Δευτέρα, 20 Ιουλίου 2009

Νησιωτικά συμπλέγματα του Sraosha



Ι

Τα ρατσιστικά αντανακλαστικά είναι απολύτως φυσιολογικά. Όπως η λειτουργία της αφόδευσης. Και τα δύο εξυπηρετούν αναγκαίες λειτουργίες του οργανισμού μας: την ταύτιση με την οικογένεια, το κλαν, τη φυλή και την απέκκριση των υπολειμμάτων της πέψης. Όπως ακριβώς και με τις αφοδεύσεις μας, είναι τελικά αδιανόητο να πασχίζει κανείς να καταστείλει τα ρατσιστικά αντανακλαστικά του, όπως είναι σπατάλη σκέψης να αισθανόμαστε άσχημα γι' αυτά. Και τα σκατά και τα αντανακλαστικά είναι μέρος της ανθρώπινης φύσης. Ακριβώς όμως όπως οι αφοδεύσεις μας, τα ρατσιστικά αντανακλαστικά πρέπει να παραμένουν ιδιωτική υπόθεση -- αυτό μέχρι και τα ζωάκια το ξέρουν. Στην καλύτερη περίπτωση, ρατσιστικά αντανακλαστικά και εκκενώσεις του εντέρου θα μπορούσαν να αποτελέσουν υλικό για κακόγουστο χιούμορ. Έως εκεί.

Ρατσισμός δεν είναι να αισθάνεσαι εκνευρισμό στη θέα του ευλαβούς μουσουλμάνου που προσεύχεται, αποστροφή για τη βουτυρώδη απλυσιά του Βρετανού, φόβο στην όψη του ψηλού και δυνατότερού σου Αφρικανού, τσαντίλα από την προφορά του Αμερικάνου, αναγούλα στη σκορδίλα του μεσογειακού, φρίκη για τα κατατρυπημένα κορμιά των τροφοσυλλεκτών ή των ροκάδων, αηδία για τα μη φασκιωμένα πόδια του νοτιοασιάτη το καλοκαίρι, θυμηδία για τον προσεκτικό και στεγανό πουριτανισμό του Κορεάτη, πονοκέφαλο από τις ξένες μουσικές, περιφρόνηση για τον γενικευμένο ευνουχισμό του χριστιανού και την τυπολατρία του Εβραίου. Ρατσισμός είναι να προσπαθείς να μεταφράσεις αυτά τα αντανακλαστικά σε στάση ζωής, σε πεποιθήσεις, σε αξιολογικές κρίσεις και σε ιδεολογία. Πολύ περισσότερο, να τα μεταφράζεις σε πολιτική: προφανέστατα, πρόκειται για πολιτική του απόπατου.

Άλλωστε από τα ανθρώπινα κόπρανα ούτε λίπασμα δε γίνεται.

II

Για την ακτοπλοΐα μας έχω ξαναγκρινιάξει, για ένα από τα βαπόρια της Σκιάθου συγκεκριμένα. Για να μιλήσω λίγο πιο προσωπικά, σιχαίνομαι τα βαπόρια. Κατάστρωμα, ας πούμε: η λεπτή στρώση ντίζελ κι αλμύρας που σε καλύπτει και σε παστώνει σαν στάχτη του Βεζούβιου, τα άβολα παγκάκια ή η λαμαρίνα πάνω στα οποία μάταια προσπαθείς να κοιμηθείς, ο καταπιεστικός αγέρας που σου φέρνει σκουπίδια κι αποτσίγαρα και -- κάποτε -- την ξερατίλα στομαχιών πιο ντελικάτων από το δικό σου. Μέσα: τα σεντόνια και τα σλίπιν μπαγκ πάνω στις μοκέτες και στα κλιμακοστάσια με πάνω τους όσους κυλιούνται και κοιμούνται, οι τηλεοράσεις στο τέρμα για τους άυπνους, η μπόχα του καθενός συντηρημένη από τον κλιματισμό, οι ανεκδιήγητες αεροπορικές θέσεις...

ΙΙΙ

Το ιερό και πανσέβαστο κυκλαδικό τοπίο, το οποίο οφείλουμε να προσκυνούμε ομοθυμαδόν, είναι αποτέλεσμα καταιγιστικής αλλά μακραίωνης οικολογικής καταστροφής, επανειλημμένων αλώσεων. Όπως τα καταπράσινα λιβάδια της Ευρώπης και της ανατολικής Βόρειας Αμερικής, το γέννησε η συστηματική και άλογη αποψίλωση. Στην περίπτωση των Κυκλάδων, κατόπιν επέπεσαν και η ανομβρία και οι κατσίκες, που έφεραν τη διάβρωση και τις συνέπειές της.

Μετά από αιώνες, κατά τους οποίους γενιές αγροτών επίμονα και σχεδόν ατελέσφορα μοχθούσαν πάνω στη χέρσα κι άδεντρη κι άθαμνη γη, ο ιεροφάντης Ελύτης μετέφρασε τα νεκρά βράχια των Κυκλάδων σε μυστικά τοπία, σε πεδία αυτοσυνειδησίας, στα στοιχεία που συνθέτουν την Ελλάδα, στα κόκκαλά της τα ιερά, εξορίζοντας ολόκληρη την ηπειρωτική και την υπόλοιπη νησιωτική Ελλάδα σαν εικόνα, σαν τοπίο και σαν αίσθηση στη σφαίρα του συμβάντος, του επιμέρους, του καθέκαστου. Έτσι η Ελλάδα έμεινε να φαντάζει σκέτο κόκκαλο, ένα σκέλεθρο που το λευκαίνει τερατωδώς ο φρικτός ήλιος το καλοκαίρι και το γδέρνουν αγέρηδες υγροί το χειμώνα.

Κάπου στο μεταξύ κατέφθασαν οι ιδεαλιστές ταξιδιώτες, ο Λεκορμπυζιέ και δαύτοι, που στις Κυκλάδες έβρισκαν σε αφθονία γυμνά τα τρία από τα τέσσερα εμπεδόκλεια στοιχεία, και χαιρόντουσαν σφόδρα. Προφανώς δεν είχανε δει ακόμα τα άψυχα βουνά του φεγγαριού, τις πεθαμένες κοιλάδες του Άρη, ή -- πιο κοντά μας -- τη Σαχάρα, τη Γκόμπι, την Καλαχάρι, τους παγωμένους χερσότοπους της Ανταρκτίδας. Δεν είχε ντοκυμαντέρ τότε, πού να τα δούνε όλα αυτά. Τους μοντερνιστές τους μάγευε το στοιχειακό και το στοιχειώδες και οι καθαρές επιφάνειες: βρήκαν και τα τρία στις Κυκλάδες σε αφθονία.

Μετά πλακώσαν οι τουρίστες. Πρώτα άπλυτοι και σε αναζήτηση μυκήτων και ουρολοιμώξεων (μικρό τίμημα για την προσωρινή σεξουαλική απελευθέρωση και την ψευδαίσθηση ότι συγκροτούσαν κοινότητες προπτωτικών τροφοσυλλεκτών), μετά όλη η σάρα και η μάρα που ήθελε να φέρει μαζί της την πόλη αλλά όχι τη δουλειά, να γευτεί κι αυτή έναν ερζάτς ηδονισμό και να δώσει ζωή στις ταβέρνες. Άλλωστε, μη λησμονείτε: ο πολιτισμός μας κολυμπάει για αναψυχή μόλις 90, άντε 100, χρόνια. Τσιμπούσια κάνει επί χιλιετίες.

Στις αρχές του εικοστού πρώτου, οι Κυκλάδες -- με εξαίρεση τα τρία κοσμήματα της Σαντορίνης, της Σύρου και της Νάξου (η καθεμιά κόσμημα με τον τρόπο της) -- είναι όλες απαράλλαχτα κατάξερες και χέρσες, με παραλίες μέτριες ή δυσπρόσιτες ή και τα δύο, με χώρες ταυτόχρονα παρατημένες και πηγμένες, εξίσου αδιάφορες και γραφικές (με την κακή έννοια), όλες γεμάτες μαγαζιά που πουλάνε αλυσίδες, φουλάρια, σαλβάρια, τσαγκλιά και τσουμπλέκια ή που νοικιάζουνε μηχανάκια.

Πάντως, εκτός από τα τρία κοσμήματα, προσωπικά θυμάμαι με αγάπη και την Τζια και την Τήνο και την Ίο. Εκεί που τελειώνει η φρόνηση αρχίζει η αγάπη, υποθέτω. Και καλά κάνει.

ΙV

Τα μικρά και σχετικά απομονωμένα νησιά προσφέρονται για διακοπές υψηλού ρίσκου.

Κουβάς: κάποιες φορές, πέφτεις στα νύχια άπληστων χωριατών που περιμένουν τη σύντομη σαιζόν για να αποστάξουν από πάνω σου και το τελευταίο σου ευρώ με άθλια υπερτιμημένα δωμάτια, ζωοτροφές στην τιμή τρούφας, ποτά μπακάλικου για 15 ευρώ.

Κέρδος πέρα από κάθε φαντασία: κάποιες φορές σε υποδέχονται πραγματικά φιλόξενοι και φιλικοί άνθρωποι που ασχολούνται μαζί σου λες και σε ήξεραν καμμιά δεκαετία, ενώ μέσα σε 2-3 μέρες καταλήγεις να γίνεις μέλος μιας μεγάλης παρέας που κάνει πραγματικές διακοπές. Ε, άμα είναι καλό και το φαγητό, ακόμα καλύτερα.

Το ρισκάρεις όμως; Ε, είναι θέμα χαρακτήρα.



(Η φωτό του Andrew Pashis από εδώ.)

GatheRate

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου