Πέμπτη, 25 Ιουλίου 2013

Ο διπλανός ο άνθρωπος

Μ' αρέσει να πηγαίνω στο σπίτι του Σ.Π. Το λέω χαϊδευτικά cottage, αν και είναι ένα τυπικότατο διαμέρισμα σε μια τυπική πολυκατοικία: πρόκειται για inside joke τυλιγμένο μέσα σε inside joke. Το έχει μόλις 4-5 χρόνια, πιο πριν έμενε με τη μαμά του και, όσο να 'ναι, το καμαρώνει. Πάω πού και πού τα βράδια και κάθομαι με τον Σ.Π. και πίνουμε στο μπαλκόνι του, κάνουμε πλάκα, κοιτάμε τον κόσμο από κάτω και το ελάχιστο αλσύλλιο απέναντι. Τα λέμε. Μας διακόπτουν ξεκούμπωτα μηχανάκια στον δρόμο, μηκυθμοί λεωφορείων, αναστεναγμοί από υπνοδωμάτια προσόψεως απέναντι. Το καλοκαίρι αυτά. Επίσης, πού και πού μας διακόπτει μια φωνή σαν από νυχτοπούλι, ένας σαν λυγμός που βγαίνει σε καθαρές νότες από λαρύγγι. Ανθρώπινος αλλά απόκοσμος. Δεν ξέραμε από πού προέρχεται αλλά μας πάγωνε το αίμα. Λίγο, αφού δεν ξέραμε και τι ήταν.

Όταν τον επισκέπτομαι τον χειμώνα, τη βγάζουμε στο κρύο σαλόνι του -- θέρμανση δεν πολυανάβουν στην πολυκξατοικία του από τον καιρό που νοίκιασε το cottage, πολύ πριν την κρίση. Κλείνουμε και τα πατζούρια, τραβάμε και τις κουρτίνες, μήπως και παγιδέψουμε λίγη ζέστη. Καθόμαστε στο σαλόνι και πίνουμε τζακ και τζιν, καπνίζουμε, βλέπουμε τηλεόραση και πίνουμε και καναν μπάφο. Εκεί στο CSI θα ακουστεί από κάπου πάλι αυτός ο λυγμός, ο ικετευτικός λαρυγγισμός που θα μπορούσε να είναι πολύ άρρωστος, ένα άλαλο γέλιο. Κάνουμε πως δεν τον ακούμε. Τι να είναι. Ζώο δεν είναι. Είναι άνθρωπος.

Φέτος το καλοκαίρι, πάλι στο μπαλκόνι. Ιούνιος, ζέστη. Ο Σ.Π. άναψε κάτι αρωματικά κεριά, έφερε από μέσα ένα σακουλάκι, έστριψε τσιγάρο σκέτο και με κέρασε. Τον ρώτησα αν δε φοβάται να θυμιατίσει στο μπαλκόνι: οι από κάτω φαίνονταν να έχουνε βγάλει τραπεζάκια κήπου στο μπαλκόνι τους, οι περισσότερες μπαλκονόπορτες στην πρόσοψη ήταν μισάνοιχτες. Μου έδειξε προς τα εκεί που δεν πιάνει μελάνι και άναψε.

