στο μεταξύ η Κύπρος (που δεν είναι το θέμα μας) μπήκε στην ΕΕ (το 2004). Μέσα σε έξι χρόνια εκμεταλλεύθηκε πλήρως τις ευκαιρίες που της έδωσε η ένταξη και μεταμορφώνεται από ένας καφρότοπος στις παρυφές της Μέσης Ανατολής στην Εσθονία της Μεσογείου: νέες υποδομές, ανέλπιστα ανοίγματα, σοβαροί πειραματισμοί, έμφαση στις τέχνες, ακόμα και κοινωνική αλλαγή -- ακόμα και αλλαγή στη νοοτροπία (που υποτίθεται ότι συνοψίζει την ελληνική κακοδαιμονία). Mutatis mutandis, η Κύπρος μεταλλάσσεται σε κάτι αντίστοιχο της Ελλάδας του 2010, όπως τη φανταζόμασταν το 2004. Δε θα επεκταθώ.

Ένα θα πω: σε μια χώρα που δεν έχει συγκοινωνίες (λόγω δεκαετιών καφρίλας και νεοπλουτισμού), αποφάσισαν ότι ήρθε η ώρα οι πόλεις να αποκτήσουν τζάμπα ποδήλατα (ναι, α λα Άμστερνταμ, Παρίσι, Βαρκελώνη), θυμήθηκαν ότι μέχρι πριν 30-40 χρόνια όλοι με ποδήλατα κυκλοφορούσαν. Κι έφεραν τον Ολλανδό που είναι επικεφαλής στο Άμστερνταμ του συστήματος για να τους πει πώς γίνεται. Ξέροντας τους Ελληνοκύπριους (πια), είμαι σίγουρος ότι λάου-λάου θα το εφαρμόσουν και θα το στηρίξουν το τζάμπα ποδήλατο. Όπως εφάρμοσαν και στηρίζουν την ανακύκλωση (ενώ στην Αθήνα οι κάδοι της ανακύκλωσης είναι συμπληρωματικοί για σκουπίδια). Όπως εφάρμοσαν και στηρίζουν τις ανεξάρτητες αρχές.

Όπως εφάρμοσαν και στηρίζουν την ηλεκτρονική διακυβέρνηση: έκανα χτες τη φορολογική μου δήλωση ονλάιν. Η συμβία, που ξέχασε τον κωδικό της, τον ζήτησε με ιμέιλ χτες το βράδυ, τον πήρε σήμερα στις 11. Την Εφορία της επαρχίας Λευκωσίας (250.000 πληθυσμός) τη στελεχώνουν συνολικά το πολύ καμμιά πενηνταριά άτομα. Όσα τη ΔΟΥ στην Αθήνα στην οποία ανήκω.

Λοιπόν, το έβγαλα το ποστ από πάνω μου. Πάω να πιω κανα κρασί.

GatheRate

Δευτέρα 12 Απριλίου 2010

Το βέλος του χρόνου

ακάθεκτο.

Εικόνα Πρώτη: Το παρελθόν. "Η Ελλάδα πάντα ψεύδεται, η Ελλάδα επιμένει / κι όποιος δεν καταλαβαίνει, δεν ξέρει πού πατά και πού πηγαίνει"



Εικόνα Δεύτερη: Το παρόν. Η γερμανίδα μας κατουράει, η γαλλίδα μας μπινελικώνει.



Εικόνα Τρίτη: Το μέλλον. Η Τριανδρία.

GatheRate

Σάββατο 10 Απριλίου 2010

Τα άλλοθι και η στρογγυλή γλώσσα



Διάβαζα στον Σαραντάκο για τον Μιστριώτη. Στο ποστάκι παραθέτει απόσπασμα μιας ομιλίας του αρχαϊστή καθηγητή που εκφώνησε λίγο πριν κορυφωθούν οι ταραχές των Ορεστειακών το 1903 (με δύο νεκρούς).

Είναι γνωστό ότι ο Μιστριώτης ακόμα και στην εποχή του θεωρούνταν ακραίος και αρκετά γραφικός, γνωστός ως ο άνθρωπος που ζητούσε στάση λέγοντας "στήθι, ω τραμ" κτλ. Στην εποχή μας ίσως θα ωρυόταν σαν νευρασθενικό ανθρωπάκι μέσα από σκιώδη κανάλια, θα ήταν ο λωλός ή παρεστιγμένος καλεσμένος ενημερωτικών εκπομπών ή θα έσκουζε από το βήμα νομοθετικών σωμάτων. Ποιος ξέρει. Ίσως πάλι ο αυθεντικός Μιστριώτης να είχε επιβλητικό παράστημα και βροντερή φωνή και να τον αδικώ. Πάντως το όλο περικοκλάδες κινδυνολογικό και γκροτέσκα ιστοριοδιφικό περιεχόμενο της ομιλίας που παραθέτει ο Σαραντάκος κάπως έτσι με έκανε να τον φανταστώ.

Πήγε λοιπόν αυτός ο Μιστριώτης και συνέγειρε τα πλήθη. Τους είπε πως ό,τι είμαστε είμαστε λόγω των Αρχαίων: αυτούς ξέρουν οι ξένοι, αυτούς εμπιστεύονται. Η μαλλιαρή είναι σαν πυτζάμα και σωβρακοφανέλα, σαν ρόμπα: πού πας στο θέατρο με τα μπικουτί στην καούκα. Οι μαλλιαροί "επανάγουσι εις τα Ελληνικά στόματα Ενετικάς ή Τουρκικάς λέξεις και πλάττουσι κακόηχα λεξίδια, άπερ διεγείρουσι τον έμετον". Παραστατικά και όχι παράλογα. Ο Χατζηνικολάου, η Τρέμη, ο Πρετεντέρης, αλλά κι ο Τσίμας και αυτοί οι πρωινοί που δεν τους θυμάμαι κι ο Καμπουράκης και ο Οικονομέας θα τον καλούσαν στις εκπομπές τους για να εκθέσει τις απόψεις του και να διατυπώσει τις θέσεις του. Ο Λαζόπουλος θα τον σατίριζε και θα τον χλεύαζε, κάπως πατερναλιστικά· μπορεί να τον έβγαζε και θύμα αγαμίας ή πούστη ή κάτι ζαβό και φαιδρό τέλος πάντων. Εγώ κι εσύ και κάποιος άλλος θα αναιρούσαν τις απόψεις του γράφοντας αναρτήσεις, άρθρα, λιβέλους.

Και όλα αυτά θα ήταν αναμενόμενα.

Όμως, στην εποχή μας τουλάχιστον, ελάχιστοι θα τολμούσαν να επισημάνουν ότι ο Μιστριώτης είναι ακραίος και επικίνδυνος, ακόμα κι αφού θα έπεφταν νεκροί για μια μετάφραση δύο άνθρωποι. Θα αποσυνδέαν τέτοια μεμονωμένα περιστατικά από τις καθ' όλα σεβαστές (αν και κάπως ιδιόμορφες) απόψεις, τις αρχές που υπηρετεί με συνέπεια και τα φλογερά κηρύγματα του κυρίου Μιστριώτη (πανεπιστημιακού, βουλευτή ή δεν ξέρω τι). Το γραφικό πια τσίρκο που λέγεται Αριστερά (και δεν έχει απλώς χάσει την μπάλα, έχει να τη δει από τον Νοέμβριο) θα έκανε ασυνάρτητες δηλώσεις δια των εκπροσώπων της, προσεκτικά διατυπωμένες ώστε να υπογραμμίζεται η χρησιμότητα της συνιστώσας από την οποία προέρχονται και ατελέσφορα πασπαλισμένες με Μπαντιού, λαϊκή σοφία, Τσιτσάνη, Αλτουσέρ και -- φευ -- ίσως και Γκράμσι. Και Ντεμπόρ παίζει, για τους επί το εξωκοινοβουλευτικότερον.

Ευτυχώς λίγοι είναι πια πρόθυμοι να πεθάνουν για γλωσσικά ζητήματα (έχουν πάντως όλοι μπλογκ). Πολλοί είναι όμως πρόθυμοι να σκοτώσουν ή να ανεχτούν να σκοτώνονται άλλοι (ιδίως άμα είναι σκούροι, φοράνε σαγιονάρες στον δρόμο, έχουνε προτεταμένα ζυγωματικά ή ζέχνουν σκόρδο και κουρκουμά). Χωρίς να υπάρχουν μεγάλα πνευματικά ή πολιτικά ζητήματα, απλώς επειδή η πατρίδα κινδυνεύει· γενικά. Αυτοί έχουνε το άλλοθί τους, το ανέχονται όλοι: τον κάθε Μιστριώτη του '10. Άλλοι θα τον θεωρήσουν πολύ μαλακό, άλλοι πολύ φανατικό, άλλοι πολύ γελαδερό. Θα υπάρχει όμως ως σημείο αναφοράς.

Το βραχυπρόθεσμο μέλλον, για να μιλήσουμε χύμα, ανήκει στον φασισμό και στις αιρέσεις του. Οι απόστολοί του, πάντα με άλλοθι και πάντα κάπου αλλού πηγαίνοντάς το, οι Μιστριώτες και χειρότεροί τους, υπάρχουνε και αντιμετωπίζονται ως ισότιμοι συνομιλητές (σχετικά) σοβαρών ανθρώπων: τους έχουμε συνηθίσει κανονικότατα από τη δεκαετία του '90 ήδη. Κι επειδή έπεται πικρός χαμός, φτώχεια και ακόμα πιο άγρια γκρίνια, τα χειρότερα έπονται.

Τα ευκόλως εννοούμενα παραλείπονται.

GatheRate

Τρίτη 6 Απριλίου 2010

Υποσημείωση για την αρπαχτή και την καιροσκοπία

Γράφει ο ad1951:
Οι (περισσότεροι) επιχειρηματίες στην Ελλάδα είναι καιροσκόποι και παρανομούντες για τους ίδιους λόγους που οι περισσότεροι δάσκαλοι στα Λύκεια δεν κάνουν καλά τη δουλειά τους, οι περισσότεροι αστυνομικοί ανέχονται τις παρανομίες, κτλ: στο περιβάλλον όπου δραστηριοποιούνται είτε δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς, είτε δεν έχει νόημα.

Ο επιχειρηματίας που πληρώνει ΙΚΑ για τους εποχιακούς υπαλλήλους θα χάσει στον ανταγωνισμό από αυτόν που δεν πληρώνει. Αυτός που επενδύει με δεκαετή ορίζοντα θα δει τα σχέδια του να ανατρέπονται όταν αλλάξει τρεις φορές το θεσμικό πλαίσιο στο οποίο βασίστηκε. Αυτός που τηρεί σωστά λογιστικά βιβλία θα φάει πρόστιμο όπως και αυτός που δεν τηρεί - και τα λοιπά. Με άλλα λόγια, ο καιροσκοπισμός είναι η ορθολογική επιλογή.

Οσοι (λίγοι) θέλουν να κάνουν κάτι πιο μακροπρόθεσμο και μεγάλο, και δεν είναι προμηθευτές του δημοσίου, αναγκαστικά κάποια στιγμή ιδρύουν μονάδες στο εξωτερικό — ή εξ αρχής ασχολούνται με τη ναυτιλία. Δηλαδή με τον τρόπο τους […] “φεύγουν στο εξωτερικό γιατί δεν τους σηκώνει το κλίμα”.

GatheRate

Πέμπτη 1 Απριλίου 2010

Συνέχεια



Απόψε στα Δώδεκα Ευαγγέλια κι αύριο στον Επιτάφιο ίσως θα θαυμάσετε τη δραματικότητα των ακολουθιών: τη δραματοποίηση του Πάθους. Σταύρωση, Αποκαθήλωση (κι ένας κενός Σταυρός), Εξόδιος Ακολουθία. Θα την αποδώσετε, ίσως, στη βυζαντινή κατάνυξη και μεγαλοπρέπεια, στη συνέχεια του δραματικού στοιχείου μέσα από το βυζαντινό τυπικό. Ίσως πάλι να γνωρίζετε ότι αυτά είναι καινοτομίες μεταβυζαντινές που ίσως ξεκίνησαν από το Αιγαίο (υπό την επιρροή των Φράγκων) και -- όπως λένε τα εγκόλπια -- άργησε να ενσωματώσει στο τυπικό της η Μητέρα Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως.

Οι παραδοσιακές φορεσιές όπως τις ξέρουμε χρονολογούνται στον 19ο αιώνα· υπάρχουν βεβαίως απεικονίσεις εκδοχών του 18ου αλλά είναι πραγματικά αλλόκοτες. Παραδοσιακό έπιπλο πριν το 1774 ουσιαστικά δεν υφίσταται. Τα παραδοσιακά φαγητά μας, η παραδοσιακή κουζίνα, χρονολογούνται στον 19ο αιώνα, με κάποια πιάτα μόνο να εξαιρούνται. Η παραδοσιακή μουσική μας, εκκλησιαστική και μη, δεν είναι παλιότερη από τον 18ο αιώνα, όπως μας υπενθύμιζε ο Μπερεκέτης στα Βουστάσια κι όπως γράφει εδώ o opoudjis. Η δημοτική ποίηση είναι η διασκευασμένη, αποκαθαρμένη και μεταφρασμένη των λογίων του 19ου και του πρώιμου 20ου αιώνα. Ακόμα και το τυπικό των εκκλησιαστικών ακολουθιών και το "έθος" πολλών εκκλησιαστικών πρακτικών είναι πάρα πολύ πιο πρόσφατα απ' ό,τι διαφημίζεται. Η γλώσσα οποιουδήποτε ελληνόφωνου μόλις του 18ου αιώνα (λογιότατου, παπά, χωρικού, ψαρά, αστού κτλ.) θα μας δυσκόλευε ανυπέρβλητα. Στην Κωνσταντινούπολη του 1410 θα τρώγαμε πραγματικά εξωτική κουζίνα. Παρόμοια πράγματα ισχύουν και για την αρχιτεκτονική, τα ήθη, τις αντιλήψεις μας.

Ένας λαός που ακκίζεται ανυπόφορα κι ακαταπαύστως στον ιδεασμό της παράδοσης και της συνέχειας είναι -- τελικά -- τόσο 'καινούργιος' όσο οι Αμερικάνοι ή οι Μεξικάνοι. Η νεοπαγής "μακεδονικότητα" που καγχάζουμε στους γείτονές μας, μας χαρακτηρίζει κι εμάς (αλλά συν 100τόσα χρόνια): οι Έλληνες είμαστε παιδιά του 19ου και του 20ου. Βεβαίως, οι καταβολές μας πάνε πολύ πιο πίσω, αλλά και ποιου δεν πάνε; Ιδίως όσες είναι είτε καρτερικά συντηρημένες (από θεσμούς όπως λ.χ. η Εκκλησία), νεκραναστημένες (π.χ. το "ελληνικό αθλητικό ιδεώδες" ή το θέατρο) ή και επινοημένες (...). Έτσι κι ο μεξικάνος πάει πιο πίσω από την κατάκτηση του Νέου Κόσμου από τους Ισπανούς. Έτσι κι ο μεξικανισμός είναι προϊόν μοναδικής σύνθεσης, αλληλοενσωμάτωσης και δυναμικής αλληλοπεριχώρησης των "tres culturas": της προκολομβιανής, της ισπανικής και της "σύγχρονης". Σημειωτέον ότι εδώ οι Μεξικάνοι μάς ξεπερνούν: μακάρι να αναγνωρίζαμε κι εμείς τον ρόλο της γενιάς του '30 στο ποιοι είμαστε ως εξίσου καθοριστικό με αυτόν της Ορθοδοξίας, της λαϊκής παράδοσης, της οθωμανικής διοίκησης, της Μεσευρώπης κτλ., κτλ.

Ακόμα και το Βυζάντιό "μας" είναι μακρινό, τόσο μακρινό όσο η σλάβα των Σέρβων, τα καφενεία της Βιέννης και οι εκκλησίες των Πρεσβυτεριανών στο Ινβερνές. Η μόνη πραγματική συνέχεια που υπάρχει στον (ευρύτερα) ελλαδικό χώρο είναι η γεωγραφία του, και μάλιστα η γεωγραφία του ελέω αρχαιολογίας, αρχαιογνωσίας και κατεδάφισης τζαμιών, φραγκοκάστελων καθώς και αναβαπτισμού οθωμανικών οχυρώσεων σε "βυζαντινές". Παραφράζοντας τον Πορτοκάλογλου, "κάποιος μας έριξε εδώ" και μας είπε "κατοικήστε αυτόν τον τόπο, είστε Έλληνες". Μας σύναξε σε τουρκοπόλεις όπως η Σαλονίκη, τα Γιάννενα κι η Λάρισα, σε αρβανίτικα κρασοχώρια όπως η "Αθήνα", σε λεβαντίνικα κάστρα όπως το "Ναύπλιο" και το "Ηράκλειο" (η Κάντια, το Κάστρο, ο Χάντακας), σε νέες νεοκλασσικές πόλεις όπως ο Βόλος, η Πάτρα, η Ερμούπολη, η Σπάρτη. Στους προγόνους μας (κατά το ένα τρίτο ξενόφωνους και ντιπ για ντιπ χαμένους) δίδαξαν κι επέβαλαν μια μεικτή αλλά νόμιμη (λέει) λαλιά: μοραΐτικα-επτανησιακά-κρητικά στο μίξερ με μπόλικο αρχαίο από πάνω και τους είπαν "μάθετε ελληνικά-μιλάτε ελληνικά". Είμαστε μια ντεκαφεϊνέ (αλλά πολύ δημοφιλέστερη, αρκετά παλιότερη και πολύ πιο χωνεμένη) εκδοχή των Ισραηλινών.

Νομίζουμε ότι με την αυθεντικότητά μας πείσαμε τους δυτικοευρωπαίους για την ελληνικότητα και τον ελληνισμό μάς αλλά και για το πώς και η ρωμιοσύνη μας και ο 20ος μας αιώνας είναι, κατ' ουσία, ελληνικότητα κι ελληνισμός ελληνικότερα του ελληνισμού τους. Πλανιόμαστε: αυτοί μας έφτιαξαν Έλληνες, αυτοί ξέρουν. Είμαστε παιδιά ενός πρότζεκτ της Ευρώπης, πολύ πετυχημένου αλλά με τα προβλήματά του (τα οποία έφαγε η γενιά του 1922 και η δικιά μας): της αναβίωσης του Ελληνισμού και της Ελλάδας.

Γι' αυτό, τελικά, είμαστε οι πιο Ευρωπαίοι Ευρωπαίοι. Σχεδόν όσο και οι Βέλγοι ή οι (πάλαι) Τσεχοσλοβάκοι: σ' εκείνους έφτιαξαν κράτη, στην περίπτωσή μας έφτιαξαν κι εμάς. Κάπως όπως στο τέλος της "Επαφής" του Καρλ Σέιγκαν, τα δημιουργήματα αναγνωρίζουν την υπογραφή του δημιουργού τους σε κάτι που νόμιζαν φυσικό και άλογο: στα τελευταία ψηφία του πι.

Καλό Πάσχα, Καλή Ανάσταση: δυο μυστήρια άξια λόγου έχει η Χριστιανοσύνη, την Ευχαριστία-Αναίμακτη Θυσία και, πάνω απ' όλα, την υπόσχεση της Ανάστασης των σωμάτων. Χαρείτε τα κι αφήστε τις μεταφυσικές βεβαιότητες για τους φανατικούς.

GatheRate

Τετάρτη 24 Μαρτίου 2010

26132462



Ετοίμαζα ένα ποστ με αφορμή το κείμενο της Σχινά για το σεξ στην αμερικανική λογοτεχνία.

Επίσης είχα στον νου μου να γράψω για τον Ian McEwan, με αφορμή ένα κείμενο για το τελευταίο του μυθιστόρημα Solar.

Έχει όμως πέσει αρκετή δουλειά και δεν ασχολήθηκα. Κάποια στιγμή κάθησα να φάω μεσημεριανό. Αρχίζει μια διαφήμιση στην ΕΡΤ sat. "A! Ήθελα να σου πω γι' αυτό.", είπε η συμβία.

Ήτανε μια διαφήμιση (που δε βρίσκεται με τίποτε στο youtube) στην οποία το ελληνικό δημόσιο ισχυρίζεται ότι "η Ελλάδα δεν είναι εγκλωβισμένη" και μας καλεί, εμάς της διασποράς, της ομογένειας κτλ., να καταθέσουμε στον λογαριασμό αλληλεγγύης για την απόσβεση του δημοσίου χρέους στην Τράπεζα της Ελλάδος.

Τέλειωσα το φαγητό, έφαγα ένα κομμάτι πάστα φλώρα που έφτιαξε χτες η συμβία και κάθησα να γράψω αυτό το ποστάκι.

GatheRate

Σάββατο 20 Μαρτίου 2010

Όχι ποστ

αλλά σημείωμα.



Παραπονιόμουν εδώ ότι ο καθένας λέει το κοντό και το μακρύ του κι ότι δεν έχει και καμμιά αντίληψη του ότι λέει παπαριές. Κι αναρωτιόμουν ο κακομοίρης πώς και γιατί.

Τρία χρόνια μετά μου έφεξε κι εμένανε. Γιατί "η γνώμη του ειδικού δεν είναι απλώς 'ισοβαρής' με του οποιουδήποτε, είναι υποδεέστερη"; Πώς "μπορεί κανείς να επικαλεστεί την Αυθεντία με τους πιο αδόκιμους (και αδόκητους) τρόπους";

Είναι πολύ απλό: οι περισσότερες δημόσιες συζητήσεις στην Ελλάδα ενορχηστρώνονται ώστε να διεξάγονται μεταξύ άσχετων και, πάρα πολλές φορές, μεταξύ γενικώς αγράμματων.

Και, φυσικά, οι περισσότερες δημόσιες συζητήσεις απευθύνονται σε ηθικολόγους αγράμματους με παραισθήσεις μεγαλείου ή και σύμπλεγμα καταδίωξης. Ας όψεται το εκπαιδευτικό μας σύστημα που μας μαθαίνει αρχαία (;) κι αποστήθιση, να γράφουμε εκθεσούλες, να περνάμε (;) εξετάσεις και να συλλέγουμε πτυχία.

Να μας πάρει ο διάολος, να τελειώνουμε με το μεγάλο χιμαιρικό πρότζεκτ του δυτικού πολιτισμού που λέγεται "νέος ελληνισμός". Αρκούν 250 χρόνια φούμαρα: ό,τι χτίστηκε, χτίστηκε. Να γίνουμε κι εμείς η μικρομεσαία χώρα που είμαστε, με τις παραδόσεις μας, με τις ευαισθησίες μας, με τις μαλακίες μας, με τα δικά μας.

GatheRate

Τρίτη 16 Μαρτίου 2010

Ντοκυμαντέρ με σαύρες



Εντάξει, θα βγει πάλι ο καλός μου φίλος να μου πει ότι σιγά-σιγά μετατρέπομαι σε Σεφέρη (μακριά από πάνω μας! φτου φτου κακό!), αλλά εάν μου έλεγε κάποιος πριν πέντε ή δέκα χρόνια ότι όλα θα μου πηγαίνουν καλά (δόξα Σοι ο Θεός) και ότι θα νιώθω δυστυχισμένος από το τι γίνεται στην Ελλάδα, θα κακάριζα στα γέλια. Εάν επίσης μου έλεγε ότι θα μίλαγα με την τηλεόραση σαν τη γιαγιά μου που μπινελίκωνε την κακιά στρίγγλα όταν έβλεπε Εσμεράλδα και Σκλάβα Ιζάουρα, ε, θα τον μούτζωνα.

Ό,τι κοροϊδεύεις το λούζεσαι.

Ο παππούς (συζυγος της γιαγιάς που λέγαμε) είχε ένα μόττο: "ου με πείσεις καν με πείσης", που τάραζε και αναστάτωνε την παιδική ψυχούλα μου (που λέμε). Το χρησιμοποιούσε συχνά όταν τον στρίμωχνες. Υπενθυμίζω ότι ο παππούς ήταν του γένους "Ξεροκέφαλου", Θεός σχωρέσ' την προγιαγιά μου. Τέλος πάντων, θυμάμαι που τον ρωτούσα πώς γίνεται να μην πειστεί κάποιος ακόμα κι αν πειστεί, δεν το καταλάβαινα αυτό το πράμα. Απαντούσε ότι άμα είσαι σίγουρος για κάτι, δεν αλλάζεις γνώμη ακόμα κι αν σε πείσουνε με επιχειρήματα. Έτσι: Έλληνας: οι πεποιθήσεις πάνω από τα επιχειρήματα. Και τώρα, δεκαετίες μετά καταλαβαίνω, έτσι πιο βιωματικά, τουλάχιστον πώς συμπεριφέρεται κάποιος που δε θα πειστεί ακόμα κι αν πειστεί. Αφού η αμετανοησία και η σολιψιστική αυτοδικαίωση είναι η εθνική μας ιδεολογία. Ξεχάστε τις ορθοδοξίες και τις παραδόσεις, τέλειωσαν αυτά. Αρκεί να φταίνε πάντα οι άλλοι.

Τα υπόλοιπα, ευκόλως εννοούμενα που λέμε, παραλείπονται.

Κατανοώ βεβαίως ότι δεν πιάνω τον σφυγμό του απλού ανθρώπου, τον καημό της Ρωμιοσύνης και τον παλμό του κοσμάκη αλλά δεν είμαι ντιπ για ντιπ. Όχι. Γι' αυτό κι αισθάνομαι κάπως άσχημα που δεν το είχα πάρει πρέφα καθόλου. Δεν εννοώ τον υποκριτικό βικτωριανισμό του Έλληνα, αυτά τα έχουμε ξαναπεί. Εννοώ την ανήκεστη πείνα του Έλληνα και της Ελληνίδας. Αν κρίνω από την απίστευτη απήχηση του ντιβιντί. Δεν μπορεί όλο αυτό το τρελό το μπρουχαχά και το πανηγύρι να οφείλεται στο ότι όλος αυτός ο κόσμος (συμπεριλαμβανομένης λ.χ. της θείας της Πίτσας) ήθελε να δει ντε και καλά το γνωστό ξανθό κομοδινάκι να βατεύεται. Μάλλον άντρες και γυναίκες, Ελληνίδες κι Έλληνες, ήθελαν πώς και πώς να δούνε κάποια να το κάνει, οποιαδήποτε. Όποια να 'ναι. Όχι γιατί δεν το κάνουν οι ίδιοι και οι ίδιες. Παρά γιατί μάλλον δεν πολυκαλοπερνάνε. Έτσι φαίνεται.

Ανάθεμα στις τηλεοράσεις στις κρεβατοκάμαρες, δηλαδή.

Είπαμε: εμείς πάντως δε φταίμε.

GatheRate

Κυριακή 14 Μαρτίου 2010

Λεπτομέρειες

Ο kukuzelis με έχει κατά καιρούς ενθαρρύνει να αφοσιώνομαι περισσότερο στις στιγμές, στις λεπτομέρειες. Απόψε θα ασχοληθώ λοιπόν μόνο με λεπτομέρειες.

1.
Αυτό το κείμενο. Μιλάει για μια σημαντική λεπτομέρεια. Τελικά, η Αριστερά πρέπει να αποφασίσει για ποιους θα αγωνίζεται: τους μανδαρίνους; τους συμβασιούχους; τους απολυμένους εργάτες; Επίσης, με ποιον σκοπό; Να περνάν άνετα; Να μη χάσουν κεκτημένα; (υπάρχουν μανδαρίνοι λ.χ. διοικητικοί στη ΔΕΗ που θα έπρεπε να χάσουν πολλα κεκτημένα). Δεν μπορεί να είναι η Αριστερά τα πάντα τοις πάσι.

2.
Η αηδία που θα στείλουμε στη Γιουροβίζιον. Αηδία. Ζυγίζουμε τι περιμένουν οι άλλοι από εμάς, πώς θα ανταποκριθούμε στις προσδοκίες τους. Κι αποφασίζουμε. Σα νευρωσικά παιδιά φορτικών γονιών. Έχουμε κολοσσιαίο σύμπλεγμα κατωτερότητας σα λαός, αναμετριόμαστε συνέχεια με το "παρελθόν μας" και βγαίνουμε λειψοί. Αντίστοιχο σύμπλεγμα, απ' ό,τι ξέρω, έχουνε κι οι κακομοίρηδες οι Τούρκοι που μισεί, αντιπαθεί ή περιφρονεί σύσσωμη η υφήλιος (εκτός, ξέρω γω, από τους Αζέρους)· εκείνοι πάλι αναμετριούνται επανειλημμένα με την εξιδανικευμένη Δύση (η πρόσφατη, σχεδόν κωμική, συνέντευξη του Παμούκ στο περιοδικό της κυριακάτικης Καθημερινής είναι χαρακτηριστική).

3.
Θεατρικά κείμενα. Σας παρακαλώ. Έχουμε ίσως το καλύτερο θέατρο στην Ευρώπη. Μην ανεβάζετε θλιβερά κείμενα κουτών Ισπανών, Εγγλέζων, Πετσενέγων και Τολτέκων. Δεν περπατάνε. Κρίμα τους σκηνοθέτες, κρίμα τους ηθοποιούς.

4.
Ξινά μούτρα. Δεν ξέρω εάν, όπως ισχυρίζεται ο Τσαγκαρουσιάνος, οι Αθηναίοι έχουν τα πιο ξινισμένα μούτρα της Ευρώπης. Οι Μοσχοβίτες, λ.χ., δεν πάνε πολύ πίσω. Ξέρω ότι στην πατρίδα μου η ευγένεια υποκρύπτει υστεροβουλία και το αυθόρμητο χαμόγελο και η καλή διάθεση μαρτυρούν ιδιωτεία. Δεν είναι μάλλον τυχαίο που μισούμε τους χαμογελαστούς κοσμοκράτορες.

5.
Ο κύριος Σαμαράς μίλησε για αυτοκριτική και αυτοκάθαρση του Κόμματός του. Προτείνω μια εναλλακτική ερμηνεία: το Κόμμα έκανε και κάνει ό,τι κάνει όταν το κάνει και όπως το κάνει γιατί δε γίνεται να κάνει αλλιώς. Μετά κάνει αυτοκριτική. Τζάμπα είναι. Στην πραγματικότητα, "ο αρνηθείς δεν μετανοιώνει. Aν ρωτιούνταν πάλι, όχι θα ξαναέλεγε". Αυτά ισχύουν ακόμη περισσότερο για το Κόμμα που επί πενταετία κυβερνούσε με γνώμονα το πολιτικό κόστος και πλοηγό τις δημοσκοπήσεις.

6.
Όπου κουβαλούν το σχολείο τους μαζί τους οι Έλληνες, κουβαλάνε μοιραία και τις εμμονές τους αλλά, κυρίως, τον απομονωτισμό τους, την οργάνωσή τους σε μικρά γκέτο: είτε στα χωριά των γκασταρμπάιτερ, είτε στα εγγλέζικα κάμπους, είτε στη Μελβούρνη. Θέλουνε πάντα να νιώθουν ταμπουρωμένοι στο δικό τους τοπικό χάνι της Γραβιάς. Κι ας μην ξέρουνε που πέφτει η Γραβιά. Ούτε εγώ ξέρω.

7.
Οι ηλικιωμένοι, οι δικοί μας ηλικιωμένοι, καταδικασμένοι σε απραξία και τηλεόραση. Σε μια κοινωνία και μετά από ένα σχολείο που αποθαρρύνει οτιδήποτε δημιουργικό, ιδίως άμα είναι ευχάριστα δημιουργικό: βιβλίο, μουσική, σκίτσο -- κάτι. Τουλάχιστον οι μεγαλύτερες ηλικιωμένες γυναίκες ξέρουν εργόχειρο.

GatheRate

Παρασκευή 12 Μαρτίου 2010

Ιδιοφυές

Παίρνεις ένα στάνταρ τραγουδάκι των Morcheeba, το ρίχνεις πάνω στο Street Spirit και βγάζεις κάτι υποβλητικό και κάπως ψυχοβγαλτικό:



Ίσως το αγαπημένο μου mashup από τότε που το άκουσα σε ένα ταξί που έπαιζε Red FM, κούρσα νυχτερινή από τον Πειραιά.

GatheRate

Béla!



Béla Bartók

GatheRate

Πέμπτη 11 Μαρτίου 2010

Κάτι παραπάνω από 1800 νύχτες



Διάβασα το επετειακό του old boy και συνειδητοποίησα ότι συμπλήρωσα πενταετία στην ελληνική μπλογκοκοινωνία. Διαβασα το πρώτο πραγματικό μου ποστ. Μετά, το δεύτερο. Πόσο λίγα πράγματα έχουν αλλάξει τα τελευταία πέντε χρόνια.

Αντίθετα με τον old boy δεν ξέρω να σας πω για τη γραφή. Γράφω ό,τι μου κατέβει, όταν μου κατέβει, νύχτα συνήθως.

GatheRate

Τετάρτη 10 Μαρτίου 2010

and the world smiles

Το κάτωθι αναρτημένο είναι -- παραδόξως -- συμπαθητική διασκευή ενός συμπαθητικού τραγουδιού. Συμπαθητικού για μένα, όπως κάποιοι συμπαθούν τη Βίνα Ασίκη ή τη Βάνα Μπάρμπα των βιντεοταινιών (εμένα με συγκινούσε η Ρένα Παγκράτη, μου άρεσε το παραπονιάρικο νάζι της). Το βίντεο είναι έγια μόλα έγια λέσα, αλλά στο πνεύμα των ημερών: η καψούρα κι ο παραδοσιακός τουρκοκαρραλίδικος νταλκάς αποδίδονται ως ελεφρύ εσ-εν-εμ με αφέντρες στα λάτεξ και τεκνά στα δερμάτινα. Νάις.



Το βίντεο του Μαζώ φυσικά θυμίζει αυτό, αν και η Γκάγκα είναι ταλέντο και -- αν υπάρχει δικαιοσύνη και mutatis mutandis, που λένε -- η κοπέλα θα κάνει μια καριέρα δυόμιση φορές σαν της Μαντάνας. Κι αυτό παίζει στο πνεύμα των ημερών: Χαλασμένη Σχέση.

Όμως. Το παρακάτω τραγούδι παίζει συνέχεια μέσα στο κεφάλι μου, όταν δεν παίζει στο άιποντ.

GatheRate

Δευτέρα 8 Μαρτίου 2010

Μαλακία



Γράφει ο Ολντμπόυ ο Μέγας:
[...] όταν το 1999 όλη η Ελλάδα μπήκε στο χρηματιστήριο για να βγάλει λεφτά σε μια μέρα, η κερδοσκοπία ήταν προφανώς καλό πράγμα. Ένας λαός φάνηκε να μην έχει ηθικό κώλυμα να πλουτίσει χωρίς κόπο, χωρίς αξία, χωρίς έργο, με αέρα κοπανιστό. Και μπορεί πέρσι το σλόγκαν «το νόμιμο είναι και ηθικό» να λοιδωρήθηκε, αλλά τουλάχιστον δυο δεκαετίες τώρα η ηθική είχε περίπου ταυτιστεί με τη μαλακία.

GatheRate

Σάββατο 6 Μαρτίου 2010

Μέρες του 2010



Η επάνοδος της ηθικολογίας. Τόση και τόση κουβέντα γύρω από μια τσόντα. Όλοι παριστάνουν ότι δεν ξέρουν όσα ξέρουν: ότι η τσόντα είναι καλογυρισμένη, τόσο καλογυρισμένη που αν είχαμε κι άλλες τέτοιες, θα ξεπερνούσαμε τους Ούγγρους σε τζίρο. Ότι οι γλάστρες και τα κορίτσια των συναφών κλάδων κάνουν βίζιτες (τουλάχιστον αυτό το λέει ο Γεωργελές). Ότι η μπλαζέ περσόνα με το πρόστυχο μουτράκι αλλά τσαχπινιά κολοκύθας κυκλοφορεί εδώ και χρόνια φλομωμένη στην κόκα. Και φυσικά, δικαίωμά της να πιστεύει ότι δικαιούται τη φήμη και, φυσικά, δικαίωμά της να περιφέρεται ζαβλακωμένη από το χιόνι που τραβάει. Αλλά πώς γίνεται τα κανάλια που μας τη ρίχνουνε στη μάπα τόσα χρόνια τώρα να κάνουν πως ερυθριούν κατάπληκτα; Η κόκα δεν πειράζει, η σαμπάνια μας πειράζει.

Στο μεταξύ, ηθικολογίες. Πολλές ηθικολογίες. Παραλληλισμοί του βίντεο με την οικονομία. Η Τζούλια ως η ελληνίδα Marianne. Κομψές μεταφορές που μας κάνουν να αισθανόμαστε ευφυείς. Πολλές από αυτές τις ηθικολογίες τις παράγουν άνθρωποι που ζουν προσωπικές στιγμές σαν της άφρυδης στάρλετ (μείον δύο κάμερες και με παραλλαγές κατά τα γούστα, τα φάρμακα, τα βαλάντια και τις αντοχές τους). Πολλές από αυτές τις ηθικολογίες απευθύνονται σε θλιμμένους ανθρώπους των οποίων οι προσωπικές στιγμές είναι ανώδυνες κι ανεπαίσθητες.

Στο μεταξύ ζούμε σε μια (τουριστική) χώρα χωρίς δημόσιες τουαλέτες, όπως έγραψε ο Θεοδωρίδης στον Αγγελιοφόρο πρόσφατα. Απεργούμε γιατί Crisis pay the plutocracy. Να υπενθυμίσω ότι η κρίση λίγο άγγιξε την Ελλάδα κι ότι τώρα καλούμαστε να ξεπληρώσουμε δανεικά δικά μας κι όσα φάγαμε ομοθυμαδόν κι εξ αδιαιρέτου για 30 χρόνια: μίζες, λογιστικές απάτες, λαδώματα, σπατάλες, εικονικά έξοδα, αργομισθίες, επιχορηγήσεις που έγιναν μπουζούκια, συντάξεις μαϊμού, υπερτιμολογήσεις, επιδοτήσεις που έγιναν αμάξια, υπεράριθμους διορισμούς, απάτες σε βάρος ασφαλιστικών ταμείων.

Στο μεταξύ κανα-δυο εκατομμύρια δουλεύουνε δυο δουλειές και πληρώνονται από τη μισή.

Είπε η Μ. απόψε: αν στήναμε το El sistema εδώ, θα υπέγραφαν είκοσι για να πάρουν την επιχορήγηση, θα πάταγαν πέντε και κανείς δε θα μάθαινε τίποτα. Θα πλούτιζαν όσοι θα νοίκιαζαν αίθουσες κι οι οργανισμοί που θα αναλάμβαναν τη διοργάνωση.

Έτσι λοιπόν: συνεχίστε να απεργείτε. Αθώοι, ανεύθυνοι κι ωραίοι. Πάντα γελαστοί κι ωραίοι.

Στο μεταξύ τα ΜΑΤ βιαιοπραγούν κατά ενενηντάχρονου -- αλλά εμάς μας κόφτει που δεν αναγνώρισαν ότι είναι ο Μανώλης Γλέζος. Ο Παπαστράτος δίνει πενθήμερες υποχρεωτικές διακοπές άνευ αποδοχών, αλλά εμείς κλαίμε τον έρμο τον Παλαιστίδη και την trahison des clercs. Ασχολούμαστε με το κωλοδάχτυλο εξωφύλλου σε περιοδικό τρίτης κατηγορίας ενώ η Αρεοπαγίτου έχει περισσότερη κίνηση από την Μπενάκη. Ψηφίζουμε νόμους για το κάπνισμα που δεν εφαρμόζονται -- ή μάλλον εφαρμόζονται τόσο όσο θα εφαρμοζόταν ο περί της στρατολογίας των Ελλήνων εάν πήγαινε φαντάρος ένας άρρην στους πέντε.

Η ηθικολογία επιστρέφει (μας άφησε ποτέ;): το Μάουζερ αξιολογείται με βάση την (αντι)κομμουνιστική ορθοφροσύνη του, η ταινία του Σκορσέζε με βάση τον χειροπιαστό ή μη αντιαμερικανισμό της, τα λογοτεχνικά βιβλία με το αν οι πρωταγωνιστές λένε κακά λόγια και η επιστήμη πρέπει να περνάει εξετάσεις εθνικής ορθότητας.

Παλιότερα η Ελλάδα με θύμωνε και με ζοχάδιαζε. Τώρα είναι πηγή έντονης δυστυχίας.

Ο Γιώργος λέει ότι όλα όσα συμβαίνουν στη χώρα είναι συμπτώματα ενηλικίωσής της. Εγώ διαγινώσκω οξύ έμφραγμα.

GatheRate

Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου 2010

Τη σακούλα παρακαλώ



Έχουνε ξαμοληθεί τα τσούρμα και ανευρίσκουν ανθέλληνες και ανθελληνισμό παντού. Όπως φέρεται ο μέσος Έλληνας και Ελληνίδα στα γκομενικά του και τα γκομενικά της ("αυτός / αυτή φταίει"), έτσι ακριβώς φερόμαστε ως συλλογικό υποκείμενο: "φταίνε οι άλλοι". Έτσι ακριβώς: όχι μόνο φταίνε, αλλά μας μισούνε κι από πάνω. Διότι άλλη δουλειά δεν έχουν.

Τα ίδια και τα ίδια.

(Στη φωτογραφία από κάτω, μιαροί ανευλαβείς γυμνιστές Γερμαναράδες βεβηλώνουν την Ολυμπία μας. Τουλάχιστον την έχουνε μικρή, αντίθετα μ' εμάς τους Αδώνιδες που την έχουμε κανναβή σαν του Καραϊσκάκη.)

GatheRate

Πέμπτη 25 Φεβρουαρίου 2010

της υμετέρας



Αυτή η εβδομάδα φεύγει γρήγορα σε μαστορέματα, συναρμολογήσεις και επισκευές. Αν μου έλεγε κανείς στα είκοσί μου ότι θα συναρμολογώ δίμετρη δίφυλλη ντουλάπα σε 30 λεπτά θα τον κοιτούσα με το γνωστό μισόξινο ύφος μου. Αλλά αυτό είναι το καλό: αφήνεις πίσω την πρώτη νεότητα και μπαίνεις στα καλύτερα. Μαθαίνεις να αλλάζεις και να το χαίρεσαι.

Στο τέλος της πρώτης νεότητας έβαζα υπογραφή στα ιμέιλ μου το "δεν είμαι ο Έλληνας που έχεις συνηθίσει / έχω ένα πρόβλημα για κάθε σου λύση". Μετά πέρασα μια επιστημολογική μεταστροφή και υπέγραφα λιγότερο ψωνισμένα: "He may be subtle, but never malicious" (μετάφραση του "Raffiniert ist der Herr Gott, aber boshaft ist Er nicht" του Αϊνστάιν, διακήρυξη γνωσιολογικής αισιοδοξίας, ίσως αβάσιμης, αλλά πάντα συγκινητικής).

Δεν ξέρω, κάποιο πρόβλημα έχω. Στάνταρ. Δεν κάνω κάτι αν δεν νιώθω καλά και βαθιά μέσα μου ότι πρέπει να το κάνω. Φυσικά, αυτή είναι η γραμμή υπεράσπισης κάθε τεμπέλη, κάθε κλασσικού τεμπέλη, ακριβέστερα. Αλλά, αν θέλουμε να είμαστε επιεικέστεροι μαζί μου (εγώ θέλω, αμέ), ίσως απλώς σημαίνει ότι δεν είμαι άνθρωπος της συνήθειας. Καθόλου, δηλαδή.

Έβλεπα την αντίστροφη μέτρηση με τα 30 καλύτερα ζεϊμπέκικα της τριακονταετίας. Ο ζεϊμπέκικος σα ρυθμός με κουμπώνει πάνω του. Για χρόνια φαντασιωνόμουνα διάφορα ροκ τραγούδια διασκευασμένα σε ζεμπεκιές (ντρέπομαι να πω ποια). Είναι ο πιο ξεσηκωτικός ρυθμός για μένα, ίσως μαζί με αυτόν των ίντυ που έβγαλε το Μάντσεστερ στις αρχές της δεκαετίας του '90. Φυσικά είμαι άθλιος χορευτής, τείνω προς αυτό που η λαμπρή κουμπάρα μου (αστέρι των δημοσίων σχέσεων) αποκαλεί 'γλαροζεμπέκικο': ανοίγεις τα χέρια-φτερά και μετεωρίζεσαι περιμένοντας να σου 'ρθει ψηλοκρεμαστά η καραβίσια κασερόπιτα από το κατάστρωμα. Στο μεταξύ χαμογελάς σαν υφυπουργός του Ανδρέα Παπανδρέου.

Κάθησα λοιπόν να δω την εκπομπή με πολύ ενδιαφέρον, να δω τι ζεϊμπέκικα που βγήκαν μετά το 1980 αρέσουν. Με εξαίρεση συμπαθείς παρουσίες όπως ο Κοντολάζος, ο Μάκης κι ο Αδαμαντίδης (κανείς τους δε μ' αρέσει αλλά είναι καλοί άνθρωποι, λένε όσοι είναι στην πιάτσα, ο δε Χριστοδουλόπουλος είναι φωνάρα), η εκπομπή ήταν α-νυ-πό-φο-ρη. Περίμενα πώς και πώς τη 'Ρόζα' και έφαγα στη μάπα ένα σωρό σκουπίδια απαράλλαχτα μεταξύ τους. Απαράλλαχτα ρυθμικά (ε, ναι, αφού όλα ήταν ζεϊμπέκικα) αλλά και μελωδικά. Μα όλα τα ίδια ακόρντα; Όλα; όλα η ίδια μαλακία στον στίχο; και σας 'νοχλάει ο Καρβέλας μετά;

Εκεί όμως που σχεδόν έχασα το φως μου ήταν με τα σχόλια: "αυτό είναι τραγούδι που ζητάς όταν χωρίσεις", "ήμουνα καψουρεμένος και το έκανα παραγγελιά συνέχεια", "ζεϊμπέκικο για πολλά ουίσκια", "ποιος καψούρης δεν το χόρεψε", "ύμνος όσων ερωτεύτηκαν και πόνεσαν" και άλλα τέτοια μπουζουκονταγλάν επιφωνηματικά.

Αυτός είναι ένας κόσμος που εγκυκλοπαιδικά ξέρω καλά, όπως κάθε παιδί της γενιάς μου ξέρει λ.χ. τα αμερικάνικα γυμνάσια μέσα από χαζοταινίες της δεκαετίας του '80. Είναι όμως ένας κόσμος ξένος μου εντελώς. Όταν χώριζα άκουγα Μετάλικα και Τσανακλίδου (αυτή είναι πολύ επικίνδυνη) κι έβλεπα το Damage, το Carrington ή την Έμμα Γουώτσον να δίνεται στον κάθε χωριάτη για χάρη του ανάπηρου συζύγου της. Όταν καψουρευόμουνα έπινα τα ποτά μου σε κάτι μπαρ και το συζητούσα μέχρι εξόντωσης (των φίλων) με φίλους, ενώ σκεφτόμουν τον Yeats και τον Χρήστο Βακαλόπουλο κι άκουγα Violent Femmes, PJ και Τρύπες. Όταν απλώς επιθυμούσα, χωρίς έρωτες κι υπερούσια, καμμιά Μαντάνα ή κάτι μπιτάτο και με κανα πνευστό ήταν αρκετό. Ο Καρράς είναι φρικτή ηχορρυπανση κι ο Σφακιανάκης γραφικός. Δε λέω ότι είμαι καλύτερος. Λέω ότι προτιμώ να μου λένε οι Stones τις κοινοτοπίες που κηρύσσει ο Νότης κι ότι από την ηχορρύπανση ζεϊμπεκάδων και κοκάκηδων προτιμώ την ψυχεδέλεια τριπάτων μαλλιάδων ή τα κρασάκια πεθαμένων γερμανόφωνων του 18ου και του 19ου αιώνος. Όταν ερωτεύομαι, με εκφράζουν ο Μαργαρίτης, η Άντζελα, οι Ρέμοι και οι Κότσιρες όσο οι Kiss, οι Modern Talking, η Hildegard vοn Bingen κι ο Dieterich Buxtehude: καθόλου, μα ντιπ για ντιπ καθόλου.

Αυτό που λέω είναι το εξής: είμαι από σπόντα, μη με διαβάζετε:

βρείτε κάποιον μετέχοντα της υμετέρας παιδείας.

GatheRate

Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2010

Μικρές πικρές αλήθειες



Ο κύριος Καρατζαφέρης συνήθως δε λέει ανοησίες, αντίθετα με πολλά στελέχη του κόμματός του (το οποίο έχει ένα εραλδικά πολύ αλλόκοτο έμβλημα, αλλά αυτή είναι μια πτυχή του συμβολικού που δε μας απασχολεί στην Ελλάδα). Άλλωστε, εκτός από αρχηγός κοινοβουλευτικού κόμματος είναι πρώην δημοσιογράφος και διαφημιστής (κάτι που ενδεχομένως δικαιολογεί τα ελαφρώς κακόγουστα σλόγκαν του κόμματός του: "όλους εμάς ενώνει η Ελλάς" κτλ.).

Ο κύριος Καρατζαφέρης δήλωσε στη Βουλή ότι δεν είναι όλοι οι μετανάστες κακούργοι αλλά ότι οι περισσότεροι κακούργοι στις φυλακές είναι μετανάστες. Έχω την εντύπωση ότι έχει δίκιο. Να προσφέρω κι εγώ μια γενίκευση: δεν είναι όλοι οι άντρες κακούργοι αλλά οι περισσότεροι κακούργοι στις φυλακές είναι άντρες. Βεβαίως, οι μετανάστες κατα ΛΑ.Ο.Σ. είναι αναλώσιμοι ή εξοβελιστέοι, οι άντρες μάλλον όχι.

Αλλά ας μιλήσουμε για πικρές αλήθειες. Στις γειτονιές που ζούσαν φτωχοί Έλληνες ζούνε πια φτωχοί ξένοι. Στα χωριά που ζούσανε φτωχοί Έλληνες ζούνε πια φτωχοί ξένοι. Οι πλανοδιοπώλες, οι ζητιάνοι, τα κλεφτρόνια και τα βαποράκια δεν είναι πια λαϊκά ελληνόπουλα, πενόμενοι Έλληνες μικροσυνταξιούχοι, άεργοι Έλληνες και οι μονίμως εξαθλιωμένοι Τσιγγάνοι -- είναι ξένοι. Πού πήγαν οι φτωχοί Έλληνες; Έφυγαν οι περισσότεροι από τα χωριουδάκια κι από τα Πατήσια και την Αχαρνών. Έχουνε πια άδειες για τη λαϊκή, έχουνε περίπτερα, άδειες πλανοδιοπώλησης κι άδειες ταξί, άνοιξαν καφενεία, πήραν επιδοτήσεις, κληρονόμησαν κτηματάκια, νοικιάζουν δωμάτια κτλ. κτλ. κτλ. Δεν είναι πια τόσο φτωχοί. Πάρα πολλοί φτωχοί του ελληνικού σήμερα είναι ξένοι.

Κι άλλες πικρές αλήθειες: η μετανάστευση φτωχών (πάμφτωχων και εξαθλιωμένων, στην περίπτωση των πρώτων Αλβανών της δεκαετίας του '90 ή των νοτιοασιατών και μερικών Αφρικανών τώρα) πάντοτε αυξάνει το προσοδοφόρο έγκλημα. Μην πάτε μακριά, λ.χ. στις ΗΠΑ των αρχών του 20ου αιώνα, πηγαίνετε στο τι έγινε στη μεταπολεμική Γερμανία με τους γκασταρμπάιτερ: οι δικοί μας είχαν αναλάβει τον τζόγο και τη μαστροπεία (φαντάσου, λέει, να είσαι πόρνη στη Γερμανία του '50 με λ.χ. Θεσσαλό ή Ηπειρώτη νταβατζή: και θα σε βγάζει ανελέητα στο κλαρί, και θα σε τουλουμιάζει στο ξύλο που πας με άλλους -- σχιζοειδή πράματα, άρρωστα).

Αυτό συμβαίνει πάντα όταν πέφτουν φτωχοί και κυνηγημένοι άνθρωποι σε μια κοινωνία αφθονίας: θέλουνε λίγη από την αφθονία που βρίσκουν εκεί, μερικοί θέλουνε να στείλουνε λίγη και στην πατρίδα τους. Έτσι, άλλοτε κάνουνε δουλειές που δε θέλουν οι ντόπιοι (επιστάτες και βιομηχανικοί συναρμολογητές στη Γερμανία, ανθρακωρύχοι στο Βέλγιο της ΕΚΑΧ, μπιφτεκάδες και πιατάδες στο Αμέρικα), άλλοτε βρίσκουν πιο επικερδείς τρόπους (λαθρεμπόριο, κλοπές, διακίνηση, μαστροπεία, απάτη). Ακόμα και "οι δικοί μας", οι μικρασιάτες, έτσι έκαναν: έφεραν τα γράμματα στην Παλιά Ελλάδα, έφεραν το ρεμπέτικο και τους αμανέδες, έφεραν τον παστουρμά και τον καβουρμά και το σουτζούκι, έφεραν και το χασίσι και μια νέα μαζικότερη διάσταση στην πορνεία. Αυτά, ας πούμε, χρειαζόταν τότε η Παλιά Ελλάδα, όπως η σύγχρονη θέλει κόκα για να φτιαχτεί, πρέζα για να την ακούσει και δίμετρη ανατολικοευρωπαία τσαχπίνα (όχι κομοδίνο).

Για μένα η αντιμεταναστευτική στάση (προσέξτε: δε λέω ούτε "ρατσιστική", ούτε "φασιστική" ούτε τίποτα) είναι και βαθιά υποκριτική (σε μια χώρα που ζούσε από τη μετανάστευση) αλλά και εντελώς εξωπραγματική. Γίνεται λιγότερο εξωπραγματική αν ομολογήσουμε ότι είμαστε διατεθειμένοι να ανταλλάξουμε τη δημοκρατία με μια εικόνα της (όπως είπε κι ο πετεφρής πρόσφατα) και να γίνουμε φρούριο, αν θέλουμε να αγοράσουμε ασφάλεια ξεπουλώντας ελευθερία.

GatheRate

Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2010

Μαύρο λιβάδι



Να πάτε να δείτε το 'Μαύρο λιβάδι'. Καταπληκτική ταινία. Σταθμός, με τον τρόπο που είναι σταθμός οι ταινίες του Γιάννη Οικονομίδη (ιδίως το Σπιρτόκουτο): αλλάζοντας εντελώς τα συμφραζόμενα μέσα στα οποία γυρίζονται και βλέπονται οι ελληνικές ταινίες. Εδώ για πρώτη φορά αφομοιώνεται το ρωσικό σινεμά και αναπλάθεται δημιουργικά: οι σκιές του Παρατζάνοφ και του Ταρκόφσκι πρέπει να είναι πολύ ευδιάθετες.



Αν μου μίλαγε κάποιος για την ταινία πριν τη δω, θα μου φαινόταν απλώς ακατόρθωτη. Ο Βαρδής Μαρινάκης ανέλαβε να φέρει σε πέρας μια αδιανόητα δύσκολη ταινία, και δη ελληνική. Το αποτέλεσμα είναι απλώς αριστούργημα.



Περισσότερα για την ταινία (και το τρέιλέρ της) εδώ.

GatheRate

Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2010

Ο πόνος μου σε πίξελ (συγγνώμη Τάλω)

Ακολουθεί παραλήρημα. Μην το διαβάσετε.

Η Ολυμπιακή Ελλάδα έχει πλεόν εξατμιστεί εντελώς. Όλη η λάμψη, όλος ο δυναμισμός, η περηφάνεια, η ανοιχτωσιά, η ομορφιά και η αισιοδοξία είναι πια ανάμνηση. Ο Γιάννης Οικονομιδης έφτασε να πει ότι οι Ολυμπιακοί φταίνε. Τελειώσαμε.

Στα κόμικ και στις ταινιούλες ΕΦ αρέσκομαι να παρατηρώ του δυστοπικά ερείπια πόλεων στο φόντο του καρέ ή του πλάνου. Η πρώτη φορά που ενοχλήθηκα από τέτοιες εικόνες εγκατάλειψης πόλεων ήταν όταν διάβαζα για τα ερείπια του Χάρλεμ στο Underworld του Ντελίλο (που αν δεν ήμασταν κερατένιοι καραεπαρχιώτες χωριάτες διανοούμενοι του καφενέ θα συζητούσαμε ακαταπαύστως -- όχι ακαταπαύστως, θα κάναμε παύσεις για να το ξεπατηκώσουμε και να το τζαμώσουμε για να γράψουμε κανα ελληνικό μυθιστόρημα της προκοπής. Ο κόμπος ξανανέβηκε όταν είδα τα ερείπια του Ντητρόιτ και της Νέας Ορλεάνης. Τώρα βλέπω την Αθήνα να πεθαίνει, να ξεπέφτει σε Αμμάν με δεντροφυτεμένες οδούς και λεωφόρους. Και τα δυστοπικά ερείπια δεν έχουνε πια καθόλου πλάκα, καθόλου χάζι. Μόνον το μετρό της Αθήνας δουλεύει πια. Γιατί έχει κανόνες.

Σε πρόσφατη περιοδεία μου με το τσίρκο πέρασα από τον Βόλο. Είναι ετοιμοθάνατος. Χιλιάδες άνθρωποι έχουνε χάσει τις βιομηχανικές δουλειές τους τα τελευταία δύο χρόνια και ζούνε από τους γονείς τους και με €490 ενίσχυση του ΟΑΕΔ (αφού οι περισσότεροι εργοδότες ΔΕΝ απολύουν, απλώς δεν πληρώνουν) -- οι τυχεροί δεν έχουνε δάνεια ή νοίκια. Η πόλη των Μεσογειακών του 2013 είναι σκιά του εαυτού της. Για όσους δεν ξέρουν, ο Βόλος δεν είναι τυχαία πόλη: όταν ο Βόλος είχε αστική τάξη, λέσχες, περιοδικά, τέια και μπουρζουά οργιάκια, στο Μαρούσι σταυλίζαν φυματικούς και έβοσκαν κατσίκια οι Αρβανίτες. Τέλειωσε όμως κι αυτός.

Πέρασα μέσα από διαμαρτυρίες συμβασιούχων και λοιπών σήμερα. Ήθελαν να μη θιγούνε τα επιδόματα, απαιτούσαν μονιμοποίηση. Να πληρώσει η πλουτοκρατία. Οπωσδήποτε: όταν γίνει η επανάσταση και κοπούνε τα δανεικά με τα οποία πήρατε Χ3, 500ευρα στα φρικτά σκυλάδικα, ταβέρνες, τσάντες Λουί Βοϊδόν, διαμέρισμα στην Αγία Παρασκευή και Χριστούγεννα στη Βιέννη.

Στη Σχοινούσσα έλεγαν ότι ο δήμαρχος έφαγε εκατομμύρια (δραχμές) για να χτίσει ένα κάστρο τζεϊμσμποντικών προδιαγραφών παραθαλάσσιο και να το εξοπλίσει με αυτοκίνητα και σκάφη πολυτελείας. Όπως χιλιάδες Έλληνες. Πώς το έλεγε ο πετεφρής, άχρηστα, πανάκριβα και εγκαταλελειμμένα σάιτ δήμων που δεν έχουνε δρόμους και δημόσεις τουάλετες, που τους πνίγουν τα σκουπίδια και τα μπάζα. Δεν παράγουμε τίποτα - τα φάγαμε όλα: επιδοτήσεις, δανεικά, πακέτα στήριξης.

Όπως λένε πια πολλοί, συνεχίζουμε αγέρωχοι και αμετανόητοι. Οι περισσότεροι δε θέλουνε να κάνουν τίποτα. Η δουλειά είναι απαξιωμένη (κι αυτό το λέει ένας τεμπέλης), κάποιοι μισοαγράμματοι τσαμπουνάν ότι μόνον οι καλβινιστές αγάμητοι δουλεύουν. Η τοτεμική απειθαρχία, η εξιδανικευμένη ασυδοσία και η σχεδόν πλήρης έλλειψη ανταπόκρισης στο δημόσιο (όταν δεν είναι συμβολικό ή όταν δεν τσινάει το θυμικό) έχουν αναχθεί από στοχαστές-καραγκιόζηδες σε ιδιοσυστασία, λεβεντιά και γενικευμένη ρωμιοσύνη. Θα παρκάρω στη ράμπα για καροτσάκια και στον πεζόδρομο, θα καβαλήσω το πεζοδρόμιο, θα αποχαρακτηρίσω το δάσος, θα καπνίσω δίπλα σε βρέφη και γκαστρωμένες. Θα πληρωθώ μούφα υπερωρία. Θα παραστήσω τον γεωργό, τον αντιστασιακό ή τον ανάπηρο για να πάρω σύνταξη. Η κατάσταση της χώρας με έκανε να θυμηθώ την αυλή του βασιλιά Αστόχαστου στο 'Παραμύθι χωρίς όνομα' της Πηνελόπης Δέλτα, που το διάβασα όταν ήμουν 13 αλλά -- όπως διαπιστώνετε -- μου έκανε εντύπωση.

Πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα; Δεν ξέρω. Θα την πληρώσουν οι ξένοι: στάνταρ. Ζούμε πάντα μέσα στη γενικευμένη συλλογική αμνησία μας και στη συμβολολαγνία μας. Ό,τι δεν είναι αρχαιοελληνικό στην Ελλάς, είναι βυζαντινό (λ.χ. τυρόπιτες, Μέτσοβα, καφέδες, φορεσιές, έθιμα χωριών του Έβρου). Οι ξένοι μάς χαλάνε το ζορμπαλίδικο δράμα μας, την καζαντζακική Κρήτη του Καπετάν Μιχάλη που έχουμε μέσα στην γκλάβα μας. Ξεχνάμε ότι πριν τους ξένους λέλουδα, φανέλες, πετσέτες, στυλά, αναπτήρες και δημόσια οιδήματα προς επαιτεία πούλαγαν ανάπηροι, κάτι γριούλες με τσεμπέρια και κύριοι με μουστάκι, "κωφάλαλοι" και τσιγγάνοι.

Δεν το έχω πει ποτέ και πάντοτε πολεμάω τον λογισμό. Το λέω απόψε: "Στον διάολο η Ελλάδα σας, στον διάολο Έλληνες". Το λέω με μισή καρδιά: πονάω τον κόσμο που (πια) πραγματικά πεινάει.

Δε θέλω να ξαναγράψω τίποτα. Αλλά η ανάγκη για γραφή (που είναι πολύ δυνατή εκεί κάτω) θα με ξαναφέρει κοντά σας. Ποστάρω αυτό το πράμα χωρίς διορθώσεις.

GatheRate

Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2010

Aujourd'hui... rien



Είμαι μόνος στο άδειο σπίτι. Η γάτα γατοκοιμάται, με κοιτάει με μισό μάτι. Οι γάτες πάντα ξέρουν και δυσανασχετούν. Βλέπουνε μπροστά.

Για πρώτη φορά εδώ και πολλά χρόνια, τέλειωσα τη δουλειά και πέρασα ένα ολόκληρο απόγευμα και βράδυ μη κάνοντας τίποτα. Έκανα ένα ντους (δεν πήγα γυμναστήριο γιατί είμαι κάπως συναχωμένος), έπλυνα δυο ποτήρια, περιποιήθηκα τη γάτα, κατέβασα μια ταινία, πήρα πέντε τηλέφωνα· δε μαγείρεψα: έφαγα ένα φρούτο, πίνω ένα ουίσκι, έφαγα πατατάκια. Διάβασα λίγο Τατσούμι. Αλληλογράφησα με τρεις φίλους. Σκέφτηκα λίγο τη δουλειά στο ντους αλλά αποφάσισα να μην ασχοληθώ. Βρήκα κάτι χάπια, παραδόξως το ένα ήτανε σπασμένο σε τρία κομμάτια, σχεδόν θρυμματισμένο. Ακούω τις ίδιες μουσικές. Σκέφτηκα τον φίλο μου τον Γιώργο και τον φίλο μου τον Στρατή, αλλά δεν τους έγραψα. Σκέφτηκα μια πρώην μου (ούτε σε αυτήν έγραψα). Έβαλα ξυπνητήρι για αύριο, μετά από μία ωρίτσα πήγα και το ρύθμισα για μισή ώρα νωρίτερα.

Σε λίγο πάω για ύπνο.

GatheRate

Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 2010

Ένα τουρλού για πολλά γούστα

1.
Αντιγράφω από τον Desire. Τα πλάγια και οι παράγραφοι δικά μου:
Στην ουσία, οι αντιδράσεις στα γεγονότα του περασμένου Δεκέμβρη δεν έκαναν άλλο από το να φέρουν στο προσκήνιο, για μία ακόμη φορά, μια από τις ανεπίλυτες απορίες της θεωρητικής επεξεργασίας της ελληνικής κοινωνικής ιστορίας. Διότι βέβαια η ταυτόχρονη διαπίστωση του ευάλωτου της ελληνικής κοινωνίας στις εκρήξεις συλλογικής βίας και του πολιτικά ανερμάτιστου και ασαφούς χαρακτήρα τέτοιου είδους συγκυριών δεν αποτελεί παρά μια μορφή αναδιατύπωσης του παλιού και βασικού αινίγματος της νεότερης κοινωνικής ιστορίας της Ελλάδας: στα γενικά της περιγράμματα, πρόκειται αφενός για μια ιστορία κάθε άλλο παρά εξειρηνευμένη, αποπολιτικοποιημένη ή πολιτικά "ομαλή" -- μια ιστορία που βρίθει σφοδρών συγκρούσεων, βίας, αιματοχυσίας, στάσεων, εξεγέρσεων, και εμφυλίων συρράξεων.

Η Ελλάδα είναι η μοναδική ευρωπαϊκή χώρα όπου το Κομμουνιστικό Κόμμα διεξάγει ένοπλο αγώνα για την κατάκτηση της εξουσίας μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Είναι μια από τις ελάχιστες με τόσο έντονη και συντεταγμένη αντιστασιακή δράση κατά του φασισμού, και όχι βέβαια μόνον από την κομμουνιστική αριστερά. Οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης χαιρετίζονται ως οι δράστες της μοναδικής εξέγερσης σε γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης και χαρακτηρίζονται από διεθνείς πηγές ως οι πλέον πολιτικοποιημένοι και ανυπότακτοι Εβραίοι της Ευρώπης. Η εργατική τάξη της Θεσσαλονίκης κατά το 1920 περιγράφεται (από τον Άγι Στίνα) ως η πιο προχωρημένη στην Ευρώπη. Από το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα ως το 1949, η Ελλάδα βιώνει την ραγδαία εξάπλωση των ιδεών του κομμουνισμού και του αναρχισμού μέσω εντύπων, φυλλαδίων και βιβλίων, την δολοφονία μονάρχη από αναρχικό με θητεία στις Η.Π.Α, την αγροτική εξέγερση στο Κιλελέρ, την μαζική αυτοοργάνωση ένοπλου αγώνα κατά των Γερμανών ναζί, και τον εμφύλιο ανάμεσα όχι μόνο στους "εθνικόφρονες" και τους κομμουνιστές αλλά και μέσα στην ευρύτερη αριστερά τροτσκιστών, αναρχικών, αναρχοσυνδικαλιστών και κομμουνιστών διαφωνούντων με την πολιτική ενός ΚΚΕ συμβιβασμένου με την σταλινική Realpolitik.

Η εικόνα μιας Ελλάδας άνευρης και αποπολιτικοποιημένης, μιας Ελλάδας σε πολιτικό λήθαργο, δεν είναι απλώς υπερβολική όταν η ιστορία της χώρας εξεταστεί σε συγκριτικά ευρωπαϊκά πλαίσια (με δεδομένο βέβαια τον λίγο-πολύ πανευρωπαϊκό χαρακτήρα της περιόδου σχετικής αποπολιτικοποίησης στην περίοδο 1980-2007). Είναι βαθύτατα παραπλανητική, τόσο που να κάνει κάποιον να υποπτεύεται ότι αντί να περιγράφει μια παρατεταμένη ύπνωση, μάλλον επιχειρεί να την προκαλέσει δια της υποβολής
Νομίζω ότι το παραπάνω είναι πολύ σημαντικό απόσπασμα. Πρώτον, δίνει ένα στίγμα της πρωτοπορίας και προοδευτικότητας της ελληνικής κοινωνίας. Δεύτερον, σκιαγραφεί το γεγονός ότι οι αγώνες και οι προοδευτικότητα (χάλια όρος, αλλά να συνεννοούμαστε) εντάσσονται σε ένα πλαίσιο όχι συναινετικό αλλά πολωτικό και συγκρουσιακό: "μια ιστορία που βρίθει σφοδρών συγκρούσεων, βίας, αιματοχυσίας, στάσεων, εξεγέρσεων, και εμφυλίων συρράξεων". Τρίτον, αποκαλύπτει -- ερήμην των προθέσεων του Desire -- ένα πολύ σημαντικό σημείο: αν δείτε τις εκδηλώσεις αγωνιστικότητας, αγώνων για δικαιώματα και ελευθερίες και ταξικής πάλης, όλες εντοπίζονται πριν το 1949 -- με εξαίρεση την ενδοκομμουνιστική φαγωμάρα της δεκαετίας του '50.

Η ελληνική κοινωνία, και πιο συγκεκριμένα η ελληνική επαρχία, κάνει μια θεαματική στροφή προς τα δεξιά από το 1949 και μετά, γίνεται πιο συντηρητική. Αν και δεν είμαι ιστορικός, δε νομίζω ότι ευθύνονται το ΕΑΜ, ο ΕΛΑΣ, ο ΔΣΕ και οι πρακτικές τους γι' αυτή τη στροφή. Νομίζω ότι υπάρχει ένα βαθύτερος λόγος με πολύ ευρύτερο αντίκτυπο πίσω από τη δεξιά στροφή.

Κατ' αρχήν έχουμε τη μετανάστευση και την αστικοποίηση. Είναι γνωστό ότι και τα δύο φαινόμενα αποδεκατίζουν την επαρχία και την αφήνουν στα χέρια των εχόντων, των γηραιότερων και των πλουσίων. Υπάρχει όμως και κάτι άλλο, που ήδη διαφαίνεται στο παραπάνω απόσπασμα:

Οι κοινωνικοί αγώνες και οι συγκρούσεις για δικαιώματα και ελευθερίες είχαν πάντα μεγαλύτερο αντίκτυπο στον κόσμο της επαρχίας, για λόγους ιστορικούς, κοινωνικούς και πολιτικούς. Σκεφτείτε τη γενιά που άνοιξε τα μάτια της στον κόσμο την πολεμική δεκαετία 1912-1922 και η οποία έκανε οικογένεια και παιδιά στην αβεβαιότητα του 1923-1936 και στη φρίκη του 1936-1949 (που ερήμωσε ό,τι ήταν έξω από τις μεγάλες πόλεις): αυτή η ατέλειωτη σύγκρουσιακή περιπέτεια και δυστυχία έπεισε και τους προοδευτικότερους αγρότες, κτηνοτρόφους και μικροεμπόρους εκείνης της γενιάς ότι αρκετό αίμα ξοδεύτηκε, και μάλιστα με πενιχρά αποτελέσματα. Ο κόσμος στην επαρχία ήθελε να ησυχάσει επιτέλους και να φάει ψωμί. Η πόλωση που επακολούθησε έδωσε αριστερές εργατουπόλεις και μικρομεσαιουπόλεις (Βόλο, Σαλονίκη, Πειραιά, Πάτρα κτλ) μέσα σε ωκεανούς αγροτικής βασιλοφροσύνης, χαφιεδοκρατίας και παλαιοκαραμανλισμού. Δεν είναι τυχαίο ότι η χούντα ηλεκτροδότησε τα χωριά, παρέγραψε δάνεια κι έφτιαξε δρόμους και ότι μνημονεύεται ακόμη γι' αυτό.

2.
"Έπινα μαύρο για 14 χρόνια αλλά σιχάθηκα το νταλαβέρι, να χάνεις χρόνο και να τρέχεις να βρεις τον κάθε μαλάκα για να βρεις να σου δώσει. Το έκοψα, και δε μου έλειψε ούτε μια μέρα. Αυτόν τον διάολο [το τσιγάρο] δεν μπορώ να τον κόψω με τίποτα."

Δ.Α.Κ., το περασμένο Σάββατο. I rest my case.

3.
Σιχαμερές στιγμές στην κουζίνα:
  • Όταν καθάρισα κι έκοψα το πρώτο μου χταπόδι
  • Όταν καθάρισα τις πρώτες μου ωμές γαρίδες
  • Κάθε φορά που τεμαχίζω ωμό κοτόπουλο
Ακόμα δεν μπορώ να βγάλω εντόσθια από κοτόπουλο και να καθαρίσω ψάρι.

4.
Διαβάστε οπωσδήποτε το Asterios Polyp του Mazzucchelli. Αριστούργημα. Κανονικά όμως. Η απογείωση και δικαίωση του μέσου του κόμικ: ούτε ψευτολογοτεχνία (Μουρ κτλ.) ούτε ψευτοσινεμάς.

GatheRate

Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2010

Ροΐδης, Ντώκινς, Σέιγκαν



Ένας από τους πιο ενδιαφέροντες Έλληνες μπλογκάδες είναι ο Ροΐδης. Η θεματολογία του (και του συνεργάτη του Λασκαράτου) κινείται γύρω από την εκκλησία: τις αυθαιρεσίες και τα εγκληματα του κλήρου, τα δόγματα και τις δοξασίες, τις πρακτικές και τη στενομυαλιά της. Από αυτήν την άποψη το έργο του, έργο ανελέητης κριτικής, είναι, να το πω κι έτσι, θεάρεστο. Στο κάτω-κάτω, κάποιος πρέπει να λέει κάποια πράγματα.

Γενικότερα τώρα, παρατηρώ ότι ο ντωκινσισμός έχει σχετική απήχηση στο ελληνικό διαδικτυακό κοινό: ως ντωκινσισμό εννοώ τη συστηματική κριτική απόρριψη της θρησκείας, της πίστης και της ιδέας του Θεού. Η μαχητική αθεΐα, τρομερά της μόδας πριν το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, φαίνεται να επανέρχεται αυτή τη φορά με κοινωνικούς, πολιτικούς, ηθικούς και βιολογικούς όρους: η θρησκεία σκοτώνει, υποτάσσει, αποβλακώνει.

Σε γενικές γραμμές έχουν δίκιο. Φοβάμαι όμως ότι οι ντωκινσιστές, μέσα στον ένθεο ζήλο τους, παραγνωρίζουν όχι μόνο την ανθρώπινη κουλτούρα αιώνων αλλά και κάτι ακόμα πιο σημαντικό και (τελικά) αδήριτο: την ανθρώπινη φύση.

Το πρόβλημα είναι ότι η ανάγκη ή η τάση για πίστη είναι μέρος της ανθρώπινης φύσης, μάλλον βιολογικά καθορισμένη. Δεν εννοώ ότι η οργανωμένη θρησκεία είναι στη φύση μας: γνωρίζουμε μέσες-άκρες ότι η οργανωμένη θρησκεία είναι αποτέλεσμα της Γεωργικής Επανάστασης. Εννοώ ότι αυτό που ο Σέιγκαν ονόμαζε numinus υπάρχει σε όλους μας: ο θαυμασμός και το δέος κάτω από τ' άστρα, μπροστά στην ομορφιά, απέναντι στον θάνατο. Στους περισσότερους ανθρώπους, το numinus εκφράζεται ως πίστη σε θεότητες.

Όταν λέω "ανθρώπινη φύση" εννοώ, επαναλαμβάνω, τη βιολογία μας, τη δομή του νου μας, όχι το ιστορικό 'ατύχημα' της Γεωργικής Επανάστασης -- το ανθρώπινο γένος έζησε μια χαρά (εξελικτικά μιλώντας) για τουλάχιστον 50.000 χρόνια ως τροφοσυλλέκτες και μόλις 5.000 μετά από τη Γεωργική Επανάσταση. Επίσης, η ανθρώπινη φύση δεν είναι ούτε ντετερμινιστική ούτε αναπόδραστη (ως γνωστόν, η σκέψη μάς επιτρέπει κάθε λογής υπερβάσεις της). Φυσικά, η ανθρώπινη φύση δεν είναι κάτι απαραίτητα αθώο και ευμενές: η απληστία και η επιθετικότητα είναι μέρος της, τέτοια ζόρικα πιθηκάκια (αλλά τι πιθηκάκια!) που είμαστε.

Με άλλα λόγια, νομίζω ότι η ολοκληρωτική και απόλυτη άρνηση της θρησκευτικότητας (προτιμώ τους όρους 'πίστη' και 'numinus') αποτελούν τελικά εκστρατείες κατά της ανθρώπινης φύσης. Όπως ο πόλεμος κατά της ερωτικής επιθυμίας λ.χ. Ο παραλληλισμός είναι σκόπιμος: ο περιορισμός της ερωτικής επιθυμίας είναι θεμιτός (και μέρος της φύσης μας -- έτσι χτίζουμε κοινωνικές σχέσεις). Αντίστοιχα, ο περιορισμός της πίστης και της θρησκευτικότητας, ιδίως στις πολιτικές τους εκφάνσεις, είναι επιβεβλημένος -- έτσι χτίζουμε πολιτισμό και πολιτική. Ωστόσο, ο πλήρης εξοβελισμός της πίστης, του numinus, από την ανθρώπινη εμπειρία είναι τόσο εφικτός και τόσο σύμφυτος με την ανθρώπινη φύση όσο λ.χ. η αποσκοράκιση της σεξουαλικότητας από τις ανθρώπινες σχέσεις. Καθόλου, δηλαδή.

Βεβαίως, το αντεπιχείρημα σε όλα αυτά είναι ότι η τάση μας για πίστη μας οδηγεί στο ψέμα, στην πλάνη, στην ανορθολογική προσήλωση, στον φόβο και στην εμπιστοσύνη σε δαίμονες, θεούς, μοίρες, τύχες, φυλακτά. Όπως λ.χ. ο έρωτας μας οδηγεί στην προσήλωση σε "λαθος" ανθρώπους για "λάθος" λόγους... Οπωσδήποτε ναι, αυτές είναι οι παγίδες της βιολογίας, της ανθρώπινης φύσης: το σεξ, η πίστη, η προσήλωση στα παιδιά μας κ.ο.κ. Ο κύριος Σποκ είναι απρόσβλητος από αυτές, αλλά ο κύριος Σποκ δεν είναι άνθρωπος.

Φυσικά η ερώτηση είναι, ως συνήθως, υπάρχει Θεός; Μήπως το ένστικτο της πίστης μάς το εμφύτευσε ο Θεός ή οι θεοί α λα Σέιγκαν στην Επαφή (νοήμονα όντα που κατασκεύασαν ένα σύμπαν όπου τα μαθηματικά δουλεύουν); Μήπως δεν υπάρχει τίποτα; Μήπως, ξέρω γω, όλα μετέχουν της συνειδητότητας;

Δεν έχει τόση σημασία. Όπως το σεξ, μια βιολογική παγίδα που εγγυάται την αναπαραγωγή, μεταμορφώνεται και δίνει ουσία και βάθος στην ανθρώπινη ύπαρξη και την ωθεί κάποτε και στο υψηλό, έτσι και η πίστη, πιθανόν ακόμα μια βιολογική παγίδα που διασφαλίζει την επιβίωση, μεταμορφώνεται και δίνει ουσία και βάθος στην ανθρώπινη ύπαρξη και την ωθεί (ή "την έλκει", αν προτιμάτε) κάποτε και στο υψηλό.

Εν ολίγοις, ο γενικευμένος πόλεμος κατά της θρησκείας είναι -- νομίζω -- πόλεμος κατά ενός από τους παράγοντες που διαπλάθουν την ανθρώπινη εμπειρία και δημιουργούν την ανθρώπινη κουλτούρα.

Τα αυτονόητα βεβαίως ακολουθούν: το ένδυμα της θρησκείας που ντύνει την απληστία και την πείνα για εξουσία, η θρησκεία ως δικαίωση των αγρίων (δηλαδή η αγριότητα που παριστάνει την αγιότητα και την υπέρβαση), ο κοινωνικός έλεγχος και η εξουσία στο όνομα της πίστης κτλ. κτλ.

Με δυο λόγια: Ράσελ κι όχι Ντώκινς. Μέχρι τότε, διαβάζουμε Ροΐδη. Τον μπλογκά και, φυσικά, τον Εμμανουήλ.

Η φωτό δώρο του Χοιροβοσκού. Διότι πρέπει να έχεις κάτι οικοδομητικό να διαβάζεις την ώρα του a tergo.

GatheRate

Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2010

Υποσημείωση

Σχόλιο σε αυτό από τα Βουστάσια.
Επίσης, οι (ελληνικές) εφημερίδες (και τα περιοδικά τους) στην Ελλάδα, δεν είναι πια για να διαβάζονται, είναι για να σαρώνονται λοξά (που λέει κι ο Κουκουζέλης) και για να κοιτάμε τα παππούδια. Είναι πολύ ανησυχητικό όταν ένας άνθρωπος σαν κι εμένα (που ανήκω στο 5% που ο Χωμενίδης ανακάλυψε προχτές -- προφανώς δεν του είχε πει κανείς ποτέ για το ελιτίστικο '95% of everything is crap') πάει στο διαδίκτυο για να διαβάσει σοβαρές γνώμες και ενδιαφέρουσες αναλύσεις. Το 95% δεν έχει λόγο να διαβάζει εφημερίδες, φυλλάδες τύπου Sun και Mail παραδοσιακά δεν απηχούνε στο ξερόλικο ελληνικό 100%.

Επίσης, οι εφημερίδες στην Ελλάδα ποντάρανε πάντοτε στον 'χρωματισμό' τους, στην κομματική τους τοποθέτηση, στο πόσο κοντόφθαλμα και φανατικά υποστήριζαν τους μεν, τους δε, ή τους άλλους. (Και) γι' αυτό απέτυχε η Πρώτη, λ.χ. Αλλά αυτά πια τέλειωσαν, ίσως: φανατικούς οπαδούς έχει πια μόνον η συμμορία των Γαύρων, ο Άρης, ο μΠΑΟΚ και η πτωχή πλην τίμια ΑΕΚάρα. Στο εξής μόνον αθλητικές...

Γι' αυτό και το μέλλον των (μη αθλητικών ελληνικών) εφημερίδων, νομίζω, μοιάζει αντίστοιχο με αυτό των ραδιοφωνικών σήριαλ της δεκαετίας του '50 και του '60: μίζερο και νυχτωμένο.

GatheRate

Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2010

Συν ή πλην



Πήγαμε τις προάλλες στην οδό Φραντζή. Η οδός Φραντζή είναι πανελληνίως γνωστή για ένα πράμα: τον Σταυρό του Νότου.

Σταθήκαμε μπροστά του και τον κοιτούσαμε. Τον κοιτούσαμε, τον κοιτούσαμε. Τον Πορτοκάλογλου τον είχαμε δει πρόσφατα. Ε, είπαμε λοιπόν να πάμε στη Ζουγανέλη και την παρέα της στον Σταυρό του Νότου Συν (ή Πλας -- θα σας γελάσω).

Σκάμε τα 15 έκαστος και μπήκαμε μέσα. Τεκές. Απίστευτο ντουμάνι. Σα βίντεο κλιπ της εποχής της ντίσκο, με τον ξηρό πάγο που άχνιζε σα μπουγιαμπέσα, ήταν εκεί μέσα.

Το χειρότερο όμως ήταν η ηχητική, η οποία ήταν α-πα-ρά-δε-κτη. Ο ήχος ήταν τόσο κακός, που το τενόρο σαξόφωνο ακουγότανε σαν καραμούζα από τα Τζάμπο. Σε μουσική σκηνή, έτσι;

Επίσης, όλοι μιλούσανε πάρα πολύ δυνατά. Αν έχω πάει σε μουσικές σκηνές: αυτή τη γαϊδουριά δεν την έχω ξαναδεί. Μιλάμε για συλλογικό γκάρισμα.

Μέσα από την νικοτινούχο κνίσα και την αιωρούμενη πίσσα των ακομπλεξάριστων Ελλήνων καπνιστών εγείρεται κάποια στιγμή μαυροφόρος, γενειοφόρος και σχεδόν τετράγωνος ο εθνικός Λάκης και χαιρετάει το κοινό. Το δικό του κοινό.

Πίνω μια γουλιά από το τζακ μου (από μπύρες μόνον Άμστελ, νταξ;), το οποίο μου χρέωσαν συν €3 και το οποίο έκαιγε τη γλώσσα μου σαν μπόμπα Ίου.

Βγαίνει κατόπιν ένας τύπος ο οποίος μετά από 3 λεπτά σαστιμάρας μου κατάλαβα ότι έκανε μια παρλάτα. Μετά βγήκε ένας τύπος με πολλή καλή φωνή και η ίδια η Ζουγανέλη. Τα τραγούδια που ακολούθησαν ήταν αδιάφορα και έτσι κι αλλιώς ο άθλιος ήχος γάμου σε κλαρινοταβέρνα στην Αγιά μάς έδιωξε κακήν κακώς.

Βρήκαμε καταφύγιο στο sub, ένα μπαράκι στον εξωτικό Νέο Κόσμο. Καλά ήταν εκεί. Είδαμε και τον Σαργκάνη μπροστά μας, ολοζώντανο.

GatheRate