Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2015

Από τον Μεταξά στην μπαϊντούσκα


Με αφορμή την κρυφή αγάπη που εκφράζεται όχι πια τόσο κρυφά κάθε χρόνο τέτοια μέρα για τον φασίστα δικτάτορα Μεταξά.

Ι.
Η ελληνική κοινωνία είναι πράγματι μια κοινωνία που ανησυχεί περισσότερο για τους πούστηδες (κι ας τους λέει "γκέι" πια) που έχουνε πιάσει όλα τα πόστα και αλληλοϋποστηρίζονται, είναι οι νέοι Εβραίοι της άλλωστε, παρά για τους πρόσφυγες που κρυώνουν και πεθαίνουν κατά συρροή. Η νησιωτική χώρα έχει γίνει ένα απέραντο Φαρμακονήσι όπου πνίγεται κόσμος σχεδόν μέρα παρά μέρα πια, ο φράχτης παραμένει στη θέση του, αλλά το πρόβλημά μας είναι οι γυμνές γάμπες και τα τακούνια των μαθητριών που συμμετέχουν σε μιλιταριστικές τελετουργίες διάθεσης και έμπνευσης Ιωάννου Μεταξά.

Η ελληνική κοινωνία ασχολείται με το μάθημα των Θρησκευτικών και τις σχέσεις της κυβέρνησης με τους δεσποτάδες, όταν δεν αγανακτεί με την εμφάνιση των υπουργών της, αλλά δεν φαίνεται να την απασχολεί η ίδια η κυβέρνηση που συνεχίζει τις πολιτικές λιτότητας και υποτέλειας που αφάνισαν αυτόν τον τόπο, παρότι αυτή τη δουλειά ήξεραν μια χαρά να την κάνουν και οι παλιοί, των οποίων η γραμμή διαδοχής πάει πίσω στον Ιωάννη Μεταξά.

Η ελληνική κοινωνία ανοικοδομήθηκε μετά την Κατοχή με χρήματα που μαυραγορίτες υπεξαίρεσαν από την αμερικάνικη βοήθεια και με λεφτά των νεκρών (και επιζώντων) Εβραίων. Οι δοσίλογοι στελέχωσαν τον χαφιεδομηχανισμό, πήρανε ταξί και περίπτερα, οι γερμανοτσολιάδες και οι ταγματασφαλίτες πύκνωσαν τις τάξεις του στρατεύματος. Είναι να μη θέλουμε να τους δικαιώσουμε; Για τον Βασιλιά και κατά του Στάλιν πολέμησαν, δίπλα στους ναζί στην ανάγκη, τι να γίνει. Ελλάδα, η χώρα όπου οι φασίστες θεωρούνται λίγο πιο ζωηροί και ευέξαπτοι Δεξιοί. Όπως ο Ιωάννης Μεταξάς.

Η ελληνική κοινωνία θα εορτάσει αύριο τη νίκη μας κατά του φασισμού παρά τον φασισμό που μας ξανάρθε, ες το φανερόν πια, τον φασισμό που δεν μας άφησε ποτέ, τον φασισμό που κάτιαζε μέσα στη Μεγάλη Δεξιά και που κορυβαντιούσε επί Χούντας, τον φασισμό του μπασκίνα, του χωροφύλακα, του μπάτσου. Θα εορτάσουμε το C'est la guerre (που ο λαός που πήγε στην Αλβανία και φαγώθηκε από ψείρες και κρυοπαγήματα μετέτρεψε σε Όχι) κατά του φασισμού, που είπε ο φασίστας Ιωάννης Μεταξάς.

ΙΙ.
Να μη γελιόμαστε: η ελληνική κοινωνία είναι βαθιά συντηρητική. Γι' αυτό και το ΚΚΕ δεν ψοφάει με τίποτα, αφού αποτελεί τη βαθιά συντηρητική (άρα εντελώς νεοελληνική) εκδοχή του Μαρξισμού-Λενινισμού. Άλλωστε, είναι γνωστό: κάθε τι όμορφο και ιδανικό και σπουδαίο που βγάζει αυτός ο τόπος τα τελευταία 200 χρόνια, κάθε τέχνη και ηρωισμό και νοστιμιά και ομορφιά, θα σπεύσει να τα οικειοποιηθεί και να τα σκυλεύσει η Εκκλησία, η Δεξιά και το ΚΚΕ. Γι' αυτό και το ΠΑΣΟΚ έχει τον αψόφητο: δημιούργησε έναν κώδικα διαχείρισης και των τριών μαζί, μια χίμαιρα με σώμα Δεξιάς, κεφάλι ΚΚΕ και μια ουρά νεορθόδοξου πατριωτισμού.

Τα αντανακλαστικά της ελληνικής κοινωνίας ήτανε και είναι συντηρητικά. Σε κάθε διχογνωμία ή διαμάχη ο πιο καθεστωτικός, ο πιο συντηρητικός, αυτός που εκλαμβάνεται ως αυθεντία κερδάει. Αυτός έχει πάντοτε προβάδισμα: ο γυμνασιάρχης, ο μπάτσος, ο άντρας, η θεούσα, ο τσέλιγκας, ο μεσήλικας, ο πρωτευουσιάνος, ο νοικοκύρης, ο παπάς, το πεθερικό, ο κτηματίας. Είμαστε βαθιά ιεραρχικοί, παντού και μέχρι τα κόκαλα, από τα οποία είναι πια βγαλμένη η Ελευθερία. Και πάει μακριά η συντηρητική κοσμοθεωρία, το ηθικό προνόμιο της αυθεντίας. Σκεφτείτε λ.χ. μια συκοφαντία. Μια οποιαδήποτε συκοφαντία. Κολλήστε την σε κάποιον δεξιό, νοικοκύρη, κληρικό. "Συκοφαντίες / τι κάνει ο καθένας στο κρεβάτι του / θέλουνε να τον σπιλώσουν" κτλ. Κολλήστε την σε κάποιον "ιδεολόγο", καλλιτέχνη, κοινωνικό αγωνιστή και τον απαξιώσατε πάραυτα.

ΙΙΙ.
 Η ιδιοφυής συμμαθήτριά μου Σ, καθηγήτρια πανεπιστημίου πια, που την έχω σαν αδερφή μου, οργάνωσε πριν πολλά χρόνια μια γιορτή στο Λύκειο για την 28η Οκτωβρίου. Ήθελε να την κάνει τη γιορτή γλέντι με ελληνικούς χορούς. Η θεούσα λυκειάρχισσα (την οποία σε άλλη περίπτωση είχε ξεφτιλίσει με λεπτότατο σαρκασμό και φίνα υπεροψία ο πατέρας μου, ευχαριστώ μπαμπά!) έκοψε τη Φραγκοσυριανή ("χορός καταγωγίων ο χασάπικος") και άφησε μόνο δημοτικούς. Της ξέφυγε όμως η μπαϊντούσκα, ίσως γιατί δεν είχε αρχίσει ακόμα η οπερέτα του Μακεδονικού. Όταν πήρε χαμπάρι ότι θα χορεύαν λυκειόπαιδες ντόπικο εαμοσλάβικο χορό, αφήνιασε. Τελικά κατάφερε να βρει το επίμαχο τραγούδι χωρίς λόγια ώστε να το βάλει να χορευτεί έτσι, μην ακουστούνε σλαβομακεδονικά και μαραθούν τα ελληνικά αυτιά μας, που τα σκέπει κατά Σλάβων και λοιπών βαρβάρων ο Άγιος ο Δημήτριος.

GatheRate

Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2015

Τότε


Λοιπόν, το σημαντικό είναι να μη μιλάς. Πρέπει να ακούς. Να ακούς και να μη μιλάς πριν έρθει η ώρα να πεις αυτό που πρέπει. Ούτε μετά. Να μη μιλάς κατόπιν εορτής. Στην ώρα σου. Να λές αυτό που πρέπει και να το λες στην ώρα του. Σαν ηθοποιός, να περιμένεις την ατάκα σου. Πολλοί άνθρωποι μιλάν έτσι, για να γεμίζουνε την ώρα μέχρι να έρθει η ώρα να μιλήσουνε. Και μετά λένε αυτό που έπρεπε να πούνε αλλά κανείς δεν το προσέχει γιατί όλοι ασχολούνται με τα παραγεμίσματα που έλεγαν μέχρι να έρθει πραγματικά η ώρα να μιλήσουν. Άλλοι, πολλές φορές οι ίδιοι όμως όχι απαραίτητα, συνεχίζουνε να μιλάνε κι αφού παρέλθει η ώρα τους. Δεν ξέρουν να σταματάνε. Να βάζουνε τελεία. Μιλάνε. Συνεχίζουν. Δεν λέω ότι πρέπει να λακωνίζεις, δεν λέω ότι πρέπει να σιωπάς και να σκύβεις το κεφάλι και τέτοια, όχι. Αυτά τα λένε όσοι θέλουνε να φιμώνουν τους άλλους και το μπορούνε κιόλας. Δεν λέω αυτό. Αν πρέπει να πεις πολλά, πολλά να πεις. Όμως στην ώρα τους. Μέχρι εκείνη τη στιγμή πρέπει να ακούς: θα καθορίσει και τι θα πεις αλλά και πότε πρέπει να μιλήσεις, τη σωστή στιγμή. Και μετά, αφού μιλήσεις, πάλι πρέπει να σωπαίνεις και να ακούς, να ακούς τον απόηχο και τον αντίκτυπο όσων είπες.

Κυρίως να ακούς. Έχεις όλον τον χρόνο να ακούς, προτού πεις τα δικά σου και αφού τελειώσουν όσα έχεις να πεις. Είναι απόλαυση να ακούς τους άλλους. Σαν το φαγητό: πέρα από τη γεύση, υπάρχει και το άρωμα του φαγητού και η όψη του, οι υφές. Έτσι κι όταν ακούς τον άλλο, είναι ολόκληρο γεύμα. Βλέπεις την όψη του και πώς στέκεται, πώς κουνάει τα χέρια του και τις γκριμάτσες που σκαρώνει. Αν ο άλλος μιλάει πολύ, αφαιρείσαι λιγάκι και αφήνεσαι στον ρυθμό της φωνής του και στις όποιες ιδιαίτερες πινελιές της άρθρωσής του. Και, εννοείται, δεν χρειάζεται καν να σου αρέσει αυτό που ακούς.

Παράδειγμα. Κάποτε δούλευα με έναν άνθρωπο που συνδύαζε κακοήθεια με βλακεία. Ήταν, όπως θα το θέταμε συνοπτικά, μεγάλος μαλάκας. Σε κάποια συγκυρία με έβριζε επί είκοσι λεπτά. Πότε τον κοίταγα να με βρίζει κατακόκκινος με τα μάτια εξογκωμένα σαν ροφός που ασφυκτιά στον καθαρό αέρα, πότε κοίταζα στο απέναντι μπαλκόνι δυο αδερφάκια να βγαίνουνε στο μπαλκόνι και να πετάνε παπούτσια στον δρόμο μέχρι που ήρθε η μάνα τους και τα μπερντάχιασε. Ο συνάδερφος ορυόταν, μπουρδούκλωνε τη γλώσσα του, με έβριζε και όσο με έβριζε τόσο εξέθετε τον εαυτό του. Ήταν έξω φρενών, για να γίνω σαφέστερος. Επίσης πρέπει να μου έριχνε πλάγιες ματιές που χαμογέλαγα, αλλά δεν ήταν ο μόνος υπεύθυνος για το μειδίαμά μου: ήτανε και τα πιτσιρίκια που με ενθουσιασμό και μπρίο πέταγαν ένα ένα τα παπούτσια στο σπίτι τους από το μπαλκόνι, στα σαράντα μέτρα απέναντί μου. Τον άκουγα όμως. Όσο τον άκουγα τόσο ηρεμούσα (βοηθούσαν και τα παπούτσια που έπεφταν ένα ένα απέναντι), τόσο πιο βαθιά κατανοούσα ότι είναι και κουτός και παλιάνθρωπος, πόσο ανεπανόρθωτα ανόητος και φαύλος. Έριχνα κλεφτές ματιές στους άλλους, που τον κοίταγαν με φρίκη να ξεφτιλίζεται, μέχρι που ένας συνάδερφος του είπε να σταματήσει γιατί όσο συνεχίζει τόσο επιβαρύνει τη θέση τη δική του. Μετά ήρθε η ώρα να μιλήσω. Είπα ότι δεν είχα τίποτε να πω και είπα αυτό που είχα να πω.

Ναι, στον εαυτό μου μιλάω τώρα. Του υπενθυμίζω να σωπαίνει μέχρι να έρθει η ώρα του να μιλήσει και να μιλάει μόνον τόσο όσο χρειάζεται.

GatheRate

Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2015

Αίμα


Βγήκα ραντεβού κάποτε στην Αγγλία, όταν ξεκίνησα το διδακτορικό, ραντεβού με έναν που σπούδαζε στο Ιμπήριαλ. Παντελή τον έλεγαν. Σπούδαζε μηχανικός, τηλεπικοινωνίες, κάτι τέτοιο τέλος πάντων, τεχνικής φύσεως. Του έκανε εντύπωση πώς ντυνόμουν: σαν Τζέιν Ώστεν, μου είπε, μάλλον το μόνο που ήξερε από αγγλική λογοτεχνία -- κάπως προσπαθούσε να με καλοπιάσει κι αυτός. Captatio benevolentiae. Φλύαρος κάπως. Μου έλεγε κατόπιν ότι του έκανε εντύπωση που δεν έβγαινα έξω. "Γίνεται να ζεις στο Λονδίνο και να μην βγαίνεις;" Εμένα μου προκαλούσε εκνευρισμό η συζήτηση αυτή. Μπορεί να είμαι αλαφροΐσκιωτη ώρες ώρες, που με λέει κι η Μπέτη, αλλά δεν είμαι χαζή. Προσπαθούσε να φανεί ενδιαφέρων και έξυπνος, τα κενά φαίνονταν, οι lacunae. Καθόμασταν σε ένα εστιατόριο στη Χάρλεϋ Στρητ. Πολυτελέστατο. Ήθελε να με εντυπωσιάσει, στο καλύτερο με πήγε. Λευκές πετσέτες. Σερβιτόροι με κοστούμι. Λευκό. Εγώ κοίταγα κάθε τόσο έξω, στον δρόμο. Έβρεχε βεβαίως, είχα σιχαθεί τη βροχή έναν χρόνο, πόσες φορές περπάταγα μέσα στη βροχή από Cartwright Gardens μέχρι το Goldsmiths. Περπάταγε ο κόσμος έξω, έδειχνε ζωντανός κι όλο δραστηριότητα. Ένιωθα να με έχουνε βάλει σε βιτρίνα, σαν κάτι αυτόματες πλαγγόνες στις χριστουγεννιάτικες βιτρίνες στην Όξφορντ Στρητ, που τις στόλιζαν από μέσα Οκτωβρίου. Ένιωθα λίγο να νυστάζω, αυτό το παθαίνω όταν είμαι νευρική, λέει η Μπέτη.

Και τότε που είχαμε κάνει τάχα τα μοντέλα που συμμετέχουν σε επίδειξη μόδας στο σπίτι της χασμουριόμουν πολύ. Ήμασταν η Μπέτη, η ξαδέρφη της, η Μάρα, εκείνη η άλλη η κολλητή της με το πονηρό βλέμμα και εγώ. Είχε έναν μακρύ διάδρομο στο σπίτι της στο Κουκάκι. Μας μέθυσε λοιπόν καλά καλά εκείνη η πονήρω η κολλητή της, βρήκε κάτι βερμούτ και μας τα πότισε. Μετά κάναμε τον διάδρομο πασαρέλα, βαδίζαμε πάνω κάτω. Γελούσαμε. Κάναμε τα μοντέλα, στα διαλείμματα πίναμε βερμούτ. Poilly κάτι, το θυμάμαι. Γαλλικά, τι ωραία που ακούγονται, ποτέ δεν τα κατάφερα με τα αγγλικά, αλλά εκεί έπρεπε να σπουδάσω, αφού ήθελα σώνει και καλά να ασχοληθώ με τα λατινικά. Κάναμε λοιπόν τα μοντέλα στην πασαρέλα πάνω κάτω στον διάδρομο της Μπέτης, εγώ χασμουριόμουν και ένιωθα και μια γλυκειά ζεστασιά παντού απλωμένη, σαν να άκουγα μια ζεστή φωνή, ζαλιζόμουνα κιόλας και από το βερμούτ. Πάνω κάτω τον διάδρομο. Μετά η κολλητή της η πονήρω είπε να κάνουμε τα μοντέλα εσωρούχων. Η ξαδέρφη της πρώτη και καλύτερη πέταξε τα ρούχα. Μετά η Μάρα, κατόπιν η Μπέτη. Ακολούθησε η πονήρω. Τι να κάνω, ξεντύθηκα κι εγώ, και μάλιστα η πονήρω σχολίασε τι ωραίο σώμα που είχα και γιατί το κρύβω κάτω από τις φούστες τις πλισέ και μετά ήρθε κοντά μου, έβαλε τα χέρια της γύρω από τον λαιμό μου και μου έβγαλε τον σταυρό μου. Ανατρίχιασα ολόκληρη, τι θράσος, να μου αφαιρέσει τον σταυρό. Και ζαλιζόμουν από το ποτό. Κοιτάζοντάς την είδα ότι η Μπέτη σχεδόν δεν είχε τρίχες εκεί κάτω, το διέκρινα γιατί φορούσε ένα εσώρουχο διάφανο σχεδόν. Η πονήρω, πάλι, ένα μαύρο φόραγε, στενό, θα έλεγα σαν να ήταν τι, αλλά δεν είμαι καμμιά πρόστυχη. Αλλά της πονήρως μέχρι και τα στήθη ήτανε πρόστυχα, μεγάλα, βαριά, ανοικονόμητα. Η Μάρα κανονική, με κανονικά εσώρουχα. Το χαζό η ξαδέρφη, ούτε που θυμάμαι, πάντως κοκκαλιάρα ήταν. Αρχίσαμε να πηγαινοερχόμαστε τον διάδρομο μισόγυμνες χαζογελώντας, εγώ πλέον δεν μπορούσα να περπατήσω και με πολλή χάρη. Ενώ καθόμουν σε ένα σκαμπό στη μία άκρη του διαδρόμου προς τα υπνοδωμάτια, μπροστά από το μπάνιο, και έκανα το κοινό, με πήρε λίγο ο ύπνος. Ε να μην τα πολυλογώ, ξύπνησα σχεδόν αμέσως, έτσι νομίζω, ανακατευόμουν και το κεφάλι μου γύριζε. Κατέφυγα στον νιπτήρα. Βγαίνοντας από το μπάνιο είδα την Μπέτη στο κρεβάτι των δικών της, ύπτια, στη στάση του γυναικολόγου, ξέρετε τώρα. Και μετά διέκρινα, είχανε κλείσει τις κουρτίνες, την Μάρα γονατισμένη και το στόμα της ήταν εκεί ανάμεσα στους μηρούς της Μπέτης. Ένιωσα τρομακτική ταραχή. Ίσως να ονειρευόμουν. Και ζαλιζόμουν ξανά. Ευτυχώς δεν με είχανε πάρει είδηση, πήγα να φύγω, και τότε γυρνάω και διαπιστώνω πως με πλησιάζει η άλλη η πονήρω από πίσω, που αυτή τα οργάνωσε όλα από την αρχή, το ξέρω, πήγε μάλιστα να με φιλήσει στο στόμα. Πήρα τα ρούχα μου κατέβηκα στην είσοδο της πολυκατοικίας και πήρα τον μπαμπά τηλέφωνο να έρθει να με περισυλλέξει. Αυτή η πονήρω και η Μάρα (δεν της φαινόταν αυτηνής, πήγαινε και με αγόρια στη Σχολή) θα με κάναν ανώμαλη για πλάκα, τριβάδα θα γινόμουν.

Καθόμουν λοιπόν εκεί, απέναντι από τον Παντελή στο εστιατόριο, είχα βάλει κραγιόν (της κροάτισσας στο διπλανό δωμάτιο, μάλιστα φοβόμουν μην έχω κολλήσει τίποτε, αλλά είναι καλή κοπέλα, καθολική) και φόραγα σκιά, περίμενα το φαγητό μου. Ο Παντελής μού έλεγε ότι μιλάω σαν βιβλίο, αλλά συνεχώς εκείνος μίλαγε. Μου έλεγε για κάτι που δεν θυμάμαι, οι άντρες νομίζουν ότι τους ακούμε όταν αδολεσχούν ακατάσχετα για να μας αποπλανήσουν. Οι καημένοι! Πάντως τεχνικός ήτανε το κισμέτ μου, αλλά όχι ο Παντελής. Το τυχερό μου το καλό, ο Αυγουστίνος. Τα ορεκτικά που είχαμε παραγγείλει ήτανε νοστιμότατα, πολύ καλό εστιατόριο, αλλά ολίγιστα. Είπαμε, Αγγλία: βροχή, πείνα, αλκοόλ. Πίναμε κρασί, εγώ με μέτρο, μη ζαλιστώ. Κάποια στιγμή αντιλήφθηκε ο Παντελής ότι μονοπωλούσε τη συζήτηση και με ρώτησε τι μουσική ακούω. Ενθουσιάστηκα και του είπα για τον έρωτά μου τον Νίκο! Ο Νίκος αυτό, ο Νίκος εκείνο, ο παραγνωρισμένος, ο μεγαλοφυής, ο πρωτοποριακός, ο αισθαντικός και μετριασμένος, αυτός που είχε τα αυτιά του ανοιχτά στα σύγχρονα μουσικά ρεύματα. Με κοίταγε με απορία. Στο τέλος ψέλλισε, που λένε και οι κακές μεταφράσεις, "ποιος Νίκος;". Προσγειώθηκα κι εγώ, του λέω "ο Μαμαγκάκης". Θε μου, αν είναι δυνατόν! Δεν ήξερε. Δεν είχε τη σμικρότατη ιδέα ποιος είναι ο Μαμαγκάκης! Τίποτα. Επέστρεψα κι εγώ στη σιωπή μου. Κατάλαβα ότι ήταν ανόητος. Έτσι κι αλλιώς δεν θα προσέφερα την παρθενία μου (σας παρακαλώ, μη λέτε, ούτε να το πω δεν μπορώ, το άλλο, με τον τόνο στη λήγουσα: καρηβαρία με πιάνει) στον ξανθό άχαρο από την Έδεσσα, φοιτήτρια ήμουν στο εξωτερικό, φλερτ ήθελα κι εγώ, κόρτε, 25 χρονών κορίτσι, κάτι πιο ρομαντικό... αλλά να μην ξέρει τον Νίκο; Τον Νίκο τον Μαμαγκάκη; Άξεστος.

Μετά ήρθε το φαγητό. Είχα παραγγείλει φιλέτο, το ζήτησα medium, έτσι με είχε συμβουλέψει ο Παντελής. Όταν το έκοψα το φιλέτο με το μαχαίρι και είδα την ωμή ροδαλή σάρκα στο κέντρο, καθώς και μία υποψία αίματος να διηθείται από μέσα του, λιποθύμησα. Μαζεύτηκε όλο το μαγαζί στο κεφάλι μου. Αλλά πάντοτε λιποθυμάω στην όψη του αίματος. Πάντα. Η Μπέτη μάλιστα με είχε ρωτήσει τι κάνω όταν έχω τις μέρες μου, αυτή προφανώς ήτανε τόσο τρελή που καθόταν και κοίταζε την περίοδό της. Αν είναι δυνατόν. Έχω χρόνια να τη δω αλλά είμαι σίγουρη ότι παραμένει τρελή κι ας τριανταπενταρίσαμε. Έχω να τη δω 5-6 χρόνια. Πάντοτε τρελή και, δυστυχώς, αριστερή. Εγώ με αυτά δεν ασχολούμουν ποτέ, κοίταγα τη δουλειά μου, τα διαβάσματά μου, μετά τους Λατίνους πεζογράφους για το διδακτορικό μου: έρχονταν από έναν κόσμο που παράκμαζε αλλά είχαν επίγνωση του ότι παρήκμαζε. Ενώ εμείς απλώς σαπίζουμε, αλλοτριωνόμαστε, εκβαρβαριζόμεθα, αφηνόμαστε στην κακώς νοούμενη ελευθεριότητα, στους πειραματιστές και στους κιναίδους. Όλοι θέλουν να είναι πρωτότυποι.

Όταν γνώρισα τον Αυγουστίνο, κατάλαβα ότι θα ήμασταν μαζί. Ωραίος άντρας, ώριμος. Κομψός, μετρημένος. Λίγο κοντός αλλά κι εγώ δεν είμαι κανα πρώτο μπόι, που λένε. Ο μπαμπάς τον βρήκε "λειψανάβατο" αλλά ο μπαμπάς γίνεται ολοένα λίγο και πιο ανόητος όσο περνάει ο καιρός, περνούν τα χρόνια. Άλλωστε τι θα ήθελε για την κόρη του; Το καλύτερο. Πού να ξέρει ότι σε αυτη τη ραιβή εποχή που ζούμε ο Αυγουστίνος είναι άντρας κανονικός (στον κλάδο μου κίναιδοι παντού, γι' αυτό κατέληξα με πολιτικό μηχανικό). Ο Αυγουστίνος με πολιτικοποίησε. Στα 33 μου έμαθα κι εγώ τι σημαίνει εθνικοσοσιαλισμός και πώς στιγματίστηκε εκ μέρους των καπιταλιστών και των σιωνιστών, που κέρδισαν τον πόλεμο. Νηφάλια, ψύχραιμα, από θεωρητικής απόψεως, όχι όπως τον σερβίρουνε στους πληβείους. Μιλάγαμε ώρες για την αναγκαιότητα της φυλετικής καθαρότητας, πώς κάθε φυλή πρέπει να κατοικεί στα κλίματα για τα οποία είναι προσαρμοσμένη: θυμόμουνα λοιπόν κι εγώ τους δυστυχείς μαύρους να μελανιάζουνε στο βρετανικό ψύχος ή τους όλο εγκαύματα κατακόκκινους υπερβορείους που παραθέριζαν στην Κρήτη (και η Μπέτη τους αποκαλούσε "αχ γλυκύτατους"). Κουβεντιάζαμε για τον πολεμικό ιεραποστολικό ζήλο του Ισλάμ και την αποστεωμένη θεολογία των Εβραίων. Και αγαπάει πολύ τη φύση ο Αυγουστίνος: με έβγαλε από τις πόλεις και τα θέρετρα, με ανέβασε ψηλά, στα ελληνικά βουνά. Ο Αυγουστίνος μου.

Είμαι ευχαριστημένη από τη ζωή μου, λοιπόν. Οπωσδήποτε. Από την άλλη με καταθλίβει η κατάντια της χώρας μου. Αμάθεια και βρωμιά, ξένοι παντού, διαφθορά γενικευμένη. Μας έβαλαν στη μέγγενη οι ξένοι. Και ο λαός, ο κουτός λαός, ο πάντα ευκολόπιστος και πάντα προδομένος, εναπέθεσε τις ελπίδες του στους αγύρτες, στους κομμουνιστές. Που είναι οπορτουνισταί. Η εθνική ιδεολογία είναι πια προνόμιο λίγων. Τι να πεις. Είμαστε σαν εκείνους τους τελευταίους Έλληνες που περιγράφει ο Καβάφης. Θα σβήσουμε αλλά θα ξαναζήσει ο ελληνισμός, ίσως στην Αμερική, αλλού.

Θυμάμαι λοιπόν όταν συνήρθα στο εστιατόριο, εκεί στη Χάρλεϋ Στρητ. Ήταν σαν να είχα το αίμα στο στόμα μου, τη σιδηρά του γεύση, και ας μην άγγιξα το κρέας. Ανοίγω τα μάτια μου και τότε θυμάμαι και οπτικώς το αίμα που είχανε την απαίτηση οι Δυτικοί μάγειρες, οι ωμοφάγοι, να καταναλώσω. Μετά κοιτάζω τα πρόσωπα που με κοίταζαν. Συναγμένα κύκλω γύρω μου. Και αισθάνθηκα ότι βρίσκομαι κάπου αλλού, ότι η  Ελλάδα που ήξερα είναι μακριά. Ίσως κι ότι ενδεχομένως να μην υπάρχει.

GatheRate

Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2015

Ο σκοτεινός αιώνας: αλίμονο στους νέους

Υπάρχει μια αριστερή άποψη, η οποία πρόκειται να γίνει ακόμα πια δημοφιλής τώρα με το άτυπο κονκορδάτο του Σύριζα με τους δεσποτάδες. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, δεν πρέπει να χτυπάμε τη θρησκεία αφού απλώς εκφράζει ηθικές αξίες που ήδη ενστερνίζεται η κοινωνία. Αδρανειακά μεν, αλλά τις ενστερνίζεται. Φρονώ ότι μια τέτοια άποψη αρνείται να δει ότι η θρησκεία, η ίδια η θρησκεία ως θρησκεία, διαμορφώνει απόψεις και στάσεις και συνειδήσεις και ότι αποτελεί τροχοπέδη για αλλαγές προς την κατεύθυνση της δικαιοσύνης και της ισονομίας. Κι αυτά χωρίς καν να λάβουμε υπόψη τη γνώμη του Arthur Clarke ότι "η μεγαλύτερη τραγωδία σε ολόκληρη την ιστορία της ανθρωπότητας είναι η κατάληψη της ηθικής από τη θρησκεία", το γεγονός ότι οι κυρίαρχες θρησκείες πρεσβεύουν πως η συντηρητική ηθική (συστατικό κάθε μίας από αυτές) συνιστά προϋπόθεση αθανασίας. Κι ας κάνουμε ότι δεν καταλαβαίνουμε τον βαθιά εξουσιαστικό χαρακτήρα της Εκκλησίας, μιας ιεραρχίας όντως "ελέω Θεού", εξ ορισμού ακατάλυτης και με αποστολική διαδοχή από τον Ένα και Γλυκύ και Σωτήρα. Κι αφήστε τους νεορθόδοξους να αδολεσχούν περί "κοινωνίας" και "σώματος" και άλλων μεταφορών, ενθαρρυμένοι από τη μεταδομιστική σύγχυση και αγυρτεία που ανάγει τη μεταφορά σε ερμηνευτικό εργαλείο, στο ένα ερμηνευτικό εργαλείο.

Δυστυχώς όμως οι παραδοσιακές θρησκείες δεν είναι ο μόνος εχθρός. Και δεν μιλάω καν για τους στρατευμένους άθεους τύπου Ντώκινς και Χίτσενς, που μιλάνε με ζήλο ιεραπόστολου και με όλη τη μύξα και την μπλαζέ υπεροψία των ελίτ. Έχω κατά νου αυτό που λέει η Εύη Βουλγαράκη:
Κάποιοι νομίζουν ότι τελειώνοντας με τον χριστιανισμό, και με άλλες μεγάλες θρησκευτικές παραδόσεις, μπαίνουν στον φωτεινό χώρο του ορθολογισμού... Όχι... δυστυχώς. Η φύση απεχθάνεται το κενό, και οι σκοτεινές λατρείες είναι παρούσες και περιμένουν τα παιδιά, εμφανιζόμενες ως αντισυστημική κουλτούρα, με τόσο ειδεχθές πρόσωπο όσο και ο ναζισμός.
Παρότι τρέφω ελάχιστη συμπάθεια προς τις "μεγάλες θρησκευτικές παραδόσεις" των μουλωχτών και της καταπίεσης και του τρόμου, δεν μπορώ παρά να υπερθεματίσω: στην Αγγλία του 3% των χριστιανών γνώρισα από κοντά τον αποθεωμένο εθνικισμό της Middle England, τις μαλακίες του νιου έιτζ, την εικοτολογία και τη σάχλα των μάγων και των παγανιστών, κάθε είδους νεο-ανιμιστικές αντιλήψεις.

Ο αιώνας λοιπόν προβλέπεται ζοφερός. Αφήνοντας πίσω τον πνιγηρό κόσμο της θρησκείας και του κάθε λογής νεοπαγανισμού και νεοανιμισμού, γυρίζω στην αφορμή του κειμένου της Βουλγαράκη: μια ταινία που είδε στον Σταρ και που απευθύνεται σε νέους και εφήβους, ένα teen movie όπως πάρα πολλά άλλα. Παραθέτω και πάλι:
[Ο] σκηνοθέτης σε βάζει με βλέμμα ερωτευμένο στον κόσμο της μαγείας, όπου υποτίθεται ότι η ρήξη είναι μεταξύ λευκής μαγείας, που παρουσιάζεται ως καλή, και μαύρης που είναι κακή. Στον κόσμο της ταινίας, στα δεκάξι τους χρόνια, σαν σε τελετή ενηλικίωσης, τα κορίτσια "διεκδικούνται" από τις σκοτεινές δυνάμεις και κατά βάση δεν έχουν δυνατότητα αυτοκαθορισμού. Είναι έρμαια στις δυνάμεις που επιδρούν πάνω τους. Το στόρι ήταν για τον αγώνα να σπάσουν οι κανόνες σε μια τέτοια "διεκδίκηση", οι οποίοι όμως ουδόλως αμφισβητούνται ως προς τη γενική τους ισχύ.

Σεξισμός απροκάλυπτος με όλα τα στερεότυπα εναντίον των γυναικών, ότι δεν είναι αρκετά λογικά πλάσματα για να κατευθύνουν τον εαυτό τους. Χωρισμός της κοινωνίας σε ισχυρά και ανίσχυρα είδη, αθάνατα και θνητά, μάγους και κοινούς θνητούς. Η μαγεία εξαίρεται ως δύναμη σε όλες τις εκδοχές της, και ένα σωρό μύθοι σκοτεινοί ενός παγανιστικού παρελθόντος των βορείων λαών περνά μέσα στην αφήγηση. Τι άλλο είναι αυτά εκτός από παραλλαγές του ναζισμού; Σεξισμός, ρατσισμός, και παγανισμός;
Μιλώντας για χρηστομάθεια που απευθύνεται σε εφήβους και νέους, θυμήθηκα ένα επεισόδιο της σειράς 'The joy of teen sex'. Η σειρά υποτίθεται ότι πραγματεύεται τα σεξουαλικά ζητήματα και προβλήματα των εφήβων και των νέων. Ο τρόπος της είναι υπεροπτικός και πατερναλιστικός, όμως αναπόφευκτα: στον κόσμο την Ηθικών Νικομαχείων όσοι δεν είμαστε λευκοί μεσήλικες εύποροι άντρες είμαστε ξένοι. Με ενόχλησαν όμως δύο περιπτώσεις στο επεισόδιο που κάθησα να δω:

Στην πρώτη, μία έφηβη πάει στον ψυχολόγο για να της πει αν είναι εθισμένη στο σεξ επειδή καυλαντίζει στο διαδίκτυο και παίζει σε σνάπτσατ κτλ. Παύση εδώ: έφηβη αν είναι εθισμένη στο σεξ. Αν είναι υγιής, δηλαδή. Τέλος πάντων. Ο ψυχολόγος τής κάνει κάποιες ερωτήσεις ολικής άγνοιας και με βάση αυτές αποφαίνεται ότι δεν είναι εθισμένη αλλά τις τάσεις της για λάιτ σαδομαζοχιστικές πρακτικές (σκαμπιλάκια κτλ. -- δεν κάνω πλάκα) να τις προσέξει. Τι να σχολιάσει κανείς εδώ; Τελειώνοντας με τους φρικτούς τιμωρούς παπάδες του Τζόυς μπαίνουμε "στον φωτεινό χώρο του ορθολογισμού"; Με τίποτα.

Μια άλλη περίπτωση αφορά ένα ζευγαράκι εκεί στα δεκαεννιά. Το πρόβλημα; Η κοπέλα παίρνει εντελώς χάλια πίπες και όχι πολύ τακτικά. Η θεραπεύτρια-σύμβουλος δίνει τεχνικές συμβουλές στο ζευγάρι και κάνει επίδειξη με μια μπανάνα, ενώ συνιστά προφυλακτικά με γεύσεις. Καθ' όλη τη διάρκεια της επίδειξης-νουθεσίας το μέν νερντουλάκι έχει γουρλώσει τα μάτια, η δε κοπελίτσα έχει αγκυλωμένο το πρόσωπό της σε γκριμάτσα αποστροφής. Κι αναρωτιέμαι: πρέπει να παίρνει πίπες το σωστό κορίτσι το υγιές; Ανυπερθέτως; Της αρέσει δεν της αρέσει; Αυτό είναι κάτι που πρέπει οπωσδήποτε να το κηρύξουμε στα έθνη;

Με δυο λόγια: ο ετεροκαθορισμός, συστημικός και συστηματικός, δεν πάει πουθενά, ακόμα και αν απαλλαγούμε από τον βδελυρό (επίθετο της μόδας) Άνθιμο, τον κήρυκα του μίσους και κουκουλωτή βιασμών. Για άλλη μια φορά, σε ακόμα ένα πεδίο, ο αγώνας αποδεικνύεται δυσκολότερος από όσο θέλουμε να πιστεύουμε.

GatheRate

Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2015

Αχνίζει το κάτουρο


Σήμερα στη δουλειά την ώρα που κατούραγα το φως έμπαινε από το παράθυρο υπό πολύ γνώριμη γωνία και ήταν επιτέλους φιλτραρισμένο από παχιά σύννεφα.

Κοίταξα το νήμα της ροής που έσκαγε πάνω στην πορσελάνη της λεκάνης και σχεδόν άχνιζε. Σχεδόν. Αρκετά όμως για να πεταχτώ σχεδόν είκοσι χρόνια πίσω, στην πολύ κρύα τουαλέτα ενός από τα παμπάλαια κτίρια του UCL, στον ημιόροφο μεταξύ δεύτερου και τρίτου όροφου, της τουαλέτας στην άκρη της σκάλας φάτσα στα δύο μεγάλα γραφεία και στο μικρότερο του τρίτου. Η μοναδική αντρική τουαλέτα του κτιρίου.

Κι ενώ κατούραγα σχεδόν είδα τη ροή των ούρων να σκάει πάνω στην εντελώς ψυχρή λεκάνη κάπου στο Λονδίνο και να αχνίζουν. Κι αναρωτήθηκα αυτό που δεν αναρωτήθηκα τότε: ο αχνός που ανεβαίνει είναι από τα δικά μου ούρα ή μήπως από την υγρασία πάνω στην επιφάνεια της λεκάνης που εξαχνώνεται; Και αν είναι από την υγρασία της λεκάνης που αχνίζει χάρη στη θαλπωρή των αποβλήτων μου, άραγε κουβαλάει πάνω του μικρόβια αυτός ο αχνός; Δεν το σκέφτηκα τότε, πριν δεκαεννέα χρόνια, το σκεφτηκα σήμερα το πρωί.

Δεκαεννιά είναι ο κωδικός της Ελλάδας στις διπλωματικές πινακίδες κυκλοφορίας, που εδώ και δεκατέσσερα χρόνια βλέπω σε αμάξια του προξενείου. Δεκαεννιά είναι το συνθηματικό της Κόλασης στο Κοράνι. Αλλά αυτά είναι άσχετες σκέψεις ενός τύπου που αδειάζει την κύστη του προσμένοντας το μεσημεριανό του.

Επίσης ξέρω ότι τώρα, εδώ που ο καιρός δεν με σηκώνει γιατί υποφέρω στη ζέστη, είμαι πιο ευτυχισμένος από τον κρύο και μουντό παράδεισο, από τον λαβύρινθο που λέγεται Λονδίνο. Ξέρω ότι παρά τον οίκτο που αισθάνομαι για τα κτίρια που ορίζουν τον ορίζοντα εδώ, που δεν μοιάζουνε με τη δόξα των φώτων του Σίτυ στο βάθος εκεί, στο χωριό του Blade Runner, εδώ είμαι εγώ. Εκεί ήμουν ένας μελαγχολικός και όψιμος έφηβος, βαρύς και κουρασμένος από τις κομμάρες της απραξίας και της δειλίας.

GatheRate

Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2015

Σώματα και βιβλία


Λοιπόν διαβάζεις κάτι βιβλία συστηματικά, που είναι στημένα σαν εκείνο το καββαλιστικό διάγραμμα με τα δέκα γκεμπουράχ, ή πώς τα λένε. Σύστημα. Κανονικό σύστημα. Αν είναι αφηγήσεις, έχουνε συστηματικούς χαρακτήρες, αφού το "ἦθος [...] ὁμαλῶς ἀνώμαλον δεῖ εἶναι", που λέει κι ο καριόλης γεροδάσκαλος. Συστηματική και η πλοκή τους, " λέγειν ἢ πράττειν κατὰ τὸ εἰκὸς ἢ τὸ ἀναγκαῖον".

Εγώ, που δεν θα γίνω βιβλίο, ακόμα και αν γινόμουν δεν θα ήμουν συστηματικό. Δηλαδή, δεν μπορώ να ξέρω, εικάζω: δεν μπορούμε να διαβάσουμε το βιβλίο που είμαστε ή το βιβλίο που θα γίνουμε ή εκείνο που θα γινόμασταν αν βρισκόταν κάποιος να το γράψει. Γι' αυτό χρειαζόμαστε άλλον να μας γράψει, με ερμηνευτική ελευθεριότητα και άδεια ποιητική και βιογραφική, γι' αυτό και χρειαζόμαστε άλλους να μας διαβάσουν. Αλλά και ποιος θέλει να γίνει βιβλίο, αν μπορεί να ζήσει; Ή μάλλον ποιος μπορεί να είναι και σώμα ζωντανό και βιβλίο; Και αν μπορεί, ποιος το θέλει;

Συστηματικός λοιπόν δεν είμαι. Δεν ξέρω από αυτά, από τίποτα δεν ξέρω. Μεγάλωσα με χάρτες κι εγκυκλοπαίδειες αποφεύγοντας μυθιστορηματα και ποίηση, μέχρι που μου ήρθε κατακούτελα η ερωτική πραγματικότητα, την οποία έκτοτε ακολουθώ συστηματικά. Αλλά η ερωτική πραγματικότητα δεν είναι συστηματική. Και με τον τρόπο της η ερωτική πραγματικότητα με κέρδισε. Δεν με έκανε παίκτη και συστηματικά πολυγαμικό, αφού ήμουν πολύ χαϊβάνι, υπερβολικά δοτικός και, είπαμε, καθόλου συστηματικός. Άσε που πέφτω με τα μούτρα, κάτι που πάντα ανησυχούσε τους φίλους μου, εκτός όταν δεν πέφτω με τα μούτρα. Είπαμε: κανένα σύστημα στην τρέλα μου.

Πάντα αντιμετώπιζα το αλκοόλ ως υποκατάστατο του έρωτα ή έστω της ανάμνησής του. Οι (λίγες, ομολογουμένως) γυναίκες που με έχουνε δει να χαμογελάω αναίτια εξαιτίας τους, να χασκογελάω χτυπημένος από οξεία πανευτυχίτιδα, το ξέρουν καλά. Όταν λοιπόν με πλακώνει ο κόσμος γύρω μου, συνήθως με τη μορφή θανάτου, όταν πρέπει να τον σηκώσω τον κόσμο στην πλάτη μου, μεταφέρομαι νοερά σε κάτι δωμάτια και κάτι σκαλοπάτια, σε κάτι δρόμους και κάτι παραλίες, σε αυτήν την πόλη που την έχω φάει ερωτικά με το κουτάλι και με έχει φάει σαν νοσταλγία. Δεν υπάρχει πουθενά το ίζημα του πόνου, κι όχι γιατί δεν υπήρξε πόνος, ίσα ίσα. Εδώ δεν θυμάμαι λαγνικά καθέκαστα και ιμερικές χορογραφίες, τουλάχιστον όχι πέρα από κάποιες μικρές λεπτομέρειες καθόλου κινηματογραφικές και ούτε καν εικαστικές καλά καλά. Έχω τη μνήμη και έχω την προσδοκία, έχω όσες άγγιξα και τις ίδρωσα και με έχυσαν. Φυλάω μέσα μου φωνές, γραπώματα, ματιές, λαβές, χύσια, φως, σκιές, σάλιο, παλμούς, βλέμματα, παύσεις, περιπτύξεις. Κι αν δεν μιλάω γι' αυτά δεν είναι λόγω σεμνοτυφίας, όχι μόνο λόγω σεμνοτυφίας, είναι που δεν έχει να πει κανείς πολλά πράγματα για την ερωτοπραξία, εκτός και αν αποφασίσει να γίνει συστηματικός, αφού οι λεπτομέρειες δεν αφορούν κανέναν. Και συστηματικός δεν είμαι.

Κρατάω ό,τι θυμάμαι σε ένα μεγάλο βιβλίο. Αυτό το βιβλίο δεν είναι είναι βιβλίο και δεν είμαι εγώ, αυτό το βιβλίο φυλάει μέσα του ό,τι έχω. Ο θησαυρός μου. Και "ὅπου [...] ἐστιν ὁ θησαυρὸς ὑμῶν, ἐκεῖ ἔσται καὶ ἡ καρδία ὑμῶν".

GatheRate

Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2015

Αποκάλυψη τώρα

Δεν θέλω να γράψω για αυτό το θέμα. Πρέπει να δουλέψω μέχρι αργά, αλλά και να μην έπρεπε να δουλέψω θα ήθελα να γράψω κάτι άλλο, ακόμα ένα Πορτραίτο μάλλον. Ωστόσο, από το πρωί δεν μπορώ να σκεφτώ και πολλά άλλα.

Τι μας έφερε η Μνημονιοκρατία; Προφανώς ανυπολόγιστη καταστροφή: απώλεια ζωών, αρρώστεια, θνησιμότητα, εξαθλίωση, δυστυχία. "Ε όχι και σαν πόλεμος", είπε ένας φίλος. Οι αριθμοί άλλα λένε, τα επιστημονικά άρθρα για την αύξηση των καρδιακών νοσημάτων και την έξαρση στις ψυχικές νόσους σκιαγραφούν συνθήκες πολεμικές. Η ίδια η εικόνα της καταστροφής πρέπει να είναι λαγαρά διακριτή σε όποιον δεν ζει μέσα στα προνόμια, όσο πενιχρά κι αν είναι.

Αλλά οι περισσότεροι που έχουμε την ευχέρεια να διαβάσουμε αυτό το πράμα που γράφω τώρα ζούμε μέσα σε προνόμια, απλώς σε λιγότερα και ισχνότερα προνόμια από πριν. Το λέει πικρά και ο Χάουαρντ Ζινν: οι ανατροπές δεν έρχονται όταν εξαθλιώνονται και καταπιέζονται οι φτωχοί, αυτοί πάντα ποδοπατούνται, πάντα πεθαίνουνε τζάμπα, πάντα -- θα πρόσθετε κανείς -- αποτελούν πρόσφορο στόχο σκοποβολής του κάθε μπάτσου. Οι ανατροπές έρχονται, συνεχίζει ο Ζινν, όταν θιγεί η μεσαία τάξη, όσοι υποστηρίζουν και υπηρετούν και θεραπεύουν τις ελίτ.

Τα τελευταία πέντε χρόνια η μεσαία τάξη χτυπήθηκε άγρια: το βιοτικό της επίπεδο αλλού έπαθε καθίζηση και αλλού κατέρρευσε, ενώ η δημοκρατία της μετατράπηκε σε μια προσχηματική τελετουργία που φρουρούν απροκάλυπτα αυταρχικές αστυνομικές δυνάμεις. Ενώ τα πρώτα δύο χρόνια φάνηκε ότι και εδώ η χτυπημένη μεσαία τάξη θα έφερνε την ανατροπή, μετά την ανελέητη κτηνωδία του Φεβρουαρίου του '12 αναδιπλώθηκε με τρεις τρόπους. Μια πλειονότητα των νοικοκυραίων ανέθεσε τα πάντα στην επικείμενη Βασιλεία του Σύριζα. Μια επίσης μεγάλη μερίδα τους εναγκαλίστηκε με μετάνοια και ανακούφιση την παμπάλαια νεοελληνική τακτική του "σώπαινε να περάσουμε", με ολίγη από νεοφιλελεύθερη σάλτσα και σουσουδικό ευρωπαϊσμό κεμαλικού: προνόμια ας είναι, κανονικότητα τα λένε, κι ας είναι και λειψά. Άλλοι, τέλος, ξανάπεσαν στον φασισμό (ναζιστικό ή μη), ο οποίος και στο παρελθόν έχει ξελασπώσει μέρος της μεσαίας τάξης με τον άκομψο και βάρβαρο αλλά πάντοτε αποτελεσματικό του τρόπο -- τρεισίμιση φορές μέσα στον εικοστό αιώνα,  με τη μισή να ανήκει στο πολιτικό μη-κομματικό κίνημα του Πάσης Ελλάδος Χριστόδουλου.

Γνωστά τα παραπάνω, λίγο-πολύ. Γνωστός ο ρόλος των ΜΜΕ, τα οποία μεταμορφώθηκαν από μέτριας νοημοσύνης, υψηλών αξιώσεων και αστάθμητης πιστότητας κουτσομπόληδες σε κλώνους του Ριζοσπάστη. Μόνον που υπηρετούν την ασυδοσία, τη βαρβαρότητα, τον ψόφο για τους αδύναμους -- κι ας μην αναγράψουν ποτέ τον όρο "ψόφος" στις πολύχρωμες από διαφημίσεις σελίδες τους. Άλλωστε η λεκτική βία δεν είναι απαραίτητη όταν απλώς σου ζητείται να δικαιολογήσεις την ταξική βία, που δεν κάνει πάταγο, και την παντοειδή καταστολή.

Κι αυτά γνωστά. Πάντως, από τη 12η Ιουλίου είδαμε να πραγματοποιείται η εσχατολογική φαντασίωση χιλιάδων χιλιαστών και φανατικών: ο συριζαϊκός Μεσσίας συνθηκολογεί με τον Διάολο, καθίσται Αντίχριστος και γίνεται εγγύηση ότι κανείς δεν θα γλυτώσει. Τώρα πια και διά της εις άτοπον απαγωγής η υποτέλεια και η εξαθλίωση είναι πια μονόδρομος. Και έτσι στις 20 Σεπτεμβρίου κληθήκαμε να επιλέξουμε την κατοχική κυβέρνηση που θα μοιράσει την μπομπότα δικαιότερα ή πιο φιλάνθρωπα έστω, κρατώντας το έθνος υπερήφανο και ενωμένο, νυν και αεί υπό τα αναχρονιστικά λάβαρα των Σαλαμινομάχων και εστεμμένο με τις μίτρες των επισκόπων μας, όλοι εκ των οποίων είναι τουλάχιστον μητροπολίτες.

Η μεγάλη απώλεια των πέντε ετών, μετά τους ανθρώπους, τις ζωές, τις χαμένες ευτυχίες και τις ακυρωμένες ευκαιρίες, είναι λοιπόν ο πολιτικός λόγος της ελευθερίας.

Κοιτάξτε γύρω σας: οι κήρυκες της νεοφιλελεύθερης ασυδοσίας νιώθουνε δικαιωμένοι που δεν παρασάλεψαν από τα δόγματά τους επί πενταετία. Οι πανταχόθεν οχυρωμένοι καθεστωτικοί γραφιάδες συνεχίζουν το μισανθρωπικό κήρυγμά τους, στη χειρότερη παράδοση του χρονογραφήματος και της κάθε λογής χρηστομάθειας, ακλόνητοι και βαθιά αδιάφοροι. Οι ναζί δολοφόνοι και οι συνεργοί τους αναβαπτίζονται σε επαναστατικά υποκείμενα. Η κοσμικότατη Εκκλησία θριαμβεύει παντού. Ο αριστερός λόγος εκφυλίζεται ξανά σε ιερεμιάδες για ακόμα μία ήττα ή παραβλαστάνει σε περίπλοκες στρεψοδικίες που θα ζήλευε και ο δεινότερος ιεροκήρυκας, όταν δεν χάνεται σε σχολαστικότατες διαπραγματεύσεις ζητημάτων λίγο-πολύ μετατοπισμένων από τη σημερινή ταξική πραγματικότητα. Στον πολύ κόσμο μένουνε συνθήματα μόνο, μένει και σάτιρα ξεθυμασμένη και ατελέσφορη, διακωμώδηση σχημάτων και προσχημάτων αλλά όχι μαστίγωμα της εξουσίας.

Γίνεται λοιπόν ολοένα και πιο δύσκολο να μιλήσεις από τον Ιούλιο και μετά. Όποιον τρόπο, όποιο κειμενικό είδος και αν διαλέξεις, ό,τι και να υποστηρίξεις, είναι από χέρι χαμένη υπόθεση. Αυτό δεν οφείλεται, όπως ακούγεται, στο ότι όλα γίνονται πια πολτός στο μπλέντερ. Ίσα ίσα, κάθε τι που λέγεται πλέον διαθέτει μοναδική καθαρότητα και αξιοζήλευτη σαφήνεια, ακόμα και όταν πρόκειται για δικανισμούς και καζουισμούς ή για αναίσχυντη προπαγάνδα και επονείδιστο ψεύδος.

Δυστυχώς όμως πια δεν μπορείς να ελπίζεις ότι όσα λες και γράφεις διαθέτουν την παραμικρή ικανότητα να παρακινήσουν οποιονδήποτε να πράξει οτιδήποτε: ξαναβουλιάξαμε στη θρησκεία των βεβαιοτήτων, στο κουτσομπολιό προθέσεων, στο φιλοσοφικό λακριντί, στην ατελείωτη κωζερί για τα πάντα. Η αντίσταση και η αλληλεγγύη απογυμνώνονται κι αυτές από την δράση τους, την ουσία τους δηλαδή, καταντάνε συνθήματα και δηλώσεις καλών προθέσεων στα διάφορα φόρα.

Αργά καταβυθιζόμαστε στην άβυσσο, πετσιά άδεια από κόκαλα και μύες, όπως οι δαπανημένοι άντρες στο Under the skin.

GatheRate

Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2015

Θρησκευτικά

Με αφορμή τις "μονομερείς ενέργειες" σχετικά με το μάθημα των Θρησκευτικών.

Θρησκευτικά και άλλα μαθήματα

Είναι περίεργο που τα Θρησκευτικά διδάσκονται όσο διδάσκονταν και όπως διδάσκονταν, ενώ λ.χ. δεν διδάσκεται αρκετά η νεοελληνική γλώσσα και την έχει υποκαταστήσει η διδασκαλία της Αρχαίας λόγω δοξασιών σχετικά με το τι σημαίνει "συνέχειας της γλώσσας". Προφανώς, όσοι σχεδιάζουν εκπαιδευτικές πολιτικές θα ανησυχούσαν περισσότερο με το να μη διδάσκεται η διαφορά ομοιούσιου και ομοούσιου από τον καταρρέοντα εγγραμματισμό των νέων.

Επίσης, είναι περίεργο που τα Θρησκευτικά διδάσκονται όσο διδάσκονταν και όπως διδάσκονταν, ενώ οι φυσικές επιστήμες διδάσκονται ελλιπώς και κουτσά όπως και πριν, ενώ η Φιλοσοφία διδάσκεται μετά βίας και πολλές επιστήμες δεν διδάσκονται καν.

Θρησκευτικά και Κατήχηση

Σε μερικές περιοχές στην υπόλοιπη Ευρώπη διδάσκονται τα Θρησκευτικά όπως στην Ελλάδα, ως Κατήχηση. Η Κατήχηση απευθύνεται σε μέλη της Εκκλησίας (που δεν έχουνε λάβει ακόμα το Χρίσμα στη Δύση, σε φουλ μέλη στην Ορθόδοξη Ανατολή). Με δεδομένη την πρακτική του νηπιοβαπτισμού ως στοιχείου κουλτούρας, από ένα τέτοιο μάθημα θα έπρεπε να απαλλάσσεσαι με απλή υπεύθυνη δήλωση του γονιού.

Σε άλλες περιοχές στην Ευρώπη διδάσκεται περιγραφή της Χριστιανικής πίστης και άλλων θρησκειών, όπως και στην Ελλάδα στη Β' Λυκείου αφού έχουν προηγηθεί 10 χρόνια κατήχησης. Θεωρώ ότι αυτό θα ήταν θεμελιώδες μάθημα, μάθημα πολιτισμού, αφού η θρησκεία αποτελεί οργανικό μέρος της κουλτούρας και η χριστιανική πίστη συνιστών συστατικό του Δυτικού Πολιτισμού. Θέλω τα παιδιά να μαθαίνουν τι είναι όλοι αυτοί οι άγιοι και ότι δεν πρόκειται για "πάρα πολύ καλούς ανθρώπους", θέλω να ξέρουν ποιος είναι ο Απόστολος Παύλος. Όπως θέλω να ξέρουν ότι οι αρχαίοι θεοί είναι παρτάκηδες και τζόρες και καθόλου μα καθόλου εξ ορισμού αγαθοί και φιλεύσπλαγχνοι. Από ένα τέτοιο μάθημα δεν θα έπρεπε να απαλλάσσεσαι, όπως δεν απαλλάσσεσαι από τη Γεωγραφία ή την Ιστορία.

Ποιος αποφασίζει για τα Θρησκευτικά;

Εξηγήστε τέλος στον σ. υπουργό Φίλη ότι "μονομέρεια" υφίσταται μόνο μεταξύ ισότιμων μερών για θέματα που αφορούν και τα δύο.

Συνεπώς, "μονομέρεια" θα συνιστούσε το να κάνει κάτι η κυβέρνηση για τα εκκλησιαστικά λύκεια ή για τις εκκλησιαστικές σχολές χωρίς να συνομιλήσει με την Εκκλησία της Ελλάδος. Οι θεολογικές σχολές, που συνδικαλιστικά διεκδίκησαν και πέτυχαν να τις αντιμετωπίζουμε ως "επιστημονικές" (Θε μου σχώρα με), και το τι διδάσκεται στα δημόσια σχολεία δεν άπτονται της δικαιοδοσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος.

GatheRate

Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2015

Per viltade?

Είμαι από αυτούς που άμα δούνε μπροστά τους τυρογαριδάκια ή πρινγκλς δεν μπορούνε να σταματήσουν. Καμμιά φορά συμβαίνει και με ποπ κορν, άμα είναι τραγανό. Πέφτω με τα μούτρα. Στούκας. Κι επειδή ξέρω καλά ότι με κοιτάζουνε γύρω γύρω, "τρώει το ζώον ο χοντρός, τρώει πατατάκια το χτήνος" λένε, προσπαθώ να πω στον εαυτό μου ότι αυτό είναι το τελευταίο και να σταματήσω. Αλλά μπα. Αμόκ με πιάνει. Πάντως χοντρός δεν έγινα από τα πατατάκια, άλλωστε έμαθα από μικρός να τα αποφεύγω. Το σουλούπι μου είναι τέτοιο. Κοιλίτσα, βυζάκια, μαγουλάκια. Το γλυκό παιδί. Το παιδί των γλυκών. Κι ας τρώω μόνο μιλφέι και καμμιά πάστα, αν και αυτό δεν το λέω ποτέ, γιατί με κοροϊδεύουν: δεν ξέρουν ότι από μικρός έχω καλές διατροφικές συνήθειες.

Τα τυρογαριδάκια τα θυμήθηκα γιατί πήγα χτες με τον Σταύρο σε εκείνο το μπαρ που συχνάζει ο Σαργκάνης. Ναι, ο γνωστός. Αυτός που "φυτεύει πατάτες". Ε μας έβγαλαν τυρογαριδάκια με τα ποτά -- ούτε ξηροκάρπια, ούτε τσιψ. Μόλις τα είδα τα τυρογαριδάκια, τα εξαφάνισα. Μετά έγλειψα και στη ζούλα τα δάχτυλά μου τα τυροπορτοκαλί. Ο Σταύρος ποσώς ενδιαφέρθηκε, να μου μιλήσει ήθελε. Στην αρχή φοβήθηκα μην τον έβαλε η αδερφή μου να με αρχίσει πάλι με τα περιουσιακά και τις μαλακίες, πράγματα που κανόνισε ο γέρος μου με διαθήκη κανονικότατη: αυτά εγώ κι η αδερφή μου, αυτά τα αδέρφια μου από την Καβαλιώτισσα. Μέχρι και για την Ιλεάνα άφησε κάτι ο γέρος, δηλαδή και εκεί ήτανε το πρόβλημα, εγώ τον καταλαβαίνω, οι άλλοι κλώτσαγαν, η αδερφή μου άφριζε για την "πουτάνα τη Ρουμάνα, που θα πάρει χτήματα για τα τσιμπούκια που του έπαιρνε". Ούτε να την ακούω δεν άντεχα να μιλάει έτσι, σκληρή και χυδαία. Δεν καταλαβαίνει τα ανθρώπινα πράγματα η αδερφή μου. Είναι σκληρή κατά βάθος. Ή μάλλον η σκληρότητα είναι η άμυνά της. Δεν ξέρω.

Εγώ πάλι τους καταλαβαίνω τους ανθρώπους, μια χαρά. Και φαίνεται. Έρχονται και μου λένε την ιστορία της ζωής τους. Σου λέει ο άλλος "ο χοντρός δεν έχει ζωή, είναι αμερόληπτος". Κι έτσι σου εμπιστεύεται αβίαστα τη δική του. Διάβαζα έναν τύπο σε ένα μπλογκ που, από εδώ το έφερνε, από εκεί το γύριζε, ήθελε να παινευτεί πόσα του εμπιστεύονται οι άλλοι και πόσα μυστικά κουβαλάει. Σιγά ρε ξομολόγε, τι να πω κι εγώ δηλαδή. Αν άνοιγα μπλογκ και έγραφα όσα μου εμπιστεύονται, εγώ να δεις τι βρωμόξυλο θα έτρωγα και τι κυνήγι θα έπεφτε. Γιατί σε εμένα τα λένε όλα, χωρίς περιστροφές και ταμπού. Γιατί, είπαμε, χωρίς ζωή ο χοντρός κι αμερόληπτος. Βούδας: πάνω από τα ανθρώπινα, λίγο πιο πάνω δηλαδή, όχι πολύ. Σου λέει ο άλλος, ο χοντρός πάθος έχει τα πιτόγυρα και τις ζαμπονοτυρόπιτες αλλά μέχρι εκεί: μπορώ να του πω για τα γκομενικά μου και για τα ξώγαμα και για τον τζόγο και για τα μεθύσια και για τα κέρατα και για τα λεφτά που έφαγα και για τις πουστιές που έπαιξα και για όλα. Και δεν θα με κρίνει ο χοντρός, γιατί είναι χοντρός και ξέρει από πάθη, κι ας είναι τα πάθη του πίτσα και εκλαίρ.

Αυτό ήθελε κι ο Σταύρος, να μου μιλήσει. Αφού βεβαιώθηκα ότι δεν θα αρχίσουμε το τροπάρι για τα περιουσιακά, ετοιμάστηκα να ακούσω παράπονα για την αδερφή μου. Όχι, όλα μια χαρά στο σπίτι. Ανακούφιση. Μετά η σειρά μου: κι εμένα η οικογένεια μια χαρά, ο μεγάλος, η μικρή, μια χαρά. Η δουλειά, καλά, παραδόξως ο κόσμος δεν έκοψε τα μαθήματα μουσικής. Ήπια μια γουλιά τζιμ-μπιμ να ξεπλύνω τα γαριδάκια. Βεβαίως είχανε κολλήσει στα δόντια αλλά δεν μπορείς να βάλεις νύχι μπροστά στον κόσμο. Από το "χοντρός" μέχρι το "γουρούνι" είναι μόλις μια μικρή απρέπεια δρόμος.

Και μ' άρχισε ο Σταύρος. Η αδερφή μου είναι η μόνη γυναίκα που έχει πάει στη ζωή του. Εκεί λίγο κόντεψα να πνιγώ. Με είδε που χαμογέλασα αμήχανα, σχεδόν κάπως ηλίθια. Κατέβασε όλη τη βότκα (πώς το πίνουνε το σπίρτο ρε γαμώτο;), μια και κάτω, άσπρο πάτο. Μου είπε ότι αυτό είναι αλήθεια και δεν θέλει να το συζητήσει. Εντάξει, είναι μικρότερός μου ο Σταύρος, αλλά είναι γυμναστής. Είναι ωραίος άντρας. Θα μπορούσε να είχε όποια θέλει. Αυτό δεν ήτανε το πρώτο που σκέφτηκα. Το πρώτο ήτανε μια εικόνα, φλασιά, να πηδάει την αδερφή μου. Σκοτοδίνη σχεδόν. Αλλά είπαμε, ο χοντρός υπεράνω, δεν πα' να μιλάμε για την αδερφή του. Και ξεκίνησε να μου μιλάει.

Εγώ στο μεταξύ έπινα το δεύτερο το τζιμ-μπιμ. Σκεφτόμουν από τις πολλές γυναίκες, πριν τη γυναίκα μου τη Λητώ και μετά, εκείνη που αγάπησα. Άφησα το βλέμμα μου αριστερά από τα μάτια του Σταύρου, στο κενό, σε κάτι μπουκάλια στο μπαρ με λικέρ που κανείς δεν πίνει και που δεν ξέρουν κι οι απαίδευτοι μπάρμαν τι να τα κάνουνε... Κι έτσι ο Σταύρος νόμιζε ότι τον ακούω με προσήλωση και έγνοια, ενώ εγώ πέταγα. Πέταγα πίσω στα Γιάννενα είκοσι χρόνια πίσω.

Όταν πήρα πτυχίο από το Φυσικό σκεφτόμουν ότι είμαι ο πιο καλογαμημένος άντρας του κόσμου. Γνώρισα την Έλσα στην εξεταστική του Ιουνίου στο πρώτο έτος (τα πέρασα όλα). Τον Σεπτέμβριο ήδη ζούσαμε μαζί, κι ας περάσαμε χωριστά το καλοκαίρι, εγώ με την οικογένεια κι εκείνη με τη δική της. Τον Σεπτέμβριο λοιπόν μοιραστήκαμε ένα δυαράκι. Δεν είχε ίντερνετ τότε, καλά καλά δεν είχε κινητά, τα Γιάννενα ήτανε στου διαόλου το ανάθεμα, 8 κι 9 ώρες οδήγημα από την Αθήνα, ενώ από τη Σαλονίκη της Έλσας ούτε κουβέντα πριν την Εγνατία, με την Κατάρα και τους καρόδρομους. Ελεύθεροι και μόνοι. Στα Γιάννενα. Ζούσαμε κάτω από κουβέρτες σχεδόν νωπές από την υγρασία. Με τσιγάρα και μαυροδάφνη και άντε και καναν μπάφο κερασμένο. Το κάναμε κάθε βράδυ. Κάθε βράδυ. Και φροντίσαμε με διάφορα προσχήματα τα υπόλοιπα πέντε χρόνια να μένουμε τουλάχιστον 320 μέρες τον χρόνο εκεί, 320 μέρες τον χρόνο μαζί. 320x5=1600. Έλσα, το κάναμε τουλάχιστον 1600 φορές. Αγκαλιά κάθε βράδυ, ή και ο καθένας στη γωνιά του, σαν παντρεμένοι. Όταν έρχονταν οι δικοί της αναρωτιόντουσαν πώς κοιμάται ο χαντούμης ο χοντρός σε τόσο στενό κρεβατάκι. Όταν έρχονταν οι δικοί μου αναρωτιόντουσαν τι το θέλει το υπέρδιπλο στο δωμάτιό της αυτή η Σαλονικιά, ποιος ξέρει τι καραπουτανάρα θα 'ναι, γιε μου πρόσεχέ την αυτήνε και κοίτα τις σπουδές σου· σε τσιμπουκώνει πού και πού; ρώταγε η αδερφή μου. Κι εγώ παρίστανα τον καημένο τον χοντρό που καταντροπιάστηκε: εύκολο είναι, ξέρω μια χαρά να το παραστήσω.

Χοντρό με έλεγε κι η Έλσα. "Χοντρέ με γκαβλώνεις", μου έλεγε. "Χοντρούλη, μ' αναβεις". "Μπουχέσα, δεν έχει σαν το πουλί σου", γέλαγε. Πήγα μερικές φορές να διαμαρτυρηθώ που μου μίλαγε έτσι (και, εντάξει τα άλλα, μα "πουλί";) αλλά δεν βαριέσαι, τι βάρος έχουνε τα λόγια όταν ζεις. Κανένα βάρος. Κι ήτανε γκομενάρα η Έλσα, η μία γκομενάρα του Φυσικού Ιωαννίνων -- έτσι είναι αυτές οι σχολές.

Κι ήμουνα φρόνιμος τότε. Ήξερα. Έλεγα: "αυτή είναι ο πρώτος μεγάλος έρωτας, η παντοτινή ανάμνηση, όμως θα έρθουν κι άλλες". Έλεγα ότι δεν θα είναι ο μεγάλος έρωτας, παρά ο πρώτος. Σκεφτόμουν καμμιά φορά ότι μετά τη Σχολή θα χώριζαν οι δρόμοι μας. Ότι μόνον αφελείς και αμερικανάκια πιστεύουν ότι η πρώτη αγάπη είναι η παντοτινή. Όμως εγώ ούτε αμερικανάκι ήμουν ούτε αφελής. Ήξερα πολύ καλά για τους ενθουσιασμούς της νιότης και τους φοιτητικούς έρωτες και τις μεγάλες προσδοκίες και τους μικροπαντρεμένους που το διέλυσαν δυστυχισμένοι στα εικοσιφεύγα και τα τριάντα. Είχα ήδη ακούσει πολλές, πάρα πολλές εκμυστηρεύσεις πολλών. Ήξερα ότι η παραζάλη και το δόσιμο, η γαλήνη της συντροφιάς της Έλσας και το ότι δεν την χόρταινα είχανε την εξήγησή τους: ήμουν 19 χρονών όταν τη γνώρισα. Κι ήμουν και χοντρός, που θα έβρισκα γκόμενα σαν την Έλσα; Όχι, σίγουρα δεν ήταν έρωτας κι αγάπη, βόλεμα και ασφάλεια, εξασφάλιση ήταν.

Αυτά τα έλεγα ξανά και ξανά στον εαυτό μου όταν ήμουνα φαντάρος. Και τον έπεισα τον εαυτό μου, όπως έπεισα τόσους και τόσους που ήρθαν και μου έλεγαν τον πόνο τους και μετά ζήταγαν συμβουλή. Κι ερχότανε στη Λάρισα να με δει η Έλσα και πηγαίναμε βόλτες στο "Αισθητικό Άλσος" και το κάναμε στο απαίσιο ξενοδοχείο που έμενε πριν γυρίσω στη Στρατιά. Και δεν μιλάγαμε για το μέλλον. Δηλαδή δεν της μίλαγα για το μέλλον.

'Οταν απολύθηκα, ανέβηκα Σαλονίκη 2 φορές, κατέβηκε κι εκείνη Αθήνα, είχαμε πια και κινητά. Την τελευταία φορά που ανέβηκα Σαλονίκη ήτανε βουβή. Μίλησε μόνο την ώρα του σεξ, αυτά τα δικά της που έλεγε. Μετά δεν μίλαγε. Πήραμε το λεωφορείο και από το Γεντί Κουλέ κατηφορίσαμε μέχρι το  σπίτι της στη Φιλίππου, εκείνη έμενε μόνη πια. Εκεί στο Τσινάρι ήπιαμε ένα τσίπουρο. Με κοίταξε και μου είπε "έχεις φύγει, ε;". Έκλαψε. Έκλαψα κι εγώ. Πολύ έκλαψα, με αναφιλητά. Μας κοίταγαν κάτι μπουγατσοκιμάδες μαλάκες, "δεν τον κάθεται τον χοντρό τον αγαπούλη η γκόμενα" θα σκέφτηκαν. Πού να ήξεραν ότι αγαπούλης θα γινόμουνα πολύ πιο μετά.

Ανταλλάξαμε μετά κάτι μηνύματα, καμμιά ντουζίνα τηλεφωνήματα. Δεν υπήρχε και φέισμπουκ τότε να βρυκολακιάζουν οι σχέσεις. Χαθήκαμε. Άμα άκουγα το "χρώμα δεν αλλάζουνε τα μάτια" έκλαιγα. Μετά ήταν η Τασία, η Βούλα, η Στέλλα η ψυχ. Στο μεταξύ τελείωσα και τα ωδεία κάνοντας ιδιαίτερα Μαθηματικά-Φυσική-Χημεία οικόπεδα με δόσεις. Διδάσκω πιάνο. Παίζω πιάνο. Με μαύρο κουστούμι μέχρι και στο Γκάλαξυ έχω παίξει, του Χίλτον, όχι το ποτάδικο του κυρ-Γιάννη. Ζω από τη μουσική, τι άλλο θέλω; Παντρεύτηκα τη Λητώ, κάναμε τα παιδιά μας. Ένα βράδυ ξύπνησα για να πιω νερό. Θυμήθηκα την Έλσα. Κατάλαβα ότι δεν υπήρξε έρωτας όπως η Έλσα. Αυτήν αγάπησα, τουλάχιστον όσο αγάπησα τη Λητώ μου. Ίσως και περισσότερο. Μάλλον αθεράπευτα.. Πήγα για ύπνο κι είδα έναν εφιάλτη με γάτες, κάτι γάτες του σατανά που μετεωρίζονταν. Έκτοτε βλέπω εφιάλτες τακτικά. Είναι το αντίτιμο. Όπως και ένα κακό σκίρτημα όταν παίζω Σοπέν, τον μόνο που γούσταρε η Έλσα "απ' αυτά". Τα πληρώνω ευχαρίστως κι αδιαμαρτύρητα.

Τη βρήκα την Έλσα στο φέισμπουκ πριν 2-3 χρόνια. Έχει δυο κοριτσάκια κι έναν άντρα κάπως τροφαντό. Γούστα. Δεν αλλάζουν. Μουνάρα και τώρα, όπως και τότε. Φαίνεται ευτυχισμένη. Άλλωστε κι εγώ ευτυχισμένος θα την φαίνομαι.

Ο Σταύρος μου είπε όσα είχε να πει. Ήπιε και το τέταρτο ή πέμπτο ποτό του (βότκα πορτοκάλι -- μα πώς κρατάει το σώμα του έτσι με τόσο αλκοόλ ο καριόλης; ή μπορεί να έκανε απόψε μια εξαίρεση). Του είπα ότι θα ξαναμιλήσουμε, τον έβαλα σε ένα ταξί μη σκοτωθεί οδηγώντας. Ανηφόρισα κι εγώ για το κέντρο. Να καθαρίσει το κεφάλι μου πρώτα. Το τραμ πέρασε από δίπλα πάμφωτο. Πρόλαβα δυο τρία πρόσωπα μέσα του να κοιτάζουν προς τα έξω. Μετά χάθηκε στη στροφή.


GatheRate

Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2015

Αρχιπέλαγος


Με μουσική τη βγάζουμε. Στο αυτοκίνητο ακούω το Αρχιπέλαγος του Θεοδωράκη, αλλά μόνο με Μαίρη Λίντα: δεν αντέχω τον Μπιθικώτση να ζορίζεται να τραγουδήσει "θα μαραθούν τα γιούλιααααα". Το Αρχιπέλαγος είναι ένα από τα σπάνια δείγματα χαρούμενου λαϊκού τραγουδιού, με χαρά της ζωής, με καημό που δεν γίνεται κλάψα, με τα σέξι υπονοούμενά του και με τα όλα του: "θα σε ταΐζω χάδια, καρδούλα μου, καβούρια και φιλιά", κι ο νοών νοείτω. Τα περισσότερα τραγούδια εκεί μέσα σκίζουν.

Η πρώτη μου γνωριμία με τη λέξη "Αρχιπέλαγος" ήταν σε ένα από τα πρώτα βιβλία που διάβασα, με χρονολογία 1978. Λέγεται "Σκρουτζ Μακ Ντακ εναντίον FBI". Μου άρεσε πολύ. Εκεί επίσης έμαθα και το "υποβρύχιο τσέπης".  Θέλω να πω, δεν είχα τίποτα ελύτικους συνειρμούς, αν και η Μαίρη Λίντα ήταν η αγαπημένη τραγουδίστρια των γονιών μου. Όλα αυτά κάπου ξεχάστηκαν, κάπως αρχειοθετήθηκαν ενώ στοιχεία τους εντοιχίστηκαν σε μάλλον άσχετες κατασκευές. Και επανήρθαν πριν δύο χρόνια, όταν αγοράστηκε το διπλό σιντί.

Αλλά με μουσική τη βγάζουμε. Απόψε πήγα να ακούσα την Ορχήστρα του Αγίου Μαρτίνου των Αγρών, ναι σαν να ακούω τη στεγνή παστή εκείνη φωνή στο παλιό Τρίτο Πρόγραμμα στα μεσαία κύματα που ανακοίνωνε τα κομμάτια "του, Αγίιου Μαρτίνου, των Αγρώων". Έπαιξαν και το πρώτο κοντσέρτο για πιανοφόρτε / τσέμπαλο (τι διάολο, ας αποφασίσει η Μουσικολογία) του Μπαχ. Ευφορία ανυπολόγιστη, χαρά. Όλα τα χάλια της μέρας έσβησαν. Από τα 16 μου λέω τον Μπετόβεν θεό, αλλά μάλλον πρέπει να πάω μια θρησκεία πιο κάτω... Το πρώτο μέρος του κοντσέρτου έχει κυκλική μορφή, το θέμα επανέρχεται σαν σύνθημα αλλά όχι σαν ρεφραίν, με διαφορετική διάθεση κάθε φορά, διάθεση που διαμορφώνουν όσα προηγήθηκαν, δηλαδή η ίδια η επεξεργασία του θέματος. Το δεύτερο μέρος είναι τόσο στοχαστικό ώστε χλευάζει τη γλώσσα και τις απόπειρές της για βάθος. Το τρίτο είναι σαν ολύμπια ερωτοπραξία που μετά το πέρας της, λιωμένος στην αποκάρωση, δεν θυμάσαι τα καθέκαστα παρά έχεις μόνον την απόγευση της έκστασης.

Και όλα αυτά τι σημαίνουν; Σημαίνουν ότι οι συνθήκες δεν αλλάζουν εύκολα και πάντως δεν ωριμάζουν όπως τα σταφύλια και τα ροδάκινα, για να γίνουν γλυκά και ζουμερά. Αυτός που μπορεί να αλλάξει είσαι εσύ: από κάποιος άλλος, γίνεσαι εσύ ο ίδιος. Κανα-δυο ανθρώπους χρειάζεσαι, σπάνιους αλλά που είναι υπαρκτά πρόσωπα. Και στο εξής είσαι εσύ.

Η φωτογραφία από το αριστούργημα του Βαρδή Μαρινάκη, το 'Μαύρο Λιβάδι' (2009).

GatheRate

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2015

Η κωλοφαρδία να είσαι Έλληνας

Είδα πρόσφατα ένα επεισόδιο του White Collar ελληνικού ενδιαφέροντος. Ό,τι είχε να κάνει με τη σύγχρονη Ελλάδα ήταν ακριβές, στον βαθμό βεβαίως που μπορείς να έχεις ακριβή πληροφόρηση όταν ρωτάς Ελληνοαμερικάνους για την Ελλάδα. Κάποια στιγμή αναφέρεται λοιπόν η Βουλγαρία και η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από τον τσάρο και την τσαρίνα της. Το επεισόδιο τοποθετείται στα 2014. Αυτά.

Έχω ξαναπαρατηρήσει ότι η Βουλγαρία χρησιμοποιείται ώς η Ρουριτανία της αμερικανικής τηλεόρασης: η αόριστα βαλκανική / ανατολικοευρωπαϊκή χώρα. Τόσο κοντά στην Ελλάδα, τόσο μακριά από τον θεό του δυτικού συλλογικού ασυνείδητου.

Θυμήθηκα ακόμα μια φορά τον καιρό που ήμουνα στη Ρεν, το 1995, μια ιστορία που έχω αφηγηθεί πολλές φορές. Δεξιώθηκε η εφημερίδα Ouest France, τότε η μεγαλύτερη σε κυκλοφορία γαλλική εφημερίδα, όλους εμάς τους Βαλκάνιους φοιτητές, πέντε από κάθε χώρα. Στην τραπεζαρία της εφημερίδας είχε πέντε ροτόντες και σε κάθε μία καθόταν ένας δημοσιογράφος της εφημερίδας και από ένας φοιτητής από κάθε χώρα. Αφού έγιναν οι συστάσεις στο δικό μας τραπέζι, ο δημοσιογράφος συνειδητοποίησε πολύ γρήγορα ότι δεν είχε να συζητήσει τίποτα με την Τουρκάλα, την Αλβανή, τον Βόσνιο (και ας είχε μόλις συμφωνηθεί η λύση της πολιορκίας του Σεράγιεβο), τον Σέρβο, τον Κροάτη, τον Σλοβένο, τη Βουλγάρα και τον Ρουμάνο. Κάνοντάς με να αισθανθώ πολύ άσχημα, με απασχόλησε κατ' αποκλειστικότητα ως συζητητή του μέχρι και το επιδόρπιο (κώνους γκοφρέτας με κρέμα ζαχαροπλαστικής και κουλί από σμέουρα και βατόμουρα).

Αφού ξενιτεύτηκα, έναν χρονο μετά, ως Έλληνας ένιωθα ότι πάντα με αντιμετώπιζαν προνομιακά. Στη χειρότερη περίπτωση, π.χ. στην πολιτισμική ερημιά του Έσσεξ, ήμουν από αναγνωρίσιμη χώρα που γούσταραν όλοι λόγω διακοπών. Έλεγα λοιπόν το 2007, χρόνια μετά:
Όταν έφυγα από την Ελλάδα δεν αισθάνθηκα ποτέ ξένος εκεί που πήγα. Εντάξει, ήμουν ξένος, αλλά και σε έναν τόπο όπου οι ντόπιοι ούτως ή άλλως φερόντουσαν οι ίδιοι σαν ξένοι.
Όχι, δε λέω πως πάντοτε με αντιμετώπιζαν φιλόξενα οι άνθρωποι, ήταν όμως, ας πούμε, πάντοτε δεκτικοί. Από το μικρό δωματιάκι που με πρωτο­φιλοξένησε στην πόλη έως στο σπίτι με κήπο (α! ο κήπος· η μηλιά, οι καινούργιοι φίλοι μαζί με τους οποίους καθόμασταν κάτω από την πλούσια σκιά της, κρεμώντας φαναράκια στα κλαριά για το σκοτάδι), όλοι ήξεραν καλά τη χώρα μου και τους φαινόταν φυσιολογικό, αν όχι τελείως αδιάφορο, να βρίσκομαι εκεί που βρίσκομαι είτε προσωρινά, είτε μόνιμα: κανένα πρόβλημα. Ούτε πολιτικό άσυλο ζητούσα, ούτε επίδομα ανεργίας, ούτε καθεστώς πρόσφυγα· το όνομα της χώρας μου δεν ξεκινούσε με κάποιο παραπειστικό 'σλοβ-', ας πούμε, και σίγουρα δεν έληγε σε κάποιο '-ία' – είχε δηλαδή τα εχέγγυα της παλιάς, πραγματικής και δοκιμασμένης χώρας, όχι κάποιου νεοπαγούς αγροτεμάχιου της Αφρικής, της Μεσευρώπης, ή από πίσω από το Παραπέτασμα.
Και εγώ ο ίδιος ήμουνα μελαχρινός από τον Αθάνατο Ήλιο της πραγματικής πατρίδας μου, όχι επειδή καταγόμουν από κάποιον βρώμικο και υπανάπτυκτο τόπο· ήμουν ωμός κι απότομος λόγω της ανοιχτής και εξωστρεφούς κουλτούρας της (εγώ, ο δύστροπος και χολερικός), και όχι από έλλειψη καλών τρόπων, όχι γιατί ήμουν ένας άξεστος που έτρεχε να ξεφύγει από γιγαντόμορφα μετακομμουνιστικά χαλάσματα ή τσουρουφλισμένες λασποκαλύβες.
Ο τρυφηλός άπατρις μέσα μου ησύχασε και αναπαύτηκε σε εκείνον τον τόπο, ακριβώς επειδή εκεί όλοι μπορούσαν να τον δουν ως άνθρωπο, ως προσωπικότητα που λέμε, αφού εύκολα και χωρίς πολλά-πολλά αναγνωρίζαν τη δημοφιλή πατρίδα του και αμέσως προσπερνούσαν αυτή την πληροφορία. Ο άπατρις μέσα μου μπορούσε δηλαδή να είναι ο εαυτός του ή ο εαυτός μου, δεν ξέρω ποιο από τα δύο. 
Κατάλαβα τότε ότι το να είσαι Έλληνας σε τοποθετεί σε έναν περιούσιο λαό, αυτομάτως. Ή μάλλον, αν είσαι Έλληνας ανήκεις σε κάτι περισσότερο από περιούσιο λαό. Εννοώ το εξής:

Οι Εβραίοι θεωρούν τον λαό τους περιούσιο, αλλά μόνον αυτοί και κάποιοι μισοπάλαβοι ευαγγελικοί Αμερικανοί. Αν θεωρείς τους Εβραίους περιούσιο λαό είσαι Ισραηλίτης το θρήσκευμα, άρα ντεφάκτο Εβραίος, από τους προσήλυτους. Το "συγκριτικό πλεονέκτημα" των Εβραίων το αναγνωρίζουν μόνον οι ίδιοι οι Εβραίοι (και κάτι ευαγγελικοί Αμερικάνοι).

Απεναντίας, οι Έλληνες είμαστε ο περιούσιος λαός και του εαυτού μας (ας μη μιλήσουμε άλλο γι' αυτό) αλλά και των άλλων, της υπόλοιπης Δύσης. Όπως οι περισσότεροι κριτές της Εκκλησίας και της χριστιανικής πίστης δεν τολμάνε να κακολογήσουν τον Χριστό, έτσι κι οι μισέλληνες δεν επιτίθενται συνήθως στον ελληνισμό (ούτε στον νέο), παρά είτε βρίζουν το ελληνικό κράτος, είτε μας βγάζουνε μούλους -- και ούτε καν. Άλλωστε,
το ελληνικό κράτος (από τον καιρό που ήταν κυκλαδορουμελομοριάς) λειτουργεί (και) ως σύμβολο. Εκπροσωπεί, ενσαρκώνει ή και υποστασιάζει -- αν προτιμάτε, την παρουσία του Ελληνικού πνεύματος στον σύγχρονο δυτικό κόσμο με χειροπιαστό τρόπο και εκτός και εντός των εκάστοτε ελληνικών συνόρων: με τα τοπωνύμιά του, με την ιστορία του, με τη γλώσσα του, με τα ερείπιά του, με χίλια-δυο τόσα άλλα. [...] Εφόσον το ελληνικό κράτος θεσμίστηκε ως κράτος-έμβλημα του Δυτικού Πολιτισμού, ως η κολοβή Ντίσνεϋλαντ της κλασικής εποχής, ως ένα απέραντο μουσείο, τελικά καταλήγω να θεωρώ λογικό που το δέρνει ο μαύρος εθνικισμός, η άκρατη σπουδαιοφάνεια, ο επεκτατισμός, η συλλογική οίηση, ποικίλοι μεγαλοϊδεατισμοί [...].
Υπήρξαμε πάντα τα χαϊδεμένα του Δυτικού Πολιτισμού, δημιουργήματά του. Υπήρξαμε, όπως επισήμανε ο Μαζάουερ, το εργαστήρι όπου ξαναφτιάχνεται η Ευρώπη, επινοώντας ξανά και ξανά τον εαυτό της: η πρώτη επιτυχής ευρωπαϊκή εθνική επανάσταση το 1830, πρωταγωνιστής της διάλυσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας το 1913-1922 και πρώτο θύμα της μετάβασης από την αποικιοκρατία στον ιμπεριαλισμό το 1922, μοντέλο εθνοκάθαρσης το 1923, η πρώτη πρόβα του ψυχρού πολέμου το 1946-1949, η πρώτη χώρα-προτεκτοράτο της ΕΕ το 2012. Πάντοτε όμως συγκεντρώνοντας τη συμπάθεια και κατανόηση των ισχυρών και τη συμπαράσταση των αδυνάτων.

Αναρωτιέμαι πότε θα μάθουνε στο White Collar για την ύπαρξη του Μαυροβουνίου.

GatheRate

Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2015

Η δύσκολη μουσική


Χτες έβλεπα και άκουγα αυτή τη φοβερή εκτέλεση του Mephisto Waltz με τον Νικόλα Οικονόμου. Αναρωτιόμουν μετά: ποιος θα ασχοληθεί πια με τη δύσκολη μουσική; με τα ακατάληπτα θεωρήματα της τοπολογίας; με τις νεκρές γλώσσες της Μικράς Ασίας, τα Τσούκτσι και τα Nivkh; Ποιος θα δώσει τα χρήματα για να εκπαιδευθούν μουσικοί που θα παίζουν Χίντεμιτ, Πεντερέτσκι και προκλασσική, ποιος θα δώσει τον ελεύθερο χρόνο που χρειάζεται το λοξό μυαλό του τοπολόγου για να δουλέψει; ποιος θα καλύψει τον διδακτορικό φοιτητή που θα παιδευτεί με τις ελάχιστες επιγραφές της Λυδίας ή τους τελευταίους τροφοσυλλέκτες της Σιβηρίας και της Καμτσάτκας;

Το να βγάλεις μουσικούς για τα δύσκολα (είτε είναι κλασική ινδική μουσική, είτε Ραχμάνινοφ και Παγκανίνι) απαιτεί μακροχρόνια επένδυση, ναι, και χρημάτων. Η ενασχόληση με το μη-πρακτικό, με την έρευνα που δεν έχει εφαρμογές "στη βιομηχανία" απαιτεί διανοητική άπλα και πολύ ελεύθερο χρόνο (που δεν είναι ελεύθερος). Η βάσανος πάνω από σπαράγματα με τοπωνύμια χαμένων γλωσσών ή να τρως ψητό λαγό με διερμηνείς σε μακρινές κοινότητες απαιτεί και τα δύο.

Ποιος θα ασχοληθεί με αυτά;

Το μεγαλύτερο μέρος του 20ου αιώνα και οι καπιταλίστες και τα κράτη αλλά και οργανισμοί ή συλλογικότητες ξόδευαν χρήματα για άχρηστη τέχνη και άχρηστη επιστήμη και για "φιλολογίες". Μετά απόφασίσαμε ότι πρέπει να δοθούμε στην αριστεία και στην προβολή του προϊόντος μας. Πρακτικά και νεοφιλελεύθερα, η αγορά μπήκε στα εργαστήρια, στις βιβλιοθήκες, στα ατελιέ, στα αμφιθέατρα και στα ωδεία

Οι μουσικοί δεν έχουνε χρόνο για μελέτη γιατί κάνουνε PR. Πολύ PR. Κι όταν δεν κάνουνε PR πρέπει να πείσουν ευγενείς χορηγούς ποιους αφορoύν ο Λυλλύ κι ο Μπαξ και γιατί: μα κανέναν δεν αφορούν ο Λυλλύ κι ο κάθε δεύτερος Άγγλος, ή τα πολυφωνικά της Βαλκανικής και της Κάτω Ιταλίας: αριστουργήματα και πόπιουλαρ κλάσιξ θέλει ο κόσμος, μουσική που χαλαρώνει κατά την οδήγηση, ξεσηκώνει στο γήπεδο και τέρπει γενικώς.

Οι επιστήμονες, ιδίως οι θεωρητικοί, όπως κάτι τοπολόγοι και μαθηματικοί, και (αλίμονό τους) οι των ανθρωπιστικών προσπαθούν να πείσουν τους πάντες γιατί πρέπει να υπάρχουν, συνήθως συμμετέχοντας σε ξεκούδουνα ερευνητικά έργα ή γράφοντας ερευνητικές αναφορές και ανούσια πιασάρικα επιστημονικά άρθρα. Αυτά, βεβαίως, όταν δεν κάνουνε διοικητικά, πολλά διοικητικά. Το είπε κι ο Χιγκς ότι το γνωστό άρθρο δεν θα το είχε γράψει σήμερα επειδή δεν θα είχε ακαδημαϊκή θέση και δεν θα είχε θέση γιατί δεν συμμετείχε σε 4 ερευνητικά έργα ταυτόχρονα τρέχοντας από συνέδριο σε συνέδριο να παρουσιάζει μισοχυμένα συμπεράσματα. Δυστυχώς η θεωρητική έρευνα απαιτεί χρόνο, διαύγεια, ησυχία και χαλαρή αλληλεπίδραση με άλλα μυαλά. Γιατί όλοι την έχουνε γραμμένη την έρευνα που δεν ασχολείται με το γραφένιο και δεν φτιάχνει νανομηχανές. Γιατί δεν συμφέρει να δημοσιεύεις μαθηματικές αποδείξεις που θα καταλάβουνε μόνον οι δύο κριτές του άρθρου (τρίτος δεν βρέθηκε εύκαιρος) και άλλοι δύο στον πλανήτη.

Για τους μελετητές νεκρών γλωσσών κτλ., μην πάτε μέχρι τα λυδικά (Luwian) και τα Nivkh: εδώ δεν μπορείς να βρεις πανεπιστήμιο να μελετήσεις σανσκριτικά. Σανσκριτικά, έτσι;

Το ερώτημα είναι αγωνιώδες αλλά ξαναεκπεφρασμένο: ποιος θα ασχοληθεί με το άχρηστο, που είναι η πηγή του χρήσιμου ή, συνήθως, του ουσιώδους; Ποιος θα στηρίξει τον μουσικό που δεν κάνει σέξι μουσική (κλάσικ χιτς κτλ.) ή τον νεαρό συνθέτη του οποίου η μουσική σού τσιτώνει το νευρικό σύστημα; Ποιος θα προλάβει όσα χάνονται και όσα κινδυνεύουν να παραμείνουνε χαμένα; Ποιος θα κάνει ακατανόητα μαθηματικά και θα ασχοληθεί με φυσική που (ακόμα) δεν επιδέχεται διαψευσιμότητα; Είπαμε: κράτος τέλος, οι καπιταλίστες θέλουνε να εμπλουτίζουνε τη βιτρίνα τους, τα πανεπιστήμια μετατρέπονται (με κρατική παρέμβαση) σε μη-κρατικά σουπερμάρκετ γνώσης ή, συνήθως, μεγαλοπαντοπωλεία πτυχίων και μόνο. Ό,τι πάει να ερμηνεύσει τον κόσμο χωρίς να του παρέχει νέα τεχνολογία ή παλιά ιδεολογία περιθωριοποιείται.

Υπάρχουνε πολλοί δρόμοι για να φτάσει μέχρι εμάς η βαρβαρότητα: το Ισλαμικό Κράτος, ο αμερικανοχριστιανικός φονταμενταλισμός και οι πολλοί μικροί φασισμοί της Ευρώπης δεν είναι καθόλου μονόδρομοι. Για να μας έρθει η βαρβαρότητα υπάρχουν και οι λεωφόροι της θεαματικής τέχνης, της μόνον εφαρμοσμένης επιστήμης, της εύκολης μουσικής καθώς και χιλιάδων τεραμπάιτ κειμένου που θα μας πείθουν πως ό,τι γνωρίζουμε είναι ορθό, καλό, άγιο και -- ιδίως -- αναπόφευκτο.

GatheRate

Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2015

Γυναίκες του σινεμά


Δεν θέλω να γράψω για τις εκλογές. Μετά τη συνθηκολόγηση της 12ης Ιουλίου, η κυβέρνηση που θα προκύψει θα πρέπει να εφαρμόσει τους όρους της συνθηκολόγησης: τι να γράψει κανείς γι' αυτό;

Δεν θέλω να γράψω για τους πρόσφυγες. Δεν ξέρω τι να γράψω. Μαγκώνει ο νους από τη δυστυχία και τον θάνατο που τους ακολουθεί, μαγκώνει κι από την απονιά και τη σκατοψυχιά.

Θυμήθηκα προχτές μια παλιά συζήτηση με έναν μπλογκά φίλο. Μιλάγαμε για ποιες γυναίκες του σινεμά μας αρέσουν. Εγώ δεν είχα έτοιμη λίστα. Τις προάλλες λοιπόν, εν μέρει για να εξακριβώσω μια εποχή, εν μέρει και την ώρα να περάσω, έφτιαξα λίστα με τις γυναίκες του σινεμά που με πλάνεψαν. Αντί για δελεαστικές φωτογραφίες τους, θα συνοδεύσω τα ονόματά τους με το πώς γνωριστήκαμε, με χρονολογική σειρά γνωριμίας.

Nastassja Kinski
Όταν ήμουν 11 βγήκαν οι Εραστές της Μαρίας. Από το τρέιλερ νόμιζα ότι είναι τσόντα ολκής, ήτανε και ακατάλληλο. Στο τρέιλερ έβλεπα τη Ναστάζια και τη φανταζόμουν γυμνή. Είχα χάσει τον μπούσουλα. Μετά πήγε η ξαδέρφη μου και είδε την ταινία και μου είπε "σιγά την τσόντα", όμως εγώ εξακολουθούσα να θέλω τη Ναστάζια, χωρίς ελπίδα.

Uma Thurman
Επί της αρχής δεν τρελαίνομαι για ξανθιές. Αλλά Ούμα είναι μόνο μία. Από την αθώα στις Επικίνδυνες Σχέσεις, μέχρι το Pulp Fiction (όπου λυνόταν και το πρόβλημα "ξανθιά") και ακόμα παραπέρα. Βασικά μου αρέσουν οι ταινίες με την Ούμα Θέρμαν. Ναι, και εκείνος ο χάλια Μπάτμαν. 

Emanuelle Béart
1991. Επί ένα τετράωρο την παρακολουθώ να κυκλοφορεί γυμνή στο 'Άστυ, στην Ωραία Καβγατζού. Παίζει και ο Πικολί τον ζωγράφο που τη ζωγραφίζει. Αυτά. Εγώ την Μπεάρ θυμάμαι, ωραία, μελαχρινή, ποθεινή κι ιδανική. Από δίπλα η Μαρία (και μου άρεσε η Μαρία) προσπαθεί να μου πιάσει κουβέντα. Ότι η ταινία κάνει κοιλιά (ε και;), ότι η Μπεάρ έχει παίξει σε τσόντες (στερνό youporn μου να σ' είχα πρώτα). Ναι, Μπεάρ. Τι να λέμε.

Juliette Binoche
Βεβαίως και μου άρεσε. Αλλά όταν είδα τη γυμνή της πλάτη στην Μπλε ταινία, την ερωτεύτηκα. Kανονικά. Ήθελα να πάω στο Παρίσι να τη γνωρίσω. Αυτή είναι γυναίκα για συμβίωση, σκεφτόμουν, να ξυπνάς το πρωί και να σε κοιτάει -- τέτοια. Ή αν δεν σε κοιτάει, να βλέπεις τους ώμους της. Αργότερα είδα και το Damage και το προξενιό έκλεισε. Juliette, mon chou.

Isabelle Adjani
Την επόμενη χρονιά είδα τη Βασίλισσα Μαργκό και μόλις τότε πρωτοείδα και την Ατζανί. Χαμός. Κηληθμός. Άλλο πράγμα. Πριν καλά καλά παντρευτώ τη Ζυλιέτ, τώρα έψαχνα απεγνωσμένα την Ατζανί. Πάλι ήθελα να κινήσω για το Παρίσι. Η ιδανική γυναίκα η Ιζαμπέλ: λευκή, όχι ψηλή, κατάμαυρα μαλλιά. Κι ήμουνα πια και κοτζάμ γάιδαρος να ψάχνω για Αφισόραμα, μπας και είχε κανα πόστερ της.

Maria de Medeiros
Και μελαχρινή και λευκή και κοντούλα. Τέλεια λοιπόν. Και με αυτό το αξάν το μαυλιστικό στο Pulp Fiction. Give me oral pleasure? Βεβαίως, Μαρία, ό,τι θέλετε. Ταινιάρα το Pulp Fiction τελικά. Ολοκληρωμένο έργο.

Liv Tyler
Τι να πω. Εξαιτίας της είδα το Stealing Beauty. Εξαιτίας της κοίταγα με προσήλωση, προσοχή και ειλικρινές ενδιαφέρον τις διαφημίσεις της Givenchy στα αεροδρόμια για χρόνια. Κορίτσι να του τραγουδάς καψουροτράγουδα, όπως έκανε κι ο Άφλεκ στην ταινία με τον μετεωρίτη. Αχ, Λιβ. 

Salma Hayek
Πάμε ξανά: κοντή, μελαχρινή, κορμί φιδίσιο, καμωμένο σαν ερωτικό. Και χορεύει με τη φιδούκλα. Και κάνει και κάτι κομψά ποδολαγνικά με τον χάνο τον Ταραντίνο. Κι είναι και βαμπίρ! Η Σάλμα διακόπτει την διαδοχή ιδανικών καλλονών και ξεκινάει τη δυναστεία με γυναίκες που θέλω και θέλω πολύ και θέλω τώρα. Εδώ μιλάμε για ολοκληρωμένη γυναίκα: να φάτε μαζί, να το κάνετε, να πιείτε τεκίλες, να το κάνετε, να συμμαζέψετε το σπίτι, να το κάνετε.

Catherine Zeta-Jones
Ή "πώς έγινα φανατικός των ταινιών του Ζορρό". Να το θέσω λιτά: αν μοιάζετε στην Κάθριν, με έχετε. Τέλος. Είναι η ιδανική γυναίκα; Είναι. Και αυτή; Ιδίως αυτή. Πώς μου φάνηκε το Entrapment; Ε τι να σας κουράζω: αριστούργημα, έκτακτο. Μια οπτασία.

Rebecca Romijn (τότε Romijn-Stamos)
Δεύτερη μετά τη Σάλμα στη σειρά "τεισαισυμανάραμου". Φταίνε και οι καριόληδες του X-Men που την έντυσαν με αυτή την άβολη κολλητή μπλε στολή. Χάλια. Αλλά μισή Ολλανδέζα είναι, δεν θα την πάταγα;

Halle Berry
Θεός φυλάξοι. Τι να σας πω. Monster's Ball. Ταινιάρα. Και η Χάλι και η ταινία. Φαντάζομαι ότι στον πραγματικό βίο θα ήμασταν ανταγωνιστικοί. Και θα βρισκόμασταν αποκλειστικά για να πηδηχτούμε και να τσακωθούμε. Μια χαρά.

Rosario Dawson
Εκεί που χορεύει στην 25η Ώρα... ουφφφφφ. Γενικά, ουφφφ. Και στον Μεγαλέξανδρο, που παίζει τη Ρωξάνη. Και παντού. Γυναίκα με τσαγανό, όχι νιάου βρε γατουλα. Καθαρό σεξ, και πέραν του σεξ.

Apollonia Vanova
Χωρίς πολλά λόγια, αυτή είναι:


Τέλος, στην πάνω φωτογραφία η Cate Blanchett. Με αυτήν, όπως με την Nicole Kidman και με την Τilda Swinton, οι σχέσεις μας είναι αυστηρά φιλικές, παρότι κι αυτές μου αρέσουν, λίγο.

GatheRate

Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2015

Η Αρχή του Σπάιντερμαν

Όταν ήμουν μικρός ο αγαπημένος μου υπερήρωας ήταν ο Σπάιντερμαν. Όχι ο Μπάτμαν, με τον οποίο ταυτίστηκα από τα 17 και μετά, ούτε ο φλώρος ο Σούπερμαν, αλλά ο Σπάιντερμαν. Ο Σπάιντερμαν φίλαγε κορίτσια: την κοπέλα του τη Γκουέν Στέισι (που είχε κακό τέλος), την κοπέλα του τη Μαίρη-Τζέιν (δεν θυμάμαι το επώνυμό της) και τη Μαύρη Γάτα με το ολόσωμο μαύρο μπόντυ, που σουρτούκευαν μαζί τις νύχτες. Και σουρτούκευαν στη Νέα Υόρκη, που ήτανε πραγματική πόλη και είχε πολυκατοικίες και μπαλκόνια με μεταλλικές σκάλες διαφυγής, όχι σε υπερφυσικά Γκόθαμ και Μητροπόλεις. Παρακάλαγα τότε, εκεί στα 11 με 12, να βγούνε ταινίες Σπάιντερμαν.

Ταινία του Σπάιντερμαν βγήκε πάρα πολλά χρόνια μετά. Έπαιζε η Κέρστεν Ντανστ, που την είχα γνωρίσει στις Αυτόχειρες Παρθένους και μου άρεσε πολύ. Έπαιζε κι ο Τόμπυ Μαγκουάιρ, με όλο το εφηβικό ανγκστ του κόσμου πάνω του. Εγώ δεν ήμουν πια έφηβος. Και είχα σταματήσει χρόνια να περιμένω την ταινία, έτσι κι αλλιώς.

Στην ταινία κυριαρχούσε ένα σλόγκαν που δεν είχα προσέξει ποτέ στη μακρά θητεία μου ως αναγνώστης των Σπάιντερμαν των Εκδόσεων Καμπανά: With great power comes great responsibility. Πρόκειται για ένα σλογκανάκι που έχει κυκλοφορήσει (και έχει παρωδηθεί) πολύ, ας το ονομάσουμε "Αρχή του Σπάιντερμαν".

Αν το καλοσκεφτεί κανείς, είναι κάπως γελοίο να είσαι Σπάιντερμαν: φοράς μια κολλητή κόκκινη στολή από σπάντεξ και περπατάς κατακορύφως πάνω σε τοίχους, παριστάνοντας τον Ταρζάν κρεμασμένος από κάποιου είδους μεταξένιο σκοινί που χύνεις από το μέσα μέρος των καρπών. Γελοίο είναι. Όμως δεν παύεις να έχεις πολύ μεγάλη δύναμη, που επισύρει την ανάλογη ευθύνη, ναι, σαν ποινή: μυική δύναμη, ευλυγισία, αραχνοαίσθηση και δεν συμμαζεύεται. Και τον ιστό.

Το να είσαι Σπάιντερμαν συνδυάζει ισχύ και γελοιότητα, μαζί και ματαιότητα: είσαι ένας έφηβος έρμαιο της εφηβικής μανιοκατάθλιψης που μένεις στης θειας σου και που παίζεις ξύλο με πάνοπλους εγκληματίες ή με αλλόκοτα βιονικά τέρατα, συνήθως αφού τους χύσεις ιστό στα μάτια για να τους τυφλώσεις πρόσκαιρα -- πόσο μπορεί να κρατήσει αυτό το βιολί; Θα μεγαλώσεις, θα την παντρευτείς αυτή τη Μαίρη Τζέιν, θα μονιμοποιηθείς ως φωτορεπόρτερ στη φυλλάδα του φασίστα, θα κάνεις κουτσούβελα: πώς θα ξεπορτίζεις τα βράδια για να δέρνεις χταπόδια και γύπες και βαρώνους του εγκλήματος;

Το να είσαι Σπάιντερμαν λοιπόν μοιάζει με το να είσαι ο Πάπας: γελοιότητα (ενδυματολογική, αν μη τι άλλο), αποστολή βασισμένη στον μύθο (ή στην πίστη, αν έχεις τέτοια προδιάθεση) αλλά και τεράστια δύναμη. Και όπως λέει η Αρχή του Σπάιντερμαν: όποιος έχει μεγάλη δύναμη έχει και μεγάλη ευθύνη. Τουλάχιστον οι πάπες δεν είναι πια έφηβοι.

Ο νυν ποντίφηκας, ο πρώτος ιησουίτης και ο πρώτος με το όνομα Φραγκίσκος, φαίνεται να έχει ενστερνιστεί την Αρχή του Σπάιντερμαν. Από ταπεινές ηθικά αρχές, ως καρδινάλιος Μπεργκόλιο δεν ήταν ακριβώς αρχιεπίσκοπος Όσκαρ Ρομέρο, εξελίχτηκε σε κάτι θεαματικά απρόσμενο: έναν πάπα που κηρύσσει και αντικαπιταλισμό και αντίσταση στον καπιταλισμό, που έχει διατυπώσει μέχρι στιγμής την πιο συνεκτική και αποτελεσματική (έστω και λόγω θέσης, με περίπου ένα δις να προσκυνάνε την πίστη του) κριτική στην περιβαλλοντική κρίση. Σε έναν κόσμο όπου η Αριστερά έχει χάσει την μπάλα ή συνθηκολογεί, η πολιτική ηθική και ο αγώνας καλλιεργούνται από τον επίσκοπο Ρώμης, τους ματωμένους ήρωες του Κομπανί, τους "ουτοπιστές" Ζαπατίστας και τις ποικίλες πρωτοβουλίες αλληλεγγύης και αυτοοργάνωσης παντού.

Θα ξινίσετε πολλοί. "Μα ο πάπας, ρε μαλάκα; Το φεουδαρχικό απολειφάδι; Επειδή λέει, ναούμε, τα αυτονόητα;" Συμφωνώ. Εγώ πρώτος τον παραλλήλισα με τον Σπάιντερμαν άλλωστε. Όμως ποιος άλλος λέει τα αυτονόητα; Ο Τσόμσκυ; Ο Μπαντιού; Ο Χάμπερμας: Και αυτοί και πολλοί άλλοι -- σίγουρα. Αλλά ποιος από αυτούς έχει τις υπερφυσικές δυνάμεις του πάπα Φραγκίσκου; Σας υπενθυμίζω ότι ο τύπος κρατάει τα κλειδιά της Βασιλείας στα χέρια του. Και το ακροατήριό του τον ακούει.

Ναι, θα μου πείτε πάλι, πρόβατα που ακούνε ποιμένα, όχι ελεύθεροι σκεπτόμενοι άνθρωποι. Δεν θα ήμουν τόσο ντωκινσιανός επ 'αυτού και θα υπενθύμιζα ότι το δαχτυλίδι του Ψαρά το φόραγε πριν από τον Φραγκίσκο ένας στριφνός κομψευόμενος αγοραφοβικός θεολογίζων που κουκούλωσε φρικτά εγκλήματα κατά παιδιών. Γι' αυτό λοιπόν θα έμενα στο ότι ο καθένας ακολουθεί την κλήση του και παίρνει τις αποφάσεις του. Δεν υπάρχουν a priori καλές αποφάσεις -- ακόμα και βιομήχανοι μπορούν να κάνουν κάτι σημαντικό (μέσα στους περιορισμούς που τους θέτει ο καπιταλισμός, μη συγχέουμε την απουσία εργοδοτικής αλητείας με την αγιότητα κιόλας).

Τελικά, οι αποφάσεις που παίρνει ο καθένας στη ζωή του του δίνουν κάποια δύναμη μέσα σε έναν περίγυρο: από τον Ρωμαιοκαθολικό πλανήτη του Αργεντίνου δεσπότη μέχρι το σωματείο του αγωνιστή συνδικαλιστή, από το κομμωτήριο της αντιφασίστριας μέχρι το αμφιθέατρο της καθηγήτριας-σταρ, από τα γραπτά κάποιου μέχρι τη μικρή οικογένεια κάποιας φτωχής γυναίκας. Από τα σοσιαλμήντια της λήθης και της καρηβαρίας μέχρι τη νήσο Λέσβο των πραγματικών προσφύγων τους οποίους υπηρετούσε μέχρι χτες ο παπα Στρατής Δήμου.

 With great power comes great responsibility, λοιπόν. Όπου ο ορισμός του great ποικίλλει κατά περίπτωση.

GatheRate

Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2015

Ησυχία

Όλον τον κόσμο τον αγαπάω, με όλους τα πάω καλά. Με όλους. Όλους τους αγαπάω. Όποιον και να ρωτήσεις στη γειτονιά θα σου πει για μένα. Δεν έχω πειράξει κανέναν. Γελάς γιατί νομίζεις ότι εσύ δεν έχεις γειτονιά, ε; μένεις πέντε στενά πιο κάτω και νομίζεις ότι εκεί είναι πολιτεία κι εδώ γειτονίτσα; επειδή μένω στην παράγκα; Την παράγκα την έχτισε ο μπαμπάς μου, τέσσερις θα με βγάλετε από εδώ. Ναι, κι εσύ μαζί. Δεν πειράζει που είσαι κορίτσι, γιαγιά σου είμαι και δεν έχω εγγονούς, εσένα και την ξαδέρφη σου μόνο. Τέλος πάντων. Εβδομήντα χρόνια μένω εδώ, δεν θα μετακομίζω τώρα στα γεράματα. Εδώ δεν μετακόμισα όταν πνιγήκαμε κι έμπαιναν τα βρωμόνερα μέσα σε μπαούλα και ράφια. Εκεί να δεις βρωμιά. Όλοι οι βόθροι της πλαγιάς μέσα στο σπίτι. Ρέμα είχαμε γίνει. Τότε που έχασα το φως μου και έβαλα τα γυαλιά της πρεσβυωπίας.

Δεν θέλω να μου φέρνεις να τρώω όλα αυτά που μου φέρνεις. Κρουασάν και τυρόπιτες και πώς τα λέτε. Μου αρκούν τα παξιμάδια μου, ο καφεδάκος, η σούπα μου. Αυτά. Ουίσκο μού φέρνει η μάνα σου, την μπακαλική της εβδομάδας ο θειος σου. Άλλα δεν θέλω. Τα φρούτα, ξέρεις: με στουμπώνουν κι υποφέρω. Βασιλικούς πολτούς δίνουνε σε κάτι πορνόγερους, τι πας και ξοδεύεσαι; Το μέλι με μπουχτίζει.

Τι λέγαμε; Α ναι. Εγώ δεν έχω εχθρούς. Δεν ασχολούμαι με το τι κάνει ο ένας κι ο άλλος. Ποτέ. Δεν με νοιάζουν οι ζωές των άλλων. Όχι ότι δεν τους ξέρω καλά, μια χαρά τους ξέρω, από την καλή και από την ανάποδη. Και τον δικαστικό εδώ δίπλα και τη χήρα του καθηγητή -- σκατά στον τάφο του χουντικού. Και με τον αδερφό μου, που ήρθαμε στα χέρια για τα αμπέλια της μαμάς μου και τις λίρες του μπαμπά, τελικά τα βρήκαμε πριν συγχωρεθεί κι αυτός κι αφήσει πίσω του χρέη και μόνο χρέη -- αλλά αυτά είναι: τζόγος και γυναίκες ο αδερφός. Θεός σχωρεσ' τον, πάντα ανάβω κερί γι' αυτόν, αλλά βρωμιάρης άνθρωπος πουτανιάρης. Πάει και το σπίτι του στην Ύδρα, τι ήταν κι εκείνο όμως.

Πάλι γελάς; θα σε ξυλίσω! Μεγάλη κοπέλα είσαι, τι γελάς; Για το "πουτανιάρης"; Σάμπως δεν σας ξέρω εσάς; Ελεύθερες είστε. Βεβαίως καλά κάνετε. Μια χαρά.

Άλλο σου έλεγα όμως. Ότι με όλους είμαι φίλη. Όλους. Όχι ότι εμπιστεύομαι όποιον μου κάνει τον καλό, είμαι πονηρή εγώ, βουνίσια. Μια μέρα χτυπάει την πόρτα μια τσιγγάνα. Ναι, τσιγγάνους τους λέμε, στο χωριό γύφτοι ήταν αυτοί που γάνωναν μπακίρια. Τίποτα δεν ξέρει πια ο κόσμος, σκατά γινήκαμε ούλοι, που έλεγε κι ο μακαρίτης ο παππούς σου. Μου λέει η τσιγγάνα να έρθει να μου πει τη μοίρα μου. Στο σπίτι είχα μόνον τον θείο σου, μικρό, η μαμά σου σχολείο και ο παππούς σου στη δουλειά. Εγώ είχα κάτι κασαβέτια τότε, ντέρτια και κασαβέτια. Ξεκίνησα και πήγα σε μια μάγισσα στο Κερατσίνι, εκεί στην Ανάσταση δίπλα, αλλά τα μάγια της δεν πιάσανε. Προσπαθούσα να τον δέσω τον Οξαποδώ αλλά τίποτα. Μπήκε μέσα η τσιγγάνα λοιπόν, στεκόταν στην αυλή, να εδώ που καθόμαστε τώρα. "Το σπίτι σου βρωμάει", μου λέει. Λίγο σκιάχτηκα, μην και της βρώμησε ο Οξαποδώς, λίγο πονηρεύτηκα: τσιγγάνα ήταν. "Το σπίτι μου μυρίζει σαν εκκλησία", της είπα και έκανα πως πάω να τη διώξω. "Στάσου να σου πω", μου είπε και της έδωσα ένα τάληρο. Δραχμές. Στη χούντα, ντε. Τέλος πάντων, ψήσαμε καφέ. Μου είπε το φλυτζάνι. Όλα τα είδε, λεζάντα, φωτογραφία. Ησύχασα. Την έστειλα στην ευχή της Παναγίας και την Κυριακή πήγα κι άναψα λαμπάδα στην Αγία Γλυκερία.

Που λες, μωρή τσουγδίτσα, μέχρι και με τις τσιγγάνες τα πάω καλά εγώ.

Ε όχι, δεν θέλω να έρχεται κόσμος σπίτι. Θέλω την ησυχία μου. Ξυπνάω νωρίς, κάνω δουλειές, βάζω ψωμί στη σόμπα και το κάνω φρυγανιά τον χειμώνα -- το καλοκαίρι δεν μου αρέσει καθόλου, από τη ζέστη δεν κρύβεσαι, για το κρύο μια χαρά μπαμπουλώνεσαι. Σκέφτομαι τα παλιά. Γεννήθηκα το 1923. Με έγραψαν το '25, για να πάω πρώτη τάξη στο Δημοτικό. Αλλά είμαι του '23. Σκέφτομαι λοιπόν τη ζωή μου. Όλα. Άμα έχεις ζήσει τόσο, έχεις πολλά να σκεφτείς. Βάσανα κυρίως. Πολλά βάσανα. Ντέρτια. Ντέρτια και κασαβέτια. Τι γελάς; Κάθε γενιά αλλιώς μιλάει, κάθε τόπος αλλιώς. Δεν τον θυμάσαι τον παππού σου; Έκανε μπαμ ότι ήτανε Ζακυνθινός ήδη από κάτω, από την Πατησίων. Ωραίος άνθρωπος, αλλέγρος. Λεβέντης. Αλλά κιοτής. "Γιάννη, να πάρουμε οικόπεδα." Φοβόταν ο Γιάννης να ρίξει λεφτά στην πλαγιά της Πεντέλης με τους λύκους -- τώρα είναι τα Μελίσσια εκεί. "Γιάννη, να ζητήσεις σύνταξη αντιστασιακού." "Άλλοι είναι οι ήρωες ω ρε γυναίκα", έλεγε. Όχι "τζόγια", όπως πάντα, "ω ρε γυναίκα". Φαντάσου. Αλλά ο χίτης ο κερατάς την πήρε την σύνταξη αντιστασιακού, ο χαφιές της Τραλλέων. Κιοτής ο Γιάννης μου. Ούτε στην Εργατική Εστία για μπάνια δεν πήγαινε. "Έχουμε τα μέσα", έλεγε, "να πάμε όπου θέλουμε". Και που τα είχαμε, δηλαδή; Μέχρι τον Κοσκωτά, που χάθηκε η Κουμμούνα και απογοητεύτηκε, όλο Ζάκυνθο, Ύδρα, Λουτράκι ήμασταν. Ύδρα στον αδερφό μου. Τότε με τη μεγάλη ζωή. Μετά σταμάτησαν κι αυτά και το '97 πέθανε.

Να πιεις κι εσύ, αμέ. Τι ρωτάς.

Ούτε εγώ πηγαίνω στα σπίτια άλλων. Σε εσάς δεν αντέχω την κατηφόρα, την ανηφόρα μετά τσούκου τσούκου την παλεύω. Στον αδερφό μου πήγαινα, μέχρι που κόψαμε. Πέθανε μετά. Σου λέω: θέλω να κάθομαι σπιτάκι μου στην ησυχία μου και να ανασκαλεύω τα παλιά. Ήμουν καλλονή. Με ήθελαν όλοι. Ήρθε ο παππούς σου ο Ζακυνθινός και με άρχισε στο κόρτε. Τραγούδια, καντάδες, τέτοια. Από τη μια αυτός ο θεόμουρλος, από την άλλη η απαγόρευση της κυκλοφορίας. Κανα δυο φορές κόντεψε να τον σκοτώσουν, άμα σε έπιαναν σε πυροβόλαγαν επιτόπου. Σκληρές εποχές. Ε, όταν με ζήτησε από τον μπαμπά, εκείνος αμέσως είπε ναι. Ξέρω γω, μπορεί να φοβήθηκε μην τον σκότωναν μπροστά στο σπίτι μας, εδώ σε αυτό το σπίτι, την παράγκα. Η μάνα μου γκρίνιαζε: "όλο λουλούδια και κολώνιες είναι αυτός". Κατοχή είχαμε, μάλλον φοβόταν η μάνα μου μην είναι κανας μαυραγορίτης.

Στην υγειά μας, εγγόνα μου.

Τι εννοείς "πώς ήταν ο παππούς"; Κύριος. Λεβέντης. Ααααα. Σε κατάλαβα. Βρε δεν ντρέπεσαι; Τέλος πάντων, μεγάλη γυναίκα είσαι, δεν βαριέσαι. Ωραίος ήταν. Σεβαστικός αλλά ορεξάτος. Αλλά πολύ ορεξάτος. Ε, δεν ήμουν η έρμη για τέτοια, με τα βάσανα. Ξέρεις, σκάφη, γκαζιέρα, να συγυρίσεις την παράγκα. Γιατί, να ξέρεις, το ακατάστατο φαίνεται βρώμικο κι ας είναι καθαρό. Γι' αυτό είμαι συμμαζωχτούρα. Και να έχω και τον Ζακυνθινό όλο τραγούδια και χάδια και ρεβεράντζες. Και "μη φοβάσαι εγκυμοσύνες, τζόγια μου, θα πάω στον Μπακάκο". Κατάλαβες ε; Όχι; Δεν πειράζει. Εκατό χρονών γυναίκα δεν μπορώ να μιλάω για τέτοια. Εν πάση περιπτώσει. Μόνον τότε ήτανε χαρούμενος. Ξύπναγε το πρωί να πάει στο μαγαζί και τραγούδαγε όπερα. Όπερα στην παράγκα. Το χαιρότανε πολύ. Έλα όμως που μετά τον θείο σου έχασα δύο παιδιά. Ε, δεν γινόταν άλλο. Του το είπα. Τέρμα. Ούτε Μπακάκος ούτε Μαρινόπουλος ούτε τίποτα. Ε, ήμασταν σαράντα παρά. Περνιόμασταν για μεσήλικες τότε, δεκαετία εξήντα, αλλά είχαμε ορέξεις. Δηλαδή ο παππούς σου. Εγώ έκανα το καθήκον μου σαν γυναίκα και του στεκόμουν να με τραβάει χωρίς πολλά πολλά, όμως μου άρεσε να του χαϊδεύω τα μαλλιά, που ήτανε σαν του Κλαρ Γκέμπλ. Δεν με ενθουσίασε ποτέ αυτό, δεν ήμουν τέτοια. Ναι, κατάλαβες τι εννοώ, έλα τώρα. Δεν ήταν άσχημα μα δεν τρελαινόμουν κιόλας, σαν κάτι άλλες. Ε, όταν το κόψαμε οριστικά ο παππούς σου σκοτείνιασε μετά, έγινε λιγομίλητος. Πάντα κύριος αλλά με κανάκευε πια σαν τη μαμά σου, σαν να ήμουν αδερφή της. Ξεπόρτιζε κιόλας. Δεν έλεγα τίποτα, τι να πω, είχα το κεφάλι μου ήσυχο να σκέφτομαι τα δικά μου. Κύριος όμως. Έπινε πια λίγο παραπάνω. Κόπηκαν και τα τραγούδια και οι καντάδες, Μόνον η όπερα έμεινε, ιδίως άμα ξυριζότανε. Χάλαγε τον κόσμο. Λεβέντης άνθρωπος.

Όχι άλλο για μένα, θα πιω τον καφέ μου τώρα. Θες; Εγώ νεσκαφέ και τέτοια δεν έχω. Μόνον τούρκικο. Ελληνικό, αυτό. Λες κι είχαμε καφέ στην Ελλάδα πριν τους Τούρκους.

Σου είπα. Μου αρέσει να κάθομαι και να συλλογιέμαι τα παλιά. Μόνη στην ησυχία μου, δεν τις μπορώ τις φασαρίες. Κι όταν ήμουνα νέα; Πάλι τα δικά μου σκεφτόμουν. Άλλες γέμιζαν το κεφάλι τους με έρωτες και μυθιστορήματα. Άλλες έτρεχαν στις μοδίστρες και στα σινεμά. Άλλες ζαχαροπλαστεία, πιο μετά. Εμείς δεν προλάβαμε κιόλας: ήρθε η Κατοχή και τον Γενάρη του '45 παντρεύτηκα. Πήγε εξορία για λίγο ο παππούς σου στην Ανάφη, μετά γύρισε. Αυτό ήταν. Άλλα προβλήματα γιοκ. Αλλά κάθε μέρα φέρνει τα βάσανά της. Ε, με αυτά ασχολούμαι.

Τι κάνεις τόσην ώρα εκεί με τραβάς με το κινητό; Τι κάνεις βρε; Τι πράματα είναι αυτά; Κλείσ' το!

GatheRate

Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2015

Ανάποδα

Στο σχολείο ήμουνα μαρξιστής. Ακόμα είμαι. Διάβασα το Κεφάλαιο στη Δευτέρα Λυκείου, το Μανιφέστο το είχα διαβάσει στο Γυμνάσιο. Κοντεύω τα πενήντα. Είμαι 49 δηλαδή. Όταν πήγαινα σχολείο, τα παιδιά ήτανε θεούσοι, στρατιώτες του Μακεδονικού, χαζά, βλαμμένα του Κλικ. Και κνίτες. Προσπαθούσαν να με στρατολογήσουν οι κνίτες. Μη με κερδίσει ο αριστερισμός ή ο ρεβιζιονισμός. Για τους κνίτες το σύμπαν κατοικείται από ρεβιζιόνες, από παραστρατημένους και από προδότες. Και από ακούσιους συνεργούς στις μεθοδεύσεις της αστικής τάξης. Οι κνίτες θα καταργούσανε το γαμήσι αν μπορούσαν, αφού περιπλέκει την ταξική πάλη. Τα περιπλέκει όλα. Αλλά οι κνίτες δεν έχουνε διαβάσει Ένγκελς. Εγώ τον έχω διαβάσει, ολόκληρο. Για κακή τους τύχη είχα διαβάσει και Λένιν.

Γενικά διαβάζω γρήγορα. Αυτό είναι το ατού μου. Διαβάζω γρήγορα και τα συγκρατώ. Πέρασα με ευκολία στο Πανεπιστήμιο. ΦΚΣ. Εκεί πήγαινες άμα ήθελες Φιλοσοφία, όχι ΦΠΨ και μαλακίες. Στο Ρέθυμνο. Είμαι από τας Σέρρας στην καταγωγή, μεγάλωσα στην Αθήνα, στο Παγκράτι. Ορφανός αλλά εύπορος, μας άφησε ο πατέρας μου χτήματα και χτήματα. Και ακίνητα. Τσαγκάρης ήταν, με τη δουλειά του τα έβγαλε. Η μάνα μου δεν χρειάστηκε να δουλέψει ποτέ αλλά παρέμεινε τσιγκούνα και φρόνιμη. Φρόνιμη ως ο όφις, έτσι μας έλεγε να είμαστε. Σ' εμένα και στην αδερφή μου, που στο τέλος κατέληξε να παντρευτεί τον Μαλάκα. Από την πολλή φρονιμάδα μάλλον. Τέλος πάντων, τέσσερα χρόνια Ρέθυμνο, ακόμα τα θυμάμαι. Όλες αυτές οι ευτελείς λεπτομέρειες που μας πλάθουνε.

Το ξέρω ότι ακούγομαι στοχαστικός και αυτοαναφορικός, οι περισσότεροι άνθρωποι που μπλέκουμε με τη Φιλοσοφία είμαστε έτσι. Κάπως έτσι.

Το Ρέθυμνο το σιχαινόμουν. Μέση Ανατολή. Ζέστη. Χιόνι ποτέ. Άνθρωποι ασυλλόγιστα περήφανοι. Η Κρήτη κι η Κρήτη. Ρε άει στο διάολο. Η Κρήτη έτσι κι η Κρήτη αλλιώς. Τέλος πάντων, τέλειωσα στα τέσσερα χρόνια και την έκανα, πίσω στο Παγκράτι. Είχε έρθει η ώρα να σπουδάσω Φιλοσοφία, αφού στο ΦΚΣ επιεικώς μαλακιζόμασταν. Αλλά το περίμενα ότι το προπτυχιακό ήταν ένα προστάδιο και μόνον. Πήγα φαντάρος. Προστάτης, μια χαρά. Στον Στρατό κυρίως διάβαζα. Δεν ξέρω γιατί λένε τόσες ιστορίες για τη θητεία. Εγώ καλά πέρασα, δεν με ενοχλούσανε και δεν ενοχλούσα κανέναν. Μέγα Δέρειο. Αλεξάνδρεια του Γιδά. Πεντάγωνο. Μια χαρά.

Μετά King's College. Λονδίνο. Άλλη φάση. Πραγματικές βιβλιοθήκες. Μια εστία σαν παλάτι απ' έξω και σαν κοιτώνας από μέσα. Το Λονδίνο: χαμός και χάος. Αλλά εγώ πάντοτε στοχοπροσηλωμένος. Στην Αγγλία κάναν Αναλυτικούς, όμως εγώ ήθελα Μπεργκσόν. Και Μαρξ. Τελικά με άφησαν να γράψω τη διπλωματική μου με αυτό το θέμα, μια σύγκριση Μπεργκσόν και Μαρξ. Δεν πήγε και πολύ μακριά αλλά ήτανε τουλάχιστον πρωτότυπη. Για διδακτορικό δεν με δέχτηκαν τελικά. Όμως βρήκα δουλειά στο BBC. Ήθελαν κάποιον να τους γράφει κείμενα για την Ελλάδα. Κάποιον που να ξέρει τα πράγματα καλά.

Βρήκα ένα καλό διαμέρισμα. Μόνος. Ναι, απίστευτο: χωρίς συγκάτοικο! Με θέα στο ποτάμι. Εντάξει, φαίνεται και το ποτάμι. Πίσω από κάτι άχαρα κτίρια, από αυτά που στο Λονδίνο βρίσκονται παντού. Από τότε κάνω τη ζωή Λονδρέζου: έγερση στις έξι και ντουζ. Τιουμπ. Δουλειά. Παμπ με τους συναδέρφους, από τις 5 και έως τις 8 και, σπίτι, τηλεόραση και βραδυνό. Ύπνος. Αυτά. Εδώ και 14 χρόνια. Τον ελεύθερο χρόνο μου διαβάζω Φιλοσοφία, ονειρεύομαι εκδρομές στην παραλία με γυναίκες που δεν γνώρισα ποτέ ή που είδα φευγαλέα στα σοσιαλμήντια να χαμογελάνε για άλλους. Κάποτε βλέπω βουβάλια ή άλογα στον ύπνο μου. Κάποτε βλέπω τας Σέρρας. Κάποτε την Υμηττού φρακαρισμένη. Κάποτε τίποτα, ξυπνάω απλώς στις τρεις να κατουρήσω και να απαλλαγώ από την μπύρα και αναρωτιέμαι πόση ώρα ύπνου να μου μένει ακόμη.

Η Φιλοσοφία με ενδιαφέρει. Πάντοτε. Πάθος. Όποτε καταλήγουμε στην παμπ μετά τη δουλειά, δηλαδή τέσσερα βράδια τη βδομάδα κατά μέσο όρο, προς τα εκεί την πάω τη συζήτηση. Οι δημοσιογράφοι (στο μεταξύ πήρα προαγωγές και μεταθέσεις, κοτζάμ MPhil έχω) με λένε 'The Greek Philosopher'. Αλλόκοτη φάρα οι δημοσιογράφοι: προσπαθούνε να δημιουργήσουν το μάξιμουμ ντόρου με το μίνιμουμ διαβάσματος -- ή γνώσης. Συμπληρώνουνε τα κενά της άγνοιάς τους με common sense. Κι έτσι διαμορφώνουνε γνώμες και συνειδήσεις. Γι' αυτό και τους περνάω από τη δοκιμασία της Φιλοσοφίας. Γιατί με ενδιαφέρει. Όπως και το σεξ. Το λέω έτσι, "σεξ", γιατί αν πω "πήδημα" ή "γαμήσι" θα νομίσει κανείς πως είμαι κάπως. Αλλά δεν είμαι. Δεν είμαι καθόλου.

Καθόλου όμως. Ήμουν πάντα ντροπαλός. Πριν πέντε χρόνια παλιορκούσα τη Julie. Στάνταρ δεν δούλεψε. Έκτοτε δεν ξανασχολήθηκα. Ο Πάτρικ στη δουλειά λέει ότι είμαι τεμπέλης, ότι έχω καλομάθει και για αυτό δεν είμαι κυνηγός. Ο Πάτρικ ξέρει ότι δεν έχω πάει παρά με πουτάνες και μασατζούδες. Και τον φρικάρει και άμα πιούμε λιγάκι (όχι πολύ, τρεις τέσσερις πίντες) εκεί πάει την κουβέντα. Κι εγώ τον ρωτάω πώς πάει με τον γάμο του και από πότε έχει να το κάνει. Και καταλήγουμε να μιλάμε για την Άρσεναλ.

Έχασα την παρθενιά μου σε ένα μπουρδέλο στη Φυλής εντελώς μεθυσμένος όταν ήμουν δεκάξι. Μπροστά μου περίμενε τη Βανέσσα ένας Πόντιος ντυμένος και παρφουμαρισμένος και χτενισμένος λες και πήγαινε σε συνέντευξη για δουλειά (αυτή την παρομοίωση την έκανα αργότερα). Ούτε μου άρεσε ούτε δεν μου άρεσε όταν το έκανα για πρώτη φορά. Πάντοτε είχα τον νου μου στην Ιθάκη, που λέμε, είχα τον νου μου σε εκείνη την ιδανική γυναίκα (που δεν υπάρχει) με την οποία θα το κάναμε τρεις φορές τη μέρα και που θα ταιριάζαμε και θα πηγαίναμε για ψώνια στο σούπερ μάρκετ. Στη σχολή, στην Κρήτη, ήθελα πολύ την Πόπη. Πολύ. Βγαίναμε. Δεν ήξερα πώς να της δείξω ότι την ήθελα. Δεν ήθελα να την κάνω να νιώσει πουτάνα, με τις οποίες είχα εκπαιδευτεί και είχα λαγνουργήσει μια χαρά κι ανέμελα μέχρι τότε, γιατί δεν ήθελα να την κάνω να νιώσει τέτοια. Χρόνια μετά συνειδητοποίησα ότι το πρόβλημα ήταν ότι η εξοικείωσή μου με τις πουτάνες, που με εμπόδιζε από το να συσχετιστώ (για να το πω έτσι σεμνά) με κανονικές κοπέλες, μην τυχόν και τις κάνω να νιώσουν άσχημα. Πιο μετά, στα τριάντα και, κατάλαβα ότι κάποιες δεν θα είχανε πρόβλημα με κάτι τέτοιο, να νιώσουνε πουτάνες... στερνή μου γνώση και τα λοιπά.

Ναι εντάξει, είμαι φαλακρός από τα 22. Και χοντρούλης. Και με ατσούμπαλο σώμα, όχι απλώς χοντρούλης. Φοράω και γυαλιά. Δεν έχω πολύ θάρρος. Δεν θέλω να βλέπω φωτογραφίες μου. Η Diane, συνάδερφος που έχει αναλάβει να με κουράρει, δεν θα την πήδαγα με τίποτα, έχω πάει μόνο με καλλονές άλλωστε, ισχυρίζεται ότι έχω κακομάθει with all those tarts (δεν ξέρει ότι πάντα πληρώνω, νομίζει ότι κάνω αρπαχτές, ότι είμαι παίχτης) κι ότι δεν ξέρω what love is. Πιθανόν. Δεν ξέρω. Ξέρω ότι από την Πόπη μέχρι την Julie δεν κατάφερα να τα φτιάξω με καμμία. Ποτέ. Μόνον πληρωμένο. Ξέρω ότι είμαι γεροντοπαλληκάρο πια, ακόμα και με τα δεδομένα του 21ου αιώνα. Ξέρω ότι ποτέ δεν είχα ερωτική σχέση και δεν ξέρω αν θα έχω ποτέ -- μάλλον όχι. It's an arrangement of sorts, που λένε κι εδώ.

Δεν ξέρω τι νόημα έχει να τα λέω όλα αυτά. Κατά βάθος είμαι άνθρωπος απλοϊκός: θέλω να διαβάζω, θέλω να έχω κάποιον να κουβεντιάζω, να κολυμπάω στη θάλασσα, να σβήνω το μυαλό μου πάνω σε ένα κορμί (ή από κάτω του). Μου το είπε και μια model πριν δυο-τρία χρόνια, ενώ ακόμα τότε έκλεινα τα μάτια και φανταζόμουνα τη Julie με κάθε γυναίκα που νοικιαζα: you wanna get turned on so as to turn yourself off, dontcha? Μήνες τη σκεφτόμουν την ατάκα.

Όταν πάω στην Ελλάδα κάθομαι στις καφετέριες και κοιτάζω τα κορίτσια. Μικρότερα από εμένα, το ομολογώ: οι σαραντάρες Σερραίες παραείναι κωλοπετσωμένες για τα παρθένα δόντια μου. Οι δε Παγκρατιώτισσσες, άσε: κατηγορία διαστήματος,. Ξέρω ότι και άλλοι μπάκουροι τις κοιτάνε και σκέφτονται πώς θα ήτανε να τις γαμήσουν. Εμένα δεν με νοιάζει αυτό. Καθόλου. Καθόλου πια. Χορτασμένος είμαι. Σκέφτομαι όμως πώς θα ήταν να ξυπνάω και να τις βλέπω αμακιγιάριστες και να μυρίζουν όπως φευγαλέα έχω μάθει ότι κανονικά μυρίζουν οι γυναίκες, κάτω από σαπούνια, αφρόλουτρα και μπέιμπι όιλ. Ή πώς είναι να έχουνε περίοδο και να είναι ακατάστατες ή αφηρημένες και λίγο κουρασμένες και να μη σε περιμένουν έτοιμες.

GatheRate