Σε λίγο άκουσα το διπλανό πατζούρι να σηκώνεται και να ανοίγει η μπαλκονόπορτα. Θορυβήθηκα όσο να 'ναι, αλλά ο Σ.Π. μού είπε χαζογελώντας ότι δίπλα μένει ένας μοναχικός τύπος, που απλώς βγαίνει στο μπαλκόνι πού και πού. Δε μιλάει ποτέ σε κανέναν, δεν έχει όνομα στο κουδούνι: μάλιστα οι προηγούμενοι ένοικοι του cottage έλεγαν ότι το διπλανό διαμέρισμα το έχουνε για γκαρσονιέρα. Ο Σ.Π. μου είπε ότι ο διπλανός πρέπει να φοράει παντελόνια με εντελώς ξεχειλωμένες τσέπες, αφού αναδεύει μέσα τους ρυθμικά μεγάλες ποσότητες ψιλών -- κι έτσι καταλαβαίνεις και πότε βγαίνει στο μπαλκόνι. Θορυβήθηκα λοιπόν ακόμα περισσότερο όταν άκουσα αυτό ακριβώς το ρυθμικό λίχνισμα ψιλών πάρα πολύ κοντά, ακριβώς πίσω από το γυάλινο ημιδιαφανές χώρισμα των μπαλκονιών, με τη σκιά του διπλανού ανθρώπου να προβάλλεται πάνω του. Είδα τη σκιά να στέκει και μετά, αστραπιαία, το πρόσωπο του να ρίχνει μια ματιά στο μπαλκόνι του Σ.Π., σκύβοντας πάνω από το κάγκελο. Πάγωσα και γούρλωσα τα μάτια. Ο Σ.Π., που είχε την πλάτη γυρισμένη, έσκασε στα γέλια. Η σκιά μίκρυνε πάνω στο ημιδιαφανές τζάμι και το λίχνισμα των ψιλών στην τσέπη της σταμάτησε.

Εκείνη τη στιγμή, ο γνώριμος λυγμός που κάνει το νυχτοπούλι, ο σχεδόν σαρκαστικός λαρυγγισμός, αυτό το σαρδόνια απόκοσμο κλάμα ακούστηκε από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα του διπλανού διαμερίσματος. Αυτή τη φορά μάς διέκοψε κανονικότατα: όχι μόνον η σκιά εξαφανίστηκε από το τζάμι, αλλά την ακούσαμε να απευθύνεται ψιθυριστά σε κάποιον. Κατόπιν η μπαλκονόπορτα του διπλανού έκλεισε, σχεδόν με βία, και αμέσως έπεσε και το πατζούρι. Ο Σ.Π. μάζεψε κακήν κακώς το τραπέζι, έσβησε τα κεριά και με τα μάτια πρησμένα με έμπασε μέσα, έκλεισε μπλακονόπορτα και πατζούρι και άρχισε περίπου να φωνάζει "τι ήταν αυτό ρε μαλάκα, τι έγινε τώρα; τι ήταν αυτό;", κάτι που κράτησε για κανα τέταρτο.

Καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι το διαμέρισμα του διπλανού είναι μια μικρή οικιακή φυλακή κάποιου με διανοητική υστέρηση. Ότι πίσω από τη λεπτή μεσοτοιχία του cottage βρίσκεται φυλακισμένο κάποιο ανάπηρο παιδί ετών τριαντακάτι, κατά τα ελληνικά έθη που κρατούν τον ανήμπορο άνθρωπο μέσα και μακριά από παράθυρα. Βεβαίως η φαντασία μας οργίασε σχεδόν προεφηβικά -- όπως όταν είχαμε βρει στο πάρκο όταν ήμασταν έκτη μια ωμοπλάτη αρνιού και λέγαμε ότι γίνονται θυσίες στον Οξαποδώ.

Πάντως, στον Σ.Π. έχω να ξαναπάω από τότε, ενώ ο Σ.Π. κάθεται καλοκαιριάτικα στο σαλόνι, κάτω από το κλιματιστικό, παίζει απαλή μουσική και πίνει αυτή την μπυρολεμονάδα του συρμού.

GatheRate

3 σχόλια:

  1. Μπα που να σε πάρει, ανατρίχιασα!
    Πολύ καλό κείμενο, από κακή ζωή βγαλμένο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Θα με πάρεις να πάμε μαζί!
    Θα βγούμε στο μπαλκόνι, θα με κεράσετε μπάφο, θα ζήσω τη συγκίνηση!
    Με την ελπίδα να συμβεί κάτι καινούργιο, επειδή τη σκιά με τα ψιλά και την κραυγή τα περιέγραψες τόσο υπέροχα που τα έζησα!
    Μου άρεσε πολύ.
    Γ.Ρ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή